Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρούτσικος Θάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρούτσικος Θάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Ο Θάνος Μικρούτσικος γράφει για τον Ναζίμ Χικμέτ


«Για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με το έργο του Χικμέτ ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1966. Φοιτητής στο Πανεπιστήμιο είχα γυρίσει το βράδυ στο σπίτι μου εξαντλημένος από μία διαδήλωση από τις πολλές που γίνονταν τότε καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας. Μας είχαν επιτεθεί οι ακροδεξιοί της ΕΚΟΦ με καδρόνια, σίδερα και ξύλα στα Προπύλαια με τη συμπαράσταση της αστυνομίας. Κάποιος αστυνομικός με έβαλε στο μάτι και άρχισε να με κυνηγάει. 

Μπροστά εγώ, πίσω αυτός περάσαμε την Ακαδημίας, στρίψαμε στην Πατησίων και μετά από 2 χιλιόμετρα στο ύψος της οδού Κεφαλληνίας με πλησίασε επικίνδυνα αλλά γλίστρησε και έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από διερχόμενους δημοκρατικούς πολίτες. Κατέληξα στο σπίτι μου στην Κυψέλη. Ψόφιος απ' την κούραση, έπεσα στο κρεβάτι για να κοιμηθώ. Πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο για να το ξεφυλλίσω και να κλείσουν τα μάτια μου. Ολη τη νύχτα διάβαζα. Με είχε συνταράξει. Ηταν "Οι Ρομαντικοί" του Ναζίμ Χικμέτ. Στις 7 το πρωί το είχα τελειώσει και από τότε παρέμεινα αιώνιος θαυμαστής του.



Το 1970, στην πιο σκληρή περίοδο της χούντας αρχίζω να μελοποιώ ποιήματά του. Τελείωσα σχεδόν αμέσως την "Πιο όμορφη θάλασσα", το "Αυτό είναι" και τη "Μαδρίτη" στη μετάφραση του Γιώργου Παπαλεονάρδου και συνέχισα με τις μεταφράσεις του Ρίτσου.

Τα τραγούδια μου στην ποίηση του Χικμέτ ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσουν στην περίοδο της δικτατορίας. Κομμουνιστής ποιητής, κομμουνιστής μεταφραστής, αναρχοκομμουνιστής ο νεαρός συνθέτης.

Ηρθε η μεταπολίτευση το καλοκαίρι του 1974. Ενα πρωί άρχισα να μελοποιώ το τελευταίο ποίημα του Ναζίμ που μέχρι τότε μου αντιστεκόταν. Ηταν το "Αν η μισή μου καρδιά". Και έφτιαξα την πιο ωραία μελωδία απ' όσα τραγούδια είχα συνθέσει μέχρι τότε. Απλή, κυκλική, άμεση. Ημουνα πολύ χαρούμενος, ευτυχισμένος θα έλεγα. Το απόγευμα πήρα το λεωφορείο για να πάω στο Σύνταγμα, τόπος συνάντησης όλων μας με καθημερινές συναυλίες, διαδηλώσεις και έντονες συζητήσεις.

Οταν πλησίασα ακούω ένα τραγούδι από μια άγνωστη σε μένα γυναικεία φωνή που με άλλη, πιο περίπλοκη μελωδία τραγουδούσε το "Αν η μισή μου καρδιά". Βιάστηκα να πάω στην εξέδρα και είδα όρθιο τον Μάνο Λοΐζο να διευθύνει το τραγούδι. Σοκαρίστηκα! Ο Μάνος - καλός μου φίλος - ήταν πολύ γνωστός συνθέτης και σίγουρα είχε προτεραιότητα στην έκδοση του τραγουδιού σε δίσκο. Σιχτίριζα την τύχη μου που ενώ είχα γράψει το πιο ωραίο μου τραγούδι έπεφτα πάνω στον Λοΐζο, που είχε όλες τις δυνατότητες στα χέρια του.

Πέρασαν κάμποσοι μήνες και ο Λοΐζος δεν εξέδιδε τον Χικμέτ. Η Μαρία Δημητριάδη με παρακάλεσε να κάνουμε ένα δίσκο 45 στροφών με το "Αν η μισή μου καρδιά" και το "Αυτό είναι". Οταν τελειώσαμε την ηχογράφηση πήγε τη δουλειά στον Αλέκο Πατσιφά, ο οποίος ενθουσιάστηκε και μου πρότεινε ένα μεγάλο ολοκληρωμένο δίσκο με τα τραγούδια του Χικμέτ αλλά και του Μπίρμαν, που είχα εν τω μεταξύ μελοποιήσει. Τα "Πολιτικά Τραγούδια" πήραν το δρόμο τους.

Λίγα χρόνια μετά η φιλία μου με τον Λοΐζο δυνάμωσε και οι συναντήσεις μας ήταν καθημερινές και πολύωρες. Μια μέρα μου εξομολογήθηκε ότι ήμουν η αιτία που δεν ξαναδούλεψε και δεν ολοκλήρωσε τη δουλειά του στον Χικμέτ. "Μπήκες στο μεδούλι του", μου είπε, "ενώ εγώ έμεινα στην αρχή της διαδρομής". Ο πιο σπουδαίος μελωδός της γενιάς μου ήταν γενναιόδωρος, χωρίς κόμπλεξ και μικροκακίες. Είναι, λοιπόν, χρέος μου να παρουσιάσω μερικά από τα τραγούδια του που επί της ουσίας μείνανε στο συρτάρι.

Τον Χικμέτ μπορείς να τον γνωρίσεις από τα τραγούδια του γιατί αν και το έργο του είναι απέραντο σε έκταση και ποικιλία - ποίηση, θέατρο, κοινωνικοπολιτικές μπροσούρες, άρθρα, δημοσιογραφία - πρώτα απ' όλα είναι το τραγούδι. Τραγούδι επικολυρικό σε μια κατευθείαν ανταπόκριση με τα γεγονότα της εποχής του.

Η ποίησή του είναι βαθιά λαϊκή όχι μόνο γιατί ακουμπάει τις λαϊκές πηγές, τις λαϊκές καλλιτεχνικές παραδόσεις αλλά γιατί ανανεώνει την παράδοση προτείνοντας καινούργια στοιχεία. Δεν είναι αντιγραφή και μίμηση της λαϊκής τέχνης αλλά συμπορεύεται με τις λαϊκές δυνάμεις, που τις εκφράζει δυναμικά και όχι στατικά με τυποποιημένες μορφές. Και ακριβώς γι' αυτό η Τέχνη του είναι πρωτοποριακή και μοντέρνα. Δεν παρακολουθεί το λαό - όπως αναφέρει ο Ρίτσος - σε μια σταματημένη ιστορική στιγμή αλλά στη διαρκή του κίνηση. Η ποίηση του Χικμέτ περιέχει ταυτοχρόνως και το ΟΛΟΝ και τον ΑΛΛΟ. Βαθιά κοινωνική, βαθιά ανθρώπινη, απέριττη και δίδαγμα ευθύνης του καλλιτέχνη μπροστά στην εποχή του και μπροστά στον κόσμο.

Και κάτι τελευταίο προσωπικό. Κάλεσαν την Μαρία Δημητριάδη κι εμένα στην Κωνσταντινούπολη το 1978 σε μια βραδιά αφιερωμένη στον Ναζίμ Χικμέτ για τα 15 χρόνια από το θάνατό του. Στο θέατρο "Ταξίμ" 8 χιλιάδες θεατές άρχισαν να τραγουδάνε στα ελληνικά το "Αν η μισή μου καρδιά". Ηταν η πιο συγκινητική στιγμή της ζωής μου που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Και αυτή η στιγμή, που για μένα κρατάει 37 χρόνια, αποδεικνύει ότι δεν γίνεται να μην έρθει κάποτε εκείνη η κοινωνία στην οποία ο Ποιητής θα ψαρεύει και ο Ψαράς θα γράφει ποιήματα. Στο χέρι μας είναι».

Θάνος Μικρούτσικος

(Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη συναυλία του Θ. Μικρούτσικου στην αίθουσα συνεδρίων του ΚΚΕ το Σάββατο 16 Μάη. Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη της  10/2/2015)

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Ένα μαχαίρι


Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

«Η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές…Αυτή είναι η πολύτιμη αλήθεια της Unidad Popular…»


Στο Σαντιάγκο, στης σφαγής τα χρόνια, πέσαν πολλοί
και πού να βρεις ονόματα
Και με μια λέξη -- να ποια είναι η Χιλή -
κάποιος που ταινία γυρίζει τη σκηνή του φόνου του

Αχ,
η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές
κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα -
από στόμια βγαίνει η δύναμη
κι όχι από τα στόματα

Σύντροφοι γνωστό αυτό -
ήταν, είναι, και μένει αληθινό.
Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Unidad Popular

Αυτό το φιλμ μάθημα ας μας γίνει.
Είδα τη δουλειά των στρατιωτών
το μακέλεμα
Είδα σκηνές που όλοι γνωρίζουν
- το λαό να τρέχει στο λιθόστρωτο
για να σωθεί

Και τα τουφέκια να σαρώνουνε τους δρόμους
και προλετάριους να ξαπλώνονται νεκροί
είδα τις σφαίρες να ξεσκίζουν τα παιδιά
και τις γυναίκες να ρίχνονται πάνω στους νεκρούς

Αχ,
η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές
κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα -
από στόμια βγαίνει η δύναμη
κι όχι από τα στόματα

Σύντροφοι γνωστό αυτό -
ήταν, είναι, και μένει αληθινό.
Κι αυτή είναι η πολύτιμη αλήθεια της Unidad Popular…

ΒΟΛΦ ΜΠΙΡΜΑΝ


(Μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ)
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδη



Σαν σήμερα, το 1973, εκδηλώνεται αμερικανοκίνητο στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή με επικεφαλής το στρατηγό Αουγκούστο Πινοσέτ. Ο Σοσιαλιστής Πρόεδρος, Σαλβαδόρ Αλιέντε, οχυρώνεται στο Προεδρικό Μέγαρο και πέφτει νεκρός με το όπλο στο χέρι. Στο πρώτο μήνυμά της, η χούντα ισχυρίζεται ότι η επέμβαση του στρατού έγινε «για να λυτρωθεί η πατρίδα από το μαρξιστικό ζυγό». Την ίδια ώρα, το αμερικανικό πρακτορείο ειδήσεων «Ασοσιέιτεντ Πρες» μεταδίδει ότι «το πραξικόπημα υπήρξε έργο του σκληρού, φιλοαμερικανικού πυρήνα των Ενόπλων Δυνάμεων».
Το πραξικόπημα ήταν το επιστέγασμα μιας επιχείρησης για την ανατροπή του Αλιέντε και της κυβέρνησης της «Λαϊκής Ενότητας», στην οποία συμμετείχαν κομμουνιστές, σοσιαλιστές, ριζοσπάστες, αριστεροί, χριστιανοδημοκράτες. Στην επιχείρηση αυτή πήραν μέρος οι βιομήχανοι, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και, φυσικά, τμήματα του στρατού. Την επιχείρηση σχεδίασαν, χρηματοδότησαν και καθοδήγησαν η κυβέρνηση των ΗΠΑ και μυστικές αμερικανικές υπηρεσίες με συντονιστή τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Χένρι Κίσινγκερ.

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

ΒΟΛΦ ΜΠΙΡΜΑΝ - Αυτούς τους έχω βαρεθεί (ΤΟΥΣ ΕΧΩ Σ Ι Χ Α Θ Ε Ι !)



Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ' τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ' αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Ευρωπαίους, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ' όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα 'χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα 'χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.

Wolf Biermann

Μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ - Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεύει η αγαπημένη Μαρία Δημητριάδη, που η απουσία της είναι τόσο «βροντερή» σήμερα… 

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

ΡΟΖΑ – Άλκης Αλκαίος



Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα
γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό
περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα
και συ μου λες μας περιμένει η μπόρα
και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό.

Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο
μα τα κελιά μας είναι χωριστά
σε πολιτεία μαγική γυρνάμε
δε θέλω πια να μάθω τι ζητάμε
φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά.

Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις
σε ένα παραμύθι εφιαλτικό
φωνή εντόμου τώρα ειν’ η φωνή μου
φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου
με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό.

Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί.

Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι
πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός
περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα
και γω μέσ’ στην ομίχλη και τη μπόρα
κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός.

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ


Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεύει ο Δημήτρης Μητροπάνος

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

«Στον τόπο μου ενώ ζω είμαι τέλεια ξένος…» Φρανσουά Βιγιόν - Μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά

Francisco Goya


Πλάι στην βρύση πεθαίνω διψασμένος
καίω σα φωτιά και τρεμοτουρτουρώ
στον τόπο μου ενώ ζω είμαι τέλεια ξένος
κοντά στη στιά τα δόντια κουρταλώ.
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
κουράγιο παίρνω απ’ την απελπισιά
χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές
θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Στ’ αβέβαιο πάντα βρίσκω τ’ ορισμένως
το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ.
Κερδίζω, και χαμένος θε να βγω
όταν, όταν χαράζει, λέω «Καλή νυχτιά!»
Ξαπλώνω, λέω: «θα φάω καμιά βροντιά!»
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Έγνοιες δεν έχω κι είμαι ιδεασμένος
πλούτια να βρω, μα δεν τα επιθυμώ.
Απ’ όσους με παινάνε προσβαλμένος,
και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό.
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
κελάδημα ειν’ της κάργιας η σκουξιά
για όποιον με βλάφτει λέω πως μ’ αγαπά
το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμιά
γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά,
μα υπακούω στους νόμους. Τι άλλο θες;
Πώς; Τους μιστούς να πάρω, είπες, ξανά;
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Francois Villon

Μουσική-ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ - «Πέντε κείμενα μετά μουσικής» (Γιώργος Κοζίας)


Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το βιβλίο CD του Θάνου Μικρούτσικου με τίτλο «Πέντε κείμενα μετά μουσικής». Το CD περιέχει την εργασία του συνθέτη που βασίζεται στην ποίηση του πατρινού ποιητή Γιώργου Κοζία. Πρόκειται για τα έργα «Η γη τσακισμένο καράβι» για φωνή και πιάνο καθώς και το «Ενας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» για φλάουτο και αφηγητή. Πρόκειται για έργα που κινούνται στο χώρο της λόγιας μουσικής, όπως αναφέρει ο κριτικός και ιστορικός της μουσικής Γιώργος Μονεμβασίτης στο εκτενές κείμενο που συνοδεύει την έκδοση.

«Η γη τσακισμένο καράβι» κατά τον Θάνο Μικρούτσικο είναι ένα απελευθερωμένο έργο έξω από όλων των ειδών τις συμβάσεις. Είναι ένα αντισυμβατικό έργο που κινείται σε πολλούς μουσικούς χώρους ξεφεύγοντας από την τυπική φόρμα του κλασικού τραγουδιού.
Η παρεμβολή στίχων του ιδιοφυούς Ουίλιαμ Μπλέικ βοήθησε στην απελευθέρωση από την τυπικότητα της κλασικής φόρμας. Ρομαντικός και καταραμένος ποιητής ο Μπλέικ, υπερρεαλιστής ο Κοζίας και όμως στο έργο όλα ρέουν ομαλά. Γιατί και οι δυο κυνηγάνε και βρίσκουν την ουσία των πραγμάτων κι έτσι υπάρχει από αυτή την άποψη αδιαμφισβήτητη συγγένεια.

Λέει ο Κοζίας «Στρατιώτης Φρειδερίκος Ιωάννης Φραγκίσκος Βόυτσεκ, τυφεκιοφόρος. Πυροβολεί τον Γαλαξία». Aπαντάει ο Μπλέικ «Αν διώξετε την μαύρη εκκλησία, αν διώξετε του γάμου την κηδεία, αν διώξετε του αίματος τη φάρα θα ΄χετε διώξει την παλιά κατάρα».
Συμμετέχουν η σοπράνο Αγγελική Καθαρίου, η πιανίστα Νέλλη Σεμιτέκολο.

Το άλλο έργο «Ενας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» πάλι σε ποίηση Γιώργου Κοζία, στο φλάουτο η σπουδαία Πολωνέζα Ιβόνα Γκλίνκα και αφηγητής ο Δημήτρης Παπανικολάου.
Το βιβλίο περιέχει πέντε κείμενα του Θάνου Μικρούτσικου. Το βιβλίο CD (68 σελίδες) κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένα δισκοπωλεία (Εκδόσεις «Γαβριηλίδης», Αγ. Ειρήνης 17, τηλ. 210.3228.839).

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Καιρός λοιπόν να σκάψουμε καινούργια χαρακώματα. - ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΔΕ ΛΕΝΕ, δεν ξεκαθαρίζουν τίποτα. Το πρόσωπό τους είναι σκοτεινό. Είναι και κάτι σκοτεινότεροι που ανάβουνε φωτιές με τις εφημερίδες. Καιρός λοιπόν να σκάψουμε καινούργια χαρακώματα. Τα παλιά είναι φίσκα απ’ τους νεκρούς.

ΟΛΗ ΤΗ μέρα παλεύοντας, παραμερίζοντας συρματοπλέγματα και σίδερα, βρίσκεις ξαφνικά χωμένους κάτω από τις πέτρες ένα σωρό πολεμιστές. Κοιτάζεις μ’ απορία, τίποτα δε θυμάσαι. Κι όταν τη νύχτα πέφτεις τσακισμένος να κοιμηθείς, τότε έρχονται μπροστά σου ονόματα και πρόσωπα, πράξεις και γεγονότα, σε μια παράξενη σειρά, αντιστραμένες εποχές, αυθαίρετος ο χρόνος.

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

(Ο ΧΑΡΤΗΣ, εκδ. Κέδρος Αθήνα 1981)

«Εγκώμιον μονοτονίας»
Μουσική: ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ


Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Ερωτικό




Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις.

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου `φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου.

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη.

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι.

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ

Με νότες έντυσε ο Θάνος Μικρούτσικος. Τραγούδησαν πολλοί αυτό το τραγούδι, όμως ένας ήταν αυτός που το «είπε»:


Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

«Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Β΄ μέρος




«Χόρεψε πάνω στο φτερό τού καρχαρία». Φανταστείτε έναν νέο ή μία νέα να χορεύει πάνω στον καρχαρία. Ο καρχαρίας, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι το πιο παλιό ζώο που υπάρχει πάνω στον πλανήτη. Έχει ηλικία περίπου 4 εκατομμυρίων ετών, από την εποχή των δεινοσαύρων. Άρα είναι το ανθεκτικότερο ζώο και στις άγριες μορφές του είναι το σκληρότερο. Είναι δυνατόν ποτέ κανένας, εάν το δούμε ρεαλιστικά, να δαμάσει αυτό το ζώο και να χορέψει πάνω του; Λέει, λοιπόν, ο Νίκος Καββαδίας «κατάκτησε το αδύνατο». Η ζωή μας, ξέρετε, δικαιώνεται εάν κάθε φορά ξεπερνάμε τα προδιαγεγραμμένα μας όρια. Κατακτάμε το αδύνατο εάν σπάσουμε το τσόφλι τού αβγού. Κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσει ο καθένας μας ότι αυτά που έμαθε, αυτά που θέλει να κάνει έχουν έναν κύκλο πέρα από τον οποίο δεν μπορεί να πάει. Εάν αυτό το αποδεχτούμε ως τρόπο ζωής, στο τέλος θα καμπουριάσουμε όταν περάσουν τα χρόνια. Αν όμως αυτά τα όρια μπορούμε να τα σπρώξουμε, να τα ξεπεράσουμε, να τα σπάσουμε, τότε μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας όνειρο. Αυτό ακριβώς είναι η ποίηση τού Καββαδία. Δεν θέλει να σε κοροϊδέψει ο Καββαδίας. Δεν σου λέει φύγε και αύριο όλα θα είναι καλά. Σου λέει μεν φύγε από αυτή τη μίζερη πραγματικότητα, αλλά έχε υπ' όψιν σου ότι έχεις πολλά μπροστά σου να ξεπεράσεις. Αλλά και πόσα πρόσωπα συναντάς εκεί! Γι' αυτό ο Καββαδίας από το «Πούσι» και μετά, έχει φύγει από το «εγώ». Λέει συνέχεια «εσύ». Δεν καλεί τον άλλο από μια μιζέρια να πάει σε μια άλλη μιζέρια. Δεν ονομάζει το «άλλο». Σου λέει φύγε από αυτό. Το επόμενο χτίστο εσύ... (Θάνος Μικρούτσικος σε αφιέρωμα για τον ποιητή ΕΔΩ)

Σήμερα συμπληρώνονται  103 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία (11/1/1910). Η παρουσίαση του κύκλου τραγουδιών ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ και μουσική ΘΑΝΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ, ένας φόρος τιμής από τη μικρή στηθάγχη στον αγαπημένο ποιητή των μακρινών μας ταξιδιών και των αρμυρών ονείρων. Οδηγός γι’ αυτό το μικρό αφιέρωμα στάθηκε το φθαρμένο εξώφυλλο του ταλαιπωρημένου από τη συχνή χρήση δίσκου βινυλίου 33 στροφών. Η αντιγραφή των ποιημάτων έγινε από τα βιβλία με τις συλλογές του ποιητή και σε μερικές περιπτώσεις διαφέρουν από τους στίχους όπως αναγράφονται στο εξώφυλλο του δίσκου ή τραγουδούν οι τραγουδιστές. Στην μελοποίηση κάποιων ποιημάτων ο Θ. Μικρούτσικος «απέκλεισε» ολόκληρες στροφές, οι οποίες θα ξεχωρίζουν στην ανάρτηση με έντονη γραμματοσειρά. Το αφιέρωμα αποτελείται από δύο μέρη. Σήμερα παρουσιάζεται το δεύτερο και τελευταίο που αποτελείται από τα ποιήματα-τραγούδια της δεύτερης πλευράς του δίσκου. Καλό ταξίδι!


Μέρος Β΄


ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

                                                           του Ι. Πικραμένου

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
κι ώρες πολλές για πράματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου `λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πώς, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη,
κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν,
όταν η ζάλη μ’ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου `λεγ’ ακόμα ότ’ είδ’ αυτός, μια νύχτα που `χε πιει,
πως πάνω σ’ άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
-Σαν πάμε στο Άντεν, μου `λεγε, και σύ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του `λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
με το `να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι’ αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,
για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ’ τον πυρετό,
πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συχώρεσε Γουίλ
και δώσ’ του εκεί που βρίσκεται, λίγη απ’ την άσπρη σκόνη.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


FEDERICO GARCIA LORCA

                                                  Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης, τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο - πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΑΡΜΙΔΑ

                                Στον Κώστα Βάρναλη

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ’ αυτό θα φύγετε και σεις,
είναι φορτωμένο με χασίς
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που `χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το ‘χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένας γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-που να ξοδευτήκαν τόννοι χίλιοι;
Μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ’ άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδειά
του Κολόμπου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ’ άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


CAMBAY’S WATER

                                             Στον Π. Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σου σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτά ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που `ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ’ απόψε –λέω-  φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που `πες με θυμό: Θα ΄βγω άλλη μέρα...

Τη νύχτα σου `πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «φάλτσο η πορεία...»

Ξημέρωσε κι ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαχαράνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!...
Μ’ αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
Και του πετούσε απά στα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι,
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σου `στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω «σε προδίνω»
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το `πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΠΙΚΡΙΑ

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμου που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου `δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και «Σε πονάει με τη νοτιά;» -Όχι, απ’ αλλού πονάω.

Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμένες στάμπες μου, πού ΄χα για περηφάνια,
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ’ Αμερική και Ασία
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,

δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.

Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει

κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

                                                                     7-2-1975

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


Το ποίημα ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ, από τη συλλογή ΜΑΡΑΜΠΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1995.

Τα ποιήματα FEDERICO GARCIA LORCA, ΑΡΜΙΔΑ, CAMBAYS WATER και  ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ από τη συλλογή ΠΟΥΣΙ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982.

Το ποίημα ΠΙΚΡΙΑ, από τη συλλογή ΤΡΑΒΕΡΣΟ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1992.

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

«Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Α΄ μέρος



Ο Καββαδίας ήταν Κεφαλλονίτης αλλά δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ήρθε στην Ελλάδα από τη Μαντζουρία σε ηλικία 5 χρόνων. Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Μαραμπού σε ηλικία 23 χρόνων, το 1933. Είναι αγαπημένος ποιητής τριών γενεών και έχει γράψει μόλις 52 ποιήματα. Έχει γράψει βέβαια και τη Βάρδια, το μυθιστόρημα, και κάποια διηγήματα. Μέχρι τον θάνατό του, το 1975, η υποδοχή που του είχαν κάνει οι ομότεχνοί του ήταν πολύ άδικη. Οι αναφορές από το 1933 ώς το 1975 για την ποίησή του, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν τού τύπου «πρόκειται για έναν στιχοποιό ημερολογίου», «πρόκειται για έναν ποιητή που μιλάει για τη ζωή των ναυτικών». Μη μου πείτε όμως ότι ένας ποιητής θα ενδιέφερε τη γενιά σας, τη γενιά των μεγαλύτερών σας και τη γενιά τη δική μου αν επρόκειτο για κάποιον που απλά εξιστορεί σαν ηθογράφος τη ζωή των ναυτικών. Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει, το οποίο κινητοποιεί τόσες πολλές διαφορετικές γενιές. Το 1977 έγινε στην τότε κρατική τηλεόραση ένα σήριαλ «Πορεία 090» και ήταν η ζωή σ' ένα καράβι που πήγαινε προς Ινδίες, Κίνα και μου πρότειναν να κάνω τη μουσική. Τους λέω «θέλετε και τραγούδια;» Είπαν «και γιατί όχι.» «Έχετε κείμενα;» «Όχι.» «Τι λέτε για τον Νίκο Καββαδία;» Και κάθομαι 15 βράδια και γράφω αυτά τα τραγούδια που ακούστηκαν για πρώτη φορά στο σήριαλ. Μετά προσέθεσα άλλα 4 και έγινε ο «Σταυρός του Νότου». (Θάνος Μικρούτσικος σε αφιέρωμα για τον ποιητή ΕΔΩ)

Αύριο  11 Γενάρη συμπληρώνονται  103 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία (11/1/1910). Η παρουσίαση του κύκλου τραγουδιών ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ και μουσική ΘΑΝΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ, ένας φόρος τιμής από τη μικρή στηθάγχη στον αγαπημένο ποιητή των πιο μακρινών μας ταξιδιών και των αρμυρών μας ονείρων. Οδηγός γι’ αυτό το μικρό αφιέρωμα στάθηκε το φθαρμένο εξώφυλλο του ταλαιπωρημένου από τη συχνή χρήση δίσκου βινυλίου 33 στροφών. Η αντιγραφή των ποιημάτων έγινε από τα βιβλία με τις συλλογές του ποιητή και σε μερικές περιπτώσεις διαφέρουν από τους στίχους όπως αναγράφονται στο εξώφυλλο του δίσκου και τραγουδούν οι τραγουδιστές. Στην μελοποίηση κάποιων ποιημάτων ο Θ. Μικρούτσικος «απέκλεισε» ολόκληρες στροφές, οι οποίες θα ξεχωρίζουν στην ανάρτηση (έντονη γραμματοσειρά). Στα τραγούδια ξεχώρισα  ερμηνείες που  με συγκίνησαν ιδιαίτερα. Το αφιέρωμα αποτελείται από δύο μέρη. Σήμερα παρουσιάζονται τα ποιήματα-τραγούδια της πρώτης πλευράς του δίσκου. Θα ακολουθήσει αύριο το δεύτερο μέρος με την δεύτερη πλευρά. Καλό ταξίδι!


Μέρος Α΄


KURO SIWO

                                     Στο Γιώργο Παπά

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μεσ’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!... η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Κuro Siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

                                            Στο Γιώργο Κουμβακάλη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι.
-Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή.-
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί;

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ΄κλαιγε πνιχτά μεσ’ το ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

                                        Στο Γιώργο Θεοτοκά

Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου `πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα `χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου.
Μου `πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
-Να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά.

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυο σελίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από ένα γέρον έμπορο τ’ αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μιαν παλιάν ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν, πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ’ αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι’ άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
Είν’ αλαφρή, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
-Πόσο έχει;- Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΓΥΝΑΙΚΑ

                                     Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

                                                   Ινδικός Ωκεανός 1951

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


Τα ποιήματα KURO SIWO, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ και ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ από τη συλλογή ΠΟΥΣΙ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982.

Το ποίημα ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ, από τη συλλογή ΜΑΡΑΜΠΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1995.

Το ποίημα ΓΥΝΑΙΚΑ, από τη συλλογή ΤΡΑΒΕΡΣΟ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1992.


Στην κορυφή της ανάρτησης το πορτραίτο του ποιητή από τον Γιάννη Τσαρούχη, όπως κοσμεί το ΠΟΥΣΙ στην έκδοση του ΚΕΔΡΟΥ.