Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Ο Κ. Βάρναλης για τον Ν. Καββαδία: «παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού...»


Ο Νίκος Καββαδίας (11 Γενάρη 1910 – 10 Φλεβάρη 1975) ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας. Μετουσίωσε σε στίχους όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς, με τα μακρινά του ταξίδια, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής. Ο Ν. Καββαδίας θα τυπώσει το 1947  τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο Πούσι (εκδόσεις Α. Καραβία). Τα ποιήματά του θα γίνουν πολύ γνωστά όταν μελοποιηθούν και τραγουδηθούν και θα κάνουν τον ποιητή από τους πιο αγαπημένους, όλων των ηλικιών. 

Μεταφέρουμε στο διαδίκτυο τη βιβλιοκρισία του Κώστα Βάρναλη για το Πούσι, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρίζος της Δευτέρας πριν εβδομήντα χρόνια,  στις 27 του Γενάρη 1947. Ο εκτός από μεγάλος ποιητής και σπουδαίος κριτικός Βάρναλης έχει ήδη αναγνωρίσει τη λογοτεχνική αξία του νεαρού ποιητή και έχει εκφραστεί γι' αυτόν με θερμά λόγια, νωρίτερα, σε κριτική του για την πρώτη συλλογή του Ν. Καββαδία Μαραμπού (1933). Τελειώνει μάλιστα εκείνο το κείμενό του με τη φράση «Ας γίνει επί τέλους... γνωστός!». Διαβάζοντας την κριτική για το Πούσι ο αναγνώστης που έχει γνωρίσει την ποίηση του Καββαδία μπορεί να βγάλει συμπέρασμα αν δικαιώθηκε ο Βάρναλης και γιατί.

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ: «ΠΟΥΣΙ»

Είναι κοντά δεκατέσσερα χρόνια, που ο τότε μικρός το δέμας και την ηλικία ποιητής μάς ξάφνιασε με την πρώτη του ποιητική συλλογή: «Μαραμπού». Στον πολύ εγωιστικό και κάπως θορυβώδη και κρύον ελληνικό λυρισμό, ο νεαρός ποιητής έφερνε ένα καινούργιο ρίγος ξωτισμού ανθρωπιάς και πόνου. Καλά καλά δεν ήτανε ποιήματα· έμμετρες ιστορίες από τη ζωή των ναυτικών, που θαλασσοπνίγονται μήνες στους μεγάλους ωκεανούς ―και στο μεγαλύτερον απ’ όλους: το βίτσιο. Όλα όμως αυτά τα πράματα ήτανε τόσο πρωτοφανίσιμα κείνον τον καιρό και με τόσο αίσθημα κι αλήθεια ειπωμένα, που κι αυτός ο συστηματικός αρνητής και ζόρικος σε παλιούς και νέους ποιητάδες (προ πάντων στους νέους, τους «ποετάστρους»!) Φώτος Πολίτης συγκινήθηκε κι αναγνώρισε την αξία τους.

Ύστερ’ από τόσα χρόνια ο Καββαδίας μας έκανε ένα καινούργιο ξάφνιασμα, που δε θα το ξεχάσει ο νεοελληνικός Λόγος: το «Πούσι». Όλο όλο δεκατέσσερα ποιήματα. Αναλογούν από ένα σε κάθε χρόνο σιωπής. Κι όμως το βιβλίο αυτό είναι τ’ ωραιότερο σ’ εμφάνιση και περιεχόμενο της χρονιάς που μας πέρασε. Κι όχι μονάχα της χρονιάς που πέρασε. Σημειώνει σταθμό στην ιστορία της εκδοτικής και της ποιητικής μας τέχνης. Ήτανε και το κείμενο άξιο και παράξιο, μα και το διακοσμήσανε οι αξιότεροι νέοι ξυλογράφοι μας: ο Βακαλό, ο Βελισσαρίδης, ο Γιαννουκάκης, ο Μόραλης, ο Μόσχος, ο Τάσος, ο Κορογιαννάκης. Διαφορετικά βέβαια ταλέντα μα που η κοινή «αγάπη στο έργο ενός ποιητή» μπόρεσε να μη διασπάσει την καλλιτεχνική ενότητα του συνόλου.


Με το καινούργιο έργο ο ποιητής έχει κάνει τεράστιο άλμα εις ύψος. Η ποιητική του συνείδηση κι η τεχνική του σοφία έχουνε φτάσει σε ασυνήθιστη πληρότητα. Η διάθεση, τα θέματα και το πλαίσιό τους είναι περίπου τα ίδια με του «Μαραμπού» ―αλλά πόσο εξελιγμένα και τελειωμένα!

Το τοπίο δεν είναι τώρα εξωτερικό· είναι συνυφασμένο με την ψυχική ουσία ―εκφραστικό μέσο αυτής της ουσίας: τα εξωτικά στοιχεία δεν είναι καθόλου πρόσθετα και διακοσμητικά. Κι ο στίχος του δεν είναι πια περιγραφικός, είναι καθαρά λυρικός. Κι η ηχητική αυτού του στίχου εξαίσια κι υποβλητική.

Η μετάβαση από νόημα σε νόημα, από επίπεδο σ’ επίπεδο δε γίνεται μαλακά κι αφηγηματικά· γίνεται μ’ απότομα πηδήματα και τα κενά, που τα γεμίζει η ψυχή του αναγνώστη, πλουταίνουνε το νόημα κι ολοκληρώνουνε την αρμονία του.

Αλλά δε φαίνεται πως ο ποιητής θα σταματήσει σ’ αυτό το έργο. Μέσα του υπάρχουν οι αφετηρίες καινούργιων αλμάτων. Είναι τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα».

Με το πρώτο μεταφέρει το τοπίο του από τα ξένα στα δικά μας νερά. Και στα δικά μας ακόμα νερά βρίσκει ο ποιητής το ξωτικό στοιχείο. Και δεν φαίνεται απίθανο να τον τραβήξουνε μελλοντικά ο πόνος κι η αμαρτία των ντόπιων συνανθρώπων ―και των στεριανών.

Με το δεύτερο ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δε φαίνεται απίθανο να συνεχίσειι ο ποιητής των ηρωικό αυτό δρόμο.

Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι, είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός, που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θηρίο.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Διαβάστε τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», και ακούστε τα μελοποιημένα από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο έργο Σταυρός του Νότου (ολόκληρο το έργο σε δυο αναρτήσεις):
         
Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Β΄ μέρος
  
Στο Σταυρό του Νότου περιέχονται μελοποιημένα ποιήματα και από το Μαραμπού.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

«Λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται» - 40 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καββαδία

Σεμνός, πολύ συνεσταλμένος, καλοσυνάτος, εσωστρεφής, παραμυθάς... Είναι λίγοι από τους χαρακτηρισμούς που του απέδωσαν οι οικείοι του. Ο Νίκος Καββαδίας όμως, άφησε το στίγμα του σαν ο ποιητής της θάλασσας. Ο ίδιος, δεν έλεγε ότι ήταν ποιητής, αλλά: «Νίκος Καββαδίας, ναυτικός». Το μεγαλείο της ποίησής του ίσως έγκειται ακριβώς σε αυτή την απλότητά του, την αγάπη του για το έργο των χεριών των βιοπαλαιστών. «Αρτος. Οχι για όλα τα στόματα», γράφει το 1971, δείχνοντας με απλά λόγια πως ο πλούτος στον καπιταλισμό δεν μοιράζεται στους παραγωγούς του, παρά γίνεται λεία μιας ισχνής μειοψηφίας.

Γεννήθηκε στις 11 Γενάρη του 1910 στο Νικόλσκι - Ουσουρίσκι του Χαρμπίν (στην Μαντζουρία της Κίνας), δεύτερο παιδί του μεγαλέμπορου του τσάρου Χαρίλαου Καββαδία. Το 1914, στις απαρχές του παγκοσμίου πολέμου, οι αναταραχές στη Μαντζουρία οδηγούν τον Χαρίλαο να στείλει με τον υπερσιβηρικό την οικογένειά του στην Ελλάδα, που εγκαθίσταται αρχικά στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Το 1920 επιστρέφει και ο ίδιος, κατεστραμμένος οικονομικά, και μετακομίζουν στον Πειραιά.

Από το σχολείο ήδη δείχνει το συγγραφικό του ταλέντο, εκδίδοντας το φυλλάδιο «Σχολικός Σάτυρος» («με ύψιλον από άγνοια», λέει η αδερφή του Τζένια). Συνεργάζεται και με τη «Διάπλαση των Παίδων», με το ψευδώνυμο «ο μικρός ποιητής». Αφού τελείωσε το γυμνάσιο, γράφεται στην Ιατρική Σχολή. Ο πατέρας του δουλεύει στα καράβια του κουνιάδου του, και έπειτα ανοίγει μπακάλικο - το οποίο όμως χρεοκοπεί και κλείνει. Το 1929 πεθαίνει. Ο μικρότερος αδερφός του Αργύρης έχει ήδη μπαρκάρει τότε. Θα τον ακολουθήσει και ο ίδιος, αφήνοντας οριστικά πίσω του την Ιατρική.

Το διάστημα της παραμονής του στον Πειραιά εισρέουν πρόσφυγες, κύρια από τη Μικρά Ασία, μετά και την καταστροφή του '22. Το ΚΚΕ, πάντα παρόν, στέκεται στο πλευρό τους, τους βοηθάει να ορθοποδήσουν, να οργανώσουν την πάλη τους για ένα καλύτερο αύριο. Ο Καββαδίας, πρόσφυγας κι αυτός, τους αντιμετωπίζει με σεβασμό, εμπνέεται από τη νεοσύστατη ΕΣΣΔ. Από τότε, εκφράζει την συμπόνια του και τη συμπάθειά του για τους λαϊκούς ανθρώπους και τους ναυτικούς. Στα πρώτα ποιήματά του (υπογράφει σαν Πέτρος Βαλχάλας).

Το 1933 δημοσιεύει το «Μαραμπού», που τον καθιερώνει στο ποιητικό γίγνεσθαι της χώρας. Λαμβάνει θετικές κριτικές για το έργο του, ενώ γίνεται δεκτός στην Ενωση Ελλήνων Λογοτεχνών, και μάλιστα χωρίς να έχει συμπληρώσει το προαπαιτούμενο των τριών βιβλίων. Αυτά τα χρόνια γνωρίζεται με πολλούς προοδευτικούς καλλιτέχνες και διανοούμενους της εποχής (Γ. Ρίτσο, Κ. Βάρναλη, Μ. Αναγνωστάκη, Μ. Αξιώτη, Β. Σεμερτζίδη κ.ά.). Αργότερα, θα πει: «Μου αρέσουν από τους γνωστούς μας ποιητές ο Σαχτούρης και ο Αναγνωστάκης, ο Ρίτσος που είναι παλικάρι, και ο Ελύτης».

Ολο αυτόν τον καιρό δε σταματά να μπαρκάρει, να ταξιδεύει και να γράφει για τις εντυπώσεις του σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, ώσπου τον πετυχαίνει «ξέμπαρκο» ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Συμμετέχει στο αλβανικό μέτωπο.

«Μουσκεμένος, νηστικός και ατσίγαρος. (...) Βλέπω ένα φαντάρο να μου κόβει το δρόμο. (...) Ανοιξε το σακίδιο και μου 'δωσε ένα κομμάτι κουραμάνα. Κίνησε να φύγει, μα ξαναγύρισε. Ανοιξ' ένα πακέτο νούμερο δέκα και μου 'δωσε ένα τσιγάρο. (...)
-- Πώς σε λένε; του φώναξα. Στάσου...
-- Φαντάρο με λένε (...)»
(Βάρδια)

Στην κατοχή «έμεινε στην Αθήνα και πήρε μέρος στην Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ», θυμάται η Τζένια. Εντάσσεται στο ΕΑΜ, γράφει στους «Πρωτοπόρους», στα «Ελεύθερα Γράμματα», συνεργάζεται με τη «Νέα Γενιά» της ΕΠΟΝ, συμμετέχει ενεργά στην οργάνωση της πάλης των λογοτεχνών και του λαού. Εμπνέεται από την ηρωική στάση των αγωνιστών και των κομμουνιστών. Γράφει τα ποιήματα «Αθήνα 1943», «Αντίσταση», «Στον Τάφο του ΕΠΟΝίτη»,«Federico Garcia Lorca». Ο Κώστας Βάρναλης θα γράψει αργότερα στο «Ρίζο της Δευτέρας» για το ποίημα «Federico Garcia Lorca»: «...Ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ' όποια γης!) που πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού (...) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος (...), ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός...»

Το 1945 αναδεικνύεται γραμματέας του ΕΑΜ Λογοτεχνών. Σύντομα όμως θα ξαναμπαρκάρει, με περιοριστικούς όρους, λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Η δεύτερη ποιητική συλλογή του «Πούσι» εκδίδεται το 1947. Επειτα από λίγα χρόνια, ακολουθεί η μνημειώδης «Βάρδια» (1954), το πρώτο και τελευταίο του μυθιστόρημα. Στη «Βάρδια» η γραφή του ξεγυμνώνει τις κακουχίες της ζωής των ναυτεργατών, τις αρρώστιες, τις άθλιες συνθήκες εργασίας, την ανεργία, τον πόλεμο:

«Το πόρτο του τόπου μας... Το χειρότερο του κόσμου (...) Από τον προλιμένα σε γυρεύει ο υπάλληλος. Στα λέει μασημένα.
Δηλαδή... να ξεμπαρκάρω;
Ναι.
Δένουμε;
Οχι
Τότε, θα 'ρθει άλλος;
Ναι
(...) Δε μου λες, έκαμα τίποτα και με βγάνουνε;
Ξέρω 'γω; Εντολή του γραφείου. Ο,τι μου λένε. Υπάλληλος είμαι».

Μετά την αυτοκτονία του αδερφού του Αργύρη στο καράβι, γράφει ελάχιστα και σταματάει να δημοσιεύει. «Το '57 η θάλασσα μου πήρε τον αδερφό μου. Δεν έγραψα ούτε στίχο», λέει. «Αφού δεν έγραψα για αυτή την αγάπη, για τι να γράψω;» Παρ' όλα αυτά, δεν σταματά εντελώς το γράψιμο. Εκείνο το διάστημα γράφει διάσπαρτα ποιήματα, όπως το «Guevara». Πολλά από αυτά αργότερα θα στοιχειοθετήσουν το «Τραβέρσο».

Δίνει συνέντευξη στην «Πανσπουδαστική», λίγες μέρες πριν τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Στη διάρκεια της δικτατορίας λειτουργεί σαν σύνδεσμος των αντιδικτατορικών της Ελλάδας με το εξωτερικό. Μετά τη δικτατορία ετοιμάζει για εκδοσή την τελευταία του ποιητική συλλογή «Τραβέρσο», καθώς και μια αυτοβιογραφία. Στις 10 Φλεβάρη 1975 πεθαίνει και μάλιστα στη στεριά, όπως πάντα φοβόταν.

Τα επόμενα χρόνια εκδίδεται μεγάλο μέρος του ανέκδοτου έργου του: «Λι» (1987), «Του πόλεμου/Στο άλογό μου» (1987) και άλλες συλλογές. Γίνεται ευρέως γνωστός, ιδιαίτερα μετά τη μελοποίηση του από το Θάνο Μικρούτσικο. Οπως λέει και ο συνθέτης «η επιτυχία που είχε ο Σταυρός του Νότου οφείλεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στην αξία της ποίησης του ίδιου του Καββαδία». Το έργο του μελοποιείται επίσης και από πολλούς άλλους μουσικούς (Μαρίζα Κωχ, Ξέμπαρκοι, Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα, Γιάννη Σπανό κ.λπ.). Μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες, ενώ στη μεγάλη οθόνη μεταφέρονται και τα μικρά αφηγήματα «Λι» (Between the devil and the deep blue sea, 1995) και «Του Πολέμου».

Βιβλιογραφία:
1. Φ. Φιλίππου: «Ο Πολιτικός Νίκος Καββαδίας» (1996), εκδ. «Αγρα» 2004.
2. Μ. Κασόλας: Νίκος Καββαδίας: Γυναίκα - Θάλασσα - Ζωή (2004), εκδ. «Καστανιώτης» 2006.
3. Ν. Καββαδία: «Βάρδια» (1957), εκδ. «Κέδρος» 1975.

Δημήτρης Ανδρονιάδης
Ριζοσπάστης, 15 Φλεβάρη 2015

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Ν. Καββαδίας - WILLIAM GEORGE ALLUM


Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία·
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές…
Του κάκου· γνώριζεν αυτός ―καθώς το ξέρουμ’ όλοι―
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Βay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: «Θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

(Μαραμπού, Άγρα 1995)

Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Ερμηνεύει η Αρλέτα 

 

Ο ποιητής των πιο μακρινών μας ταξιδιών, γεννήθηκε σαν σήμερα στις 11 Γενάρη του 1910.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Θάλασσα και Αντίσταση - 104 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία


Σαν σήμερα, στις 11 Γενάρη του 1910 γεννήθηκε ο Νίκος Καββαδίας. Ο ποιητής που ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας, τον ιδρώτα του, τη σκέψη, τα φαντάσματα, τους έρωτες, τις αδυναμίες, τα όνειρά του. Ο ταξιδευτής που έφτιαξε στίχους όλα όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς των πιο μακρινών ταξιδιών, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής. Ο ναυτικός που δεν κλείνεται στα λιμάνια όταν το βαπόρι δένει, προσωρινά, μέχρι να σαλπάρει ξανά και η αίσθηση της δύναμης που δίνει η ελευθερία του ταξιδιού στην απέραντη θάλασσα να αναστηθεί.



Η υπεράσπιση της ελευθερίας οδηγεί τον ποιητή στην Αντίσταση. Στη διάρκεια της Κατοχής ο Καββαδίας εντάχθηκε στο ΕΑΜ, αρχικά στο ΕΑΜ Ναυτικών και αργότερα στο ΕΑΜ Λογοτεχνών - Ποιητών. Την περίοδο αυτή άρχιζε να δημοσιεύει και τα αντιστασιακά του ποιήματα με πρώτο το «Αθήνα 1943», ενώ το 1944 δημοσίευσε το ποίημα «Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη». Το 1945 δημοσίευσε το «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» και το ποίημα «Αντίσταση». Ο Νίκος Καββαδίας ανέλαβε για ένα διάστημα επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών - Ποιητών μέχρι που μπάρκαρε πάλι, ενώ το 1946, μαζί με άλλους διανοούμενους, υπέγραψε διαμαρτυρία κατά του Γ΄ Ψηφίσματος που ήταν ο «θεμέλιος λίθος» του αντικομμουνιστικού οργίου. Λίγο πριν το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1967 έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη στο περιοδικό «Πανσπουδαστική», όπου αφιέρωσε και το ποίημά του «Σπουδαστές». Στη διάρκεια της δικτατορίας αξιοποιήθηκε ως σύνδεσμος ανάμεσα σε αντιστασιακές οργανώσεις. 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Ένα μαχαίρι


Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – Ένα ποίημα του Νίκου Καββαδία αφιερωμένο στη Μέλπω Αξιώτη



Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη

Ένα όχι πολύ γνωστό ποίημα του Νίκου Καββαδία  -δεν συμπεριλαμβάνεται στις πολυδιαβασμένες συλλογές του Μαραμπού (1933), Πούσι (1947) και Τραβέρσο (1975)- αφιερωμένο από τον ποιητή στη Μέλπω Αξιώτη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 14 - 10 Αυγούστου 1945), και συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία «Τραγούδια της Αντίστασης» που επιμελήθηκε η Φούλα Χατζηδάκη και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1951 από το «Εκδοτικό Νέα Ελλάδα». Βρίσκεται στο βιβλίο «ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (φιλολογική επιμέλεια ΜΑΙΡΗ ΜΙΚΕ), που κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.              


 ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ  
                                                 
                                                Στη Μέλπω Αξιώτη


Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν κι’ εκείνα.
Θάλασσα τρώει τό βράχο απ’ όλες τίς μεριές.
Μάτια λοξά καί τ’αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό – Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα – Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολυούνται οι Γερμανοί.
Τ’ άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
οι κρεμασμένοι στα δεντρά, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι’ απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι.
Λικνίζει κάτου από το Δρύ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Νίκος Καββαδίας – ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ (στην αίσθηση του τέλους που πλησιάζει)



Θάλασσα και Καββαδίας τόσο σφιχτά δεμένοι... Δεν μπόρεσες ποτέ να φανταστείς πως ο ποιητής που ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας, την κούραση, τη σκέψη, τα φαντάσματα, τις αδυναμίες, τα όνειρά του, όλα να διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς των πιο μακρινών ταξιδιών στους πιο ξωτικούς, για σένα, προορισμούς, έχοντας σημαία την ελευθερία του νου και της ψυχής, ή στη χειρότερη περίπτωση σ’ ένα λιμάνι, όπου το βαπόρι δένει προσωρινά μέχρι, σε λίγο,  να σαλπάρει και το ταξίδι να ξαναρχίσει και η  αίσθηση της δύναμης που δίνει η ελευθερία της απέραντης  θάλασσας να πλημμυρίσει  και πάλι, εσένα, τον αναγνώστη. Δεν μπόρεσες ποτέ να φανταστείς πως  ο ποιητής κάποτε θα σου μιλούσε για τον Αλέξη, που βλέπει το φως της ζωής να λιγοστεύει και το όνειρο να στέκεται απέναντί του  θλιμμένο και να τον αποχαιρετά λίγες στιγμές πριν το  τελευταίο του ταξίδι. Πόσο σκληρό είναι να πεθαίνεις έχοντας πριν στερηθεί την ελευθερία της δυνατότητας να κάνεις το όνειρό σου πραγματικότητα, ή της επιλογής της γωνιάς που θ’ αφήσεις την ψυχή  σου.  Πόσο  σκληρό και απάνθρωπο, και πόση προκαλεί απογοήτευση και    πόνο,  ανείπωτο πόνο, στην αίσθηση του τέλους που πλησιάζει…

Οι στίχοι του Καββαδία ακούγονται από τον αξέχαστο –και- ηθοποιό Νότη Περγιάλη:



ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου·
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ’ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις σ’ όλους τους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει ν’ απαντήσεις την Ελένη,
πως μ’ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι’ απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


ΜΑΡΑΜΠΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1995

Το ποίημα μελοποιημένο από τον Θάνο Ανεστόπουλο, από τον δίσκο του «Ως το Τέλος». Ερμηνεύει ο ίδιος:




Πολλά χρόνια νωρίτερα (1986) το «ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ» μελοποίησαν οι «Ξέμπαρκοι» (Ηλίας Αρώνης – Νότης Χασάπης), στο δίσκο τους «S/S IONION 1934». Το τραγούδι ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη:




Ένα ακόμη τραγούδι βασισμένο στους στίχους του Καββαδία. Αυτή τη φορά από μαθήτριες του Β' Λυκείου Νεάπολης Κοζάνης (Loco de choco), οι οποίες και το ερμηνεύουν στο βίντεο που ακολουθεί:


Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Διήμερο μουσικό αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία – Παρασκευή 15 και Σάββατο 16 Μάρτη στον ΙΑΝΟ




Ο Νίκος Καββαδίας, ο αγαπημένος ποιητής των πιο μακρινών μας ταξιδιών και αρμυρών ονείρων, θα τιμηθεί στο  διήμερο μουσικό αφιέρωμα που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 15 και το Σάββατο 16 του Μάρτη, στον πολυχώρο του βιβλιοπωλείου IANOS (Σταδίου 24 Αθήνα, πληροφορίες - κρατήσεις: τηλ. 210 3217810).

Την Παρασκευή, στις 21.30, με τίτλο του αφιερώματος «...χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία...», τον λόγο του Νίκου Καββαδία τραγουδούν ο Μίλτος Πασχαλίδης και η Αννα Λινάρδου. Ο Θάνος Μικρούτσικος, μέσω video, θυμάται και μας θυμίζει... Νίκος Καββαδίας, ο θαλασσινός. Ο ποιητής του άγριου ταξιδιού. Το Μαχαίρι, ο Δόκιμος, ο Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής, ο Λύχνος του Αλλαδίνου και οι 7 Νάνοι, η Φάτα Μοργκάνα και το Πούσι.

Το Σάββατο τραγουδούν ο Κώστας Θωμαΐδης και η Άννα Λινάρδου. Η δεύτερη μέρα του αφιερώματος στον Νίκο Καββαδία έχει τίτλο «Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο...». Ο λόγος του ταξιδιώτη ποιητή της περιπέτειας, του ονείρου, της φυγής από την πραγματικότητα, της -χωρίς όρια- φαντασίας.

Και τις δύο βραδιές συμμετέχουν οι μουσικοί: Ακης Κατσουπάκης: πιάνο, Γιώτης Κιουρτσόγλου: μπάσο, Ντίνος Χατζηιορδάνου: ακορντεόν, Γιάννης Παπαζαχαριάκης: κιθάρα και ενορχηστρώσεις.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Φωτογραφικό αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία




Μερικά φωτογραφικά στιγμιότυπα από τη ζωή και το έργο του ποιητή Νίκου Καββαδία, όπως εμφανίζονται στο πολυσέλιδο αφιέρωμα του ένθετου «επτά ημέρες» της εφημερίδας  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, την Κυριακή 28 του Φλεβάρη 1999. (Κλικ στις εικόνες για να διαβάσετε τις λεζάντες).

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

«Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Β΄ μέρος




«Χόρεψε πάνω στο φτερό τού καρχαρία». Φανταστείτε έναν νέο ή μία νέα να χορεύει πάνω στον καρχαρία. Ο καρχαρίας, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι το πιο παλιό ζώο που υπάρχει πάνω στον πλανήτη. Έχει ηλικία περίπου 4 εκατομμυρίων ετών, από την εποχή των δεινοσαύρων. Άρα είναι το ανθεκτικότερο ζώο και στις άγριες μορφές του είναι το σκληρότερο. Είναι δυνατόν ποτέ κανένας, εάν το δούμε ρεαλιστικά, να δαμάσει αυτό το ζώο και να χορέψει πάνω του; Λέει, λοιπόν, ο Νίκος Καββαδίας «κατάκτησε το αδύνατο». Η ζωή μας, ξέρετε, δικαιώνεται εάν κάθε φορά ξεπερνάμε τα προδιαγεγραμμένα μας όρια. Κατακτάμε το αδύνατο εάν σπάσουμε το τσόφλι τού αβγού. Κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσει ο καθένας μας ότι αυτά που έμαθε, αυτά που θέλει να κάνει έχουν έναν κύκλο πέρα από τον οποίο δεν μπορεί να πάει. Εάν αυτό το αποδεχτούμε ως τρόπο ζωής, στο τέλος θα καμπουριάσουμε όταν περάσουν τα χρόνια. Αν όμως αυτά τα όρια μπορούμε να τα σπρώξουμε, να τα ξεπεράσουμε, να τα σπάσουμε, τότε μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας όνειρο. Αυτό ακριβώς είναι η ποίηση τού Καββαδία. Δεν θέλει να σε κοροϊδέψει ο Καββαδίας. Δεν σου λέει φύγε και αύριο όλα θα είναι καλά. Σου λέει μεν φύγε από αυτή τη μίζερη πραγματικότητα, αλλά έχε υπ' όψιν σου ότι έχεις πολλά μπροστά σου να ξεπεράσεις. Αλλά και πόσα πρόσωπα συναντάς εκεί! Γι' αυτό ο Καββαδίας από το «Πούσι» και μετά, έχει φύγει από το «εγώ». Λέει συνέχεια «εσύ». Δεν καλεί τον άλλο από μια μιζέρια να πάει σε μια άλλη μιζέρια. Δεν ονομάζει το «άλλο». Σου λέει φύγε από αυτό. Το επόμενο χτίστο εσύ... (Θάνος Μικρούτσικος σε αφιέρωμα για τον ποιητή ΕΔΩ)

Σήμερα συμπληρώνονται  103 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία (11/1/1910). Η παρουσίαση του κύκλου τραγουδιών ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ και μουσική ΘΑΝΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ, ένας φόρος τιμής από τη μικρή στηθάγχη στον αγαπημένο ποιητή των μακρινών μας ταξιδιών και των αρμυρών ονείρων. Οδηγός γι’ αυτό το μικρό αφιέρωμα στάθηκε το φθαρμένο εξώφυλλο του ταλαιπωρημένου από τη συχνή χρήση δίσκου βινυλίου 33 στροφών. Η αντιγραφή των ποιημάτων έγινε από τα βιβλία με τις συλλογές του ποιητή και σε μερικές περιπτώσεις διαφέρουν από τους στίχους όπως αναγράφονται στο εξώφυλλο του δίσκου ή τραγουδούν οι τραγουδιστές. Στην μελοποίηση κάποιων ποιημάτων ο Θ. Μικρούτσικος «απέκλεισε» ολόκληρες στροφές, οι οποίες θα ξεχωρίζουν στην ανάρτηση με έντονη γραμματοσειρά. Το αφιέρωμα αποτελείται από δύο μέρη. Σήμερα παρουσιάζεται το δεύτερο και τελευταίο που αποτελείται από τα ποιήματα-τραγούδια της δεύτερης πλευράς του δίσκου. Καλό ταξίδι!


Μέρος Β΄


ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

                                                           του Ι. Πικραμένου

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
κι ώρες πολλές για πράματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου `λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πώς, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη,
κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν,
όταν η ζάλη μ’ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου `λεγ’ ακόμα ότ’ είδ’ αυτός, μια νύχτα που `χε πιει,
πως πάνω σ’ άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
-Σαν πάμε στο Άντεν, μου `λεγε, και σύ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του `λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
με το `να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι’ αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,
για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ’ τον πυρετό,
πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συχώρεσε Γουίλ
και δώσ’ του εκεί που βρίσκεται, λίγη απ’ την άσπρη σκόνη.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


FEDERICO GARCIA LORCA

                                                  Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης, τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο - πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΑΡΜΙΔΑ

                                Στον Κώστα Βάρναλη

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ’ αυτό θα φύγετε και σεις,
είναι φορτωμένο με χασίς
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που `χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το ‘χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένας γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-που να ξοδευτήκαν τόννοι χίλιοι;
Μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ’ άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδειά
του Κολόμπου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ’ άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


CAMBAY’S WATER

                                             Στον Π. Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σου σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτά ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που `ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ’ απόψε –λέω-  φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που `πες με θυμό: Θα ΄βγω άλλη μέρα...

Τη νύχτα σου `πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «φάλτσο η πορεία...»

Ξημέρωσε κι ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαχαράνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!...
Μ’ αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
Και του πετούσε απά στα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι,
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σου `στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω «σε προδίνω»
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το `πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΠΙΚΡΙΑ

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμου που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου `δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και «Σε πονάει με τη νοτιά;» -Όχι, απ’ αλλού πονάω.

Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμένες στάμπες μου, πού ΄χα για περηφάνια,
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ’ Αμερική και Ασία
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,

δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.

Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει

κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

                                                                     7-2-1975

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


Το ποίημα ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ, από τη συλλογή ΜΑΡΑΜΠΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1995.

Τα ποιήματα FEDERICO GARCIA LORCA, ΑΡΜΙΔΑ, CAMBAYS WATER και  ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ από τη συλλογή ΠΟΥΣΙ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982.

Το ποίημα ΠΙΚΡΙΑ, από τη συλλογή ΤΡΑΒΕΡΣΟ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1992.

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

«Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Α΄ μέρος



Ο Καββαδίας ήταν Κεφαλλονίτης αλλά δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ήρθε στην Ελλάδα από τη Μαντζουρία σε ηλικία 5 χρόνων. Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Μαραμπού σε ηλικία 23 χρόνων, το 1933. Είναι αγαπημένος ποιητής τριών γενεών και έχει γράψει μόλις 52 ποιήματα. Έχει γράψει βέβαια και τη Βάρδια, το μυθιστόρημα, και κάποια διηγήματα. Μέχρι τον θάνατό του, το 1975, η υποδοχή που του είχαν κάνει οι ομότεχνοί του ήταν πολύ άδικη. Οι αναφορές από το 1933 ώς το 1975 για την ποίησή του, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν τού τύπου «πρόκειται για έναν στιχοποιό ημερολογίου», «πρόκειται για έναν ποιητή που μιλάει για τη ζωή των ναυτικών». Μη μου πείτε όμως ότι ένας ποιητής θα ενδιέφερε τη γενιά σας, τη γενιά των μεγαλύτερών σας και τη γενιά τη δική μου αν επρόκειτο για κάποιον που απλά εξιστορεί σαν ηθογράφος τη ζωή των ναυτικών. Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει, το οποίο κινητοποιεί τόσες πολλές διαφορετικές γενιές. Το 1977 έγινε στην τότε κρατική τηλεόραση ένα σήριαλ «Πορεία 090» και ήταν η ζωή σ' ένα καράβι που πήγαινε προς Ινδίες, Κίνα και μου πρότειναν να κάνω τη μουσική. Τους λέω «θέλετε και τραγούδια;» Είπαν «και γιατί όχι.» «Έχετε κείμενα;» «Όχι.» «Τι λέτε για τον Νίκο Καββαδία;» Και κάθομαι 15 βράδια και γράφω αυτά τα τραγούδια που ακούστηκαν για πρώτη φορά στο σήριαλ. Μετά προσέθεσα άλλα 4 και έγινε ο «Σταυρός του Νότου». (Θάνος Μικρούτσικος σε αφιέρωμα για τον ποιητή ΕΔΩ)

Αύριο  11 Γενάρη συμπληρώνονται  103 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία (11/1/1910). Η παρουσίαση του κύκλου τραγουδιών ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ και μουσική ΘΑΝΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ, ένας φόρος τιμής από τη μικρή στηθάγχη στον αγαπημένο ποιητή των πιο μακρινών μας ταξιδιών και των αρμυρών μας ονείρων. Οδηγός γι’ αυτό το μικρό αφιέρωμα στάθηκε το φθαρμένο εξώφυλλο του ταλαιπωρημένου από τη συχνή χρήση δίσκου βινυλίου 33 στροφών. Η αντιγραφή των ποιημάτων έγινε από τα βιβλία με τις συλλογές του ποιητή και σε μερικές περιπτώσεις διαφέρουν από τους στίχους όπως αναγράφονται στο εξώφυλλο του δίσκου και τραγουδούν οι τραγουδιστές. Στην μελοποίηση κάποιων ποιημάτων ο Θ. Μικρούτσικος «απέκλεισε» ολόκληρες στροφές, οι οποίες θα ξεχωρίζουν στην ανάρτηση (έντονη γραμματοσειρά). Στα τραγούδια ξεχώρισα  ερμηνείες που  με συγκίνησαν ιδιαίτερα. Το αφιέρωμα αποτελείται από δύο μέρη. Σήμερα παρουσιάζονται τα ποιήματα-τραγούδια της πρώτης πλευράς του δίσκου. Θα ακολουθήσει αύριο το δεύτερο μέρος με την δεύτερη πλευρά. Καλό ταξίδι!


Μέρος Α΄


KURO SIWO

                                     Στο Γιώργο Παπά

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μεσ’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!... η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Κuro Siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

                                            Στο Γιώργο Κουμβακάλη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι.
-Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή.-
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί;

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ΄κλαιγε πνιχτά μεσ’ το ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

                                        Στο Γιώργο Θεοτοκά

Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου `πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα `χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου.
Μου `πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
-Να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά.

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυο σελίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής.

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από ένα γέρον έμπορο τ’ αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μιαν παλιάν ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν, πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ’ αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι’ άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
Είν’ αλαφρή, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
-Πόσο έχει;- Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)


ΓΥΝΑΙΚΑ

                                     Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

                                                   Ινδικός Ωκεανός 1951

(Ακούστε το τραγούδι ΕΔΩ.)

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


Τα ποιήματα KURO SIWO, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ και ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ από τη συλλογή ΠΟΥΣΙ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982.

Το ποίημα ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ, από τη συλλογή ΜΑΡΑΜΠΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1995.

Το ποίημα ΓΥΝΑΙΚΑ, από τη συλλογή ΤΡΑΒΕΡΣΟ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1992.


Στην κορυφή της ανάρτησης το πορτραίτο του ποιητή από τον Γιάννη Τσαρούχη, όπως κοσμεί το ΠΟΥΣΙ στην έκδοση του ΚΕΔΡΟΥ.