Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

«Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του» - Ο Τάσος Λειβαδίτης για τον Κώστα Βάρναλη


Ο μεγάλος μας Τάσος Λειβαδίτης γράφει για τον μεγάλο μας Κώστα Βάρναλη, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του δεύτερου "Ελεύθερος Κόσμος". Η μεταφορά του άρθρου (γράφτηκε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και δημοσιεύτηκε στις 12 του Δεκέμβρη 1965) έγινε από την Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ). Την ποιητική συλλογή "Ελεύθερος Κόσμος" του Κώστα Βάρναλη μπορεί τα βρείτε στην "e-βιβλιοθήκη Οικοδόμος" πατώντας εδώ.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

(Με την ευκαιρία της έκδοσης του «Ελεύθερου Κόσμου»)

Ο αντιπροσωπευτικός κύκλος της ποίησης του Παλαμά έχει πια κλείσει. Ο ποιητής του Δωδεκάλογου του Γύφτου, περισσότερο ένας ογκώδης ποιητικός σταθμός παρά μεγάλος ποιητής ο ίδιος, με την αναγνωστική έφεση και τις ανησυχίες του έφερε σε γνωριμιά την Ελλάδα, την πνευματική Ελλάδα, μ’ όλα τα ευρωπαϊκά ρεύματα, αισθητικά και φιλοσοφικά. Αυτή η δίψα για τα πάντα που τον κατακαίει, δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, παρά η δίψα όλου του πνευματικού κόσμου της εποχής, να συγχρονιστεί με την Ευρώπη. Μα η παραδοχή των πάντων αμβλύνει τον κριτικό νου, η «εισαγωγή» των ξένων ιδεών και ρευμάτων γίνεται χωρίς την ειδική καλλιέργεια που χρειάζεται το «εμβόλιο», με αποτέλεσμα το διανοητικό φορτίο της ποίησής του, που με τα χρόνια, φαίνεται όλο και περισσότερο.

Ο Σικελιανός με τη σπάνια λυρική φλέβα του οραματίζεται ένα μέλλον «αρχαίο», και οικοδομεί τη φιλοσοφία του και την αισθητική του σ’ ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, μακριά, δηλαδή, απ’ τη σύγχρονή του πραγματικότητα. Οι άλλοι, δευτερότερης σημασίας ποιητές, ή αντιγράφουν τον παρνασσισμό του Ερενκά  (Γρυπάρης), το συμβολισμό του Βερλαίν (Χατζόπουλος) ή διαλέγουν για τον εαυτό τους το απήνεμο λιμάνι του απλού τραγουδιστή σε διάφορους τόνους ο καθένας (Πορφύρας, Μαλακάσης κλπ.). Ο μεγάλος Καβάφης είναι ακόμα, ή σχεδόν, άγνωστος.

Για να ολοκληρωθεί η ποιητική φυσιογνωμία της πρώτης δεκαετίας του μεσοπολέμου δε λείπει, παρά ο Καρυωτάκης ― ταλέντο γνήσιο, που έστω και με μονομέρεια (μην ξεχνάμε τους καιρούς), μας έδωσε μια αληθινή και απογοητευτική εικόνα ενός μεγάλου μέρους απ’ την τοτινή ελληνική πραγματικότητα. Το τέλμα των ιδεών, ο οικονομικός υποσιτισμός, η ανία κι ο μαρασμός απ’ την έλειψη ιδανικών, και το αδιέξοδο που όλα αυτά οδηγούσε, για πρώτη φορά εκφράζονται στην Ελλάδα και μάλιστα με τόση οξύτητα. Κι η σφαίρα που τον σκότωσε είχε μια σημασία βαθύτερη. Κανονικά, προοριζόταν  για όλον αυτόν τον κόσμο που εξέφραζε.

Μα η Ιστορία βαδίζει. Μεγάλες ανακατατάξεις γίνονται στην Ελλάδα, ύστερα από την οκτωβριανή επανάσταση και τη μικρασιατική καταστροφή. Καινούργιες δυνάμεις μπαίνουν στο προσκήνιο: οι εργάτες και προοδευτικοί διανοούμενοι. Δυνάμεις ζωντανές, ρωμαλέες, που όσο αναπτύσσονται ποσοτικά και ποιοτικά, τόσο εντονότερα αποκτούν την καλλιτεχνική έκφρασή τους. Και στέκονται πραγματικά τυχερές βρίσκοντας στο πρόσωπο του Βάρναλη έναν απαρομοίαστο βάρδο των ιδανικών τους.

Βαθύς μελετητής του μαρξισμού, εραστής και γνώστης της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας (που σημαίνει πνεύμα βαθύ και με πολυμέρεια), ευαίσθητος δέκτης, σαν αληθινός ποιητής, όλων των ανησυχιών αυτής της καταπιεσμένης τάξης, που μόλις αρχίζει να παίρνει συνείδηση της δύναμής της, ρίχνει σα μια ομοβροντία το βιβλίο που θα τον καθιερώσει: «Το φως που καίει». Έργο δυνατό, πρωτόφαντο, που ανοίγει μια νέα σελίδα στην ελληνική γραμματολογία, μια λάμψη προορισμένη, όχι μόνο να φωτίσει τη μισοπολεμική νύχτα της ελληνικής κοινωνίας, μα και να κάψει. Έργο αληθινά μεγάλο, με συνθετική παράσταση του κόσμου, που στ’ οπλοστάσιό του διαθέτει δυο απ’ τις πιο ισχυρές λειτουργίες  της πνευματικής δραστηριότητας: τη σάτιρα και το λυρισμό. Τη σάτιρα για να σφάξει τον άνθρωπο, όταν χρειάζεται. Το λυρισμό, για να τον αναστήσει. Ούτε ο Σολωμός, ούτε ο Παλαμάς κατόρθωσαν να φτάσουν ποτέ τη σάτιρα σ’ ένα τόσο σκληρό και εξυγιαντικό συγχρόνως σημείο, όσο ο Βάρναλης. Σάτιρα διεισδυτική, αποκαλυπτική, που θα ολοκληρωθεί αργότερα με τα υπόλοιπα έργα του και θα τον αναδείξουν πρότυπο του είδους, σε παγκόσμια κλίμακα.

Και λυρισμός, όχι πια η σικελιανική ωραιοπάθεια. ή η παλαμική φιλολογία, λυρισμός αληθινός, αδρός, ο λυρισμός της απέραντης ψυχής των ταπεινών, των απλών ανθρώπων. Πρώτη φορά στην Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, ο λαός (με την πιο καθάρια σημασία της λέξης), δρασκελάει το κατώφλι της ποίησης.

Και μόνο με το έργο αυτό ο Βάρναλης θα μπορούσε να πάρει μια απ’ τις καλύτερες θέσεις ανάμεσα στους πέντε-έξι κορυφαίους ποιητές της παράδοσης, Μα η δημιουργία του μόλις αρχίζει. Οι Σκλάβοι πολιορκημένοι, η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη, ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, οι Δικτάτορες και τ’ άλλα βιβλία του, έρχονται να εδραιώσουν την αξία ενός  ταλέντου πρώτου μεγέθους, που σ’ όλη τη ζωή και σ’ όλο του το έργο έθεσε σκοπό να υπηρετήσει, μέσα στα ελληνικά πλαίσια, τα πιο μεγάλα συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Είναι ακατόρθωτο, ή μάλλον αδιανόητο, να μπορέσει κανείς σ’ ένα μικρό σημείωμα εφημερίδας έστω και να καταγράψει απλώς τα πολλά ανεπανάληπτα στοιχεία που έφερε ο Βάρναλης στην ποίηση, γενικά στην πνευματική ζωή και ακόμα γενικότερα στη νεοελληνική πραγματικότητα. Στόχοι καλλιτεχνικοί απ’ τους πιο ευγενικούς, αίσθημα που αναβρύζει πλούσιο και δροσερό, σαν ανοιξιάτικος χείμαρρος, λόγος όλο πυκνότητα και ευστροφία και μια γλώσσα παλλόμενη, αρρενωπή, υποβλητική και σαφής συγχρόνως. Αν ο Παλαμάς πλούτισε το γλωσσικό όργανο (συχνά χωρίς ίχνος καλαισθησίας), ο Σικελιανός κι ο Βάρναλης το εμπυράκτωσαν κι από γλωσσικό το έκαναν ποιητικό όργανο. Κι ιδιαίτερα ο Βάρναλης που το πλάτυνε σε ευρύτερη λαϊκή βάση.

Τα έργα του, φωτισμένα και λαϊκά, είχαν σαν αποτέλεσμα, κάτι που πρέπει να το θυμούνται και να ευγνωμονούν όλοι οι σημερινοί ποιητές: το πλησίασμα του μεγάλου κοινού προς την ποίηση, που μέχρι τότε ήταν ένα είδος «χόμπι» ορισμένων φιλολογικών κύκλων. Ο λόγος του, πηγαίος και δίκαιος εμψυχώνει, αποκαλύπτει, παρηγορεί. Με τον Βάρναλη για πρώτη φορά στον τόπο μας (ας μου επιτραπεί η φιλολογική έκφραση) η Αυτής Εξοχότης η Ποίηση αγκαλιάζεται με την Αυτού Μεγαλειότητα τον Λαό.

***

Οι νεότεροι ποιητές, μέσα στις περιπλοκές των βραχυπρόθεσμων, συχνά, ιστορικών στόχων τους, χάνουν τον καίριο προσανατολισμό και τους βλέπεις να πυροβολούν τον εχθρό που έχουν μέσα τους, σα ν’ αγνοούν ότι αυτοί είναι δημιούργημα, ως σ’ ένα μεγάλο σημείο, του φοβερού εχθρού που βρίσκεται έξω τους: της ορισμένης, δηλαδή, διάρθρωσης του περιβάλλοντος που ζούνε. Ο Βάρναλης, μάτι αθόλωτο και κριτικό, φορτωμένος την πείρα ογδόντα χρόνων, με το άγρυπνο πνεύμα του και την καλλιτεχνική του ευαισθησία για οδηγούς, ξέρει πάντα κατά πού να σκοπεύσει. Ο «Ελεύθερος Κόσμος», η τελευταία του ποιητική συλλογή, είναι το ίδιο εύστοχη κι ανελέητη, όπως οι πρώτες νεανικές καταλυτικές κραυγές του. Και να. πάλι η αξία κι ο σκοπός του αληθινού ποιητή. Να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το χρόνο και το χώρο, που ζούμε, όχι «ιστορικά» ή φυσιολατρικά μόνο, μα σαν υπεύθυνοι άνθρωποι του καιρού μας ― και κανείς απ’ τους σύγχρονους τεχνίτες του λόγου δεν έχει όσο ο Βάρναλης την αίσθηση, αίσθηση τραγική, αυτής της δεύτερης κατοχής, που ζει σήμερα ο τόπος μας.

«Μέρα χρυσή, κατάχρυση, μα πώς να την χαρείς;
Κι ο μπάτης ο ανοιξιάτικος  στα στήθια σου βαρύς.
Απρίλης με το θάνατο χορεύουν και γελούνε
κι όσα λουλούδια και καρποί, ξέν’ άρματα σε κλειούνε».

Όλη η κλίμακα των «αξιών» της αστικής κοινωνίας, πατρίδα, οικογένεια, κράτος, πόλεμος. εκμετάλλευση, πέφτει κομματιασμένη από τη ρομφαία του πύρινου λόγου του. Η ανήσυχη ματιά του περιτρέχει τον «ελεύθερο κόσμο» και το χτύπημά του πέφτει βαρύ εκεί που «πονάει» περισσότερο αυτόν τον κόσμο, κι εκεί που ευκολότερα ξυπνάει τον υπόλοιπο.

Ο Βάρναλης, αληθινός μαρξιστής, με τη διαλεκτική στο αίμα του πια, ξέρει πως η συνείδηση του ανθρώπου διαπλάθεται σιγά-σιγά απ’ τον περίγυρό του και οι λαϊκές μάζες, που θα ’πρεπε ν’ ανήκουν στην πρωτοπορία, κάτω από τη φριχτή οικονομική ανέχεια, το σκοταδισμό της προπαγάνδας και την εξαχρείωση των ηθών μετατρέπονται σε απολογητές ή και διαιωνιστές της ίδιας τους της κακομοιριάς.

«Σκότωνε τον πατέρα με μπαλτά
για το μισό χωράφι. Κι από τα
δεκατρία το κοράσι σου, πιτσούνι,
ξεκοίλιαζέ το, γέροντα, στη χούνη».

Σελίδα με σελίδα το μαχαίρι του ποιητή ανοίγει τις σάπιες πληγές απ’ όπου ξεπετάγεται σαν πύον η ατιμία, το ψέμα, η προδοσία, η αμορφωσιά. Αν μπορούσε, για μια στιγμή, (ωραία, φανταστική στιγμή) η ποίηση να μετατραπεί σ’ ένα γιγάντιο χέρι, το βιβλίο του Βάρναλη θάχε γκρεμίσει, σε μια μόνη νύχτα, όλον αυτόν τον εσμό που αυτοτιτλοφορείται, βέβαια, «Ελεύθερος Κόσμος».

«Ήλιε με τι λαχτάρα σ’ αναμένει
μέγας λαός κι όλ’ οι λαοί ενωμένοι!
Όχι να βγεις σαν πάντ’ απ’ τον Τρελό
για να πνιγείς το βράδυ στο γιαλό.
Θα σε φέρει αβαδίλευτην πηγή
φωτός, χαράς, τιμής κι ελεφτερίας
σ’ ουρανό και σε θάλασσα και γη
πρωτάρχος ο Παγκόσμιος Παρίας».

Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του.

Τάσος Λειβαδίτης

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης


Δεν είναι λίγες οι φορές που όταν έρθεις σε επαφή με στοιχεία της ανθρώπινης πλευράς μεγάλων δημιουργών, επέρχεται η απομυθοποίηση και τότε σε κυριεύει η απογοήτευση και λες καλύτερα να μην γνώριζα τίποτα για τους ίδιους, έξω από τις σελίδες του σπουδαίου, κατά τα άλλα, έργου τους. Ο Τάσος Λειβαδίτης (20 Απρίλη 1922 ― 30 Οκτώβρη 1988) δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Ποιητής λαογέννητος και σπουδαίος σημάδεψε για πάντα τα Γράμματα, επηρεάζοντας πολλούς ομότεχνούς του και –κυρίως αυτό- αφήνοντας παρακαταθήκη στο λαό που αγάπησε και υπηρέτησε ένα έργο μεγάλο σε έκταση και αξία, βαρύ σε νοήματα, ιδέες και συναισθήματα. Το ίδιο σπουδαίος, μέσα στην απλότητά του, σαν άνθρωπος, βάδισε αθόρυβα στους δρόμους της Αθήνας ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους απλούς ανθρώπους, αφήνοντας πίσω του το άρωμα εκείνης της παλιάς γενιάς, που όριζε ως καθήκον την διαρκή προσφορά και τη θυσία χωρίς ανταλλάγματα.

Διαβάζοντας στο βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι – Μελοποιημένοι στίχοι (εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα 2013), τις μαρτυρίες φίλων του ποιητή (καταθέσεις ψυχής καλύτερα) «γνώρισα» τον σπουδαίο άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το σπουδαίο έργο· που δεν ένιωθε την ανάγκη να εμφανιστεί παρά μόνο έκει που ο ήλιος φώτιζε τις αυλές και οι ακτίνες του υψώνονταν στο μπόι των ανθρώπων, της λαϊκής συνοικίας.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Απόδραση

Χώσεψη Άρτας, Αύγουστος 2016.
Απόδραση

Πολλοί
αναρωτιούνται γιατί ήμουν κάποτε αλλιώς.

Άλλοι
αναζητάν να βρουν γιατί είμαι έτσι σήμερα.

Ποιός
είμαι ή ποιός ήμουν;

Αναζητήσεις
δίχως σημασία.

Το
κέρδος είναι ότι τους ξέφευγα διαρκώς.

Τάσος Λειβαδίτης

(Εγχειρίδιο ευθανασίας)

***

Αύγουστος 2016. Πρωινές μικρές-μεγάλες στιγμές ευτυχίας, στη βεράντα της Χώσεψης. Το γαλάζιο τυλίγει ό,τι  δεν φτάνει το πράσινο και οι αποχρώσεις  του γκρι σφιχταγκαλιάζονται με τα λευκά σύννεφα. Μετά από μερικές μέρες κοπιαστικής δουλειάς, μα και ξενοιασιάς και ανάτασης, κοντά στα πιο αγαπημένα σου πρόσωπα· με την παλέτα της φύσης να επιμένει πως η ομορφιά βρίσκεται πάντα εκεί, μπροστά, δίπλα σου· φτάνει να κρατάς τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης, Απλή Κουβέντα


Απλή Κουβέντα
(αποσπάσματα)

Θα 'θελα να μιλήσω
απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι
όπως κρυώνει ο αγκώνας σου
γυρίζεις
και βλέπεις ότι είναι τρύπιος
όπως κάθεται στην πέτρα ένας σύντροφος και μπαλώνει τη φανέλλα του.
Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω
κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενητειά
κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες
να μιλήσω
απλά-
μονάχα μια στιγμή ν' ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.

Κάποτε ονειρευόμαστε να γίνουμε μεγάλοι ποιητές
μιλούσαμε για τον ήλιο.
Τώρα μας τρυπάει η καρδιά
σαν μια πρόκα στην αρβύλα μας.
Εκεί που άλλοτε λέγαμε ουρανός, τώρα λέμε: κουράγιο.
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

(...)

Απόψε λέμε να σου γράψουμε, μάνα
μήπως ακούσουμε τη βροχή
να περπατάει με τα λυωμένα σου τσόκαρα
μήπως δούμε το χαμόγελό σου
να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ' τη δίψα μας.
Μας ταΐζουν σάπιες πατάτες: μην ανησυχείς
μας βρίζουν και μας χτυπάνε: να μας αγαπάς
Ίσως να μη γυρίσουμε - μα εσύ ν' ανάψεις τη λάμπα, μάνα
θα 'ρθουν άλλοι...

(...)

Αγαπημένη
μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου που κάποτε σε κρατήσαν,
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν' αρνηθώ το ξεροκόμματο που μοιράσαμε είκοσι άνθρωποι
πώς ν' αρνηθώ τη μητέρα μου που καρτεράει μια κούπα φασκόμηλο
πώς ν' αρνηθώ το παιδί μας που του τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό
πώς ν' αρνηθώ τον Νικόλα -
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν.

Αν γυρίσω δε θάχουμε λάμπα, δε θάχουμε που
ν' ακουμπήσουμε τ' όνειρό μας.
Θα καθόμαστε αμίλητοι.
Κι όταν θα θέλω να σε κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα.
Να μ' αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθήσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δεν σ' αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια - θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Εν’ άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
και να κλάψω.

(...)

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟΜΟΣ 1, Κέδρος

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Ένα ποίημα και μια φωτογραφία για τη σιωπή


Πολλές φορές η σιωπή μιλά και έχει πολλά να μάς πει, φτάνει οι κεραίες μας να είναι ευαίσθητες και δεκτικές. Πάντα θαύμαζα τους ποιητές που με μια χούφτα λέξεις μπορούν να γεμίσουν τις πιο απόμερες γωνιές της ανθρώπινης ψυχής. Ο Τάσος Λειβαδίτης κατέχει μια θέση ξεχωριστή ανάμεσά τους. Ποιητής της σιωπής, της πληγωμένης αισιοδοξίας και των πιο ―ίσως― άπιαστων ονείρων.

Ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι ποιητής των εικόνων. Από τους λίγους που με μαεστρία καταφέρνουν να ντύσουν τη σιωπή με τους πιο δυνατούς «ήχους» των πλάνων τους. Στην ταινία του Ταξίδι στα Κύθηρα, ο πρωταγωνιστής Σπύρος (Μάνος Κατράκης) επιστρέφει στην πατρίδα που τον έδιωξε, μετά από 32 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά. Και συναντά τη σιωπή.

Ένα ποίημα και μια φωτογραφία για τη σιωπή, που όταν τρέφεται από ψυχικές καταστάσεις όπως η απουσία, η στέρηση και ―κάποτε― η προδοσία, γίνεται εκκωφαντική…

Αυτός που σωπαίνει

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατελείωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο πού…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
πού αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ᾿ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ᾿ τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια.

Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

[Το ποίημα από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου». Διευθυντής φωτογραφίας στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984) ο Γιώργος Αρβανίτης.]


Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Τάσος Λειβαδίτης, ο αξέχαστος ποιητής του αγώνα και της φτωχογειτονιάς


«Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν/ για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα από τον άμμο./ Γράφω να διαβάζουν αυτοί που μαζεύουνε τα χαρτιά απ' τους δρόμους»

Νύχτα. Περπατάς κάτω από τα κίτρινα φώτα της πόλης. Ελαφρύς θόρυβος, σαν κάποιος να περπατάει πίσω σου. Γυρνάς. Κανείς. Και όμως. Ηταν ένας ποιητής, εκείνος που στέκεται εμπρός σου τώρα, στη γωνιά και ανάβει το τσιγάρο του και που, πριν προλάβεις να πλησιάσεις, θα χαθεί πάλι μέσα στη νύχτα. Ενας ποιητής. Ο Τάσος Λειβαδίτης.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1922. Μεγάλωσε στην καρδιά της πολιτείας, στο Μεταξουργείο. Από πολύ νεαρή ηλικία, από το Γυμνάσιο της οδού Αγησιλάου κιόλας, είναι και δηλώνει ποιητής. Η νύχτα της Κατοχής τον βρίσκει στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Στη Νομική Σχολή, που δεν την τέλειωσε. Μαζί με άλλους της γενιάς του, θα αφήσει τα πρώτα του γραπτά ίχνη, πάνω στους τοίχους της αδούλωτης πολιτείας, γράφοντας συνθήματα, παλεύοντας μέσα από τις γραμμές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Ενας περήφανος λαός, πεινασμένος, ξυπόλυτος, ρακένδυτος, αλλά πάντα όρθιος, προσπαθεί, με το όπλο στο χέρι, με την καθημερινή του πάλη, με τη δημιουργία του, να ορίζει αυτός τα πεπρωμένα του. Κάποιοι δεν το ήθελαν αυτό. Μα, ο ποιητής επιμένει να τραγουδά:

«Τραγουδάω εσάς, αδέρφια μου/
εσάς που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις/
τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια/
που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα/
εσάς που φοράτε εφημερίδες κάτω απ' τα τριμμένα σας σακάκια/
τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή/
κουβαλώντας κάτω απ' το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί/
κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».

Ο πηγεμός στην «κόλαση»

1947 «Οποιος διαβαίνει τούτη την πύλη ας αφήσει απ' έξω κάθε ελπίδα» (Δάντε Αλλιγκιέρι: «Κόλαση»)
ΣΤΓ 902. Αυτά τα αρχικά και αυτός ο αριθμός ήταν ο επίσημος κωδικός της «κόλασης», που τη λέγανε Μακρόνησο. Ο Τάσος Λειβαδίτης εξορίστηκε εκεί το 1947. Ακολούθησαν η Λήμνος και ο Αϊ - Στράτης, μέχρι το 1952. Στην ποίησή του αποτυπώνεται καθαρά, γυμνή, η Υβρις προς τον Ανθρωπο.
Σκίτσο του Τάσου Λειβαδίτη, φιλοτεχνημένο από τον Γιάννη Ρίτσο

«Πέντε δίκοχα γύρω/Ο λοχαγός δίχως όνομα/
ένα παιδί γυμνό/
κρεμασμένο από τα χέρια/
αυλακωμένο το σώμα του/
κουρελιασμένο απ' τις βουρδουλιές/
μόλις πατάν' τα νύχια του στο πάτωμα/
όπως σηκώνεται κανείς να δει/
ένα κορίτσι που γελάει πίσ' απ' το φράχτη./
Ο λοχαγός τον ρωτάει./
Ο βούρδουλας καίει το πετσί/
ο πόνος γίνεται ένα με το σώμα/
ο πόνος γίνεται ο ίδιος σώμα/
ύστερα θυμάται/
ένα μισοχτισμένο σπίτι στη γωνιά/
το παιδί στη σκαλωσιά ανεβάζει πέτρες/
μα γιατί ένα τόσο μικρό παιδί/
για τόσο μεγάλες πέτρες/
τα ποδαράκια του λυγίσαν ξαφνικά/
δεν πρόφτασε να πιαστεί/
το παιδικό κρανίο κάτω στις πλάκες/
άνοιξε/
μια γυναίκα αλαλιασμένη/
φώναζε μονάχα: μη/
Τώρα πρέπει να μιλήσει/
για να σωθεί/
πρέπει να πάψει να θυμάται/
και να ζήσει./
Θέλει να ζήσει/
όπως θέλετε κι εσείς./
Τώρα πρέπει να μιλήσει/
για να σωθεί/
πρέπει να πάψει ν' αγαπάει/
και να ζήσει./
Ο λοχαγός λέει: μίλησε/
Ο βούρδουλας λέει: μίλησε/
η νύχτα του λέει: μίλησε/
μα η νύχτα είναι λίγη/
οι συντρόφοι πολλοί/
κι έκοψε με τα δόντια του τη γλώσσα/
όπως θα κάνατε κι εσείς.»
(από το ποίημα «Μάχη στην άκρη της νύχτας»).

Μέσα στη «μεγάλη νύχτα» της Μακρονήσου, ο ποιητής, ανάμεσα στα χτυπήματα του βούρδουλα, θα μιλήσει για τους συντρόφους του:

«Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων!
Οταν καμιά φορά λιποψυχάμε/
νιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας/
η ανάμνηση του χεριού τους./
Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας/
νιώθουμε κάτω απ' την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο/
σα να κρατάμε μες στα χέρια μας /
ολάκερο τον κόσμο».
(«Κάτω απ' την παλάμη μας»).

Και καθώς χτυπά ο βούρδουλας, ο ποιητής βρίσκει και τον τρόπο για να φτιάξει ένα κόκκινο γαρίφαλο από στίχους και να το προσφέρει στον βασανιστή του. Ενα γαρίφαλο φτιαγμένο από περηφάνια, από περπατησιά λαϊκής γειτονιάς, από μόχθο ανθρώπων.
Με την μοναχοκόρη του, Βάσω, στη Μακρόνησο

«Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των/ υπουργείων/το βράδυ σταματάει στη γωνιά/
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου/
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε/
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου/
κι' ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις./
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις/
χτύπα με αλλού/
μη σημαδέψεις την καρδιά μου./
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο./
Δε θα 'θελα να το λαβώσεις.»
(«Μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Τρία Ποιήματα»).
Ο πόνος και το αίμα των συντρόφων του γεννούν και την «Κριτική της ποίησης»:
«Ε! τι κάθεστε, λοιπόν, ποιητές/
βγείτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβείτε/
στις αμαξοστοιχίες
θα δείτε καθώς θ' απαγγέλλετε τα τραγούδια σας/
ν' ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη, σαν έν' άσπρο τριαντάφυλλο/
το γέλιο των μηχανοδηγών».
(Η «επιστροφή» στη ζωή).

1951. Επιστροφή στην πολιτεία που προσπαθεί να δέσει τις πληγές της. Ορθιες οι γειτονιές, δένουν κρυφά τις πληγές τους και σφίγγουν τα δόντια για να μην δείξουν ότι πονάνε, στον δεσμοφύλακα, που στηριγμένος στο ξένο δεκανίκι του... κρακ... κρακ... τριζοβολώντας απαίσια τις περιδιαβαίνει.

«Ο δεσμοφύλακας κοιμήθηκε/
στην πόρτα/
η νύχτα προχωράει στη νύχτα/
αδέρφια/
βασανισμένα μου αδέρφια/
χαμηλώστε/
Βάλτε τ' αυτί σας στον τοίχο/
σ' όλους τους τοίχους του κόσμου/
ν' ακούσετε αυτά τα χτυπήματα/
ν' ακούσετε την ίδια σας φωνή./
Ο ήλιος για όλους τους ανθρώπους/
η μέρα είναι κοντά./
Θα βαδίσουμε.»
(«Μάχη στην άκρη της νύχτας»).

Κρακ. κρακ. Το δεκανίκι και το ξυλοπόδαρο του δεσμοφύλακα, της πόλης και της ζωής μας. Η ανάσα του φόβου. Και όταν φύγει, με το αυτί ακουμπισμένο στο χώμα, προσπαθούμε να ακούσουμε από πού περνάει το ρυάκι της ζωής, πού χτυπάνε οι μυστικές φλέβες του νερού. Ενα αστέρι από πάνω μας γλυκαίνει την αγωνία της αναζήτησης. Τακ - τακ η φλέβα του νερού χτυπάει ρυθμικά. Ηχος ευγενικός, όπως η ελπίδα, η αξιοπρέπεια και ο έρωτας.

«Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω/
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα./
Σαν ήμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου/
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;/
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της/
έναν κόσμο άδειο από σένα./
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι/
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.»
(«Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»).

Τραγούδια των ονείρων

«Για να μάθω να γράφω τραγούδια», λέει στο παραπάνω ποίημα ο Τάσος Λειβαδίτης. Κι έγραψε μέγιστα, αθάνατα τραγούδια: «Σαββατόβραδο», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Δραπετσώνα», «Μάνα μου και Παναγιά», «Εχω μια αγάπη», «Λυρικά».
Βρέχει στη φτωχογειτονιά, και είναι παγωμένη τούτη η βροχή. Πάντα παγωμένη ήταν η βροχή στις φτωχογειτονιές. Δεν πειράζει. Οι άνθρωποι ζεσταίνονταν από τα όνειρα.

«Θυμάμαι το '36/
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρνει ένα καρβέλι/
ψωμί./
Αχνίζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες./
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε/
τ' άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα,/
τραγούδια/
νιώθαμε να χορταίνουμε.»
(«Ο Ανθρωπος με το Ταμπούρλο»).

Και ξανά «ανοίξαμε την πόρτα το βράδυ, τη λάμπα κρατήσαμε ψηλά», πορευόμενοι. Και ύστερα πάλι η νύχτα. Στη διάρκεια της δικτατορίας, ο Τάσος Λειβαδίτης, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, δουλεύει σε λαϊκό περιοδικό, μεταφράζοντας σε συνέχειες τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι. Κρακ, κρακ, το κουτσό πόδι του δεσμοφύλακα με το δεκανίκι, η ανάσα του φόβου και πάλι στις γειτονιές.

«Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ' έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, και αυτό αρκούσε. Υστερα, κάνοντας ένα κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.
Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ' όλα αξιαγάπητος κύριος».
(Από τον «Νυχτερινό Επισκέπτη»).

Η πόλη, η φτωχογειτονιά, τα ξεκοιλιασμένα από τις σφαίρες κτίρια, τα πρησμένα πόδια αυτών «που τους έλεγαν αλήτες», τα κουρελιασμένα ντρίλινα παντελόνια των εργατών, η μνήμη του αίματος, η εξευτελιστική για τον Ανθρωπο μυρωδιά του φόβου, άμμος στα γρανάζια του «συστήματος» στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια.

Μέρες και άλλης «κόλασης»

Μια μικρή «ανάσα» κι ύστερα, πάλι σκοτάδι, αίμα, φόβος. Χούντα και Πολυτεχνείο. Ετος 1973.

«Στον δρόμο περπατούνε αγκαλιασμένοι/
σιγομιλούνε σε κάποιο καφενείο/
κι όλοι οι νεκροί είναι πάλι αναστημένοι/
σαν γονατίζουν στο Πολυτεχνείο».

Στην οθόνη της πόλης, η ταινία της Ελλάδας - πάντα ασπρόμαυρη - εξακολουθεί να προβάλλεται. Χωρίς ήχο. «Θα πρέπει να συνηθίσετε να βλέπετε ξανά εφημερίδες με σφυροδρέπανα αναρτημένες στα περίπτερα», γράφει η Ελένη Βλάχου, προετοιμάζοντας τους αναγνώστες της «Καθημερινής» για την κυκλοφορία, προσεχώς, του νόμιμου, πλέον, «Ριζοσπάστη». Σιωπή, επικρατεί ακόμα. Σιωπή στα σταυροδρόμια, σιωπή στην πόλη, και το μόνο που ακούγεται είναι η ανεπαίσθητη, σαν θρόισμα φύλλου, μουσική, που βγάζει ένα χέρι, καθώς χαϊδεύει τα σημάδια που άφησαν οι χειροπέδες πάνω στο άλλο και αντίστροφα.

«Αιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού, και μόνο το τραγούδι/
μας, καμιά φορά, θλιμμένο/
μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως/
σε σιωπηλή γυναίκα./
Γέρναμε, ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν./
Κι αλήθεια, κατά πού πέφτει η βασιλεία,/
και μόνος ο καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου,/
αργά, τη νύχτα.»
(«Σκοτεινή Πράξη»)

Αχός μέγας ακούγεται στην πόλη. Εχει φθάσει ο πολιτικός ...«μάγος». Χρόνια περιπλανιόταν ψάχνοντας τις μαγικές συνταγές για πάσα νόσο. Και ιδού, λοιπόν, έρχεται φορτωμένος «δώρα». Σαλπιγκτές πολιορκούν τα τραγούδια. Βαρβαρισμοί πολιορκούν τη γλώσσα. Ημίγυμνες οδαλίσκες μοιράζουν λωτούς και με λάγνα βλέμματα υπόσχονται τη λήθη. Αερόστατα, ουράνια υπερωκεάνια και ολόφωτα διαστημόπλοια κάνουν τη μέρα νύχτα για να διευκολύνεται και πάλι το τσάκισμα των «ιστών» της κοινωνίας.

«Οραμα μεγάλο πάνω απ' τους δρόμους, σα φύλλα του φθινοπώρου/
σκόρπιζαν οι ζητωκραυγές./
Η πόλη είχε χαθεί κάτω απ' τα φώτα, τις σημαίες, τη βουή./
Γιορτάζαμε τη νίκη./
Ομως, την ίδια ώρα, κάποιος σηκώνεται μες στο σιωπηλό σπίτι, δεν/
ανάβει φως, ντύνεται και κάθεται στο σκοτάδι./
Κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει.»
(«Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Ονειρα»)

Ο ποιητής δεν μπορεί να μεθύσει με ψεύτικο κρασί. Και στρέφεται να πιαστεί από τον εαυτό του, να αποκαταστήσει τα νοήματα εντός του. Θα ψάξει να βρει ένα συνομιλητή, ή μάλλον κάποιον που να τον εμπιστεύεται για να ανοίξει την καρδιά του. Να καταθέσει την πίκρα του, να αφήσει τα δάκρυά του να κυλήσουν ελεύθερα, να λυτρωθεί.
«Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα 'ναι από μια άλλη εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι αμήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ακόμα ξένοι, οι λέξεις θα 'χουν γίνει φαντάσματα, στο δρόμο θα βρίσκεις καμιά φορά ένα επισκεπτήριο, αλλά δε θα 'χουμε μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του υπερπέραν - και μόνο εγώ, τότε, ο τρελός θα σηκωθώ και θα φωνάξω: "σύντροφοι" σαν ν' απαντάω στην ατέλειωτη αυτή σιωπή.
Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο - με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις.»
(«Ο τυφλός με το λύχνο»)

Πίκρα. Ωρες - ώρες αβάσταχτη. Δεν μπορείς να μένεις κλεισμένος μέσα. Πλένεις το πρόσωπό σου και βγαίνεις στον δρόμο.

«Υστερα έρχονται και σου λένε "τα χρόνια έφυγαν", αλλά εγώ θέλω να μου απαριθμήσετε κι εκείνα που έφυγαν μαζί με τα χρόνια - αυτό ποιος θα τ' αντέξει; Ετσι εκείνο το βράδυ έστριβα σε μια πάροδο, όταν είδα έναν άνθρωπο να τον τραβολογάνε οι αστυφύλακες, ήταν μεσόκοπος, με γενάκι "πως λέγεσαι;" τον ρωτούσαν, τσιμουδιά αυτός "αφήστε τον", είπα, "πλήρωσα εγώ με την ψυχή μου γι' αυτόν. Λέγεται Λένιν". (Παλιές ιστορίες - για να περάσει κι αυτό το βράδυ)».
(«Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου»).

Ο Τάσος Λειβαδίτης έφυγε από την πόλη φθινόπωρο, Οκτώβρη. Στις 30 του Οκτώβρη 1988. «Επιστρέφει», όμως, κάθε βράδυ στις λαϊκές γειτονιές που τραγούδησε. Ανάβει το τσιγάρο του από τα πυρακτωμένα όνειρά τους. Φτιάχνει ποιήματα από πεσμένα στο δρόμο όνειρα. Ονειρα, που τα πατούν ακόμα και ανύποπτοι περαστικοί.

«Κάποτε, καθώς φεύγεις/
πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη/
θα σου 'τυχε ν' ακούσεις ξαφνικά από 'να παράθυρο/
ένα πιάνο να παίζει./
Ισως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα/
ή ένας άντρας με δυνατά χέρια/
να παίζουν αυτόν τον λυπημένο σκοπό/
που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες/
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/
την καρδιά σου που την ποδοπατήσαν./
Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο/
ακούγοντας κάτω απ' τη βροχή-/
μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι/
χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου./
Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα/
τα παιδικά σου χρόνια/
οι χαμένοι έρωτες/
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/
η καρδιά σου που την ποδοπατήσαν/
ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου -/
να πολεμήσουν/
μαζί σου.»

Βιβλιογραφία:
  • Τάσος Λειβαδίτης: Ποίηση, 1, 2, 3 (εκδόσεις «Κέδρος»)
  • Σόνια Ιλίνσκαγια: «Η Μοίρα Μιας Γενιάς» (εκδόσεις «Κέδρος»)
  • «Η Ελληνική Ποίηση: Η Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά» (εκδόσεις «Σοκόλη»).

Γιώργος Μηλιώνης
(Το κείμενο αυτό του Γ. Μηλιώνη προέρχεται από ραδιοφωνική ποιητική εκπομπή του, στο ραδιόφωνο του «902 Αριστερά στα FM», και αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη της 14 Γενάρη του 2001).

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ο Άγιος Τσε


Στο κατώφλι των καιρών
γνέθουν οι μητέρες την ελπίδα
και πριν γνωρίσουν τα φιλιά
φεύγουν τα παιδιά
και γίνονται άντρες στα βουνά,
και τα κορίτσια που αγαπούν
τη Γκουέρνικα κεντούν...

Άγια είναι η λευτεριά
κι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά
τη σκιά χαιρετά του Τσε Γκεβάρα
είναι ο δρόμος μακρινός.
Πάμε για τη μάχη.
κι ίσως να 'σαι, μάνα
αύριο μονάχη...

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 


Ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται: «Όταν συνάντησα τον Τσε στην Κούβα» 
Πηγή: Guevaristas

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης επισκέπτηκε την Κούβα τρία χρόνια μετά την Επανάσταση, το 1962. Ως προσωπικότητα της ελληνικής αριστεράς εκείνης της εποχής, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης βρέθηκε στην Κούβα συμμετέχοντας σε αποστολή της τότε ΕΔΑ στο νησί της Επανάστασης. Παρακάτω δημοσιεύονται αποσπάσματα αφηγήσεων του Μ.Θεοδωράκη για την επίσκεψη του στην Κούβα και – ιδιαιτέρως – την συνάντηση που είχε με τον Τσε, που την περίοδο εκείνη ήταν υπουργός βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης.


«Αυτή ήταν μια πρώτη επίσκεψη που έγινε τότε επίσημα στην Κούβα. Πάρα πολύ μεγάλο ταξίδι, με ελικοφόρα. Ήταν μια προσπάθεια των Κουβανέζων να καλέσουν αντιπροσωπείες από όλο τον κόσμο, προκειμένου να απαντήσουν στις κατηγορίες και τις συκοφαντίες των διαφόρων γραφείων των ιμπεριαλιστών, που μιλούσαν για σφαγείς και λοιπά, τα γνωστά.

Βρήκαμε μια περίεργη κατάσταση, γιατί όλος ο κόσμος ήταν ένοπλος, όλοι φορούσαν χακί στολές, είχαν όλοι μπαρμπούτος και οι γυναίκες ήταν ένοπλες, παράλληλα όμως υπήρχε και μια πανηγυρική ατμόσφαιρα. Δηλαδή όλος ο κόσμος χόρευε, μιλούσε, πανηγύριζε. Γιόρταζαν συνέχεια αυτοί, ήταν μια γιορτή της επανάστασης συνεχής.

Πήγαμε εκεί, όπου μας έβαλαν σε ένα αμερικάνικο ξενοδοχείο – είχαν επιτάξει όλα τα ξενοδοχεία. Εκείνο που μας έκανε εντύπωση ήταν ότι στα πρώτα πατώματα, στα πρώτα τριάντα πατώματα έμεναν παιδιά. Είχαν πάρει τα παιδιά από τα χωριά, όπου δεν είχαν σπίτια να μείνουν, για να τα προφυλάξουν, να ζουν σε καλύτερες συνθήκες. Αυτά τα παιδιά τα έβαζαν σε δωμάτια, πήγαιναν σε σχολεία όλα μαζί, ήταν καθαρά… Και ήθελα να τονίσω ότι αυτά τα παιδιά, που μεγάλωσαν και σπούδασαν, σήμερα είναι η νέα τάξη της Κούβας. Γι’ αυτό είναι τόσο δυνατός ο Κάστρο, δε θα φύγει ποτέ, διότι πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά, τα οποία δημιουργήθηκαν από το τίποτα.

Αρχίσαμε να κάνουμε αυτές τις επισκέψεις, να βλέπουμε την σύγχρονη Κούβα. Πήγαμε και στα υπουργεία, εγώ και ο Σακελλάρης, ένας βουλευτής της ΕΔΑ. Η ΕΔΑ πήρε εμένα ως προσωπικότητα, για να είμαι λίγο πιο γνωστός. Φυσικά δεν ήμουν εκεί γνωστός, αλλά, τέλος πάντων, είχαν την καλοσύνη να διαλέξουν εμένα. Τον Σακελλάρη τον ενδιέφερε να δει τα οικονομικά της επανάστασης. Σου λέει “Σε λίγο η ΕΔΑ θα είναι κυβέρνηση στην Ελλάδα, να δούμε πως πάνε τα οικονομικά εδώ”. Ο Κάστρο και οι άλλοι δέχονταν κάθε τόσο τους ξένους. Είδαμε και τον γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος… αυτοί εν τω μεταξύ είχαν ξεφτιλιστεί, διότι, λίγο πριν πέσει ο Μπατίστα, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν εναντίον του Κάστρο.

Πήγαμε λοιπόν στο “Αβάνα Λίμπρε”, το πρώην “Χίλτον”, το οποίο ονόμασαν “Αβάνα Λίμπρε”, “Ελεύθερη Αβάνα”, και μας είπαν ότι στην ταράτσα επάνω, που έπαιζε και μια ορχήστρα, θα μας δεχόταν η ηγεσία των επαναστατών. Καθίσαμε σε κάτι τραπέζια και μετά ήρθαν οι διερμηνείς. Κάναμε τις συστάσεις, ήταν ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα και ο πρόεδρος της Κούβας, ο μόνος που δεν είχε γένια. Άρχισε να ρωτάει για την Ελλάδα, ήξεραν για την Ελλάδα, πολλοί όμως δεν ήξεραν καν που βρίσκεται».

Και ο Τσε;


«Ε, βέβαια. Ο Τσε ήταν γιατρός, από την Αργεντινή. Την αρχαία Ελλάδα βέβαια την γνώριζαν, λίγα πράγματα όμως ήξεραν για την σύγχρονη Ελλάδα. Εκεί λοιπόν που τελείωνε η συνάντησή μας, άρχισε η ορχήστρα να παίζει το “Lune de miel”. Το “Honeymoon song” ήταν το εθνικό τους τραγούδι. Μου είπαν μάλιστα ότι το έχουν γράψει και σε μια στήλη εκεί ότι ο ραδιοφωνικός τους σταθμός ξεκίνησε με το τραγούδι αυτό, το οποίο θεωρούσαν ότι είναι μεξικάνικο. Κάποιος έξυπνος Μεξικάνος εκεί έβαλε το όνομά του από κάτω. Το τραγουδούσε ένας Μεξικάνος τραγουδιστής τον οποίο λάτρευε όλοι η Νότια Αμερική, ήταν ο Καζαντζίδης, ας πούμε της Νότιας Αμερικής. Φυσικά και στην Κούβα, λόγω αυτής της διασκευής του τραγουδιού, και του τραγουδιστή, το τραγούδι ήταν στα χείλη όλων των Κουβανέζων. Λέει λοιπόν ο διερμηνέας, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, στον Κάστρο: “Με την ευκαιρία, να σας πω ότι αυτό το τραγούδι είναι δημιουργία του κύριου εδώ”. “Πού πάτε;” λέει ο Κάστρο κατενθουσιασμένος. “Είναι δυνατόν; Γράφει τέτοια πράγματα;” Δε με άφηναν να φύγω. Και ο Τσε Γκεβάρα ετοιμαζόταν να πάει στη Σιέρα Μαέστρα για περιοδεία. “Θα σε πάρω μαζί μου αύριο”, μου λέει. “Έχει ωραίο κλίμα και άφθονο οξυγόνο εκεί που πηγαίνω”».

Πως ήταν ο Τσε Γκεβάρα, λοιπόν; Γιατί ήταν τόσο μεγάλος μύθος; Έπρεπε να είναι τόσο μεγάλος μύθος;


«Αυτά τα πράγματα και τους μύθους δεν τα διαπιστώνεις με μια συνάντηση. Εμείς κάναμε απλές συζητήσεις με ένα διερμηνέα που δεν ήξερε και πάρα πολύ καλά τα ισπανικά. Εκείνο το καλαμπούρι που έκανα μαζί του είναι ότι παντού έλεγε “Μουέρτε ο λιμπερτά”, ξέρεις, “Ελευθερία ή θάνατος”. Μάλιστα με πήγε και σε ένα μοντέρνο σφαγείο και δεν ήθελα να μπω μέσα, και είδα την πινακίδα: “Ελευθερία ή θάνατος”. Του λέω “Εδώ, αγαπητέ σύντροφε, κοροϊδεύετε τα ζώα, εδώ μόνο ο θάνατος τα περιμένει. Τι μου λες και βάζεις το “ή” ; Είναι σκέτο “μουέρτε”, του λέω. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πήγαμε σε ένα κέντρο που είχε μουσική και χορέψαμε. Σηκώθηκε ο ίδιος επάνω και είπε στην ορχήστρα να παίξουμε το τραγούδι αυτό, ενθουσιάστηκε ο κόσμος και μετά με φώναξε πάνω και είπε “Αυτός είναι ο συνθέτης”, και χειροκρότησαν όλοι. Αγαπήθηκα πολύ στην Κούβα ως λαϊκός συνθέτης, δε γίνεται παραπάνω. Να μείνουν ήσυχοι εδώ όσοι λένε ότι είμαι καλός μουσικός και κακός πολιτικός. Αφού δοξάστηκα ως μουσικός στην Κούβα…”».

Πηγή: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 85 ΧΡΟΝΙΑ. ΆΞΙΟΣ ΕΣΤΙ – ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ, σελ 357 έως 359. Αναδημοσίευση από “Theodorakism-Θεοδωρακισμός”.


Ακολουθεί ένα δεύτερο απόσπασμα, από συνέντευξη του Μ.Θεοδωράκη στην ιστοσελίδα America Latina (10 Ιούνη 2011):


«Το 1962 που πήγα στην Κούβα να δούμε τι γίνεται λίγο μετά από την Επανάσταση, ήμουν στην ταράτσα του “Κούβα Λίβρε” του παλιού “Χίλτον”. Πίναμε εκεί και κάποιοι χόρευαν. Υπήρχαν αντιπροσωπείες από διάφορες χώρες όπως η Ισπανία. Για εμάς έλεγαν “Όμηρος, Αριστοτέλης, Ακρόπολη”. Τι κάνετε εδώ με ρώτησαν, θα κάτσετε πολύ ακόμη; Λέω, αύριο μεθάυριο θα φύγω λέω γιατί με πειράζει το κλίμα εδώ. Τότε άρχισε να παίζει το τραγούδι μου, το οποίο ήταν μεγάλο σουξέ. Τότε λέει ο διερμηνέας για μένα “αυτός είναι ο συνθέτης αυτού του τραγουδιού”. Πετάγονται αμέσως όλοι όρθιοι. Όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά την εκπομπή του ο σταθμός “Αβάνα Λίβρε” άρχισε με αυτό το τραγούδι. Λούνα Ντε Μιέλ. Είναι γραμμένο. Αυτοί ήταν ξερελαμένοι.


Μου λένε “κάτσε εδώ δεν θα πας πουθενά”. Μου λέει ο Τσε Γκεβάρα “αύριο θα σε πάρω να πάμε μαζί στα βουνά που έχει ωραίο καιρό”. Και έτσι άρχισε εκείνη η φιλία. Γνώρισα τον Τσε Γκεβάρα, ο λαός εκεί βέβαια είναι λίγο βαρύς. Έρχεται ένας χωριάτης και μου δίνει ένα τεράστιο πούρο, λέει κάπνισε. Αλλά μου άρεσε. Μετά πήγαμε στο βουνό, καθίσαμε μια εβδομάδα να δούμε τι έκανε η Επανάσταση και το βράδυ πηγαίναμε σε μέρη που χόρευαν οι νέοι. Ο Τσε έλεγε έχουμε “εδώ μέσα έχουμε τον φίλο μου που έγραψε αυτό το τραγούδι”.. Αισθανόμουν σαν ήρωας, όλοι φώναζαν και χόρευαν.  Κάθε τόσο και λιγάκι άρχονταν κούτες με πούρα που έστελνε ο Τσε… χα, χα.. Ήταν πανάκριβα τότε..»


Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει μελοποιήσει ποιήμα του Τάσου Λειβαδίτη που αναφέρεται στον Τσε Γκεβάρα. Είναι “Ο Άγιος Τσε” από το έργο “Λειτουργία Νο.2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο. Το τραγούδι επανακυκλοφόρησε το 1976 υπό τον τίτλο “Στο κατώφλι των καιρών” στο δίσκο “Τα λυρικά”.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

"...εφτά φορές κι αν σκοτωθούν δεκαεφτά θ’ αναστηθούν"... (VIDEO)


Δόξα και τιμή στους μαχητές και στις μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που έπεσαν στη μάχη για τα συμφέροντα του λαού.
Δεν σας ξεχνάμε. Μελετάμε, διδασκόμαστε, συνεχίζουμε.
Χαμένος είναι ο αγώνας που ποτέ δε δόθηκε.


Δημιουργία βίντεο: Οικοδόμος
 

Χαθήκανε τόσο νωρίς

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Κύκλος τραγουδιών: ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ
Ερμηνεύει ο Μίκης Θεοδωράκης

Χαθήκανε τόσο νωρίς
μικραδέρφια της βροχής
μα εφτά φορές κι αν σκοτωθούν
δεκαεφτά θ' αναστηθούν.
Γενιά μου δάκρυ και καημός
εμπρός σημαία και Χριστός
τροφή στη λησμονιά
το αίμα σας, καλά παιδιά,
και τώρα και ξανά.
Χαμένη γενιά τραγουδάς.
Χαμένη γενιά πού με πας...


Κυριακή 25 Μαΐου 2014

"Να φυσήξουμε στη χόβολη της ελπίδας…" - ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


«…Ελάτε, λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της
ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης…»

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


(Απόσπασμα από το ποίημα Παραμονή Χριστουγέννων.)

Τάσος Λειβαδίτης, ΠΟΙΗΣΗ [ΤΟΜΟΣ 1]», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

"Aληθώς ο Κύριος"…


Η Ανάσταση μπορεί να υπάρξει. Αλλά θα γεννηθεί μόνο έτσι: Εκ της συνεχούς μεταλήψεως των αχράντων του Ανθρώπου μυστηρίων. Στη «Θεία Κοινωνία» των στίχων του μεγάλου Τάσου Λειβαδίτη προστρέχουμε. Με την βεβαιότητα: Ότι είναι ο ίδιος ο «Λάζαρος» που έχει τη δύναμη να αναστήσει τον εαυτό του. Και με την ελπίδα: Ότι θα το αποφασίσει. Και θα σηκωθεί…  
*
«Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε κοντά στον τάφο.
“Λάζαρε, βγες έξω”, φώναξε. Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός
νεκρός, που ένιωσε ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του
κόσμου, τί να ΄κανε; Η γη είχε χαθεί,
πως θ΄ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό…».
*
«Αφήστε με, παρακαλώ, μια στιγμή να περάσω. Θα 'μαι
    σύντομος
όπως όλοι οι αληθινά μεγάλοι. Δε με ξέρετε;
Είμαι, λοιπόν, εγώ που φώναξα πριν τόσες χιλιάδες χρόνια
εκείνο το ασύγκριτο, μάταιο "νενικήκαμεν".
Εγώ που πρόδωσα τους Έλληνες σ' όλες τις μάχες, και
     τους Πέρσες
σ' όλη την αιωνιότητα. Ακριβώς, το μαντέψατε: είμαι ο
    Λάζαρος.
Εγώ που μου φωνάξανε μια νύχτα, τέσσερις μέρες νεκρός:
Λάζαρε, βγες έξω. Κι ενώ ήξερα πως κανείς δε μπορούσε
    να μ' αναστήσει,
συμπόνεσα τόσο την ανθρώπινη ευπιστία
που σηκώθηκα».
Χρόνια Πολλά!  

(Νίκος Μπογιόπουλος - Ενικός)

Σαν σήμερα, στις 20 Απρίλη του 1922, γεννήθηκε ο Τάσος Λειβαδίτης. Αγωνιστής της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, εξορίστηκε για τις πολιτικές του ιδέες στον Μούδρο, στον Αϊ - Στράτη και τη Μακρόνησο. Λαογέννητος ποιητής, ο Λειβαδίτης αγκάλιασε με τα πελώρια απλωμένα χέρια των στίχων του τα σκιρτήματα της ψυχής και των ονείρων μας. Στηρίζει τα βήματά μας στα δυσκολοδιάβατα μονοπάτια των σύγχρονων καιρών και κρατάει ανοιχτή την πόρτα της αδικαίωτης ελπίδας, μέχρι αυτή «ν' ανθίσει μες στην καρβουνόσκονη, σαν εν’ άσπρο τριαντάφυλλο».

Αξίζει να διαβάσετε:

"Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη"
http://stithaghi.blogspot.gr/2013/02/blog-post_5429.html