Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΒΙΒΛΙΟ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΒΙΒΛΙΟ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

«Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του» - Ο Τάσος Λειβαδίτης για τον Κώστα Βάρναλη


Ο μεγάλος μας Τάσος Λειβαδίτης γράφει για τον μεγάλο μας Κώστα Βάρναλη, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του δεύτερου "Ελεύθερος Κόσμος". Η μεταφορά του άρθρου (γράφτηκε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και δημοσιεύτηκε στις 12 του Δεκέμβρη 1965) έγινε από την Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ). Την ποιητική συλλογή "Ελεύθερος Κόσμος" του Κώστα Βάρναλη μπορεί τα βρείτε στην "e-βιβλιοθήκη Οικοδόμος" πατώντας εδώ.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

(Με την ευκαιρία της έκδοσης του «Ελεύθερου Κόσμου»)

Ο αντιπροσωπευτικός κύκλος της ποίησης του Παλαμά έχει πια κλείσει. Ο ποιητής του Δωδεκάλογου του Γύφτου, περισσότερο ένας ογκώδης ποιητικός σταθμός παρά μεγάλος ποιητής ο ίδιος, με την αναγνωστική έφεση και τις ανησυχίες του έφερε σε γνωριμιά την Ελλάδα, την πνευματική Ελλάδα, μ’ όλα τα ευρωπαϊκά ρεύματα, αισθητικά και φιλοσοφικά. Αυτή η δίψα για τα πάντα που τον κατακαίει, δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, παρά η δίψα όλου του πνευματικού κόσμου της εποχής, να συγχρονιστεί με την Ευρώπη. Μα η παραδοχή των πάντων αμβλύνει τον κριτικό νου, η «εισαγωγή» των ξένων ιδεών και ρευμάτων γίνεται χωρίς την ειδική καλλιέργεια που χρειάζεται το «εμβόλιο», με αποτέλεσμα το διανοητικό φορτίο της ποίησής του, που με τα χρόνια, φαίνεται όλο και περισσότερο.

Ο Σικελιανός με τη σπάνια λυρική φλέβα του οραματίζεται ένα μέλλον «αρχαίο», και οικοδομεί τη φιλοσοφία του και την αισθητική του σ’ ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, μακριά, δηλαδή, απ’ τη σύγχρονή του πραγματικότητα. Οι άλλοι, δευτερότερης σημασίας ποιητές, ή αντιγράφουν τον παρνασσισμό του Ερενκά  (Γρυπάρης), το συμβολισμό του Βερλαίν (Χατζόπουλος) ή διαλέγουν για τον εαυτό τους το απήνεμο λιμάνι του απλού τραγουδιστή σε διάφορους τόνους ο καθένας (Πορφύρας, Μαλακάσης κλπ.). Ο μεγάλος Καβάφης είναι ακόμα, ή σχεδόν, άγνωστος.

Για να ολοκληρωθεί η ποιητική φυσιογνωμία της πρώτης δεκαετίας του μεσοπολέμου δε λείπει, παρά ο Καρυωτάκης ― ταλέντο γνήσιο, που έστω και με μονομέρεια (μην ξεχνάμε τους καιρούς), μας έδωσε μια αληθινή και απογοητευτική εικόνα ενός μεγάλου μέρους απ’ την τοτινή ελληνική πραγματικότητα. Το τέλμα των ιδεών, ο οικονομικός υποσιτισμός, η ανία κι ο μαρασμός απ’ την έλειψη ιδανικών, και το αδιέξοδο που όλα αυτά οδηγούσε, για πρώτη φορά εκφράζονται στην Ελλάδα και μάλιστα με τόση οξύτητα. Κι η σφαίρα που τον σκότωσε είχε μια σημασία βαθύτερη. Κανονικά, προοριζόταν  για όλον αυτόν τον κόσμο που εξέφραζε.

Μα η Ιστορία βαδίζει. Μεγάλες ανακατατάξεις γίνονται στην Ελλάδα, ύστερα από την οκτωβριανή επανάσταση και τη μικρασιατική καταστροφή. Καινούργιες δυνάμεις μπαίνουν στο προσκήνιο: οι εργάτες και προοδευτικοί διανοούμενοι. Δυνάμεις ζωντανές, ρωμαλέες, που όσο αναπτύσσονται ποσοτικά και ποιοτικά, τόσο εντονότερα αποκτούν την καλλιτεχνική έκφρασή τους. Και στέκονται πραγματικά τυχερές βρίσκοντας στο πρόσωπο του Βάρναλη έναν απαρομοίαστο βάρδο των ιδανικών τους.

Βαθύς μελετητής του μαρξισμού, εραστής και γνώστης της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας (που σημαίνει πνεύμα βαθύ και με πολυμέρεια), ευαίσθητος δέκτης, σαν αληθινός ποιητής, όλων των ανησυχιών αυτής της καταπιεσμένης τάξης, που μόλις αρχίζει να παίρνει συνείδηση της δύναμής της, ρίχνει σα μια ομοβροντία το βιβλίο που θα τον καθιερώσει: «Το φως που καίει». Έργο δυνατό, πρωτόφαντο, που ανοίγει μια νέα σελίδα στην ελληνική γραμματολογία, μια λάμψη προορισμένη, όχι μόνο να φωτίσει τη μισοπολεμική νύχτα της ελληνικής κοινωνίας, μα και να κάψει. Έργο αληθινά μεγάλο, με συνθετική παράσταση του κόσμου, που στ’ οπλοστάσιό του διαθέτει δυο απ’ τις πιο ισχυρές λειτουργίες  της πνευματικής δραστηριότητας: τη σάτιρα και το λυρισμό. Τη σάτιρα για να σφάξει τον άνθρωπο, όταν χρειάζεται. Το λυρισμό, για να τον αναστήσει. Ούτε ο Σολωμός, ούτε ο Παλαμάς κατόρθωσαν να φτάσουν ποτέ τη σάτιρα σ’ ένα τόσο σκληρό και εξυγιαντικό συγχρόνως σημείο, όσο ο Βάρναλης. Σάτιρα διεισδυτική, αποκαλυπτική, που θα ολοκληρωθεί αργότερα με τα υπόλοιπα έργα του και θα τον αναδείξουν πρότυπο του είδους, σε παγκόσμια κλίμακα.

Και λυρισμός, όχι πια η σικελιανική ωραιοπάθεια. ή η παλαμική φιλολογία, λυρισμός αληθινός, αδρός, ο λυρισμός της απέραντης ψυχής των ταπεινών, των απλών ανθρώπων. Πρώτη φορά στην Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, ο λαός (με την πιο καθάρια σημασία της λέξης), δρασκελάει το κατώφλι της ποίησης.

Και μόνο με το έργο αυτό ο Βάρναλης θα μπορούσε να πάρει μια απ’ τις καλύτερες θέσεις ανάμεσα στους πέντε-έξι κορυφαίους ποιητές της παράδοσης, Μα η δημιουργία του μόλις αρχίζει. Οι Σκλάβοι πολιορκημένοι, η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη, ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, οι Δικτάτορες και τ’ άλλα βιβλία του, έρχονται να εδραιώσουν την αξία ενός  ταλέντου πρώτου μεγέθους, που σ’ όλη τη ζωή και σ’ όλο του το έργο έθεσε σκοπό να υπηρετήσει, μέσα στα ελληνικά πλαίσια, τα πιο μεγάλα συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Είναι ακατόρθωτο, ή μάλλον αδιανόητο, να μπορέσει κανείς σ’ ένα μικρό σημείωμα εφημερίδας έστω και να καταγράψει απλώς τα πολλά ανεπανάληπτα στοιχεία που έφερε ο Βάρναλης στην ποίηση, γενικά στην πνευματική ζωή και ακόμα γενικότερα στη νεοελληνική πραγματικότητα. Στόχοι καλλιτεχνικοί απ’ τους πιο ευγενικούς, αίσθημα που αναβρύζει πλούσιο και δροσερό, σαν ανοιξιάτικος χείμαρρος, λόγος όλο πυκνότητα και ευστροφία και μια γλώσσα παλλόμενη, αρρενωπή, υποβλητική και σαφής συγχρόνως. Αν ο Παλαμάς πλούτισε το γλωσσικό όργανο (συχνά χωρίς ίχνος καλαισθησίας), ο Σικελιανός κι ο Βάρναλης το εμπυράκτωσαν κι από γλωσσικό το έκαναν ποιητικό όργανο. Κι ιδιαίτερα ο Βάρναλης που το πλάτυνε σε ευρύτερη λαϊκή βάση.

Τα έργα του, φωτισμένα και λαϊκά, είχαν σαν αποτέλεσμα, κάτι που πρέπει να το θυμούνται και να ευγνωμονούν όλοι οι σημερινοί ποιητές: το πλησίασμα του μεγάλου κοινού προς την ποίηση, που μέχρι τότε ήταν ένα είδος «χόμπι» ορισμένων φιλολογικών κύκλων. Ο λόγος του, πηγαίος και δίκαιος εμψυχώνει, αποκαλύπτει, παρηγορεί. Με τον Βάρναλη για πρώτη φορά στον τόπο μας (ας μου επιτραπεί η φιλολογική έκφραση) η Αυτής Εξοχότης η Ποίηση αγκαλιάζεται με την Αυτού Μεγαλειότητα τον Λαό.

***

Οι νεότεροι ποιητές, μέσα στις περιπλοκές των βραχυπρόθεσμων, συχνά, ιστορικών στόχων τους, χάνουν τον καίριο προσανατολισμό και τους βλέπεις να πυροβολούν τον εχθρό που έχουν μέσα τους, σα ν’ αγνοούν ότι αυτοί είναι δημιούργημα, ως σ’ ένα μεγάλο σημείο, του φοβερού εχθρού που βρίσκεται έξω τους: της ορισμένης, δηλαδή, διάρθρωσης του περιβάλλοντος που ζούνε. Ο Βάρναλης, μάτι αθόλωτο και κριτικό, φορτωμένος την πείρα ογδόντα χρόνων, με το άγρυπνο πνεύμα του και την καλλιτεχνική του ευαισθησία για οδηγούς, ξέρει πάντα κατά πού να σκοπεύσει. Ο «Ελεύθερος Κόσμος», η τελευταία του ποιητική συλλογή, είναι το ίδιο εύστοχη κι ανελέητη, όπως οι πρώτες νεανικές καταλυτικές κραυγές του. Και να. πάλι η αξία κι ο σκοπός του αληθινού ποιητή. Να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το χρόνο και το χώρο, που ζούμε, όχι «ιστορικά» ή φυσιολατρικά μόνο, μα σαν υπεύθυνοι άνθρωποι του καιρού μας ― και κανείς απ’ τους σύγχρονους τεχνίτες του λόγου δεν έχει όσο ο Βάρναλης την αίσθηση, αίσθηση τραγική, αυτής της δεύτερης κατοχής, που ζει σήμερα ο τόπος μας.

«Μέρα χρυσή, κατάχρυση, μα πώς να την χαρείς;
Κι ο μπάτης ο ανοιξιάτικος  στα στήθια σου βαρύς.
Απρίλης με το θάνατο χορεύουν και γελούνε
κι όσα λουλούδια και καρποί, ξέν’ άρματα σε κλειούνε».

Όλη η κλίμακα των «αξιών» της αστικής κοινωνίας, πατρίδα, οικογένεια, κράτος, πόλεμος. εκμετάλλευση, πέφτει κομματιασμένη από τη ρομφαία του πύρινου λόγου του. Η ανήσυχη ματιά του περιτρέχει τον «ελεύθερο κόσμο» και το χτύπημά του πέφτει βαρύ εκεί που «πονάει» περισσότερο αυτόν τον κόσμο, κι εκεί που ευκολότερα ξυπνάει τον υπόλοιπο.

Ο Βάρναλης, αληθινός μαρξιστής, με τη διαλεκτική στο αίμα του πια, ξέρει πως η συνείδηση του ανθρώπου διαπλάθεται σιγά-σιγά απ’ τον περίγυρό του και οι λαϊκές μάζες, που θα ’πρεπε ν’ ανήκουν στην πρωτοπορία, κάτω από τη φριχτή οικονομική ανέχεια, το σκοταδισμό της προπαγάνδας και την εξαχρείωση των ηθών μετατρέπονται σε απολογητές ή και διαιωνιστές της ίδιας τους της κακομοιριάς.

«Σκότωνε τον πατέρα με μπαλτά
για το μισό χωράφι. Κι από τα
δεκατρία το κοράσι σου, πιτσούνι,
ξεκοίλιαζέ το, γέροντα, στη χούνη».

Σελίδα με σελίδα το μαχαίρι του ποιητή ανοίγει τις σάπιες πληγές απ’ όπου ξεπετάγεται σαν πύον η ατιμία, το ψέμα, η προδοσία, η αμορφωσιά. Αν μπορούσε, για μια στιγμή, (ωραία, φανταστική στιγμή) η ποίηση να μετατραπεί σ’ ένα γιγάντιο χέρι, το βιβλίο του Βάρναλη θάχε γκρεμίσει, σε μια μόνη νύχτα, όλον αυτόν τον εσμό που αυτοτιτλοφορείται, βέβαια, «Ελεύθερος Κόσμος».

«Ήλιε με τι λαχτάρα σ’ αναμένει
μέγας λαός κι όλ’ οι λαοί ενωμένοι!
Όχι να βγεις σαν πάντ’ απ’ τον Τρελό
για να πνιγείς το βράδυ στο γιαλό.
Θα σε φέρει αβαδίλευτην πηγή
φωτός, χαράς, τιμής κι ελεφτερίας
σ’ ουρανό και σε θάλασσα και γη
πρωτάρχος ο Παγκόσμιος Παρίας».

Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του.

Τάσος Λειβαδίτης

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Άλκης Αλκαίος: «Σ' ένα γεφύρι πέτρινο θα χτίσω την καρδιά μου...» ("Ηπειρώτικο")

Άλκης Αλκαίος
«Αυτό το κομμάτι υπήρχε καταγεγραμμένο μόνο στο μυαλό μου. Δεν έχω το χειρόγραφο ―τι έκπληξη!― και δεν είχα κάνει καμία πρόχειρη καταγραφή ούτε των στίχων ούτε της μουσικής.

Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, από ένα τετράστιχο, δεν μπορούσα να θυμηθώ τον τελευταίο στίχο.

Ακόμα δεν τον θυμάμαι.

Έσπασα το κεφάλι μου, τίποτα.

Ρώτησα την Έλλη και τον Γρηγόρη αν το βρήκαν στις σημειώσεις ή στα χειρόγραφά του, τίποτα.

Αφηρημένος, είπα να πάρω τον Άλκη τηλέφωνο να μου τον ξαναπεί.

Και τότε συνειδητοποίησα δύο πράγματα.

Πρώτον: για το υποσυνείδητο μου ο Άλκης είναι ακόμα εδώ

Δεύτερον: το αμετάκλητο γεγονός ότι ο Άλκης δεν είναι πια εδώ.

Και πένθησα αληθινά, ετεροχρονισμένα, σχεδόν ένα χρόνο μετά.

Το στίχο που έλειπε τον συμπληρώσαμε με τον Οδυσσέα.

Ελπίζω να μη φάμε καμία κατσάδα άνωθεν…

Αφιερώνεται στο φίλο, γείτονα και συναγωνιστή Γιώργο Μουτσόπουλο. 

Μ. Π.»

Μίλτος Πασχαλίδης, "ΑΓΥΡΙΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, Ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα...", εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2013

Ηπειρώτικο

Σ' ένα γεφύρι πέτρινο
θα χτίσω την καρδιά μου,
όταν περνάς τον ποταμό
ν' ακούς τον αναστεναγμό
και τα παράπονά μου.

Το δέντρο κρύβει το πουλί,
τ' αγρίμι τ' άγρια δάση
και συ αγρίμι και πουλί
ό,τι γυρεύεις στη ζωή
το έχεις προσπεράσει.

Σ' ένα λευκό πουκάμισο
θα ράψω τα φτερά μου,
όταν διψάς για ουρανό
να το φοράς και να πετώ
μέσα στα όνειρά μου.

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ 

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Τρία ποιήματα του Μάο Τσε Τουνγκ


Το 1953 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εικοστός αιώνας μπροσούρα με τίτλο Τέχνη και καλλιτέχνες. Συγγραφέας ο Μάο Τσε Τουνγκ, ηγέτης της Κινεζικής Επανάστασης, ΓΓ της ΚΕ του ΚΚ Κίνας (1943-1976) και Πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (1949-1976)· μεταφραστής ο Πέτρος Διαμάντης. Πρόκειται για μελέτη που παρουσιάστηκε αρχικά σαν εισήγηση σε συγκέντρωση διανοουμένων τον Μάη του 1942 στην Κίνα και αναλύει τον ρόλο της τέχνης και των καλλιτεχνών στην φεουδαρχική-καπιταλιστική ταξική κοινωνία και τις απαιτήσεις που εγείρονται στην πορεία οικοδόμησης της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας που ευαγγελιζόταν η Κινεζική Επανάσταση. Η έκδοση περιλαμβάνει παράρτημα με τρία ποιήματα του Μάο. Ο μεταφραστής παραθέτει ένα μικρό εισαγωγικό με σκοπό να βοηθηθεί ο αναγνώστης:

«Και τα τρία ποιήματα είναι γραμμένα στον κλασικό κινέζικο στίχο ― μ’ άλλα λόγια είναι σχεδόν αμετάφραστα· έτσι ο ξένος αναγνώστης ίσως να μην μπορεί εύκολα να καταλάβει γιατί «Το χιόνι» θεωρείται σαν ένα από τα ωραιότερα κινέζικα ποιήματα που έχουν γραφτεί.

Τα δυο πρώτα αναφέρονται στη μεγάλη προπολεμική υποχώρηση του λαϊκού στρατού, που πέρασε στην ιστορία με το όνομα η «Μακριά Πορεία» και ο ποταμός Τατού λ.χ. είναι τόπος μάχης. Οι «Τρεις Στρατιές» του δεύτερου ποιήματος είναι κλασικός κινέζικος όρος που αναφέρεται στις στρατιές των αυτοκρατόρων και ο «Κόκκινος Στρατός» έχει σημασία διπλή: αναφέρεται στο σύγχρονο κινέζικο στρατό αλλά, μαζί, είναι και έκφραση γνωστή από τον καιρό του Κομφούκιου και σημαίνει ο «ωραίος στρατός».»

Ακολουθούν τα ποιήματα:

Ι

Ψηλά που ειν’ ο ουρανός, τα σύγνεφα στριφογυρνούν
Τις αγριόπαπιες θωρώ να χάνονται στου Νότου τον ορίζοντα.
Στα δάχτυλά μου την απόσταση μετρώ―κ’ είναι 20.000 λι
Και λέω πως ήρωες δεν είμαστε αν δε φτάσουμε το Μεγάλο Τείχος.
Ορθός στην πιο ψηλή κορφή των Έξι βουνών
με την κόκκινη σημαία να κυματίζει στο δυτικό αέρα
σήμερα, μ’ ένα μακρύ σκοινί στο χέρι,
αναρωτιέμαι πότε θα μπορέσουμε να δέσουμε το τέρας.

ΙΙ

Τους πόνους της Μακριάς Πορείας κανένας δε φοβόταν στον Κόκκινο Στρατό.
Χίλιες βουνοκορφές, δέκα χιλιάδες ποταμούς, κοιτάζαμε με περιφρόνηση
Τα Πέντε Βουνά υψώνονταν και πέφταν σαν κύματα, αναταραγμένα
Και τα βουνά του Γουχιάγκ δεν ήταν πια παρά πρασινωπά πετράδια.
Ζεστοί οι απότομοι γκρεμοί σαν τους πηδούσε ο ποταμός της Χρυσής Άμμου
Και παγωμένα τ’ αλυσσόδετα γιοφύρια του ποταμού Τατού
Στις χίλιες χιονοστόλιστες πλευρές του βουνού Μιν
Οι Τρεις Στρατιές χαρούμενες, αφού και τη στερνή πορεία νίκησαν
Οι Τρεις Στρατιές χαμογελούσαν.

ΙΙΙ

ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Ολόκληρος ο τόπος του Βορρά
σε χίλια λι πάγου είναι κλεισμένος
σε χίλιες χιονοθύελλες κλειστός.
Κοίτα τις δυο μεριές του Μεγάλου Τείχους…
Μόνο μια απέραντη αναστάτωση έχει μείνει.
Απ’ τις ψηλές και χαμηλές πλαγιές του Κίτρινου Ποταμού
δε βλέπεις πια τα νερά να κυλούν.
Τα βουνά είναι ασημένια φίδια που χορεύουν,
οι πλαγιές ελέφαντες που λάμπουν μες στον κάμπο.
Με τους ουρανούς θέλω ν’ αναμετρηθώ.

Με καθαρό καιρό
είναι τόσο όμορφη η γη,
σαν κοπελιά με φόρεμα λευκό
και πρόσωπο ολοπόρφυρο.
Έχουνε τέτοια χάρη τα βουνά κ’ οι ποταμοί
που στο κυνήγημά τους
αμέτρητοι λεβέντες παραβγαίνουν.

Οι αυτοκράτορες Σιχ-Χουάγκ και Γου-Τι ήταν σχεδόν αμόρφωτοι.
Οι αυτοκράτορες Τάι-Τσουγκ και Τάι Τσου ήταν χωρίς καρδιά.
Ο Γενίς Χαν το τόξο του ήξερε μόνο να λυγίζει ενάντια σ’ αετούς.
Κι όλοι τους στο χτες ανήκουν―μόνο σήμερα γεννιούνται άντρες με καρδιά.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

ΝΙΚΟΛΑΣ ΓΚΙΓΙΕΝ, Αηδόνια και Μπαζούκας • 4 ποιήματα για τον Τσε / 7 για την Επανάσταση ― ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ την Παρασκευή 22 Απρίλη στην Αλκυονίδα


Ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και χρήσιμο βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες. Ενδιαφέρον διότι αφορά τον Νικολάς Γκιγιέν, εθνικό ποιητή της Κούβας  και έναν από τους σημαντικότερους παγκοσμίως· χρήσιμο  ―εκτός από τους πολυάριθμους φίλους της ποίησης― σε όσους δεν έπαψαν να έχουν στραμμένο το βλέμμα τους προς το νησί της Επανάστασης, ν’ αφουγκράζονται τους παλμούς της,  να εμπνέονται και να διδάσκονται από τα αποστάγματα της σχεδόν 60χρονης πορείας της.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Τραγούδια ενάντια στον «Καθημερινό φασισμό»

«Απ' την τράπεζα το δείλι/ βγαίνουν πέντε κροκοδείλοι./ Την κοιλιά τους αργοσέρνουν/ και στη λιμουζίνα γέρνουν./
Μαύρες τσάντες κι αν κρατάνε,/ οι μασέλες τους πώς πάνε!/Μπουκωμένο στόμα έχουν,/ μα τα σάλια τους πώς τρέχουν!/
Μια ζωή για μας φροντίζουν/ κι είναι όλοι τους καλοί/ πότε φέρνουν τους φαντάρους/ πότε ανοίγουν τη Βουλή».
Με τις παραπάνω τρεις στροφές ως «εισαγωγή» αρχίζει το  βιβλίο του Φώντα Λάδη «Καθημερινός φασισμός (Πολιτικό ορατόριο και ένα κείμενο για το πολιτικό τραγούδι)» (εκδόσεις «Μετρονόμος»). Πρόκειται για συλλογή 26 ποιημάτων που γράφτηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μελοποιήθηκαν από τον Γιώργο Τσαγκάρη αλλά καμιά εταιρεία δε δέχτηκε να τα δισκογραφήσει. Χάθηκε και η μπομπίνα με τη φωνή του Τσαγκάρη στα μελοποιημένα τραγούδια. 

Φώντας Λάδης
 Μετά το θάνατο του συνθέτη (2008), ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε ένα από τα 26 ποιήματα - το πλέον διαχρονικό και επίκαιρο, με τίτλο «Ο φασισμός»: 

«Ο φασισμός δεν έρχεται απ' το μέλλον/ καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει./ (...) 
Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν/ και χάνονται βαθιά στα περασμένα./ (...) 
Μα πάλι θε ν' απλώσει σα χολέρα,/ πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου/ και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα,/ αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου./ 
Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον./Δε θα πεθάνει μόνος. Τσάκισέ τον!».

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Βιβλιοπαρουσίαση / Γιάννη Ρίτσου: «Μακρονησιώτικα»

Μ. Κατράκης, Γ. Ρίτσος και Μ. Κέτσης στη Μακρόνησο
«Ο μπαρμπα - Μήτσος έδωσε τα τρία παιδιά του στον αγώνα
Εδωσε το καλύβι και τ' αμπέλι του
Δεν είχε τίποτ' άλλο ο μπαρμπα - Μήτσος. Εδωσε τη ζωή του.
Ο μπαρμα - Μήτσος είχε μια χαρά: τα παιδιά του ήταν μέλη του Κόμματος
Ο μπαρμπα - Μήτσος είχε μια λύπη: δεν ήταν μέλος του Κόμματος
Ο μπαρμπα - Μήτσος δεν υπόγραψε δήλωση. Τον σκότωσαν».

«Μακρονησιώτικα»
Απόσπασμα από το ποίημα «Ο Μπαρμπα - Μήτσος»

Η «Σύγχρονη Εποχή» τιμώντας τα 106 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Γιάννη Ρίτσου την Πρωτομαγιά του 1909, κυκλοφορεί την έκδοση με τίτλο «Μακρονησιώτικα». Η έκδοση αποτελεί μέρος μιας σειράς ιστορικών, αρχειακών και άλλων εκδόσεων που έγιναν και θα συνεχιστούν στην πορεία προς την επέτειο των «100 χρόνων ΚΚΕ».

Ο Γιάννης Ρίτσος, το 1948 εξορίστηκε αρχικά στο Κοντοπούλι της Λήμνου και το Μάη του 1949 μεταφέρθηκε στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Εκεί άντεξε όλες τις δοκιμασίες και τους βασανισμούς και αρνήθηκε ν' αποκηρύξει το ΚΚΕ.

Είναι χαρακτηριστική η απάντησή του στην ερώτηση, γιατί έμεινε κομμουνιστής σε συνέντευξή του στο προσωπικό του «Ριζοσπάστη», τον Απρίλη του 1987: «Είναι, λοιπόν, όχι σα να εγκαταλείπω εσάς πια. Είναι σαν να εγκαταλείπω τον εαυτό μου. Δε θα μπορούσε να γίνει. Δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου μακριά από σας».

Από τη Μακρόνησο απολύθηκε τον Ιούλη του 1950, ως βαριά άρρωστος, για να συλληφθεί ξανά λίγες μέρες αργότερα και να καταλήξει στον Αη-Στράτη. Εκεί παρέμεινε έως το 1952, οπότε και αφέθηκε ελεύθερος μετά από την παγκόσμια κατακραυγή και τις σχετικές παρεμβάσεις μεγάλων ανθρώπων του πνεύματος, όπως ο Λουί Αραγκόν, ο Πάμπλο Νερούντα, ο Πάμπλο Πικάσο κ.ά.



Γιάννη Ρίτσου: «Μακρονησιώτικα»
Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
Τα «Μακρονησιώτικα» γράφτηκαν τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1949 στη Μακρόνησο και φυλάχτηκαν, με τη βοήθεια των συντρόφων, θαμμένα στο χώμα μέσα σε σφραγισμένα μπουκάλια. Από εκεί τα διέσωσε ο Μάνος Κατράκης, παίρνοντάς τα μαζί του όταν μεταφέρθηκε τον Ιούλη του 1950 στον Αη-Στράτη. Εκδόθηκαν για πρώτη φορά από το εκδοτικό του ΚΚΕ, «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», τον Ιούλη του 1957 στο Βουκουρέστι, στην πολιτική προσφυγιά. Αν και ο τίτλος που είχε δώσει ο ποιητής στη συλλογή ήταν «Πέτρινος Χρόνος», κατά την αποστολή των δακτυλογραφημένων χειρογράφων στο Βουκουρέστι παράπεσε το εξώφυλλο κι έτσι πρωτοκυκλοφόρησαν με τον αυτοσχέδιο τίτλο «Μακρονησιώτικα». Ο «Πέτρινος Χρόνος», με τον αρχικό του πια τίτλο, εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1974 σε αναθεωρημένη από τον ποιητή έκδοση, από τις εκδόσεις «Κέδρος». Η συλλογή περιλήφθηκε τον Οκτώβρη του 1975 στα «Επικαιρικά» (Ε΄ τόμο των Ποιημάτων) μαζί με τις «Γειτονιές του κόσμου», τα «Ημερολόγια Εξορίας» και άλλες συλλογές γραμμένες στο διάστημα 1945 - 1969.

Η αρχειακή ανατύπωση της «Σύγχρονης Εποχής» μάς φέρνει σε επαφή με ένα τεκμήριο της δράσης του κομμουνιστή ποιητή και της ίδιας της Ιστορίας του ΚΚΕ, που βαδίζει προς τον έναν αιώνα πάλης στην υπόθεση της εργατικής τάξης.

Η πιστή φωτογραφική αναπαραγωγή της πρώτης εκείνης έκδοσης του 1957, έγινε από αντίτυπο που είχε διασωθεί στη βιβλιοθήκη του Πολυχρόνη Βάη (Αχιλλέα Πετρίτη) και φυλάσσεται στο Αρχείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Το παράδειγμα της συγκεκριμένης έκδοσης υπογραμμίζει τη σημασία προσφοράς αρχειακού και ιστορικού υλικού στο Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, ώστε να αξιοποιηθεί στην ερευνητική, μορφωτική, μελετητική και εκδοτική δραστηριότητα.

Ριζοσπάστης, 17 Μάη 2015

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Πού πήγαν οι ήρωες των παιδικών βιβλίων;

Ο Πινόκιο (εικ. Susanna Campillo)
Κάποτε, πολύ παλιά (πριν από είκοσι - τριάντα χρόνια!...), τα βιβλία ήταν οι πιο πιστοί κι αγαπητοί σύντροφοι της παιδικής ηλικίας, μετά το παιχνίδι φυσικά. Μέσ' από τα βιβλία, τα παιδιά μυούνταν στα μυστήρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας μ' έναν τρόπο συναρπαστικό. Ανακάλυπταν τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις του κόσμου των ενηλίκων από έναν δρόμο προσιτό. Οδηγούνταν στο σχηματισμό συνειρμών, συλλογισμών και κρίσεων με ερέθισμα έναν λόγο μεστό. Οι Ηρωες των βιβλίων μπορούσαν να γίνουν για τους αναγνώστες σύντροφοι ολόκληρης ζωής. Βαθιά χαραγμένοι στις ψυχές, όταν αυτές ήταν ακόμα ολάνοιχτες, οι χάρτινοι ήρωες αναδύονταν από τα κατάβαθα της σκέψης, για να παρηγορήσουν, να εμπνεύσουν, να εμψυχώσουν αυτούς που, σαν παιδιά, μοιράστηκαν μαζί τους δοκιμασίες, επιτυχίες και περιπέτειες.

Τα τελευταία χρόνια οι χάρτινοι ήρωες σωπαίνουν. Ηχοι πιο δυνατοί από το γύρισμα των φύλλων, και επιφάνειες πιο λαμπερές από το λευκό των σελίδων, τους απωθούν στο σκοτάδι.

- Η αληθοφάνεια των τηλεοπτικών αφηγήσεων συνηθίζει τους νεαρούς τηλεθεατές σε μια πλαστή αλήθεια, σε μια επίφαση ρεαλισμού που φαντάζει εξαιρετικά έγκυρος. Αντίθετα, η αλήθεια που επιδέξια κρύβεται στον πυρήνα της λογοτεχνίας, εγκαταλείπεται ανεκμετάλλευτη στο έρημο χρυσωρυχείο της.

- Η αίσθηση της παντοδυναμίας που παρέχεται από τα πλήκτρα και τα κουμπιά της σύγχρονης τεχνολογίας, η αίσθηση της παντογνωσίας που διαχέεται από τον καταιγισμό των πληροφοριών, δημιουργούν μια μέθη αυτάρκειας, τη στιγμή που το διάβασμα γεννάει συνεχώς αμφιβολίες και, αντί για ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις, προσφέρει πολυδαίδαλες διαδρομές.

- Εξάλλου, η ανάγνωση, που έτσι κι αλλιώς είναι πολύπλοκη εξερεύνηση, φαίνεται κουραστική σ' ένα κοινό που ζει μέσα στη βιασύνη, κάτω από την πίεση της χρησιμοθηρίας, παραπατώντας στην έξαψη των βίαιων ρυθμών. Η αποκρυπτογράφηση των τυπογραφικών συμβόλων και των νοημάτων είναι διαδικασία επίπονη, και κυρίως χρονοβόρα, άρα απορριπτέα σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη περί των σχέσεων χρόνου και χρήματος.
Ο Ροβινσώνας Κρούσος (εικ. J. J. Grandville)
Αλλά δεν είναι, σήμερα, μόνο ο χρόνος χρήμα. Και το βιβλίο μπορεί να είναι.
Αν η κοινωνία της αγοράς πρέπει να έχει άλλοθι, γιατί αυτό να μην είναι το βιβλίο; Προώθηση, λοιπόν, βιβλίων με τα χαρακτηριστικά και με τους μηχανισμούς της προώθησης καταναλωτικών προϊόντων: Διαφήμιση, προσφορές, δολώματα, ενισχυτικά κανάλια διάδοσης όπως, φιλμ, σίριαλ, εξαρτήματα ένδυσης, παιχνίδια κ.λπ. Βιβλία κατ' επίφαση λογοτεχνικά, που δημιουργούν οπαδούς και καταναλωτές, αντί αναγνώστες.
Μέρα του Παιδικού Βιβλίου σήμερα, ας δώσουμε το λόγο στους ήρωες της λογοτεχνικής φαντασίας, κι ας θυμηθούμε αυτούς που θα ονομάζαμε άλλοτε αξέχαστους και σήμερα ξεχασμένους.

Τα πιο πολλά από τα πρόσωπα που αγαπήθηκαν κατά τις αναγνώσεις της παιδικής ηλικίας έχουν γεννηθεί μέσα σε σελίδες μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα είναι το λογοτεχνικό είδος που προτιμούν τα παιδιά, αυτό που τα προσελκύει περισσότερο στο πάθος της ανάγνωσης.

Αν και το μυθιστόρημα για παιδιά γεννήθηκε ουσιαστικά τον ΙΘ΄ αιώνα, έργα και από προηγούμενους αιώνες συγκαταλέγονται στα πιο επιφανή της νεανικής βιβλιοθήκης και μάλιστα έργα που δε στόχευαν πάντα σε νεανικό κοινό. Παράδειγμα, το βιβλίο του Θερβάντες με τις ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗ(1605) πολυσέλιδο έργο για ενήλικους που διασκευάστηκε από νωρίς για παιδιά. Ετσι, οι περιπέτειες του ιδεολόγου ήρωα σ' έναν κόσμο χωρίς ευγένεια, ανθρωπιά, δικαιοσύνη, προκαλούν συχνά γέλιο αντί προβληματισμό, αλλά πάντα συμπάθεια.
Αντίθετα, ο ΡΟΒΙΝΣΩΝΑΣ ΚΡΟΥΣΟΣ (1719), του Δανιήλ Δεφόε αναδείχτηκε σε κάτι παραπάνω από έναν μυθιστορηματικό ήρωα: έγινε σύμβολο του αξιοθαύμαστου ανθρώπου που αντιμετωπίζει τη γιγάντια φύση με τη δύναμη του μυαλού του και την επιδεξιότητα των χεριών του. Μοναχικός ναυαγός που καταφέρνει να επιζήσει στο ερημονήσι του, συγκινεί και συναρπάζει ιδιαίτερα τους νέους. Γιατί ο Ροβινσώνας, στη σκέψη του νεανικού κοινού, είναι ένα παιδί που ενηλικιώνεται καθώς αναγκάζεται να αντιμετωπίσει θεμελιώδεις προκλήσεις, ένα παιδί που διδάσκεται όχι με σχολαστικές γνώσεις, αλλά ελεύθερα από την ίδια τη ζωή. 
Ο Χωκ Φιν (εικ. αγνώστου)
Ο ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ (1726), ο πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του Ιωνάθαν Σουίφτ, με τα ταξίδια του στα απίστευτα μέρη, παρ' όλο που μοιάζει να απευθύνεται κυρίως στους μεγάλους, με την απροκάλυπτη πολιτική κριτική που παρεμβάλλει συχνά, μένει στη φαντασία των νεαρών αναγνωστών ένας ήρωας εξαιρετικά οικείος. Ποιο είναι το μυστικό της φιλίας με έναν ήρωα φαινομενικά τόσο άσχετο με την παιδική ηλικία;

Ισως είναι το παιχνίδι του μικρού - μεγάλου που κυριαρχεί στο μύθο του, παιχνίδι πολύ σοβαρό σε μια ηλικία όπου ο άνθρωπος αναζητεί ακριβώς τη θέση του και την ταυτότητά του. Ισως είναι το παιχνίδι των ανατροπών που προκαλούν όχι μόνο έκπληξη ή ιλαρότητα, αλλά και μια κρυφή ικανοποίηση στα παιδιά: αυτός ο κόσμος των γιγάντων σίγουρα είναι ανάποδα, ας τον αναποδογυρίσουμε για να 'ρθει στα σωστά!

Μιλώντας για τα παιχνίδια ταυτότητας και μικρού - μεγάλου, δεν είναι δυνατόν να μη θυμηθούμε την ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ (1863) του Λιούις Κάρολ. Αυτό το κοριτσάκι που από μια μυστηριώδη σήραγγα φτάνει σ' έναν κόσμο αλλόκοτο, ασυνάρτητο, όπου συνεχώς μικραίνει και μεγαλώνει, ζει μέσα στο παράλογο, και συγχρωτίζεται με το απρόβλεπτο.

Ενας ανήσυχος λαγός, ένας ανεκδιήγητος καπελάς, μια βασίλισσα - κούπα σε παρωδία δίκης, μωρά που μεταμορφώνονται σε γουρουνάκια, γάτες που γελάνε, μεταξοσκώληκας που καπνίζει ενώ φιλοσοφεί ...δίνουν αφορμή για μια γελοιοποίηση του διδακτικού σχολαστικισμού, των κανόνων και των απαγορεύσεων, των οριοθετήσεων και της σοβαροφάνειας.
Ο ΤΟΜ ΣΩΓΕΡ (1876) και ο ΧΩΚ ΦΙΝ (1884) του Μαρκ Τουαίν, είναι οι απόλυτοι ήρωες της παιδικής ηλικίας. Παιδιά που καταπιέζονται από όλα τα στερεότυπα των ενηλίκων - πληκτικό σχολείο, κοινωνική υποκρισία, ρατσισμός, δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις - πετυχαίνουν να τα γελοιοποιήσουν όλα και να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους την περιπέτεια και για τα όνειρά τους την ελευθερία. 
Ο Μικρός Πρίγκιπας (εικ. A. de Saint-Exupιry)
Στο ίδιο κλίμα της αμφισβήτησης του ενήλικου ορθολογισμού, αλλά με ποιητικό τρόπο, κινείται ένας από τους πιο πρόσφατους κλασικούς ήρωες, ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ (1943) του Σαιντ Εξυπερύ. Τρυφερός, ανυπεράσπιστος, ονειροπόλος, μεγαλώνει μαζί με τον αναγνώστη, βοηθώντας τον να καταλάβει αξίες που η κοινωνία πασκίζει να χαρακτηρίσει ξεπερασμένες.
Φυσικά, υπάρχουν πολλοί ακόμη φανταστικοί σύντροφοι της ψυχής. Κάθε αναγνώστης έχει - ή μάλλον είχε - τους αγαπημένους του στη μαγική «βαλίτσα του ναυαγού»... Ομως, η μετατροπή των επιτυχημένων βιβλίων σε κινηματογραφικά έργα ή σε τηλεοπτικές παραγωγές κινουμένων σχεδίων, έχει αφαιρέσει απ' τους λογοτεχνικούς τύπους την αυθεντικότητα με την οποία τους είχαμε αγαπήσει. Τα περισσότερα παιδιά σήμερα δεν έχουν διαβάσει ποτέ τη ΧΑΪΝΤΙ (Γιοχάνα Σπίρι), τους ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ (Δουμάς), το ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (Εκτωρ Μαλό) ή το ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ (Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον), τη ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ ΝΗΣΟ (Βερν) και τον ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ (Κάρολος Ντίκενς), τον ΠΙΝΟΚΙΟ (Κάρλο Κολόντι), τον ΝΙΛΣ ΧΟΛΓΚΕΡΣΟΝ (Σέλμα Λάνγκερλεφ), τον ΒΑΡΟΝΟ ΜΥΝΧΑΟΥΖΕΝ(Μπύργκερ) και τον ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ (Τζ. Μπάρρυ) ή τον ΜΑΓΟ ΤΟΥ ΟΖ (Φρανκ Μπάουμ)!

Οι γεμάτοι πάθος ήρωες που καθήλωσαν γενιές αναγνωστών είναι τώρα γνωστοί στο κοινό - αν είναι - μόνο από την ανάσυρσή τους στην επιφάνεια με την ευκαιρία διαφόρων επετείων, ή χάρη στην κινούμενη σε οθόνη εκδοχή τους.

Οι ήρωες των κλασικών παιδικών βιβλίων λοιπόν σιωπούν. «Προτιμότερο από το να τους αναλύουν στο σχολείο...», έλεγε ένας εξαίρετος Γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας (Μαρκ Σοριανό).

Αλλά γιατί να μιλήσουν; Τι έχουν να πουν;

Οσοι υπήρξαν παθιασμένοι αναγνώστες στα παιδικά τους χρόνια γνωρίζουν καλά την απάντηση. Οσοι βυθίστηκαν στο ρωμαλέο, γεμάτο εικόνες λόγο, όσοι αφέθηκαν στη γοητεία του λυρισμού και της ονειροπόλησης, όσοι ένιωσαν τις σελίδες να γίνονται στους ώμους τους φτερά, όσοι γέλασαν και δάκρυσαν, όσοι έμειναν ξάγρυπνοι, νηστικοί, κρυμμένοι για να διαβάσουν, αυτοί ξέρουν πόσο ένα καλό βιβλίο πλουτίζει και πολλαπλασιάζει την ύπαρξη και φωτίζει και την πιο πεζή καθημερινότητα.

Δρ Ζωή Βαλάση, συγγραφέας
Ριζοσπάστης, 2/4/2006

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

24 προτάσεις για να χαρίσετε ένα βιβλίο ― Πράξη αντίστασης και… πλάνα αυτομόρφωσης


Διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο δίνουμε στη σκέψη την κινητήρια δύναμη να δουλέψει τα γρανάζια της, να αναπνεύσει μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον που δημιουργεί η αδυσώπητη καθημερινότητα του αγώνα για την επιβίωση και να ανοίξει ρωγμές στα ―φαινομενικά― αδιαπέραστα τείχη που χτίζει τριγύρω η κυρίαρχη προπαγάνδα.
Χαρίζοντας ένα καλό βιβλίο… στον εαυτό μας ή στους φίλους μας, συμμετέχουμε σε μια πράξη αντίστασης απέναντι στην πολτοποίηση των συνειδήσεων, απέναντι στον καταναγκασμό της τηλεοπτικής αποχαύνωσης και στη μιζέρια που μάς έχουν φυλαγμένη για  «αποκούμπι» όταν και τα τελευταία αποθέματα κουράγιου στερέψουν. Αυτά τα αποθέματα δεν στερεύουν όσο τα χωράφια της ανθρώπινης ψυχής καλλιεργούνται με τα εργαλεία που χάραξαν την πορεία του λαού μας και την μπόλιασαν με τα ιδανικά της εργατικής τάξης. Τότε οι ορίζοντες μένουν ανοιχτοί και φωτίζουν την ελπίδα.

Το βιβλίο αντί να αντιμετωπίζεται από την πολιτεία (όχι βέβαια από αυτή την πολιτεία) ως κοινωνικό αγαθό και να είναι προσιτό σε όλους, πέρα από βαλάντια, έχει γίνει σήμερα κάτι σαν είδος πολυτελείας. Παρά το γεγονός ότι το κόστος της έκδοσης συρρικνώνεται ―η τεχνολογική εξέλιξη βοηθά― η τιμή του παραμένει ψηλή και απαγορευτική για τους περισσότερους. Απέναντι σε αυτό το δεδομένο δεν μένουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Αξιοποιούμε τις όποιες δυνατότητες μάς δίνει ο εμπορικός ανταγωνισμός για χαμηλότερες  τιμές στις νέες κυκλοφορίες, επισκεπτόμαστε εκθέσεις και παζάρια, κάνουμε μια βόλτα στα παλαιοβιβλιοπωλεία ή σταματάμε μπροστά στους βαρυφορτωμένους υπαίθριους πάγκους όπου με λίγη τύχη μπορούμε να ανακαλύψουμε πραγματικά διαμάντια (και όχι απαραίτητα πολύ παλιές εκδόσεις) σε τιμές αντίστοιχες μιας τυρόπιτας ή μιας επίσκεψής μας σε ένα καφέ! Χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε πως για να διαβάσεις ένα βιβλίο δεν είναι απαραίτητο σώνει και καλά να το αγοράσεις. Μπορείς και να το δανειστείς.

Οι μέρες των γιορτών είναι πάντα μια αφορμή ―για όσους έχουν τη δυνατότητα― για να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας ή στα αγαπημένα μας πρόσωπα. Το δώρο αυτό ας είναι ένα βιβλίο.

Στη λίστα που ακολουθεί προτείνουμε βιβλία (με τυχαία σειρά) που κατά τη γνώμη μας αξίζει να αλλάξουν χέρια και να διαβαστούν. Επιλέξαμε μια λίστα από 24 βιβλία που διαβάσαμε (τα περισσότερα τους τελευταίους μήνες) και κάποια (5) που ξεχωρίσαμε και σκοπεύουμε να διαβάσουμε σύντομα. Δεν θα βρείτε εδώ πολυδιαφημισμένες και «ευπώλητες» εκδόσεις με φανταχτερά εξώφυλλα, χώρια που κάποιους συγγραφείς ούτε που θα τους έχετε ακουστά, αλλά μερικά από αυτά τα ταπεινά «εργαλεία» που λέγαμε πιο πάνω.

Όλα τα βιβλία κυκλοφορούν στο εμπόριο. Αν έχετε σκοπό να μπείτε σε κάποιο βιβλιοπωλείο, τότε φροντίστε αυτό να μη συμβεί Κυριακή. Η πράξη αντίστασης που συνιστά η αγορά και μελέτη ενός καλού βιβλίου αποχτάει μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική σημασία όταν συνοδεύεται από την ταξική αλληλεγγύη στους εργαζόμενους των εμπορικών καταστημάτων που απεργούν τις Κυριακές κόντρα στις επιταγές του σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα που πάνε να επιβάλλουν Ευρωπαϊκή Ένωση, τρόικες και κυβέρνηση.

ΥΓ. Η προτεινόμενη λίστα θα μπορούσε ―καλό και χρήσιμο θα ήταν― να μεγαλώσει με τη συμβολή των αναγνωστών. Αναμένονται προτάσεις στα σχόλια.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Η Γεωργία Λαδογιάννη γράφει για τον «άγνωστο Βάρναλη»

Σαν σήμερα, στις 16 Δεκέμβρη του 1974 έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Βάρναλης. Εκπαιδευτικός, ποιητής, κριτικός, δημοσιογράφος, ο κομμουνιστής Κ. Βάρναλης στρατεύτηκε με την πένα του και τη δράση του στην υπόθεση της εργατικής τάξης, αγαπήθηκε, τιμήθηκε  και τραγουδήθηκε από το λαό.

Το εξαιρετικό βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” αποτελεί πια σημείο αναφοράς για όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν το έργο αλλά και τη ζωή του Κ. Βάρναλη έξω από τα πολυπερπατημένα μονοπάτια της ευκολίας και της αναπαρωγής στερεοτύπων, και έχει απασχολήσει και άλλες φορές στο παρελθόν τις σελίδες της "στηθάγχης".

Σήμερα παρουσιάζουμε την κριτική-παρουσίαση της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Γεωργίας Λαδογιάννη που  δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέματα Παιδείας (τ. 51-52).


Ηρακλής Κακαβάνης: “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” – Εκδόσεις Εντός, Αθήνα 2012.

Η έκδοση ξαφνιάζει θετικά  τους φιλολόγους που το θέμα Βάρναλης τους έχει απασχολήσει πολλά χρόνια, είτε ως αντικείμενο διδασκαλίας είτε της έρευνας. Και αυτό οφείλεται, πρώτα, στο σημαντικό υλικό που παρουσιάζει η έκδοση, αλλά και στη σοβαρή εργασία του μελετητή, άγνωστου ως τώρα στη βιβλιογραφία Βάρναλη. Δύο προηγούμενες  εργασίες του κ. Ηρακλή Κακαβάνη (Ο δαίμων του τυπογραφείου, 2008, και η εισαγωγή στο Λεύκωμα Ομήρου Ιλιάδα  με λιθογραφίες του H. Motte, 2008) φανέρωναν τον ανήσυχο ερευνητή και τον ευαίσθητο φιλόλογο. Οι αρετές αυτές τού χρειάστηκαν με το παραπάνω στην παρούσα εργασία. Όμως  στον Αγνωστο Βάρναλη οι φιλολογικές απαιτήσεις, που έθεσε ο ίδιος ο μελετητής, είναι μεγάλες. Χρειάστηκε καλή γνώση της βιβλιογραφίας Βάρναλη και ιδιαίτερα της εκδοτικής ιστορίας και των διαδρομών που έχουν κάνει τα ποιήματά του, σε έντυπα, συλλογές, επαναδημοσιεύσεις.

Ο Βάρναλης του H. Κακαβάνη (H.K.) είναι «ο άγνωστος», γιατί ο μελετητής του προβαίνει στην ανασύσταση του ποιητή και διανοούμενο Βάρναλη επανελέγχοντας ό,τι ήταν γνωστό και αξιολογώντας από το Αρχείο του ό,τι έκρινε πως ωφελεί την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς να προσβάλλει τη βούληση του ίδιου του ποιητή, που την ξέρουμε από το άρθρο «Καταλοιποθήραι» (1942). Το άρθρο το παραθέτει ο H.Κ.  από το αρχείο της εφημερίδας Πρωία και σε αυτό ο Βάρναλης έθετε το γενικότερο ζήτημα για τα όρια της φιλολογικής έρευνας σε σχέση με την προσωπικότητα του ποιητή
και του ανθρώπου. Ο μελετητής θέτει τις απόψεις αυτές ως όρια για τη δική του εργασία, όταν αποφασίζει να αξιοποιήσει μέρος του αρχείου.  

Ο Η.Κ. τα είδε όλα από την αρχή. Έκανε έναν πολύμοχθο και λεπτολόγο επανέλεγχο σε ό,τι αφορά στον ποιητή: το Αρχείο του Βάρναλη, τα έντυπα που συνεργάστηκε -και ανάμεσά τους εξαιρετικά σπάνια φύλλα λογοτεχνικών περιοδικών-, τις εκδόσεις που γίνανε όσο ζούσε και εκείνες μετά τον θάνατό του, τις δημοσιεύσεις ποιημάτων από τον ίδιο ή από άλλους, εργοβιογραφικές εργασίες και προηγούμενες εκδόσεις αρχειακού υλικού. Ο επανέλεγχος και η συγκέντρωση του νέου υλικού αξιοποιείται στη διασταύρωση στοιχείων, π.χ. για τις διαφορετικές μορφές στις οποίες έχουμε τα κείμενα, και στην τεκμηρίωση χρονολογιών που μερικές φορές ακόμα και οι αβλεψίες περνούσαν ως φιλολογικό δεδομένο με συνέπειες στην ερμηνεία της ποιητικής προσωπικότητας του Βάρναλη.

Αξίζει να δώσουμε το παράδειγμα από το πολύ σημαντικό ποίημα «Το φεγγάρι», δημοσιευμένο στην Ηγησώ, 1907,  που εξακολουθούσε όμως να θεωρείται ποίημα του 1927, σε εποχή δηλαδή όπου το ποιητικό περιβάλλον του Βάρναλη, με όριο αφετηρίας Το Φως που καίει, έχει αλλάξει ριζικά και με τους Σκλάβους Πολιορκημένους (1927) να έχει περάσει σε μια δημιουργηκή αναχώνευση και σύνθεση της μαρξιστικής ιδεολογίας και της σολωμικής παράδοσης. Το ποίημα εκείνο, ωστόσο, αντιπροσωπευτικό του καλύτερου λυρισμού της πρώτης περιόδου εμπεριέχει και τους ποιητικούς θύλακες που θα αναπτυχθούν στο μεταγενέστερο έργο. Η ορθή χρονολόγησή του αλλάζει την ερμηνευτική συμβολή του ποιήματος. 

Χαρακτηριστικό της νέας ματιάς του Η. Κ. είναι και το  χρονολόγιο Βάρναλη. Δεν είναι μια συνηθισμένη παράθεση βιογραφίας δίπλα από μια χρονολογία, αλλά είναι ένας πρωτότυπος τρόπος, όπου η κάθε χρονία σημαδεύεται συνοδευόμενη από την παράθεση κειμένων, είτε γραμμένων στον συγεκριμένο χρόνο είτε αναφερόμενων σε αυτόν. Με τον τρόπο αυτό έχουμε την ανασύσταση της πορείας που διαγράφει η συγγραφική δραστηριότητα του διανοούμενου Βάρναλη. Το αποτέλεσμα είναι να παρακολουθούμε βήμα βήμα το ξετύλιγμα της δημιουργικής και της γενικότερης πνευματικής δράσης μιας προσωπικότητας που χάραξε με το έργο του τον πολιτισμό του 20ού αιώνα και σηματοδότησε την ανταπόκριση της διανόησης, καθώς και την αισθητική της συγκίνηση απέναντι στο κίνημα για κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη.

Ο κομμουνιστής Βάρναλης αποτελεί κεφάλαιο και η επιστήμη που δεν φοβάται δεν το κρύβει ούτε λοξοδρομεί για να το παρακάμψει. Η επιστημονική υπευθυνότητα της εργασίας του  Η.Κ. κρίνεται και σε αυτό το σημείο. Ο μελετητής προβάλλει τις πλευρές του αγωνιστή ποιητή και διανοούμενου που έχουν ατονήσει στη συνείδηση της νεότερης γενιάς, στην οποία ανήκει και ο ίδιος. Και αυτό είναι ένα από τα σημαντικά στοιχεία της παρούσας έκδοσης. Το κεφάλαιο «Ο δημοτικιστής Βάρναλης» περιέχει κείμενα που δεν πρέπει να αγνοεί κανένας μαθητής ή φοιτητής, τουλάχιστον. Είναι μέρος αναπόσπαστο της γενικότερης ιστορίας, της ιστορίας της γλώσσας, της εκπαίδευσης και της ελληνικής διανόησης. Ιδιαίτερα, η διανόηση της αριστεράς του μεσοπολέμου είναι εκείνη που σήκωσε μεγάλο μέρος του γλωσσο-κοινωνικού αγώνα. Ο Βάρναλης, που επιπλέον είναι και με το ΚΚΕ –όπως και ο Δ. Γληνός και η Ρ. Ιμβριώτη που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα- θα χάσει για πάντα τη δουλειά του (οριστική απόλυση 1926), μέσα στο φανατισμό και τη μισαλλοδοξία των Μαρασλειακών (1925), μιας περιόδου που ετοιμάζει το έδαφος για το «Ιδιώνυμο» (1929) και για τη δικτατορία του Μεταξά (1936). Οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου προσφέρουν πολυτιμότατο υλικό που σχεδόν εξαντλούν από την άποψη του αρχειακού υλικού το θέμα. 

 
Η αντίδραση –κοινωνική και πολιτική, κύκλοι του Τύπου, της εκκλησίας και εγκάθετων φορέων-  στις δύο δεκαετίες του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα μετά το 1925, φτιάχνει ανοιχτό αντικομμουνιστικό μέτωπο. Τον Βάρναλη τον έχει για σύμβολο για να χτυπηθεί η τέχνη, η ελευθερία της σκέψης και η ελευθερία του λόγου, για να συκοφαντηθούν διανοούμενοι με κοινωνική ευαισθησία και να τρομοκρατηθούν οι υπόλοιποι, για να δημιουργηθεί το διχαστικό ιδεολόγημα τι είναι «εθνικό» και τι «αντεθνικό». Όπως είπαμε, το έδαφος στρώνεται για τις πολιτικές της φασιστικής διολίσθησης του αστικού φιλελευθερισμού της δεκαετίας του 1930. Ο ποιητής θα είναι και από τους πρώτους διανοούμενους (μαζί με τον Γληνό) που εξορίζονται.

Η πένα του Βάρναλη, ωστόσο, δεν χαριζόταν. Στα αδημοσίευτα κείμενα που παρουσιάζει ο Η.Κ. ανήκει και ένα καταπληκτικής σατιρικής ευστοχίας και αισθητικής ευφορίας κείμενο, γραμμένο στο περιθώριο της διαμάχης με τον πρώην συνοδοιπόρο σε θέματα γλώσσας και εκπαίδευσης Αλέξανδρο Δελμούζο, αλλά και με τον Γιάννη Αποστολάκη, στη μεταφυσική κριτική του οποίου απαντούσε με το δοκίμιο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925). Πρόκειται για το θεατρόμορφο «Ο Αντρας και η Γυναίκα. Λόγια και Πράξις. Ενας Διάλογος υπό Κ. Βάρναλη» (σ. 200 κ.εξ.), που πολύ σωστά ανασύρει από το Αρχείο ο Η.Κ. Στις ιδιαιτερότητες του βιβλίου θέλω να υπογραμμίσω και ένα γεγονός που είναι ενδεικτικό των νέων μέσων και της επωφελούς χρήσης τους, που μπορούν να βοηθούν και τη φιλολογία. Εννοώ, εδώ, τη συνεργασία του φιλολόγου Η.Κ. με μπλόγκερς. Ο μελετητής έχει ψάξει και αυτόν τον χώρο και έχει συνεργαστεί για τις δημοσιεύσεις και για τις εκδοχές γραφής πολλών ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της συνεργασίας με το μπλογκ του Νίκου Σαραντάκου (σ. 40). 

Σημαντική θέση μέσα στο βιβλίο έχουν οι αναφορές στον κριτικό και στον μεταφραστή Βάρναλη. Οι μεταφράσεις του τόσο από κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας όσο και από της ξένης λογοτεχνίας σημαίνουν πολλά πράγματα για τον πολιτισμό μας και πρώτα της γλώσσας. Γιατί οι μεταφράσεις, ειδικά του αρχαίου δράματος, έχουν ακουστεί από τις παραστάσεις του Εθνικού, που τις χρησιμοποίησε, και αυτό σημαίνει ότι είχαν την ευκαιρία να επηρεάσουν κι άλλους μεταφραστές. Ύστερα, δεν είναι οι μεταφράσεις του Βάρναλη μια «τεχνική» γλώσσα. Είναι γλώσσα που έχει προκύψει μετά από πολύχρονη τριβή της με τον λυρισμό, και με αυτή την σκευή έρχεται να συναντήσει τον γλωσσικό πολιτισμό άλλων εποχών ή χωρών. Στην ιστορία του γλωσσικού μας πολιτισμού, ο Βάρναλης κληροδοτεί και τη γλώσσα που ενσωματώσει τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ποιητές άλλων εποχών και άλλων περιβαλλόντων, άλλων πολιτισμών, άλλων νοοτροπιών και άλλου στοχασμού.Το μεταφραστικό έργο του Βάρναλη μας δείχνει και την ευρύτητα και την ποιότητα της δικής του πολιτισμικής επικοινωνίας. Ας απαριθμήσουμε τις μεταφράσεις του: Μολιέρος, Φλωμπέρ, Ευριπίδης, Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Ξενοφώντας, παραμύθια και δημοτικά τραγούδια, λαϊκά, της Κίνας, παραμύθια από βαλκανικούς και από άλλους λαούς. Έπειτα, το γεγονός ότι οι μεταφράσεις του οι θεατρικές ακόμα χρησιμοποιούνται στο θέατρο, σημαίνει ότι η γλώσσα του ανταποκρίνεται στις δικές μας αναπαραστατικές απαιτήσεις.

Κλείνοντας, να αναφέρουμε τη δημοσίευση στο βιβλίο του Η.Κ. μεγάλου αριθμού  συνεντεύξεων που έδωσε ο ποιητής σε διάφορες εποχές. Τις βρίσκουμε στο βιβλίο συγκεντρωμένες, αφού ο ερευνητής έψαξε για πολύ καιρό σε πολλά και σπάνια έντυπα. Σε αυτές (όπως και στις «Επιστολές από την εξορία», σ. 227 κ.εξ.) ακούμε τον ίδιο τον Βάρναλη να μας μιλά και σκέφτομαι πώς έχουμε κείμενα που συγκροτούν μια μορφή αυτοβιογραφίας, κοντά στην «επίσημη» αυτοβιογραφία του. Νομίζω ότι αυτό το υλικό προσφέρεται και για μια θεατρική του αξιοποίηση, για έναν  θατροποιημένο αυτοβιογραφικό (πολυγλωσσικό) μονόλογο.

Τελειώνω με μια σκέψη σχετικά με όσα ποιήματα άφησε «αδημοσίευτα» ο Βάρναλης. Θα έλεγα πως πρόκειται για ποιήματα που αποτέλεσαν τα «φαντάσματα» του ποιητή. Δηλαδή όσα ως «αυτοτιμωρούμενος» έπρεπε ο ίδιος να τους επιβάλει την ποινή του σκότους και να μην πάρουν το δρόμο για τη δημοσιότητα. Ποιήματα που τον φέρανε αντιμέτωπο με υπαρξιακά και αισθητικά ζητήματα. Είναι επιτυχημένο το μότο από αδημοσίευτο κείμενο του Βάρναλη που βάζει ο Η.Κ. στο κεφ. «Αγνωστα και ξαναδουλεμένα ποιήματα» (σ. 295) : «Τραγούδι [...] επιθυμία άσβηστη του θανάτου». Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ανάμεσά τους υπάρχουν ποιήματα που μας επιτρέπουν να απευθύνουμε ένα παράπονο προς τον ποιητή γιατί μάς στέρησε ποιήματα όπως «Το μυστικό του», «Το Οχι του λαού» ή από στίχους που βγάζουν τον ορχούμενο, παιγνιώντα, μεστό από τρεμάμενη συγκίνηση και από καλλιτεχνική έξαψη αισθησιασμό: Ευρυδίκη μου, Ευρυδίκη,/ να με κάψ’ η Θεία Δίκη,/ αν δε σ’ αγαπώ πιστά./.../Να πλερώνω να σ’ ακώ,/ να πλερώνω να βυθώ/ στης Λησμόνιας το βυθό («Δεν είναι παίξε γέλασε», σ. 306). Το ίδιο:  Με το παίζω, παίζεις, παίζει/ του μπαμπά και της μαμάς,/ ήρθε στο ντουνιά να παίζει/ η κορούλα του Βενέζη («Στην κορούλα του Βενέζη», σ. 307). Επίσης, το ποίημα «Το μυστικό του» (σ. 310), με τον σπαραγμό που δεν βγαίνει ή τη βαθιά ‘ανάγνωση’ που κάνει το «φώς που καίει» στο ψέμα, καθώς αποκαλύπτει: Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι/ πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη/ μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη/ του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη (σ. 314).

Το υλικό που συγκεντρώνει και θέτει στη διάθεσή μας ο Η.Κ. ξαναθέτει το εκδοτικό πρόβλημα. Κάνει φανερό ότι μάς χρειάζεται μία έκδοση με φιλολογικό έλεγχο εξαντλητικό πάνω σε όσα νομίζαμε ότι ισχύουν, με τη διασταύρωση των στοιχείων με τις ίδιες τις πηγές τους (Αρχείο, έντυπα πρώτης δημοσίευσης) και με την συμπερίληψη κειμένων (πεζών και ποιητικών) που παρουσιάζει για πρώτη φορά ο Η.Κ. Το βιβλίο είναι μια ουσιαστική συμβολή και οι δυνατότητές της θα ήταν περισσότερες αν αξιοποιούσε πιο αυστηρά τη μέθοδο παρουσίασης του πολύ σημαντικού υλικού.
 
ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ
Καθηγήτρια Πανεπιστημίου ιωαννίνων

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Τα πεζογραφήματα του Γιώργου Κοτζιούλα

Πριν από αρκετά χρόνια αν με ρωτούσε κάποιος για τον Γιώργο Κοτζιούλα, το μόνο που ήξερα να του απαντήσω ήταν ο τόπος καταγωγής, η Πλατανούσα Ιωαννίνων , και το Μαστορόπουλο, ποίημα που υπήρχε σε ένα παλιότερο βιβλίο Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Γυμνασίου. Σταδιακά άρχισα να ενδιαφέρομαι για το έργο του  και να ανακαλύπτω  πτυχές του ποιητικού του έργου κυρίως . Μετά έτυχε να διαβάσω ένα κείμενο του ίδιου σε μια παλιά Επιθεώρηση Τέχνης για το Θέατρο στο βουνό.

Ποιητής και πεζογράφος αγνοημένος , με το μεγαλύτερο μέρος του  έργου του σκόρπιο από εδώ και από εκεί. 
 Έγραφε σε ένα ποίημά του:

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά το κέφι,
που είναι απαραίτητο, δεν έρχεται ποτές.
Η κακοπέραση κατόπι καταστρέφει
κάτι στιγμές που τις θαρρώ ξεχωριστές.
Θα σας μιλούσα εκεί για τη βασανισμένη
ζωή μου, για τα χρόνια τα φοιτητικά`
θα σε φανέρωνα και σένα τότε Ελένη,
με όσα δεν είπα σε κανέναν μυστικά.
Οι νέοι που γράφουν δεν διαβάζονται και τόσο,
πρέπει να φτάσεις στα πενήντα ν’ ακουστείς.
Μα εγώ ως τα τότε πώς αλλιώς θα ξαλαφρώσω,
που δε μου αρέσει πια να λέγομαι ποιητής;
Δεν υποφέρονται άλλο οι στίχοι οι κουδουνάτοι,
αυτά σου τα μαθαίνουν κι οι στιχουργικές.
Είμαστε σύμφωνοι, αναγνώστη ανοιχτομάτη,
πρέπει να λείψουν οι συνθήκες οι κακές.[1]



 Μετά από πολλά χρόνια κυκλοφόρησε ένα βιβλίο όχι με ποιήματα αλλά  με πεζά του Γιώργου Κοτζιούλα. « Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» είναι ο τίτλος του και εκδόθηκε μετά από το ενδιαφέρον που έδειξε ο συγχωριανός και συγγενής του Κοτζιούλα Κώστας Αθανασούλας, ο οποίος και ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη δαπάνη της έκδοσης.
 Την εισαγωγή, την επιμέλεια και το σχολιασμό έκανε η φιλόλογος Σωτηρία Μελετίου, η οποία σε έναν εκτενή πρόλογο σκιαγραφεί το Γιώργο Κοτζιούλα και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του προκειμένου να προσεγγίσουμε καλύτερα το έργο του και να καταλάβουμε τις συνθήκες και τα κίνητρα της γραφής του.

Μικρά σχόλια  προηγούνται των κειμένων που μας προϊδεάζουν ως ένα βαθμό , αλλά και πληροφορίες ακολουθούν το τέλος των περισσοτέρων κειμένων, χρονολογικές, εκδοτικές, διευκρινιστικές.

Πρώτα πρώτα δικαιολογεί τον όρο πεζογραφήματα ως δηλωτικό της ποικιλίας του πεζογραφικού έργου του συγγραφέα, το οποίο περιλαμβάνει αρκετά είδη όπως νουβέλα, διηγήματα, πεζοτράγουδα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις , λογοτεχνικά χρονογραφήματα φυσιολατρικά κείμενα κ.α.

Εξηγεί πώς αντιλαμβανόταν ο Κοτζιούλας τον όρο διήγημα και τη χρήση του. Το διήγημα, η διήγηση είναι αυτό που δηλώνει η λέξη, δηλαδή μια πραγματική περιγραφή, μια αλήθεια δοσμένη με ήρεμο τόνο, πράο και φυσικό λόγο χωρίς υπερβολές και φτιασίδια που αλλοιώνουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Τέχνη του διηγήματος είναι η απεικόνιση της πραγματικότητας με τα απλά μέσα του δημιουργού και τις υπερβαίνει μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις όπως είναι οι περιγραφές της φύσης, οι κριτικοί σχολιασμοί και οι στοχασμοί του. Τότε ο πεζογραφικός λόγος του μετασχηματίζεται σε ποίηση.

Υποστηρίζει ότι ο Κοτζιούλας όχι απλά είναι ένας γνήσιος πεζογράφος που κατέχει το λόγο σε όλη του την έκταση, αλλά είναι και ένας συγγραφέας με πρωτοποριακή γραφή και ύφος και μπορεί να χαρακτηρισθεί νεωτεριστής αν και ανήκει στους υπερασπιστές και συνεχιστές της παράδοσης. Επιπλέον θεωρεί ότι εγκαινίασε στην νεότερη πεζογραφία την ηθογραφία της σκοτεινής όψης της ζωής και ότι εισηγήθηκε τον « ηθογραφικό νεορεαλισμό» στην Ελλάδα, επειδή ασχολήθηκε με τους απόκληρους της ζωής, τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο, τους φθισικούς, αλλά και τους απλούς , λαϊκούς ανθρώπους  και απέδωσε την καθημερινότητά τους φθάνοντας εκεί που δεν πήγε κανένας άλλος. Οι παραστάσεις του ζωντανές και άμεσες δοσμένες με κατάλληλη γλώσσα και ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών.

Τέλος η Μελετίου αναφέρεται στην ιδεολογία του Κοτζιούλα , η οποία επιδιώκει τη χριστιανική ισότητα και την κοινωνική απελευθέρωση με δικαιοσύνη . Προσπάθησε σε όλη του τη ζωή να συνδυάσει το χριστιανισμό με το σοσιαλισμό , στρατευμένος στην υπόθεση ενός καλύτερου κόσμου χωρίς αδικίες και ανισότητες. Ένας πολεμιστής με αιχμηρή πένα που αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με στωικότητα και ελπίδα πορευόμενος «εν αγαθότητι».




Το πρώτο κείμενο  είναι η Πικρή ζωή. Μια νουβέλα, στην οποία ο Κοτζιούλας περιγράφει τον τόπο που γεννήθηκε καθώς και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε.  Ξεκίνησε να το γράφει το 1941 αλλά αναφέρεται στην χρονική περίοδο από το 1912 έως το 1925. Ο Κοτζιούλας την εποχή εκείνη ήταν παιδί και γι’ αυτό κυριαρχεί η παιδική ματιά στον τόπο και τους ανθρώπους. Οι σχολιασμοί όμως που παρεμβάλλονται αποκαλύπτουν τον ώριμο αφηγητή.


« Γεννήθηκα σ’ ένα μέρος αποκλεισμένο γύρω γύρω από βουνά. Ράχες κοντινές κι απόμακρες, πλαγιές που σκουροφέρνουν από την αριά και το πουρνάρι, λαγκαδιές με πελώριες πέτρες κρεμάμενες στα χείλη τους ή σταματημένες μες στο βάθος, αυτή είταν η εικόνα που αντίκρυσα μόλις άνοιξα τα μάτια. Έτσι απαράλλαχτα ξανοίξανε τον κόσμο πρωτοβλέποντας το φως κι οι πρόγονοι μου, το ίδιο όραμα είχανε μπροστά τους κι ως την ύστερη στιγμή. Μια αλυσίδα από βουνοκορφές – άλλες σπανές ή τουφωτές εδώ κι εκεί απ’ τα χαμόκλαδα κι άλλες , οι μακρινές , δασωμένες, απέραστα ρουμάνια – έκλειναν τον ορίζοντα απ’ τις τέσσερες μεριές, έτσι που το βλέμμα δεν έβρισκε τρόπο να ξεγλιστρήσει πέρα ως πέρα, ως την άκρη της γης. Όγκοι στημένοι από αιώνες ο ένας κοντά στον άλλον, καταράχια που πρόβαλλαν το ένα πίσω από τ’ άλλο, σ’ εμπόδιζαν να μάθεις τι γίνεται παραέξω. Έμοιαζαν με φύλακες αμίλητους και σκυθρωπούς που είχαν πετρώσει εκεί απ’ την πολύκαιρη ακινησία. Εδώ που ξεφύτρωσες, έλεγαν, εδώ πρέπει να αφήσεις μια μέρα και το κορμί σου. Ύστερ’ από μια ζωή γεμάτη βάσανα έτσι γέρνανε όλοι οι συντοπίτες μου στο χώμα, σ’ αυτό το ίδιο χώμα που δεχόταν με το χινοπώριασμα όσα φύλλα δε μπορούσε να τα κρατήσει άλλο πια το κλαδί τους»


Η περιγραφή του ορεινού και άγονου τόπου προοικονομεί την δύσκολη και σκληρή ζωή, την πικρή ζωή του ίδιου, της οικογένειάς του αλλά και των συγχωριανών του. Μια ζωή που συνοδεύεται από το συνεχή αγώνα της επιβίωσης. Μια ζωή δεμένη με την ανέχεια, το φόβο , τις δεισιδαιμονίες ,τις αντιλήψεις, τα ήθη , τα έθιμα , τις ανθρώπινες σχέσεις, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, το σχολείο, το δάσκαλο, τους παιδικούς φόβους, τις πονηριές που ο Κοτζιούλας σκύβει και μαζεύει.


 « Σκόρπια, ασύνδετα κομμάτια συγκροτούν την παιδική μας ηλικία. Είναι χάντρες πεσμένες μια εδώ και μια εκεί, που πρέπει να τις αναζητήσεις υπομονετικά και να τις αρμαθιάσεις κατόπι στην κλωστή. Α, όλα στο ύστερο καταντούν ένα παιγνίδι. Όταν τα ζεις όμως , είναι αλλιώτικα, είναι βαριά»


Το 1949 στο « Λογοτεχνικό ημερολόγιο 1949» των εκδόσεων « Λογοτεχνική Γωνιά» δημοσιεύτηκαν δυο πεζοτράγουδα, δηλαδή ποιήματα σε πεζό λόγο με ρυθμό και αρμονία. Έχουν μορφή ύμνου – θρήνου. Το πρώτο είναι θρηνητικό τραγούδι για τον Ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες και αναφέρεται στο θάνατο του Κωνσταντή Κοτζιούλα , πατέρα του συγγραφέα. Το δεύτερο ένα Ηπειρώτικο μοιρολόι για το ξεκοίλιασμα ενός γερόγυφτου στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή και το θάνατο ενός γέρου γύφτου μέσα σε ένα άγριο περιβάλλον που το συνθέτουν η πείνα και η φτώχεια.
Τα διηγήματα που ακολουθούν γράφτηκαν σε διάφορους χρόνους από το 1931 έως και μεταπολεμικά ορισμένα. Αρκετά από αυτά  δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά , ανάμεσά τους  η Νέα Εστία και τα Νεοελληνικά Γράμματα.

Τα θέματά τους ποικίλλουν. Κυριαρχούν  η φτώχια , η δύσκολη ζωή των ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν μέσα σε άθλιες συνθήκες. Άνθρωποι απλοί που αναγκάζονται πολλές φορές να καταφύγουν στη ζητιανιά για να επιβιώσουν. Ο Κοτζιούλας άλλωστε αντιμετώπισε τέτοια προβλήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα , ίσως και για όλη του τη ζωή. Ήρθε στην Αθήνα το 1926 και πέρασε τη ζωή του ανάμεσα σε παράγκες, χαμόσπιτα , στους προσφυγικούς συνοικισμούς  ακόμα και στην ύπαιθρο. Όταν περιγράφει την καθημερινή ζωή των απλών και φτωχών ανθρώπων χρησιμοποιεί πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και αρκετές φορές αυτοσαρκάζεται.


Ο Κοτζιούλας όμως δεν ήταν μόνο φτωχός αλλά και φυματικός. Νοσηλεύτηκε σε νοσοκομεία και σανατόρια, αλλά έζησε και σε παράγκες στην Πάρνηθα και στην Πεντέλη έως ότου αναρρώσει. Η περιδιάβαση του σε αυτούς τους χώρους τον έφερε σε επαφή με έναν κόσμο διαφορετικό, που ζούσε στο περιθώριο της κοινωνίας. Σε αρκετά διηγήματα εστιάζει στη ζωή των φυματικών που η κοινωνία έχει αποβάλει  εξ αιτίας της αρρώστιας. Συγχρόνως αναδεικνύει τις δυσκολίες, τις ταλαιπωρίες αλλά και τα συναισθήματά τους χωρίς να παραλείπει να παρουσιάσει και όλους τους άλλους που τους περιτριγυρίζουν και τους επηρεάζουν αρνητικά ή θετικά.

Αυτούς τους ανθρώπους και τη σκληρή ζωή τους περιγράφει ακολουθώντας διάφορες αφηγηματικές τεχνικές και παρουσιάζει επιπλέον ανθρώπινες συμπεριφορές και τις ψυχολογικές τους μεταπτώσεις στην προσπάθειά τους να κρατηθούν όρθιοι και ζωντανοί.

Τα σχόλια και οι σκέψεις του για διάφορα πρόσωπα και πρακτικές άλλοτε δίνονται με χιούμορ , άλλοτε με ειρωνεία και σαρκασμό και άλλοτε με φωνή καταγγελτική χωρίς να λείπει η ευαισθησία και η τρυφερότητα ακόμη και εκεί που η μαυρίλα καλύπτει τα πάντα.


« Πρόσωπα του κύκλου μου, δικοί μου ανθρώποι!

Μέσα σε τρεις μέρες που ξαναήρθα στα λημέρια σας, περάσατε όλοι από μπρος μου, δώσατε ο καθένας το «παρών» του. Γελούμενοι και σκυθρωποί, ανοιχτόκαρδοι και προφυλαχτικοί, κακοντυμένοι, μισονηστικοί, όλο βάσανα και πίκρες, εύθυμοι όμως στο βάθος, οντότητες σχηματισμένες , αναλλοίωτα καλούπια, φανερωθήκατε πάλι σ’ εμένα , που μ’ όρισε η μοίρα θιασάρχη σας.

Ήρθατε νούμερα περίφημα, καθένας με το ρόλο του, να παίξετε στο θέατρό μου, το θέατρο τ’ αληθινό, χωρίς να φορέστε προσωπίδες , χωρίς ν’ αλλάξετε τον τόνο της φωνής σας, επειδή κι έτσι όπως είστε μπορείτε να συγκινήσετε το κοινό. Ο λαός θα σας ακούσει, αυτός θα σας ιδεί, κι όπως είναι διψασμένος για τύπους δικούς του, βγαλμένους απ’ τις περιπέτειές του, η τέχνη σας μπορεί να του αρέσει.

Εγώ, να ξέρετε, είμαι μαζί σας ως το τέλος. Εσάς μονάχα μελετώ κι από σας παίρνω την έμπνευσή μου . Ο αγώνας σας είναι και δικός μου, η τύχη μας κοινή. Ξεκινούμε από τη λάσπη , που είναι ουσία γλιστερή και τραβάει σαν το χταπόδι. Μα θέλει  κοντά της να μην ξεκολλήσουμε, σαν τις αμέτρητες γενιές των αδερφιών μας που έχει καταπιεί. Μα εμείς έχουμε το πείσμα βοηθό μας αυτή τη φορά.

Όργανα της μοίρας, ξέρουμε πια τη δύναμή μας»

Εκτός από τα διηγήματα όμως διαβάζουμε  ένα χρονογράφημα από το Αλβανικό μέτωπο που δίνει κυρίως τη λαχτάρα των συγγενών να πάρουν και να διαβάσουν τα γράμματα των αγαπημένων τους που πολεμούν για την πατρίδα.


« Τα λόγια πέφτουν ένα-ένα, φορτωμένα νόημα, ηλεκτρισμένα μες απ’ το διάστημα. « Αγαπητή σύζοιγή μου Παναγιώτα, χαίρε. Πρότων ερωτό δια την καλήν σας υγίαν , καθός και εγό μέχρη όρας υγιένο καλός.»Ποτέ η καθαρεύουσα δε χρησιμοποιήθηκε , από τους αδέξιους αυτούς ανθρώπους , για ιερώτερο σκοπό . Και οι ανορθογραφίες δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο εξαγνισμένες . Γράφει και υπαγορεύει ο λαός , ο αμόρφωτος, ο νοσταλγικός, ο μεγαλόψυχος, ο αποφασισμένος να σκοτωθεί για την ιδέα της πατρίδας, απλά και δίχως απορίες»


Ένα λογοτεχνικό – ιστορικό χρονικό μαρτυρεί την πρώτη εμφάνιση των ανταρτών του ΕΛΑΣ στο χωριό του συγγραφέα, την Πλατανούσα, το 1943 και τις αντιδράσεις τις δικές του καθώς και των συγχωριανών του.


Στη συνέχεια ένα μεγάλο ταξιδιωτικό αφήγημα για την περιδιάβαση του  στο Άγιον Όρος αλλάζει το κλίμα. Πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι μοναχοί και οι επισκέπτες. Αυτούς κυρίως μας σκιαγραφεί. Δημοσιεύτηκε σε 16 συνέχειες στα Νεοελληνικά Γράμματα από τις 25 – 11- 1939 έως τις 13- 4- 1940 και διακόπηκε απότομα. Μετά το τέλος του αφηγήματος παρατίθεται σχετική αλληλογραφία με την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας σχολιάζει τα γραφτά του ύστερα από τη δημοσίευσή τους και επισημαίνει λάθη, παραλείψεις και παρερμηνείες.

Μια περιήγηση στο Άργος και στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που αρχίζει με μια ιδιαίτερα όμορφη περιγραφή δείχνει την συγγραφική του δεινότητα και αποτελεί ύμνο στη ζωή:


« Για τον ταξιδιώτη που αφήνει την πρωτεύουσα με σιδηρόδρομο, η Αττική είναι πεύκο, ο Μωριάς αμπέλια κι ελιές. Όσο ακολουθάς τα παράλια του Σαρωνικού, έχεις από τη μια μεριά το χρυσοπράσινο των βελονωτών φύλλων κι από την άλλη το λουλακία ή το ζαφειρένιο της θάλασσας. Άμα μπεις στην περιοχή της Κορίνθου, όπου και να γυρίσεις το μάτι σου δε βλέπεις άλλο απ’ τα ξεράδια των κλημάτων, που βγαίνουν σαν παλούκια από το χώμα, κι απ’ τους στριμμένους , τους παιδεμένους κορμούς με τις σκούρες ή ασημένιες φυλλωσιές που τρεμοπαίζουν , σαν άλλη θάλασσα, στον ήλιο. Ευλογημένες ρίζες και τα τρία. Τα πρώτα ξεκουράζουνε το βλέμμα και σε κάνουν να παίρνεις όσο μπορείς βαθύτερες ανάσες. Τ’ άλλα δίνουνε δουλιά και πόρεψη σε τόσες φαμιλιές, σε χιλιάδες άξια χέρια που έχουν να κάμουν με τον κάμπο.»
Ένα ταξίδι στην Λευκάδα – Πρέβεζα – Βόνιτσα το 1930 του δίνει την αφορμή να καταγράψει τις εντυπώσεις του αλλά και να περιγράψει τους ανθρώπους και τις συνήθειες τους.

Εδώ αρχίζει σαρκαστικά

« Όταν πρόκειται να γράψει κανείς ταξιδιωτικές εντυπώσεις , έχει επικρατήσει η συνήθεια να ταξιδεύει  τουλάχιστον ως τις Άλπεις. Μπορούν κατά συγκατάβαση να συμπεριληφθούν  στο δρομολόγιο και μερικά ελληνικά μέρη, αλλ’ αυτά τα δεύτερα πρέπει να έχουν ιστορία και ποίηση απαραίτητη. Οι κριτικοί  μας – οι ταλαντούχοι φυσικά – αν και ανήκουν και στα δύο φύλα, είναι σπάνιοι κι οι ενθουσιασμοί τους ακόμη σπανιώτεροι` θάταν λοιπόν άδικο , για την τέχνη, να εξαντληθούν στις ασημότητες. Ύστερ’ απ’ αυτά, τι θα μας έδινε ένα ταξίδι απ’ τον Πειραιά ως την Πρέβεζα;»
Το οδοιπορικό στα ξωκλήσια και κονίσματα φανερώνει μια φύση ευαίσθητη , γιατί τι άλλο μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έλκεται από αυτά τα μικρά και παράμερα κτίσματα τα κτισμένα και τοποθετημένα στις πιο απόμερες περιοχές , φύλακες των ταπεινών και ανίσχυρων ανθρώπων, των στρατοκόπων και των ορειβατών, των βοσκών και των ξωμάχων.


« Τάβρισκα πάνω στη μεγάλη στράτα, στο ντερβένι, σε κάνα γύρισμα του δρόμου, και  μ’ ανακούφιζαν, μ’ εγκαρδίωναν καλύτερα απ’ ανθρώπους. Μου τόνωναν την πεποίθηση , μούδιναν θάρρος και για παραπέρα. Έχοντας αυτά στο νου μου , περνούσα άφοβα τα λαγκάδια με τη βουή των νερών και τις σκοτεινές σπηλιές τους, ούτε φοβόμουν πια να μη μου κόψει το λαιμό κανένας γενάτος κουμουράς...Εγώ ο ευλαβικός, ή φοβιτσιάρης!»


 Το βιβλίο άρχισε με την Πικρή ζωή και στο σύνολό του σχεδόν κυριαρχούν τα μαύρα χρώματα της άθλιας ζωής των φτωχών, των καταφρονεμένων, των απόκληρων. Αυτή η καταχνιά διαπερνάται πολλές φορές από τα χρώματα της φύσης που αποκαλύπτεται μέσα από  λεπτοδουλεμένες περιγραφές και τονίζεται έντονα η αντίθεση της σκληρής ανθρώπινης ζωής και του φυσικού τοπίου. Αυτή τη φύση επιλέγει να ζωγραφίσει με όλα τα χρώματα και να την παρουσιάσει την στιγμή που αναδύεται ξαναγεννημένη από τα ψυχρά σπλάχνα του χειμώνα. Στην αποθέωση της ελληνικής άνοιξης αναφέρεται το αφήγημα με το οποίο κλείνει το βιβλίο. Ένα αφήγημα με λαογραφικές αναφορές, λογοτεχνικές περιγραφές, γεμάτο χρώμα και ζωή , αλλά ενδεχομένως και με συμβολικές διαστάσεις, γιατί μέσα από τη νεκρή γη γεννιέται πάντα η άνοιξη


« Η άνοιξη είναι το πανηγύρι της γης, η αποθέωση του υπαίθρου. Πού έκλεινε τόσον καιρό το ξερό έδαφος, η άχαρη πλαγιά, η γυμνή λάκα τέτια πλουμίδια και κεντήματα, χάρμα των ματιών! Στολίζονται με τα γιορτινά τους ακόμα κι οι βάτοι. Κάθε ταπεινό, ανώνυμο χορτάρι θα βγάλει το λουλούδι του, για να το κρατήσει σα λαμπάδα στο Πάσχα των φυτών. Πού βρέθηκαν τόσα χρώματα μεμιάς! Κυριαρχεί το κόκκινο, από το άλικο της παπαρούνας ως το γλυκύ ανοιχτό της κουτσουπιάς, που βρίσκεται στις δόξες της αυτή την εποχή. Αλλά και το κίτρινο δεν πάει πίσω , παράδειγμα οι σφελαχτοί. Τρίτο έρχεται το γαλάζιο, που σε σταματάει με κάτι αστρουλάκια σε χαμόχορτα των χωραφιών. Αμ το ροδάμι; Τι διακριτικός συγκερασμός στην πρασινάδα του πουρναριού!»



Ένα εξαιρετικό βιβλίο, μια έκδοση λιτή και όμορφη. Το εξώφυλλο του έχει φιλοτεχνήσει ο Αλέκος Φασιανός . Φωτογραφίες και αποσπάσματα χειρογράφων εμπλουτίζουν το βιβλίο.

Αξιέπαινη η προσπάθεια της Σωτηρίας Μελετίου και εξαιρετικές οι επιλογές της από το μεγάλο όγκο του αρχείου Κοτζιούλα , αλλά και το «στήσιμο» τους στις σελίδες του βιβλίου.

Γνώρισα έναν συγγραφέα που ουσιαστικά αγνοούσα. Τέτοιες προσπάθειες συμβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο όχι μόνο στην επαφή μας και στη γνωριμία με την γραφή του Κοτζιούλα αλλά και στην τοποθέτησή του εκεί που ανήκει, δηλαδή ανάμεσα στους μεγάλους πεζογράφους της νεοελληνικής λογοτεχνίας.


Γιώργος Κοτζιούλας, Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα( Επιλογή από το έργο του), Εισαγωγή - Επιμέλεια - Σχόλια Σωτηρία Μελετίου,  Εκδόσεις Νηρέας, Αθήνα 2014



 [1] Γιώργος Κοτζιούλας, μια παρουσίαση από το Σωτήρη Τριβιζά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2009

  Οι φωτογραφίες από το βιβλίο