Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΒΑΝΗΣ-ΡΕΝΤΗΣ Δημ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΒΑΝΗΣ-ΡΕΝΤΗΣ Δημ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής (1925-1996) ― Ο δημιουργός αγωνίζεται στο πεζοδρόμιο

Ο Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής
Η εποχή μας δεν είναι επική και μεγαλειώδης, έχει πολλή σκληρότητα, πολλή πεζότητα, θέλει υπομονή και επιμονή, η φλόγα της ψυχής πρέπει να ζεσταίνει και να φωτίζει τη σκέψη και, από την άλλη, η «ψυχρή» ανάσα της σκέψης δεν πρέπει να σβήνει αυτή τη φλόγα.

Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής το κατάφερε με τη στάση ζωής του και με το σύνολο του έργου του, προτρέποντας ταυτόχρονα: «Συνεχίστε...»

Του ήταν αρκετά μερικά μέτρα ενός ταπεινού δρομάκου για να δείξει το πολύπλευρο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, «πίσω» από τα πρόσωπα των έργων του, τα οποία παρακολούθησε στην «κίνησή» τους στη ζωή, αλλά κυρίως στις μεταβολές τους και στις αιτίες τους.

Ενιαία και αδιαίρετη με την πολιτική στράτευσή του στο ΚΚΕ, όχι ως άθροισμα, αλλά με την κάθε πλευρά να πηγάζει και να δένεται με την άλλη, η δημιουργία του διακρίνεται από την αταλάντευτη πίστη στη δυνατότητα της εργατικής τάξης και του λαού να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα και να μετατρέψει αυτήν τη γνώση σε δύναμη, για να αλλάξει τον κόσμο.

Πέρα από τη συναισθηματική δόνηση, ωθεί τον αναγνώστη σε βαθιές σκέψεις και τον καλεί σε συνειδητή δράση κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Είναι τρομακτικού βάθους, η «φωνή που βγάζει» στο θεατρικό του έργο «Η Σκοπιά», γραμμένο για την τελευταία μάχη στο Γράμμο, όταν ο ασυρματιστής αγωνιά «να μη χαθεί η σύνδεση...», δηλαδή η σύνδεση με το αύριο, καθώς ο αγώνας παίρνει νέα μορφή, αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος.

Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα, στο «Δρομάκο με την Πιπεριά» στην πλατεία Βικτωρίας, από όπου ξεκίνησε τους αγώνες του με την ΕΠΟΝ αρχικά και στη συνέχεια με το ΚΚΕ.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, γράφει τη σατιρική επιθεώρηση «Ο Αρχικένταυρος» που ανέβηκε, αργότερα, από ερασιτεχνικό θίασο, για την προπαγάνδιση του ΕΑΜ.



Το 1942 συνεργάζεται με τον Γρηγόρη Ξενόπουλο στη «Διάπλαση των Παίδων» και δημοσιεύει αντιστασιακούς στίχους στον ΕΑΜικό, και στον ΕΠΟΝίτικο Τύπο.

Εντάσσεται στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Νεανική φωνή», μαζί με την Αλκη Ζέη, τον Τάσο Λιγνάδη και άλλους, όπου δημοσιεύει ποιήματά του με το ψευδώνυμο «Στέφος Ροδάνθης», το πρώτο από μια σειρά καλλιτεχνικών ψευδωνύμων (Φώτης Αθηναίος, Δήμος Ροδάς, Φους - Φους κ.ά.), που θα χρησιμοποιήσει όλα τα επόμενα χρόνια είτε για να προστατευθεί στα χρόνια της παρανομίας είτε απλά για λόγους σεμνότητας και χιούμορ.
Ως υπεύθυνος Πολιτισμού στα Αετόπουλα και στην ΕΠΟΝ συμβάλλει αποφασιστικά στην πολιτιστική έκρηξη της Εθνικής Αντίστασης με το «Θέατρο του Δρόμου» στις γειτονιές και αργότερα με έργα στο Βουνό και το καλλιτεχνικό συγκρότημα του ΔΣΕ.
Για την προσφορά του θα προλάβει ήδη μέχρι το 1949 να ...τιμηθεί από το αστικό κράτος με δύο καταδίκες σε θάνατο!

Γράφοντας για τον πόλεμο, ο Ρεντής ξεγύμνωσε τις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στις συνθήκες της Κατοχής, ανέδειξε τον αγώνα του ΕΑΜ, ψυχή και κύριος αιμοδότης του οποίου ήταν το ΚΚΕ, και υπογράμμισε τη σημασία της οργανωμένης πάλης.

Η θεματολογία του ήταν πρωτότυπη, όπως το έργο του «10 ατέλειωτες ώρες» που αφορά τη δράση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, από την επιχειρούμενη αρπαγή της εκ μέρους των ναζί και των συνεργατών τους.

Απέδειξε έτσι, πόσο ολοκληρωμένος ήταν και πρέπει να είναι ο αγώνας των κομμουνιστών, συμπεριλαμβάνοντας στην πάλη για το «καθημερινό ψωμί», και όλα όσα είναι αναγκαία για την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου, όπως ο Πολιτισμός.

Στα έργα του σκιαγραφείται επίσης, το «πρόπλασμα» του αυριανού ανθρώπου, έτσι όπως γεννιέται, συμμετέχοντας με όλο του το είναι στον αγώνα του σήμερα.

Η πένα του πάντοτε ανέδειξε το μεγαλείο του Ανθρώπου: Σε μια εκπληκτική σκηνή στον «Δρομάκο με την Πιπεριά», η νίκη της ανθρώπινης προσωπικότητας επί του αφρισμένου φασιστικού κτήνους έχει το πρόσωπο ενός δασκάλου κρατούμενου των ναζί στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου στα παιδιά της γειτονιάς που τον επισκέφθηκαν είπε ότι εκτός από τα φρικτά σωματικά βασανιστήρια, οι ναζί εφάρμοζαν και ψυχολογικά βασανιστήρια, όπως το άσκοπο κουβάλημα τόνων πέτρας.

Οι κρατούμενοι, όμως, σώρευαν τις πέτρες σχηματίζοντας πυραμίδα, ένα γεωμετρικό σχήμα με μορφή, δηλαδή, για να «μη χάσουν το μυαλό τους».

Καμιά πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας δεν απουσιάζει από το έργο του Ρεντή, στο οποίο ιδιαίτερα «γόνιμο», κοινωνικά, πρόσωπο αναδεικνύεται η Γυναίκα.

Πρόκειται για τα ντροπαλά κορίτσια που προπολεμικά περίμεναν στο σπίτι να τους φέρει ο πατέρας το «γαμπρό» και έφθασαν να καθοδηγούν με το αυτόματο στο χέρι, ολόκληρα τμήματα στο Γράμμο.

Αλλά και οι «βαριοί» σύντροφοι μαθαίνουν να εκδηλώνουν τα αισθήματά τους.

Βαθιά ανθρώπινες σελίδες για όλα εκείνα τα παιδιά που περπάτησαν το θάνατο δίχως να σκοντάψουν, χωρίς προηγουμένως να γνωρίσουν τη γλύκα του φιλιού και τον έρωτα που «σταματά το χρόνο».

Μετά τον αγώνα του ΔΣΕ, ακολούθησε η πολιτική προσφυγιά - κυρίως στη Ρουμανία - για δεκαεννιά έτη, από τα πλέον δημιουργικά της ζωής του.

Το 1962 τού απονέμεται το Πρώτο Βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για τον επαναπατρισμό του, που επικυρώθηκε με κυβερνητική απόφαση του 1966, αλλά υλοποιήθηκε το 1968.

Η επιστροφή του κατά τη διάρκεια της χούντας σήμανε - για ακόμα μια φορά - μια ζωή μέσα στο κυνηγητό και την παρανομία. Αρχικά συλλαμβάνεται και αργότερα αφήνεται ελεύθερος, αφού πρώτα του αφαιρούνται η ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα προς εργασία.

Αδυνατώντας να εκδώσει οποιοδήποτε έργο του, κερδίζει το ψωμί του γράφοντας με ψευδώνυμα επιτυχημένες σειρές για το ραδιόφωνο («Το σπίτι των ανέμων» κ.ά.) αλλά και βραβευμένες διαφημίσεις, την αμοιβή των οποίων εισέπρατταν γνωστοί και φίλοι για λογαριασμό του.

Μετά την πτώση της χούντας, συνεχίζει την πετυχημένη δουλειά σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές σειρές, ενώ το 1974 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του στην Ελλάδα, την ποιητική συλλογή «Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη», που γράφτηκε μέσα στην καρδιά των γεγονότων του Πολυτεχνείου και αρχικά μοιράστηκε σε χειρόγραφα από χέρι σε χέρι.

Το 1976 μετακομίζει στην Καλλιθέα όπου θα μείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Θα στηρίξει τη δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου και θα αφιερωθεί στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας.

Παρά τις απίστευτες δυσκολίες, την παρανομία και τα οικονομικά προβλήματα, η λογοτεχνική παραγωγή του Ρεντή είναι εξαιρετική τόσο σε όγκο όσο και σε ποιότητα, αφού αποτελείται συνολικά από 32 εκδομένα έργα, 15 ανέκδοτα, 21 ποιητικές συλλογές, 24 θεατρικά, 50 μονόπρακτα, σενάρια για πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, 10 ραδιοφωνικές εκπομπές με 1.000 συνολικά επεισόδια και 22 τηλεοπτικές εκπομπές.

Αναπόσπαστο κομμάτι του έργου του η δημοσιογραφία μέσω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με το «Ριζοσπάστη» και τον «902» και η απλόχερη βοήθειά του σε πολλούς νέους δημοσιογράφους.

Η πένα του αναμετρήθηκε με όλους όσοι ήθελαν να βάλει το ΚΚΕ «λίγο νερό στο κρασί του», να χάσει δηλαδή την επαναστατική του ψυχή.

Τιμήθηκε πολλές φορές για το έργο και την ανεκτίμητη προσφορά του. Ανάμεσα στα βραβεία αυτό της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών, το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης στη Ρουμανία και το Πρώτο βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού για το έργο του «Νεκρή Γραμμή» το 1962 και εκ νέου από το Φεστιβάλ Ιθάκης το 1980 και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1993. Επίσης, έλαβε το πρώτο βραβείο «Κώστα Ελευθερουδάκη» για το παιδικό βιβλίο «Το πιο παράξενο ταξίδι».

Ηταν ο άνθρωπος που έγραψε το «Σαν ατσάλινο τείχος», το «Παιδιά σηκωθείτε», το «Βροντάει ο Ολυμπος και πάλι» για τον ΔΣΕ και το τραγούδι για τον Νίκο Μπελογιάννη.

Στη διαθήκη του, με την οποία άφησε όλο του το έργο στο Κόμμα, έγραψε πως «ο δημιουργός, όπως με δίδαξε το ΚΚΕ δεν μπορεί να μένει κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, παρατηρητής και "κριτής", αλλά ν' αγωνίζεται στα πεζοδρόμια, τον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού».

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης, Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής με τα χέρια του ποτισμένα από τον ιδρώτα του ανθρώπινου μόχθου, μια στάλα τρίμμα πιπεριάς και την αψιά μυρωδιά της μπαρούτης, αγωνίστηκε στον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού.

Ν. Α.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ποίηση για τον δίκαιο και ηρωϊκό αγώνα του ΔΣΕ. Ποιήματα μαχητών του, αλλά και επωνύμων λογοτεχνών, δημοσιευμένα σε έντυπα του ΔΣΕ («Εξόρμηση», «Νέος Μαχητής», «Νέα Γενιά»)


Άγνωστα, αδημοσίευτα αλλού, ποιήματα μαχητών του ΔΣΕ, αλλά και σημαντικών λογοτεχνών - υπερασπιστών και υμνητών του δίκαιου, ηρωϊκού, απελευθερωτικού αγώνα του ΔΣΕ, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε έντυπα του ΔΣΕ. Από αφιέρωμα της εφημερίδας Ριζοσπάστης στα 60 χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που επιμελήθηκε η Αριστούλα Ελληνούδη, η οποία επισημαίνει: 

"Τα ποιήματα που περιλαμβάνει αυτό το αφιέρωμα αποτελούν, αφ' ενός, ένα πολύ μικρό μέρος των ποιημάτων που δημοσιεύθηκαν στα έντυπα του ΔΣΕ και, αφ' ετέρου, «σταγόνα στον ωκεανό» των δημοσιευμένων σε ανθολογίες και συλλογές, αλλά και των αδημοσίευτων - λόγω των διώξεων - ποιημάτων, που έγραψαν ουκ ολίγοι γνωστοί ποιητές για τον αγώνα του ΔΣΕ, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και στα μετέπειτα «πέτρινα χρόνια»."

Ποίηση για τους νεολαίους
Δημήτρης Ρεντής

Στην εφημερίδα - όργανο της Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδας (ΔΝΕ) του ΔΣΕ, «Νέος Μαχητής», στις 6 του Δεκέμβρη 1947 (φύλλο 1ο), στη σελίδα 2, στη στήλη «ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ», δημοσιεύθηκε, ανυπόγραφα, το παρακάτω ποίημα:

«Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ»
«Σ' ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μες στην αγκαλιά σου
με δέχτηκες φιλόξενα σα στοργικός πατέρας.
Τι να την κάνω τη ζωή κάτω στο σκλάβο κάμπο;
Πικρό στο στόμα το ψωμί και τιο νερό φαρμάκι,
μαυροντυμένα τα δεντρά και το τραγιούδι κλάμα.
***
Σ' ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μούδωσες ελπίδα.
Οι στάνες σου με θρέψανε, τα δέντρα σου, τα χόρτα.
Με δρόσισαν τα ρυάκια σου, με σκέπασε η σπηλιά σου.
Περήφανα τα ελάτια σου, χαρίζουν τη δροσιά τους
στ' αγρίμια, στα τελούμενα και τους καταδιωγμένους.
Χίλιες φορές χιλιόχρονο δεν ένιωσες ποτές σου
την καταφρόνια του ραγιά, δε λύγισες το γόνα.
Θέλω να ζήσω λεύτερος, αδέρφι με τ' αγρίμια.
***
Δώσε βουνό στο σώμα μου τη λεβεντιά του ελάτου,
κι άκακη σαν τα πρόβατα που βόσκουν στις πλαγιές σου
κάν' την ψυχή μου, να μπορεί να κυβερνάει το μίσος
που η αδικιά το θέριεψε, και δώσε στην καρδιά μου
του καταρράχτη την ορμή, της πυρκαγιάς τη φλόγα,
του ντουφεκιού μου τη βροντή κάν' την αστροπελέκι,
για να λουφάξει ο τύραννος και να ξυπνήσει ο σκλάβος.
***
Λεύτερα σεις αγρίμια μου τα δόντια σας τροχίστε
και σεις πυκνά χιονόδεντρα σφίξετε τα κλαδιά σας
να μην πατήσει ο τύραννος το λεύτερό σας χώμα.
Κι όταν θε νάρθει η Ανοιξη και λυώσουνε τα χιόνια
και θα φυσήξει δροσερό της λευτεριάς τ' αγέρι
αητέ μου δος μου τα φτερά κι ελάφι μου τα πόδια
και ρεματιά μου την ορμή για να χυθώ στον κάμπο
να δώσω βόλι στο φονιά και λευτεριά στο σκλάβο».
Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

Στο περιοδικό των ΕΠΟΝιτών μαχητών του ΔΣΕ (εκδιδόταν στο βουνό) «Νέα Γενιά» (Ιούλης 1949), δημοσιεύεται απόσπασμα από το ποίημα «Θα πολεμήσουμε» του Δήμου Ρεντή (Δημήτρη Ραβάνη). Ο Δημήτρης Ραβάνης, νεαρός ΕΠΟΝίτης στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, είχε από τότε ασκηθεί, ευδοκιμήσει και καταξιωθεί στην ποίηση, στην πεζογραφία, στο θεατρικό σκετς. Χιλιοτραγουδισμένο, λ.χ., ήταν, μεταξύ άλλων ανώνυμων ποιημάτων του, το τραγούδι του για τον ΕΛΑΣ, «Σαν ατσάλινος πύργος»:

«ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ»
«Θα πολεμήσουμε
γι' αυτήν τη μικρή εληά
καταμεσής στον κάμπο,
γι' αυτήν την πέτρα,
που τη δροσίζει η πρωϊνή πάχνη.
Θα πολεμήσουμε
για το χαμόγελο του κοριτσιού
καταμεσής στην άνοιξη.
Θα πολεμήσουμε
για τα χαρούμενα παιδικά παιχνίδια,
στις γαλανές ακρογυαλιές,
για την καφτερή άμμο,
γι' αυτόν τον σβώλο
απ' το παχύ ματωμένο πατρικό χώμα.
***
Θα πολεμήσουμε (...)».

Στη σελίδα 17 του ίδιου (1ου) τεύχους της «Νέας Γενιάς», μεταξύ άλλων θεμάτων, δημοσιεύεται και το παρακάτω ποίημα, με την υπογραφή «Πασκάλ Πασκαλέφσκι». Προφανέστατα, επρόκειτο για ψευδώνυμο. Ποιου; Δυστυχώς, δεν το γνωρίζουμε.

«ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΥΛΑ»
«Ανταρτοπούλα θα γινώ
ντουφέκι θέν' αρπάξω
Περιοδικό «ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ»
και κει στο δάσος στο βουνό,κάθε φασίστα ελεεινό,
στα τρίσβαθα να θάψω.
Μη με κοιτά δεν είμ' μικρή
- γιαγιά μου η Μπουμπουλίνα.
Μόν' σα μιλήσουν για κλαρί
ξυπνούν εντός μου οι καϋμοί
- τα χρόνια μας εκείνα...
Των φασιστώνε τα σπαθιά
θα σπάσω σε συντρίμμια.
Και μέσ' το αίμα στη φωτιά,
θα ρίξω κάθε τους βρωμιά,
ξετσιπωσιά και γδύμια.
Εντός μου λάβα και φωτιά,
εντός μου όλα φλογισμένα.
Εντός μου ζει η λευτεριά
λαμπρό, Εικοσιένα.
Ανταρτοπούλα θα γινώ
ντουφέκι θε ν' αρπάξω
και κει στο δάσος στο βουνό,
κάθε φασίστα ελεεινό,
στα τρίσβαθα θα θάψω».

Άγνωστοι, ανώνυμοι, ψευδώνυμοι

Η καθημερινή εφημερίδα του ΓΑ του ΔΣΕ, «Εξόρμηση», είχε καθιερώσει τη σύνθετου -αγωνιστικού και λογοτεχνικού - περιεχομένου στήλη, υπό τη βινιέτα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ», στην οποία, συνήθως, δημοσιεύονταν επιλεγμένα ποιήματα μαχητών από όλα τα τμήματα του ΔΣΕ, νέων ηλικιακά, άγνωστων στο χώρο της λογοτεχνίας, που υπέγραφαν με το όνομά τους, με ψευδώνυμο, με αρχικά ή έμεναν ανώνυμοι. Στην «Εξόρμηση», όμως, δημοσιεύονταν και ποιήματα πολύ γνωστών λογοτεχνών - καταξιωμένων πολλά χρόνια πριν, ακόμα και προπολεμικά - αλλά και νεότερων που καλλιέργησαν την ποιητική και πεζογραφική πένα τους στα χρόνια της κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετά από τα ποιήματα των νέων, άγνωστων και ανώνυμων μαχητών που δημοσίευε η «Εξόρμηση», είχαν πρωτοδημοσιευθεί στα έντυπα των τοπικών Αρχηγείων, ή σε φυλλάδια. Στο σημείωμα αυτό παραθέτουμε ελάχιστα μόνο - από τα πολλά ποιήματα που δημοσίευσε η «Εξόρμηση» - τα οποία εντοπίσαμε, σε - δυστυχώς πολύ λίγα - αντίτυπα φύλλων της «Εξόρμησης», που έπεσαν στα χέρια μας.
Από το περιοδικό του ΔΣΕ «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ»

Φ. Φωτεινού:
«ΡΟΥΜΕΛΗ» («Εξόρμηση», 1/5/1948. Δε γνωρίζουμε αν το «Φ. Φωτεινός» ήταν πραγματικό όνομα ή ψευδώνυμο, ίσως και γνωστού ποιητή).
«Γεια σας λεβέντικα βουνά, φωληές του Κατσαντώνη
Κάθε βουνό κι' ένας αητός κάθε βουνό κι ελπίδα
Κάθε κορφούλα σουριξιά και κλέφτικο λημέρι. (...)
***
Χαρά σε σας βουνοκορφές, χαρά σε σας συντρόφια
Χαρά σε σας αδέρφια μας, κλέφτες καπεταναίοι,
Που με το λιανοτούφεκο και το βαρύ κανόνι
Λιανίζετε το φασισμό, την πίκρα και τον πόνο (...)
***
Γεια και χαρά σου Ρούμελη με τα πολλά λημέρια.
Τ' αντρειωμένα κράκουρα και τον χρυσόνε κάμπο (...)».

Γ. Μυλωνογιάννη:
«Ο ΟΡΚΟΣ» («Εξόρμηση, 1/6/1948).
«Στου μόχτου τον ολόπικρο ιδρώτα
και σ' όσους δε χορταίνουν το ψωμί
στα μολεμένα απ' τα μπουντρούμια χνώτα,
στο δίκαιο, στην αλήθεια, στην τιμή
* * *
Στον άνθρωπο, όπου γης, τον αδερφό μου,
που τον ποτίζουν όξος και χολή,
στον ταπεινό και στο παιδί του δρόμου,
σε σας, αγωνιστές κι' αρματωλοί
* * *
Των σκλάβων οι αντρειωμένοι, πρόγονοί μου,
που πέφτατε στη μάχη σα θεριά,
ορκίζομαι, ως την ώρα τη στερνή μου
να μάχουμε παντού για λευτεριά».

Ανωνύμου:
«ΝΙΚΗ» (Τραγουδιόταν από τους αντάρτες του ΔΣΕ. «Εξόρμηση», 15/6/1948):
Σωτήρης Σκίπης
«Θέλτε νακούστε πόλεμο, θέλτε να ειδείτε μάχη;Βγάτε ψηλά στο Καραντάγ, δίπλα εις τα Κερδύλλια,
που πολεμάν οι αντάρτες μας, να διώξουν τους φασίστες
κι' εκεί θακούστε πόλεμο κι κει θα δείτε μάχη.
Πέφτουν οι σφαίρες σα βροχή κι' οι όλμοι σαν τη μπόρα,
τα βόλια απ' τ' αυτόματα λες κι είν' πυκνό χαλάζι (...)
Θολούριασαν τα διάσελα κι' οι κάμποι σκοτεινιάσαν,
και στις βαθειές τις λαγκαδιές σαν πίσσα κατακάθι.
Κι' ένας στον άλλο λέγανε, στόμα σ' αυτί οι φασίστες.
Καιρός να τους ξεφύγουμε με τούτα τα σκοτάδια.(...)
Κι' όπως βαδίζουν φυλαχτά και παν να σκαπετήσουν,
το στράτευμα της λευτεριάς ξεγύμνωσε τις λόγχες. (...)
Και μια φωνή, τρανή βουή σηκώθη απ' άκρη σ' άκρη:
Πάνου τους ανταρτόπουλα, γενιά των αντρειωμένων.
Χτυπάτε τους. Βαράτε τους. Απάνω τους λεβέντες».

Στο ίδιο φύλλο (15/6/1948) της «Εξόρμησης» δημοσιεύεται το παρακάτω ποίημα, υπογραμμένο με τα αρχικά Π. Π.
«ΛΕΥΤΕΡΙΑ»
«Είσαι, ω Λευτεριά πολύ λαμπρή. (...)
Σε τούτο τον αγώνα που η Ελλάδα,
σα σίφουνας ορμά για Λευτεριά
εγώ, στις πρώτες γραμμές
μέσ' στη φωτιά,
και σα δικός σου, απλός
του Δημοκρατικού Στρατού μαχητής,
μπορώ και θα σε τραγουδήσω σαν αληθινός
με το ντουφέκι - ποιητής!».

Βάσου Ρογκότη (μαχητής του Αρχηγείου Κεντρικής Μακεδονίας):
«ΣΤ' ΑΡΜΑΤΑ» («Εξόρμηση» 1/8/1948)
«Ορμάτε, παλληκάρια, ομπρός, στο γδικιωμό
που σκλάβα η ζήση μας αποζητούσε χρόνια.
Της πικρομάννας τον αβάσταχτο καϋμό,
της πομπεμένης αδελφής την καταφρόνια.
Το βόγγο απ' τα μπουντρούμια του σκυφτού αδελφού,
τ' άλυκο γαίμα του συντρόφου μας, τη φρίκη,
φλόγα και οργή σας σκώστε. Ομπρός του λυτρωμού
σιμώνει η ώρα. Στ' Αρματα! Ολα για τη Νίκη».
Αλέξης Πάρνης

Στην «Εξόρμηση» (1/8/1948) δημοσιεύθηκε το παρακάτω, ανυπόγραφο, ποίημα, με υπέρτιτλο «Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ»:
«ΑΚΟΜΑ ΤΟΥΤ' Η ΑΝΟΙΞΗ»
«Σηκωθείτε
Να πάρουμε στα χέρια μας τις σάλπιγγες της πατρίδας!
Να τους το πούμε να το καταλάβουνε: Δε χαμηλώνει η Πίνδος!
Να τους το πούμε να το καταλάβουνε πως δεν αλλάζει ο ήλιος,
πως δεν αλλάζουνε τα χρώματα ποτές σ' αυτή τη χώρα.
Και πως ποτές δεν κόπηκε στη μέση το τραγούδι:
Τ' αφήνει ο Γέρος του Μωρηά, το ξαναπιάνει ο Αρης,
τ' αφήνουν τα κλεφτόπουλα το παίρνουν οι Ελασίτες,
το παίρνει ο Δημοκρατικός Στρατός, του Μάρκου οι λεβέντες,
το παίρνουν τα ψηλά βουνά, το σέρνουν τα ποτάμια,
τ' αφροκοπούν οι θάλασσες - καίγονται τα λημέρια.
Το πήρε ο Γράμμος ο αψηλός και τόκανε ταμπούρι:
Ακόμα τούτ' η άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι».

Π. Καρυώτη:
«ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ» (απαγγέλθηκε στο βουνό, στις 28 του Οκτώβρη 1948, και προφανώς δημοσιεύθηκε σε έντυπο του ΔΣΕ).
«Με τ' άρματα πάλι κι' εμπρός στον αγώνα
Εμπρός τα καλά παλληκάρια, οι πατριώτες,
παιδιά του λαού μας, στρατιώτες του χρέους.
Εμπρός στον αγώνα με τ' άρματα πάλι.
* * *
Χαλάσματα οι τύραννοι, κι' αίμα και δάκρυ
γιομίζουν τον έρμο τον τόπο μας πάλι.
Θρηνούν οι μαννάδες, ορφάνεια και πίκρα,
μαχαίρι και βία, ερείπια ολούθε.
* * *
Μα η φλόγα της πίστης σου φέγγει στη νύχτα,
στρατέ του λαού της Ελλάδας δυο χρόνια.
Λιτόχωρο - Γράμμος, ο δρόμος π' ανοίγει
με τ' άξια σου τ' άρματα, φτάνει στη νίκη.
* * *
Προχώρα, προχώρα!... Οι τύραννοι κάτου!
Για πάντα να φύγουν κι' οι ξένοι δυνάστες.
Ζωή, λευτεριά στο λαό μας να φέρεις,
χαρά της ειρήνης ν' αρθεί στην πατρίδα».

Στη σελίδα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ» της εφημερίδας «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» (Χρόνος Γ', φύλλο 40, 2 Δεκέμβρη 1948), μεταξύ των άλλων κειμένων, δημοσιεύθηκε και το παρακάτω ποίημα, ανωνύμου, που τραγουδιόταν από τους μαχητές του ΔΣΕ, στο σκοπό του τραγουδιού «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει»:

«ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΣΗΣ»
«Τα κανόνια κι' οι όλμοι ας σωπάσουν
Μια κραυγή ν' αντηχήσει παντού
Συναδέλφωση αντάρτες, φαντάροι
Είμαστ' όλοι παιδιά του λαού
* * *
Το στερνό μας το βόλι στα στήθεια
των τυράννων το αίμα διψούν
ενωμένοι εργάτες κι' αγρότες
Συναδέλφωση - ειρήνη ζητούν
ρεφραίν
Συναδέλφωση αντάρτες φαντάροι
Φτάνει ο πόλεμος το αίμα η σκλαβιά
Για ν' ανθίσει για πάντα στη γη μας
Δημοκρατία, Ειρήνη, Λευτεριά.
Αδερφέ μου φαντάρε είναι κρίμα
Για τον Τρούμαν να πέσεις νεκρός
Οσο σίδερο οι ξένοι κι' αν ρίξουν
Νικητής θάναι μόνο ο λαός. (...)».

Νεότεροι και παλιότεροι επώνυμοι

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος:
Ο εξαιρετικός συγγραφέας, μελετητής και μεταφραστής μεγάλων Ρώσων δημιουργών (και έργων του Λένιν) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε το 1924. Στα χρόνια της Αντίστασης, ήταν ΕΠΟΝίτης. Το 1947, όντας φοιτητής επί πτυχίω, κλήθηκε στο στρατό. Λιποτάκτησε και πέρασε, από τη Μουργκάνα της Ηπείρου, στο ΔΣΕ. Ηταν μαχητής και κειμενογράφος της εφημερίδας του Γενικού Αρχηγείου Ηπείρου «Καθημερινά Νέα». Τραυματισμένος βαριά σε μάχη, νοσηλεύθηκε στην Αλβανία. Επέστρεψε, αλλά, λόγω αναπηρίας, ασχολήθηκε αποκλειστικά στα «Καθημερινά Νέα», σαν πολεμικός ανταποκριτής όλων των τμημάτων του ΓΑ Ηπείρου. Δημοσίευε, όμως, και λογοτεχνικά κείμενά του. Το παρακάτω ποίημά του κυκλοφόρησε αρχικά σε φυλλάδιο και μοιράστηκε στους μαχητές του Αρχηγείου και μάλλον δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα του ΓΑ Ηπείρου. Ακολούθησε δημοσίευσή του στην κεντρική εφημερίδα του ΔΣΕ, «Εξόρμηση», 1/7/1948.

«ΣΤΟΥΣ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ»
«Αδέρφια!
Ετούτη η γη που μας κρατεί
ετούτη η γη που τη ζεσταίνει η ανάσα Σας
και την οργώνει του πολέμου το υνί
και την υγραίνει του σκλάβου ο ιδρώς
ώρα την ώρα, ετούτη η γη θε να καρπίσει
και ζουμερός θα ξεχυθεί καρπός!
* * *
Και θάστε σεις, οι πρωτοπόροι αμπελουργοί,
Σεις, που στο βράχο της Μουργκάνας μια αυγή,
υψώσατε τη σάρκινη γροθιά Σας
και ξεδιπλώσατε τη λεβεντιά Σας,
ενάντια στο βόλι το καυτό!
Χτυπάτε αλύπητα! Η φοβερή εποχή μας, το καλεί.
Γεια και χαρά Σας! Οι ίδιοι πάντα. Και πιο καλοί!».

Σωτήρης Σκίπης:
Ο δημοτικιστής ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, μεταφραστής Σωτήρης Σκίπης γεννήθηκε το 1881, στην Αθήνα. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα, στο Παρίσι σπούδασε Αισθητική και Λογοτεχνία. Επέστρεψε και εξέδωσε το περιοδικό «Ακρίτας» (1904-1906), από όπου πρωτοπαρουσιάστηκαν οι Βάρναλης, Σικελιανός, κ.ά. Το 1900 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Τα τραγούδια της ορφανής». Το 1922 τιμήθηκε με το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών. Από το 1929, διατέλεσε γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών Αθήνας. Στην κατοχή εντάχθηκε στο ΕΑΜ Διανοουμένων - Καλλιτεχνών. Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά (Απρίλης 1943), η οποία μεταβλήθηκε σε παλλαϊκό αντικατοχικό συλλαλητήριο του ΕΑΜ, εκτός από τον Σικελιανό, και ο Σ. Σκίπης αποχαιρέτησε ποιητικά τον εθνικό ποιητή. Μετά την απελευθέρωση, ο Σκίπης δημοσίευε κείμενά του στον «Ριζοσπάστη» και τον «Ρίζο της Δευτέρας». Το 1946 αναγορεύθηκε ακαδημαϊκός. Μετά την ήττα του ΔΣΕ, διέφυγε στη Γαλλία, όπου το 1952 πέθανε. Μεταξύ του πλουσιότατου ποιητικού έργου του ήταν οι συλλογές «Κάλβεια μέτρα» (ποιήματα εμπνευσμένα από τον επαναστάτη Κάλβο), «Μέσ' απ' τα τείχη» (1945, για την Εθνική Αντίσταση), «Προμηθέας» (1948, για τους διωκόμενους αγωνιστές της Αντίστασης). Πλουσιότατο ήταν και το μεταφραστικό έργο του, ευάριθμο και το θεατρικό.

Στην «Εξόρμηση» της 1/7/1948 δημοσιεύθηκε το παρακάτω ποίημα του Σωτήρη Σκίπη:
«ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ»
«Η ώρα σιμώνει φουντώσαν τα κλώνια
τριαντάφυλλα η πλάση φορεί στα μαλλιά της,
θα πάψουν οι πίκρες - το λένε τ' αηδόνια-
κι' η Ελλάδα όλη λάμψη, θα βγει απ' τη σκλαβιά της.
***
Αχ τόσοι είν' αλήθεια - ανοίχτηκαν τάφοι
και πόσοι αδελφοί μας θα λείψουν στην ώρα.
Με το αίμα τους όμως μεσούρανα εγράφη
πως άφθαστη εστάθηκε η Ελλάδα και τώρα
***
Η νύχτα που σκότη μας σκόρπιζε πλήθια,
η νύχτα του πένθους σε λίγο τελειώνει.
Η αυγή ροδοσκάζει - το λένε τα ορνίθια -
και λιόχαρη μέρα Λαμπρής ξημερώνει».

Απόστολος Σπήλιος:
Ο γνωστός στα γράμματα από τον καιρό της Εθνικής Αντίστασης και το μεταπελευθερωτικό «Ρίζο της Δευτέρας» Απόστολος Σπήλιος (Απόστολος Κολτσιδόπουλος, βλέπε βιογραφικά στοιχεία του στο διηγηματικό αφιέρωμα του «Ρ» για τα 60 χρόνια από την ίδρυση του ΔΣΕ, στις 22/10/2006) δημοσίευε κείμενά του στα έντυπα του ΔΣΕ. Το παρακάτω ποίημά του δημοσιεύθηκε στην «Εξόρμηση» (8/7/1948), τραγουδιόταν από τους μαχητές και περιλήφθηκε στη συλλογή «Τραγούδια της Αντίστασης» (εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», 1951).

«ΓΡΑΜΜΟΣ»
«Γράμμος! Μουγκρίζουν φαράγγια και σειούνται τα ουράνια!
Τρέμουν οι βράχοι, τα θέμελα τρίζουν της πέτρας
βόγγουν τα δάση, ξυπνούν τ' αγριοπούλια, τα διάσελα φέγγουν
και των δρυμών τα ζουλάπια τρομάξαν και φεύγουν.
* * *
Γράμμος! ο Κλέφτης κι' ο Σμόλικας κι' η Αλεβίτσα
ένα στεφάνι φωτιάς, πυροφάνι στη νύχτα
μια δάδα ολόφλογη ανάφτηκε - καίγετ' ο τόπος.
Καίγετ' ο τόπος - κι η Ελλάδα κρατάει την ανάσα:
(...)αίμα και φλόγα και πίστη, λαχτάρα και μίσος -
ένας αχός, μια κραυγή κι' ένας Ορκος:
- Δεν θα περάσουνε, δεν θα πατήσουν το Γράμμο οι φασίστες!
Μα τις κορφές των βουνών, που βαφήκανε μ' αίμα,
μα τα ολοτρύπητα χέρια του ήρωα Λαού μας,
μα το στεφάνι τ' ακάνθινο που του φορέσαν,
μα τις πικρές αλυσσίδες - Μακρόνησο, Γαύδο,
Γιούρα, Ικαριά, μα τα βράχια του πόνου
και τις χιλιάδες, στα μαύρα βαμμένα, τα σπίτια(...)».

Αλέξης Πάρνης:
Ο γνωστός ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, μεταφραστής Αλέξης Πάρνης γεννήθηκε στον Πειραιά (24/5/1924). Ως ανταρτοεπονίτης πολέμησε με τον ΕΛΑΣ στο Περιστέρι. Τραυματίστηκε το Δεκέμβρη 1944. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ. Ηταν πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, «Προς τη Νίκη». Λογοτεχνικά κείμενά του δημοσιεύονταν και σε άλλα έντυπα του ΔΣΕ. Το Γενάρη του 1949 ανακηρύχθηκε «υπολοχαγός ΠΕ». Πολιτικός πρόσφυγας έζησε στην Τασκένδη και τη Μόσχα, όπου σπούδασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο «Μάξιμ Γκόρκι». Τιμήθηκε (1955) με το Βραβείο Παγκόσμιας Ποίησης της Νεολαίας, για το ποίημα «Νίκος Μπελογιάννης» (κριτική επιτροπή: Ναζίμ Χικμέτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Πικάσο, Νικόλα Γκιγιέν). Στην προσφυγιά έγραψε πολλά έργα. Μετά τη διεθνή επιτυχία (1962) του θεατρικού έργου του «Το νησί της Αφροδίτης» (για τους αγώνες της Κύπρου κατά των Αγγλων), επαναπατρίστηκε. Τα παρακάτω ποιήματα του Αλέξη Πάρνη γράφτηκαν στο μέτωπο και δημοσιεύθηκαν σε φύλλα της «Εξόρμησης»:

«ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ...»
«Να θυμάσαι το χτες που ολούθε σε ζώνει
και θα νιώσεις το σήμερα τι ζητάει από σένα
πως τοιμάζει το πάλαιμα του σφυριού με τ' αμόνι
της καινούργιας σου δύναμης τη γοργόφταστη γέννα».
***
«Σ' ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ»
«Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή
Ενας καινούργιος πάτησε
στο κατώφλι του Κόμματος.
Ηταν ένας πολεμιστής του Βίτσι
με το παράσημο της νιότης στην καρδιά
με το παράσημο του Γράμμου στα στήθια.
Απόψε στ' αμπρί έγινε μια απλή τελετή
ένας επίτροπος αρματωμένος με μάουζερ και φυσεκλίκια
πούχε δει το κόκκινο λάβαρο
να ανεμίζει στο κατάρτι της Ακροναυπλίας(...)
πούχε είκοσι χρόνια - θητεία
στο στράτευμα της λευτεριάς
άνοιξε σαν τις φτερούγες του αετού τα χέρια
έσφιξε το καινούργιο ξεπεταρόνι στην αγκαλιά του
Και είπε:
Καλώς όρισες σύντροφε!
Εδώ πούρθες νάσαι δίκαιος σαν τον ήλιο
π' ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους.
Εδώ πούρθες πρέπει νάχεις τα χέρια σαν τη βαριά
για να γκρεμίζεις τις Βαστίλλες.
Εδώ πούρθες πρέπει νάχεις τα χέρια απαλά
για να χαϊδεύεις τις πληγές του λαού μας.
Καλώς όρισες σύντροφε!
Τώρα είσαι ένας τραγουδιστής στην πολύβοη χορωδία
του κόσμου
όπου διευθύνει η μπαγκέτα της λευτεριάς
Το μαχητικό εμβατήριο της ειρήνης».

Βασίλης Ρώτας:
Ο ποιητής, δραματουργός, μεταφραστής, εμπνευστής και «ψυχή» του θεάτρου στο βουνό, στα χρόνια της ΕΑΜικής Αντίστασης, δε χρειάζεται άλλες «συστάσεις». Γι' αυτό σημειώνουμε μόνο ότι το παρακάτω ποίημά του δημοσιεύθηκε στην «Εξόρμηση», στις 2/10/1948.

«Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ»
«Τη μνήμη απ' τους συντρόφους μου που πέσαν στον αγώνα,
την έχουμε όλοι μέσα μας, φως άσβυστο στον αιώνα.
Αστρο-ναι που μας οδηγά, φωτιά-ναι που μας καίει
φωνή-ναι απ' τα βαθειά της γης, που διαλαλεί και λέει:
"Οσο 'χει σάλιο η γλώσσα σας, συντρόφοι πολεμάτε
το βιος να συμμαζέψετε, το τέρας να χτυπάτε.
Μη δισταγμό ή κοντόστεμα, γι' ανάσα χασομέρια,
μόνο χτυπάτε όλοι μαζί και με τα δυο σας χέρια -
Κι' όταν ψοφήσει το ύστερο του φασισμού κεφάλι
αμέσως να μολώσετε από μια στεριά στην άλλη.
Με χίλιες στράτες λεύτερες να ζώσετε τη σφαίρα,
να τρέχει το τραγούδι σας παντού σαν τον αγέρα.
Ν' αντιλαλεί χαρούμενο σ' Ανατολή και Δύση
νάρθει κ' εμάς στα μνήματα, να μας γλυκοξυπνήσει"».

Δήμος Ρεντής (Δημήτρης Ραβάνης)
«ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ» (γραμμένο στο βουνό. Δημοσιεύθηκε στην «Εξόρμηση», στις 10/1/1949).
«Νεκρή ζώνη - ζώνη νεκρή...
ανάμεσα στις δυο σκοπιές των αντιμαχομένων
με νάρκες και συρματοπλέγματα
κουβαλημένα απ' την Αμερική
- αριστερά και δεξιά τω εισερχομένω
ρούχα σκισμένα, κρέατα και αίματα...
* * *
Νεκρή ζώνη - ζώνη νεκρή...
στη μια σκοπιά ο Μιχαλιός, στην άλλη ο Γιάννης,
από μια μάννα βύζαξαν το γάλα
παίξαν μαζύ σαν ήτανε μικροί
- στην ίδια γειτονιά, στην ίδια αυλή
και παραβγαίνανε στο πήδημα και στην τρεχάλα.
* * *
Νεκρή ζώνη - ζώνη νεκρή...
μα το χωνί κάπου κειδά φωνάζει:
- Ελάτε αδέρφια μας να δώσουμε τα χέρια!(...)».

Κι ένα σατιρικό

Κλείνουμε αυτό το ποιητικό αφιέρωμά μας στο ΔΣΕ, με ένα ακόμη ποίημα. Δημοσιεύθηκε στο 1ο φύλλο της εφημερίδας ΔΣΕ «Προς τη Νίκη» (15/2/1949, σελίδα 2). Ηταν ένα σατιρικά αγωνιστικό στιχούργημα, ομότιτλο με την εφημερίδα. Το υπέγραφε κάποιος «Δ-ρής». Συγκρίνοντας αυτό το στιχούργημα με άλλα σατιρικά του στιχουργήματα, καθώς και με τα παιγνιώδη ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε στην κατοχή σε ΕΠΟΝίτικα έντυπα, αλλά και στο νόμιμο, μετά τη μεταπολίτευση, «Ριζοσπάστη», παίρνοντας υπόψη και τα αρχικά και τελικά γράμματα του ονόματος και του επωνύμου του, η υπογράφουσα συμπεραίνει ότι ο υπογράφων το στιχούργημα ως «Δ-ρής», δεν ήταν άλλος από τον αλησμόνητο Δημήτρη Ραβάνη (ή Δήμο Ρεντή):

«ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ»
«Τώρα από παντού τις τρώνε και παντού το δίκιο λάμπει
(κλάψτα Χαραλάμπη)
Νάουσα και Καρπενήσι, Φλώρινα, Αρδαία, Σέρρες
(φτάνουν οι καλές οι μέρες)
Κι έχουμε σαρανταεννέα και ακόμα στην αρχή
(η καλή μέρα φαίνεται απ' το πρωί)
Και γυρεύουν να σκεπάσουν με ψευτιές ό,τι έχουν πάθει
(όπου ακούς πολλά κεράσια πάρε το μικρό καλάθι).
Μα ο στρατός μας δυναμώνει κάθε μέρα κι ανατέλλει
(αγάλι - αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι)
Κι ο καθένας μας αν κάνει ό,τι στη μεριά του ανήκει
θάβγει ο χρόνος ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ!...».


Αριστούλα Ελληνούδη
Ριζοσπάστης, 28-29 Οχτώβρη 2006

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

«Αμόρ Βενσερέμος!...»



«Θα τους νικήσουμε,
αγάπη!
Δεν περνάν!
Νο πασαράν!»

Παντού το σύνθημα:
Γραμμένο:
LOS VENCEREMOS, AMOR!”
Τραγουδισμένο από εκατοντάδες χιλιάδες στόματα:
AMOR, NO PASARAN!”
Εσύ κοιμάσαι και σε περιφρουρούν τα δεκαπεντάχρονα κοριτσάκια με τα όπλα. Βγαίνεις ανταριασμένος γιατί άκουσες πυροβολισμούς κι εκείνες, μισοχορεύοντας με το όπλο έτοιμο, σου χαμογελάνε και λένε:
―Νο πρόμπλεμ! Κοιμηθείτε!

Λύνουν και δένουν το αυτόματο σε ένα λεπτό. Δεν ξέρουν τα «συνολάκια» των βιτρίνων. Ξυπνάνε από το χάραμα, όταν δε φυλάνε σκοπιά τη νύχτα, ακόμη και ξυπόλητες και τραγουδάνε ερωτικά τραγούδια. Με το αυτόματο στον ώμο.
―Γιώργο, αγάπη μου!
Έτσι μας λένε όλους: αγάπη μου!
Και ξεκινάνε για το μάζεμα του καφέ. Όπως ξεκινάνε και για τη μάχη.
―Νο πρόμπλεμ, αμόρ!
Τα ψευτορουχαλάκια τους να κολάνε στο κοκαλιάρικο σώμα και να κινούνται χορευτικά.

Το «αγάπη μου» που λένε σ’ όλους τους διεθνιστές μαζεμένους εδώ, μπορεί να είναι χαιρετισμός απλός: ένα γεια σου! Μα πιο πολύ μοιάζει με της ηλικίας τον πόθο!... Μ’ αυτό που θα ’πρεπε να ’ναι αντί το ντουφέκι η ειρήνη! Αντί η πείνα η χορτασιά της ευτυχίας!...

Δεν είναι συνηθισμένα κοριτσόπουλα. Δεν ξέρουν από μοιρολατρίες και κλάψες. Δεν ακούν τις Κασσάνδρες. Όπως το λέει και το ποίημα «Ιερεμιάδες» που μας απαγγέλουν του Φέλιξ Χαβιέρ Χαβαρέτσε:

Πόσες φορές οι λέξεις
δεν ενώθηκαν στην καρδιά
κι οδοιπόρησαν στη μνήμη,
αναζητώντας τα κενά των ονείρων!

Πόσες φορές δεν ψυχορράγησε ο Πόθος
σταματώντας δειλιασμένος στον ουρανίσκο,
άφωνος, στο στήθος της αγαπημένης,
παίζοντας με την πίστη μας.

Πόσες φορές
ο ουρανός δεν προμήνυσε τον χειμώνα
και το κρεβάτι μας
έγινε ναός,
κατάλυμα
ακόμη και άντρο για τις Κασσάνδρες
που καλλιέργησαν στα χώματά μας μαλθακά φυτά.

Πόσες φορές οι ερωτευμένοι
αναπνέοντας με τους πόρους της σάρκας τους
δεν λαμπάδιασαν καιόμενοι απ’ την ίδια τους φλόγα

καρτερώντας την Ανάσταση
με στήθη καψαλισμένα
και ταλαιπωρημένα απ’ τον πόνο.

Πόσες φορές
δε γεράσανε  οι Κασσάνδρες
στην ηλικία του Πάθους
μέχρι που τις δείλιασε
η καρδιά
και το αίμα.

Πόσες φορές
δεν κατσαδιάσαμε την Αυγή,
δεν βόγγηξε η τόλμη μας
μα δεν κάναμε πίσω!

Κι ανάμεσα στα ποιήματα, στα τραγούδια, στη δουλειά, στη φιέστα, στην πίκρα, εκείνη η αλησμόνητη φωνή:
NO PASARAN, AMOR!


Μετάφραση του ποιήματος από τα ισπανικά: Ανθή Ευγενίδου.

Από το βιβλίο «AMOR VENCEREMOS!- Ομάδα εθελοντών της ΚΝΕ στη Νικαράγουα», εκδόσεις ΟΔΗΓΗΤΗΣ, Αθήνα 1985.

Όπως διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες: «Το βιβλίο αυτό είναι μια προσπάθεια επιλογής και σύνθεσης του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή από 350 σελίδες υλικό: ημερολόγια, αφηγήσεις, σημειώσεις, ρεπορτάζ που έγραψαν οι 15 σύντροφοί μας της Μπριγάδας Εθελοντών της ΚΝΕ» (στη φωτογραφία), που στο όνομα  της διεθνιστικής αλληλεγγύης ταξίδεψαν στη Νικαράγουα για να βοηθήσουν τη νεαρή επανάσταση στη μάχη (συγκομιδή) του καφέ.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑΤΑ για την ΕΞΕΓΕΡΣΗ του ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ (3)




Το τρίτο μέρος του αφιερώματος με ποιήματα που έγραψαν διάφοροι ποιητές για την εξέγερση του Πολυτεχνείου και αποτελείται από τα 26 ποιήματα της ενότητας «Ποιήματα και πεζά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου – 17 Νοέμβρη 1973», που δημοσίευσε ο Νίκος Σαραντάκος στις σελίδες του. Το αφιέρωμα θα ολοκληρωθεί στις 17 Νοέμβρη.


ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ - Ο εκφωνητής

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου
γενναίο παιδί:
Εδώ Πολυτεχνείο!
Εδώ Πολυτεχνείο!
Σας μιλάει ο σταθμός
των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών
των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!

Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες
μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε
το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου
γεμίζοντας τους αιθέρες μ' ανατριχίλες και δάκρυα.
Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος
μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια
ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς
που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου
κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε
προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις.
Γιατί χρόνια και χρόνια σ' αυτό τον τόπο
είναι στη μοίρα του ν' ακούει αυτό το τραύλισμα
που δεν προφταίνει να γίνει φωνή
που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος
και μουσική αναστάσιμη.
Γιατί χρόνια και χρόνια
στην κρίσιμη στιγμή
τα δολερά χέρια των τυράννων
υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου.

19 Νοέμβρη 1973

Από τη συλλογή Αναδρομή, εκδ. Καστανιώτη, 1978.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΚΟΡΑΛΙΑ ΘΕΟΤΟΚΑ - Αντί στεφάνου

Ποια απάντηση, ποιος χτύπος στο κοιμισμένο στήθος σου αγόρι
γαζωμένο από τις σύγχρονες μηχανές σε σχήμα χελιδονιού
άγγελε με χλωρή γενειάδα κάτω από τις ερπύστριες
συνείδηση βαμμένη στον τοίχο και στις πέτρες
σώπασες τ' όνομά σου μες στη βοή της λάσπης
περιστέρι μπροστά στα ηλεκτροφόρα σύρματα
με το σύνθημα της δικαιοσύνης στο χώμα.

Με το τραγούδι χαιρετίζω όσους μοχθούν
για τη ζωή, όχι στο χαμό της
για την τροφή, όχι τη στέρηση της
για τη γνώση, με τη γνώση
ενάντια στις αριθμομηχανές των κρεάτων
ενάντια στον οργασμό της κατανάλωσης
ενάντια στις τρομερές λυχνίες της δισχιλιετηρίδας.

Θα 'ρθει ένας κόσμος χλόης αγόρι
και θα δουλεύουμε στη μοιρασιά των λουλουδιών.

Από την ενότητα «Κατάλοιπα ποιήματα» στον τόμο Τα κείμενα της- Τα κείμενα για το έργο της, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1977.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΤΣΙΜΗΣ - Μας ξάφνιασε η νύχτα

Το πρωί διασχίζαμε τους δρόμους
 με τα σχολικά μας βιβλία

Τη νύχτα συνεχίζαμε τη ζωή της ημέρας,
φυλάγοντας τον ήλιο. Οι φοιτήτριες
χόρευαν και τραγουδούσαν.

Έτσι μας χαρακτήρισαν συνωμότες.

Στο Μεγάλο Σχολείο μάς ξάφνιασε ηνύχτα
με τόσους βαριά τραυματισμένους γύρω μας,
χωρίς γάζες, οξυγόνο,
χωρίς φάρμακα, γιατρό, ασθενοφόρα.

Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως.

Στα υπνοδωμάτια των παιδικών μας χρόνων
με το εικόνισμα της Παναγιάς ποιός ονειρεύεται
ειρηνικές παρελάσεις;

Μας κυνηγούσαν στα ερημικά πάρκα και τις παρόδους,
γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη
με τον ήλιο που κρύβαμε.

Από τη συλλογή Οι ρήτορες (Διογένης, 1974).

(Το βρήκα στο Διαδίκτυο και το διασταύρωσα με την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΗΣ - Οι κυνηγοί           

Γκρεμισμένη πύλη
και οι συνδαυλιστές, στις στολές, οργιάζουν
Έρπει το αίμα αργά
ψιθυρίζει
η Μαρία×
Άδεια τα μάτια, γυαλιά

Βαθαίνει η νύχτα μέσα στη νύχτα
κλέβοντας κι άλλο σκοτάδι,
άσωστα νιάτα μ’ ένα φως στα μαλλιά

Νοσοκομεία ημίφωτα
διάδρομοι, διαχωριστικά×
τάξη θανάτου, πένθιμοι σταθμοί

Θριαμβεύουν οι κυνηγοί

Οι πισίνες στους ορόφους ψηλά
κι αυτοί
χορηγοί τώρα πια με μαύρα γυαλιά
νωχελικοί μες στ’ ανάκλιντρα

Λάμπουν γυάλινοι πολιτισμοί

Με τόση νύχτα πώς μπορείς;
Με τόσα κόκκαλα ανθισμένα

Από τη συλλογή Τα χειρόγραφα της βροχής (Καστανιώτης, 2003).

(Το βρήκα στο Διαδίκτυο και το διασταύρωσα με την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΔΗΜΗΤΡΗΣ-ΡΑΒΑΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ – Δικαιοσύνη

Ο κύριος Π.Β.Ε., ετών 50, έμπορος,
δι' απάτην κατά συρροήν και εμπρησμόν,
κατεδικάσθη εις τριών ετών φυλάκισιν.
Ο Λ.Ι., ετών 15, μαθητής,
διότι έγραφε συνθήματα στους τοίχους,
κατεδικάσθη εις είκοσι ετών φυλάκισιν.

Η κυρία Κ.Μ., ετών 48, επιχειρηματίας,
δια μαστροπείαν και έκδοσιν ανηλίκων κορασίδων,
κατεδικάσθη εις τριών ετών φυλάκισιν,
λόγω του προτέρου εντίμου βίου.
Η Ι.Λ., ετών 19, σπουδάστρια,
δια συμμετοχήν εις ταραχάς κατά του καθεστώτος,
κατεδικάσθη εις 25 ετών φυλάκισιν.

Ο κύριος Κ.Μ., ετών 50, τέως υπουργός,
δια δωροληψίαν κατ' επανάληψιν,
κατεδικάσθη εις πέντε ετών φυλάκισιν
(ο νόμος δεν προβλέπει μεγαλυτέρας ποινάς).
Ο Α.Ρ., ετών 22, εργάτης,
δια διανομήν προκηρύξεων, κατεδικάσθη εις ισόβια.

...Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε
να γίνουν υπουργοί και μαστροποί οι νέοι μας
να γλιτώνουν με μικρότερες ποινές.

Από τη συλλογή «Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέβρη»


Οι σημειώσεις στο τέλος των ποιημάτων είναι του Νίκου Σαραντάκου