Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pablo Neruda. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pablo Neruda. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Πάβλο Νερούδα: "Ο ΛΑΟΣ" ― Και ένα κείμενο της Δανάης Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη για τον ποιητή



Ο ΛΑΟΣ

Πάβλο Νερούδα

Μεταγλώττιση: Δανάης Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη

Τον θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο, κι ας μην πέρασαν
 παρά μόνο δυο αιώνες που τον είδα.
Δεν πήγαινε με άλογο ούτε με αμάξι:
με τα πόδια
κατάπινε
τις αποστάσεις
και δεν είχε σπαθί ούτε πανοπλία
αλλά δίχτυα στον ώμο,
τσεκούρι, σφυρί ή φτυάρι.
Ποτέ δε χτύπησε όμοιό του:
ο αγώνας του ήταν ενάντια στο νερό και στη γη,
για να 'χει στάρι για ψωμί,
ενάντια στο πελώριο δέντρο για να 'χει ξύλα,
στους τοίχους για ν' ανοίγει πόρτες,
στην άμμο για να χτίσει τοίχους
και στη θάλασσα για να την κάνει να ξεγεννάει.
Τον γνώρισα κι ακόμα δε μου σβήνεται απ' το νου.

*

Οι χρυσές άμαξες γίναν κομμάτια...
ο πόλεμος γκρέμισε πόρτες και τοίχους,
η πολιτεία γίνηκε μια χούφτα στάχτη,
γίνανε σκόνη τα ρούχα,
κι αυτός για μένα υπάρχει ακόμα,
επιβίωσε στην άμμο,
όταν όλα φαίνονταν ακατάλυτα,
εκτός από κείνον.

*

Στο πήγαιν' έλα κάθε φαμελιάς
ήταν άλλοτε πατέρας μου, ή συγγενής μου,
ή μονάχα μπορεί και να 'ταν...
ή και να μην ήταν
αυτός που δε γύρισε στο σπίτι
γιατί τον κατάπιε η γη ή το νερό,
ή γιατί τον σκότωσε μια μηχανή ή ένα δέντρο
ή και να 'ταν εκείνος ο πένθιμος μαραγκός
που πήγαινε πίσω από το φέρετρο, δίχως δάκρυα,
τέλος κάποιος που δεν είχε όνομα,
που τον έλεγαν μέταλλο ή ξύλο
και που όλοι τον έβλεπαν από ψηλά
χωρίς να βλέπουν το μερμήγκι
αλλά τη μερμηγκιά,
που - όταν τα πόδια δε σαλεύουν πια
γιατί ο ταλαίπωρος είχε πεθάνει –
δεν είδαν ποτέ πως δεν τον έβλεπαν:
υπήρχαν κιόλας άλλα πόδια εκεί που πριν
ήταν αυτός.

*

Τα άλλα πόδια ήταν αυτός ο ίδιος,
και τα άλλα χέρια.
Ο άνθρωπος συνεχίζονταν:
όταν φαινόταν φευγάτος, ξεπερασμένος,
βρισκόταν ο ίδιος ξανά, ήταν εκεί
για να σκάβει τη γη,
να κόβει το πανί, εκείνος όμως
δίχως πουκάμισο,
ήταν και δεν ήταν εκεί, όπως και τότε,
είχε φύγει και βρισκόταν ξανά,
κι όπως ποτέ του δεν είχε κοιμητήρι,
ούτε τάφο, κι ούτε τ' όνομά του χαράχτηκε
στην πέτρα που εκείνος ίδρωσε για να τη σπάσει,
ποτέ κανένας δε μάθαινε πως ξαναρχόταν,
ποτέ κανείς δεν έμαθε πότε πέθανε
κι έτσι μόνο όταν ο δύστυχος το μπόρεσε,
αναστήθηκε ξανά απαρατήρητος.

*

Ηταν ο άνθρωπος χωρίς αμφιβολία, χωρίς κληρονομιά
χωρίς αγελάδα, χωρίς σημαία,
και δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους,
τους άλλους που ήσαν αυτός,
από ψηλά ήταν σταχτής σαν γη,
ήτανε φαιός σαν το πετσί,
ήτανε κίτρινος θερίζοντας στάχυα,
ήτανε μαύρος κάτω στα ορυχεία,
ήτανε χρώμα πέτρας στο κάστρο,
στην τράτα είχε χρώμα παλαμίδας
και χρώμα αλογίσιο στο λιβάδι:
και δεν μπορούσε κανείς να τον ξεδιακρίνει,
αφού ήταν αδιαχώριστος, ήταν το στοιχείο,
γη, κάρβουνο ή θάλασσα ντυμένη άνθρωπος.

*

Οπου έζησε,
αβγάταινε ό,τι άγγιζε αυτός:
το εχθρικό λιθάρι,
σπασμένο
από τα χέρια του,
μεταβαλλόταν σε τάξη,
και ένα - ένα σχημάτισαν
την κατακόρυφη λάμψη του κτιρίου
έφτιασε το ψωμί με τα χέρια του,
κίνησε τους σιδηρόδρομους
γεμίσαν οικισμούς οι αποστάσεις,
άλλοι άνθρωποι γεννήθηκαν,
ήρθαν οι μέλισσες,
και επειδή ο άνθρωπος δημιουργεί και
πολλαπλασιάζει
η άνοιξη περπάτησε ως την αγορά
ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

*

Ο πατέρας των άρτων λησμονήθηκε,
αυτός που έκοψε, που πεζοπόρησε, τσακίζοντας
κι ανοίγοντας χαντάκια, κουβαλώντας άμμο,
κι όταν όλα υπήρξαν, αυτός πια δεν υπήρχε,
αυτός έδινε την ύπαρξή του, αυτό ήταν όλο.
Βρήκε αλλού να δουλέψει, κι ύστερα
πήγε να πεθάνει κυλώντας σαν βότσαλο του ποταμού:
τον πήρε σβάρνα ο θάνατος.

*

Εγώ, που τον γνώρισα, τον είδα να σβήνεται
ώσπου να απομείνει μόνο αυτό που άφηνε:
δρόμοι που μόλις και μπόρεσε να γνωρίσει,
σπίτια που ποτέ, ποτέ δε θα κατοικούσε.

*

Και γυρνάω ξανά για να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

*

Τον βλέπω στη νεκρόκασά του και αναστημένο.
Τον διακρίνω ανάμεσα σ' όλους
που είναι οι όμοιοί του
και μου φαίνεται πως δε γίνεται,

*

πως έτσι δε βγαίνουμε πουθενά,
πως γίνοντας έτσι δεν αξίζει τον κόπο.

*

Εγώ πιστεύω ότι στο θρόνο πρέπει να βρίσκεται
αυτός ο άνθρωπος, με καλά παπούτσια και
στέμμα.

*

Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα
πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα.
Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε.

*

Και πρέπει να 'χουν φως εκείνοι του ορυχείου!

*

Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι.
Τέρμα οι χλωμοί εξαφανισθέντες!
Ούτε ένας άνθρωπος που να μη βασιλεύει.

*

Ούτε μια γυναίκα χωρίς την κορόνα της.

*

Για όλα τα χέρια γάντια χρυσά.

*

Οι καρποί του ήλιου για όλους τους σκούρους!

*

Εγώ τον γνώρισα εκείνον τον άνθρωπο κι όταν μπόρεσα,
όταν πια είχα μάτια στο πρόσωπό μου,
όταν πια είχα φωνή στο στόμα μου,
τον αναζήτησα ανάμεσα στους τάφους και του 'πα
σφίγγοντάς του το μπράτσο που δεν ήταν ακόμα:
"Ολοι θα φύγουν, εσύ θα μείνεις ζωντανός.

*

Εσύ έφτιασες αυτό που είναι δικό σου".

*

Γι' αυτό κανείς ας μην ανησυχεί όταν
φαίνεται να 'μαι μόνος μα που δεν είμαι μόνος:
δεν είμαι με κανέναν και μιλάω για όλους.

*

Κάποιος μ' ακούει και δεν το ξέρουν,
όμως εκείνοι, που γι' αυτούς τραγουδάω και που
το ξέρουν
συνεχίζουν να γεννιούνται και να γεμίζουν τον κόσμο.


Η Χιλή και ο μέγας Ποιητής της
Ο Πάμπλο Νερούδα με τον Σαλβαδόρ Αλιέντε
Με αφορμή τα 27 χρόνια από το θάνατο του κορυφαίου ποιητή της Χιλής και όλης της Λ. Αμερικής Πάμπλο Νερούδα (23/9/1973), δημοσιεύουμε κείμενο που έγραψε με την ίδια ευκαιρία η μεταφράστρια των ποιητικών απάντων του Δανάη Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη:

Δεκέμβριος του 1972. Η Χιλή περνάει στιγμές σκληρές και μεγάλες. Ο λαός της έχει έναν πρόεδρο, που κάνει την ασφυκτικά γεμάτη Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών να σηκωθεί ολόρθη και να χειροκροτεί ρυθμικά, λες και χειροκροτεί η ανθρωπότητα όλη, ενώ οι εκπρόσωποι των Εθνών, όσοι δεν είχαν κάθισμα, όρθιοι, πιασμένοι από τις κολόνες - τους είδα, τα είδα όλα αυτά και τα άκουσα - κλαίγοντας - με δορυφόρο, κατ' ευθείαν από την τηλεόραση στο Σαντιάγο - να τρέχουν και να τον τριγυρίζουν, φωνάζοντας σαν σε διαδήλωση της Πλατείας Συντάγματος «Α-γιέν-ντε! Α-γιέν-ντε!»
Ο λαός της Χιλής έχει έναν Ποιητή κι έναν Αρχιστράτηγο - Αντιπρόεδρο. Ο ποιητής της Χιλής έχει αφήσει την πρεσβεία του στο Παρίσι και τρέχει στην πατρίδα να της παρασταθεί τώρα που λείπει ο Πρόεδρός της. Ο λαός δεν ξέρει τι να πρωτονιώσει. Ευλογημένος λαός, μεστός, κατάμεστος από χυμούς: Θλίψη, για τον αργό θάνατο που του ετοιμάζει η «δεξιά» του, υπακούοντας στους αφέντες της, τους γιάνκη; Για τη σκληρή, απελπισμένη αποστολή, που έχει αναλάβει ο Πρόεδρός του; Χαρά, που χαιρετάει τον γίγαντά της, ύστερα μάλιστα από την ύψιστη τιμή του Νόμπελ; Αυτοσυγκέντρωση και ηρεμία, ως να τελειώσει ο λόγος του αντιπροέδρου - στρατηγού Κάρλος Πρατς Γονσάλες - που έχει μείνει στο πόδι του Αγιέντε - του έντιμου και απόλυτου δημοκράτη, που αυτός ο λαός δεν καλοξέρει και προσπαθεί να διαγνώσει κάθε ιδεολογική απόχρωσή του, από τη στάση και τα λόγια του; `Η μήπως, μέσα και πάνω από όλα αυτά, πήγε εκεί - στο στάδιο - να διαδηλώσει την απόφασή του να ζήσει ή να πεθάνει για τη Δημοκρατία του; Ολα τα νιώθει. Ολα. Ολα είναι παραλήρημα. Παραλήρημα, που κορυφώνεται όταν το αυτοκίνητο, με τον Πάβλο Νερούδα και την Ματίλντε Ουρούτια, τη γυναίκα του, ορθούς, κάνει το γύρο μέσα στο τεράστιο εθνικό στάδιο της πρωτεύουσας...
Πριν μιλήσουν οι δυο άντρες, ο Πρατς κι ο Νερούδα, δίνεται μια θεατρική παράσταση - παντομίμα, αναπαράσταση σπουδαίων στιγμών του βίου του ποιητή, από τα φοιτητικά χρόνια του ως σήμερα.
Είναι 6 Δεκεμβρίου του 1972. Η παντομίμα τελειώνει σ' έναν καταιγισμό χαράς: Θα μιλήσει ο μέχρι τώρα συμπαθής, αλλά «άχρους και άοσμος» Χιλιανός στρατιώτης. Μιλάει εμπνευσμένα. Ξέρει καλά τι ακριβώς συμβαίνει παγκόσμια και γιατί. Ξέρει ότι, στα μέσα τούτου του αιώνα, ο άνθρωπος είδε πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά πως μπορούσε να επιταχύνει την ελπιδοφόρα πορεία του και το ξεπέρασμά του. Γιατί εμπιστευόταν το ότι η επιστημονική και τεχνολογική κυριαρχία, που είχε κιόλας κατορθωθεί, θα επέτρεπε την πνευματική χειραφέτηση και την ηθική πρόοδο των ατόμων και των λαών...
Ομως, τέτοιος παραλληλισμός ανάμεσα στην υλική και την ηθική πρόοδο δεν επιτεύχθηκε. Το βαθύτερο σύγχρονο φιλοσοφικό αίνιγμα βρίσκεται στη μεγάλη αποστασιοποίηση που υπάρχει ανάμεσα στην τεχνική και το πνεύμα.
Η τεχνική μεταφράζει τη θέληση για ισχύ του σύγχρονου ανθρώπου. Το πνεύμα. Ο βαθμός - σε παγκόσμια κλίμακα - της αντίστιξης ανάμεσα στην τεχνική και στο πνεύμα έκανε να αμβλυνθεί, στην εξωτερική ζωή των λαών, το αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και, από το άλλο μέρος, στις διεθνείς σχέσεις, πολλαπλασίασε τις μορφές επίθεσης και τις απειλές κατά της ειρήνης.
Ο μέσος άνθρωπος της δεκαετίας του '70, παρά το γεγονός ότι απολαμβάνει υλικές συνθήκες ανώτερες από αυτές των προγενέστερών του, ζει μέσα σε αγωνία και σύγχυση. Είναι ένα ον με έμμονο φόβο για το αύριο.
Το δράμα του ανθρώπινου όντος, του υποδουλωμένου από την κατάθλιψη, έγκειται στο ότι έχει ανάγκη από ένα όραμα της ζωής και της μοίρας του. Χρειάζεται να δει να 'ρχεται φως και όχι να συνεχίζει μέσα στις ομίχλες.
Χρειάζεται ν' ακούσει μια φωνή που αυτός καταλαβαίνει, κι όχι μια απειλή εχθρική ή ακατάληπτη.
Χρειάζεται ένα χέρι που να του απλώνεται σαν κίνηση αλληλέγγυα και όχι σαν γροθιά φοβέρας, όχι σαν βόμβα...
Ο διπολικός κόσμος των δύο προηγούμενων δεκαετιών ανοίγεται σε μια πολυπολική προοπτική για τη δεκαετία που αρχίζει. Διαγράφεται ένας κόσμος πολυπολικός με νόημα πιο πραγματικό, που μέσα του η ιδεολογική διαμάχη αδυνατίζει τις εντάσεις.
Υπάρχει πλέον άνοιγμα πενταγραμμικό - ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, ΕΣΣΔ, Κίνα και Ιαπωνία, για να μιλήσουμε από Δύση σ' Ανατολή - που σημειώνει μία παγκόσμια σκηνή μεγαλύτερης ευκαμψίας των γιγάντων στην εξεύρεση αγορών γοητευτικών και προκλητικών, που θα δώσει περιθώρια σε μία πυρετική αναζήτηση δυνατοτήτων. Αυτά συνέβαιναν στη δεκαετία εκείνη. Τα λοιπά, γνωστά:
2 Σεπτέμβρη 1973

Οι φόβοι οι βαθύτεροι βγήκαν αληθινοί. Οταν πια οι γιάνκηδες δεν κατάφεραν να λυγίσουν τον χιλιανό λαό - που με θυσίες και πίστη στη δημοκρατία του, στον χαλκό του, που ξαναπήρε από τους Αμερικανούς, στην αγροτική του μεταρρύθμιση, που έσωσε το μισό πληθυσμό από τη δουλοπαροικία - τότε, και μετά από την αποτυχία των ΗΠΑ στη σκαρωμένη απεργία των ιδιοκτητών των καμιονιών, του μόνου μέσου μεταφοράς προϊόντων για την επιβίωση του κοσμάκη, τότε, για να τελειώνει μια και καλή με τους Χιλιανούς επειδή ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ (δήθεν) ΒΟΗΘΕΙΕΣ, έστειλαν τα αεροπλάνα και τα κάναν ως συνήθως (Βιετνάμ, Κόλπος, Γιουγκοσλαβία κλπ.) θάλασσα. Οσο για μας... ας προσευχόμαστε φλογερά, παίδες Ελλήνων!

Δανάη Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη
Ριζοσπάστης, Κυριακή 8 Οχρώβρη 2000

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Pablo Neruda - ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΕΣ



Pablo Neruda



IV

LOS LIBERTADORES


AQUÍ viene el árbol, el árbol
de la tormenta, el árbol del pueblo.
De la tierra suben sus héroes
como las hojas por la savia,
y el viento estrella los follajes
de muchedumbre rumorosa,
hasta que cae la semilla
del pan otra vez a la tierra.

Aquí viene el árbol, el árbol
nutrido por muertos desnudos,
muertos azotados y heridos,
muertos de rostros imposibles,
empalados sobre una lanza,
desmenuzados en la hoguera,
decapitados por el hacha,
descuartizados a caballo,
crucificados en la iglesia.

Aquí viene el árbol, el árbol
cuyas raíces están vivas,
sacó salitre del martirio,
sus raíces comieron sangre
y extrajo lágrimas del suelo:
las elevó por sus ramajes,
las repartió en su arquitectura.
Fueron flores invisibles,
a veces, flores enterradas,
otras veces iluminaron
sus pétalos, como planetas.

Y el hombre recogió en las ramas
las caracolas endurecidas,
las entregó de mano en mano
como magnolias o granadas
y de pronto, abrieron la tierra,
crecieron hasta las estrellas.

Éste es el árbol de los libres.
El árbol tierra, el árbol nube,
el árbol pan, el árbol flecha,
el árbol puño, el árbol fuego.
Lo ahoga el agua tormentosa
de nuestra época nocturna,
pero su mástil balancea
el ruedo de su poderío.

Otras veces, de nuevo caen
las ramas rotas por la cólera
y una ceniza amenazante
cubre su antigua majestad:
así pasó desde otros tiempos,
así salió de la agonía
hasta que una mano secreta,
unos brazos innumerables,
el pueblo, guardó los fragmentos,
escondió troncos invariables,
y sus labios eran las hojas
del inmenso árbol repartido,
diseminado en todas partes,
caminando con sus raíces.
Éste es el árbol, el árbol
del pueblo, de todos los pueblos
de la libertad, de la lucha.

Asómate a su cabellera:
toca sus rayos renovados:
hunde la mano en las usinas
donde su fruto palpitante
propaga su luz cada día.
Levanta esta tierra en tus manos,
participa de este esplendor,
toma tu pan y tu manzana,
tu corazón y tu caballo
y monta guardia en la frontera,
en el límite de sus hojas.

Defiende el fin de sus corolas,
comparte las noches hostiles,
vigila el ciclo de la aurora,
respira la altura estrellada,
sosteniendo el árbol, el árbol
que crece en medio de la tierra.



IV


ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΕΣ





Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο

της καταιγίδας, το δέντρο του λαού.

Απ' τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του
όπως τα φύλλα απ΄ το χυμό,
κι ο άνεμος θρίβει τα φυλλώματα
της βουερής ανρωποθάλασσας
ώσπου πέφτει στη γη ξανά.


Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
που τράφηκε με γυμνούς νεκρούς,
νεκρούς μαστιγωμένους και πληγωμένους,
νεκρούς με απίθανη όψη,
παλουκωμένους σε κοντάρια,
κομματιασμένους στην πυρά,
αποκεφαλισμένους με τσεκούρια,
πετσοκομμένους απ΄ τα τέσσερα άλογα,
σταυρωμένους μες στην εκκλησιά.

Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
που ΄ναι οι ρίζες του ζωντανές,
πήρε μαρτυρικό νίτρο,
φύγαν οι ρίζες του αίμα,
ρούφηξε δάκρυα απ΄ το χώμα:
τ΄ ανέβασε με τα κλαδιά του,
τα μοίρασε μες στην αρχιτεκτονική του.
Γίναν αόρατα λουλούδια, άλλοτε λουλούδια θαμμένα
κι άλλοτε τα πέταλά τους
φώτισαν σαν πλανήτες.

Κι ο άνθρωπος μάζεψε απ΄ τους κλώνους
τα δεμένα μπουμπουκάκια,
χέρι χέρι τα παρέδωσε,
σα ρόδια ή μαγνόλιες,
κι εκείνα ευθύς τη γη ανοίξαν,
κι έφτασαν ψηλά ως τα αστέρια.

Αυτό είναι το δέντρο των ελεύτερων.
Το δέντρο γη, το δέντρο σύννεφο,
το δέντρο ψωμί, το δέντρο ακόντιο,
το δέντρο γροθιά, το δέντρο φωτιά.
Το πνίγουν τα φουρτουνιασμένα νερά
του νύχτιου καιρού μας,
μα στο κατάρτι ζυγίζεται
της εξουσίας ο τροχός.

Άλλοτε και πάλι ξαναπέφτουν
τα κλαδιά σπασμένα απ΄ την οργή
και μια στάχτη απειλητική
σκεπάζει το αρχαίο μεγαλείο του:
έτσι πέρασε μες από άλλους καιρούς,
έτσι ξέφυγε το άγχος το θανατερό,
ώσπου ένα χέρι μυστικό,
κάποια μπράτσα αναρίθμητα,
ο λαός, φύλαξε τα κομμάτια,
έκρυψε αναλλοίωτους κορμούς,
και τα χείλη τους ήταν τα φύλλα
του πελώριου μοιρασμένου δέντρου
που διασπάρθηκε σ΄ όλες τις μεριές,
που ταξίδεψε μ΄ όλες του τις ρίζες.
Αυτό είναι το δέντρο, το δέντρο
του λαού, όλων των λαών
της λευτεριάς του αγώνα.

'Ελα ως τη χαίτη του,
άγγιξε τις ξανανιωμένες αχτίδες,
βύθισε το χέρι στα εργαστήρια
όπου ο παλλόμενος καρπός του
το φως του διαδίδει καθημερινά.
Σήκωσε τη γη τούτη στα χέρια σου,
μέθεξε σε τούτη τη λαμπρότητα,
πάρε το ψωμί σου και το μήλο σου,
την καρδιά σου και το άτι σου,
και στήσε φρούριο στο σύνορο,
στη μεθόριο της φυλλωσιάς του.

Υπερασπίσου τα χείλη κάθε στεφανής του,
μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες,
αγρύπνα για το τόξο της αυγής,
ανάσανε τ΄ αστερωμένα ύψη
στηρίζοντας το δέντρο, το δέντρο
που μεστώνει καταμεσίς στη γη.



Το CantoGeneral, (Γενικό Τραγούδι) μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1972 στο Παρίσι. Ο Πάμπλο Νερούδα, που ήταν την εποχή εκείνη Πρέσβης της Χιλής στη Γαλλία, ήταν παρών στις πρώτες πρόβες του έργου που έγιναν σε παρισινό στούντιο. Ένα χρόνο αργότερα, το 1973 το έργο προγραμματίστηκε να παρουσιαστεί στη Χιλή σε μια συναυλία αφιερωμένη στον αγώνα του ελληνικού λαού κατά της Δικτατορίας στην Ελλάδα, παρουσία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και του Πάμπλο Νερούδα. Η συναυλία αυτή δεν έγινε ποτέ, το πραξικόπημα του Πινοσέτ αιματοκύλησε τη Χιλή, ο Νερούδα ‘έφυγε’ και το έργο παρουσιάστηκε με τεράστια επιτυχία σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, και στην ελεύθερη Ελλάδα το 1975, σε συναυλίες αφιερωμένες στη μνήμη του Αλλιέντε, του Νερούδα και στον αγωνιζόμενο λαό της Χιλής, που πέρασαν στην ιστορία.

  Ακρογωνιαίος λίθος του συνθετικού έργου του Μίκη Θεοδωράκη, το Κάντο Χενεράλ, ορατόριο σε 13 μέρη, γραμμένο για δύο σολίστ τραγουδιστές, μεικτή χορωδία και δεκαπενταμελή ορχήστρα (2 πιάνα, 3 φλάουτα, 3 κιθάρες, ένα κοντραμπάσο και έξι κρουστά), συγχωνεύει με τον πιο δημιουργικό τρόπο στοιχεία της λατινοαμερικάνικης και ισπανικής μουσικής με την ελληνική μουσική παράδοση.















Πάμπλο  Νερούδα.
 Ο ποιητής, διπλωμάτης, κομουνιστής, κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας και αιώνια ερωτευμένος Πάμπλο Νερούδακηδεύτηκε με συνοδεία χιλιάδων πολιτών, που αγνόησαν την απαγόρευση του καθεστώτος Πινοσέτ. Ο Πάμπλο Νερούδα, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ρικάρντο Νεφταλί Ελιέθερ Ρέγιες Μποσοάλτο, γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής. Λίγο μετά τη γέννησή του, πεθαίνει η μητέρα του Ρόσα και ο πατέρας του Χοσέ, εργάτης των σιδηροδρόμων, μετακομίζει στην πόλη Τεμούκο όπου ξαναπαντρεύεται. Το όνομα «Πάμπλο Νερούδα», προς τιμήν του Τσέχου ποιητή Γιαν Νερούντα, αποτελεί το φιλολογικό ψευδώνυμο του από την ηλικία των 20, όνομα το οποίο αργότερα νομιμοποιεί.
  Από τα δέκα του γράφει ποιήματα και στα δεκαπέντε δημοσιεύει μάλιστα στίχους στο τοπικό περιοδικό «La Mañana». Το 1919 αποσπά το τρίτο βραβείο για το ποίημά του «Nocturno ideal». Το 1921 ξεκινάει σπουδές παιδαγωγικής και γαλλικών στο Πανεπιστήμιο της Χιλής, στην πρωτεύουσα Σαντιάγο. Κερδίζει το πρώτο βραβείο για το ποίημά του «La canción de fiesta» που αργότερα δημοσιεύεται. Το 1923 δημοσιεύει το «Crepusculario», έργο που αναγνωρίζεται από λογοτέχνες όπως τον Αλόνε, τον Ραούλ Σίλβα Κάστρο και Πέδρο Πράδο. Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύεται το έργο του «Veinte poemas de amor y una canción desesperada», έργο που χαρακτηρίζεται από τα καλύτερά του. Το νέο φαινόμενο της λατινοαμερικανικής ποίησης γίνεται αμέσως εμφανές στους λογοτεχνικούς κύκλους.
 Μεταξύ 20 και 25 ετών, ο ποιητής ολοκληρώνει έξι ακόμα έργα που αποκαλύπτουν τις υπαρξιακές του ανησυχίες αλλά και την ιδιαίτερη παραγωγικότητά του. Το 1927, σε ηλικία 23 ετών ξεκινάει η διπλωματική του καριέρα. Ως διπλωματικός σύμβουλος ταξιδεύει στη Βιρμανία, το Μπουένος Άιρες, τη Βαρκελώνη, την Κευλάνη, τη Μαδρίτη, την Ιάβα. Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, γνωρίζει την μετέπειτα σύζυγό του Αργεντίνα, Ντέλια ντελ Καρρίλ.
 Οι εμπειρίες του από τα ταξίδια του, τα απολυταρχικά καθεστώτα τα οποία βλέπει και τα μαρτύρια του λαού που στενάζει σε ολόκληρο τον κόσμο, σε συνδυασμό με την δολοφονία του φίλου του και επίσης ποιητή, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  του προκαλούν βαθιά αγανάκτηση και στις αρχές της δεκαετίας του 1940 μπαίνει στο κομουνιστικό κόμμα. Το 1945, ο Πάμπλο Νερούδα λαμβάνει το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Τα έργα του γίνονται ολοένα και πιο πολιτικά, με αποκορύφωμα το «Canto General». Με την απαγόρευση του κομουνισμού στη Χιλή, ο Νερούντα πλέον καταζητείται. Για μήνες κρύβεται στην ίδια του τη χώρα, ώσπου καταφέρνει να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952. Στην εξορία γνώρισε την Ματίλντε Ουρούτιε, τη Χιλιανή τραγουδίστρια που θα αποτελέσει τη «μούσα» του έως το τέλος της ζωής του.
 To 1953 ο Νερούντα παραλαμβάνει το βραβείο Στάλιν. Είναι ακόμα πιστός στο κόμμα, αλλά σύντομα, μετά τις αποκαλύψεις για τα εγκλήματα του καθεστώτος του Στάλιν από τον Χρούστσεφ, η πίστη του δέχεται ισχυρό πλήγμα που αποτυπώνεται στη συλλογή του «Εxtravagario» του 1958. Εγκαθίσταται μόνιμα στην Isla Negra αλλά συνεχίζει τα ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Με την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε ως πρόεδρο της Χιλής, ο Νερούδα διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι (1970-1972). Το 1971, ένα χρόνο μετά την τιμητική διάκριση του Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη , η Σουηδική Ακαδημία απονέμει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Χιλιανό Πάμπλο Νερούντα, που ήδη πάσχει από καρκίνο. Τάσσεται υπέρ του Αλιέντε και στηρίζει την προεκλογική του εκστρατεία.
 Ωστόσο, στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε και των συνεργατών του, ο Νερούδα ξεψυχά στο νοσοκομείο. Το καθεστώς του Αγκούστο Πινοσέτ απαγορεύει να γίνει η κηδεία του ποιητή δημόσιο γεγονός. Ωστόσο, δεκάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στην πρωτεύουσα της χώρας για να συνοδεύσουν τον αγαπημένο ποιητή στην τελευταία του κατοικία και, αναπόφευκτα, η κηδεία του Νερούδα γίνεται η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Τα έργα του παρέμειναν απαγορευμένα στη Χιλή μέχρι και το 1990.
  Ο ίδιος είπε για το έργο του και την ποίηση: «Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».
          

πηγές:Νερούδα, Γενικό Άσμα, μεταφ. Δανάη Στρατηγοπούλου, Αθήνα 2004, Τυπωθήτω
tvxs.gr 
http://camerastyloonline.wordpress.com

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

«Μην πεθαίνεις ποιητή!» (Ο ταχυδρόμος του Νερούντα)

Ο ταχυδρόμος του Νερούντα

Κοντά στο σπίτι του Νερούντα μια ομάδα στρατιωτών είχε υψώσει ένα οδόφραγμα και πιο μακριά ένα καμιόνι στριφογύριζε, χωρίς θόρυβο, το φως της σειρήνας. Εβρεχε ελαφρά. Ηταν μια κρύα νύχτα, πληκτική.
Ο ταχυδρόμος σταμάτησε και από την κορυφή του λόφου, ενώ τα μάγουλά του ήταν βυθισμένα στη λάσπη, έκανε μια εκτίμηση της κατάστασης. Το σπίτι του ποιητή είχε περικυκλωθεί μέχρι το βορρά και φρουρούνταν από τρεις νεοσύλλεκτους κοντά στο αρτοποιείο. Οσοι αναγκαστικά έπρεπε να διασχίσουν αυτήν την απόσταση έρχονταν σ' επαφή με τους στρατιωτικούς. Εάν ο περαστικός είχε μια τσάντα, τον απειλούσαν με βιαιότητα να δείξει ένα - ένα τα προϊόντα. Μετά, του επέτρεπαν να περάσει. Παρόλο που ήταν όλα πρωτόγνωρα, φάνηκε στον Μάριο πως η συμπεριφορά των στρατιωτών είχε μια γεύση ρουτίνας. Οι νεοσύλλεκτοι σκλήραιναν μόνο, όταν, κατά διαστήματα, ερχόταν ένας υπολοχαγός με μουστάκια και απειλητική φωνή.
Ο Μάριο μέχρι το μεσημέρι εξέταζε τις κινήσεις του. Μετά κατέβηκε με προφύλαξη και διέτρεξε το πίσω μέρος των ανώνυμων σπιτιών. Εφτασε στην ακτή, στο ύψος της προκυμαίας, και προχώρησε μέχρι το σπίτι του Νερούντα, ξυπόλυτος μέσα στην άμμο. Σε μια σπηλιά έβαλε την τσάντα πίσω από ένα βράχο και με μεγάλη προφύλαξη, όσο του επέτρεπαν οι συνεχείς πτήσεις του ελικοπτέρου που ερευνούσαν την ακτή, άπλωσε το ρολό των τηλεγραφημάτων και επί μία ώρα τα διάβαζε. Μετά έστριψε το χαρτί μέσα στις παλάμες του και το τοποθέτησε κάτω από μια πέτρα. Η απόσταση μέχρι το καμπαναριό, μολονότι επικίνδυνη, δεν ήτανε μεγάλη. Ομως, τον σταμάτησε για μια ακόμη φορά η κίνηση των αεροπλάνων και των ελικοπτέρων, που έδιωχναν βάναυσα τους γλάρους και τους πελεκάνους. Φοβήθηκε και ματαίωσε το σχέδιό του να σκαρφαλώσει το λόφο, τόσο από το να τσακιστεί, όσο από το φόβο να συλληφθεί από τη φρουρά του δρόμου.
Εψαξε την παρηγοριά της σκιάς, για να κινηθεί. Αν και δεν είχε σκοτεινιάσει, με κανένα τρόπο δεν τον προστάτευε ο ήλιος, που έδειχνε μέχρι και τα υπόλοιπα των σπασμένων μπουκαλιών, καθώς και τα αστραφτερά βότσαλα πάνω στην ακτή. Στο καμπαναριό έριξε λίγο νερό πάνω του, για να πλύνει τις γρατζουνιές στα μάγουλα και στα χέρια του.
Ξεμυτίζοντας στην ταράτσα, είδε τη Ματίλδη με τα μπράτσα σταυρωμένα και τη ματιά καρφωμένη στη θάλασσα. Η γυναίκα γύρισε το βλέμμα της και ο ταχυδρόμος της έκανε ένα νόημα και φέρνοντας ένα δάχτυλο στο στόμα ικέτευε σιγή. Η Ματίλδη, φροντίζοντας να μη γίνει αντιληπτή από τη φρουρά του δρόμου, με ένα βλεφάρισμα, του έκανε νόημα να κατέβει. Επρεπε ν' αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη για να μπορέσει να διακρίνει τον Νερούντα μέσα σ' ένα περιβάλλον ποτισμένο από τη μυρωδιά των φαρμάκων και την υγρασία των ξύλων.
Πάτησε το χαλί και έφτασε μέχρι το κρεβάτι του Νερούντα. Είχε τη συστολή του επισκέπτη ενός ναού. Ο ποιητής ανέπνεε βαριά και φαινόταν ότι πνιγόταν. Ντον Πάμπλο, ψιθύρισε... Η σιλουέτα του Νερούντα ορθώθηκε με δυσκολία πάνω στο κρεβάτι και τα άψυχα μάτια του ερεύνησαν τη σκιά.
- Μάριε;
- Ναι, ντον Πάμπλο...
- Πλησίασε μικρέ...
Κοντά στο κρεβάτι, ο ποιητής έπιασε τον καρπό του χεριού του, με ένα σφίξιμο που του φάνηκε πυρετικό, και τον έβαλε να καθίσει κοντά στο προσκεφάλι.
- Αυτό το πρωινό προσπάθησα να μπω στο σπίτι, αλλά δεν μπόρεσα. Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από στρατιώτες. Μόνο το γιατρό άφησαν να μπει. Ενα αδύναμο χαμόγελο έσκασε στα χείλη του ποιητή. Πια δε χρειάζομαι γιατρό, γιε μου. Θα ήταν καλύτερο να με έστελναν απ' ευθείας στο νεκροθάφτη.
- Μη μιλάς έτσι, ποιητή...
- Ο νεκροθάφτης είναι ένα καλό επάγγελμα, Μάριε. Σε μαθαίνει φιλοσοφία...
- Πώς αισθάνεσαι ντον Πάμπλο;
- Ετοιμοθάνατος... εκτός από αυτό τίποτα το ιδιαίτερα βαρύ.
- Ξέρεις αυτό που γίνεται;
- Η Ματίλδη προσπαθεί να μου το κρύψει.
- Ομως, εγώ έχω ένα μικρό ραδιοφωνάκι κάτω από το μαξιλάρι.
Κατάπιε λίγο αέρα και εν συνεχεία τον ξεφύσηξε τρέμοντας.
- Ανθρωπέ μου, μ' αυτό τον πυρετό αισθάνομαι σαν το ψάρι στο τηγάνι.
- Ηδη, φεύγει ο πυρετός, ποιητή.
- Οχι, γιε μου. Δε φεύγει ο πυρετός. Εγώ φεύγω μαζί του.
- Είναι βαρύ αυτό που έχεις, ντον Πάμπλο;
- Αφού αναφερθούμε στον Σαίξπηρ, θα σου απαντηθώ, όπως ο Μερκούτιο όταν τον διαπερνάει το σπαθί του Τιπάλντο. «Η πληγή δεν είναι τόσο βαθιά όπως ένα πηγάδι, ούτε τόσο πλατιά όπως η πόρτα μιας εκκλησίας, όμως βρίσκει το στόχο της. Ρώτα για μένα αύριο και θα δεις πόσο ευθαρσής είμαι».
- Παρακαλώ, κάθισε ποιητή.
- Βοήθησέ με να φτάσω μέχρι το παράθυρο.
- Δεν μπορώ. Η κυρία Ματίλδη με άφησε να μπω γιατί...
- Είμαι ο κουμπάρος σου, ο κερατάς σου και ο νονός του γιου σου. Χάρη σ' αυτούς τους τίτλους, κερδισμένους με τον ιδρώτα της πένας μου, απαιτώ να με πας μέχρι το παράθυρο.
- Φυσάει κρύος αέρας, ντον Πάμπλο.
- Ο κρύος αέρας είναι κάτι σχετικό. Εάν έβλεπες τι παγωμένος αέρας φυσάει στα κόκαλά μου... Οδήγησέ με μέχρι το παράθυρο.
- Περίμενε εδώ, ποιητή.
- Τι θέλεις να μου κρύψεις; Μήπως, όταν ανοίξω το παράθυρο, δε θα υπάρχει εκεί κάτω η θάλασσα; Επίσης, την πήραν; Επίσης, την έβαλαν σε ένα κλουβί;
Η φωνή του ποιητή βράχνιασε περισσότερο. Από τις κόρες των ματιών του, άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Ο Μάριο χάιδεψε αργά τα μάγουλά του και μετά έβαλε τα δάχτυλα στο στόμα, όπως σ' ένα μικρό παιδί.
- Η θάλασσα είναι εκεί, ντον Πάμπλο.
- Τότε τι σου συμβαίνει; βρυχήθηκε ο Νερούντα με τα μάτια γεμάτα ικεσία.
- Οδήγησέ με μέχρι το παράθυρο.
Ο Μάριο βύθισε τα δάχτυλά του κάτω από τα μπράτσα του ποιητή και τον σήκωσε μέχρι που τον έφερε στο πλάι του. Σαν ένας μόνο άνθρωπος προχώρησαν μέχρι το παράθυρο. Τράβηξε τη γαλάζια κουρτίνα. Δε θέλησε, όμως, να δει αυτό που έβλεπε ο ποιητής. Το κόκκινο φως της σειρήνας μαστίγωσε διαδοχικά τα μαγουλά του.
- Ενα ασθενοφόρο, γέλασε ο ποιητής με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Γιατί όχι ένα φέρετρο;
- Θα σε πάνε σ' ένα νοσοκομείο του Σαντιάγκο. Η κυρία Ματίλδη ετοιμάζει τα πράγματά σου.
- Στο Σαντιάγκο δεν υπάρχει θάλασσα. Μόνο ράφτες και χειρούργοι. Ο ποιητής άφησε να πέσει το κεφάλι του πάνω στο τζάμι, που θόλωσε από την ανάσα του.
- Είσαι πολύ ζεστός, ντον Πάμπλο...
Ο Νερούντα προσπάθησε να περπατήσει μέχρι το άλλο παράθυρο. Βοηθώντας τον, ο ταχυδρόμος κατάλαβε πως η μοναδική δύναμη αυτού του σώματος κατοικούσε στο κεφάλι.
- Πες μου μια καλή μεταφορά, για να πεθάνω ήρεμος, νεαρέ.
- Δε μου έρχεται καμιά μεταφορά, ποιητή, όμως άκουσε καλά αυτά που έχω να σου πω.
- Σε ακούω, γιε μου.
- Καλά. Σήμερα έφτασαν παραπάνω από 20 τηλεγραφήματα για σένα. Θέλησα να στα φέρω, όμως το σπίτι ήταν περικυκλωμένο και έπρεπε να επιστρέψω, θα μου συγχωρήσεις αυτό που έκανα, όμως δεν υπήρχε άλλη λύση.
- Τι έκανες;
- Διάβασα όλα τα τηλεγραφήματα και τα έμαθα από μνήμης, για να μπορέσω να στα πω.
- Από πού έρχονται;
- Από πολλά μέρη. Αρχίζω μ' αυτό της Σουηδίας.
- Προχώρα.
Ο Μάριο, κοιτάζοντας ένα μαραμένο λουλούδι στο βάζο του τραπεζιού, προσπάθησε να θυμηθεί το πρώτο κείμενο.
«Πόνος και αγανάκτηση για τη δολοφονία του Προέδρου Αλιέντε. Κυβέρνηση και λαός προσφέρουν άσυλο στον ποιητή Πάμπλο Νερούντα - Σουηδία».
Αλλο, είπε ο ποιητής, νιώθοντας πως ανέβαιναν σκιές στα μάτια του, οι οποίες πήγαιναν να ενωθούν με κάποια θολά σώματα που φαίνονταν να σηκώνονται από την άμμο. «Το Μεξικό θέτει στη διάθεση του ποιητή Νερούντα και της οικογένειάς του αεροπλάνο που θα φτάσει γρήγορα εκεί». Ο Μάριο δεν ήταν σίγουρος ότι είχε ακουστεί...
Το χέρι του Νερούντα έτρεμε πάνω στο πόμολο του παραθύρου. Ταυτόχρονα, ένιωσε ότι άγγιξε ανάμεσα στα κολλημένα χέρια του το ίδιο υλικό που έτρεχε στις φλέβες του και γέμιζε το στόμα του. Πίστεψε ότι έβλεπε να κατασκευάζεται στην παραλία ένα σπίτι από βροχή, ένα υγρό από υλικό που ήταν όλο δέρμα και που ήταν αυτός ο ίδιος.
Ενα τρομερό μυστικό αποκαλυπτόταν τώρα. Αυτό το μαύρο νερό ήταν σπόρος, ήταν η σκοτεινή χειροτεχνία των ριζών, η μυστική χρυσοχοΐα των γόνιμων νυχτών του. Ηταν ένα μάγμα, στο οποίο όλα ανήκουν. Αυτό που όλες οι λέξεις έψαχναν, καταδίωκαν, τριγύριζαν χωρίς να το ονομάζουν ή το ονόμαζαν σιωπώντας. (Το μόνο σίγουρο είναι ότι αναπνέουμε και ότι παύουμε να αναπνέουμε, είχε πει ο νέος ποιητής αποχαιρετώντας τον νεκρό).
Το σπίτι του απέναντι στη θάλασσα. Τα μάτια του ήταν το σπίτι των πραγμάτων. Τα χείλη του ήταν το σπίτι των λέξεων. Ολα βρέχονταν από το ίδιο νερό. Το νερό που φλόγισε τη ζωή και το θάνατο του ποιητή.
Από τα χείλη του ακούστηκε ένα ποίημα.
«Εγώ επιστρέφω στη θάλασσα, ντυμένος με τον ουρανό
η σιγή ανάμεσα στο ένα ή στο άλλο κύμα
εγκαθιστά ένα επικίνδυνο σταμάτημα
πεθαίνει η ζωή, ηρεμεί το αίμα
μέχρι που αρχίζει η καινούρια κίνηση
και ξαναηχεί η φωνή του ατελείωτου».
Ο Μάριο τον αγκάλιασε και κλείνοντας τα φλογισμένα μάτια του, του είπε: «Μην πεθαίνεις ποιητή!».

ΑΝΤΟΝΙΟ ΣΚΑΡΜΕΤΑ
(Μετάφραση: Κική Αλεξοπούλου)

Ο Αντόνιο Σκάρμετα γεννήθηκε το 1940 στη Χιλή. Το 1973 έζησε τα δραματικά γεγονότα του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Πρόεδρο Αλιέντε και αναγκάστηκε να εξοριστεί.Είχε γνωρίσει προσωπικά τον μεγάλο ποιητή Πάμπλο Νερούντα, όταν σαν δημοσιογράφος πήγε να του ζητήσει συνέντευξη. Οι εμπειρίες απ' αυτήν τη φιλία τον ενέπνευσαν να γράψει το έργο «Ο ταχυδρόμος του Νερούντα».
Σ' αυτό το απόσπασμα, ο συγγραφέας περιγράφει το μεγαλείο του ποιητή μπροστά στο θάνατο, την ειρωνεία του απέναντι στους πραξικοπηματίες και τη βαθιά του πίστη ότι τίποτα δε χάνεται και ότι όλα ξαναγεννιούνται. Ο μαρξιστής ποιητής, ο οποίος με την τέχνη του υπηρέτησε τον χιλιανό λαό, στις τελευταίες του στιγμές, εκφράζει την πεποίθηση ότι η χώρα του θα βρει πάλι την ελευθερία της.

Ριζοσπάστης, 4 Φλεβάρη 2007

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Να κάνουμε εμείς τη νέα χρονιά καλύτερη! – 14 «ευχές» για το 2014


Μπορούμε να κάνουμε εμείς τη νέα χρονιά καλύτερη. Να είναι το 2014 η χρονιά που θα σηκώσουμε τη δική μας παντιέρα, ενάντια στην εκμετάλλευση της μισθωτής σκλαβιάς, ενάντια στα ξενόδουλα κνώδαλα που μας ρουφάνε το αίμα, τα σιχαμερά τσιράκια και τους γλοιώδεις προπαγανδιστές τους. Το οφείλουμε στη συνείδησή μας, στα παιδιά μας, στην πατρίδα μας, στην ένδοξη ιστορία των αγώνων του λαού μας.

Το ιστολόγιο υποδέχεται το 2014 με δεκατέσσερις  ξεχωριστές «ευχές». Πήραμε στίχους ποιητών και τους ταιριάξαμε με εικόνες και φωτογραφίες που συλλέξαμε από το διαδίκτυο και ανεβάσαμε τις προηγούμενες μέρες, σταδιακά, στη σελίδα μας στο facebook. Οι ποιητές είναι αυτοί που καταφέρνουν να αποδώσουν με λίγες λέξεις τα απλά  -γι' αυτό μεγάλα- νοήματα, να αφυπνίσουν, να μας εμπνεύσουν, να φωτίσουν τους δρόμους των αγώνων μας. Καλή χρονιά με υγεία και αισιοδοξία. Καλούς αγώνες! Καλή δύναμη!