Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ Μανόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ Μανόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, Χάρης 1944


Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας 
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα
Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές 
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι 
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αυτί: «Πέθανε ο Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα 
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει.
…Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

(ΕΠΟΧΕΣ)

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες...


Γιάννη Γαΐτη, Άνθρωποι

Χωρίς σχόλιο. (Δύο ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη)

Ο ΣΤΟΧΟΣ
Το θέμα είναι τ ώ ρ α  τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τ ώ ρ α  τι λες.

H ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω

 
Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα (1941 -1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000
 
Επιμέλεια: ofisofi
ΑΤΕΧΝΩΣ

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Όλα έχουν αποδελτιωθεί ― Μαν. Αναγνωστάκης


"Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει
για την αγωνία της εποχής το αδιέξοδο
την απανθρωπία του αιώνα
τη χρεωκοπία των ιδεολογιών τη βαρβαρότητα της μηχανής
για δίκες για ρήγματα για φράγματα
για ενοχές για γρανάζια
όλα έχουν κωδικοποιηθεί
ταξινομηθεί
αποδελτιωθεί"...

Μανόλης Αναγνωστάκης

Επιμέλεια βίντεο: Οικοδόμος
 
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης "έφυγε" σαν σήμερα, στις 23 Ιούνη του 2005.


Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Αντί να φωνασκώ… (Μαν. Αναγνωστάκης)


Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).  
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Δύο μαθητές συνομιλούν με τον Μανόλη Αναγνωστάκη (Μια συνέντευξη από το μακρινό 1994)


Η ιδέα και η πρωτοβουλία ήταν του συμμαθητή – κι από τότε κολλητού φίλου μου – Αργύρη Παπαστάθη. Η ενθάρρυνση ήρθε από τον καθηγητή Μιχάλη Σιάμο, υπεύθυνο του μαθητικού περιοδικού του σχολείου μας. Και η συνάντηση κανονίστηκε από τον διακεκριμένο μελετητή Γιώργο Ζεβελάκη. Κάπως έτσι, βρεθήκαμε μαζί με τον Αργύρη Παπαστάθη, μαθητές της Α’ Λυκείου χαμένοι στο διάστημα, να χτυπάμε το κουδούνι του σπιτιού του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και της συζύγου του Νόρας Αναγνωστάκη, μια μέρα του Γενάρη του 1994. Ο εξοπλισμός μας; Ένα ημι-διαλυμένο κασετοφωνάκι και μπόλικος νεανικός ενθουσιασμός που επρόκειτο να συναντήσουμε τον τελευταίο των μεγάλων ποιητών. Εννιά χρόνια μετά το θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη – στις 23 Ιουνίου του 2005 – ξαναβγάζουμε από το συρτάρι τούτη την πρωτόλεια συνέντευξη.


Αρ. Παπ. – Ηρ. Οικ.: Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Οι γονείς σας είχαν σχέση με τα γράμματα και τις τέχνες;

Μανόλης Αναγνωστάκης: Όχι πολύ. Δεν είχαν σχέση με τα γράμματα. Δεν υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι.

Δεν είχατε βιβλιοθήκη;

Βιβλιοθήκη όχι, αλλά ο πατέρας μου μού αγόραζε πάντοτε βιβλία όταν ήθελα. Κυρίως βιβλία παιδικά του Δημητράκου και του Ελευθερουδάκη, που ήταν καταπληκτικά την εποχή εκείνη.

Ραδιόφωνο είχατε στο σπίτι;

Ραδιόφωνο είχαμε στο σπίτι από πολύ νωρίς. Μια μεγάλη συσκευή ραδιοφώνου, διότι ο πατέρας μου ασχολιόταν με αυτά τα πράγματα.

Ο πατέρας σας ήταν ιατρός;

Ναι.

Τι ακούγατε από το ραδιόφωνο;

Ιδίως ξένους σταθμούς. Ελληνικοί σταθμοί δεν υπήρχαν, ελληνικό πρόγραμμα δεν υπήρχε, εκτός από έναν ιταλικό σταθμό ο οποίος μετέδιδε ελληνικά προγράμματα. Υπήρχε όμως ο ιδιωτικός σταθμός του Τσιγκιρίδη.

Στη Θεσσαλονίκη;

Ναι. Ιδιωτικός σταθμός και εξέπεμπε μόνο για τη Θεσσαλονίκη, τα τραγούδια της Θεσσαλονίκης, τα τραγούδια της μόδας της εποχής.

Θα θέλαμε να θυμηθείτε τα παιδικά σας χρόνια. Σε ποιο σχολείο πήγατε; Θυμάστε τους συμμαθητές σας, τους καθηγητές, το κτίριο; Ήταν αυστηρό το σχολείο σας;

Την Α’ τάξη του Δημοτικού πήγα σε δημόσιο σχολείο, στο πρότυπο της Θεσσαλονίκης, αλλά ήμουνα πολύ μικρός. Ήμουνα πέντε χρονών και δεν μου επέτρεπαν να συνεχίσω. Γι’ αυτό πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο, που ήταν από τα καλά. Ήμουν καλός …δηλαδή όχι και πολύ καλός στα μαθήματα. Ήμουν πολύ καλός όμως στην έκθεση. Έγραφα καλές εκθέσεις, τις οποίες διαβάζαμε σε όλο το σχολείο. Ήμουν όμως και ανορθόγραφος.

Η καλλιγραφία σας κούραζε;

Η καλλιγραφία με κούραζε πάρα πολύ. Δεν ήμουν ποτέ καλλιγράφος. Πάντα ήμουν κακογράφος και ανορθόγραφος.

Μετά, στο γυμνάσιο;

Στο γυμνάσιο πήγα στο καλύτερο δημόσιο σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο Πειραματικό. Τότε είχε μόνο τρεις τάξεις. Είχα καλούς καθηγητές, που αργότερα έγιναν καθηγητές του Πανεπιστημίου. Ο Δελμούζος, ο Τατάκης, και άλλοι.

Οι πληροφορίες μας λένε πως γράφατε εκθέσεις-ποιήματα. Το δέχονταν αυτό οι καθηγητές;

Βεβαίως. Υπήρχαν καλοί καθηγητές οι οποίοι το δέχονταν. Έγραφα εκθέσεις υπό μορφή ποιήματος. Τελείωνα και κατέβαινα κάτω και έπαιζα.

Ξεκινήσατε να γράφετε ποιήματα από μικρός;

Από πολύ μικρός. Είχα ευχέρεια μεγάλη στη στιχουργία και έγραφα διάφορα ποιήματα, χωρίς να έχω διαβάσει τίποτα.

Η διαγωγή σας πώς ήταν;

Τον δεύτερο χρόνο πήρα διαγωγή κοσμία που ήταν βαρύ για την εποχή. Ήθελαν να με διώξουν από το σχολείο. Χάρη σε κάποιους καθηγητές, επειδή ήμουν καλός σε ορισμένα μαθήματα, όπως στην έκθεση και στην ιστορία, παρέμεινα. Οι καθηγητές των θεωρητικών με εκτιμούσαν. Ήμασταν λίγοι μαθητές και όποιος έφευγε από το σχολείο δεν ξαναρχόταν. Ξεκινήσαμε 30 και μείναμε 17.

Διαβάζουμε αναμνήσεις επωνύμων που αναφέρονται στο παρελθόν με ωραία λόγια. Ήταν τόσο ωραία τότε;

Κοιτάξτε, τότε η Θεσσαλονίκη ήταν μικρή. Όλη η Σαλονίκη λιμάνι ήτανε. Κάναμε βόλτες όταν ήμασταν μικροί. Υπήρχαν μεγάλες αλάνες, ακατοίκητοι χώροι οι οποίοι αργότερα χτίστηκαν. Υπήρχαν πολλές συμμορίες παιδιών. Έχω φάει πάρα πολύ ξύλο. Πετροπόλεμος, …άγρια πράγματα.

Αν έχουμε υπολογίσει καλά, ο πόλεμος του ’40 σας βρίσκει στην ηλικία που βρισκόμαστε εμείς τώρα, Σε ηλικία 15 χρόνων. Περιμένατε τον πόλεμο; Φοβόσασταν;

Ο πόλεμος είχε αρχίσει έξω ένα χρόνο νωρίτερα, το 1939. Έναν χρόνο ζούσαμε με την απειλή του. Εμείς βέβαια ως νέοι δεν τον υπολογίζαμε πολύ.

Διαβάζατε εφημερίδες, ενημερωνόσασταν;

Εφημερίδες διάβαζα από πολύ μικρός. Πριν από τον Μεταξά ακόμη. Μου επέβαλε να διαβάζω τα κύρια άρθρα ο πατέρας μου.

Πώς αντέδρασε η οικογένειά σας όταν ξέσπασε ο πόλεμος;

Φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη την πρώτη ημέρα του πολέμου και πήγαμε στον Πολύγυρο, μια επαρχιακή πόλη στη Χαλκιδική. Ο πατέρας μου είχε επιστρατευτεί. Έμεναν εκεί πολλές οικογένειες. Εγώ ζούσα ελεύθερα. Ήμουν σαν αρχηγός της οικογένειας τότε.

Θελήσατε ποτέ να «πλησιάσετε» τον πόλεμο;

Ναι. Ύστερα από ένα μήνα ήθελα να φύγω. Ξεκίνησα μόνος για τη Θεσσαλονίκη. Με έπιασαν όμως στα μέσα του δρόμου και επειδή ήμουν πολύ μικρός με γύρισαν πίσω. Ήμουν τότε στη νεολαία του Μεταξά. Περνούσαμε πολύ ωραία. Δεν είχαμε σχολείο και ζούσαμε με τις νίκες του πολέμου.

Δημοσιεύσατε το πρώτο σας ποίημα στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», μια αθηναϊκή εφημερίδα που κυκλοφορούσε και στο μέτωπο.

Από τότε είχα αρχίσει να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, διάβαζα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν, τη «Νέα Εστία», τα «Νεοελληνικά Γράμματα» και έγραφα ποιήματα. Αυτό ήταν και το πρώτο ποίημα που έγραψα για τον πόλεμο.

Πώς νοιώθατε όταν ακούγατε ότι το ποίημά σας το διάβαζαν οι αγωνιστές του μετώπου;

Καταπληκτικά. Έπαιρνα πολλά γράμματα από τον πόλεμο. Είχα θείους, που το μοίραζαν και έλεγαν με καμάρι: «Ο ανιψιός μου το έγραψε αυτό». Ευχαριστιόμουν πάρα πολύ. Θεωρούσα ότι είχα γίνει πια μεγάλος ποιητής.

Από το 1940 ως το 1942 βρισκόσαστε σε μια έντονη περίοδο δημιουργίας. Δημοσιεύετε το πρώτο «λόγιο» ποίημά σας στα «Πειραϊκά Γράμματα». Στέλνετε και πάλι ποίημα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Αναφέρετε το όνομα «Βασιλειάδης».

Ο Βασιλειάδης ήταν ένας παλιός ρομαντικός ποιητής του 1870, τον οποίο θαύμαζα. Ήταν ποίημα ελαφρώς σατιρικό αυτό που έγραψα τότε. Ήμουν στην τελευταία τάξη του γυμνασίου. Έπαιρνα το περιοδικό στην τάξη και το διάβαζα κάτω από το θρανίο.

Τι έγινε σε αυτά τα δύο χρόνια;

Τον Μάρτιο του 1941 ήρθαμε στην Αθήνα για να αποφύγουμε τους Γερμανούς που έρχονταν. Ο πατέρας μου ήταν στο μέτωπο και μας έστειλε στην Αθήνα. Πήγα στο Γυμνάσιο των Αθηνών που ήταν 100 παιδιά σε κάθε τάξη. Μου άρεσε η Αθήνα πολύ, διότι ήμουν μόνος, ελεύθερος. Το καλοκαίρι γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ωραία τους πρώτους μήνες. Μετά έπεσε η πείνα. Ήμουν σπίτι κλεισμένος όλη την ημέρα και διάβαζα.

Από πότε άρχισε η πολιτική σας δραστηριότητα;

Άρχισε το 1942. Στη συνοικία που έμενα έγινε η απεργία του 1936. Κι εκεί τα είδα όλα και το μυαλό μου δούλεψε πολύ. Μετά ήρθε η δικτατορία του Μεταξά. Παρασύρθηκα κι εγώ και μπήκα στη νεολαία. Δεν ήμουν ενεργό μέλος αλλά πήγαινα συχνά.

Πώς περάσατε από τη Νεολαία του Μεταξά στην ΕΠΟΝ;

Αυθόρμητα και μέσω διαφόρων φίλων. Η εποχή εκείνη, 1943-44, ήταν η πιο γεμάτη εποχή που υπήρξε. Κάθε ημέρα ήμασταν στον αγώνα. Έγινε η καλύτερη η ζωή, υπήρξε περισσότερο ψωμί και μεγαλύτερη διάθεση για αγώνα. Τον Νοέμβριο του 1942 μπήκα στο πανεπιστήμιο, και μέσα από ’κει συνέχισα.

Ας μιλήσουμε λίγο και για το ποδόσφαιρο. Είστε φίλαθλος, σωστά;

Πάρα πολύ. Πρακτικός φίλαθλος. Πήγαινα κάθε Κυριακή στα ματς.

Πότε πρωτοπήγατε στο γήπεδο; Τι ομάδα ήσασταν;

Στο γήπεδο πήγα σε ηλικία 8 ή 9 χρόνων. Υπήρχαν τότε τοπικά πρωταθλήματα. Ήμουν φανατικός παοκτσής. Αργότερα, το 1959, έγινα Απόλλων. Ήταν μεγάλη ομάδα ο Απόλλων τη δεκαετία του 1950.

Βλέπετε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση;

Βλέπω πολύ, και σήμερα θα δω τον ποδοσφαιρικό αγώνα που θα παίξει η τηλεόραση. Τώρα πια είμαι υπέρ των μικρών ομάδων.

Γιατί;

Διότι πάντοτε αδικούνται.

Κύριε Αναγνωστάκη, φοβάστε τον πόλεμο; Η μαρτυρική πόλη του Σαράγεβο είναι αρκετά κοντά μας.

Ναι, είναι μαρτυρική πόλη το Σαράγεβο. Πήγα πριν από τρία χρόνια, όταν τα πράγματα ήταν καλά και ζούσαν όλοι αρμονικά. Πάρε παράδειγμα τον Μπάγεβιτς, που έχει γυναίκα μουσουλμάνα. Δεν το ξέρετε αυτό. Οι μουσουλμάνοι που λέμε δεν είναι Τούρκοι, είναι μουσουλμάνοι. Γίνεται μια σφαγή τρομαχτική. Νοιώθω πολύ άσχημα. Υπάρχουν μέσα τα πιο αλήτικα στοιχεία που δυναστεύουν τις πόλεις. Εγώ δεν είμαι ούτε υπέρ των Σέρβων, ούτε υπέρ των μουσουλμάνων, ούτε υπέρ των Κροατών. Είμαι υπέρ όλων.

Ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της Ελλάδας;

Θα έπρεπε να μην εμπλακεί καθόλου η Ελλάδα. Να κοιτάξει την ειρήνη στα Βαλκάνια.

Γράφει: Ηρακλής Οικονόμου - Κείμενα - 28/06/2014

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Το ναυάγιο


(Σαν σήμερα, στις 9 Μάρτη του 1925, γεννήθηκε ο Μανόλης Αναγνωστάκης.)

Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοί γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε —ψηλά ψηλά—
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

(Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 3)

Ο ποιητής διαβάζει το Ναυάγιο:


Το ποίημα μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη και περιλαμβάνεται στο δίσκο «Μπαλάντες». Ερμηνεύει ο Πέτρος Πανδής:

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ο Μαν. Αναγνωστάκης διαβάζει Γ. Κοτζιούλα


Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει το ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ στην εκπομπή «Φιλολογικοί περίπατοι στο Μεσοπόλεμο» (Μανόλης Αναγνωστάκης και Γιώργος Ζεβελάκης, Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, 5/9/1988). Το ποίημα εκδόθηκε το 1938 με τη συλλογή ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ και περιλαμβάνεται στον πρώτο τόμο των απάντων του Γιώργου Κοτζιούλα που επανεκδόθηκαν μόλις χτες  (μετά από 57 χρόνια) από τις εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ. Πηγή βίντεο: dimart2012


ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά το κέφι
που είν’ απαραίτητο δεν έρχεται ποτές.
Η κακοπέραση κατόπι καταστρέφει
κάτι στιγμές, που τις θαρρώ ξεχωριστές.

Θα σας μιλούσα και για τη βασανισμένη
ζωή μου, για τα χρόνια τα φοιτητικά.
Θα σε φανέρωνα κι εσένα, τότε, Ελένη,
μ' όσα δεν είπα σε κανένα μυστικά.

Οι νέοι που γράφουν δεν διαβάζονται και τόσο.
Πρέπει να φτάσεις τα πενήντα ν' ακουστείς.
Μα εγώ ώς τα τότε πώς αλλιώς θα ξαλαφρώσω
που δε μ' αρέσει πια να λέγομαι ποιητής;

Δεν υποφέρονται άλλο οι στίχοι οι κουδουνάτοι
αυτά σου τα μαθαίνουν κι οι στιχουργικές.
Είμαστε σύμφωνοι, αναγνώστη ανοιχτομάτη:
πρέπει να λείψουν οι συνήθειες οι κακές.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Όταν αποχαιρέτησα




Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς
Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας
Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας
Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ —αντάξια του δράματος—
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς τη νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.

                                          9η Θερμιδώρ 1955

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


(Η Συνέχεια 2) - Τα ποιήματα 1941-1971, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2000.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 και έφυγε από τη ζωή στις 23 του Ιούνη 2005.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Στο παιδί μου…

“Κλέφτης Ποδηλάτων” του Βιτόριο Ντε Σίκα


Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


(Από την συλλογή «Ο στόχος», 1970)

Διαβάζει ο ποιητής:

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει




Sandro Botticelli

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα ΄ρθεις  να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη.

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας.

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεύει η Μαργαρίτα Ζορμπαλά


Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Το περιθώριο '68 - '69




Όλα τα κομμάτια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Το περιθώριο '68-'69» γράφτηκαν τους τελευταίους μήνες του 1968 και τους πρώτους του 1969. Σε πολύ περιορισμένο αριθμό δακτυλογραφημένων αντιγράφων κυκλοφόρησαν τον ίδιο χρόνο (1969) και διαβάστηκαν από φίλους. (Μαν. Αναγνωστάκης)

Τώρα πια που δε γράφω και η απόσταση του
χρόνου με βοηθάει, βλέπω καθαρότερα πόσες φορές,
πραγματικά, έπνιξα στο λαρύγγι μου τα ίδια μου
τα τραγούδια.
Στα λιγοστά ποιήματα που, μέσα σε είκοσι
πέντε και παραπάνω χρόνια, έγραψα, αν εξαιρέσω
το πρώτο και ένα μέρος από το δεύτερο βιβλίο μου,
σε πόσα από τα υπόλοιπα δεν έσβησα την τελευταία
στιγμή λέξεις, δεν αλλοίωσα έννοιες, δεν αφαίρεσα
ολόκληρους στίχους, γιατί υπήρχαν εκεί ίσως με-
ρικά πράγματα που δεν έπρεπε ακόμα να ειπωθούν.
Πόσοι άραγε απ' αυτούς που, δίκαια, μ' έψεξαν για
«χαλαρότητα στην έκφραση», για «ηθελημένη ασά-
φεια», για «αδιαφορία στη μορφή», υποπτεύθηκαν
πως είχα πετύχει σχεδόν πάντα την καίρια λέξη,
που και μόνη της μπορούσε να ανακαλέσει ένα ολό-
κληρο νόημα, να στήσει έναν κόσμο - και δεν την
έγραψα γιατί πίστευα (ή φοβόμουνα) πως δεν έπρεπε
α κ ό μ α να γραφτεί.

(Σ' όλη μας τη ζωή βουλιάξαμε πολλά καράβια
μέσα μας, ίσως για να μη ναυαγήσουμε μια ώρα
αρχύτερα εμείς οι ίδιοι).

Ήττα, καταστροφές, καιρός καταφρόνιας.
Και τα σημάδια του χρόνου, αυτής της αρρώ-
στιας που δεν έχει γιατρειά.
Ανάμεσα σ' εκείνους που «λύγισαν» και σ' εκεί-
νους που «δεν λύγισαν» - τι βάναυσος συμψηφισμός
ειλικρίνειας, ταπεινών σκοπιμοτήτων, απλουστεύ-
σεων, ενοχής, απανθρωπίας.

Σχεδιάζουν ένα μακρόπνοο έργο σε τρεις τόμους.
Ορίζουν διάρκεια συγγραφής του πέντε ή έξι χρό-
νια. Ταξινομούν λεπτομέρειες. Αποφασίζουν. Μέσα
στα διάστημα αυτό, των πέντε ή έξι χρόνων, είναι
βέβαιοι και ασφαλείς πως, χώρια θάνατο ή βαριά
αρρώστια, θα γράφουν κανονικά τόσες ώρες το πρωί,
τόσες το βράδυ, με την ίδια αδιατάρακτη πνευμα-
τική διάθεση, με το ίδιο αμετάβλητο κέφι, πιστοί,
στο πρόγραμμα, χωρίς καμιά επιρροή των γεγονό-
των που τρέχουν έξω από το σπίτι τους, απρόσβλη-
τοι από κάθε αδέσποτη σφαίρα, με το χρόνο ουσια-
στικά καθηλωμένο, νεκρό, για πέντε ή έξι χρόνια.
Δύναμη ή αδυναμία η μορφή αυτής της ψυχι-
κής κτηνωδίας έχει, οπωσδήποτε, ένα μεγαλείο.

Εμείς – άνθρωποι των Ιδεών.
Η ιδεολογία, οι ιδέες, οι κοσμοθεωρίες, κάτι πιο
πάνω από το ένστικτο και την ανάγκη.
Προϋποθέτουν χρόνο, δραστηριότητα, καταβολή
δυνάμεων, πέρα από το καμίνι της καθημερινότητας.
Για τους περισσότερους – οι ιδέες: μια πολυτέ-
λεια. Δεν έχουν τον καιρό, το προνόμιο της ανάσας.
Αγώνας του ενστίκτου και της ανάγκης.
Πίστη τυφλή, ασάλευτη σε μια «Ιδέα», κι ως
τη θυσία, από απελπισία, από απόγνωση.

(Όχι πια το πώς θα ζήσεις καλύτερα, αλλά αν
θα ζήσεις καν).

Τώρα, μπορεί πια ο καθένας να μιλά και κυρίως
να γράφει, για την αγωνία της εποχής, το αδιέξο-
δο, την απανθρωπία του αιώνα, τη χρεωκοπία των
ιδεολογιών, τη βαρβαρότητα της μηχανής, για δί-
κες, για ρήγματα, για φράγματα, για ενοχές, για
γρανάζια.
Όλα έχουν κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, από-
δελτιωθεί, έχουν περάσει στα λεξικά και στις εγ-
κυκλοπαίδειες, προσφέρονται έτοιμα σε πακετάκια
αυτοσερβιρίσματος, σε κάθε βαλάντιο προσιτά.
Θα 'ρθει ένας καιρός, που σε ζωολογικούς κή-
πους, σε τσίρκα και σε κέντρα παιδικής χαράς, θα
συντηρούνται σε ειδικούς στεγανούς κλωβούς, αν-
θρωποι-δείγματα μιας περασμένης εποχής, προς
ικανοποίησιν της περιεργείας του κοινού και προς
χρήσιν των σχολείων και των επιδόξων συγγραφέων.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

(Απόσπασμα από το βιβλίο  «ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΄68 - ΄69», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2000)

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε…




Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
είσαι ένα άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·
εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
κάποιοι –αναπόφευκτα- στα χείλη τους θα σε προφέρουν
οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Διαβάζει ο ποιητής:


Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Άρχισε μια σιγανή βροχή…



Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ.

Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Η αγάπη είναι ο φόβος...




Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίξει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους που μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μια στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μιαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι, εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα

Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών
Επαίτες μια άλλης ζωής, της στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα  απρόσιτη τα σάπια όνειρά τους
Γιατί η σιωπή μας είναι ο ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ