Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΝΑΛΗΣ Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΝΑΛΗΣ Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

«Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του» - Ο Τάσος Λειβαδίτης για τον Κώστα Βάρναλη


Ο μεγάλος μας Τάσος Λειβαδίτης γράφει για τον μεγάλο μας Κώστα Βάρναλη, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του δεύτερου "Ελεύθερος Κόσμος". Η μεταφορά του άρθρου (γράφτηκε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και δημοσιεύτηκε στις 12 του Δεκέμβρη 1965) έγινε από την Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ). Την ποιητική συλλογή "Ελεύθερος Κόσμος" του Κώστα Βάρναλη μπορεί τα βρείτε στην "e-βιβλιοθήκη Οικοδόμος" πατώντας εδώ.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

(Με την ευκαιρία της έκδοσης του «Ελεύθερου Κόσμου»)

Ο αντιπροσωπευτικός κύκλος της ποίησης του Παλαμά έχει πια κλείσει. Ο ποιητής του Δωδεκάλογου του Γύφτου, περισσότερο ένας ογκώδης ποιητικός σταθμός παρά μεγάλος ποιητής ο ίδιος, με την αναγνωστική έφεση και τις ανησυχίες του έφερε σε γνωριμιά την Ελλάδα, την πνευματική Ελλάδα, μ’ όλα τα ευρωπαϊκά ρεύματα, αισθητικά και φιλοσοφικά. Αυτή η δίψα για τα πάντα που τον κατακαίει, δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, παρά η δίψα όλου του πνευματικού κόσμου της εποχής, να συγχρονιστεί με την Ευρώπη. Μα η παραδοχή των πάντων αμβλύνει τον κριτικό νου, η «εισαγωγή» των ξένων ιδεών και ρευμάτων γίνεται χωρίς την ειδική καλλιέργεια που χρειάζεται το «εμβόλιο», με αποτέλεσμα το διανοητικό φορτίο της ποίησής του, που με τα χρόνια, φαίνεται όλο και περισσότερο.

Ο Σικελιανός με τη σπάνια λυρική φλέβα του οραματίζεται ένα μέλλον «αρχαίο», και οικοδομεί τη φιλοσοφία του και την αισθητική του σ’ ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, μακριά, δηλαδή, απ’ τη σύγχρονή του πραγματικότητα. Οι άλλοι, δευτερότερης σημασίας ποιητές, ή αντιγράφουν τον παρνασσισμό του Ερενκά  (Γρυπάρης), το συμβολισμό του Βερλαίν (Χατζόπουλος) ή διαλέγουν για τον εαυτό τους το απήνεμο λιμάνι του απλού τραγουδιστή σε διάφορους τόνους ο καθένας (Πορφύρας, Μαλακάσης κλπ.). Ο μεγάλος Καβάφης είναι ακόμα, ή σχεδόν, άγνωστος.

Για να ολοκληρωθεί η ποιητική φυσιογνωμία της πρώτης δεκαετίας του μεσοπολέμου δε λείπει, παρά ο Καρυωτάκης ― ταλέντο γνήσιο, που έστω και με μονομέρεια (μην ξεχνάμε τους καιρούς), μας έδωσε μια αληθινή και απογοητευτική εικόνα ενός μεγάλου μέρους απ’ την τοτινή ελληνική πραγματικότητα. Το τέλμα των ιδεών, ο οικονομικός υποσιτισμός, η ανία κι ο μαρασμός απ’ την έλειψη ιδανικών, και το αδιέξοδο που όλα αυτά οδηγούσε, για πρώτη φορά εκφράζονται στην Ελλάδα και μάλιστα με τόση οξύτητα. Κι η σφαίρα που τον σκότωσε είχε μια σημασία βαθύτερη. Κανονικά, προοριζόταν  για όλον αυτόν τον κόσμο που εξέφραζε.

Μα η Ιστορία βαδίζει. Μεγάλες ανακατατάξεις γίνονται στην Ελλάδα, ύστερα από την οκτωβριανή επανάσταση και τη μικρασιατική καταστροφή. Καινούργιες δυνάμεις μπαίνουν στο προσκήνιο: οι εργάτες και προοδευτικοί διανοούμενοι. Δυνάμεις ζωντανές, ρωμαλέες, που όσο αναπτύσσονται ποσοτικά και ποιοτικά, τόσο εντονότερα αποκτούν την καλλιτεχνική έκφρασή τους. Και στέκονται πραγματικά τυχερές βρίσκοντας στο πρόσωπο του Βάρναλη έναν απαρομοίαστο βάρδο των ιδανικών τους.

Βαθύς μελετητής του μαρξισμού, εραστής και γνώστης της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας (που σημαίνει πνεύμα βαθύ και με πολυμέρεια), ευαίσθητος δέκτης, σαν αληθινός ποιητής, όλων των ανησυχιών αυτής της καταπιεσμένης τάξης, που μόλις αρχίζει να παίρνει συνείδηση της δύναμής της, ρίχνει σα μια ομοβροντία το βιβλίο που θα τον καθιερώσει: «Το φως που καίει». Έργο δυνατό, πρωτόφαντο, που ανοίγει μια νέα σελίδα στην ελληνική γραμματολογία, μια λάμψη προορισμένη, όχι μόνο να φωτίσει τη μισοπολεμική νύχτα της ελληνικής κοινωνίας, μα και να κάψει. Έργο αληθινά μεγάλο, με συνθετική παράσταση του κόσμου, που στ’ οπλοστάσιό του διαθέτει δυο απ’ τις πιο ισχυρές λειτουργίες  της πνευματικής δραστηριότητας: τη σάτιρα και το λυρισμό. Τη σάτιρα για να σφάξει τον άνθρωπο, όταν χρειάζεται. Το λυρισμό, για να τον αναστήσει. Ούτε ο Σολωμός, ούτε ο Παλαμάς κατόρθωσαν να φτάσουν ποτέ τη σάτιρα σ’ ένα τόσο σκληρό και εξυγιαντικό συγχρόνως σημείο, όσο ο Βάρναλης. Σάτιρα διεισδυτική, αποκαλυπτική, που θα ολοκληρωθεί αργότερα με τα υπόλοιπα έργα του και θα τον αναδείξουν πρότυπο του είδους, σε παγκόσμια κλίμακα.

Και λυρισμός, όχι πια η σικελιανική ωραιοπάθεια. ή η παλαμική φιλολογία, λυρισμός αληθινός, αδρός, ο λυρισμός της απέραντης ψυχής των ταπεινών, των απλών ανθρώπων. Πρώτη φορά στην Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, ο λαός (με την πιο καθάρια σημασία της λέξης), δρασκελάει το κατώφλι της ποίησης.

Και μόνο με το έργο αυτό ο Βάρναλης θα μπορούσε να πάρει μια απ’ τις καλύτερες θέσεις ανάμεσα στους πέντε-έξι κορυφαίους ποιητές της παράδοσης, Μα η δημιουργία του μόλις αρχίζει. Οι Σκλάβοι πολιορκημένοι, η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη, ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, οι Δικτάτορες και τ’ άλλα βιβλία του, έρχονται να εδραιώσουν την αξία ενός  ταλέντου πρώτου μεγέθους, που σ’ όλη τη ζωή και σ’ όλο του το έργο έθεσε σκοπό να υπηρετήσει, μέσα στα ελληνικά πλαίσια, τα πιο μεγάλα συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Είναι ακατόρθωτο, ή μάλλον αδιανόητο, να μπορέσει κανείς σ’ ένα μικρό σημείωμα εφημερίδας έστω και να καταγράψει απλώς τα πολλά ανεπανάληπτα στοιχεία που έφερε ο Βάρναλης στην ποίηση, γενικά στην πνευματική ζωή και ακόμα γενικότερα στη νεοελληνική πραγματικότητα. Στόχοι καλλιτεχνικοί απ’ τους πιο ευγενικούς, αίσθημα που αναβρύζει πλούσιο και δροσερό, σαν ανοιξιάτικος χείμαρρος, λόγος όλο πυκνότητα και ευστροφία και μια γλώσσα παλλόμενη, αρρενωπή, υποβλητική και σαφής συγχρόνως. Αν ο Παλαμάς πλούτισε το γλωσσικό όργανο (συχνά χωρίς ίχνος καλαισθησίας), ο Σικελιανός κι ο Βάρναλης το εμπυράκτωσαν κι από γλωσσικό το έκαναν ποιητικό όργανο. Κι ιδιαίτερα ο Βάρναλης που το πλάτυνε σε ευρύτερη λαϊκή βάση.

Τα έργα του, φωτισμένα και λαϊκά, είχαν σαν αποτέλεσμα, κάτι που πρέπει να το θυμούνται και να ευγνωμονούν όλοι οι σημερινοί ποιητές: το πλησίασμα του μεγάλου κοινού προς την ποίηση, που μέχρι τότε ήταν ένα είδος «χόμπι» ορισμένων φιλολογικών κύκλων. Ο λόγος του, πηγαίος και δίκαιος εμψυχώνει, αποκαλύπτει, παρηγορεί. Με τον Βάρναλη για πρώτη φορά στον τόπο μας (ας μου επιτραπεί η φιλολογική έκφραση) η Αυτής Εξοχότης η Ποίηση αγκαλιάζεται με την Αυτού Μεγαλειότητα τον Λαό.

***

Οι νεότεροι ποιητές, μέσα στις περιπλοκές των βραχυπρόθεσμων, συχνά, ιστορικών στόχων τους, χάνουν τον καίριο προσανατολισμό και τους βλέπεις να πυροβολούν τον εχθρό που έχουν μέσα τους, σα ν’ αγνοούν ότι αυτοί είναι δημιούργημα, ως σ’ ένα μεγάλο σημείο, του φοβερού εχθρού που βρίσκεται έξω τους: της ορισμένης, δηλαδή, διάρθρωσης του περιβάλλοντος που ζούνε. Ο Βάρναλης, μάτι αθόλωτο και κριτικό, φορτωμένος την πείρα ογδόντα χρόνων, με το άγρυπνο πνεύμα του και την καλλιτεχνική του ευαισθησία για οδηγούς, ξέρει πάντα κατά πού να σκοπεύσει. Ο «Ελεύθερος Κόσμος», η τελευταία του ποιητική συλλογή, είναι το ίδιο εύστοχη κι ανελέητη, όπως οι πρώτες νεανικές καταλυτικές κραυγές του. Και να. πάλι η αξία κι ο σκοπός του αληθινού ποιητή. Να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το χρόνο και το χώρο, που ζούμε, όχι «ιστορικά» ή φυσιολατρικά μόνο, μα σαν υπεύθυνοι άνθρωποι του καιρού μας ― και κανείς απ’ τους σύγχρονους τεχνίτες του λόγου δεν έχει όσο ο Βάρναλης την αίσθηση, αίσθηση τραγική, αυτής της δεύτερης κατοχής, που ζει σήμερα ο τόπος μας.

«Μέρα χρυσή, κατάχρυση, μα πώς να την χαρείς;
Κι ο μπάτης ο ανοιξιάτικος  στα στήθια σου βαρύς.
Απρίλης με το θάνατο χορεύουν και γελούνε
κι όσα λουλούδια και καρποί, ξέν’ άρματα σε κλειούνε».

Όλη η κλίμακα των «αξιών» της αστικής κοινωνίας, πατρίδα, οικογένεια, κράτος, πόλεμος. εκμετάλλευση, πέφτει κομματιασμένη από τη ρομφαία του πύρινου λόγου του. Η ανήσυχη ματιά του περιτρέχει τον «ελεύθερο κόσμο» και το χτύπημά του πέφτει βαρύ εκεί που «πονάει» περισσότερο αυτόν τον κόσμο, κι εκεί που ευκολότερα ξυπνάει τον υπόλοιπο.

Ο Βάρναλης, αληθινός μαρξιστής, με τη διαλεκτική στο αίμα του πια, ξέρει πως η συνείδηση του ανθρώπου διαπλάθεται σιγά-σιγά απ’ τον περίγυρό του και οι λαϊκές μάζες, που θα ’πρεπε ν’ ανήκουν στην πρωτοπορία, κάτω από τη φριχτή οικονομική ανέχεια, το σκοταδισμό της προπαγάνδας και την εξαχρείωση των ηθών μετατρέπονται σε απολογητές ή και διαιωνιστές της ίδιας τους της κακομοιριάς.

«Σκότωνε τον πατέρα με μπαλτά
για το μισό χωράφι. Κι από τα
δεκατρία το κοράσι σου, πιτσούνι,
ξεκοίλιαζέ το, γέροντα, στη χούνη».

Σελίδα με σελίδα το μαχαίρι του ποιητή ανοίγει τις σάπιες πληγές απ’ όπου ξεπετάγεται σαν πύον η ατιμία, το ψέμα, η προδοσία, η αμορφωσιά. Αν μπορούσε, για μια στιγμή, (ωραία, φανταστική στιγμή) η ποίηση να μετατραπεί σ’ ένα γιγάντιο χέρι, το βιβλίο του Βάρναλη θάχε γκρεμίσει, σε μια μόνη νύχτα, όλον αυτόν τον εσμό που αυτοτιτλοφορείται, βέβαια, «Ελεύθερος Κόσμος».

«Ήλιε με τι λαχτάρα σ’ αναμένει
μέγας λαός κι όλ’ οι λαοί ενωμένοι!
Όχι να βγεις σαν πάντ’ απ’ τον Τρελό
για να πνιγείς το βράδυ στο γιαλό.
Θα σε φέρει αβαδίλευτην πηγή
φωτός, χαράς, τιμής κι ελεφτερίας
σ’ ουρανό και σε θάλασσα και γη
πρωτάρχος ο Παγκόσμιος Παρίας».

Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του.

Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Ο Κ. Βάρναλης για τον Ν. Καββαδία: «παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού...»


Ο Νίκος Καββαδίας (11 Γενάρη 1910 – 10 Φλεβάρη 1975) ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας. Μετουσίωσε σε στίχους όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς, με τα μακρινά του ταξίδια, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής. Ο Ν. Καββαδίας θα τυπώσει το 1947  τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο Πούσι (εκδόσεις Α. Καραβία). Τα ποιήματά του θα γίνουν πολύ γνωστά όταν μελοποιηθούν και τραγουδηθούν και θα κάνουν τον ποιητή από τους πιο αγαπημένους, όλων των ηλικιών. 

Μεταφέρουμε στο διαδίκτυο τη βιβλιοκρισία του Κώστα Βάρναλη για το Πούσι, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρίζος της Δευτέρας πριν εβδομήντα χρόνια,  στις 27 του Γενάρη 1947. Ο εκτός από μεγάλος ποιητής και σπουδαίος κριτικός Βάρναλης έχει ήδη αναγνωρίσει τη λογοτεχνική αξία του νεαρού ποιητή και έχει εκφραστεί γι' αυτόν με θερμά λόγια, νωρίτερα, σε κριτική του για την πρώτη συλλογή του Ν. Καββαδία Μαραμπού (1933). Τελειώνει μάλιστα εκείνο το κείμενό του με τη φράση «Ας γίνει επί τέλους... γνωστός!». Διαβάζοντας την κριτική για το Πούσι ο αναγνώστης που έχει γνωρίσει την ποίηση του Καββαδία μπορεί να βγάλει συμπέρασμα αν δικαιώθηκε ο Βάρναλης και γιατί.

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ: «ΠΟΥΣΙ»

Είναι κοντά δεκατέσσερα χρόνια, που ο τότε μικρός το δέμας και την ηλικία ποιητής μάς ξάφνιασε με την πρώτη του ποιητική συλλογή: «Μαραμπού». Στον πολύ εγωιστικό και κάπως θορυβώδη και κρύον ελληνικό λυρισμό, ο νεαρός ποιητής έφερνε ένα καινούργιο ρίγος ξωτισμού ανθρωπιάς και πόνου. Καλά καλά δεν ήτανε ποιήματα· έμμετρες ιστορίες από τη ζωή των ναυτικών, που θαλασσοπνίγονται μήνες στους μεγάλους ωκεανούς ―και στο μεγαλύτερον απ’ όλους: το βίτσιο. Όλα όμως αυτά τα πράματα ήτανε τόσο πρωτοφανίσιμα κείνον τον καιρό και με τόσο αίσθημα κι αλήθεια ειπωμένα, που κι αυτός ο συστηματικός αρνητής και ζόρικος σε παλιούς και νέους ποιητάδες (προ πάντων στους νέους, τους «ποετάστρους»!) Φώτος Πολίτης συγκινήθηκε κι αναγνώρισε την αξία τους.

Ύστερ’ από τόσα χρόνια ο Καββαδίας μας έκανε ένα καινούργιο ξάφνιασμα, που δε θα το ξεχάσει ο νεοελληνικός Λόγος: το «Πούσι». Όλο όλο δεκατέσσερα ποιήματα. Αναλογούν από ένα σε κάθε χρόνο σιωπής. Κι όμως το βιβλίο αυτό είναι τ’ ωραιότερο σ’ εμφάνιση και περιεχόμενο της χρονιάς που μας πέρασε. Κι όχι μονάχα της χρονιάς που πέρασε. Σημειώνει σταθμό στην ιστορία της εκδοτικής και της ποιητικής μας τέχνης. Ήτανε και το κείμενο άξιο και παράξιο, μα και το διακοσμήσανε οι αξιότεροι νέοι ξυλογράφοι μας: ο Βακαλό, ο Βελισσαρίδης, ο Γιαννουκάκης, ο Μόραλης, ο Μόσχος, ο Τάσος, ο Κορογιαννάκης. Διαφορετικά βέβαια ταλέντα μα που η κοινή «αγάπη στο έργο ενός ποιητή» μπόρεσε να μη διασπάσει την καλλιτεχνική ενότητα του συνόλου.


Με το καινούργιο έργο ο ποιητής έχει κάνει τεράστιο άλμα εις ύψος. Η ποιητική του συνείδηση κι η τεχνική του σοφία έχουνε φτάσει σε ασυνήθιστη πληρότητα. Η διάθεση, τα θέματα και το πλαίσιό τους είναι περίπου τα ίδια με του «Μαραμπού» ―αλλά πόσο εξελιγμένα και τελειωμένα!

Το τοπίο δεν είναι τώρα εξωτερικό· είναι συνυφασμένο με την ψυχική ουσία ―εκφραστικό μέσο αυτής της ουσίας: τα εξωτικά στοιχεία δεν είναι καθόλου πρόσθετα και διακοσμητικά. Κι ο στίχος του δεν είναι πια περιγραφικός, είναι καθαρά λυρικός. Κι η ηχητική αυτού του στίχου εξαίσια κι υποβλητική.

Η μετάβαση από νόημα σε νόημα, από επίπεδο σ’ επίπεδο δε γίνεται μαλακά κι αφηγηματικά· γίνεται μ’ απότομα πηδήματα και τα κενά, που τα γεμίζει η ψυχή του αναγνώστη, πλουταίνουνε το νόημα κι ολοκληρώνουνε την αρμονία του.

Αλλά δε φαίνεται πως ο ποιητής θα σταματήσει σ’ αυτό το έργο. Μέσα του υπάρχουν οι αφετηρίες καινούργιων αλμάτων. Είναι τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα».

Με το πρώτο μεταφέρει το τοπίο του από τα ξένα στα δικά μας νερά. Και στα δικά μας ακόμα νερά βρίσκει ο ποιητής το ξωτικό στοιχείο. Και δεν φαίνεται απίθανο να τον τραβήξουνε μελλοντικά ο πόνος κι η αμαρτία των ντόπιων συνανθρώπων ―και των στεριανών.

Με το δεύτερο ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δε φαίνεται απίθανο να συνεχίσειι ο ποιητής των ηρωικό αυτό δρόμο.

Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι, είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός, που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θηρίο.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Διαβάστε τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», και ακούστε τα μελοποιημένα από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο έργο Σταυρός του Νότου (ολόκληρο το έργο σε δυο αναρτήσεις):
         
Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Β΄ μέρος
  
Στο Σταυρό του Νότου περιέχονται μελοποιημένα ποιήματα και από το Μαραμπού.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Η επεισοδιακή συνάντηση του Βάρναλη με τον Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 
(Ξυλογραφία του Ευθύμη Παπαδημητρίου)

Ο Κώστας Βάρναλης χαρακτήρισε τον Παπαδιαμάντη «μεγαλύτερο νεοέλληνα συγγραφέα»  και ως τον μόνο «που μπορεί κανείς να τον διαβάζει και πάντα να τόνε βρίσκει νέον κι αναπάντεχο», και τον υπερασπίστηκε απέναντι σε  επικρίσεις για τη γλώσσα του: «Οι ήρωές του, άνθρωποι του λαού μιλούνε σ' όλα του τα διηγήματα τη γλώσσα του λαού». Η πρώτη τους συνάντηση (όπως θα δείτε παρακάτω) ήταν επεισοδιακή και στον Παπαδιαμάντη κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση άφησε ο νεαρός τότε Βάρναλης… Δεν στάθηκε όμως καθοριστική για τη μετέπειτα γνωριμία τους.

«Ο κυρ Αλέξανδρος, ο πράος άνθρωπος με τη μεγάλη χριστιανική καρδιά, την κοσμοφοβία του, την αγάπη του για τα ταπεινά πλάσματα του θεού και τους λαϊκούς ανθρώπους, με το κανελί πανωφόρι του, το μπαστούνι του, το σκληρό καπέλο του, τη διχαλωτή κοντή γενειάδα του και τα ήμερα (δυσανάγνωστη λέξη) μάτια, περνά ανάμεσα στα πλάσματα της φαντασίας μας και τραβά ίσια για το εικονοστάσι της καρδιάς μας να καθίσει με σταυρωμένα χέρια και με κλειστά μάτια, σαν άγιος στο τέμπλο της εκκλησιάς, ψιθυρίζοντας τα αγαπημένα του «τραγούδια του θεού». Κάπως έτσι σώζεται στη φαντασία των νεώτερων γενιών η ειδή του Παπαδιαμάντη. Ασκητικός, πτωχαλαζών, αμίλητος με την ακινησία βυζαντινής τοιχογραφίας.» Αυτές οι γραμμές του Τάσου Βουρνά στην Επιθεώρηση Τέχνης προλόγιζαν την αναφορά του περιοδικού στην πεντηκοστή επέτειο από το θάνατο του σπουδαίου λογοτέχνη και θεμελιωτή του νεοελληνικού διηγήματος Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που έφυγε απ’ τη ζωή στις 3 Γενάρη του 1911.

Ο Τ. Βουρνάς με αφορμή την επέτειο θανάτου του Παπαδιαμάντη συνάντησε για λογαριασμό της «Επιθεώρησης Τέχνης» τον Μάρκο Αυγέρη (γιατρός, ποιητής, θεωρητικός και κριτικός της λογοτεχνίας ― περισσότερα για τον ίδιο μπορείτε να δείτε εδώ), ο οποίος του μίλησε για τη γνωριμία του με τον σπουδαίο λογοτέχνη και για τη φιλική σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων ο Αυγέρης διηγείται με τρόπο γλαφυρό και πώς ο Βάρναλης με την «ασεβή» συμπεριφορά του εξόργισε τον Παπαδιαμάντη.

Κατά τη μεταγραφή κάποιες δυσανάγνωστες λέξεις (ευτυχώς λίγες) παραλήφτηκαν.

«Πώς τον γνώρισα; Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήταν στα 1905. Νεαρός τότε φοιτητής, είχα έρθει τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα και η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γνωρίσω τον Παπαδιαμάντη που τον ήξερα από το έργο του και από τη φωτογραφία του Νιρβάνα, δημοσιευμένη στα «Παναθήναια». Ανέβηκα πολλές φορές στη Δεξαμενή, αλλά δεν στάθηκα τυχερός. Ώσπου ένα σούρουπο βροχερό, με δυνατό άνεμο που ξεμάλλιαζε τις πελώριες λεύκες της Δεξαμενής, τον πέτυχα. Μπαίνοντας στο καφενείο του κυρ Γιάννη τον είδα να κάθεται στο μισοσκόταδο τυλιγμένος στο παλτό του, με το μπαστούνι ανάμεσα στα γόνατά του και το πηγούνι στηριγμένο στη λαβή του μπαστουνιού που έμοιαζε με πατερίτσα ιερατική.

― Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης, μου ψιθύρισαν. Ένιωσα ένα ιερό δέος σα να έβλεπα κάτι το υπερφυσικό. Μέσα στη βροχή και τον άνεμο μου φάνηκε σαν μαύρο πουλί, διωγμένο από την καταιγίδα, που ήρθε ν’ απαγκιάσει στο φτωχό καφενεδάκι.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εντύπωση. Τις επόμενες μέρες με παρουσίασαν στον Παπαδιαμάντη ο Κονδυλάκης κι ο Βλαχογιάννης. Με δέχτηκε με ευμένεια και καλοσύνη. Αν και πολύ νέος ήμουν γνωστός κιόλας στους φιλολογικούς κύκλους από το δράμα μου «Ανάμεσα στους ανθρώπους» που είχε παίξει στη Νέα Σκηνή ο Χριστομάνος εκείνη τη χρονιά. Ο Ξενόπουλος και ο Τσακόπουλος είχαν γράψει πολύ επαινετικά για το έργο μου κι ο Παπαδιαμάντης τάχε διαβάσει.

Από τότε γίναμε φίλοι, ο πιτσιρίκος εγώ κι αυτός ο φτασμένος. Του φερόμουν με σεβασμό και πάντα σύμφωνα με την τραυματισμένη ψυχολογία του, γι’ αυτό με συμπαθούσε και με καλούσε να τον συντροφεύω στο καφενείο της Δεξαμενής, χώρια βέβαια από την θορυβώδη και ασεβέστατη παρέα μου, που ο Παπαδιαμάντης την έβλεπε με κάποιο δέος.

Εκείνες τις μέρες έτυχε να γράψει στο «Άστυ» ο Μαλακάσης κάτι εντυπώσεις του ποιητικές από μια εκδρομή του στο παλάτι της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Ο Παπαδιαμάντης, που τον αγαπούσε πολύ και ήθελε πάντα να τον προβάλλει, με ρώτησε το πρωί, καθώς πήγα να τον καλημερίσω στο καφενείο.

― Διάβασες το χρονογράφημα του Μίλτου στο «Άστυ»;

Δεν το είχα διαβάσει. Μούδωσε την εφημερίδα κι εγώ άρχισα να το διαβάζω. Όταν τελείωσα με ρώτησε:

― Ε, δεν είναι έκτακτο;

Δεν μου είχε πολυαρέσει. Ιδίως γιατί άρχιζε με κάτι αφόρητες γενικές. Από σεβασμό συμφώνησα μαζί του.

― Ωραίο είναι!

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βάρναλης. Με τον Παπαδιαμάντη δεν είχε προσωπική γνωριμία, ούτε ταίριαζαν τα χνώτα τους.

― Τι διαβάζεις; με ρώτησε.

Τούδωσα το «Άστυ» τρέμοντας ότι θα πει οπωσδήποτε κάτι πειραχτικό. Και πραγματικά, αφού διάβασε στις πρώτες γραμμές τις απανωτές γενικές, αγανάχτησε!

― (Η ίδια δυσανάγνωστη λέξη επαναλαμβάνεται τρεις φορές)! έκανε κοροϊδευτικά, μου πέταξε την εφημερίδα και απομακρύνθηκε. Έπρεπε νάβλεπες εκείνη τη στιγμή τον Παπαδιαμάντη! Πρώτη και τελευταία φορά τον είδα έτσι οργισμένο.

― Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε τρέμοντας.

― Γνωστός μου…ψέλλισα…ποιητής!...

Ο Παπαδιαμάντης σηκώθηκε όρθιος και φώναξε:

― Ορίστε φίλε μου νέοι!... Τι ασέβεια!... και απομακρύνθηκε αγαναχτισμένος.

Αργότερα, βέβαια, γνωρίστηκε με το Βάρναλη και τον είχε δεχτεί κοντά του καθώς και τους άλλους «οργισμένους νέους», που όμως μπροστά στον Παπαδιαμάντη γίνονταν αμίλητα πρόβατα. Τόσο σεβασμό ενέπνεε η παρουσία του, ώστε κι αυτή η αδίστακτη μποεμαρία  της Δεξαμενής, που δε λογάριαζε τίποτε και θορυβούσε ως τα ξημερώματα, λούφαζε και τον άκουγε με θρησκευτική προσήλωση, τόσο αυτόν, όσο και τους φίλους του και συμπότες του ανθρώπους του λαού, που κάθονταν στο τραπέζι του ― ένα σοβατζή και μερικούς πηγαδάδες, καταπληκτικούς λαϊκούς τύπους με μεγάλη καρδιά και αφηγηματικό ταλέντο ανυπέρβλητο.
Δευτέρα 2 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος 

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Νίκος Οικονομίδης: Πένθιμη παραλλαγή των «Μοιραίων» του Κώστα Βάρναλη


Ριζοσπάστης, 17/12/1974

Είναι Τρίτη 17 Δεκέμβρη του 1974 όταν ο Ριζοσπάστης αναγγέλλει από την πρώτη του σελίδα το θάνατο του ποιητή του λαού Κώστα Βάρναλη: «Η καρδιά του ποιητή του “Οδηγητή” δεν άντεξε άλλο στη δοκιμασία. Ο Κώστας Βάρναλης, κορυφαίος ποιητής του λαού μας, τιμημένος με το βραβείο «Λένιν», που συνταίριασε το στίχο, το λόγο και τη ζωή με τους αγώνες του λαού μας, πέθανε, χθες το βράδυ. Η Ελλάδα χάνει έναν κορυφαίο πνευματικό άνθρωπο κι ο λαός μας τον πιο αγαπημένο ποιητή, που του στάθηκε πάντα στο πλευρό του. Που τα τραγούδια του έδωσαν ελπίδες και πίστη…». Την επόμενη μέρα χιλιάδες λαού σηκώνουν στους ώμους τους το φέρετρο του ποιητή και αποχαιρετάνε τον «παππού των λαϊκών αγώνων».

Δυο βδομάδες αργότερα, την πρωτοχρονιά του 1975 δημοσιεύεται στο Ριζοσπάστη το παρακάτω ποίημα του Νίκου Οικονομίδη (συντάκτης ―με το ψευδώνυμο «Ο Παλιός»― της στήλης «Έμμετρος Ρίζος», από το πρώτο νόμιμο μεταπολιτευτικό φύλλο της εφημερίδας και για χρόνια αργότερα). Παίρνοντας στίχους από το γνωστό ποίημα του Κ. Βάρναλη Οι μοιραίοι, ο Νίκος Οικονομίδης φτιάχνει έναν έμμετρο συγκινητικό αποχαιρετισμό στον σύντροφο ποιητή. 


Πένθιμη παραλλαγή
(Οι Μοιραίοι)

«Μεσ’ στην υπόγεια την ταβέρνα»
τρέχει το δάκρυ μας βροχή
απόψε ταβερνιάρη κέρνα
για να μεθύσουν οι φτωχοί.
Όσα κι αν πιούνε ποτηράκια
δεν πάνε κάτω τα φαρμάκια.

― Όχι, να μη τον κλάψουμε άλλο
εκείνος το ’πε: Μ’ εννοείς;
«Ω, πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής»!
Μα ο νους απόψε τυραγνιέται
μ’ ό,τι δικό του αναθυμιέται.

«Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος του άσωστου ουρανού
ω, της αυγής κροκάτη γάζα»
μεσ’ στην ψυχή του και στο νου
στίχοι ―μεστοί του― είχατε γίνει
για δίκιο και γι’ αδελφοσύνη.

Πάλαιψε με το ριζικό μας
με το Θεό που μας μισεί
με το κεφάλι το κακό μας
και της καρδιάς του το κρασί
μέσα στο στίχο του έχει κλείσει
για να πνιγούν της γης τα μίση.

Μέσα στη σκοτεινή ταβέρνα
απόψε πίνουμε σκυφτοί
Χάρε από δω για λίγο πέρνα
με της αλήθειας τον ποιητή
Κι αν σε μεθύσουμε όλοι αντάμα
ίσως να γίνει κάνα θάμα.

ΝΙΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

― Γδικιωμόοοο…

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος
…Εκείνα τα παιδιά, με τα οποία μοιραστήκαμε τα πρώτα βιβλία, είχαν την τύχη της βιβλιοθήκης μου: κάηκαν προτού προλάβουν να σχηματιστούν. Άλλους τους έχασα έπειτα τελείως κι έμειναν ό,τι ήταν: παιδιά. Και δεν υπάρχει τώρα παρά η απέραντη νεκροπομπή που κουβαλούμε μέσα μας όσοι επιζήσαμε. Και ίσως κάποια ίχνη που άφησαν με το χέρι τους, όπως τα δυο μου αδέλφια τις υπογραφές τους στον παλιό τόμο της Καινής Διαθήκης, στην τελευταία σελίδα ―κε το θεό δόξα έγραψε το μικρό αδέλφι δίπλα στη λέξη "τέλος" του βιβλίου.

Μια μέρα, γυρίζοντας από το γυμνάσιο, περάσαμε με τον Αργύρη από το σπίτι του. Με άφησε να περιμένω κάτω στη σκάλα, αφού έκλεισε προσεχτικά την εξώπορτα. Σε λίγο τον είδα να κατεβαίνει μ’ ένα βιβλίο.

Ήταν ένα πανέξυπνο παιδί. Κατάλαβα από το πονηρό του χαμόγελο ότι το εξώφυλλο δεν είχε σχέση με το βιβλίο μέσα. Έκαμα να το ανοίξω, δεν με άφησε ―"στο σπίτι" και μου το πέρασε κάτω από το παλτό.

Ήταν το Φως που καίει. Έτσι φτάναμε και σ’ αυτά.

Ο Γδικιωμός που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα,
είμαστ’ εμείς που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά.

Όλα ήταν εδώ μέσα. Όλος ο δικός μας προγραμματισμός.

Έπειτα ο Αργύρης, όταν στην Αθήνα συνεχίζονταν οι μάχες, μ’ έναν τηλεβόα φώναζε στην πλατεία του Αη Θανάση: ― Γδικιωμόοοο…

Στον εμφύλιο, μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού, τον σκότωσαν λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, εκεί γύρω στην ίδια πλατεία, στην ίδια σκηνή…

Είχαν κάποιο λόγο να τ’ απαγορεύουν και να τα καίνε αυτά τα βιβλία, δεν εγνώριζαν Ομως πως όσο τα βιβλία τα κυνηγάς, όσο τα καις, τόσο με την δοκιμασία της φωτιάς ο λόγος τους αληθινά καίει.

Ο Αργύρης είναι τώρα κι αυτός στην χορεία εκείνων των παιδιών ολοζώντανος σ’ ένα βάθρο της νεκρόπολής μου με το πρόσωπο κοντά-κοντά χαρακωμένο από τις ακτίνες των πανέξυπνων ματιών του και του γέλιου του, ένας κρουνός από λάμψεις, όπως σπινθηροβολεί το καλό πετράδι…

ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

[Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ, Α΄τόμος, σελ. 201-202]

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

«Ποιείν» και «Ατέχνως» σας προσκαλούν σε μια βραδιά για τον Κώστα Βάρναλη


Το περιοδικό «Ατέχνως» (www.atexnos.gr)  και η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, «Ποιείν» (www.poiein.gr) Σας προσκαλούν σε  μια βραδιά για τον Κώστα Βάρναλη,  στις  14 Φεβρουαρίου (ανήμερα της γέννησης του Ποιητή), στο Polis Art Cafe, Aίθριο Αρσακείου, στις 19.00.
 Μιλούν οι:
Βασίλης Αλεξίου, επίκουρος καθηγητής του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ: «Το έργο του Βάρναλη και η επικαιρότητά του».
 Βασίλης Κολοβός, ηθοποιός – συγγραφέας:  «Ο θεατρικός Βάρναλης».
Ηρακλής Κακαβάνης, συγγραφέας- δημοσιογράφος, συνεκδότης του περιοδικού «Ατέχνως»: «Ο άνθρωπος Βάρναλης».
 Σπύρος Αραβανής, φιλόλογος- δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού «Ποιείν»: «Ο μελοποιημένος Βάρναλης».
 Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν μουσικά ο μουσικοσυνθέτης Στέφανος Γεωργιάδης με την τραγουδίστρια Κατερίνα Τσαντήλα.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Η Γεωργία Λαδογιάννη γράφει για τον «άγνωστο Βάρναλη»

Σαν σήμερα, στις 16 Δεκέμβρη του 1974 έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Βάρναλης. Εκπαιδευτικός, ποιητής, κριτικός, δημοσιογράφος, ο κομμουνιστής Κ. Βάρναλης στρατεύτηκε με την πένα του και τη δράση του στην υπόθεση της εργατικής τάξης, αγαπήθηκε, τιμήθηκε  και τραγουδήθηκε από το λαό.

Το εξαιρετικό βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” αποτελεί πια σημείο αναφοράς για όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν το έργο αλλά και τη ζωή του Κ. Βάρναλη έξω από τα πολυπερπατημένα μονοπάτια της ευκολίας και της αναπαρωγής στερεοτύπων, και έχει απασχολήσει και άλλες φορές στο παρελθόν τις σελίδες της "στηθάγχης".

Σήμερα παρουσιάζουμε την κριτική-παρουσίαση της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Γεωργίας Λαδογιάννη που  δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέματα Παιδείας (τ. 51-52).


Ηρακλής Κακαβάνης: “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” – Εκδόσεις Εντός, Αθήνα 2012.

Η έκδοση ξαφνιάζει θετικά  τους φιλολόγους που το θέμα Βάρναλης τους έχει απασχολήσει πολλά χρόνια, είτε ως αντικείμενο διδασκαλίας είτε της έρευνας. Και αυτό οφείλεται, πρώτα, στο σημαντικό υλικό που παρουσιάζει η έκδοση, αλλά και στη σοβαρή εργασία του μελετητή, άγνωστου ως τώρα στη βιβλιογραφία Βάρναλη. Δύο προηγούμενες  εργασίες του κ. Ηρακλή Κακαβάνη (Ο δαίμων του τυπογραφείου, 2008, και η εισαγωγή στο Λεύκωμα Ομήρου Ιλιάδα  με λιθογραφίες του H. Motte, 2008) φανέρωναν τον ανήσυχο ερευνητή και τον ευαίσθητο φιλόλογο. Οι αρετές αυτές τού χρειάστηκαν με το παραπάνω στην παρούσα εργασία. Όμως  στον Αγνωστο Βάρναλη οι φιλολογικές απαιτήσεις, που έθεσε ο ίδιος ο μελετητής, είναι μεγάλες. Χρειάστηκε καλή γνώση της βιβλιογραφίας Βάρναλη και ιδιαίτερα της εκδοτικής ιστορίας και των διαδρομών που έχουν κάνει τα ποιήματά του, σε έντυπα, συλλογές, επαναδημοσιεύσεις.

Ο Βάρναλης του H. Κακαβάνη (H.K.) είναι «ο άγνωστος», γιατί ο μελετητής του προβαίνει στην ανασύσταση του ποιητή και διανοούμενο Βάρναλη επανελέγχοντας ό,τι ήταν γνωστό και αξιολογώντας από το Αρχείο του ό,τι έκρινε πως ωφελεί την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς να προσβάλλει τη βούληση του ίδιου του ποιητή, που την ξέρουμε από το άρθρο «Καταλοιποθήραι» (1942). Το άρθρο το παραθέτει ο H.Κ.  από το αρχείο της εφημερίδας Πρωία και σε αυτό ο Βάρναλης έθετε το γενικότερο ζήτημα για τα όρια της φιλολογικής έρευνας σε σχέση με την προσωπικότητα του ποιητή
και του ανθρώπου. Ο μελετητής θέτει τις απόψεις αυτές ως όρια για τη δική του εργασία, όταν αποφασίζει να αξιοποιήσει μέρος του αρχείου.  

Ο Η.Κ. τα είδε όλα από την αρχή. Έκανε έναν πολύμοχθο και λεπτολόγο επανέλεγχο σε ό,τι αφορά στον ποιητή: το Αρχείο του Βάρναλη, τα έντυπα που συνεργάστηκε -και ανάμεσά τους εξαιρετικά σπάνια φύλλα λογοτεχνικών περιοδικών-, τις εκδόσεις που γίνανε όσο ζούσε και εκείνες μετά τον θάνατό του, τις δημοσιεύσεις ποιημάτων από τον ίδιο ή από άλλους, εργοβιογραφικές εργασίες και προηγούμενες εκδόσεις αρχειακού υλικού. Ο επανέλεγχος και η συγκέντρωση του νέου υλικού αξιοποιείται στη διασταύρωση στοιχείων, π.χ. για τις διαφορετικές μορφές στις οποίες έχουμε τα κείμενα, και στην τεκμηρίωση χρονολογιών που μερικές φορές ακόμα και οι αβλεψίες περνούσαν ως φιλολογικό δεδομένο με συνέπειες στην ερμηνεία της ποιητικής προσωπικότητας του Βάρναλη.

Αξίζει να δώσουμε το παράδειγμα από το πολύ σημαντικό ποίημα «Το φεγγάρι», δημοσιευμένο στην Ηγησώ, 1907,  που εξακολουθούσε όμως να θεωρείται ποίημα του 1927, σε εποχή δηλαδή όπου το ποιητικό περιβάλλον του Βάρναλη, με όριο αφετηρίας Το Φως που καίει, έχει αλλάξει ριζικά και με τους Σκλάβους Πολιορκημένους (1927) να έχει περάσει σε μια δημιουργηκή αναχώνευση και σύνθεση της μαρξιστικής ιδεολογίας και της σολωμικής παράδοσης. Το ποίημα εκείνο, ωστόσο, αντιπροσωπευτικό του καλύτερου λυρισμού της πρώτης περιόδου εμπεριέχει και τους ποιητικούς θύλακες που θα αναπτυχθούν στο μεταγενέστερο έργο. Η ορθή χρονολόγησή του αλλάζει την ερμηνευτική συμβολή του ποιήματος. 

Χαρακτηριστικό της νέας ματιάς του Η. Κ. είναι και το  χρονολόγιο Βάρναλη. Δεν είναι μια συνηθισμένη παράθεση βιογραφίας δίπλα από μια χρονολογία, αλλά είναι ένας πρωτότυπος τρόπος, όπου η κάθε χρονία σημαδεύεται συνοδευόμενη από την παράθεση κειμένων, είτε γραμμένων στον συγεκριμένο χρόνο είτε αναφερόμενων σε αυτόν. Με τον τρόπο αυτό έχουμε την ανασύσταση της πορείας που διαγράφει η συγγραφική δραστηριότητα του διανοούμενου Βάρναλη. Το αποτέλεσμα είναι να παρακολουθούμε βήμα βήμα το ξετύλιγμα της δημιουργικής και της γενικότερης πνευματικής δράσης μιας προσωπικότητας που χάραξε με το έργο του τον πολιτισμό του 20ού αιώνα και σηματοδότησε την ανταπόκριση της διανόησης, καθώς και την αισθητική της συγκίνηση απέναντι στο κίνημα για κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη.

Ο κομμουνιστής Βάρναλης αποτελεί κεφάλαιο και η επιστήμη που δεν φοβάται δεν το κρύβει ούτε λοξοδρομεί για να το παρακάμψει. Η επιστημονική υπευθυνότητα της εργασίας του  Η.Κ. κρίνεται και σε αυτό το σημείο. Ο μελετητής προβάλλει τις πλευρές του αγωνιστή ποιητή και διανοούμενου που έχουν ατονήσει στη συνείδηση της νεότερης γενιάς, στην οποία ανήκει και ο ίδιος. Και αυτό είναι ένα από τα σημαντικά στοιχεία της παρούσας έκδοσης. Το κεφάλαιο «Ο δημοτικιστής Βάρναλης» περιέχει κείμενα που δεν πρέπει να αγνοεί κανένας μαθητής ή φοιτητής, τουλάχιστον. Είναι μέρος αναπόσπαστο της γενικότερης ιστορίας, της ιστορίας της γλώσσας, της εκπαίδευσης και της ελληνικής διανόησης. Ιδιαίτερα, η διανόηση της αριστεράς του μεσοπολέμου είναι εκείνη που σήκωσε μεγάλο μέρος του γλωσσο-κοινωνικού αγώνα. Ο Βάρναλης, που επιπλέον είναι και με το ΚΚΕ –όπως και ο Δ. Γληνός και η Ρ. Ιμβριώτη που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα- θα χάσει για πάντα τη δουλειά του (οριστική απόλυση 1926), μέσα στο φανατισμό και τη μισαλλοδοξία των Μαρασλειακών (1925), μιας περιόδου που ετοιμάζει το έδαφος για το «Ιδιώνυμο» (1929) και για τη δικτατορία του Μεταξά (1936). Οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου προσφέρουν πολυτιμότατο υλικό που σχεδόν εξαντλούν από την άποψη του αρχειακού υλικού το θέμα. 

 
Η αντίδραση –κοινωνική και πολιτική, κύκλοι του Τύπου, της εκκλησίας και εγκάθετων φορέων-  στις δύο δεκαετίες του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα μετά το 1925, φτιάχνει ανοιχτό αντικομμουνιστικό μέτωπο. Τον Βάρναλη τον έχει για σύμβολο για να χτυπηθεί η τέχνη, η ελευθερία της σκέψης και η ελευθερία του λόγου, για να συκοφαντηθούν διανοούμενοι με κοινωνική ευαισθησία και να τρομοκρατηθούν οι υπόλοιποι, για να δημιουργηθεί το διχαστικό ιδεολόγημα τι είναι «εθνικό» και τι «αντεθνικό». Όπως είπαμε, το έδαφος στρώνεται για τις πολιτικές της φασιστικής διολίσθησης του αστικού φιλελευθερισμού της δεκαετίας του 1930. Ο ποιητής θα είναι και από τους πρώτους διανοούμενους (μαζί με τον Γληνό) που εξορίζονται.

Η πένα του Βάρναλη, ωστόσο, δεν χαριζόταν. Στα αδημοσίευτα κείμενα που παρουσιάζει ο Η.Κ. ανήκει και ένα καταπληκτικής σατιρικής ευστοχίας και αισθητικής ευφορίας κείμενο, γραμμένο στο περιθώριο της διαμάχης με τον πρώην συνοδοιπόρο σε θέματα γλώσσας και εκπαίδευσης Αλέξανδρο Δελμούζο, αλλά και με τον Γιάννη Αποστολάκη, στη μεταφυσική κριτική του οποίου απαντούσε με το δοκίμιο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925). Πρόκειται για το θεατρόμορφο «Ο Αντρας και η Γυναίκα. Λόγια και Πράξις. Ενας Διάλογος υπό Κ. Βάρναλη» (σ. 200 κ.εξ.), που πολύ σωστά ανασύρει από το Αρχείο ο Η.Κ. Στις ιδιαιτερότητες του βιβλίου θέλω να υπογραμμίσω και ένα γεγονός που είναι ενδεικτικό των νέων μέσων και της επωφελούς χρήσης τους, που μπορούν να βοηθούν και τη φιλολογία. Εννοώ, εδώ, τη συνεργασία του φιλολόγου Η.Κ. με μπλόγκερς. Ο μελετητής έχει ψάξει και αυτόν τον χώρο και έχει συνεργαστεί για τις δημοσιεύσεις και για τις εκδοχές γραφής πολλών ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της συνεργασίας με το μπλογκ του Νίκου Σαραντάκου (σ. 40). 

Σημαντική θέση μέσα στο βιβλίο έχουν οι αναφορές στον κριτικό και στον μεταφραστή Βάρναλη. Οι μεταφράσεις του τόσο από κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας όσο και από της ξένης λογοτεχνίας σημαίνουν πολλά πράγματα για τον πολιτισμό μας και πρώτα της γλώσσας. Γιατί οι μεταφράσεις, ειδικά του αρχαίου δράματος, έχουν ακουστεί από τις παραστάσεις του Εθνικού, που τις χρησιμοποίησε, και αυτό σημαίνει ότι είχαν την ευκαιρία να επηρεάσουν κι άλλους μεταφραστές. Ύστερα, δεν είναι οι μεταφράσεις του Βάρναλη μια «τεχνική» γλώσσα. Είναι γλώσσα που έχει προκύψει μετά από πολύχρονη τριβή της με τον λυρισμό, και με αυτή την σκευή έρχεται να συναντήσει τον γλωσσικό πολιτισμό άλλων εποχών ή χωρών. Στην ιστορία του γλωσσικού μας πολιτισμού, ο Βάρναλης κληροδοτεί και τη γλώσσα που ενσωματώσει τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ποιητές άλλων εποχών και άλλων περιβαλλόντων, άλλων πολιτισμών, άλλων νοοτροπιών και άλλου στοχασμού.Το μεταφραστικό έργο του Βάρναλη μας δείχνει και την ευρύτητα και την ποιότητα της δικής του πολιτισμικής επικοινωνίας. Ας απαριθμήσουμε τις μεταφράσεις του: Μολιέρος, Φλωμπέρ, Ευριπίδης, Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Ξενοφώντας, παραμύθια και δημοτικά τραγούδια, λαϊκά, της Κίνας, παραμύθια από βαλκανικούς και από άλλους λαούς. Έπειτα, το γεγονός ότι οι μεταφράσεις του οι θεατρικές ακόμα χρησιμοποιούνται στο θέατρο, σημαίνει ότι η γλώσσα του ανταποκρίνεται στις δικές μας αναπαραστατικές απαιτήσεις.

Κλείνοντας, να αναφέρουμε τη δημοσίευση στο βιβλίο του Η.Κ. μεγάλου αριθμού  συνεντεύξεων που έδωσε ο ποιητής σε διάφορες εποχές. Τις βρίσκουμε στο βιβλίο συγκεντρωμένες, αφού ο ερευνητής έψαξε για πολύ καιρό σε πολλά και σπάνια έντυπα. Σε αυτές (όπως και στις «Επιστολές από την εξορία», σ. 227 κ.εξ.) ακούμε τον ίδιο τον Βάρναλη να μας μιλά και σκέφτομαι πώς έχουμε κείμενα που συγκροτούν μια μορφή αυτοβιογραφίας, κοντά στην «επίσημη» αυτοβιογραφία του. Νομίζω ότι αυτό το υλικό προσφέρεται και για μια θεατρική του αξιοποίηση, για έναν  θατροποιημένο αυτοβιογραφικό (πολυγλωσσικό) μονόλογο.

Τελειώνω με μια σκέψη σχετικά με όσα ποιήματα άφησε «αδημοσίευτα» ο Βάρναλης. Θα έλεγα πως πρόκειται για ποιήματα που αποτέλεσαν τα «φαντάσματα» του ποιητή. Δηλαδή όσα ως «αυτοτιμωρούμενος» έπρεπε ο ίδιος να τους επιβάλει την ποινή του σκότους και να μην πάρουν το δρόμο για τη δημοσιότητα. Ποιήματα που τον φέρανε αντιμέτωπο με υπαρξιακά και αισθητικά ζητήματα. Είναι επιτυχημένο το μότο από αδημοσίευτο κείμενο του Βάρναλη που βάζει ο Η.Κ. στο κεφ. «Αγνωστα και ξαναδουλεμένα ποιήματα» (σ. 295) : «Τραγούδι [...] επιθυμία άσβηστη του θανάτου». Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ανάμεσά τους υπάρχουν ποιήματα που μας επιτρέπουν να απευθύνουμε ένα παράπονο προς τον ποιητή γιατί μάς στέρησε ποιήματα όπως «Το μυστικό του», «Το Οχι του λαού» ή από στίχους που βγάζουν τον ορχούμενο, παιγνιώντα, μεστό από τρεμάμενη συγκίνηση και από καλλιτεχνική έξαψη αισθησιασμό: Ευρυδίκη μου, Ευρυδίκη,/ να με κάψ’ η Θεία Δίκη,/ αν δε σ’ αγαπώ πιστά./.../Να πλερώνω να σ’ ακώ,/ να πλερώνω να βυθώ/ στης Λησμόνιας το βυθό («Δεν είναι παίξε γέλασε», σ. 306). Το ίδιο:  Με το παίζω, παίζεις, παίζει/ του μπαμπά και της μαμάς,/ ήρθε στο ντουνιά να παίζει/ η κορούλα του Βενέζη («Στην κορούλα του Βενέζη», σ. 307). Επίσης, το ποίημα «Το μυστικό του» (σ. 310), με τον σπαραγμό που δεν βγαίνει ή τη βαθιά ‘ανάγνωση’ που κάνει το «φώς που καίει» στο ψέμα, καθώς αποκαλύπτει: Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι/ πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη/ μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη/ του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη (σ. 314).

Το υλικό που συγκεντρώνει και θέτει στη διάθεσή μας ο Η.Κ. ξαναθέτει το εκδοτικό πρόβλημα. Κάνει φανερό ότι μάς χρειάζεται μία έκδοση με φιλολογικό έλεγχο εξαντλητικό πάνω σε όσα νομίζαμε ότι ισχύουν, με τη διασταύρωση των στοιχείων με τις ίδιες τις πηγές τους (Αρχείο, έντυπα πρώτης δημοσίευσης) και με την συμπερίληψη κειμένων (πεζών και ποιητικών) που παρουσιάζει για πρώτη φορά ο Η.Κ. Το βιβλίο είναι μια ουσιαστική συμβολή και οι δυνατότητές της θα ήταν περισσότερες αν αξιοποιούσε πιο αυστηρά τη μέθοδο παρουσίασης του πολύ σημαντικού υλικού.
 
ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ
Καθηγήτρια Πανεπιστημίου ιωαννίνων

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: 39 ποιήματα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκαν με την υπογραφή άλλου!

Η μελέτη και έρευνα στο έργο του ποιητή Κώστα Βάρναλη κρύβει εκπλήξεις , που ανατρέπουν τη μέχρι τώρα γνώση μας για το εύρος του έργου και τη χρονολόγησή του. Για παράδειγμα, τα «Δώδεκα διαλεχτά παραμύθια» και η διασκευή του «Δον Κιχώτη», που τα τοποθετούσαμε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, πρωτοκυκλοφόρησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Τις δύο εκδόσεις, που δεν υπάρχουν στο Αρχείο Βάρναλη, τις βρήκαμε στα παλαιοπωλεία.

Η έρευνα απρόσμενα έφερε στο φως και ένα θησαυρό από τριάντα εννιά παιδικά ποιήματα, που έγραψε – κατά παραγγελία- το 1936 ο Κώστας Βάρναλης και δημοσιεύτηκαν στις αρχές του 1937 με την υπογραφή του Νώντα Έλατου. Πρόκειται για ψευδώνυμο του Επαμεινώνδα Γ. Παπαμιχαήλ, εκπαιδευτικού, ποιητή και συγγραφέα πολλών σχολικών βιβλίων (1). Έγραψε τα ποιήματα κατά παραγγελία και επ’ αμοιβή! Τα πούλησε στον Νώντα Έλατο.
Στο Αρχείο Βάρναλη υπάρχει η σχετική αλληλογραφία που τεκμηριώνει την αγοραπωλησία. Είναι μια συζήτηση δι’ αλληλογραφίας, Κώστα Βάρναλη – Επ. Παπαμιχαήλ, για την εξεύρεση τρόπου που θα διασφαλίζει τα πνευματικά δικαιώματα του Βάρναλη επί των ποιημάτων του. Από τις επιστολές προκύπτει ότι ο Βάρναλης έδωσε τα ποιήματα, έναντι αμοιβής, στον Επ. Παπαμιχαήλ, ο οποίος τα προόριζε για σχολική χρήση. Υπάρχουν οι αναγκαίες πληροφορίες που φωτίζουν τη συμφωνία για την πώληση των ποιημάτων και την έκδοση της συλλογής. Επίσης, στο Αρχείο Βάρναλη υπάρχουν και τα χειρόγραφα αρκετών εκ των ποιημάτων αυτών.
Ο Βάρναλης με τη γυναίκα του από το 1929 Δόρα Μοάτσου
Ο Βάρναλης με τη γυναίκα του από το 1929 Δώρα Μοάτσου
Η ποιητική συλλογή του Νώντα Έλατου με τον τίτλο «Ο Κορυδαλλός» περιλάμβανε 76 ποιήματα. Είκοσι τρία ποιήματα του Νώντα Έλατου, δεκατέσσερις διασκευές ξένων τραγουδιών και τα τριάντα εννιά ποιήματα του Κώστα Βάρναλη. Ο τίτλος της συλλογής είναι από το ομώνυμο ποίημα «Ο Κορυδαλλός». Ένα από τα 39 του Βάρναλη και το μόνο, που δημοσιεύτηκε αργότερα σε περιοδικό με την υπογραφή του. Συγκεκριμένα στο περιοδικό «Καλλιτεχνικά Νέα» το Σάββατο 1 Γενάρη 1944 (2).
Το ιστορικό, τα τεκμήρια της αγοραπωλησίας και δεκαέξι από αυτά τα ποιήματα δημοσιεύονται στο έντυπο περιοδικό «Θέματα Παιδείας» (τεύχ. 51-52, καλοκαίρι 2014). Στο ίδιο κείμενο υπάρχει αναλυτική αναφορά στο έργο του Βάρναλη για τα παιδιά.

Το ποίημα «Ο Κορυδαλλός», που ακολουθεί, πρώτη φορά αναρτάται – δημοσιεύεται στο διαδίκτυο.
Ο ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ
ΑΥΓΗΝ αυγή και μόλις βγει στον ουρανό το γαλανό απ” το βουνό του ήλιου ο δαυλός από κοντά τον χαιρετά με λαγαρή φωνή αργυρή ο ψάλτης ο κορυδαλλός
ΕΤΣΙ κ” εσύ Νιότη χρυσή, όλη χαρά με τα φτερά της φαντασιάς στα ουράνια πέτα. με λαγαρή φωνή αργυρή σαν τον τρελό κορυδαλλό τον Ηλιο, τη Ζωή χαιρέτα.
Ο Βάρναλης νεαρός στην Κρήτη μαζί με τον Νίκο και τη Γαλάτεια Καζαντζάκη
Ο Βάρναλης νεαρός στην Κρήτη μαζί με τον Νίκο και τη Γαλάτεια Καζαντζάκη
Βαθιές οι ρίζες του φαινομένου
Η αγοραπωλησία ποιημάτων δεν είναι συνηθισμένο γεγονός αν και δεν πρόκειται για μοναδική περίπτωση στο χώρο της (ελληνικής) λογοτεχνίας.
Ποιήματα κατά παραγγελία είναι πανάρχαιο φαινόμενο. Για παράδειγμα ο Σιμωνίδης ο Κείος έγραφε έναντι αμοιβής, όπως και ο Πίνδαρος κατά παραγγελία και επ’ αμοιβή.
Στα νεότερα χρόνια ποιήματα κατά παραγγελία έγραφε ο Αχ. Παράσχος. Ποιητές που με αυτόν τον τρόπο κέρδιζαν χρήματα από την τέχνη τους. Ποιήματα, όμως , που να εκδοθούν με όνομα άλλου συνιστούν μια ιδιαίτερη περίπτωση και σίγουρα περά από λογοτεχνικό έχει και ψυχολογικό ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα όταν αυτό αφορά έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές.
Το 1936 που ο Κώστας Βάρναλης «πουλά» τα ποιήματα στον Νώντα Έλατο είναι μια περίοδος δύσκολη οικονομικά. Δεν έχει ακόμη μόνιμη συνεργασία με την «Πρωΐα», σποραδικά γράφει ανώνυμα. Eξαιτίας της απαγόρευσης από τη δικτατορία του Μεταξά δεν μπορούσε να δημοσιεύσει τίποτα με το όνομά του. Όπως επίσης, μάλλον δεν κυκλοφορούν τα βιβλία του, που τα ποσοστά από τα διακίνηση μέχρι τη δικτατορία, στήριζαν τα οικονομικά του ζεύγους (στην αλληλογραφία του Κ. Βάρναλη με τη Δώρα Μοάτσου την περίοδο της εξορίας του, τέλη 1935, υπάρχουν τέτοιες αναφορές). Αυτά μαζί με τα βιοποριστικά προβλήματα ίσως εξηγούν γιατί πούλησε τα ποιήματα ο Κώστας Βάρναλης.
Ο Κώστας Βάρναλης σε νεαρή ηλικία
Ο Κώστας Βάρναλης σε νεαρή ηλικία
Το προηγούμενο με τον Κλεάνθη Τριανταφύλλου
Είπαμε ότι δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα έχοντας υπόψη ένα (σχετικά) παράλληλο παράδειγμα, αυτό του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου (1850-1889), συνιδρυτή του «Ραμπαγά». Αν και δεν συγκρίνεται με αυτό του Βάρναλη:
«Ένα μεσημέρι καθόμαστε στο γραφείο, αυτός στο τραπέζι του μπροστά, με το καπέλο στο κεφάλι κι εγώ ξαπλωμένος στο καναπεδάκι, και λογαριάζαμε πού να γευματίσουμε, στο Γαλάτσι που πηγαίναμε συχνότατα, ή σε κανένα κοντινό ξενοδοχείο. Εκεί που τα λέγαμε και λογαριάζαμε και τα καπιτάλια μας, που δεν ήτανε πολλά, ανοίγει την πόρτα ένας χωριάτης. - Κύριε Αραγκαβά, λέει βγάζοντας το σκούφο του, το παιδί μου σκοτώθηκε πέρσι στον πόλεμο, του ’καμα φέτος έναν τάφο καλούτσικο στο χωριό και θέλω ναν του γράψω κι ένα τραγούδι πάνω στο σταυρό… Μου είπανε πως η αφεντιά σου τα καταφέρνεις τα τέτοια… με το αζημίωτό σου, βέβαια… Και του αφήνει πάνω στο τραπέζι δυο τάλιρα ασημένια. Εγώ με κόπο συγκρατούσα τα γέλια. Βέβαια κάποιος φίλος του Κλεάνθη, χωρατατζής, μας τον είχε στείλει. Ο Κλεάνθης, σοβαρότατα, πήρε και τα δυο τάλιρα και του είπε να καθίσει. Ο χωριάτης κάθισε σε καρέκλα κι ο Κλεάνθης, που ήταν απαράμιλλος αυτοσκεδιαστής, ύστερ’ από λιγόστιγμη σκέψη, άρχισε ν΄ απαγγέλνει:
Όλος σφρίγος και όλος νεότης, της Πατρίδος λαμπρός στρατιώτης…
- Κύριε Αραγκαβά! ανασηκώνεται ο χωριάτης και τονέ διακόφτει. Δεν ήτανε στρατιώτης ο γιος μου• ήτανε δεκανέας… Να, κ’ ένα τάλιρο ακόμα και κάνε το τραγούδι για δεκανέα!… Ο Κλεάνθης τσέπωσε και το τρίτο τάλιρο και, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, άρχισε ν΄ απαγγέλνει:
Δυνατός και ακμαίος ως Αίας, της πατρίδος λαμπρός δεκανέας…
Έγραψε το τετράστιχο και τόδωσε στο χωριάτη, που έφυγε κατενθουσιασμένος, και μείς το μεσημέρι φάγαμε τα τρία τάλιρα εις μνημόσυνο του λαμπρού Μαρουσιώτη δεκανέα… Μου δηγότανε πως όταν ήτανε στην Πόλη, συνεργάτης του γερο-Βουτυρά, στο ‘’Νεολόγο’’, είχε ένα καλούτσικο εισόδημα απ’ αυτό το είδος τη φιλολογία. Δεν έκανε μόνο επιγράμματα για πεθαμένους, άλλα έκανε και ποιήματα για ζωντανούς, δηλ. που του τα καλοπλήρωναν άλλοι φιλόδοξοι ομογενείς, που τα τυπώνανε για δικά τους, με την υπογραφή τους» («Φιλολογικά πορτραίτα 1885-1922», Δ.Π. Ταγκόπουλου, 1922. Ο Ταγκόπουλος με τον Τριαντάφυλλο ήταν φίλοι).
Αντίστοιχα φαινόμενα μας είναι γνωστά από το χώρο του τραγουδιού, σε μια εποχή όμως που δεν υπήρχαν πνευματικά δικαιώματα. Π.χ. Χαράλαμπος Βασιλειάδης (ή Τσάντας), Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου κ.α.

1. Ο Επαμεινώνδας Γεωργίου Παπαμιχαήλ, γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Νώντας Έλατος, εκπαιδευτικός, ποιητής και συγγραφέας σχολικών συγγραμμάτων, γεννήθηκε το 1871 στα Βούρβουρα του νομού Αρκαδίας και πέθανε το 1951. Έγραψε τα βιβλία του στη Δημοτική γλώσσα και συνυπέγραψε μαζί με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα αναγνωστικά βιβλία για τις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου.
2. Τα «Καλλιτεχνικά Νέα» ήταν εβδομαδιαίο θεατρικό, λογοτεχνικό, κινηματογραφικό, καλλιτεχνικό περιοδικό που κυκλοφόρησε αρχικώς παράνομα και μετά την απελευθέρωση νόμιμα (χρόνος έκδοσης 1943-1945). Διευθυντής ήταν ο Γ. Βασιλόπουλος και αρχισυντάκτης ο Κ. Μεραναίος.
Η πρώτη σελίδα του περιοδικού "Καλλιτεχνικά Νέα", όπου ο Βάρναλης δημοσίευσε με την υπογραφή του για πρώτη φορά τον «Κορυδαλλό» τουΗ πρώτη σελίδα του περιοδικού «Καλλιτεχνικά Νέα», όπου ο Βάρναλης δημοσίευσε με την υπογραφή του για πρώτη φορά τον «Κορυδαλλό» του
 
  Το εξώφυλλο του αναγνωστικού «Το Ροζακί σταφύλι» που έγραψε ο Καρκαβίτσας, μαζί με τον Νώντα Ελατο (Ε. Παπαμιχαήλ), την εποχή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Ε. Βενιζέλο το 1932

Το εξώφυλλο του αναγνωστικού «Το Ροζακί σταφύλι» που έγραψε ο Καρκαβίτσας, μαζί με τον Νώντα Ελατο (Ε. Παπαμιχαήλ), την εποχή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Ε. Βενιζέλο το 1932

Ηρακλής Κακαβάνης

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η θρησκευτικότητα του Βάρναλη(;!)»

Προκειμένου να εξυπηρετηθεί η τρέχουσα πολιτική σκοπιμότητα, εκτός από τα συμφέροντα του λαού, θυσιάζονται ακόμα και ποιητές. «Όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω» κατά την έκφραση του πλανόδιου μικροπωλητή.
Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Άγιο Όρος προκάλεσε ένα κύμα κριτικής για το αν αυτό συνάδει με την αριστεροσύνη του. Και τα δύο από μόνα τους, χρίζουν συζήτησης αλλά δεν είναι της παρούσης.
Οι υπερασπιστές του Αλέξη Τσίπρα για να «απενοχοποιήσουν» την ενέργεια του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στράφηκαν στην αναζήτηση παράλληλων παραδειγμάτων. Και νόμισαν ότι το βρήκαν στα πρόσωπα κομμουνιστών ποιητών:
«Φοβάμαι όμως ότι δεν έχουν καν ακουστά για κάποιους κομμουνιστές ποιητές όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης που έγραψαν αριστουργήματα για την Παναγία και το Χριστό και που μελοποιημένα τραγουδήθηκαν από χιλιάδες αριστερούς. Ή για τους ανταρτοπαπάδες της Εθνικής μας Αντίστασης.
Δυστυχώς λεπτομέρειες! Σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό κατάντιας του δημόσιου λόγου και της συλλογικής μνήμης…».

`

Προσπερνώντας το ύφος του σχολίου, και επειδή η συλλογική μνήμη δεν έχει εξασθενίσει, υπενθυμίζουμε ότι οι ανταρτοπαπάδες, παιδιά του λαού, σε μια στιγμή που λαός μάχονταν για την ελευθερία του, άφησαν το ευαγγέλιο και έπιασαν το ντουφέκι. Και είμαστε σίγουροι πως αν ο λαός ξαναβρεθεί στο δρόμο να διεκδικεί το δίκιο του αρκετοί κληρικοί, παιδιά του λαού, θα συμπορευτούν μαζί του. Είναι αυτές οι στιγμές σταυροδρόμια για τους ανθρώπους που επιλέγουν ποιον δρόμο θα πάρουν. Είναι στιγμές επαναπροσδιορισμού. Και σε αυτές τις στιγμές κληρικοί θα αφήσουν το ευαγγέλιο και θα πιάσουν μέχρι και το σφυροδρέπανο.
Όσον αφορά τους ποιητές τώρα. Καθένας τους είναι ξεχωριστή περίπτωση. Θα αρκεστούμε στο Βάρναλη για τον οποίο αρκούσε μόνο το απόσπασμα από τα «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του για να απαντήσει στην υπαινισσόμενη θρησκευτικότητα του Βάρναλη (στα 1935):
`

«Πρώτα - πρώτα θα ήτανε πολύ γελοίος ανθρωπάκος εκείνος, που θα μπορούσε να έχει προηγούμενα με τα υπερφυσικά όντα κάθε θρησκείας και κάθε μυθολογίας! Όσο για μένα όλες οι υπερφυσικότητες και οι μεταφυσικότητες είναι έξω από την πνευματική και από τη συναισθηματική ζωή μου. Αν η Παναγία μου κίνησε το ποιητικό μου ενδιαφέρο, είναι γιατί μπορούσε εύκολα να γίνει η Μανα-Σύμβολο, ο τύπος όλων των μανάδων, που κλαίνε και δέρνονται, όταν τους αδικοσκοτώνουνε τα παιδιά τους, ο τύπος και το σύμβολο της πραγματικής μητρότητας, που μπορεί να φτάσει ίσαμε την έσχατη προστυχιά και ίσαμε το έγκλημα για να σώσει το πλάσμα της. Αυτό δεν ήτανε βρισιά ούτε ενάντια της μάνας ούτε ενάντια στα θεία!
Ένας άθρησκος άνθρωπος δε βρίζει τα θεία (πώς να τα βρί σει, αφού δεν τα πιστεύει!). Εκείνοι τα βρίζουνε, που και τα καπηλεύονται. Οι γνωστές βλαστήμιες: «το Χριστό σου! την Παναγία σου! τα πεθαμένα σου!» είναι αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο εκείνων, που «πιστεύουνε» στα θεία και φοβούνται το θάνατο, όσο και την Αλήθεια!
Αν ζούσαμε στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες, δηλαδή στον καιρό της πιο τυφλής θεοκρατίας, θα ήτανε ζήτημα ζωής ή θανάτου η «καλή» ή «κακή» ερμηνεία των Γραφών. Τι άβυσσο από προσωπικά μίση και πάθη ανάμεσα στους καλογέρους, τι λυσσασμένη σύγκρουση των συμφερόντων τους, τι αιρέσεις, τι σύνοδοι, τι παρασύνοδοι, τι βλαστήμιες, τι αναθεματίσματα των αντιθέτων, τι οχλαγωγίες στους δρόμους, τι ξυλοδαρμοί, τι δολοφονίες! Τότε! Μα στον 20ό τον αιώνα, στον αιώνα που ο Χίτλερ απόδειξε πως ο Χριστός δεν είναι Εβραίος, αλλά Άριος (πολύ σωστά! Αν ήτανε Εβραίος, δε θα μπορούσε, κατά τη γνώμη του, να είναι άνθρωπος, όχι Θεός!), χωρίς κανένας να συγκινηθεί, να το συζητούμε εμείς, αν ο Χριστός λεγότανε «πρωτότοκος» χωρίς να έχει άλλους αδερ φούς ή σε περίπτωση, που είχε, αν αυτοί ήτανε φυσικοί αδερφοί του ή απλώς «λεγόμενοι αδελφοί αυτού» δεν είναι καθόλου της μόδας!
Κι όμως εδώ και δέκα χρόνια κατηγορήθηκα, πως βλαστήμησα την Παναγία, επειδής την παράστησα να λέγει στο σταυρωμένο Χριστό:
Ωσάν τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα, κι αλάργα από μίση!
`

Μα τούτος ο καημός της Μάνας του Χριστού μπορεί να μην είναι πολύ ορθόδοξος, όμως είναι ανθρώπινος και δεν είναι βλαστήμια. Αν δε συμφωνεί με τα δόγματα της Γ’ οικουμενικής συνόδου, μα με το γράμμα της Βίβλου και με την πίστη πολλών προτεσταντι κών εκκλησιών, αυτό δεν είναι απιστία!
Δεν είναι υπονόμευση της χριστιανικής πίστης. Ομολογώ, πως εγώ δε μπορώ να την υπονομεύσω τόσο με τα λόγια μου, όσο μερικοί αρχηγοί της εκκλησίας και οι καλόγεροι τού Αγίου Όρους με τα έργα τους.
Εγώ έγραψα ό,τι έγραψα σαν ποιητής. Ήθελα να ολοκληρώσω τη Μάνα - Σύμβολο. Να της δώσω (το κατά δύναμη) όλο εκείνο το απέραντο βάθος, που έχει η πραγματική μητρότητα, που είναι ο πρώτος και έσχατος νόμος της ζωής και όχι θάμα. Αυτό άλλωστε κάνουνε κι οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ύμνοι. Απ’ αυτούς πήρα τον τόνο και μάλιστα του Ρωμανού του Μελωδού. Μοναχά έτσι μας φέρνουνε όλοι αυτοί πιο κοντά στην ανθρώπινη αισθαντικότητά μας τη Μάνα - Σύμβολο, τον τελειωμένο τύπο όλων των πονεμένων μανάδων!
Κανένας ποιητής, που καταπιάνεται με βιβλικά θέματα δεν είναι δεμένος από τους… «απόλυτους» νόμους της Τέχνης του, ούτε με τα κείμενα με τις διάφορες δογματικές τους ερμηνείες. Ας αφήσουμε τους ξένους. Από τους δικούς μας ούτε ό Σικελιανός («Πά σχα των Ελλήνων»), ούτε ο Μελάς («Ιούδας») ζητήσανε να συμφωνήσουνε με τη γνώμη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Αλί μονο τότε στην Ποίηση, «το βασίλειο της ελευθερίας», όπως την ονομάζει ο Σίλερ»   (1.
)
`

Αυτά έγραψε σχολιάζοντας την εμπλοκή και δίωξή του την περίοδο των Μαρασλειακών (1925), αιτία των οποίων ήταν το έργο του «Το φως που καίει» με το οποίο υποτίθεται προσβάλλεται η Παναγιά (όπως και η πατρίδα και η σημαία). Ναι το ποίημα «Η μάνα του Χριστού» (όπως και «Οι πόνοι της Παναγιάς» από τους «Σκλάβους Πολιορκημένους») που τότε ήταν τεκμήριο της αθεΐας του, σήμερα από κάποιους λογίζεται τεκμήριο της θρησκευτικότητάς του. Λίγο αργότερα, στα τέλη του 1929, συνέχεια των Μαρασλειακών, με μια προκλητική εγκύκλιο η Ιερά Σύνοδος ουσιαστικά τον αφορίζει και ο Βάρναλης απαντά με το σατιρικό ποίημα «Μποναμάς» (στα «Ποιητικά» έχει τον τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο»). Στο στόχαστρό του δεν είναι η θρησκεία αλλά οι εκπρόσωποί της επί της Γης: Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.
(Η πρώτη στροφή του ποιήματος)

`

Είχε ήδη …βεβαρυμμένο παρελθόν ως μέλος της σπείρας των Αθεϊστών όταν στα 1911 Τύπος και Εκκλησία ξεσήκωσαν το λαό του Βόλου υπέρ της θρησκείας και της γλώσσας. Του ασκήθηκε δίωξη και αρκετοί κάτοικοι της Αργαλαστής ήταν πρόθυμοι να καταθέσουν: «Μα με τις απαντήσεις αυτές δεν έφτανε ν’ αποδειχτώ απλώς άθεος. Έπρεπε να αποδειχτώ άθεος ‘’εκ συστάσεως’’. Οτι δηλαδή επεδίωξα σκόπιμα και ύπουλα να κλονίσω την πίστη και τον πατριωτισμό των χωριατών.
Σύμφωνα μ’ αυτή τη στροφή των ερωτήσεων, αποδείχτηκα αληθινός συνωμότης. Π.χ. ένας θυμήθηκε πως με είδε πολλές φορές να βγαίνω περίπατο έξω από το χωριό βαστώντας από κάτου από την αμασκάλη μου το ‘’Νουμά’’, το Δαρβίνο, το Ρενάν ή τον Πλάτωνα! Αρα έκανα δημόσια επίδειξη μαλλιαρισμού ή αθεϊσμού, με σκοπό να τους διαδώσω. Αλλοι θυμηθήκανε πως την Καθαρή Δευτέρα το μεσημέρι ρώτησα μία παρέα γνωστούς μου στο παζάρι: ‘’πού πουλάνε σαρδέλες του βαρελιού!’’. Αυτό το ρώτησα φωναχτά για ν’ ακουστώ από όλους τους ανθρώπους του παζαριού, (‘’η γαρ αγορά ην πλήθουσα’’), πως εγώ ο σχολάρχης, ο επίσημος ‘’θεματοφύλαξ των ιερών θεσμίων’’, δεν εσεβόμουνα την πίστη των πατέρων, αφού ζητούσα να φάγω ψάρι την Καθαρή Δευτέρα, που δεν τρώνε ούτε λάδι! Ενας άλλος κατάθεσε πως συχνά με είδε στην εκκλησία, την ώρα που περνούνε τα άγια των αγίων, να στρίβω το… μουστάκι μου. Κι ένας τελευταίος πρόστεσε σ’ όλα αυτά μου τα εγκλήματα και τούτο: πως τη νύχτα της Ανάστασης άναψα τη λαμπάδα μου με ένα σπίρτο αντίς να την ανάψω από το ανέσπερον φως, που έδωσε ο παπάς από την Ωραία Πύλη!»   (2.
)
`

Η θέση του Βάρναλη για το ρόλο της θρησκείας ως στήριγμα της εξουσίες είναι καθαρή και διατυπωμένη ήδη από «Το φως που καεί». Τα πρόσωπα του Προμηθέα και του Ιησού γίνονται τα σύμβολα για να δείξει ο Βάρναλης το ρόλο της φιλοσοφίας και της θρησκείας ως στηρίγματα της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας (μαζί με την Τέχνη, Αριστέα). Από την άλλη, ο Μώμος εκφράζει το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο της εποχής και πιστεύει ότι τόσο η θρησκευτική «πρόληψη» όσο και ο θεϊκός «μύθος» θα εκπέσουν οριστικά όταν ανατραπούν οι εξουσίες που τα δημιούργησαν. Απευθύνεται ο Μώμος στον Προμηθέα και στον Ιησού: (…)
θα πέσετε μοναχοί σας, χωρίς να μεταχειριστούν ενάντιά σας ούτε σαγίτες ούτε σφεντόνες ούτε αστροπελέκια.
Αυτά θα τα μεταχειριστούν ενάντια στους αφέντες της Γης!
Άμα ρίξουν αφτουνούς, θα πέσετε και σεις ο επουράνιος ίσκιος τους…

`


Στο ρόλο της θρησκείας αναφέρεται και σε άλλα ποιήματα του μεταγενέστερα:

`
Δούλος τρίδουλος


Λαφρί στομάχι, ξάπλα στο σανό
(δυο φαγιά την ημέρα είναι πολύ!)
Ξυπνούσε τα χαράματα πουλί
με τα φτερά των είκοσι χρονώ.

Η πλάση θάμ’, ανθρώποι και στοιχεία,
τα πάντ’ αγάπη, λευτεριά, ησυχία.
Κελαηδάνε πουλιά, νερά κι αγέρας
και στα ψηλά Πανάγαθος Πατέρας.

Δούλευε δωδεκάωρο με χαρά του,
για να γίνει κι αυτός με τη σειρά του
συνάρχοντας, μεγάλη κεφαλή,
και γι’ αυτόν να δουλεύουνε πολλοί.

Μα γέρασε και σώμα και ψυχή
κι έμεινε δούλος, όπως στην αρχή.
Δεν κελαηδάει πουλί, νερό κι αγέρας
κι απάνου σ’ όλα Θάνατος Πατέρας.

Πώς γίνεται ο ραγιάς αφεντικό,
δεν το ’μαθε. Κι αν του το λέγαν άλλοι,
θα μπορούσε να κάνει φονικό
για μιαν Ελλάδα θρήσκα και Μεγάλη!

Χαροπαλεύει τώρα στο σανό του
κι ένα μονάχα το παράπονό του:
δεν πρόλαβε να δει την οικουμένη
μια κι όξω Χιροσίμα κανωμένη


`

Εκτός από το ποίημα «Δούλος τρίδουλος» που το συμπεριέλαβε στα «Ποιητικά» (1958) και σε δύο ποιήματα της μεταθανάτιας συλλογής «Οργή λαού» αναφέρεται στο ρόλο της θρησκείας. Στο ποίημα με τίτλο (από τον επιμελητή) «Γρήγορα πας» και «Στο γιο του»:

Δε λυπάμαι τα γερατειά που φεύγουν —
τα μωράκια που έρχονται αθέλητά τους
να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι,
σ’ έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων.
Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος
εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!…
Πότε θ’ αναστηθούν οι σκοτωμένοι;
(Απόσπασμα από το ποίημα «Γρήγορα πας», γραμμένο στις 20.10.1973)

`

Στο στόχαστρο του Βάρναλη η θρησκεία και στην «Αληθινή απολογία του Σωκράτη», ως μορφή ηθικής, κοινωνικής και πολιτικής αλλοτρίωσης και στήριγμα «του κρείττονος συμφέρον». Ενας θεσμός που αιχμαλωτίζει τη σκέψη και τη βούληση του λαού συγκαλύπτει την εκμετάλλευση και προβάλλει ως διέξοδο τη βασιλεία των ουρανών.
`
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

`
1. «Κώστας Βάρναλης Φιλολογικά Από,μημονεύματα», σελ. 279-281 (εκδόσεις «Κέδρος», 1980)
2. Στο ίδιο, σελ. αελ 134