Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Οι πρώτοι σοσιαλιστές συγγραφείς στην Ελλάδα

Κ. Χατζόπουλος
Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς σ' αυτήν αντικατοπτρίζονται, άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, αφ' ενός οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις καθώς και τα διάφορα λογοτεχνικά ρεύματα, αφ' ετέρου οι ιδιομορφίες της ελληνικής οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Ιστορικά γεγονότα, όπως η Οχτωβριανή Επανάσταση του 1917, η Μικρασιατική καταστροφή του 1922, αλλά και η γέννηση και ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις πιο ανήσυχες, ευαίσθητες και πρωτοπόρες μορφές του λογοτεχνικού χώρου της Ελλάδας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.
Μέσα στο γενικό κλίμα της ηθογραφίας που χαρακτήριζε την ελληνική λογοτεχνία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. και χωρίς να αποσπαστούν εντελώς από αυτήν, εμφανίζονται, το διάστημα 1900-1920, συγγραφείς που επηρεάζονται έντονα από τη σοσιαλιστική ιδεολογία, από την ίδρυση των πρώτων εργατικών, σοσιαλιστικών ενώσεων και ομίλων, από τους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες και από τα μαρξιστικά θεωρητικά κείμενα. Πιστοί στο ρεύμα του ρεαλισμού, γράφουν διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα, επιχειρώντας να προβάλουν άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι τα κοινωνικά προβλήματα, φωτίζοντάς τα με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920) και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923), από το Αγρίνιο ο πρώτος, από την Κέρκυρα ο δεύτερος, ζουν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και σπουδάζουν στη Γερμανία, έρχονται εκεί σε επαφή με έργα των Μαρξ και Ενγκελς - μάλιστα, ο Χατζόπουλος μεταφράζει πρώτος στα ελληνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ως Κοινωνιστικό Μανιφέστο - και ενθουσιάζονται από τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Στα σημαντικότερα και αρτιότερα έργα τους, αντικατοπτρίζονται οι νέες ιδέες, περιγράφονται με γλαφυρότητα οι άθλιες συνθήκες ζωής των φτωχών ανθρώπων στα χωριά και τις πόλεις, προβάλλεται η δεινή θέση της γυναίκας, φωτίζεται η ιδεολογική διαπάλη μέσα στους κύκλους των διανοουμένων και δίνονται κάποτε αισιόδοξες προοπτικές μέσα από την αγωνιστικότητα κάποιων ηρώων. «Ο πύργος του Ακροπόταμου», «Στο σκοτάδι», «Τάσσω», είναι μερικά από τα πεζογραφήματα του Κ. Χατζόπουλου, στα οποία φαίνονται οι σοσιαλιστικοί του προσανατολισμοί. Επίσης δημοσιεύει πολλά θεωρητικά κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, σχετικά με το εργατικό κίνημα, το γυναικείο ζήτημα, το σοσιαλισμό, τη σχέση σοσιαλισμού και λογοτεχνίας. «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», «Η τιμή και το χρήμα», αρκετές από τις «Κορφιάτικες Ιστορίες» του Κ. Θεοτόκη απηχούν τις σοσιαλιστικές του ιδέες και ξεφεύγουν από το ασφυκτικό πλαίσιο της ηθογραφίας που μέχρι τότε χαρακτήριζε την πεζογραφία. Και οι δύο συγγραφείς συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά πράγματα, όσο βρίσκονται στη Γερμανία, αλλά και μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ως μέλη σοσιαλιστικών ομίλων.
Δ. Βουτυράς
Ο Κωνσταντίνος Παρορίτης (1878-1931) ίσως είναι από τους πιο συνεπείς σοσιαλιστές συγγραφείς της εποχής του. Στο έργο του «Μεγάλο Παιδί» απεικονίζονται οι πρώτοι εργατικοί αγώνες, ενώ η Οχτωβριανή Επανάσταση και ο Εθνικός Διχασμός στην Ελλάδα τον εμπνέουν να γράψει το έργο «Κόκκινος Τράγος» (1924), που είναι αφιερωμένο «σε όσους πιστεύουνε σε μια απολύτρωση». Στο τελευταίο του έργο, «Οι δυο δρόμοι» (1927), εμπνέεται από τους αγροτικούς αγώνες στη Θεσσαλία και παρουσιάζει την καθυστέρηση της ελληνικής υπαίθρου.
Ο Δημοσθένης Βουτυράς (1871-1958) μεταφέρει το περιβάλλον της ηθογραφίας από την ελληνική επαρχία στις φτωχικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά. Χαρακτηρίστηκε ως «ο προλετάριος συγγραφέας των προλεταρίων». Η λογοτεχνική παραγωγή του είναι πληθωρική, αλλά κάπως ατημέλητη. Οι ήρωές του είναι εργάτες, βιοτέχνες, άνεργοι, μικροαστοί, περιθωριακοί και εμφανίζονται άβουλοι, δυστυχισμένοι και «μοιραίοι», έτσι ακριβώς όπως μας τους παρουσιάζει ο Κ. Βάρναλης στο ομώνυμο ποίημα. Χαρακτηριστικός είναι και ο τίτλος του σημαντικότερου έργου του «Οι Αλανιάρηδες» (1921).
Ο αρκετά νεότερος Πέτρος Πικρός (1900-1957) - ενδεικτικό των επιρροών του είναι το γεγονός ότι το ψευδώνυμό του το δημιούργησε μεταφράζοντας στα ελληνικά το όνομα Γκόρκι (= πικρός στα ρωσικά) - παρουσιάζει στα διηγήματά του ανθρώπους του περιθωρίου. Τα έργα του «Χαμένα κορμιά» (1922), «Σα θα γίνουμε άνθρωποι» (1924) και «Τουμπεκί» (1927) αποτελούν ένα είδος τριλογίας, με ήρωες ανθρώπους του υποκόσμου και του περιθωρίου. Στο τελευταίο, που είναι και το αρτιότερο λογοτεχνικά, παρουσιάζει τον υπόκοσμο ως μια μικρογραφία της κοινωνίας, που φέρει τα ίδια ελαττώματα με το πρότυπό του. Ο Πικρός, στα θεωρητικά του κείμενα, χρησιμοποίησε τον όρο «l' art militant» ως προδρομικό όρο της στρατευμένης τέχνης, για να ορίσει την τέχνη που καθρεφτίζει τις πραγματικές τάσεις της εποχής της και που αντιστοιχεί με τον ίδιο τον αγώνα των τάξεων.
Κ. Παρορίτης
Τόσο ο Δ. Βουτυράς, όσο και ο Π. Πικρός επηρεάζονται από τη θεματολογία και το κλίμα της ρωσικής λογοτεχνίας (Γκόρκι, Αντρέγιεφ), καθώς και από τα έργα του Κνουτ Χάμσουν, που διαβάζονταν πολύ εκείνη την εποχή από την προοδευτική διανόηση και γι' αυτό οι περισσότεροι ήρωές τους ανήκουν στο «λούμπεν προλεταριάτο».
Αυτοί οι πρώτοι σοσιαλιστές συγγραφείς χάραξαν έναν πραγματικά νέο δρόμο στη Λογοτεχνία της εποχής τους και επηρέασαν σημαντικά και μεταγενέστερους δημιουργούς. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Κ. Παρορίτη από την εισαγωγή του στον «Κόκκινο Τράγο», σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο που οφείλει να έχει η τέχνη σε κάθε εποχή. «Γιατί πιστεύουμε πως η Τέχνη, σαν ένα καθαρό κι αυτή της ομαδικής ζωής φαινόμενο, δεν έχει σκοπό να ικανοποιήσει ορισμένες προσωπικές και αυθαίρετες ιδέες και αρρώστιες μας, που καμιά ανάγκη της ζωής δεν τις δικαιολογεί, παρά σαν ένας κοινωνικός κι αυτή παράγοντας, να κάνει το χρέος της κάθε φορά που η Ζωή νιώθει την ανάγκη να αναπλαστεί».

Βάσω Πετροπούλου
Ριζοσπάστης, 25 Νοέμβρη 2007

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Γιώργος Καγιαλίκος: Επτά ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου για φωνή, πιάνο & φλάουτο


Επτά ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου για φωνή, πιάνο & φλάουτο.  
Μουσική, ενορχήστρωση & ερμηνεία: Γιώργος Καγιαλίκος
 
1.Ώρα 12 τη νύχτα
 
Το χαρτί, το τραπέζι, το χέρι μου.
Περιμένω. Όπου νάναι, θ΄ αρχίσουν να πέφτουν.
Η ψυχή μου, δεν είναι παρά
ένα σπήλαιο σιωπής, που απο πάνω του κρέμονται
αμέτρητοι
φωτεινοί σταλαχτίτες. Πόσοι αιώνες χρειαστήκαν
για να γίνουν δεν ξέρω – είναι τα ποιήματα
που έχω να γράψω.
Ξέρω πως όσα
είναι τα κύματα κι όσα τα αστέρια
είναι τα ποιήματα που έχω να γράψω.

 
2.Ολονυχτία
 
Δε με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάϊ σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυό φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.

 
3.Η αναμονή και το όνειρο
 
Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.

Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
ουρανού στο κεφάλι σου.

 
4.Ο πράσινος κήπος
 
Έχω τρείς κόσμους. Μιά θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρείς, να σας
έλεγα
που φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ο ουρανός υποψιάζομαι.Για τον πράσινο κήπο μου,
μη με ρωτήσετε.

 
5.Μάλωμα
 
Κοίταξέ με στα μάτια. Τί έκανες;
Ανεβαίνοντας πάνω στο λόφο που βλέπει
πέρα απ΄ τον άνεμο, άργησες.
Κλαίς;
Γιατί δε μιλάς;

Τι σούλεγε ο ήλιος;
 
6.Και φέυγοντας έρχεσαι
 
Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δε μπορούνε
να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ΄ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.

 
7.Χορικό
 
Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει.
Υπάρχουνε βάθη που δεν τ΄ ανιχνεύει
ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.
Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε.
Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες
να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνεν όλα
τα δέντρα του κόσμου.

 
Σημείωμα του συνθέτη

Ακούστε τα τραγούδια στην ιστοσελίδα του Γιώργου Καγιαλίκου, ΕΔΩ.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Φώτης Αγγουλές – Μια θλίψη


Σε λίγο ξημερώνει.
Κάθομαι στης αγάπης μου τον ίσκιο και σας τραγουδώ·
πέστε το μέθη, πέστε το χαρά, πέστε το αηδόνι
που με σκλαβώνει και γι’ αυτό θ’ αφήσω
την καρδιά μου εδώ.

Όμως, θα πάρω φεύγοντας μια θλίψη από τη γη.
Θλίψη διπλή, που θα πονεί διπλά και θα ματώνει
για κείνους που πεθάνανε μέσα στην έρημο άγνωστοι
κι αυτούς π’ αγάπησαν πολύ τον άνθρωπο και ζούνε μόνοι.

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ




Ένα ποίημα, ένα μπλοκ, κομμάτια δυο από μια λόγχη, στην καρδιά, ένας αντάρτης νεκρός. Μια μεραρχία νεκρή.
«Νεκρή Μεραρχία» ονόμασαν τη 3η Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού που έδρασε στην Πελοπόννησο, στάθηκε πιο ηρωική και συνάμα η πιο τραγική από όλες τις άλλες γιατί όλοι οι μαχητές της γνώριζαν ότι εάν δεν κατάφερναν να κρατήσουν τον Μοριά , αυτό θα σήμαινε τον θάνατό τους . Κι αυτό συνέβη.
Το 1949 έρχεται το τέλος της. Οι νικητές όμως δεν αρκούνται στη νίκη. Θέλουν να διαπομπεύσουν, να διασύρουν, να ευτελίσουν όσο γίνεται τον αντίπαλο. Γυρνούν με τα κομμένα κεφάλια σε πόλεις και χωριά και τα επιδεικνύουν περήφανα. Σκυλεύουν το σώμα αλλά και το πνεύμα.
Ανασκαλεύουν τα προσωπικά αντικείμενα των νεκρών κι ανακαλύπτουν στίχους! Θεωρούν αδιανόητο ένας «κατσαπλιάς» να έχει ευαισθησίες. Τα ποιήματα γίνονται αντικείμενο χλευασμού. Ο δημοσιογράφου της ΒραδυνήςΒενιζέλος Ζερβέας μέσα από άγνωστη διαδικασία γίνεται κάτοχος κάποιων εγγράφων. Σε δυο συνέχειες, 20 και 31 Μαΐου 1949, παρουσιάζει τα «ευρήματά» του κάτω από τον τίτλο «Αλληλογραφία και… ερωτικά ποιήματα των συμμοριτών»:
« Κρατώ στα χέρια μου όχι μόνο «έγγραφα» των συμμοριτών της Πελοποννήσου, τα οποία απέκτησα κατά την εν Τριπόλει διαμονήν μου αλλά και συμμοριτικά τετράδια ως και μπλοκ εις τα οποία αναγράφονται πως είχον συγκροτηθή διάφοροι συμμοριτικαί διμοιρίαι και ποίοι κατσαπλιάδες μετείχον εις αυτάς. Ένα μεγάλο μπλοκ φέρει καταφανή ίχνη λογχισμού, με τον οποίον, φαίνεται εξοντώθη εις πάλην σώματος προς σώμα με στρατιώτην ή με χωροφύλακα ο κατέχων αυτό συμμορίτης.»
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΙ
Ο Βενιζέλος Ζερβέας αναπαράγει πολλά έγγραφα και αναφορές του ΔΣ και του ΚΚΕ καθώς και γράμματα ανταρτών. Περιοριζόμαστε σε αυτά που αποκαλύπτουν κάποιες άγνωστες πλευρές του αντάρτικου αγώνα.
Σ ‘ένα τετράδιο, μάλλον ημερολόγιο,  άγνωστου αντάρτη , ανάμεσα σε σημειώσεις για μάχες βρίσκει το παρακάτω σχεδίασμα ποιήματος και το αντιγράφει – ακολουθούμε την ορθογραφία του δημοσιεύματος :
Μια στη ζωή για καθένα χτυπάει καμπάνα
Μια φορά στη ζωή αποχτάει κανένας τη μάννα
Μια φορά στη ζωή η πνοή του ανθρώπου τελειώνει-σβύνει
Μια φορά μονάχα της αγάπης το φαρμάκι πίνει
Την πρωτόειδα εκεί στης Καρίτσας τα βράχια, τα ελάτια
κι η καρδιά μου ευθύς χίλια γίνηκε κομμάτια.
Στο μυαλό μου περνά και φουντώνει η σκέψι κι απλώνει
Πως κρατά γερά ευτυχίας κι αγάπης τιμόνι
Μα του κάκου όλ’ αυτά, δεν αργούν μου ξεφεύγουν και πάνε
Πάνε πάνε ψηλά και μαζί  της αντάμα πετάνε
Κι εγώ μένω ξανά μ’ ένα πόνο βαρύ στο κεφάλι
Γιατί δίχως χαρά θα περάσω τη θύελλα πάλι.
5-5-1949
Άξια σημασίας είναι οι σημειώσεις που προηγούνται και έπονται του παραπάνω ποιήματος.
Πριν: «Το βράδυ της 29-3-49 φάγαμε τις ριπές στου Φλώρου το μαντρί στο Πόρο».
Μετά:  «Στις 5-4-49 σκότωσαν τον Αντζακλήν».


ΔΣΠ_ΑΤΖΑΚΛΗΣ


Ο Γιώργος Ατζακλής ήτανε Διοικητής του Αρχηγείου Πάρνωνα του ΔΣΕ. Σκοτώθηκε στις 5 Απριλίου του 1949 στη θέση Τσίλια του Βρονταμά Λακωνίας.  Το πτώμα του εκτέθηκε σε δημόσια θέα μαζί με κομένα κεφάλια ανταρτών κι οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στον τύπο της εποχής.
Στις παραπάνω σημειώσεις κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ο ανώνυμος αντάρτης  καταγράφει το θάνατο του Γιώργου Ατζακλή σχεδόν ένα μήνα αργότερα. Άραγε άργησε τόσο πολύ να τον μάθει;

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

«…δεν είναι τίποτα να λείπεις. Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει...»


Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις,

να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις,

να 'ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,

οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι,
και συ να λείπεις,

Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις.

Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει
η κάμαρα να 'ναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο,
και συ να λείπεις.

Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται,
και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται,
και συ να κοιμάσαι κάτου απ' το χώμα,
και τα κουμπιά του σακακιού σου ν' αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ' το χώμα,
κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει

όταν η καρδιά σου,
που τόσο αγάπησε τον κόσμο,
θα 'χει λιώσει.

Να λείπεις ― δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ήταν 28 Ιούλη του 1980 όταν η νεαρή αγωνίστρια, φοιτήτρια, μέλος της ΚΝΕ, Σωτηρία Βασιλακοπούλου (φωτογραφία) δολοφονούταν με φριχτό τρόπο έξω από την πύλη του εργοστασίου της ΕΤΜΑ, επειδή μοίραζε προκηρύξεις στους εργάτες. Η Σωτηρία πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί ν' αλλάξει, ότι οι εργάτες μπορούν να γκρεμίσουν το σύστημα της καταπίεσης και εκμετάλλευσης και πάλευε για αυτό. Η θυσία της δεν πήγε χαμένη. Ο καλύτερος φόρος τιμής στο πρόσωπό της είναι η συνέχιση του αγώνα.

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Αλέχο Καρπεντιέρ - «Ο καθαγιασμός της άνοιξης»


Ο Αλέχο Καρπεντιέρ (1904 - 1980) θεωρείται ο σημαντικότερος πεζογράφος της Κούβας του 20ού αιώνα. Είναι παγκόσμια γνωστός και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες. Οι συνεχείς επανεκδόσεις του συνόλου του έργου του, αποδεικνύουν ότι είναι κλασικός συγγραφέας. Ο στοχασμός του ξεπερνάει τα σύνορα της Κούβας και έχει αποκτήσει πανανθρώπινη διάσταση.
Ο Αλέχο Καρπεντιέρ με την τέχνη του υπηρέτησε την Κουβανέζικη Επανάσταση, συνέβαλε στην απόκτηση νοτιοαμερικάνικης πολιτιστικής συνείδησης, πάλεψε για την ενότητα των λαών της Νότιας Αμερικής. Παρέμεινε μαρξιστής - κομμουνιστής μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1979 έγραψε το τελευταίο του έργο ο «Καθαγιασμός της Ανοιξης». Μέσα από την ιστορία των ηρώων, ενός Κουβανέζου και μιας Ρωσίδας, περνάει όλη η ιστορία της προεπαναστατικής Κούβας, καθώς και η ιστορία της Ευρώπης του 20ού αιώνα. Το έργο τελειώνει με το θρίαμβο της Κουβανέζικης Επανάστασης. Η «Ανοιξη» είναι η επανάσταση που άλλαξε όχι μόνο τις συνειδήσεις των ηρώων, αλλά και ολόκληρου του κουβανέζικου λαού.
Τα αποσπάσματα είναι από το τελευταίο κεφάλαιο του έργου.
Περιγράφει την αποτυχημένη επέμβαση των Αμερικανών το 1961 στον Κόλπο των Χοίρων, προκειμένου ν' ανατρέψουν την Επανάσταση. Ο συγγραφέας περιγράφει το αγωνιστικό φρόνημα του λαού, το οποίο σήμερα είναι ανάλογο με το φρόνημα εκείνης της εποχής.

«Ο καθαγιασμός της άνοιξης»


Παπαγεωργίου Βασίλης
Επειδή γνωρίζω λίγο αυτόν το δρόμο, υπολογίζω ότι γύρω στις 10 το βράδυ θα φτάσουμε στο Jagiley Grande, όπου εκδόθηκε η πρώτη πολεμική ανακοίνωση της επαναστατικής κυβέρνησης...
«Δυνάμεις απόβασης σε στεριά και σε θάλασσα, χτυπούν πολλά μέρη του εδάφους στο νότιο της επαρχίας de Las Villas, υποστηριζόμενες από αεροπλάνα και πολεμικά πλοία».
Περιτριγυρισμένος από άνδρες της πολιτοφυλακής μου, εδώ και ώρες ταξιδεύω σ' αυτό το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, που πρέπει να μαζεύεται στη μια πλευρά του δρόμου για να αφήσει ελεύθερο το βήμα σε καμιόνια, που με κορναρίσματα μας ζητούν το δρόμο, γεμάτα από νέους αγωνιστές, που τραγουδώντας τραγούδια και ύμνους μας πλησιάζουν και μας αφήνουν πίσω. Μόλις μας πλησιάσουν και δουν πως πάμε για τον ίδιο σκοπό μ' αυτούς, μας χαιρετούν με αστεία, ενθαρρυντικές κραυγές και το σύνθημα «θάνατος στον εχθρό». Εναν εχθρό που έχει γελοιοποιηθεί εδώ και τρεις γενιές.
Τραγουδώντας μέσα στο σκοτάδι φτάνουμε στο πρώτο σπιτάκι που είναι περιτριγυρισμένο με σύρμα. Ολο είναι αφορμή για γέλια: Ο σοφέρ που άσχημα απέφυγε μια λακκούβα, ο άνθρωπος που έρχεται να μας συναντήσει επάνω σε ένα σκελετωμένο άλογο (ζήτω το ένδοξο ιππικό!). Ενα ζευγάρι αγκαλιασμένο κάτω από ένα δέντρο (αφήστε κάτι για μετά!.. Μην τη φας!..).
Δεν ξέρω πώς χωράμε σ' αυτό το αυτοκίνητο που έχει μεταμορφωθεί σε στρατιωτικό. Οι νεαροί που με συνοδεύουν πάνε να πολεμήσουν, όπως θα πήγαιναν σε μια γιορτή ή καλύτερα σ' έναν αθλητικό αγώνα, όπου είναι σίγουρο πως θα νικήσουν. Και τι διαφορά ανάμεσα σ' αυτούς και τους στρατιώτες της δικτατορίας, που όπως είναι γνωστό πήγαιναν μέχρι τη Sierra Maestra με έναν φοβερό φόβο, γαντζωμένοι στο γρανάζι της στρατιωτικής δουλείας από την οποία ήταν αδύνατο να ξεφύγουν.
Δεν μπορούν ν' αγνοούν αυτά τα παιδιά πως ο πόλεμος δεν είναι κάτι αστείο. Ομως το φρόνημά τους είναι το ίδιο που παρατηρώ σ' αυτούς όταν δουλεύουν, συγκεντρώνονται, διαφωνούν, στα εργοστάσια, στα συνεργεία, στα γραφεία, στα σχολεία. Θέλουν να πάνε μπροστά, να νικήσουν τη δυσκολία, με την προσωπική προσπάθεια, την επιμονή, τη θέληση. Κάτι καινούριο για έναν κρεολό, που για πολλά χρόνια είχε συνηθίσει να πετυχαίνει προνόμια και ευεργετήματα μέσω της πονηριάς και της απάτης. Εγώ ποτέ δεν περίμενα τέτοια μεταβολή στους συμπατριώτες μου. Δεν έχασαν, όμως, το χιούμορ τους, την προσήλωσή τους στο χορό, την τάση τους να δημιουργούν μουσική με όλα. Γι' αυτό χαιρόμουνα αυτή τη νύχτα να βλέπω τον κόσμο μας τόσο χαρούμενο, εγώ που καλύτερα από τον καθένα (σαν πολεμιστής άλλου πολέμου) γνώριζα αυτό που μας περίμενε στο τέλος του δρόμου....
Τελικά μπήκαμε, σε ένα χωριό πλούσιο και δραστήριο, από παλιά κέντρο τραπεζικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Υπάρχει μεγάλη κίνηση στους δρόμους. Τα φώτα είναι όλα αναμμένα. Ενα μικρό καφενείο είναι γεμάτο από πολιτοφύλακες - μου φαίνεται πως μερικοί δεν πρέπει να είναι μεγαλύτεροι από 14 ή 15 ετών. Φαίνεται ότι εδώ, μόλις έγινε γνωστή η απόβαση του εχθρού, όλος ο κόσμος έπεσε πάνω στο οπλοστάσιο ζητώντας όπλα. Ολος ο κόσμος φαίνεται πως έχει κινητοποιηθεί. Στις γωνίες, στο πάρκο... Μερικοί που επέστρεψαν από τον τόπο της μάχης αφηγούνται τις πρώτες τους εντυπώσεις. Λένε πως εκεί (και δείχνουν μέχρι το νότο) οι δυνάμεις εισβολής έφτασαν με πολλά πλοία. Διαθέτουν ελαφρά τανκ, έχουν όπλα κάθε είδους και υποστηρίζονται από αεροπλάνα (εγώ βλέπω τα όπλα που φέρνουμε: όλμους, μπαζούκας, τρία πυροβολικά. Είναι λίγα για να αντιμετωπίσουμε αυτό που έρχεται εναντίον μας).
Περασμένα μεσάνυχτα μεταφέραμε τον οπλισμό μας σε ένα μεγάλο καμιόνι, όπου στοιβαγμένοι με άλλους πολιτοφύλακες, έχοντας όλα τα φώτα σβησμένα, αρχίσαμε να κυλάμε προς την έδρα της διοίκησης των δυνάμεων του μετώπου της Playa Larga. Εδώ, το νιώθαμε, είμαστε στον προθάλαμο της ζώνης των επιχειρήσεων. Υπήρχε μόνο ένα κτίριο φωτισμένο, το κτίριο της διοίκησης. Ξαφνικά είδα να φτάνει, σαν να έβγαινε από τη σκιά, ο κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος επέστρεφε από τη γραμμή της μάχης ακολουθούμενος από πολλούς αξιωματούχους.
Στο νου μου ήρθανε τα λόγια που είπε στην κηδεία των θυμάτων του βομβαρδισμού της 16ης του Ιούλη. «Εμείς, με την επανάστασή μας, όχι μόνο έχουμε ξεριζώσει την εκμετάλλευση του έθνους από άλλο έθνος, αλλά επίσης την εκμετάλλευση κάποιων ανθρώπων από άλλους ανθρώπους! Εμείς έχουμε καταδικάσει την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο και επίσης θα ξεριζώσουμε στην πατρίδα μας την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο... Σύντροφοι, εργάτες και αγρότες! Αυτή είναι η σοσιαλιστική και δημοκρατική επανάσταση των ταπεινών, με τους ταπεινούς και για τους ταπεινούς. Και γι' αυτή την επανάσταση των ταπεινών, με τους ταπεινούς και για τους ταπεινούς, είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε τη ζωή μας (...)».
Συνέρχομαι όταν νιώθω ότι με φέρνουν σε ένα καμιόνι, στου οποίου το πάτωμα με ξαπλώνουν ανάμεσα σε άλλους τραυματίες. Ο πόνος φτάνει μέχρι στο στήθος μου. Πρέπει να έχω χάσει πολύ αίμα. Το πόδι μου δεν μπορώ να το κουνήσω. Στο νοσοκομείο με περιμένει ο Caspar.... «Caspar λέω, Caspar», χωρίς να μπορώ να πω τίποτα περισσότερο. Και με το ελεύθερο χέρι μου, του δείχνω το πόδι που δε φαίνεται, που πια δε νιώθω. «Οχι, άνθρωπε, όχι. Μη το φαντάζεσαι αυτό - λέει ο Caspar γελώντας, πολλά απλά σπασίματα.... Τώρα θα σου δώσουν ένα ηρεμιστικό για να κοιμηθείς».
Και ξημερώνει... Η μέρα με βρίσκει σε κατάσταση καλύτερη. «Και ο πόλεμος;», «ο πόλεμος;» - ρωτάω πολλές φορές τις νοσοκόμες. Και εκείνες μου απαντούν: «φαίνεται πως τον έχουμε κερδίσει» (...) Το βράδυ ο Caspar ήρθε να με δει φέρνοντας ένα μικρό ραδιόφωνο.
«Ακου» μου λέει. «Δυνάμεις του επαναστατικού στρατού και των εθνικών επαναστατικών πολιτοφυλακών κατέλαβαν με επίθεση τις τελευταίες θέσεις, που οι μισθοφορικές δυνάμεις εισβολής είχαν καταλάβει στο εθνικό έδαφος. Η Playa Giron, που ήταν το τελευταίο σημείο των μισθοφόρων έπεσε στις 5.30 το απόγευμα. (...) Η επανάσταση νίκησε, αν και πλήρωσε ένα βαρύ τίμημα ανθρώπινων ζωών, αγωνιστών που αντιμετώπισαν τους εισβολείς ασταμάτητα, χωρίς μια στιγμή ανακωχής, καταστρέφοντας έτσι, σε λιγότερο από 75 ώρες, τον στρατό που οργάνωσε κατά τη διάρκεια πολλών μηνών, η ιμπεριαλιστική κυβέρνηση των ΗΠΑ. (...) Ο εχθρός έχει υποστεί συντριπτική ήττα».
«Τον κερδίσαμε», λέει ο Gaspar χαμογελώντας. Ηδη όμως, έφτασαν οι τραυματιοφορείς. Με οδηγούν στο διάδρομο της εξόδου. Στο δρόμο πανηγυρίζουν μαζί μαθητές, αγρότες και πολιτοφύλακες. Πρέπει να φέρνουν τους πρώτους αιχμαλώτους. «Ολοι τους θα παριστάνουν τους αγγέλους») λέει ο Gaspar γελώντας. Ομως, αν είχαν νικήσει αυτοί... Αχ μάνα μου, αν είχαν νικήσει αυτοί... Αυτοί δεν ξέρουν να συγχωρούν. (...)

Αλέχο Καρμπεντιέρ
(Μετάφραση: Κική Αεξοπούλου)
Ριζοσπάστης, 27 Φλεβάρη 2005

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Η σχέση της Οχτωβριανής Επανάστασης με τη λογοτεχνία


"Την παραμονή της Οχτωβριανής Επανάστασης"
πίνακας του D. Nalbandyan

«Είναι βέβαιο. Με τη μεγάλη επανάσταση αρχίζει μια μεγάλη εποχή για τις τέχνες. Πόσο μεγάλες θα γίνουν αυτές;»
Μπέρτολντ Μπρεχτ

Η Οχτωβριανή Επανάσταση εγκαινίασε ένα νέο τύπο σχέσεων ανάμεσα στις τέχνες και τον καλλιτέχνη, από τη μια, και τον εργαζόμενο λαό, από την άλλη. Αυτός ο νέος τύπος σχέσεων κινήθηκε σε πολλά πεδία: στο πεδίο της διαμόρφωσης νέας θεματολογίας, νέου περιεχομένου, πολλές φορές και νέων μορφών στο έργο τέχνης. Στο πεδίο της παραγωγής και της διάδοσης του πολιτιστικού προϊόντος και της συμμετοχής του κοινού στην απόλαυσή του. Τέλος, στο πεδίο της ανάπτυξης νέων μορφών τέχνης (κυρίως του κινηματογράφου) που τέθηκαν, όπως και όλες οι παλιότερες, στην υπηρεσία της διαμόρφωσης του νέου τύπου ανθρώπου που θα οικοδομεί το σοσιαλισμό.

Η λογοτεχνία δεν υστέρησε, σε σχέση με τις άλλες τέχνες, ως προς τις επιδράσεις που δέχτηκε από την επανάσταση του Οχτώβρη, αλλά και ως προς τα αριστουργήματα που γέννησε, εμπνευσμένα από το νέο κόσμο που χάραζε, εντός και εκτός της επαναστατημένης Ρωσίας.

Το νεαρό εργατικό κράτος στη Σοβιετική Ενωση έχει να αντιμετωπίσει, και όσον αφορά τον πολιτισμό, προβλήματα πολύ πραγματικά και πολύ υλικά. Πρέπει να καταπολεμηθεί ο διάχυτος αναλφαβητισμός, η γενικευμένη θρησκοληψία, η απόλυτη απαξίωση των - πλην της ρωσικής - γλωσσών που μιλιούνταν στην αχανή χώρα. Είναι «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση, όχι μόνο για να γραφτούν μεγάλα έργα τέχνης, αλλά και για να γίνουν κτήμα του σοβιετικού λαού. Παράλληλα με τις τιτάνιες αυτές προσπάθειες, γράφονται έργα υψηλής αισθητικής που προπαγανδίζουν τις προλεταριακές αξίες. Στις γραμμές των σοβιετικών διανοούμενων αναπτύσσεται πλούσια και γόνιμη συζήτηση - που, συχνά, εξελίσσεται σε διαπάλη με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά - σε σχέση με τις αισθητικές μορφές από τις οποίες μπορούν να εκφραστούν καλύτερα οι προλεταριακές αξίες. Αναπτύσσεται το ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με κύριο εκπρόσωπο, στη λογοτεχνία, το Μαξίμ Γκόρκι. Το ρεύμα αυτό στηρίζεται και στην πλουσιότατη παράδοση της ρώσικης λογοτεχνίας, λαϊκής και λόγιας: στους θρύλους, στα παραμύθια, στα τραγούδια της αγροτικής Ρωσίας, αλλά επίσης και στις λογοτεχνικές επιτεύξεις της ρώσικης γλώσσας, έτσι όπως πραγματώθηκαν μέσα από την ποίηση του Πούσκιν, ή μέσα από το ρώσικο μυθιστόρημα. Ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι και ο κύκλος του περιοδικού «ΛΕΦ» καταθέτουν τη δική τους αισθητική πρόταση: ρήξη με τις παλιές αισθητικές φόρμες, ώστε το καινούριο, η προλεταριακή επανάσταση, να εκφραστεί αποκλειστικά και μόνο από καινούριες μορφές.

Η σοβιετική λογοτεχνία δίνει προτεραιότητα στο περιεχόμενο που, με τη σειρά του, επαναδιαμορφώνει τη φόρμα. Στην πορεία προς την ωρίμανσή της, παραμερίζονται οι ιδιαίτερα ρηξικέλευθες φόρμες και κυριαρχεί ο ρεαλισμός και ο λυρισμός. Η θεματολογία αντλείται κυρίως από τον «άνθρωπο νέου τύπου», από την προσπάθεια της εργατικής τάξης να σπάσει τα δεσμά των ταξικών κοινωνιών και να οικοδομήσει το σοσιαλισμό. Η επική αυτή προσπάθεια αποτυπώνεται άρτια, για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα - ποταμός του Μιχαήλ Σολόχοφ «Ο ήρεμος Ντον», όπου ο μέγιστος σοβιετικός συγγραφέας περιγράφει με εξαιρετικά ψύχραιμη ματιά το πέρασμα μιας κοινότητας κοζάκων του Ντον, με τις ιδιαιτερότητες και τις παλινωδίες που χαρακτηρίζουν μια κλειστή κοινωνία, από ένα ημιφεουδαρχικό καθεστώς πατριάς στο σοσιαλισμό. Από μια άλλη πλευρά, το έντονα φιλειρηνικό περιεχόμενο των έργων που γράφονται αμέσως μετά την επανάσταση και κατά το μεσοπόλεμο, θα εμπλουτιστεί, κατά το Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, με το πνεύμα της υπεράσπισης της σοσιαλιστικής πατρίδας και των θυσιών που αυτό συνεπαγόταν.

Στις λοιπές, πλην Ρωσίας, Δημοκρατίες της Ενωσης (κυρίως στις ασιατικές) για πρώτη φορά στην ιστορία αυτών των λαών, η γλώσσα τους καθίσταται γραπτή, γίνεται αντικείμενο λογοτεχνικής επεξεργασίας και δίνει λαμπρά έργα: ανεξάρτητα από την πολιτική κατάληξη του συγκεκριμένου συγγραφέα, δεν μπορεί να μην αναφερθεί κανείς στο έργο του Κιργίζιου Τενγκίζ Αϊτμάτοφ που, με έργα όπως η «Τζαμίλια» («Η ωραιότερη ερωτική ιστορία του κόσμου», σύμφωνα με το Λουί Αραγκόν), «Το χωράφι της μάνας», «Ο πρώτος δάσκαλος», καταγράφει την αγωνία και την προσπάθεια ενός ολόκληρου κόσμου, ιδιαίτερα των γυναικών του, να δηλώσει την παρουσία του στην ιστορία.

Σημαντικότατη είναι η επίδραση της Οχτωβριανής Επανάστασης στα Γράμματα και στις Τέχνες των χωρών του υπόλοιπου κόσμου. Η ίδρυση του πρώτου εργατικού κράτους στην ιστορία, απελευθερώνει μια ολόκληρη γενιά διανοούμενων από τις ψευδαισθήσεις τους, τις μεταφυσικές αγωνίες τους, τα αδιέξοδά τους και τους κάνει να στρέψουν το βλέμμα στο κοινωνικό τοπίο του καιρού και του τόπου τους: να αναδείξουν τις υλικές αιτίες των δεινών της ανθρωπότητας και να διακηρύξουν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Από τους δικούς μας, τον Κώστα Βάρναλη και, αργότερα, το Γιάννη Ρίτσο (για να αναφερθούμε σε δύο μόνο από τα πολλά και σημαντικά ονόματα Ελλήνων κομμουνιστών λογοτεχνών), στο «γείτονα» Ναζίμ Χικμέτ: περνώντας στον Πολ Ελιάρ και το Λουί Αραγκόν, κορυφαία ονόματα της γαλλικής διανόησης που ξεκινούν από το σουρεαλισμό για να γίνουν κομμουνιστές και να υμνήσουν τους αγώνες των λαών: ας καταλήξουμε, έχοντας πλήρη επίγνωση των ονομάτων που ο χώρος δε μας επιτρέπει να αναφέρουμε, στην άκρη του κόσμου, στη Χιλή, όπου ο Πάμπλο Νερούδα μιλά για τη λατινόφωνη Αμερική, ρημαγμένη από τις ντόπιες αστικές τάξεις και το βόρειο γείτονα, με μόνη ελπίδα, για να ξεφύγει από αιώνες μοναξιάς, το σοσιαλισμό.

Δε φιλοδοξούμε να εξαντλήσουμε εδώ το θέμα της πολύπλευρης σχέσης της Οχτωβριανής Επανάστασης με τη λογοτεχνία, σε σοβιετικό και παγκόσμιο επίπεδο. Εξάλλου, ζητήματα όπως η ιδεολογική, πολιτική και αισθητική διαπάλη που αναπτύχθηκε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της σοβιετικής λογοτεχνίας, χρήζουν ιδιαίτερης εμβάθυνσης και συζήτησης. Ωστόσο, ας κρατήσουμε, ως μνήμη ακριβή για ολόκληρη την ανθρωπότητα, ως παράδειγμα και απόδειξη της σχέσης που η σοβιετική εξουσία οικοδόμησε ανάμεσα στο λογοτέχνημα και στο λαό, την όμορφη εικόνα των λουλουδιών, με τα οποία οι σοβιετικοί πολίτες στόλιζαν τα αγάλματα των ποιητών τους. Κι ακόμα, τούτη τη θέση του μεγάλου μαρξιστή φιλολόγου Τζορτς Τόμσον (κι ας ξεφεύγει από τα στενά όρια της λογοτεχνίας, αφού αφορά κυρίως το θέατρο): την οργανική ενότητα ανάμεσα στην κοινότητα και το δράμα (ας βάλουμε στη θέση του δράματος κάθε καλλιτεχνικό έργο), την «τέλεια αρμονία ανάμεσα στην ποίηση και τη ζωή», βασικό συστατικό στοιχείο της αρχαίου ελληνικού θεάτρου, τη βίωσε και την κατανόησε μόνο όταν παρακολούθησε, στη Μόσχα, μαζί με ένα «ξύπνιο και δύσκολο στην κριτική του ακροατήριο εργαζομένων» και μέσα σε ατμόσφαιρα γιορτής, την παράσταση μιας νέας όπερας, που μιλούσε για τη χειραφέτηση της γυναίκας, ως αποτέλεσμα της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο!

Δώρα Μόσχου
Ριζοσπάστης, 27-28 Οχτώβρη 2007

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Με διεθνές λογοτεχνικό βραβείο τιμήθηκε ο Αλέξης Πάρνης


Με το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο «Yugra» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τιμήθηκε ο 90χρονος Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Αλέξης Πάρνης, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Το βραβείο απονεμήθηκε από τον πρόεδρο της Τράπεζας του Χάντι Μάνσισκ και μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της Ρωσίας, ποιητή και κάτοχο πολλών διεθνών λογοτεχνικών βραβείων, Δημήτρη Μιζγκούλιν.
 

Ο Αλέξης Πάρνης - ψευδώνυμο του Σωτήριου Λεωνιδάκη - γεννήθηκε στον Πειραιά στις 24 Μαΐου του 1924. Αποφοίτησε από το Α΄ Γυμνάσιο Πειραιώς (Ιωνίδειος Σχολή) το 1942, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό ναζιστική κατοχή. Πριν ακόμα οργανωθεί στην ΕΑΜική Αντίσταση, κρύβει και σώζει μαζί με τον πατέρα του μια εβραϊκή οικογένεια. Για την πράξη τους αυτή το Ίδρυμα Γιαν Βάνσεν τίμησε και τους δύο μεταγενέστερα, με τον τίτλο «Δίκαιος των Εθνών».

Οργανώθηκε από μικρός στην Εθνική Αντίσταση, πήρε μέρος στην τελευταία μάχη κατά των Γερμανών στην Αθήνα και τραυματίστηκε στα Δεκεμβριανά. Έμαθε για το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο νοσοκομείο της Κορυτσάς όπου νοσηλευόταν. Τον Μάιο του 1945 μεταφέρθηκε στο Ρουμπίκ της Αλβανίας. Εκεί ξεκίνησε και η καριέρα του ως θεατρικός συγγραφέας με το μονόπρακτο «Τελευταία νύχτα», έργο που αναφέρεται στα Δεκεμβριανά και παίχτηκε από τον θίασο των ανταρτών.

Στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην τοπική εφημερίδα των Ελλήνων και το 1951 ξεκίνησε τις σπουδές του στο Λογοτεχνικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας «Μαξίμ Γκόρκυ». Κατά την περίοδο παραμονής του στην Μόσχα,  συνδέθηκε φιλικά με προσωπικότητες των γραμμάτων όπως ο Μπορίς Πάστερνακ και ο Ναζίμ Χικμέτ. Εκεί έγραψε και το επικό ποίημα «Μπελογιάννης»,  το οποίο του έδωσε το πρώτο παγκόσμιο βραβείο ποίησης στο Φεστιβάλ της Βαρσοβίας του 1955.

Το 1960 το θεατρικό του έργο «Το νησί της Αφροδίτης» γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε 180 θέατρα της Σοβιετικής Ένωσης με πάνω από 22.000 παραστάσεις. Η επιτυχία αυτή του έδωσε την δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1963, και να ανεβάσει το έργο του στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με σκηνοθέτη τον Αλέξη Σολομό και πρωταγωνίστρια την Κυβέλη. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η γραφή του προσανατολίζεται προς το ψυχογραφικό μυθιστόρημα με στοιχεία από τον ρώσικο ρεαλισμό. Από τις εκδόσεις Εστία εκδόθηκαν τα έργα του «Ο διορθωτής» (1978), «Λεωφόρος Πάστερνακ» (1979), «Μια Πράγα στον καθένα» (1979), «Ο μαφιόζος» (1980) και «Ο κινηματίας» (1990). Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχει εκδοθεί, το 2009,  το μυθιστόρημά του «Η οδύσσεια των διδύμων».

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Ηλίας Ι. Προκοπίου - ΔΕΝ ΠΡΟΦΤΑΣΑ...


Έκλεισα τα μάτια
ελπίζοντας
να γυρίσω το χρόνο
πίσω,
μάταια,
αυτός συνέχιζε
να αλαργεύει,
όχι,
δεν ήθελα κάτι για μένα,
εγώ συνήθισα
και αντέχω
εδώ στην άβυσσο,
ένα μεγάλο υπόλοιπο αγάπης
ήθελα να δώσω,
γιατί δεν πρόφτασα!

Ηλίας Ι. Προκοπίου

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Ήθελε να τον θεωρούν ποιητή της Παλαιστίνης: Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008) - Δυο ποιήματα

[…]Ηθελε να τον θεωρούν ποιητή της Παλαιστίνης και όχι Παλαιστίνιο ποιητή, της Παλαιστίνης της καρδιάς του, την οποία έχασε παιδί έξι ετών, μαζί με την παιδική του ηλικία: «Οι πυροβολισμοί μέσα στην καλοκαιρινή νύχτα του 1948 στο ήσυχο χωριό Αλ Μπιρουά δεν ξεχώριζαν μεγάλους και μικρούς. Ημουν δεν ήμουν έξι χρονών. Ετρεξα προς τους λόφους με τις μελανές ελιές, περπατώντας και έρποντας. Μετά από μια νύχτα αίματος, τρόμου και δίψας, βρεθήκαμε σε μια χώρα που λεγόταν Λίβανος», θα πει αργότερα. Οταν θα γυρίσει με τους γονείς του πίσω, θα βρει στη θέση του χωριού του ένα εβραϊκό κιμπούτς και όλοι τους θα 'ναι «προσωρινά απόντες», Ισραηλινοί πολίτες που δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν την περιουσία τους. Ετσι εισέβαλαν η πολιτική κι η Ιστορία στη ζωή του, ρίζωσαν κι έγιναν λόγος από τα μικράτα του, όταν στο σχολείο μάθαινε την Τορά αντί για το Κοράνι και τους Εβραίους ποιητές αντί για τους Αραβες. Κι ας χρωστάει σ' αυτά ακριβώς τα εβραϊκά την επαφή του με όλους τους ποιητές που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να διαβάσει στα αραβικά, τον Μαγιακόφσκι και τον Χικμέτ, τον Ελιάρ και τον Αραγκόν, τον Λόρκα και τον Νερούδα.

Γύρω στα είκοσί του γράφει το διάσημο παλαιστινιακό ποίημα, την «Ταυτότητα», που ανοίγει με την προσταγή: «Γράψε. / Είμαι Αραβας.» Και κλείνει με την προειδοποίηση: «Φυλάξου. / Από την πείνα μου φυλάξου / κι απ' την οργή μου» [ολόκληρο το ποίημα στην έκδοση www. poiein. gr/archives /12990/index. html» \o «Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, (Μαχμούντ Νταρουίς, Ταουφίκ Ζαγιάντ, Σαχίμ αλ Κάσεμ), επιμέλεια μετάφρασης: Καμάλ Καττάν» Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, (Μαχμούντ Νταρουίς, Ταουφίκ Ζαγιάντ, Σαχίμ αλ Κάσεμ), επιμ. μετ. Καμάλ Καττάν, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας «Ελευσις», 2006].

Με αυτό το ποίημα αλλά και με όλη την πρώιμη ποιητική παραγωγή του, ο Νταρουίς τοποθετείται ως στρατευμένος ποιητής που διακηρύσσει ότι «δεν υπάρχει αισθητική / πέρα από την ελευθερία», όπως γράφει, έγκλειστος, στην «Κατάσταση πολιορκίας». Κι ας είναι η αισθητική όρος για την ουσιαστική απελευθέρωση του ανθρώπου, κι ας είναι η ποίηση αυτή που θα λύσει τελικά την πολιορκία: «Αυτή η πολιορκία θα κρατήσει / ώσπου να τους διδάξουμε να γράφουν / όμορφη ποίηση: την ποίησή μας».

Ο Νταρουίς προσχώρησε πολύ νέος στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Ισραήλ, διώχθηκε, φυλακίστηκε, ενεπλάκη στα πολιτικά πράγματα ενεργά ως στέλεχος της PLO και αρνήθηκε ανυποχώρητος τα αξιώματα, ξενιτεύτηκε, έγραψε για την κηδεία του πολύ πριν αρρωστήσει και ξαναέγραψε για τον θάνατό του μετά τη «νεκρανάστασή» του στο πρώτο καρδιακό του επεισόδιο. Εγραφε για τη ζωή και τον έρωτα, την πατρίδα και τον θάνατο, τα λουλούδια της αμυγδαλιάς που επιμένουν, αφοσιωμένος όλο και περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου στον ρυθμό και στη μελωδία του στίχου, στο σύμβολο που πρέπει να βαθαίνει, σαν τις ελιές και τα πορτοκάλια της γενέθλιας γης που συμβολίζουν ακόμα και τη νύχτα («Μολύβι όλη μέρα ο ουρανός / πύρινο τη νύχτα πορτοκάλι», μετ. Γιώργου  Μπλάνα), τον πανανθρώπινο μύθο που ενώνει πάνω από τον χώρο και τον χρόνο. Εφυγε από τη χώρα του για να έρθει, σαν τόσους άλλους ποιητές, ακόμα πιο κοντά της κι άνοιξε τους ορίζοντες της ποίησής του, και της σύγχρονης αραβικής ποίησης, στην ετερότητα του ήθους, του ύφους και του μέτρου, έχοντας πάντα επίγνωση της κοινής ανθρώπινης μοίρας κάτω από το αφόρητο βάρος της Ιστορίας - παρότι «λίγο απ' το απόλυτο το μπλε το ατέλειωτο αρκεί / για να ελαφρύνει το φορτίο τούτων των καιρών» (μετ. Αγγελικής Σιγούρου).

Υπήρξε ένας ποιητής λαϊκός, έντονα προφορικός, που απάγγελλε σε κάθε ευκαιρία τα ποιήματά του -σύμφωνα με τη ζώσα αραβική παράδοση- μπροστά σε χιλιάδες κόσμο. Ενας ποιητής που δεν ξεχώριζε τη ζωή και τον έρωτα από την πολιτική, που έψαλλε στην Παλαιστίνη ύμνους ερωτικούς και τραγουδούσε τη γυναίκα ως μητέρα-φύση, ως ομορφιά και συνέχεια, όντας βαθύτατα λυρικός ακόμα και στις πλέον επικές στιγμές του.[…]

Ταυτότητα

Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Αριθμός ταυτότητος: 50.000
Τα παιδιά μου είναι οχτώ
Το ένατο θα ΄ρθει μετά από το καλοκαίρι.
Θυμώνεις;

……………….
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Δουλεύω με τ΄ αδέλφια μου του μόχθου σ’ ένα νταμάρι
τα παιδιά μου είναι οκτώ
τραβάω από την πέτρα
τα ρούχα, το ψωμιί και τα βιβλία τους, αλλά
στην πόρτα σου δε ζητιανεύω
Θυμώνεις;

………………
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Όνομα δίχως τίτλο υπομονετικός
σ’ ένα τόπο που βράζει,
οι ρίζες μου
αγκυροβόλησαν
πριν απ΄ τη γέννηση του χρόνου
πριν απ΄των αιώνων το ξετύλιγμα
πριν από τις ελιές κι από τα κυπαρίσσια
και πριν φυτρώσει το χορτάρι.
Ο πατέρας μου
απ΄τη φαμίλια είναι τ’ αλετριού
ο παππούς μου
αγρότης δίχως αξίωμα,
το σπίτι μου καλύβα από καλάμια.
Όνομα είμαι δίχως τίτλο.

………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Το χρώμα των μαλλιών μου είναι μαύρο
το χρώμα των ματιών μου καστανό.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μου:
«κουφίε» πάνω στο κεφάλι μου,
Σκληρή να ‘ναι σαν πέτρα η παλάμη μου
που γρατζουνάει όποιον την αγγίζει,
ό,τι αγαπάω για φαί
είναι το θυμάρι και το λάδι.
Η διεύθυνσή μου:
χωριό απόμακρο και ξεχασμένο
δίχως ονόματα οι δρόμοι του
κι όλοι οι άντρες του
στο νταμάρι και στο χωράφι.
Θυμώνεις;

…………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Λήστεψες τ’ αμπέλια των προγόνων μου
και τα χωράφια που τα δούλευα με όλα τα παιδιά μου.
Δεν άφησες στους απογόνους μου
παρά αυτές τις πέτρες.
Μήπως θα τις πάρει η Κυβέρνησή σας
όπως λένε;
Λοιπόν,
Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:
εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους
κανέναν δεν κλέβω
μα αν πεινάσω
τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.
Φυλάξου.
Από την πείνα μου φυλάξου
κι απ’ την οργή μου.


Σχόλιο στο τραγούδι

Σου πήρανε το ξύλινο άλογό σου,
σου πήρανε – ας είναι- τον ίσκιο του άστρου
παιδί μου, λουλούδι του ηφαιστείου
παλμέ του χεριού μου
στα μάτια σου θωρώ τη γέννηση του αύριο
κι ένα άλογο βουλιαγμένο
στη σάρκα του πατέρα μου.
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε σου ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη δωσ’ μου.
Σου πήρανε μια πόρτα…
για να σου δώσουνε ανέμους…
Σου άνοιξαν μια πληγή…
Για να σου δώσουν μιαν αυγή.
Σου γκρέμισαν ένα σπίτι
Για να χτίσεις πατρίδα.
Καλά….καλά…
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη σου ζητώ.

Μαχμούντ Νταρουίς


Κείμενο: Τιτίκα Δημητρούλια - Καθημερινή
Τα ποιήματα από το ποιείν

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Γ. ΡΙΤΣΟΣ – Μικρό δοξαστικό ελεγείο, στο Σωτήρη Πέτρουλα


 Είχες το κάλλος  και το φως, το δίκιο και τα νιάτα
κι ορθός τη στράτα τράβαγες κι ας σου ‘κραζαν «σταμάτα».
Σπαθάκι- λεϊμονόφυλλο στο χέρι σου όλο κι όλο,
μπρος στη δαγκάνα του σκορπιού και της οχιάς το δόλο.
Μα η λεβεντιά σου βρόνταγε ψηλά στα χρυσαλώνια
χίλια κανόνια κι άλλα δυο- της λευτεριάς κανόνια.
Κι αγάλλονταν οι κορασιές στα ρόδινα περγιάλια
και μες στις σκοτεινές μονιές λουφάζαν τα τσακάλια.
Αχ, πώς σε βρήκε το κακό με το καυτό μολύβι
και τ’ ανθισμένο θώρι σου μ’ ωχρόν αχνό μας κρύβει;
Για δες, καλέ μας, γύρω σου τι γήλιος και τι μύρα
και τι σημαίες και τι καρδιές- τη νίκησες τη μοίρα.
Γιατί όποιος πράττει το καλό κι όποιος γι αυτό πεθαίνει,
πίνει τ’ αθάνατο νερό και στο καλό απομένει.
Και με τα νιάτα η νιότη σου ζυμώνεται κι αντρειεύει,
σπαθί- δαφνόφυλλο από φως που καταλύει τα ερέβη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

(Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σ. Ε.)

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιάροσλαβ Σέιφρτ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ

Λευκό κουνάς μαντίλι από πέρα
σ' αυτόν που φεύγει, να τον χαιρετάει.
Ναι, κάτι τελειώνει κάθε μέρα·
τελειώνει πάντα κάτι ωραίο, πάει.

Το ταχυδρομικό το περιστέρι
γυρνά φτεροκοπώντας στη φωλιά του.
Ελπίδα ή απελπισία θα μας φέρει
καθέναν μας εκεί που 'ν' η χαρά του.

Τα δάκρυα σκούπισε και δες τη μέρα.
Κι αν κλαις, το μάτι σου ας χαμογελάει.
Ναι, κάτι αρχίζει ωραίο κάθε μέρα·
ωραίο πάντα κάτι ξεκινάει.


ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΑ

Μεταξύ δύο πόλων εκτείνεται ο κόσμος
όπως και το γαϊδουροτόμαρο.
Και η ζωή μεταξύ δύο πραγμάτων:
ανάμεσα ψωμί και τριαντάφυλλα.

Βοά ο κόσμος και τα τύμπανα επαναλαμβάνουν.
Για πράγματα μικρά, μεγάλος πόλεμος και μάχες.
Οι νικητές κι οι νικημένοι δρόμο αφήνουν-πιάνουν,
στα σπίτια τους γυρνούν από φαράγγια κι από ράχες.

Δυο ζάρια, δύο λόγια θαυμαστά στο σύνολό τους
της Ιστορίας παίζει η σάλπιγγα: ψωμί και ρόδα.
Γυρνάς, τ' ανάποδο για να χτυπήσεις τύμπανό τους,
και σείεις την κορνέτα που 'χες όπλο παρά πόδα.

Και στο γαϊδουροτόμαρο, του έρωτά μας που 'ναι
πολέμου τύμπανο, λιμοί και χάροι καρτερούνε.


ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Μπορώ ν' ακούω αυτό που οι άλλοι δεν ακούνε·
γυμνές πατούσες σε βελούδο να πατούνε·

το χνότο κάτω από τη σφραγισμένη κόλλα·
και των χορδών τα τρέμολα αδόνητα όλα.

Διωγμένος απ' του κόσμου τη βουή, τη ζάλη
μπορώ να δω ό,τι αδυνατούν να δούνε οι άλλοι:

τον έρωτα να 'χει ντυθεί γέλιου κομμάτια
που κρύβονταν στα βλέφαρα, πάνω απ' τα μάτια.

Ακόμα και χιονιού νιφάδες αν τα σκέπουν,
τα μάτια μου ροδώνες ανθισμένους βλέπουν.

Τον έρωτα άκουσα από δίπλα μου να φεύγει,
σαν έγιναν τα χείλη μας του πόθου ζεύγη.

Μα ποιος ωστόσο θα μου κόψει την ελπίδα
(ο φόβος ή η απογοήτευση που είδα)

γονατιστός να σε ικετεύω; Πες μου, έλα!
Τις καλλονές συνήθως τις χτυπάει η τρέλα.

Jaroslav Seifert

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Ο Τσέχος δημοσιογράφος και ποιητής Γιάροσλαβ Σέιφρτ (1901-1986) είναι κορυφαίος εκπρόσωπος της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στην πατρίδα του. Ίδρυσε μαζί με άλλους ποιητές την επιθεώρηση Ντεβιέτσιλ, ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά περιοδικά που «έγραψαν ιστορία». Υπήρξε υπερρεαλιστής και ταυτόχρονα κομμουνιστής με την καρδιά του. Μετά το 1968 περιέπεσε σε κομματική δυσμένεια. Το 1977 υπέγραψε την περίφημη Χάρτα. Το 1984 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νομπέλ.