Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Γράφει ο ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Γράφει ο ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Βασίλης Ρώτας: Μικρή μοιρολογήτρα


Όταν πρωτοδιάβασα αυτούς τους στίχους του σπουδαίου μας ποιητή και  συγγραφέα Βασίλη Ρώτα, ο νους μου «πέταξε» αυθόρμητα προς τη φωτογραφία που συνδέθηκε ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με τον πόνο που βίωσε ο λαός μας, και ποτίστηκε κάθε τετραγωνικό εκατοστό αυτού του τόπου, από τις θηριωδίες και τα εγκλήματα των γερμανών ναζί καταχτητών που, όσο κι αν ψάξει, όμοιά του ελάχιστα θα βρει κανείς σ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η εικονιζόμενη Μαρία Παντίσκα - Μίχα απαθανατίστηκε από τον φωτογράφο Ντμίτρι Κέσελ να θρηνεί το ολοκαύτωμα του Διστόμου (10 του Ιούνη 1944), την ανείπωτη σφαγή εκατοντάδων αμάχων (ανάμεσά τους και συγγενείς της) και το ξεθεμέλιωμα του χωριού της. Η φωτογραφία πρωτοδημοσιεύθηκε στο αμερικανικό περιοδικό Life το Νοέμβρη του 1944 και από τότε «ταξίδεψε» και «ταξιδεύει» μεταφέροντας το μήνυμα Ποτέ πια φασισμός!

Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Μνημόσυνο (Αθήνα, 1961), όπου ο Βασίλης Ρώτας και η Βούλα Δαμιανάκου (σύντροφοι στη ζωή) μνημονεύουν με ποιήματα και μικρά πεζά κείμενα πολλούς «αδικοσκοτωμένους κι αδικοχαμένους»· κάποιους με τα ονόματά τους («όσους έτυχε να ’χουμε γνωρίσει ή ακούσει γι’ αυτούς»), αλλά «κι εκεί που ο λόγος μας δεν αναφέρει όνομα, πάλι αναφέρεται σε κάποιον απ’ τους πολλούς, που μας έμειναν άγνωστα τα ονόματά τους».

Ίσως, ο ποιητής να είχε αυτή την εικόνα στο νου όταν δώριζε στο λαό μας αυτούς τους υπέροχους στίχους…

ΜΙΚΡΗ ΜΟΙΡΟΛΟΓΗΤΡΑ

Με σκυφτά πνιγμένα βήματα
μικρή μοιρολογήτρα,
τον τοίχο τοίχο περπατάς κλεφτά σαν ίσκιος
πας να κρυφτείς σε απόμερη άκρη
σ’ όχτον έρημο, γκρεμό βαθύν
για να κλάψεις τους λεβέντες
που ούτε η στάχτη τους, την πήρε ο αέρας,
ούτε ο ίσκιος τους κάτω απ’ τα δέντρα.

Κάτσε, ακούμπησε χάμω στο χώμα,
που ολουνών είν, ο έρημος τάφος,
λύσ’ τη μαύρη μαντίλα,
λύσ’ τα μαύρα μαλλιά σου
που τα χιόνισε πρώιμος βοριάς,
τρυφερή κόρη, που έγινες τόσο νωρίς
μοιρολογήτρα
κι άρχισε μόνη σου, εκεί που κανείς δε σ’ ακούει
το πικρό μοιρολόι σου, χύνοντας
δάκρυα ζεστά
να σου βρέχουν τα χέρια
την ποδιά σου,
το χώμα.

Βασίλης Ρώτας

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

«Κόκκινο μέτωπο»: Γι’ αυτό το ποίημα καταδικάστηκε ο Αραγκόν

Λ. Αραγκόν και Γ. Ρίτσος (1977)

«Από τη χώρα της δημοκρατικής λευτεριάς μάς έρχεται η είδηση για την πεντάχρονη φυλάκιση του ποιητή Αραγκόν. Φυσικά πως δε μας προξενεί έκπληξη το γεγονός αυτό. Μα ποιο το έγκλημά του; Τρομερό! Δημοσίεψε ένα επαναστατικό ποίημα με τον τίτλο «το κόκκινο μέτωπο» στο περιοδικό «Παγκόσμια Επαναστατική Λογοτεχνία». Το ποίημα αυτό έγινε αιτία να εξεγερθεί εναντίο του η γαλλική αστυνομία και σήμερα να απειλείται ο ποιητής με πεντάχρονη φυλάκιση. Η εντύπωση που προκάλεσε το γεγονός αυτό ήταν φυσικό να γεννήσει την αγανάχτηση των εργατών και διανοούμενων όλου του κόσμου κι από παντού φτάνουν οι διαμαρτυρίες για την καταδίωξη της ελεύθερης σκέψης στη Γαλλία. Στις εκατοντάδες χιλιάδων που διαμαρτύρονται για τον Αραγκόν οι «Ν. Πρωτοπόροι» προσθέτουν την διαμαρτυρία τους και ζητούν την άμεση αποφυλάκιση του ποιητή.»

Έτσι υποδεχόταν, τον Μάη του 1932, το λογοτεχνικό περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το άκουσμα της είδησης της καταδίκης του κομμουνιστή Γάλλου ποιητή Λουί ΑραγκόνΟ Λουί Αραγκόν (γεννήθηκε στις 3 του Οκτώβρη 1897 και έφυγε από τη ζωή στις 24 του Δεκέμβρη 1982) άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα το 1917 και επηρέασε όσο λίγοι τη γαλλική λογοτεχνία και, αναμφίβολα, τα ευρωπαϊκά γράμματα του 20ου αιώνα.

Είναι διαφωτιστικά για το έργο και τη δράση του Αραγκόν αυτά που σημειώνονται στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι: «Ο Αραγκόν είναι σήμερα ένας απ’ τους καλύτερους Γάλλους ποιητές κι ανήκει στην τάση των υπερρεαλιστών.  (…) Οι Υπερρεαλιστές μ’ ένα μανιφέστο που βγάλαν το 1929 διακηρύξανε πως μπαίνουν στην υπηρεσία της επανάστασης και η δράση τους δεν διάψευσε ως σήμερα τη διακήρυξή τους. Στο περιοδικό τους «ο Υπερρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης» προπαγανδίζουν την επαναστατική τέχνη και παίρνουν καθημερινά μέρος στον αγώνα του προλεταριάτου, είναι μέλη οι πιο πολλοί του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σ’ ένα τηλεγράφημα του Διεθνούς Γραφείου Επαναστατικής Φιλολογίας με τα λόγια «Ποια η στάσης σας αν ο Ιμπεριαλισμός κηρύξει πόλεμο ενάντια στα Σοβιέτ» απάντησαν: «Η στάση μας θάναι όπως διατάξει η Γ΄ Διεθνής κι ανάλογη με τη στάση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Χρησιμοποιήστε μας όπως θέλετε. Μα τι μας ρωτάτε; Δε μας δίνετε καλύτερα ντουφέκια ν’ απαντήσουμε με έργα».

Μετά από αυτή την απάντηση ο Αραγκόν προσκλήθηκε και πήρε μέρος στο συνέδριο της Επαναστατικής Φιλολογίας. Όταν γύρισε στο Παρίσι δημοσίευσε  στην επιθεώρηση Παγκόσμια Επαναστατική Φιλολογία το ποίημά του  «Κόκκινο μέτωπο», που αποτέλεσε, όπως συμπεραίνουμε, το  «ξεχείλισμα του ποτηριού» για να διωχθεί από τις γαλλικές αρχές και να καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλάκιση.

Στο ίδιο τεύχος οι Νέοι Πρωτοπόροι δημοσιεύουν μικρό απόσπασμα από το «Κόκκινο μέτωπο», με την επισήμανση «φυσικά ούτε να μεταφραστεί, ούτε να αποδοθεί ισάξια μπορεί», προσθέτοντας: «Γι’ αυτό και μερικά άλλα μέρη του ποιήματος ο Αραγκόν πρέπει να θάψει τα νειάτα του, την αδάμαστη ενεργητικότητά του, το ταλέντο του, πέντε χρόνια στα μπουντρούμια της Γαλλίας.»

Λίγο αργότερα το περιοδικό επανέρχεται (Ιούλης-Αύγουστος 1932) δημοσιεύοντας «το πρώτο κομμάτι από το ποίημα πούγινε αφορμή να παραπεμφτεί σε δίκη» ο Αραγκόν (οι υποσημειώσεις είναι της έκδοσης):

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Ναπολέων Λαπαθιώτης φιλοσοφών και αυτοσαρκαζόμενος


«Κινητοποίησα τις αναμνήσεις μου, συγκέντρωσα κάτι, ό,τι μπόρεσα να βρω, από τις αναμνήσεις των άλλων, έβαλα κάτω και τα δικά του χαρτιά, ― και με βάση κυρίως τα τελευταία αυτά, προσπάθησα να τον δω, να τον στήσω ολόκληρο, πάλι, μπροστά μου ζωντανό, κ’ έτσι να τον δείξω. Μα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο να πεις, ότι ο άνθρωπος τούτος, είναι τούτος ο άνθρωπος, πράγματι. Παλιά αλήθεια, ότι τα φαινόμενα απατούν. Μια άλλη, το ίδιο παλιά, αλήθεια, είναι, πως κ’ οι ίδιοι εμείς δεν είμαστε πάντα βέβαιοι, ότι ξέρουμε τον εαυτό μας. Και μια τρίτη, πως, όσο να ’ναι πάντα γνωρίζουμε τον εαυτό μας καλύτερα απ’ όσο ξέρουμε τον άλλον, κι απ’ όσο μας ξέρει ο άλλος. Γι’ αυτό, ας δώσουμε, για μιαν ακόμη φορά, τον λόγο στον ίδιο τον ποιητή, να μας μιλήσει για τον εαυτό του»:

lapathioths8Ο παραπάνω πρόλογος του κειμένου που θα ακολουθήσει ανήκει στον Άρη Δικταίο, συγγραφέα του βιβλίου «Ναπολέων Λαπαθιώτης, η ζωή και το έργο του», (εκδ. Γνώση, 1984). Ο ποιητής, μεταφραστής, μελετητής Άρης Δικταίος (1919-1983, πραγματικό όνομα Κώστας Κωνσταντουλάκης) γνώρισε στα νεανικά του χρόνια τον Λαπαθιώτη, που ήταν ένα από ινδάλματά του, και κέρδισε τη στήριξή του στα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία. Η γνωριμία τους ξεκίνησε μέσω αλληλογραφίας και όταν ο Δικταίος ήρθε στην Αθήνα (γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης) για σπουδές, γνωρίστηκαν δια ζώσης και έκαναν παρέα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του ο Δικταίος παρουσιάζει πτυχές της ζωής και του έργου του Ναπ. Λαπαθιώτη και ένα μικρό ανθολόγιο ποιημάτων του. Όμως, πέρα από τα «διαδικαστικά», δεν έχει αξία να συνεχιστεί αυτή η διακοπή. Ο λόγος, λοιπόν, στον ποιητή:

«Πολλές φορές, μες στις νυχτερινές μου περιπλανήσεις, βλέπω ξαφνικά τη σκιά μου, πού φέρνει βόλτες, γύρω μου, είτε σαλεύει επάνω στους τοίχους, παρακολουθώντας με, κάτω από το φως των φαναριών κ’ επειδή, την ώρα εκείνη, είτε παραπατώ απάνω ατά πετραδάκια, είτε ακούω το χτύπο των βημάτων μου στην άσφαλτο, σ υ λ λ α μ β ά ν ω, για μια στιγμή, όλο το μηχανισμό του κορμιού μου, καθώς αυτό παρουσιάζεται εξωτερικά: και τότε βλέπω καθαρά, το πόσο, και γω, δεν είμαι παρά ένα νευρόσπαστο, ένα μηχανικό και κουρντισμένο ανδρείκελλο, που εκτελεί τις ίδιες ακριβώς (λέξη δυσανάγνωστη εδώ) κινήσεις με όλα τ’ άλλα όντα ― πόσο δε διαφέρω σε τίποτα από τ’ άλλα νευρόσπαστα που με περιστοιχίζουν και με διασταυρώνουν… Και τότε συλλογίζομαι ότι οι άλλοι δε βλέπουν απ’ τον εαυτό μου, παρά μόνο αυτό το τυχαίο ανδρείκελλο, που μ’ εκπλήσσει κάθε φορά πού τ’ αντικρύζω, χωρίς να το γνωρίζω για δικό μου! Κι αν μου ’λεγε κανένας: «Και όμως, αυτό ήσουν εσύ!», θα του απαντούσα: «Όχι, φίλε μου, α υ τ ό δεν είμαι γω· αυτό το πράμα, που βλέπεις και που βλέπω (και μάλιστα εγώ το βλέπω πιο σπάνια από σένα, και συ, τουλάχιστον, μπορεί να το ’χεις συνηθίσει, όμως εγώ δεν το συνήθισα διόλου, και μου κάνει πιο πολλή εντύπωση), αυτό το πράμα μου είναι τόσο ξένο. Όσο και σε σένα… Δεν έχω καμιά σχέση μαζί του, πίστεψέ με ― δεν υποψιαζόμουν καν την παρουσία του»… Κι όμως, όλοι κρίνομε ο ένας τον άλλον, απ’ αυτό το κωμικό ανδρείκελλο, το επίπλαστο και άγνωστο νευρόσπαστο, που μάς εμφανίζει στη ζωή, με την αξίωση πως μας εκπροσωπεί… Και μου φαίνεται σα να ’μαστε όλοι, στη ζωή, σ’ εν’ αδιάκοπο καρναβάλι, με το πλαστό το ρούχο του κορμιού μας και την αιώνια μάσκα της μορφής μας ― με την τραγική διαφορά, ότι τούτα δεν τα βγάζομε ποτέ! Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…»

lapathiotis12Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (γεννήθηκε στις 31 Οκτώβρη του 1888 – αυτοκτόνησε στις 7 Γενάρη του 1944) είναι απ’ τους αγαπημένους μου ποιητές. Τρυφερός, ευαίσθητος και ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του (και πρώτ’ απ’ όλα με τη ζωή του) πάει κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του, εχθρεύεται την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δεν βολεύεται με τα «κοινώς αποδεκτά». Με την ευκολία που μπορεί να σε απογειώνει στους ουρανούς του ανικανοποίητου, της αναπόλησης και της μελαγχολίας, καταφέρνει να σε προσγειώσει, απότομα, στην «πεζή» πραγματικότητα· αυτή που, σχεδόν πάντα, η ανθρώπινη αδυναμία αποφεύγει κατάματα ν’ αντικρίσει.


Σε ένα από τα ποιήματά του ο Λαπαθιώτης ξαναπιάνει τη σκυτάλη που «άφησε» στην τελευταία φράση (Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…) του παραπάνω κειμένου του και «περιγράφει» τη… «συνέχεια». Διαβάζοντάς το ο νους συναντιέται αυτόματα με το Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι (ή «του χυνόπωρου» όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Νουμά» το 1915, πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, το 1920) του Κώστα Ουράνη, που έγινε ιδιαίτερα γνωστό όταν μελοποιήθηκε και ερμηνεύτηκε, εξαιρετικά, από τα Διάφανα Κρίνα (δείτε και ακούστε εδώ).

Τα δυο ποιήματα μοιάζουν στο ότι «περιγράφουν» τη ζωή (των άλλων) μετά τον θάνατο των δημιουργών τους, όμως οι ομοιότητες σταματούν εκεί. Σε αντίθεση με τον ―χαμηλών τόνων εδώ― Ουράνη που τους στίχους του κυριεύουν η μελαγχολία και μια γλυκειά παραίτηση, από τους στίχους του Λαπαθιώτη ξεπηδά μια επιθετική ειρωνεία για το σινάφι του, των γραφιάδων, και αυτοσαρκασμός για την χαμένη πια ομορφιά (ο Λαπαθιώτης ξεχώριζε στους κύκλους της Αθηναϊκής κοινωνίας για την εξεζητημένη κομψότητά του), την κλεισμένη σ’ ένα άχαρο κοινό σανιδένιο φέρετρο· σαν να ήθελε, με την πένα του, όταν το έγραφε, να τρυπήσει το χαρτί…


[ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ]

….

Το φέρετρό μου σανιδένιο
δε θα ’χη καμιάν ομορφιά·
θα το καρφώσουν μάνι-μάνι,
με τα κοινότερα καρφιά,

κι ύστερα βίρα και στον ώμο
(λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ)
θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο
για το στερνό μου το τσαρδί…

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

….

Και την επαύριο θ’ αρχινίσουν
κάποιες γραμμές, εδώ κ’ εκεί,
― κι αμέσως θα με παραλάβουν
οι κριτικές, κι οι κριτικοί:

«τεχνίτης», «μουσικός του στίχου»,
«πολύ λεπτός αισθητικός»,
― αυτά που γράφονται συνήθως
κι αυτά που γράφουν σχετικώς·

«τύπος ανώμαλος εκφύλου»,
«γνωστή και συμπαθής μορφή»…
Μα εμέ για ό,τι θα μου γράψουν
δε θα μου καίγεται καρφί!

Γιατί από μένα, ό,τι θα μείνει
―κι εκεί που τώρα κατοικεί, ―
δεν θ’ ασχολείται με τους άλλους,
δε θα διαβάζη κριτική…

….

Ο φίλτατός μου Πέτρος Χάρης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει αράδα στους γνωστούς του:
― Τι φοβερό! τι φοβερό!…

Και παρατώντας τις δουλειές του,
βιβλία και πολιτική,
τη «Νέα Εστία» και τις «Τέχνες»,
θα μου σκαρώση κριτική!

Μα κι ο Βαγιάνος θα αρχίσει
σ’ όλη, γραμμή, την Αττική,
μ’ αστούς, μ’ εργάτες, με χωριάτες,
καμπάνια λαπαθιωτική!

Και κυνηγώντας άρον-άρον
θα γράφη μέσα σε καρνέ,
ως και τις γνώμες των γαϊδάρων
της πολιτείας Αχαρναί!!!

(1943)

lapathioths44

Το ποίημα, μαζί με μερικά ακόμα, το δίνει ο Άρης Δικταίος στο ίδιο βιβλίο.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης


Δεν είναι λίγες οι φορές που όταν έρθεις σε επαφή με στοιχεία της ανθρώπινης πλευράς μεγάλων δημιουργών, επέρχεται η απομυθοποίηση και τότε σε κυριεύει η απογοήτευση και λες καλύτερα να μην γνώριζα τίποτα για τους ίδιους, έξω από τις σελίδες του σπουδαίου, κατά τα άλλα, έργου τους. Ο Τάσος Λειβαδίτης (20 Απρίλη 1922 ― 30 Οκτώβρη 1988) δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Ποιητής λαογέννητος και σπουδαίος σημάδεψε για πάντα τα Γράμματα, επηρεάζοντας πολλούς ομότεχνούς του και –κυρίως αυτό- αφήνοντας παρακαταθήκη στο λαό που αγάπησε και υπηρέτησε ένα έργο μεγάλο σε έκταση και αξία, βαρύ σε νοήματα, ιδέες και συναισθήματα. Το ίδιο σπουδαίος, μέσα στην απλότητά του, σαν άνθρωπος, βάδισε αθόρυβα στους δρόμους της Αθήνας ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους απλούς ανθρώπους, αφήνοντας πίσω του το άρωμα εκείνης της παλιάς γενιάς, που όριζε ως καθήκον την διαρκή προσφορά και τη θυσία χωρίς ανταλλάγματα.

Διαβάζοντας στο βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι – Μελοποιημένοι στίχοι (εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα 2013), τις μαρτυρίες φίλων του ποιητή (καταθέσεις ψυχής καλύτερα) «γνώρισα» τον σπουδαίο άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το σπουδαίο έργο· που δεν ένιωθε την ανάγκη να εμφανιστεί παρά μόνο έκει που ο ήλιος φώτιζε τις αυλές και οι ακτίνες του υψώνονταν στο μπόι των ανθρώπων, της λαϊκής συνοικίας.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Θάνος Ανεστόπουλος, τελευταίος σταθμός


Δεν χάνονται αυτοί που σε συντρόφεψαν κάτω από τις γυμνές λεύκες το λιόγερμα, σε μια γκρίζα ακροθαλασσιά περιμένοντας το σκοτάδι, κλωτσώντας το ίδιο άδειο κουτί μπύρας πάνω στη νυσταγμένη  άσφαλτο ένα αυγουστιάτικο ξημέρωμα.

Δεν χάνονται αυτοί που μοιράστηκαν την ψυχή τους, όπως μοιράζεται κανείς μια αγκαλιά ή ένα τσιγάρο.

Δεν χάνονται αυτοί που ερωτεύτηκαν την ποίηση και τους αγάπησαν οι ποιητές.

Δεν χάνονται αυτοί που δεν σταμάτησαν να υμνούν τη ζωή, ακόμα κι όταν η ζωή τους πρόδωσε.

Καλό ταξίδι Θάνο, δεν θα χαθούμε.


Τελευταίος σταθμός

Σβήνει το φως
από τα μάτια μου
κι όλα όσα έζησα
μπρος μου περνάνε.

Στέκομαι εδώ
στον τελευταίο σταθμό
με όλα όσα αγάπησα
και πήγαν χαμένα.

Δε μετανιώνω πια,
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Σαν νοσταλγώ
πουλιά με παν μακριά,
πόνο δεν νιώθω πια
μόνο θυμάμαι.

Πάντα έλεγες
πως η ζωή είν’ στιγμές,
κύμα που σκάει σ’ ακτές,
κερί που λιώνει.

Δε μετανιώνω πια
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι ήλιος και μαζί βροχή
κι ούτε για μια αιωνιότητα
δεν θ’ άλλαζα μια μέρα απ’ αυτή.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι κόλαση, παράδεισος μαζί
κι αυτά που έζησα
είτε άσχημα, είτε όμορφα
ήσαν εγώ κι εσύ.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι ήλιος και βροχή μαζί.

Θάνος Ανεστόπουλος
(Διάφανα Κρίνα)

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Απόδραση

Χώσεψη Άρτας, Αύγουστος 2016.
Απόδραση

Πολλοί
αναρωτιούνται γιατί ήμουν κάποτε αλλιώς.

Άλλοι
αναζητάν να βρουν γιατί είμαι έτσι σήμερα.

Ποιός
είμαι ή ποιός ήμουν;

Αναζητήσεις
δίχως σημασία.

Το
κέρδος είναι ότι τους ξέφευγα διαρκώς.

Τάσος Λειβαδίτης

(Εγχειρίδιο ευθανασίας)

***

Αύγουστος 2016. Πρωινές μικρές-μεγάλες στιγμές ευτυχίας, στη βεράντα της Χώσεψης. Το γαλάζιο τυλίγει ό,τι  δεν φτάνει το πράσινο και οι αποχρώσεις  του γκρι σφιχταγκαλιάζονται με τα λευκά σύννεφα. Μετά από μερικές μέρες κοπιαστικής δουλειάς, μα και ξενοιασιάς και ανάτασης, κοντά στα πιο αγαπημένα σου πρόσωπα· με την παλέτα της φύσης να επιμένει πως η ομορφιά βρίσκεται πάντα εκεί, μπροστά, δίπλα σου· φτάνει να κρατάς τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Πασκάλ Πασκαλέφσκι: ΜΗΡΚΑ (ποίημα για την Ειρήνη Γκίνη)



Η Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα), ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε με απόφαση Έκτακτου Στρατοδικείου. Γεννήθηκε το 1923 στο χωριό Ξανθόγεια (Ρουσίλοβο) του νομού Πέλλας. Ήταν νηπιαγωγός και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Το 1942 οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και συνέβαλλε στην οργάνωση ανταρτών στον ΕΛΑΣ. Το καλοκαίρι του 1946 μαζί με έξι συντρόφους της πέφτουν στα χέρια χωροφυλάκων. Βασανίζεται φριχτά χωρίς να λυγίσει. Στις 25 Ιούλη του 1946 περνά στρατοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο. Στις 27 Ιούλη εκτελείται μαζί με τους έξι συντρόφους της στα Γιαννιτσά.

Κατά τη μεταφορά της στον τόπο της εκτέλεσης τραγουδούσε τη Διεθνή  και άλλα επαναστατικά μακεδόνικα τραγούδια. Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν δέχτηκε να της δέσουν της μάτια. Την επόμενη της εκτέλεσης το ανακοινωθέν του Υπουργείου «Δημοσίας Τάξεως» αναφέρει: «…Οι επτά εκτελεσθέντες αντίκρισαν ψυχραίμως το εκτελεστικόν απόσπασμα και δεν εδέχθησαν να δεθούν οι οφθαλμοί των. Περισσοτέραν ψυχραιμίαν επέδειξεν η νηπιαγωγός Ειρήνη Γκίνη η οποία έψαλλε τον ύμνον της Διεθνούς και εκραύγαζεν υπέρ του ΚΚΕ»…
Μεταφέρουμε στο διαδίκτυο ποίημα του Πασκάλ Πασκαλέφσκι για την ηρωίδα Ειρήνη Γκίνη. Περιλαμβάνεται σ’ ένα βιβλιαράκι λίγων σελίδων, που είναι τυπωμένο στα μακεδόνικα (έκδοση του 1949), που ανακαλύψαμε στην πολύτιμη βιβλιοθήκη των ΑΣΚΙ. Επίσης κάναμε μια μικρή έρευνα για να βρούμε στοιχεία για τον ―μάλλον άγνωστο σήμερα, όπως συμπεραίνουμε― ποιητή και μεταφραστή Πασκάλ Πασκαλέφσκι. Όμως ας διαβάσουμε πρώτα το ποίημα.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Τα δικά μας φεγγάρια

Moon II, Anna Wojtczak

Τα δικά μας φεγγάρια
δεν είναι ανιαρές ρομαντικές εικόνες.
Στάζουν απ’ τον ιδρώτα του εργάτη,
αντηχούν τους πόνους του,
ομορφαίνουν απ’ τον έρωτά του.
Τα δικά μας φεγγάρια φέγγουν εκεί που βλασταίνει η ελπίδα,
λάμπουν εκεί που γεννιέται η νέα ζωή...

Θ.Κ.Ν. 

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Γ. Ανατολίτης, Έλληνας ποιητής της Σοβιετικής Ρωσσίας


«Στο Δνείπερο φτιάνουμε παλάτια της τέχνης στο Βόλχοβ γιγάντους της νέας ζωής. Στους κάμπους, στις στέπες που χώριζαν φράχτες απέραντη μια κολεχτίβα γης…»

Αν αναζητήσει κανείς στοιχεία για κάποιον Έλληνα της ΕΣΣΔ των δεκαετιών 1920-40  θα βρεθεί αντιμέτωπος με αναφορές για  εκκαθαρίσεις, διώξεις και εκτοπισμούς χιλιάδων Ελλήνων Ποντίων από το «σταλινικό καθεστώς».

Αναφορές που με μια πρώτη ματιά, (που συνήθως παραμένει «πρώτη» και δεν ακολουθεί μια πιο ερευνητική δεύτερη ή και τρίτη…) μοιάζουν να στηρίζονται σε «ατράνταχτα επιχειρήματα». Αν όμως ακολουθήσουν και άλλες «ματιές» τότε γίνονται διακριτές  οι μέθοδοι και οι πηγές διαφόρων «ποντιολόγων» και της σχολής των σύγχρονων ιστοριογράφων που διαστρεβλώνουν την ιστορική πραγματικότητα και  που, ανεξαρτήτως της αφετηρίας του καθένα, όλοι  «τερματίζουν» στην  αναθεώρηση της Ιστορίας μέσα από την αναβίωση του αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού και την εξίσωση του φασισμού με τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Αφορμή για αυτή την εισαγωγή μας έδωσαν δυο ποιήματα που ανακαλύψαμε ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του Ριζοσπάστη της δεκαετίας του ΄30 και η έρευνα που ακολούθησε για να βρούμε στοιχεία για τον ποιητή που τα έγραψε. Το πρώτο ποίημα δημοσιεύτηκε στο φύλλο του Σαββάτου 21 Απρίλη 1934. Ακριβώς από κάτω υπήρχε η σημείωση: «Του Έλληνα ποιητή της Σοβιετικής Ένωσης Γ. Ανατολίτη. (Από την εφημερίδα «Κομμουνιστής» του Ροστόβ)».
ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΙΕΤΑΙ
Σωπαίνουν τα όπλα βουβά τα κανόνια
τη γη δε βαράνε αλόγων οπλές
μα έτοιμοι οι λόχοι προσμένουν σινιάλο
για νέους αγώνες και μάχες σκληρές.
Στους κάμπους, στις στέπες τ’ ατσάλινα [τζέτια;]
γκρεμίζουν τους φράχτες δεσμά της δουλειάς
κι ο φαντάρος απάνω στα τράχτορα κει πέρα,
τις πρόληψες ρίχνει, τους θρύλους πετά.
Στο Δνείπερο φτιάνουμε παλάτια της τέχνης
στο Βόλχοβ γιγάντους της νέας ζωής.
Στους κάμπους, στις στέπες που χώριζαν φράχτες
απέραντη μια κολεχτίβα γης.
Βουβά τα κανόνια, βουβά τα ντουφέκια,
μιλάει το μοτόρ, τραγουδάει το σφυρί
και πλάστες και χτίστες τα χέρια μας τώρα
πανώρια την πλάθουν τη νέα ζωή.
Δεν θέλουμε αίμα, πολύνεκρες μάχες
που παίρνουν εργάτη κι αγρότη παιδιά,
μ’ αν είνε ανάγκη, σαν δοθεί το σινιάλο,
στα άλογα πάλι, στα όπλα ξανά.
Από τα λίγα στοιχεία που μπορέσαμε να βρούμε, την εφημερίδα «Κομμουνιστής» την έβγαζε εκδοτικός οίκος με το ίδιο όνομα, που μαζί με τον οίκο «Κολεκτιβιστής» ήταν οι δυο μεγαλύτεροι ελληνόγλωσσοι εκδοτικοί οίκοι στην ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο, με παραγωγή εκατοντάδων βιβλίων  πολιτικοοικονομικού περιεχομένου, αγροτικής οικονομίας και υγιεινής, λογοτεχνικά, σχολικά κ.ά. Ο «Κομμουνιστής» συσπείρωνε πολλούς λογοτέχνες και ποιητές και φιλοξενούσε τα έργα τους σε βιβλία αλλά και σε φιλολογικά και λογοτεχνικά  περιοδικά. Ανάμεσα στους λογοτέχνες αυτούς ήταν και ο ποιητής Γ. Ανατολίτης.

Ένα ακόμα ποίημά του, δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της Κυριακής 22 Απρίλη 1934, με την υπογραφή «Γ. Ανατολίτης. Έλληνας ποιητής της Σοβιετικής Ρωσσίας»:
Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ
Από τα σπλάχνα του Οχτώβρη
φρουρός εγώ κ’ εγώ παιδί του
ψηλά το λάβαρο κρατώ·
του αρχηγού μας του μεγάλου
πιστά εδώ τη διαθήκη,
τις εντολές πιστά φρουρώ.

Οι θρόνοι γύρω μου συντρίμμια,
για δες: κουρέλια τις πορφύρες,
ράκη τις πρόληψες πατώ,
τον τίμιο κόπο σου αγρότη
στα σύνορ’ άγρυπνος φρουρώ.

Ας παν’ ν’ ουρλιάζουνε τ’ αγρίμια,
ας παν να σκούζουνε τα όρνια,
εγώ στον όρκο μου πιστός,
της εργατιάς όλου του κόσμου,
της αγροτιάς του κόσμου όλου
στέκω ακοίμητος φρουρός.

Ήλιος η λόγχη μου, αχτίδες
ελπίδας στέλνει στα μπουντρούμια
κει που στενάζει η εργατιά·
και κόκκινοι ξυπνάνε οι φαντάροι
κι οι πρωτοπόροι της ιδέας
μες στου οχτρού μου την καρδιά.

Από τα σπλάχνα του Οχτώβρη
γέννημα θρέμμα και παιδί του
στέκω στον όρκο μου πιστός,
του Οχτώβρη να που πλησιάζει,
να, του παγκόσμιου Οχτώβρη
φρουρός εγώ και οδηγός.

Πάντως, ενώ δυσκολευτήκαμε να βρούμε περισσότερα στοιχεία για τον ποιητή Γ. Ανατολίτη δεν συνέβη το ίδιο για να συμπεράνουμε ότι όπως δεν είναι σώνει και καλά έγκυρα τα συμπεράσματα-βιβλία όλων των ιστορικών επιστημόνων, επειδή και μόνο τα έγραψαν ιστορικοί, έτσι δεν είναι αναγκαίο  κιόλας να σπουδάσει κάποιος ιστορία για να αποχτήσει μια πιο σαφή και έγκυρη εικόνα για μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Σημασία έχει πόσο ανήσυχος είναι (αν είναι) ο αναγνώστης κάθε φορά και που θα απευθυνθεί για να αποχτήσει την  αληθινή -άρα πολύτιμη-  γνώση που θα τον βοηθήσει να γυρίσει την πλάτη στους επιστήμονες αυτούς που, χρησιμοποιώντας αντιεπιστημονικά εργαλεία, διαστρεβλώνουν «επιστημονικά», παραχαράσσουν ή και ξαναγράφουν κάποιες φορές την ιστορία όταν δεν τους βολεύει, δηλαδή όταν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης των «νικητών» που οι ίδιοι υπηρετούν.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

“ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΕΣ” - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στον «Ρίζο της Δευτέρας» (6/12)


Συνεχίζουμε την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», με τη μεταφορά στο διαδίκτυο του έκτου  από τα δώδεκα συνολικά άρθρα που έγραψε ο ποιητής-συγγραφέας στην εφημερίδα. Το κείμενο έχει τίτλο ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΕΣ και δημοσιεύτηκε στο φύλλο 35, στις 16 Ιούνη του 1947.

Ο Γ. Κοτζιούλας περιγράφει το διαχρονικό ζήτημα που αφορά τη σχέση μεταξύ συγγραφέων-εκδοτών και γενικότερα τις περιορισμένες και ελεγχόμενες δυνατότητες που έχουν ειδικά οι νεότεροι συγγραφείς να εκφραστούν μέσα από την έκδοση του έργου τους. Ο αναγνώστης αυτού του άρθρου, που γράφτηκε πριν από σχεδόν 70 χρόνια, ίσως απορήσει με τις ομοιότητες της κατάστασης εκείνης της εποχής με τη σημερινή. Ας σκεφτεί όμως ότι όπως και τότε, έτσι και σήμερα παραμένει ζωντανή και κυρίαρχη η λογική που θέλει το βιβλίο (και κατ’ επέκταση τη λογοτεχνία)  εμπόρευμα  και όχι εργαλείο για την ανάταση και την καλλιέργεια του λαού. Και τους εκδότες,  αλλά και πολλούς από τους συγγραφείς,  εμπόρους που να υπολογίζουν πρώτα και κύρια το κέρδος τους, και η όποια διαπραγμάτευσή τους να αφορά αυτό και μόνο… Ο Κοτζιούλας όμως δεν περιγράφει απλά την κατάσταση. Μέσα από το κείμενό του σκιαγραφεί λύσεις για το πρόβλημα. Άλλωστε και η συνολικότερη στάση του και πορεία που ακολούθησε στη σύντομη και γεμάτη ζωή του (που αποτυπώνεται και στο έργο του),  απέβλεπε στην κατάργηση αυτού και όλων των προβλημάτων που ταλάνιζαν από τότε τον λαό, μέσα από το κοινωνικό σύστημα που έχει στο επίκεντρό του τον άνθρωπο και όχι το κέρδος· το σοσιαλιστικό.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Αλ. Πάρνης: «Εκεί γράφτηκε ο "Μπελογιάννης", με τα λεφτά του Χικμέτ…» (και αποσπάσματα από το επικό ποίημα για τον κομμουνιστή ήρωα)


Ο ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και μεταφραστής Aλέξης Πάρνης (πραγματικό όνομα Σωτήρης Λεωνιδάκης – γεν. 1924) συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, τραυματίστηκε στις μάχες της Αθήνας με τους Άγγλους τον Δεκέμβρη του 1944, πέρασε στο βουνό ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας του ΔΣΕ «Προς τη Νίκη», για να καταλήξει πολιτικός πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση, όπου έζησε δεκατρία χρόνια.
Σε ηλικία 27 ετών ξεκινάει τη φοίτησή του στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο «Μαξίμ Γκόρκι» της Μόσχας. Το 1954, δυο χρόνια μετά τη δολοφονία του Νίκου Μπελογιάννη, το λογοτεχνικό περιοδικό «Νόβι Μιρ» δημοσιεύει το μεγάλο (πάνω από 2.000 στίχοι) επικό ποίημα του Πάρνη με τίτλο «Μπελογιάννης». Το ποίημα θα προκαλέσει αίσθηση στους λογοτεχνικούς κύκλους και το 1955 ο Πάρνης θα τιμηθεί με το Α΄ Βραβείο Ποίησης στο Φεστιβάλ Βαρσοβίας, με κριτική επιτροπή μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας τέχνης: Ναζίμ Χικμέτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Πικάσο, Νικoλάς Γκιγιέν κ.ά.
Πρωτοετής φοιτητής στο «Μαξίμ Γκόρκι» ο Αλέξης Πάρνης γνωρίζεται με τον μεγάλο Τούρκο αγωνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ και γίνονται φίλοι.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Αλέξανδρος Σούτσος – Παναγιώτης Σούτσος, ποιήματα για το 1821

Δυο ποιήματα που γράφτηκαν με αφορμή την Επανάσταση του 1821 παρουσιάζουμε σήμερα και μαζί δίνουμε και λίγα στοιχεία για τους δημιουργούς τους. Τα αδέλφια Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, εκπρόσωποι του ρομαντισμού της λεγόμενης Α΄ Αθηναϊκής Σχολής,  θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν είναι και από τους πιο γνωστούς -στο πλατύ κοινό- ποιητές. Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν την Κυριακή 25 Μάρτη του 1884 στην  εφημερίδα «Ακρόπολις» και τα ανακαλύψαμε «σκαλίζοντας» παλιά φύλλα στο πλούσιο αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης.


Αλέξανδρος Σούτσος: Ο ΑΠΟΜΑΧΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ



Αλέξανδρος Σούτσος (1803-1863)
Αλέξανδρος Σούτσος (1803-1863)
Ο Αλέξανδρος Σούτσος (1803-1863) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και μορφώθηκε στη Χίο. Στα 1820 πήγε στο Παρίσι, όπου βρισκόταν ήδη ο αδελφός του Παναγιώτης. Ήταν η εποχή που ο ρομαντισμός είχε καταχτήσει τη γαλλική λογοτεχνία, που από τους γνωστότερους εκπροσώπους της ήταν τότε ο Βερανζέρος (Πέτρος Ιωάννης ντε Μπερανζέρ), ο Λαμαρτίνος (Αλφόνς ντε Λαμαρτίν) και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Ο Αλ. Σούτσος έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα στα 1825. Ήταν κυρίως σατιρικός ποιητής με πολύ αιχμηρή πένα εναντίον –κυρίως- του Καποδίστρια και γι’ αυτό τα έργα του συχνά λογοκρίθηκαν και κατασχέθηκαν και ο ίδιος διώχθηκε και φυλακίστηκε.
«Αγνός πατριώτης και φανατικός δημοκράτης, στάθηκε στύλος ακλόνητος ανάμεσα στις φατρίες. Αν και Φαναριώτης και πλουσιόπαιδο (…) και καθαρευουσιάνος,  ύψωσε το μαστίγιο της σάτιράς του θαρραλέα, χτυπώντας αλύπητα τους προύχοντες, τους φαύλους πολιτικούς, τους συμφεροντολόγους καπεταναίους και τους ανώτερους κληρικούς» θα γράψει ο Γιάνης Κορδάτος.* Το πέρασμά του άφησε εποχή στα ελληνικά Γράμματα. «Η ποίησή του είχε πολλές τεχνικές ελλείψεις (…) αλλά κάτω από τους άτεχνους στίχους του κρυβόταν η φωνή των δημοκρατικών και των αδικούμενων. (…)Η μούσα του ήταν πάντα στην υπηρεσία του λαού».

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Στον σοφό παππού μου Ιούλιο Βερν


Σε μια άκρη της βιβλιοθήκης, το ένα σφιχτά δίπλα στο άλλο. Ταλαιπωρημένα εξώφυλλα και σελίδες ωχρές, ποτισμένες με τη μυρωδιά που αφήνει πίσω του το πέρασμα του χρόνου. Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκραν, Μιχαήλ Στρογκώφ, Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος, Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσαν, Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες, είναι μερικά από τα πρώτα μου βιβλία· από εκδοτικούς οίκους όπως ΑΣΤΗΡ, ΑΛΜΑ, ΓΕΜΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, εκεί κοντά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄70.

Ο Ιούλιος Βερν ήταν ο πρώτος που με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε μακριά.  Διασχίσαμε με την ίδια  άμαξα τη σιβηρική στέπα, θαυμάσαμε τις κορυφογραμμές της Παταγονίας, δαμάσαμε τα κύματα του ωκεανού με τη θαλαμηγό «Ντύνκαν» και με τον «Ναυτίλο» του πλοιάρχου Νέμο προσεγγίσαμε σε σκοτεινούς βυθούς με αλλόκοτους κατοίκους.

Δεν μείναμε όμως μόνο στο ταξίδι. Σαν καλόκαρδος και σοφός  παππούς μου έδειξε το δρόμο ν’ ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω από τους φανταστικούς ήρωες και τις ιστορίες τους, μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη φύση και την ελευθερία, να σέβομαι και ν’ αγαπώ τους ανθρώπους, με δίδαξε ότι η πρόοδος περνάει μέσα από την ανάπτυξη της επιστήμης και την τεχνολογική εξέλιξη  και ότι το μέλλον θα γίνει καλύτερο αν κατανοήσουμε και ερμηνεύσουμε σωστά το παρόν. Αυτός ο οραματιστής και πολυμήχανος Γάλλος φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης που ο γράφων συνέχισε ν’ ανοίγει κανένα βιβλίο και πέρα από τα παιδικά-εφηβικά του χρόνια.

Τα σημερινά παιδιά «αναθέτουν» την δυνατότητά τους να ονειρεύονται σε παιχνίδια και δραστηριότητες που στην ουσία τους κόβουν τα φτερά και τα κρατάνε καθηλωμένα -και κυριολεκτικά- σε μια  καρέκλα. Τα παιδιά δεν φταίνε. Οι εποχές αλλάζουν, η ζωή και οι συνήθειες των ανθρώπων αλλάζουν. Σήμερα οι λέξεις υποχωρούν διαρκώς κάτω από τη δύναμη της ευκολίας της εικόνας. Τα όνειρα αν και δεν θα πάψουν να γεννιούνται, θα δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να κερδίσουν την ελευθερία τους, έξω από ορθογώνιες οθόνες υψηλής ευκρίνειας, χωρίς να τους επιβάλλεται να μετατραπούν σε βίντεο και ν’ «ανεβούν» σε κάποια από τις παγκόσμιες πλατφόρμες προβολής.

Ανάμεσα στις σελίδες των προαναφερόμενων βιβλίων βρίσκονται κλεισμένα, εκτός από τ’ αποτυπώματα των δαχτύλων που τις ξεφύλλισαν, τα «ίχνη» των πιο άγουρων ονείρων. Πρώτα σκιρτήματα μιας πορείας που έμελλε να πάρει το δρόμο της σ’ έναν κόσμο τόσο διαφορετικό μα και τόσο όμοιο με αυτόν που περιγράφει ο Ιούλιος Βερν. Αν τα πατήματα που ακολούθησαν μπόρεσαν να ισορροπήσουν πάνω στο τεντωμένο σκοινί που καλείται ο καθένας να περάσει, κάποια «χιλιόμετρα» αυτής της διαδρομής ανήκουν  αναμφισβήτητα στον σοφό παππού μου Ιούλιο Βερν.

[Ο Ιούλιος Βερν γεννήθηκε στις 8 Φλεβάρη 1828 και έφυγε από τη ζωή στις  24 Μάρτη 1905.]

Πέμπτη 24 Μάρτη 2016.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Β. Ι. Λένιν


Γράφτηκε σε ηλικία 16 χρόνων, όταν ο Θ.Κ.Ν. ήταν μαθητής λυκείου. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του ηγέτη του προλεταριάτου της Ρωσίας και της παγκόσμιας εργατικής τάξης, της Οχτωβριανής Επανάστασης  και του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν.

Β. Ι. Λένιν

Όρθιος, στητός ξεπροβάλλει απ’ το πλήθος
έχει στα χέρια του χειρόγραφα πολλά
κι ένα κόκκινο γαρίφαλο στο στήθος·
είναι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν που μιλά.

Σιγά! ακούγεται η ατσάλινη φωνή του,
σωπάστε όλοι, μας μιλάει ο αρχηγός,
είναι παράδειγμα για όλους η ζωή του·
εμπρός συντρόφοι, για το Κόμμα μας, εμπρός!

Η επανάσταση τους σκλάβους ανασταίνει
και του Βλαδίμηρου η φωνή βροντά:
«Σηκώστε σύντροφοι, όλοι μαζί ενωμένοι,
την κόκκινη σημαία μας ψηλά!».

Ορθώνεται η σημαία, κυματίζει
κι ο άνεμος τη σπρώχνει πιο ψηλά,
ας δει ο καθένας μας το μέλλον κι ας βαδίσει,
του Λένιν η φωνή μας οδηγά.

Οκτώβρης 1983

Θ.Κ.Ν.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Προς υπουργούς και ηγήτορας, εφοπλιστάς και ρήτορας… (Πρωτοχρονιάτικα δώρα)

Ιούλης 1960. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον Γάλλο
πρόεδρο Σαρλ ντε Γκωλ. Αριστερά ο Ευάγγελος Αβέρωφ.
Πηγή φωτογραφίας: Η Καθημερινή

Αν και είναι πολύ συνηθισμένο διαβάζοντας κείμενα ή ειδήσεις του παρελθόντος να τονίζουμε πόσο «ταιριάζουν» στην εποχή μας και σε αυτούς τους στίχους δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό και να μη σημειώσουμε πόσο δεν έχει αλλάξει η Ελλάδα από τότε. Η Ελλάδα που βολεύει, κάποιους, τότε και τώρα, να παραμένει Ελλαδίτσα. Μεταφέρουμε στο διαδίκτυο σατιρικό ποίημα του Ασημάκη Γιαλαμά που δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη στήλη «Επιθεώρησις της ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ» της εφημερίδας «Η ΑΥΓΗ»,  την Πρωτοχρονιά του 1961 (η εικονογράφηση  είναι από την ίδια στήλη).

Πριν τους στίχους μερικές σύντομες επεξηγήσεις για πρόσωπα και καταστάσεις στα οποία αναφέρεται ο Ασ. Γιαλαμάς, χρήσιμες κυρίως στους νεώτερους σε ηλικία αναγνώστες:

Ο «Κωνσταντής» δεν είναι άλλος από τον πρωθυπουργό εκείνη την εποχή Κωνσταντίνο Καραμανλή, ιδρυτή και αρχηγό της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης – ΕΡΕ (ιδρύθηκε το 1956 και ήταν το δεξιό κόμμα που προηγήθηκε της Νέας Δημοκρατίας) που βρισκόταν στην κυβέρνηση. Τον χειμώνα του 1960 δεν ήταν λίγα τα σκάνδαλα που ταλάνιζαν την κυβερνητική πλειοψηφία. Ένα από αυτά ήταν τα «βραχώδη οικόπεδα» του Καραμανλή στη Φιλοθέη, για τον τρόπο και το σκανδαλώδες τίμημα που αποκτήθηκαν. Η Σπετσοπούλα είναι το γνωστό νησί, ιδιοκτησίας Σταύρου Νιάρχου, τότε, των απογόνων του σήμερα. Ο «ρήτωρ Παπαντρέας» είναι φυσικά ο Γεώργιος Παπανδρέου, πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου και παππούς του γνωστού… και μη εξαιρετέου ΓΑΠ, συναρχηγός με τον Σοφοκλή Βενιζέλο του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Ο Γεώργιος Θεμελής «εμφανίζεται» στους στίχους  με την ιδιότητα του υφυπουργού Εθνικής Άμυνας. Πριν ασχοληθεί με την πολιτική ήταν αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, μέλος της δωσιλογικής οργάνωσης ΠΑΟ και την περίοδο της Κατοχής διορίστηκε από την δωσιλογική κυβέρνηση Τσολάκογλου νομάρχης Πέλλας. Ο Γεώργιος Γρίβας (ψευδώνυμο Διγενής) στην Κατοχή ήταν συνεργάτης των Γερμανών, υπήρξε ο αρχηγός της προδοτικής ναζιστικής οργάνωσης "Χ" και στη συνέχεια συνεργάτης των Άγγλων. Ως αρχηγός της ΕΟΚΑ (και ΕΟΚΑ Β΄) στην Κύπρο, τορπίλισε τους αγώνες του κυπριακού λαού για την ανεξαρτησία του νησιού (πογκρόμ της ΕΟΚΑ εναντίον των στελεχών, των μελών, των φίλων και των οπαδών του ΑΚΕΛ κλπ.) από τους Άγγλους καταχτητές. «Μαντέκα», το...  «τζελ» της παλιάς εποχής. Καλλυντικό με μορφή αλοιφής που το χρησιμοποιούσαν παλιά για να δίνει σχήμα και να γυαλίζει το μουστάκι. Ο «Ευάγγελος» Αβέρωφ - Τοσίτσας ήταν ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης της ΕΡΕ (και μετέπειτα πρόεδρος του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας), ενώ ο Φατίν Ρουστού Ζορλού ο Τούρκος ομόλογός του, που μερικούς μήνες αργότερα θα εκτελεστεί δια απαγχονισμού μετά το πραξικόπημα του 1960 στην Τουρκία μαζί με δύο ακόμα Τούρκους πολιτικούς. «Ουλεμάς» είναι ο μουσουλμάνος λόγιος, κάτι σαν μουλάς, ερμηνευτής των νόμων και «καλέμι» το γνωστό εργαλείο, χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά ως γραφίδα.


Πρωτοχρονιάτικα δώρα
Προς υπουργούς και ηγήτορας, εφοπλιστάς και ρήτορας

Λεπτά δεν έχω βέβαια και σας το βεβαιώνω,
με δήλωσι γραπτή,
να, βλέπετε, η θέσις μου, με τον καινούργιο χρόνο,
καθίσταται λεπτή.
Καινούργιος χρόνος έρχεται κι’ ως ποιητής οφείλω,
τα δώρα μου να στείλω,
προς υπουργούς και ηγήτορας και σ’ όσους ζουν ανέτως,
γιατ’ όλοι αυτοί μου δίνουνε… τροφήν όλο το έτος!

***
Χωρίς αυτούς, τι θάγραφα; Αυτοί μου δίνουν ύλη,
πλουσία και ποικίλη.
Αυτοί, με τις κομπίνες τους και με τα νταβαντούρια.
Ε, μη φερθούμε, διάβολε, κι’ εμείς σαν τα γαϊδούρια.
Ας τους καλοκαρδίσουμε, αυτή τη μέρα μόνο,
αφού τους φαρμακώνουμε ολόκληρο το χρόνο.
Λοιπόν, ιδού, τι δώρα,
θα στείλω σ’ όσους έχουνε μια «φήμη» μεσ’ στη χώρα.

***



Στον Κωνσταντή, τον άρχοντα και της ΕΡΕ το στύλο,
ως δώρο θ’ αποστείλω
ένα ζευγάρι άρβυλα, με φτιάξη θαυμασία,
πολύ γερά, κατάλληλα και για ορειβασία,
για να μπορή ν’ ανέρχεται ο Κώστας με το πόδι,
σ’ εκείνα τα οικόπεδα, που πήρε, τα… βραχώδη!

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα 2012

Francisco de Goya: La Romería de san Isidro

Ο βαρύς χειμώνας σαν άγριο θηρίο
δείχνει απειλητικά τα δόντια του.
Παγώνει τους τοίχους των σπιτιών,
τα κορμιά,
παγώνει τις ψυχές.
Ο καπνός από τις ξυλόσομπες των φτωχών
σκαρφαλώνει στις γκρίζες ταράτσες,
μπλέκεται με τα σύννεφα,
κρύβει όσο  ουρανό απόμεινε,
κάνει την ατμόσφαιρα πιο μουντή
και  τα πολύχρωμα φώτα των Χριστουγέννων θαμπά.
Γδέρνει τα ρουθούνια
καθώς τρυπώνει στις δαιδαλώδεις κρύπτες  του νου,
ανακαλύπτει τις θύμησες κι αρχίζει σκάβοντας
να ξεθάβει παππούδες και  γιαγιάδες
δίπλα σ’ αναμμένα τζάκια,
να σπάνε καρύδια ή να ψήνουν κάστανα
και να διηγούνται ιστορίες από χρόνους δίσεχτους.
Η ψυχή του άνεργου δε γιορτάζει.
Δεν έχει σπίτι μ’  αναμμένο τζάκι.
Δεν έχει γιαγιά και παππού
ν’ απλώσουν τα γεμάτα με καλούδια χέρια τους
και να διηγηθούν παλιές ιστορίες.
Οι τσέπες της είναι άδειες από κέρματα
και ηλιόλουστες μέρες
και  τα παπούτσια της τρύπησαν απ’ τα μακρινά ταξίδια
της αναζήτησης.
Τα πόδια της μάτωσαν 
καθώς περιπλανιέται μαυροντυμένη
στους στολισμένους δρόμους
σαν μια μικρή κινούμενη μαύρη κουκίδα,
-ανάμεσα στις χιλιάδες-
πάνω στον καμβά της επίπλαστης χαράς.
Στις φλέβες της χοχλάζει χαρμάνι από αίμα κι  οργή.
Γίνεται χείμαρρος που παρασύρει τα «πρέπει»
και πνίγει την «λόγω ημέρας» -κενή- αισιοδοξία. 
Κρύβει μέσα της  γκρεμούς με κοφτερά βράχια
που πάνω της κομματιάζονται οι λέξεις συμπόνιας
και τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη.
Είναι ηφαίστειο
που σκεπάζει με  τη στάχτη του
τα γυαλιστερά χαμόγελα
και τα λευκά καλοσιδερωμένα πουκάμισα 
της παρακμής,
και λιώνει στη λάβα του τις κέρινες μούμιες της «φιλανθρωπίας».
Κλείνει τ’ αυτιά της στους χαρμόσυνους ύμνους
και τα μηνύματα «αγάπης» των αρχόντων
που δονούν τα μεγάφωνα της  εικονικής πραγματικότητας.
Σκύβει  για ν’ ακούσει την σάπια ανάσα του κολασμένου,
που μυρίζει απόγνωση,
και ακουμπάει στη μυρωδιά της.
Δεν την μαγεύουν  τα πολύχρωμα λαμπιόνια στα δέντρα
και οι Σειρήνες στις βιτρίνες των καταστημάτων.
Το βλέμμα της πέφτει στις άκρες των βρώμικων πεζοδρομίων,
στ’ απλωμένα χέρια των φτωχοδιάβολων
που εκλιπαρούν για μια φέτα γιορτινό ψωμί,
ένα τσιγάρο ή δυο γουλιές θάνατο.
Γονατίζει και τα φιλάει,
τα σφίγγει στα δικά της
αφήνοντας στις παγωμένες χούφτες  τους
δυο ζεστές σφαίρες ελπίδας.
Όλα τα φώτα της πόλης  δεν φτάνουν 
για να τη φωτίσουν.
Θα παραμένει σκοτεινή
σαν τα κρύα νερά του Αχέροντα
μέχρι  οι χιλιάδες μαύρες κουκίδες να γίνουν ποτάμια φωτιάς
και να κάψουν τα ξύλινα τείχη της στωικότητας
και στις φλόγες τους να λάμψει
η εκδίκηση των δικών της Χριστουγέννων.

Θ.Κ.Ν.