Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΝΑΡΟΣ Θέμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΝΑΡΟΣ Θέμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Γ. Ρίτσος – Θ. Κορνάρος, Ένα ποίημα και ένα γράμμα από την εξορία



ΚΟΥΜΠΑΡΕ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ

                                                               Στον Θέμο ΚΟΡΝΑΡΟ
Κουμπάρε,
σου γράφω σ' ένα φαρδύ πλατανόφυλλο της Κρήτης,
ζωγραφίζω με γαλάζιο και κόκκινο το θυμό και το έλεος των χεριών σου
πάνω στα πήλινα κανάτια που ανασαίνουν στα παράθυρα των χωριατόσπιτων.
Όλοι ρωτάνε για σένα, κουμπάρε.
Οι ελιές ανθίζουν και σε χαιρετάνε.
Οι πορτοκαλιές φυλάνε τα πιο καλά φεγγάρια τους να φέγγουνε τη θύμησή σου.
Όλος ο λαός κρατάει μ' ευλάβεια μες στα δυο φύλλα της καρδιάς του το όνομα σου
όπως εσύ κρατάς στα δυνατά σου χέρια το Ευαγγέλιο τις Πατρίδας.
Μη μας συνεριστείς, κουμπάρε, που δε σου γράφουμε συχνά.
Εσύ ξέρεις τη σωστή ηλικία των αισθημάτων μας. Δύσκολες μέρες περνάμε.
Πολύ θα το ' θελα να σεργιανούσαμε μαζί την έναστρη ποίηση
μ' ένα μαντιλάκι ειρήνη στην τσέπη μας για να σκουπίζουμε τα μέτωπά μας
που ιδρώνουν στοχασμό και θαυμασμό στο καλοκαίρι της αδελφοσύνης μας.
Πολύ θα το' θελα να σεργιανάμε λεύτεροι τον κόσμο
χωρίς να γδέρνονται τα γόνατά μας στα συρματοπλέγματα
χωρίς να σκοντάφτουμε στα πεσμένα δοκάρια των ίσκιων.
Κουμπάρε των βουνών και των πουλιών και των απλών ανθρώπων,
τα χρόνια σου περνάνε από διωγμό σε διωγμό
απ' το Χαϊδάρι στα μπουντρούμια του Μεσολογγιού
απ' τη Μακρόνησο στον Άη - Στράτη
δίπλα στο θάνατο με μια μπουκιά χαμόγελο στο στόμα σου
με δυο αστραπές απόφαση στη νύχτα των ματιών σου.
Πολλά αντίσκηνα τρύπησαν απ' τις βροχές και τους ήλιους
πολλές ψυχές τρύπησαν απ' τις σφαίρες
πολλές στέγες γκρεμίστηκαν στη λύπη.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Θέμος Κορνάρος - 44 χρόνια από τον θάνατό του (23 Απρίλη 1970)

Θέμος Κορνάρος: Το έργο του ύμνησε τον κομμουνισμό και την πίστη σ’ αυτόν 

«Κουμπάρε». Αυτή ήταν η προσωνυμία του λογοτέχνη Θέμου Κορνάρου, που υποκαθιστούσε και το «Θέμος» και το «Κορνάρος». Με την προσφώνηση «κουμπάρε» συμπύκνωνε τις έννοιες αδελφός, σύντροφος, συναγωνιστής.

Υπόδειγμα κομμουνιστή λογοτέχνη, στρατευμένου στην υπόθεση του λαού. «Φλογισμένο πολυβόλο» τον χαρακτηρίζει ο Τάκης Αδάμος και συνεχίζει: Η ζωή, η δράση και τα έργα του δεν είναι παρά «εύστοχες βολές» στις ρίζες της λαϊκής δυστυχίας, της εκμετάλλευσης, της ξενοδουλίας και της πολύπλευρης καθυστέρησης της χώρας. Αγωνίστηκε αδιάλλαχτα να εμποδίσει τη ζούγκλα «να κατακλύσει τους ανθρώπινους συνοικισμούς».
Αξιος μαχητής της στρατιάς της κοινωνικής αλλαγής. Για τη δράση και τα έργα του γνώρισε αμείλιχτους και σκληρούς διωγμούς: Το ’36 πιάστηκε και εκτοπίστηκε στη Φολέγανδρο και αργότερα, βαριά άρρωστος, στην Ακροναυπλία. Και έπειτα «τα χρόνια σου περνάνε από διωγμό σε διωγμό/ Απ’ το Χαϊδάρι, στα μπουντρούμια του Μεσολογγίου/ Απ’ τη Μακρόνησο στον Αϊ – Στράτη/ Δίπλα στο θάνατο με μια μπουκιά χαμόγελο στο στόμα σου/ Με δύο αστραπές απόφαση στη νύχτα των ματιών σου…» (Γ. Ρίτσος) .
Η ζωή του
Γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Σίβα της Μεσσαράς Κρήτης. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Οικογένεια πάμφτωχη, δεν μπορούσε να προσφέρει, σχεδόν, τίποτε στα παιδιά της. Οι γονείς του ήταν αγρότες, αν και ο πατέρας του «άσκησε» τον περισσότερο καιρό το «επάγγελμα» του οπλαρχηγού. «Ο πατέρας μου είχε μεγάλη περιουσία. Ολη την ξόδεψε στις επαναστάσεις του τόπου μας. Οταν μαζεύεται από τους πολέμους, καταπιάνεται με τα αμπέλια».
Είναι ο μικρός, από τα 9 παιδιά του οπλαρχηγού. Εχει πάθος με τα γράμματα. Διψάει για μόρφωση, να πάει γυμνάσιο και πανεπιστήμιο, με όνειρο να γίνει γεωπόνος. Από τα 9 του διαπραγματεύεται με τον πατέρα του να τον στείλει στο γυμνάσιο. «Δεν ήθελε να με στείλει για γράμματα». Δώδεκα χρονώ το σκάει για την Αθήνα και ρίχνεται στη βιοπάλη. Σχεδόν παιδί, δούλεψε σε διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα, μετακινούμενος από πόλη σε πόλη, χωρίς να εγκαταλείψει το όνειρό του να πάει στο γυμνάσιο. Πουλάει τσιγάρα, κάνει θελήματα. Προσπαθεί να βγάλει το ψωμί του και να γραφτεί στο γυμνάσιο. Δεν τα καταφέρνει και φεύγει για τη Μακεδονία, όπου περιπλανιέται σε πόλεις και χωριά και κάνει όποια δουλειά βρει. Σε καπνοχώραφα, μεταλλεία, τυπογραφεία. Φτάνει ως το Αγιον Ορος και δουλεύει σκαφτιάς στα κτήματα των μοναστηριών. Αυτό τα καλοκαίρια. Το χειμώνα πάει στο σχολείο. Στα διαλείμματα πουλάει στους συμμαθητές του κουλούρια, κοιμάται σε παλιά σιδηροδρομικά βαγόνια γιατί δεν έχει να πληρώσει νοίκι και περνάει τις τάξεις. Την τελευταία τάξη, παλεύοντας με τον ίδιο τρόπο, τη βγάζει στη Θήβα. Εχει φτάσει πλέον στην πόρτα του πανεπιστημίου, μα δε θα την περάσει ποτέ. Σπούδασε, όμως, γερά στο «πανεπιστήμιο» της ζωής και του αγώνα, που τροφοδότησαν το λογοτεχνικό του ταλέντο.

Ο Θέμος Κορνάρος
Στη Θήβα δουλεύοντας στο τσιφλίκι των Μπαίικερ πρωτοπαίρνει μέρος σε απεργία. Από τότε ο δρόμος του χαράχτηκε οριστικά. Και στη λογοτεχνία και στη ζωή. Εταξε την τέχνη του στην υπηρεσία του λαού του, έγινε ο πρακτικογράφος των αγώνων των.

Ξεκίνημα
Ξεκινά σε μια εποχή που το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε άνοδο. Μεγάλη απήχηση στους ελληνικούς λογοτεχνικούς κύκλους ασκούν λογοτέχνες της Δυτικής Ευρώπης, που μιλάνε για τη κατάσταση των εργατών, τις άθλιες συνθήκες ζωής τους. Με τις εντυπώσεις από τη ζωή των ανθρακωρύχων και τους εργατικούς αγώνες στη δυτική Ευρώπη καλλιεργεί το λογοτεχνικό ρεπορτάζ και επηρεάζει αρκετούς νέους πεζογράφους της εποχής. Είναι περίοδος που στο «Ριζοσπάστη», στη «Νεολαία» και σε λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύονται τακτικά ποιήματα και διηγήματα εργατών.
Το πρώτο του κείμενο του Θέμου Κορνάρου στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» (Δεκέμβρης 1932 σελ. 439) με τίτλο «Πάνω στα προβλήματα της προλεταριακής τέχνης», που το υπογράφει ως «Εργάτης», υποστηρίζει ότι «αν και δεν έχει γραφτεί προλεταριακή τέχνη είναι δυνατόν και αναγκαίο να γραφεί από τους ίδιους τους εργάτες». Θέλει στο έργο του να ακούγεται «το ”γκουχ, γκουχ” του σιδερένιου τροχού, το ”τσαφ τσαφ” του συνδετικού λουριού, το βούισμα του μοτέρ, το ”χρρρρ…” του βιντς κι ανάμεσα σε αυτά όλα η σκληρή, η τραχιά, νευρώδικη κραυγή του βιομηχανικού εργάτη» (στο ίδιο).

Ο συγγραφέας σε επίσκεψη στο γραφείο του Λένιν στη Μόσχα

Ισως ο Κορνάρος είναι ο μοναδικός συγγραφέας που του ταιριάζει ο τίτλος του εργάτη – συγγραφέα. Ξεκινά με αυτόν ένα νέο είδος λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Το λογοτεχνικό ρεπορτάζ, όπου καταγράφει τις συνθήκες που έζησε ο ίδιος. Οχι ως τουρίστας, αλλά ζώντας και δουλεύοντας ανάμεσα με τους ανθρώπους του μόχθου. Ζυμώθηκε μαζί τους.
Το έργο του
Ο Κορνάρος δεν ήταν καθεαυτό μυθιστοριογράφος. Τα περισσότερα έργα του είναι «κάτι μεταξύ ρεπορτάζ και χρονικού, μαρτυρούσαν ένα ταλέντο, όπου η όσφρηση του δημοσιογράφου και η εσωτερική ματιά του λογοτέχνη παρουσίαζαν μια σύνθεση από τις πιο σπάνιες και τις πιο αποδοτικές (…) εκείνο που εντυπωσιάζει σ’ αυτά ήταν ότι η κριτική ενυπήρχε μέσα στην περιγραφή που ήταν πάντοτε αχνιστή, σπαρταριστή, ότι οι αγανακτήσεις του, χωρίς να εκφράζονται άμεσα, έβγαιναν ζωντανές μεσ’ από τα κείμενα, μας χτυπούσαν σαν άνεμος κατά πρόσωπο» («ΕΣΤΙΑ», τεύχος 1031, «Θέμος Κορνάρος», ΧΑΤΖ).
Το πρώτο του έργο «Ερωτας και αναιστησία» είναι η ιστορία ενός λούστρου (εκδόθηκε το 1929 στο Ηράκλειο). Σιωπηρά αποκηρύχθηκε από τον ίδιο. Αργότερα, στην Αθήνα, επιχείρησε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο, ενώ δούλευε συγχρόνως εργάτης σε χτισίματα του Εθνικού Θεάτρου (και αργότερα ως θερμαστής). Εκεί γνώρισε τον Φώτο Πολίτη, ο οποίος εντυπωσιασμένος έγραψε μια εγκωμιαστική κριτική στην εφημερίδα «Πρωία». Αφορμή για την παρουσίασή του ήταν το «Αγιον Ορος, Οι άγιοι χωρίς μάσκα» (1933). Το βιβλίο περιείχε βιώματα και παρατηρήσεις του, όταν δούλευε ως σκαφτιάς στον Αθω, το 1931. Ενα βιβλίο «μαστίγιο», όπως χαρακτηρίστηκε και που έφερε στη δημοσιότητα μια από τις σκοτεινές πτυχές της ελληνικής ζωής, μαστιγώνοντας τη βρωμιά και την υποκρισία του καλογερισμού.
Το βιβλίο σημείωσε τρομερή επιτυχία. Εκδόθηκε 3 φορές σε 2 μήνες. Προκάλεσε την αντίδραση της εκκλησίας και των κρατικών αρχών που κατάσχεσαν τη 2η έκδοση. Ωστόσο, παρά την επιτυχία του «Αγίου Ορους» συνέχισε να δουλεύει ως εργάτης έως και το 1944.
Την ίδια χρονιά (1933) εξέδωσε την «Σπιναλόγκα». Λογοτεχνικά είναι ένα βήμα παραπέρα. Δίνει λογοτεχνικότερη μορφή στις σκέψεις και στη συγκίνησή του. Αυτό όμως που αξίζει εδώ δεν είναι η περίτεχνη φράση. Είναι η δυνατή περιγραφή και η αγάπη για τον άνθρωπο. Περιγράφει τη ζωή των λεπρών στον ξερόβραχο, που βασανίζονται από την αρρώστια τους και από την απανθρωπιά του κράτους και των εκπροσώπων του. Είχε επισκεφτεί ο ίδιος το νησί και έδωσε ζωντανά τη μακάβρια εικόνα της διαβίωσης των λεπρών που συντάραξε την ελληνική κοινή γνώμη. Με τη «Σπιναλόγκα» κουρελιάζει, ξεγυμνώνει την αστική «φιλανθρωπία» και την κρατική «μέριμνα» για την υγεία των εργαζομένων.
Το 1935 κυκλοφορεί «Ο Αλήτης», όπου ζωντανεύει το δράμα των απόκληρων της κοινωνίας, όπως το έζησε ο ίδιος στις πολύχρονες περιπλανήσεις του. Λίγο αργότερα χάνεται στα βάθη των Ινδιών σαν ανταποκριτής αθηναϊκής εφημερίδας. Κάποιες εντυπώσεις του θα τις γράψει στην «Ανατολή».
Το 1941 κυκλοφορεί το «Καλοί και κακοί» και το 1943 «Ο Δαίμονας» και «Δε θα πεθάνουμε». Αφηγήματα που παρουσίαζαν επεισόδια, σκίτσα μάλλον, της ναζιστικής Αθήνας. Είναι μια διακήρυξη πίστης στον άνθρωπο, στον αγώνα του, στην ανθρωπιά. Με την απελευθέρωση έδωσε ένα από τα καλύτερα πεζογραφήματά του. Στο «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» (1945) εξιστορεί τις φρικαλεότητες των ναζί στο στρατόπεδο, όπου έκλειναν αγωνιστές της Αντίστασης και ομήρους, προκειμένου να τους εκτελέσουν ως αντίποινα σε πράξεις της Αντίστασης. Οι καλύτερες σελίδες αναφέρονται στα βασανιστήρια της οδού Μέρλιν. Το άντρο αυτό αποτελούσε το διακομιστικό θάλαμο προς το στρατόπεδο. Το πραγματικό θέμα πίσω από τη συγκλονιστική αφήγηση είναι η αντίσταση που πρόβαλαν στον κατακτητή οι έγκλειστοι. «Είναι μορφές ηρωικές μέσα σε αυτή την αφήγηση που αποσπούν το θαυμασμό μας. Πιο συγκλονιστικά, ο Ναπολέων Σουκατζίδης, σύμβολο και συγκεντρωτικός αγωγός αυτής της αντίστασης», (Γιάννης Χατζίνης). Ο Κ. Βάρναλης το χαρακτήρισε «… το πιο ώριμο και ενδιαφέρον έργο του και από την άποψη του γραψίματος και από την άποψη του θέματος».
Ακολουθούν «Ο εσταυρωμένος λαός μου», με θέμα το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη, το Σεπτέμβρη του 1943 και «Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία» που στιγματίζει το δωσιλογισμό κα τη διαφθορά των εκπροσώπων της εκκλησίας και της άρχουσας τάξης (καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκιση για συκοφαντική δυσφήμιση). «Με τα παιδιά της θύελλας» (1956), γράφτηκε στην εξορία και περιγράφει το δράμα των λαϊκών αγωνιστών στα χιτλερικού τύπου στρατόπεδα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Το 1957 εκδίδεται το «Στάχτες και φοίνικες», ένα ρεπορτάζ από το κολαστήριο της Μακρονήσου. Το 1958 τα «Η αιχμαλωσία της νύχτας», «Θεσσαλονίκη 9-11 Μάη 1936» και δύο τόμους με ταξιδιωτικές εντυπώσεις από τη λαϊκο-δημοκρατική Κίνα, την ΕΣΣΔ, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, Ελβετία και Ρώμη. Ακολουθούν τα «Γη της Ανάστασης» (1959), «Οδός Προμηθέως» (1960) και «Το ξεκίνημα μιας νέας γενιάς» (1963) - μια εικόνα της πορείας της γενιάς του, με στοιχεία μυθοποιημένου υλικού.
Επιμελήθηκε δύο τόμους Ανθολογίας Αντιστασιακού διηγήματος με τίτλο: α) «Θυσίες και δάφνες του ελληνικού λαού» και β) «Αρματωμένη Ελλάδα». Συνεργάστηκε στα περιοδικά «Νέοι Πρωτοπόροι», «Ελεύθερα Γράμματα», «Επιθεώρηση Τέχνης» και την προδικτατορική «Αυγή».

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ο "ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ" – Άρθρο της Μέλπως Αξιώτη για τον Θέμο Κορνάρο, στα «Γαλλικά Γράμματα» (1947)



Το γαλλικό φιλολογικό περιοδικό «Γαλλικά Γράμματα» δημοσιεύει σ’ ένα από τα τελευταία φύλλα του (4-7-1947) την γνωστή ανοικτή επιστολή του Έλληνα λογοτέχνη Θέμου Κορνάρου, από τις φυλακές Μεσολογγίου. Η ανοικτή αυτή επιστολή, που απευθυνόταν στην Ιερά Σύνοδο, στην Ακαδημία Αθηνών, στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών κλπ, έχει δημοσιευθεί πριν από αρκετόν καιρό στον ελληνικό τύπο και είναι γνωστή. Πλάι στην επιστολή τα «Γαλλικά Γράμματα» δημοσιεύουν και ένα άρθρο της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο ειδικά για τον Κορνάρο. Είναι αρκετά χαρακτηριστικό για την προσωπικότητα και την αγωνιστική δράση του Έλληνα συγγραφέα, που βρίσκεται σήμερα στις φυλακές – αιχμάλωτος του μεταδεκεμβριανού κράτους.

Στις αρχές του αιώνα μας σ’ ένα χωριουδάκι πάνω στα κρητικά βουνά, νότια της Ελλάδας, ζούσε ένα αγοράκι, που το λέγανε  Θ έ μ ο  Κ ο ρ ν ά ρ ο.  Όνομα όπως και κάθε άλλο της περιοχής. Η οικογένειά του ήτανε φτωχή. Ντύναν τ’ αγόρι κοριτσίστικα με τα φουστάνια των αδερφάδων του που στο μεταξύ μεγάλωναν. Ντρεπόταν πολύ γι’ αυτό. Καρφίτσωνε το φουστάνι του ανάμεσα στις γάμπες του για να το κάνει σαν παντελόνι, θέλοντας να ΄ναι άντρας.

Όλα τα πράγματα μεγαλώνουν γρήγορα στους μεσημβρινούς τόπους και μαζί μεγάλωνε κι ο Θέμος. Αγάπησε μια κοπελλίτσα πλούσια κι όμορφη σαν τον ήλιο, μα κείνη δεν τον ήθελε, γιατί ήταν ένας φτωχός. Ο Θέμος τότε πήρε τους μεγάλους δρόμους του κόσμου. Πουλούσε τσιγάρα στα λιμάνια, δούλευε στα μεταλλεία, γίνηκε τυπογράφος και ναύτης. Πήγε ως τις Ινδίες.

Μια μέρα έμαθε πως κείνη που αγαπούσε αρρώστησε βαριά. Έτρεξε στην Κρήτη να τη δει: Τούπανε πως ήταν κλεισμένη στη Σπιναλόγκα. Πήγε κει, την κύτταξε, μα δεν την αναγνώρισε: τ’ ωραίο της πρόσωπο είχε πια καταφαγωθεί από τη λέπρα. Τότε ο Θέμος έγραψε ένα βιβλίο: «Οι λεπροί της Σπιναλόγκας». Ήταν ένα πολύ όμορφο βιβλίο, που συντάραξε μερικούς και σ’ άλλους έδωσε ελπίδες. Γιατί ο καθένας μπορεί ν’ αρρωστήσει, αλλά κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μεταχειρίζεται τόσο φριχτά ένα άρρωστο όσο γίνεται στη Σπιναλόγκα. Είναι ένας ξερός, ξεμοναχιασμένος βράχος ανάμεσα στα κύματα κι όπου δε φυτρώνει μήτε κλαράκι πράσινο.

Ο Θέμος δεν έβρισκε πια ανάπαυση και πήγε να δει τους παπάδες. Πήγε στο μοναστήρι των ασκητάδων του Άγιου Όρους. Όταν κατέβηκε από κει έγραψε ένα άλλο βιβλίο, «Το Άγιον Όρος». Τη φορά τούτη το βιβλίο έκαμε πάταγο, γιατί ο καθένας μπορεί νάναι θερμός ζηλωτής της θρησκείας του, αλλά είναι σοβαρή πράξη να δημιουργείς μέσα σε μοναστήρια εστίες αίσχους. Η Εκκλησία απαγόρευσε το βιβλίο.

Στα 1936 η φασιστική δικτατορία εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Ανάμεσα στις χιλιάδες των πολιτών που φυλακίστηκαν βρισκόταν κι ο Θέμος. Δεν του επιτρέπανε να γράφει στο κελλί του. Αλλά κράτησε το μνημονικό του.

Στα 1941 οι ξένοι φασίστες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Ο Θέμος έγραφε τότε στον παράνομο τύπο.

Βάλθηκε επίσης να μαζεύει όπλα. Τα περνούσε στους αντάρτες της Αθήνας. Και καθώς είχε το κέφι και το ειρωνικό πνεύμα του Κρητικού, χαιρετούσε πάντα την παρέα του με το: Γ ε ι α  σ ο υ  κ ο υ μ π ά ρ ε. Οι αντιστασιακοί τον ξέρανε πια μ’ αυτό το όνομα. Ύστερα χαφιέδες τον κατάδοσαν.

Στα κάτεργα της οδού Μέρλιν τον κρέμασαν ανάποδα, τα μπράτσα του παράλυσαν, αλλά μια ακόμη φορά κράτησε το μνημονικό του.

Στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, στα περίχωρα της Αθήνας ο «κουμπάρος» κρατήθηκε ως τις παραμονές της απελευθέρωσης.  Στην Ελλάδα η Απελευθέρωση βάσταξε μόνο 52 μέρες. Από τις 12 Οκτωβρίου ως τις 3 Δεκεμβρίου 1944. Στις λίγες τούτες μέρες ο Θέμος μόλις πρόφτασε να γράψει ένα μεγάλο βιβλίο αφιερωμένο στην ανάμνηση της πείρας του: Το «Στρατόπεδο του Χαϊδαριού», βιβλίο σημαντικώτατο για τους ιστορικούς εκείνους καιρούς. Ο Θέμος αναδείχτηκε ένας από τους καλύτερους και λαοφιλέστερους συγγραφείς της χώρας του.

Το πρωί της 3 Δεκεμβρίου 1944 ξανάρχισε ο πόλεμος κατά των Ανταρτών της Αθήνας.  Την 6 του ίδιου μήνα ο συγγραφέας Κορνάρος πιάστηκε από την ελληνική εθνοφυλακή. Στο νέο στρατόπεδο συγκέντρωσης, κοντά στο αλίπεδο του Φαλήρου ο «κουμπάρος» βρισκόταν υπό φρούρηση των αγγλικών φορητών μυδραλλιοβόλων. Του αρνιόντουσαν έστω και μία κουβέρτα για να κοιμηθεί χάμω. Ύστερ’ από ένα μήνα τον παράδωσαν στην ελληνική χωροφυλακή. Τον κλείσαν στο μπουντρούμι εφτά μήνες. Ύστερα λευτερώθηκε.

Η πέννα του δεν είχε παρά να μεταφέρει τα στοιχεία που η ζωή του, κάτω από το απαίσιο βάρος της κατοχής τούχε δώσει. Ο Θέμος έγραψε ένα μικρό φυλλάδιο για ένα Έλληνα επίσκοπο. Του κάμαν δίκη. Το μικρό του φυλλάδιο, είχε λίγες σελίδες, μα τα στοιχεία που παρουσίασε στο δικαστήριο για να δικαιολογήσει κάθε φράση του γραπτού του κατά του δοσίλογου, ζύγιζαν 16 οκάδες. Η δίκη γίνηκε το φθινόπωρο του 1946 κι ο «κουμπάρος» καταδικάστηκε σε δύο χρόνια και μία μέρα φυλακή. Η παραπανίσια μέρα στα δύο χρόνια, εμποδίζει, κατά τους ελληνικούς νόμους, την εξαγορά της ποινής.

Για λίγους μήνες θα μπορούσατε να βρήτε τον κατάδικο στη φυλακή του Μεσολογγιού – την ίδια εκείνη πόλη που στα 1826 οι κάτοικοί της επιχείρησαν την ιστορική «έξοδο» και σκοτώθηκαν ως τον τελευταίο, παρά να υποφέρουν το ζυγό της μουσουλμανικής κατοχής. Θα μπορούσατε να τον βρήτε ύστερα σε μια φυλακή του Πύργου, στην Πελοπόννησο. Δεν ξέρω όμως τη στιγμή τούτη σε ποια φυλακή θα τον βρίσκατε.

Αλλά μπορεί να μην έχετε μήτε την παραμικρότερη καν ιδέα αυτής της παράδοξης ιστορίας μήτε νάχετε δει κείνα τα χέρια τα παραλυμένα, μήτε νάχετε ακούσει τη φωνή εκείνη από το βάθος εκείνων των κατέργων να σας φωνάζει: κουμπάρε. Διαβάστε τουλάχιστο το τελευταίο του μήνυμα σαν ανθρώπου και σαν συγγραφέα.

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ


Εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», αρ. φυλ. 43, 11 Αυγούστου 1947