Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΒΑ - Λατινική Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΒΑ - Λατινική Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Χάιμε Σβαρτ: ΣΤΟΝ ΦΙΝΤΕΛ ― Jaime Svart: A FIDEL

"Είμαι ο ΦΙΝΤΕΛ"

Ποίημα που μας έστειλε ο Χιλιανός ποιητής Χάιμε Σβαρτ, που κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα· τον ευχαριστούμε.

ΣΤΟΝ ΦΙΝΤΕΛ
Ας είναι ο θάνατός σου μια πυγολαμπίδα
που προαναγγέλλει το ξημέρωμα… όπως έλεγε ο ποιητής…
ας είναι η ζωή σου σαν τη φωτεινή αχτίδα
σαν τ’ αστέρι του στερεώματος…
ας είναι το παράδειγμα και η ζωή σου
σαν ένας κεραυνός που μας φωτίζει…
σ’ αυτό το δύσκολο δρόμο προς τη Νίκη…
Μια πληγή μου άφησε η φυγή σου…
μια καινούρια μέρα συννεφιασμένη…
μια νύχτα σκοτεινή χωρίς εσένα…
έξω βρέχει και βρέχει…
αλλά μια μέρα θα ξανάρθεις…
θα ξανάρθεις για πάντα…
θα είναι πάλι μια νύχτα ξάστερη…
μια μέρα φωτεινή…
θα είναι σαν αυτή τη γλυκιά κούπα κρασί της χώρας μου, της Χιλής…
όχι πια άλλες σκούρες μέρες
ας είναι ο θάνατός σου μια πυγολαμπίδα
που προαναγγέλλει την αυγή… και το ξημέρωμα.

 

Ο ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ ΖΕΙ
ΖΗΤΩ Ο ΦΙΝΤΕΛ
ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ
 

*του Χάιμε Σβαρτ, χιλιανού ποιητή κατοίκου Αθηνών, Ελλάδα 
metafrasi  Ana Karapa

 

A FIDEL
Sea tu muerte una luciérnaga
que anuncia al amanecer… como decía el poeta…
sea tu vida como el rayo luminoso
como la estrella del firmamento…
sea tu ejemplo y tu vida
como un trueno que nos ilumine…
en este difícil camino hacia la Victoria…
Una herida me dejó tu partida..
un nuevo día nublado..
una noche oscura sin ti…
afuera llueve y llueve…
pero algún día regresarás…
regresarás para siempre…
será nuevamente una noche estrellada…
un día luminoso..
será como este trago dulce del vino de mi país, Chile…
ya no más días oscuros
sea tu muerte una luciérnaga
que anuncie el alba… y el amanecer.  


Jaime Svart

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Rubén Martinez Villena, η ποίηση της Επανάστασης

Η παρουσιάστρια Ορτένσια Λάμαρ, μια σχεδόν ξεχασμένη σήμερα συγγραφέας, ντυνόταν μοντέρνα, αν και όχι τόσο προκλητικά όπως την συμβούλευαν τα περιοδικά και το πανεπιστήμιο. Η τότε έδρα της Ακαδημίας Επιστημών είχε στολιστεί με σημαίες της Ουρουγουάης και της Κούβας. Ήταν μια τιμητική εκδήλωση για την επίσης σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, συγγραφέα Παουλίνα Λούισι. Ήταν 18 Μάρτη του 1923.
Η παρουσιάστρια κάλεσε στο βήμα τον κεντρικό ομιλητή, τον Εράσμο Ρεγουιεφιέρος. Η φήμη του προέρχονταν από 14 διαλέξεις για ένα θεατρικό έργο που είχε γράψει (Η Θυσία) καθώς και από διάφορες σκοτεινές επιχειρήσεις στις οποίες είχε εμπλακεί σαν υπουργός Δικαιοσύνης, μαζί με τον Πρόεδρο της δημοκρατίας. Επίσης ήταν εκεί δεκαπέντε νέοι οι οποίοι σηκώθηκαν όρθιοι, όταν ο διεφθαρμένος αξιωματούχος είχε διασχίσει ήδη τη μισή απόσταση προς το βήμα, περιμένοντας να τον επευφημήσουν οι παρατρεχάμενοι. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ένας νέος ξανθός, αδύνατος, λιτή φυσιογνωμία, με καθαρή και διαπεραστική ματιά – όπως τον περιέγραψε ο τύπος της εποχής- ,είπε: […] Ας μας συγχωρήσει η επιφανής συγγραφέας η οποία δικαίως τιμάται σε αυτήν την εκδήλωση. Διαδηλώνουμε ενάντια στον διεφθαρμένο αξιωματούχο, ο οποίος προτίμησε να δώσει υψηλά προνόμια σε φίλο του, από το να υπερασπίσει τα εθνικά συμφέροντα. Λυπούμαστε πολύ που ο κύριος Ρεγουιεφιέρος βρίσκεται εδώ. Γι αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να διαμαρτυρηθούμε και αποχωρούμε”.

To ακροατήριο έμεινε άφωνο, μεταξύ σοκ και έκπληξης. Ο Ρεγουιεφιέρος κρέμασε τα χέρια, σαν τον μποξέρ που έχει δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα. Επικράτησε νεκρική σιγή, καθώς οι 15 νέοι εγκατέλειπαν τον χώρο για να κατευθυνθούν στη σύνταξη ενός περιοδικού για να αφήσουν το κείμενο της διαμαρτυρίας τους. Δεν υπόγραψαν όλοι το ντοκουμέντο, που αργότερα θα ονομάζονταν “Η Διαμαρτυρία των Δεκατριών”. Ο ξανθός νεαρός έβαλε αποφασιστικά σε αυτό το όνομά του: Rubén Martinez Villena.

Αν και αυτή ήταν η πρώτη του εμφάνιση στην πολιτική ζωή της χώρας, ήταν ήδη αρκετά γνωστός στον τύπο και στην λογοτεχνία, από τα ποιήματά του. Aρκετά από αυτά (Διάσωση του Σανγκιλί, Χιμαγουαγιού, Μάξιμο Γκόμες) είχαν φιλοξενηθεί στις σελίδες σημαντικών εντύπων. Το 1923 έγιναν γνωστές ποιητικές ανθολογίες του όπως, Η άυπνη ματιά και Ο Γίγαντας, μεταξύ άλλων. Όμως, πέρα από τους στίχους του, ενδιαφερόταν ήδη για την κατάκτηση όλης της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μέσω της φιλίας του με τον Χούλιο Αντόνιο Μέγια, η σκέψη του ριζοσπαστικοποιήθηκε και συνεργάστηκε κατ ευθείαν μαζί του, στην δημιουργία του Λαϊκού Πανεπιστημίου Χοσέ Μαρτί και στην ίδρυση της Αντιιμπεριαλιστικής Ένωσης Κούβας. Το 1927 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας τον έκανε δεκτό ως μέλος του. Βρισκόταν στο νοσοκομείο με οξεία πνευμονία, όταν έλαβε την είδηση.
> Ο επαναστάτης Φάμπιο Γκρομπάρτ, τον γνώρισε εκείνες τις μέρες. Μετά από χρόνια θα έγραφε: “Χλωμός και αδύνατος, ο Ρουμπέν μας υποδέχτηκε με αγάπη. Με τα μάτια του, των οποίων η έκφραση εξέπεμπε εξυπνάδα, ειλικρίνεια και τρυφερότητα και το λεπτό του χαμόγελο, μερικές φορές λυπημένο, ήξερε να κατακτά την συμπάθεια και την εμπιστοσύνη όλων όσων τον είχαν γνωρίσει πριν[...] Είχε κάτι που οι εργάτες αισθάνονταν καλά δίπλα του και τον θεωρούσαν δικό τους. Αυτό το κάτι ήταν η εξαιρετική του σεμνότητα, ο βαθύς του ανθρωπισμός, η ειλικρίνεια των αισθημάτων του για τους άλλους και η έμφυτη αίσθηση απόρριψης κάθε είδους αδικίας”.


Ο Ρουμπέν, ποτέ δεν ανέλαβε τα καθήκοντα του γενικού γραμματέα του κόμματος, όμως μετατράπηκε στον φυσικό του ηγέτη, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μέγια. Έβαλε την σφραγίδα του στην ριζική αλλαγή του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, όπως απέδειξε η γενική απεργία στις 20 Μάρτη του 1930, που παρέλυσε την χώρα για πάνω από 24 ώρες και αυτή του Αυγούστου του 1933, αποφασιστική για την πτώση της δικτατορίας του Ματσάδο.
Βαριά άρρωστος, νοσηλευόμενος στο σανατόριο La Esperanza, o Ρουμπέν πήρε δραστήρια μέρος σε όλη την προετοιμασία και τις διαδικασίες του 4ου Εθνικού Συνέδριου Εργατών για τη Συνδικαλιστική Ενότητα (Γενάρης 1934). Στις οξείες κρίσεις δύσπνοιας, αντιδρούσε μόνο με αυξανόμενες δόσεις φαρμάκου. Ωστόσο, αστειευόταν με τις νοσοκόμες και ζητούσε συγνώμη για την ενόχληση που τους προκαλούσε. Δέχτηκε ακόμη και να φάει ένα φρούτο.
Η τελευταία κρίση τον χτύπησε τα χαράματα της 16ης Γενάρη του 1934. Είχε συμπληρώσει μόλις τα 34 του χρόνια. Χιλιάδες κουβανοί, ξεχνώντας ιδεολογικές διαφορές, τον τίμησαν και παραβρέθηκαν στην κηδεία του.


Η κηδεία του Rubén Martinez Villena, στην Αβάνα

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο  atexnos.gr

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Τσε Γκεβάρα: Στίχοι για τον Φιντέλ


Η αγάπη του Τσε για την ποίηση ξεπήδησε σαν φλόγα και φούντωσε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωή του. Οι στίχοι του Νερούδα, του Βερλαίν, του Μαρτί, του Μποντλαίρ, του Φελίπε και άλλων ποιητών ταξίδευαν με τα φτερά τους τον «Ερνεστίτο» (μικρός Ερνέστο) όταν ο ασθενικός οργανισμός του τον κρατούσε φυλακισμένο στο εφηβικό του δωμάτιο· ακολούθησαν τον ανήσυχο νεαρό επιστήμονα Ερνέστο Γκεβάρα στα ταξίδια του όταν περιδιαβαίνοντας τις άκρες της Λατινικής Αμερικής με τη μοτοσικλέτα του αποφάσιζε «με τους φτωχούς της γης να μοιραστεί την τύχη του» (κατά το στίχο του Μαρτί) και να αφιερώσει τη ζωή του στην υπόθεση της επανάστασης των καταπιεσμένων της Κούβας, της Λατινικής Αμερικής και όλης της γης· έγιναν οι αχώριστοι σύντροφοί του κομαντάντε Τσε Γκεβάρα στις κορφές της Σιέρα Μαέστρα, όταν στο πλευρό του Φιντέλ πολεμούσε τις ορδές του τυράννου Μπατίστα, στις ατέλειωτες συνεδριάσεις του υπουργείου Βιομηχανίας της Κούβας, μετά τη νικηφόρα επανάσταση, στην καθημερινή επαφή του με τον κουβανικό λαό στο χωράφι και στο εργοστάσιο· μέσα από τις χειρόγραφες πυκνογραμμένες σελίδες ενός τετραδίου στίχοι του Νερούδα, του Βαγιέχο, του Γκιγιέν και του Φελίπε συντρόφεψαν τον μεγάλο Αργεντίνο επαναστάτη στη ζούγκλα της Αφρικής και στα τελευταία του λαχανιασμένα βήματα στ’ αφιλόξενα φαράγγια της Βολιβίας, μέχρι να του κόψει το νήμα της ζωής ένας ένστολος τιποτένιος και να περάσει στην αθανασία.

Ο ιστορικός ηγέτης της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο, που πριν λίγες μέρες συμπλήρωσε τα 90 του χρόνια, θα πει, χρόνια αργότερα: «Αυτοί που ήθελαν να τον σκοτώσουν, που ήθελαν να τον εξαφανίσουν, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι θα άφηνε ένα ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία, και ότι το φωτεινό, προφητικό βλέμμα του θα τον μεταμόρφωνε σε ένα σύμβολο για όλα τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων φτωχών αυτής της γης.»

Ο Τσε δεν ήταν μόνο ένας πιστός, φανατικός αναγνώστης της ποίησης· «δοκιμάστηκε» απέναντί της γράφοντας τους δικούς του στίχους. Με τη σεμνότητα που διέκρινε τις εκφάνσεις της σύντομης μα τόσο γεμάτης ζωής του δεν διεκδίκησε από την ποίηση τίποτα περισσότερο πέρα από τη «δική τους» σχέση  που απλωνόταν ανάμεσα στα όρια του σεβασμού και της απεριόριστης αγάπης (και η ποίηση «αγάπησε» τον Τσε ― ο θρυλικός επαναστάτης παραμένει μια ζωντανή πηγή έμπνευσης για τους ποιητές σε όλο τον κόσμο).

Οι παρακάτω στίχοι γράφτηκαν από τον Τσε για τον Φιντέλ. Δημοσιεύτηκαν στο Ριζοσπάστη το 1974, μεταφρασμένοι από τον κομμουνιστή γιατρό, συνεργάτη της εφημερίδας, Στάθη Κανναβό.


Τραγούδι στον Φιντέλ
Είπες πως ο ήλιος, όπου να ’ναι, θα φανεί.
Εμπρός να πιάσουμε πέρα-κει
τα μονοπάτια κείνα τα ξεχασμένα κι ανύποπτα,
τον πράσινο αλιγάτορα που αγαπάς  να ξεσκλαβώσουμε.

Εμπρός και ξεκινούμε τις ντροπές σαρώνοντας,
με τα ματόφρυδά μας
αναρριπισμένα στην ανάσταση αστροφεγγιά.
Βιντσερέμος. Κι αν όχι, το θάνατο δίχως άλλο θα πατήσουμε.

Από την πρώτη μπαταριά η ζούγκλα
πέρα ως πέρα θε ν’ αφυπνιστεί,
σ’ ένα πρωτόφαντο θάμπωμα αλαφιασμού.
Κι’ ιδιοστιγμής, συντροφιά εμείς γαλήνια,
θε να βρεθούμε πλάι σου.

Κι όντας ο λόγος σου καλπάζοντας
τους τέσσερους ανέμους θε να σχίζει
ρεφόρμα, αγκράσια, δικαιοσύνη, ψωμί, λιμπερτά
μ’ ολόιδια ατόφιες εμείς κραυγές,
θα ’μαστε πλάι σου.

Κι ως το γιουρούσι του καθαρμού κατά του τύρρανου
εκεί κατά το γέρμα της ημέρας θα τελειώνει,
Αβάντι ξανά, την ίδια στιγμή για την τελική σύρραξη,
εμείς θα ’μαστε πλάι σου.

Κι όντας πια, ματωμένο από της Κούβας τις σαϊτιές,
το ανήμερο χτήνος τις πληγές του λήχει,
πλάι σου εμείς θα ’μαστε
και οι καρδιές μας περήφανες.

Την τιμή μας ποτέ μη λογιάσεις, να ζαλίσουν μπορούν
οι χιλιοπλούμιστοι ψύλλοι που χοροπηδούν ταρακουνώντας τα λειριά τους.
Εμείς τα όπλα τους, τις σφαίρες τους κι ένα μετερίζι θέλουμε.
Τίποτες άλλο.

Κι αν είναι και βόλια θερίσουν το δρόμο μας
ένα δακρυσέντονο κουβανέζικο ζητούμε
να τύλιγες το ρέμπελο σκελετό μας,
καθώς για την Ιστορία του Δυτικού Ημισφαιρίου θα τραβούμε.

Τίποτε περισσότερο.
Τσε Γκεβάρα
ΑΤΕΧΝΩΣ

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ του Jaime Svart


Ευχαριστούμε τον Χιλιανό ποιητή Χάιμε Σβαρτ για το ποίημα που μας έστειλε:

ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Στο Αιγαίο τα καράβια εξοκείλουν
ανάμεσα στους υφάλους της ακτής της νήσου Τήνου…
όλα τα σκεπάζει η καταχνιά…
περνούν οι αιώνες
και η αγάπη μας ποτέ δεν θα τελειώσει έτσι…
«εμείς, αυτοί του τότε… δεν είμαστε πια οι ίδιοι» έλεγε
ο Ποιητής…
Περιδιαβαίνοντας σε άγνωστα μονοπάτια, διασχίσαμε κοιλάδες
και βουνά…
στο νησί της Χίου…
δέντρα που αιμορραγούσαν, πληγωμένα θανάσιμα
όλη η Ελλάδα στις φλόγες…
καίγονται τα πιο όμορφα δάση της Δημιουργίας…
Ο Υμηττός, ο Παρνασσός.. καίγονται τελείως
μια τεράστια πίκρα με πνίγει…
όπως και η αγάπη σου που έφυγε…
τα αγκάθια και τα κρίνα δε θα γυρίσουν πια στους κατεστραμμένους
κήπους μας…
οι θάλασσες θα γίνουν ο τάφος χιλιάδων ξεπατρισμένων απ’ τους πολέμους..
από αυτό το εφήμερο ζεστό καλοκαίρι μόνο εσύ μου απόμεινες…
στο βάθος φαίνεται η Καστέλα και ο ήλιος που φεύγει φλεγόμενος…
το λιμάνι του Πειραιά κρύβει τις τελευταίες καλοκαιρινές ακτίνες του ήλιου…
πού θα πάει ο ήλιος;

Χάιμε Σβαρτ
Οκτώβρης 2015  

(Μετάφραση:  ΑΝΝΑ ΚΑΡΑΠΑ)


MAR  EGEO

En el mar Egeo las naves encallan
entre los arrecifes costeros de la isla de Tino...
la neblina todo lo cubre...
pasan los siglos
y nuestro amor nunca terminara asi...
'nosotros los de entonces ..ya no somos los mismos” decia el Poeta...
recorriendo por senderos desconocidos,atravesamos valles y montañas..
en la isla de Xios..
arboles desangrandose,heridos de muerte
todo Grecia arde...
se queman los mas hermosos bosques de la creacion..

el Monte Imitos,el PARNASO...arden completamente-
una enorme amargura me embarga..
lo mismo que tu amor que se fue...
los cardos y las azucenas ya no regresaran a nuestros jardines destriudos..
los mares seran la tumba de miles de desterrados por las guerras …
de este fugaz verano estival solo me quedas tu...
al fondo se ve Castella y el sol que ardientemente se va...
el Puerto del Pireo esconde los ultimos rayos estivales del sol..
donde ira el sol?

Ο Χάιμε Σβαρτ είναι Χιλιανός ποιητής που ζει στην Ελλάδα. Περισσότερα για τον ίδιο και το έργο του μπορείτε να δείτε εδώ. Και εδώ ένα ακόμα όμορφο ποίημά του.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Χοσέ Μαρτί: «Θα πεθάνω με το πρόσωπο στον ήλιο!»


Στις 19 Μάη του 1895 έχασε τη ζωή του σε μάχη, στον πόλεμο κατά της ισπανικής αποικιοκρατίας, ο ποιητής, στοχαστής, πολιτικός, συγγραφέας, και δημοσιογράφος, ο Κουβανός επαναστάτης Χοσέ Μαρτί. Ο εθνικός ήρωας της Κούβας, ο Απόστολος της Κουβανικής Ανεξαρτησίας όπως τον αποκαλούν οι Κουβανοί, αφιέρωσε τη ζωή του στην πάλη για την ανεξαρτησία και την ενότητα όλων των λαών της Λατινικής Αμερικής κατά του ισπανικού και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

«Η αγάπη, μάνα, για την πατρίδα
δεν είναι η γελοία αγάπη για τη γη
ούτε για το χορτάρι που πατάνε τα πόδια μας
είναι το άσβεστο μίσος γι’ αυτόν που την καταπιέζει
είναι η αιώνια έχθρα γι’ αυτόν που της επιτίθεται…»
Χοσέ Μαρτί, Στίχοι Απλοί

Στα 42 χρόνια της ζωής του, ο Μαρτί περπάτησε στο δρόμο της ανθρωπιάς, της δικαιοσύνης, της τιμής, της αξιοπρέπειας, της φιλίας και της αλληλεγγύης. Οι αρχές της ιδεολογίας του συνοδεύουν την κουβανική επανάσταση σε όλη τη διαδρομή της, από το ξεκίνημά της μέχρι και σήμερα. Ο Φιντέλ, ο Τσε, ο Καμίλο, ο Ραούλ αναφέρονται στον Μαρτί ως πηγή έμπνευσης και φάρο φωτεινό της πορείας που οδήγησε την Κούβα στο δρόμο της πλήρους και οριστικής ανεξαρτησίας της.

marti18
«…Ήδη διατρέχω κάθε μέρα τον κίνδυνο να δώσω τη ζωή μου για την πατρίδα και για το καθήκον μου – δεδομένου ότι το καταλαβαίνω κι έχω το κουράγιο που χρειάζεται για να το κάνω – το καθήκον να εμποδίσω έγκαιρα για την ανεξαρτησία της Κούβας την επέκταση των Ηνωμένων Πολιτειών στις Αντίλες και το να ριχτούν μ’ αυτή την περίσσεια δύναμη στα εδάφη μας της Αμερικής. Όσα έκανα μέχρι τώρα, και όσα θα κάνω, γι’ αυτό το σκοπό είναι…»
[Απόσπασμα από επιστολή στον Μανουέλ Α. Μερκάντο ―«τον πιο αγαπημένο μου αδελφό»―, που έγραψε ο Μαρτί στις 18 Μάη του 1895, μια μέρα πριν πέσει νεκρός στη μάχη. Η επιστολή και άλλες επιστολές του Χοσέ Μαρτί ΕΔΩ]

Με την ομορφιά της σκέψης του και την αποφασιστικότητα της δράσης του ο Χοσέ Μαρτί ξεπέρασε την εποχή του και πρόσθεσε στην ιστορία της ανθρωπότητας το δικό του ανεξίτηλο σημάδι, σ’ αυτά που οι μελλοντικές γενιές πάντα θα αναζητούν ως πηγή έμπνευσης για να μπορέσουν να πετύχουν τους μεγάλους τους στόχους.


«Οι Απλοί Στίχοι, εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1891. Σε αυτούς ο Μαρτί μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, προσφέροντας μας όλες τις ενδόμυχες σκέψεις του και το πνευματικό του περίγραμμα, με τόση ειλικρίνεια που πολλές φορές αγγίζει την εκμυστηρίευση. Αυτοί συνθέτουν σε καλό μέτρο, μια αυτοβιογραφική καταγραφή, σε τέτοιο βαθμό που αποτελούν ένα ντοκουμέντο απαραίτητο για όποιον θελήσει να παρουσιάσει το πορτραίτο του ποιητή.


marti18c

«Βάσανα! Ποιος τολμά να πει
Πως έχω εγώ βάσανα; Αργότερα,
Μετά από τον κεραυνό και τη φωτιά
Θα έχω χρόνο για να υποφέρω.
Εγώ ξέρω για ένα μεγάλο πόνο
Ανάμεσα στα βάσανα τα ανείπωτα:
Η σκλαβιά των ανθρώπων
Είναι η μεγάλη δυστυχία του κόσμου!
Υπάρχουν βουνά και πρέπει να σκαρφαλώσεις
Στα ψηλά βουνά. Μετά
Θα δούμε, ψυχή, ποιος είναι
Αυτός που σε έχει καταδικάσει να μου πεθάνεις!»
Χοσέ Μαρτί, Στίχοι Απλοί

Στην εισαγωγή του βιβλίου των Απλών Στίχων, ο Μαρτί δηλώνει πως το δημοσιεύει «γιατί αγαπάει την ειλικρίνεια και πιστεύει στην αναγκαιότητα να εκφράζεται το συναίσθημα με τρόπο απλό και ειλικρινή». Με την απλότητα τους ο Μαρτί είχε την πρόθεση να έχει πρόσβαση στο ευρύτερο δυνατό ακροατήριο και να πλησιάσει τη φωνή του σε αυτή των καταπιεσμένων. Η σοφία των Απλών Στίχων, το μεγαλείο τους, δίνεται από τη χρήση της γλώσσας του λαού, του απλού ανθρώπου, για να του μεταδώσει με αυτή, ένα μήνυμα ωραιότητας.»*


marti18a

Σήμερα, 120 χρόνια από τον θάνατό του, η πατριωτική και αντιιμπεριαλιστική σκέψη του Χοσέ Μαρτί, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό συστατικό της κουβανικής επανασταστικής ιδεολογίας ενάντια στις επιθετικές πολιτικές του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και στις πολιτικές αποκλεισμού, που για πάνω από πενήντα χρόνια ασκούνται ενάντια στη σοσιαλιστική Κούβα. Σήμερα που το αποκρουστικό πρόσωπο του ιμπεριαλισμού προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από μάσκες «φιλίας», η μνήμη του Χοσέ Μαρτί αποτελεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, πηγή διαρκούς έμπνευσης στην ηρωική αντίσταση του κουβανικού λαού και στην υπεράσπιση της Επανάστασής του.


*Απόσπασμα από εισήγηση του χιλιανού ποιητή, Χάιμε Σβαρτ, σε εκδήλωση για την λατινοαμερικάνικη ποίηση. Ολόκληρη η εισήγηση ΕΔΩ.


Ο στίχος του τίτλου καθώς και όλοι οι στίχοι της ανάρτησης περιέχονται στην έκδοση «VERSOS SENCILLOS – ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΛΟΙ, Χοσέ Μαρτί, Κούβα», (μετάφραση: Άννα Καράπα, Χάιμε Σβαρτ), Αθήνα 2010.

Τρίτη 19 Μάη 2015

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Στην απεργία σύντροφε!


Παλιό ισπανικό τραγούδι για τους αγώνες της εργατικής τάξης.

Στην απεργία σύντροφε
Μην πας να δουλέψεις
Άσε κάτω τα εργαλεία
Είναι ώρα να παλέψεις

Στην απεργία, εκατό, στην απεργία, χίλιοι,
Στην απεργία, μάνα, πάω κι εγώ.
Στην απεργία, εκατό, στην απεργία, χίλιοι,
Εγώ γι' αυτούς, μάνα, κι αυτοί για μένα.

Κατά του κράτους της πείνας
Θα πάμε να ξεσηκωθούμε
Όλοι οι εργάτες,
ώμο με ώμο με (για) το ψωμί.

Απ' το ορυχείο και το γιαπί
Απ' τον τόρνο και τον αργαλειό
Ζήτω οι άνθρωποι του λαού
Σε Απεργία Γενική.

Όλοι οι λαοί του κόσμου
το χέρι θα μας δώσουν
για να δώσουμε πάλι στην Ισπανία
τη χαμένη ελευθερία.


Ερμηνεύει: Rolando Alarcón (Χιλή)

Ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού στα ισπανικά:

¡A la huelga compañero!
A la huelga, compañero;
no vayas a trabajar.
Deja quieta la herramienta
que es la hora de luchar.

A la huelga diez, a la huelga cien,
a la huelga, madre, yo voy también.
A la huelga cien, a la huelga mil,
yo por ellos, madre, y ellos por mí.

Contra el gobierno del hambre
nos vamos a levantar
todos los trabajadores,
codo a codo con el pan.

Desde el pozo y la besana,
desde el torno y el telar,
¡vivan los hombres del pueblo,
a la huelga federal!

Todos los pueblos del mundo
la mano nos la van a dar
para devolver a España
su perdida libertad.


Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα © Guevaristas, http://www.guevaristas.net.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Αλέχο Καρπεντιέρ - Ένας στρατευμένος συγγραφέας

Ο Αλέχο Καρπεντιέρ γεννήθηκε το 1904 στην Αβάνα. Ηταν γιος ενός Γάλλου και μιας Ρωσίδας. Τα νηπιακά του χρόνια τα έζησε στην Αβάνα. Επειτα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στην Κούβα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Εξαιτίας της οξύτατης κριτικής για το δικτάτορα Ματσάδο φυλακίστηκε για ένα χρόνο (1927 - 1928).
Μετά την αποφυλάκισή του πήγε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με το κίνημα του σουρεαλισμού. Η επίδραση του σουρεαλισμού είναι εμφανής στα πρώτα λογοτεχνικά βήματά του. Αργότερα τον αποκήρυξε, ως παρακμιακό.
Οταν επέστρεψε στην Κούβα, παρά την ανατροπή του Ματσάδο, το πολιτικό κλίμα ήταν χειρότερο από ποτέ. Πικραμένος εγκατέλειψε ξανά τη χώρα και εγκαταστάθηκε στη Βενεζουέλα. Επέστρεψε οριστικά στην Κούβα το 1959, μετά το θρίαμβο της Κουβανέζικης Επανάστασης, την οποία υπηρέτησε ως διευθυντής των Εθνικών Εκδόσεων και αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Κουλτούρας. Πέθανε το 1980 στο Παρίσι, όπου υπηρετούσε σαν πολιτιστικός ακόλουθος της κουβανέζικης πρεσβείας.
Το 2004 έκλεισαν 100 χρόνια από τη γέννησή του. Επιστρέφοντας στον Αλέχο Καρπεντιέρ ανακαλύπτουμε μια λογοτεχνία χωρίς σύνορα. Τα έργα του «Ο αιώνας των φώτων» και το «Βασίλειο αυτού του κόσμου» θεωρούνται «κλασικά». Ο Κουβανέζος μουσικολόγος και συγγραφέας γνώριζε την τέχνη διαπερνώντας το τοπικό να επιτυγχάνει το οικουμενικό. Ηταν ποτισμένος με την ικανότητα της παρατήρησης του ανθρώπου, των τεχνών και της ιστορίας του 20ού αιώνα. Στο «στρατευμένο» ανθρωπιστικό έργο του Καρπεντιέρ εκφράζονται οι αιώνιοι πόθοι της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας, αλλά και οι υπαρξιακές θλίψεις της ανθρώπινης ψυχής.
Μεγαλωμένος μέσα σε ένα μορφωμένο περιβάλλον, ο Καρπεντιέρ αφομοίωσε τη δυτική κουλτούρα και συγχρόνως έσκυψε, από τη νιότη του, πάνω στην τοπική λαϊκή παράδοση της χώρας του. Οι άνεμοι της ανανέωσης της τέχνης, ο απόηχος των μεγάλων πολιτικών γεγονότων της δεκαετίας του 1920 στην Ευρώπη, φτάνουν στην Κούβα και ξυπνούν το πνευματικό και ιδεολογικό ενδιαφέρον της γενιάς του 1920, στην οποία συμμετέχει ο Καρπεντιέρ. Για τους Κουβανέζους διανοούμενους ανανέωση σημαίνει αναζήτηση και ανακάλυψη της εθνικής τοπικής συνείδησης.
Επικεφαλής αυτής της τάσης είναι ο Φερνάντο Ορτις, ο οποίος προτρέπει τους νέους διανοούμενους να αποκτήσουνε μια νέα αντίληψη για το δικό τους κόσμο, επανεκτιμώντας τον περιφρονημένο κουβανέζικο κόσμο, κόσμος που θα επιδράσει και σε άλλες πολιτιστικές εκφράσεις, όπως είναι η θρησκεία, ο χορός και η μουσική.
Ο συγγραφέας υιοθετώντας αυτές τις απόψεις, έχοντας διαμορφώσει την πολιτιστική και ιδεολογική του συνείδηση, υποστηρίζει από το Παρίσι: «Πρέπει να βρούμε το οικουμενικό στα σπλάχνα του τοπικού και στο τυχαίο και περιορισμένο το αιώνιο».
Μεγάλη είναι η συμβολή του στη διαμόρφωση της πολιτιστικής συνείδησης όχι μόνο της Κούβας, αλλά και ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής. Η πολιτιστική συνείδηση αποτελεί τη βάση για την απόκτηση εθνικής συνείδησης, απαραίτητης στους αγώνες των λαών για την υπεράσπιση της εθνικής τους ανεξαρτησίας.
Στον περίφημο πρόλογό του (1949) στο έργο του «Το βασίλειο αυτού του κόσμου» γράφει με μορφή μανιφέστου, αναφερόμενος σε ένα ταξίδι του στην Αϊτή: «Σε κάθε βήμα έβρισκα το πραγματικό θαυμαστό... Ομως, σκεφτόμουν επιπλέον πως αυτή η παρουσία και η δύναμη του πραγματικά θαυμαστού δεν ήταν προνόμιο μόνο της Αϊτής, αλλά κληρονομιά ολόκληρης της Αμερικής, όπου ακόμη δεν έχει σταματήσει η παραγωγή κοσμογονιών. Το πραγματικά θαυμαστό βρίσκεται σε κάθε βήμα στην ιστορία της ηπείρου».
Επιστρέφοντας οριστικά στην Κούβα, το 1959, στρατεύεται στην υπηρεσία της Επανάστασης, την οποία υπηρετεί πιστά μέχρι το θάνατό του. Μαχόμενος μαρξιστής - κομμουνιστής συνεχίζει το έργο του, το οποίο γίνεται πιο γόνιμο ιδεολογικά και πολιτικά. Στα έργα αυτής της περιόδου αναλύει όλα τα ιστορικά γεγονότα, από την ανακάλυψη της Αμερικής μέχρι την Κουβανέζικη Επανάσταση. Η Γαλλική Επανάσταση και ο απόηχός της στην Καραϊβική, η ανεξαρτησία της Αϊτής, οι ναπολεόντειες επεμβάσεις, η Οκτωβριανή Επανάσταση, ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος και πολλά άλλα γεγονότα τον απασχόλησαν. Η ανάλυση των δικτατοριών και των δικτατόρων της Λ. Αμερικής καλύπτει μεγάλο μέρος των έργων του.
Ο Καρπεντιέρ πίστευε ότι φύση, κουλτούρα, αισθητική, ράτσα και πολιτική είναι διαφορετικοί τρόποι για να ονομάσεις το ίδιο πράγμα. Το θαύμα της πραγματικής Αμερικής...
Σήμερα τη μεγάλη αξία του έργου του αναγνωρίζουν και οι ιδεολογικο-πολιτικοί αντίπαλοι της Κούβας, όσο κι αν κάποιοι θαυμαστές του έργου του στέκονται μόνο στην αισθητική αξία, υποβαθμίζοντας το ιδεολογικό του περιεχόμενο. Πέραν, όμως, της αισθητικής αξίας, εκείνο που μετράει στις μέρες μας είναι το μήνυμα που εκπέμπει τα σύνολο του έργου του. Ο άνθρωπος καταξιώνεται μέσα από το λαό του και την ιστορία του. Συγχρόνως η δική του ιστορία είναι και ιστορία ολόκληρου του κόσμου, όλων των λαών που αγωνίζονται για τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης και ελευθερίας τους.

Κική Αλεξοπούλου
Ριζοσπάστης, 27 Φλεβάρη 2005

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ο Άγιος Τσε


Στο κατώφλι των καιρών
γνέθουν οι μητέρες την ελπίδα
και πριν γνωρίσουν τα φιλιά
φεύγουν τα παιδιά
και γίνονται άντρες στα βουνά,
και τα κορίτσια που αγαπούν
τη Γκουέρνικα κεντούν...

Άγια είναι η λευτεριά
κι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά
τη σκιά χαιρετά του Τσε Γκεβάρα
είναι ο δρόμος μακρινός.
Πάμε για τη μάχη.
κι ίσως να 'σαι, μάνα
αύριο μονάχη...

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 


Ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται: «Όταν συνάντησα τον Τσε στην Κούβα» 
Πηγή: Guevaristas

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης επισκέπτηκε την Κούβα τρία χρόνια μετά την Επανάσταση, το 1962. Ως προσωπικότητα της ελληνικής αριστεράς εκείνης της εποχής, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης βρέθηκε στην Κούβα συμμετέχοντας σε αποστολή της τότε ΕΔΑ στο νησί της Επανάστασης. Παρακάτω δημοσιεύονται αποσπάσματα αφηγήσεων του Μ.Θεοδωράκη για την επίσκεψη του στην Κούβα και – ιδιαιτέρως – την συνάντηση που είχε με τον Τσε, που την περίοδο εκείνη ήταν υπουργός βιομηχανίας της επαναστατικής κυβέρνησης.


«Αυτή ήταν μια πρώτη επίσκεψη που έγινε τότε επίσημα στην Κούβα. Πάρα πολύ μεγάλο ταξίδι, με ελικοφόρα. Ήταν μια προσπάθεια των Κουβανέζων να καλέσουν αντιπροσωπείες από όλο τον κόσμο, προκειμένου να απαντήσουν στις κατηγορίες και τις συκοφαντίες των διαφόρων γραφείων των ιμπεριαλιστών, που μιλούσαν για σφαγείς και λοιπά, τα γνωστά.

Βρήκαμε μια περίεργη κατάσταση, γιατί όλος ο κόσμος ήταν ένοπλος, όλοι φορούσαν χακί στολές, είχαν όλοι μπαρμπούτος και οι γυναίκες ήταν ένοπλες, παράλληλα όμως υπήρχε και μια πανηγυρική ατμόσφαιρα. Δηλαδή όλος ο κόσμος χόρευε, μιλούσε, πανηγύριζε. Γιόρταζαν συνέχεια αυτοί, ήταν μια γιορτή της επανάστασης συνεχής.

Πήγαμε εκεί, όπου μας έβαλαν σε ένα αμερικάνικο ξενοδοχείο – είχαν επιτάξει όλα τα ξενοδοχεία. Εκείνο που μας έκανε εντύπωση ήταν ότι στα πρώτα πατώματα, στα πρώτα τριάντα πατώματα έμεναν παιδιά. Είχαν πάρει τα παιδιά από τα χωριά, όπου δεν είχαν σπίτια να μείνουν, για να τα προφυλάξουν, να ζουν σε καλύτερες συνθήκες. Αυτά τα παιδιά τα έβαζαν σε δωμάτια, πήγαιναν σε σχολεία όλα μαζί, ήταν καθαρά… Και ήθελα να τονίσω ότι αυτά τα παιδιά, που μεγάλωσαν και σπούδασαν, σήμερα είναι η νέα τάξη της Κούβας. Γι’ αυτό είναι τόσο δυνατός ο Κάστρο, δε θα φύγει ποτέ, διότι πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά, τα οποία δημιουργήθηκαν από το τίποτα.

Αρχίσαμε να κάνουμε αυτές τις επισκέψεις, να βλέπουμε την σύγχρονη Κούβα. Πήγαμε και στα υπουργεία, εγώ και ο Σακελλάρης, ένας βουλευτής της ΕΔΑ. Η ΕΔΑ πήρε εμένα ως προσωπικότητα, για να είμαι λίγο πιο γνωστός. Φυσικά δεν ήμουν εκεί γνωστός, αλλά, τέλος πάντων, είχαν την καλοσύνη να διαλέξουν εμένα. Τον Σακελλάρη τον ενδιέφερε να δει τα οικονομικά της επανάστασης. Σου λέει “Σε λίγο η ΕΔΑ θα είναι κυβέρνηση στην Ελλάδα, να δούμε πως πάνε τα οικονομικά εδώ”. Ο Κάστρο και οι άλλοι δέχονταν κάθε τόσο τους ξένους. Είδαμε και τον γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος… αυτοί εν τω μεταξύ είχαν ξεφτιλιστεί, διότι, λίγο πριν πέσει ο Μπατίστα, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν εναντίον του Κάστρο.

Πήγαμε λοιπόν στο “Αβάνα Λίμπρε”, το πρώην “Χίλτον”, το οποίο ονόμασαν “Αβάνα Λίμπρε”, “Ελεύθερη Αβάνα”, και μας είπαν ότι στην ταράτσα επάνω, που έπαιζε και μια ορχήστρα, θα μας δεχόταν η ηγεσία των επαναστατών. Καθίσαμε σε κάτι τραπέζια και μετά ήρθαν οι διερμηνείς. Κάναμε τις συστάσεις, ήταν ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα και ο πρόεδρος της Κούβας, ο μόνος που δεν είχε γένια. Άρχισε να ρωτάει για την Ελλάδα, ήξεραν για την Ελλάδα, πολλοί όμως δεν ήξεραν καν που βρίσκεται».

Και ο Τσε;


«Ε, βέβαια. Ο Τσε ήταν γιατρός, από την Αργεντινή. Την αρχαία Ελλάδα βέβαια την γνώριζαν, λίγα πράγματα όμως ήξεραν για την σύγχρονη Ελλάδα. Εκεί λοιπόν που τελείωνε η συνάντησή μας, άρχισε η ορχήστρα να παίζει το “Lune de miel”. Το “Honeymoon song” ήταν το εθνικό τους τραγούδι. Μου είπαν μάλιστα ότι το έχουν γράψει και σε μια στήλη εκεί ότι ο ραδιοφωνικός τους σταθμός ξεκίνησε με το τραγούδι αυτό, το οποίο θεωρούσαν ότι είναι μεξικάνικο. Κάποιος έξυπνος Μεξικάνος εκεί έβαλε το όνομά του από κάτω. Το τραγουδούσε ένας Μεξικάνος τραγουδιστής τον οποίο λάτρευε όλοι η Νότια Αμερική, ήταν ο Καζαντζίδης, ας πούμε της Νότιας Αμερικής. Φυσικά και στην Κούβα, λόγω αυτής της διασκευής του τραγουδιού, και του τραγουδιστή, το τραγούδι ήταν στα χείλη όλων των Κουβανέζων. Λέει λοιπόν ο διερμηνέας, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, στον Κάστρο: “Με την ευκαιρία, να σας πω ότι αυτό το τραγούδι είναι δημιουργία του κύριου εδώ”. “Πού πάτε;” λέει ο Κάστρο κατενθουσιασμένος. “Είναι δυνατόν; Γράφει τέτοια πράγματα;” Δε με άφηναν να φύγω. Και ο Τσε Γκεβάρα ετοιμαζόταν να πάει στη Σιέρα Μαέστρα για περιοδεία. “Θα σε πάρω μαζί μου αύριο”, μου λέει. “Έχει ωραίο κλίμα και άφθονο οξυγόνο εκεί που πηγαίνω”».

Πως ήταν ο Τσε Γκεβάρα, λοιπόν; Γιατί ήταν τόσο μεγάλος μύθος; Έπρεπε να είναι τόσο μεγάλος μύθος;


«Αυτά τα πράγματα και τους μύθους δεν τα διαπιστώνεις με μια συνάντηση. Εμείς κάναμε απλές συζητήσεις με ένα διερμηνέα που δεν ήξερε και πάρα πολύ καλά τα ισπανικά. Εκείνο το καλαμπούρι που έκανα μαζί του είναι ότι παντού έλεγε “Μουέρτε ο λιμπερτά”, ξέρεις, “Ελευθερία ή θάνατος”. Μάλιστα με πήγε και σε ένα μοντέρνο σφαγείο και δεν ήθελα να μπω μέσα, και είδα την πινακίδα: “Ελευθερία ή θάνατος”. Του λέω “Εδώ, αγαπητέ σύντροφε, κοροϊδεύετε τα ζώα, εδώ μόνο ο θάνατος τα περιμένει. Τι μου λες και βάζεις το “ή” ; Είναι σκέτο “μουέρτε”, του λέω. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πήγαμε σε ένα κέντρο που είχε μουσική και χορέψαμε. Σηκώθηκε ο ίδιος επάνω και είπε στην ορχήστρα να παίξουμε το τραγούδι αυτό, ενθουσιάστηκε ο κόσμος και μετά με φώναξε πάνω και είπε “Αυτός είναι ο συνθέτης”, και χειροκρότησαν όλοι. Αγαπήθηκα πολύ στην Κούβα ως λαϊκός συνθέτης, δε γίνεται παραπάνω. Να μείνουν ήσυχοι εδώ όσοι λένε ότι είμαι καλός μουσικός και κακός πολιτικός. Αφού δοξάστηκα ως μουσικός στην Κούβα…”».

Πηγή: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 85 ΧΡΟΝΙΑ. ΆΞΙΟΣ ΕΣΤΙ – ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ, σελ 357 έως 359. Αναδημοσίευση από “Theodorakism-Θεοδωρακισμός”.


Ακολουθεί ένα δεύτερο απόσπασμα, από συνέντευξη του Μ.Θεοδωράκη στην ιστοσελίδα America Latina (10 Ιούνη 2011):


«Το 1962 που πήγα στην Κούβα να δούμε τι γίνεται λίγο μετά από την Επανάσταση, ήμουν στην ταράτσα του “Κούβα Λίβρε” του παλιού “Χίλτον”. Πίναμε εκεί και κάποιοι χόρευαν. Υπήρχαν αντιπροσωπείες από διάφορες χώρες όπως η Ισπανία. Για εμάς έλεγαν “Όμηρος, Αριστοτέλης, Ακρόπολη”. Τι κάνετε εδώ με ρώτησαν, θα κάτσετε πολύ ακόμη; Λέω, αύριο μεθάυριο θα φύγω λέω γιατί με πειράζει το κλίμα εδώ. Τότε άρχισε να παίζει το τραγούδι μου, το οποίο ήταν μεγάλο σουξέ. Τότε λέει ο διερμηνέας για μένα “αυτός είναι ο συνθέτης αυτού του τραγουδιού”. Πετάγονται αμέσως όλοι όρθιοι. Όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά την εκπομπή του ο σταθμός “Αβάνα Λίβρε” άρχισε με αυτό το τραγούδι. Λούνα Ντε Μιέλ. Είναι γραμμένο. Αυτοί ήταν ξερελαμένοι.


Μου λένε “κάτσε εδώ δεν θα πας πουθενά”. Μου λέει ο Τσε Γκεβάρα “αύριο θα σε πάρω να πάμε μαζί στα βουνά που έχει ωραίο καιρό”. Και έτσι άρχισε εκείνη η φιλία. Γνώρισα τον Τσε Γκεβάρα, ο λαός εκεί βέβαια είναι λίγο βαρύς. Έρχεται ένας χωριάτης και μου δίνει ένα τεράστιο πούρο, λέει κάπνισε. Αλλά μου άρεσε. Μετά πήγαμε στο βουνό, καθίσαμε μια εβδομάδα να δούμε τι έκανε η Επανάσταση και το βράδυ πηγαίναμε σε μέρη που χόρευαν οι νέοι. Ο Τσε έλεγε έχουμε “εδώ μέσα έχουμε τον φίλο μου που έγραψε αυτό το τραγούδι”.. Αισθανόμουν σαν ήρωας, όλοι φώναζαν και χόρευαν.  Κάθε τόσο και λιγάκι άρχονταν κούτες με πούρα που έστελνε ο Τσε… χα, χα.. Ήταν πανάκριβα τότε..»


Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει μελοποιήσει ποιήμα του Τάσου Λειβαδίτη που αναφέρεται στον Τσε Γκεβάρα. Είναι “Ο Άγιος Τσε” από το έργο “Λειτουργία Νο.2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο. Το τραγούδι επανακυκλοφόρησε το 1976 υπό τον τίτλο “Στο κατώφλι των καιρών” στο δίσκο “Τα λυρικά”.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Πάβλο Νερούδα: "Ο ΛΑΟΣ" ― Και ένα κείμενο της Δανάης Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη για τον ποιητή



Ο ΛΑΟΣ

Πάβλο Νερούδα

Μεταγλώττιση: Δανάης Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη

Τον θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο, κι ας μην πέρασαν
 παρά μόνο δυο αιώνες που τον είδα.
Δεν πήγαινε με άλογο ούτε με αμάξι:
με τα πόδια
κατάπινε
τις αποστάσεις
και δεν είχε σπαθί ούτε πανοπλία
αλλά δίχτυα στον ώμο,
τσεκούρι, σφυρί ή φτυάρι.
Ποτέ δε χτύπησε όμοιό του:
ο αγώνας του ήταν ενάντια στο νερό και στη γη,
για να 'χει στάρι για ψωμί,
ενάντια στο πελώριο δέντρο για να 'χει ξύλα,
στους τοίχους για ν' ανοίγει πόρτες,
στην άμμο για να χτίσει τοίχους
και στη θάλασσα για να την κάνει να ξεγεννάει.
Τον γνώρισα κι ακόμα δε μου σβήνεται απ' το νου.

*

Οι χρυσές άμαξες γίναν κομμάτια...
ο πόλεμος γκρέμισε πόρτες και τοίχους,
η πολιτεία γίνηκε μια χούφτα στάχτη,
γίνανε σκόνη τα ρούχα,
κι αυτός για μένα υπάρχει ακόμα,
επιβίωσε στην άμμο,
όταν όλα φαίνονταν ακατάλυτα,
εκτός από κείνον.

*

Στο πήγαιν' έλα κάθε φαμελιάς
ήταν άλλοτε πατέρας μου, ή συγγενής μου,
ή μονάχα μπορεί και να 'ταν...
ή και να μην ήταν
αυτός που δε γύρισε στο σπίτι
γιατί τον κατάπιε η γη ή το νερό,
ή γιατί τον σκότωσε μια μηχανή ή ένα δέντρο
ή και να 'ταν εκείνος ο πένθιμος μαραγκός
που πήγαινε πίσω από το φέρετρο, δίχως δάκρυα,
τέλος κάποιος που δεν είχε όνομα,
που τον έλεγαν μέταλλο ή ξύλο
και που όλοι τον έβλεπαν από ψηλά
χωρίς να βλέπουν το μερμήγκι
αλλά τη μερμηγκιά,
που - όταν τα πόδια δε σαλεύουν πια
γιατί ο ταλαίπωρος είχε πεθάνει –
δεν είδαν ποτέ πως δεν τον έβλεπαν:
υπήρχαν κιόλας άλλα πόδια εκεί που πριν
ήταν αυτός.

*

Τα άλλα πόδια ήταν αυτός ο ίδιος,
και τα άλλα χέρια.
Ο άνθρωπος συνεχίζονταν:
όταν φαινόταν φευγάτος, ξεπερασμένος,
βρισκόταν ο ίδιος ξανά, ήταν εκεί
για να σκάβει τη γη,
να κόβει το πανί, εκείνος όμως
δίχως πουκάμισο,
ήταν και δεν ήταν εκεί, όπως και τότε,
είχε φύγει και βρισκόταν ξανά,
κι όπως ποτέ του δεν είχε κοιμητήρι,
ούτε τάφο, κι ούτε τ' όνομά του χαράχτηκε
στην πέτρα που εκείνος ίδρωσε για να τη σπάσει,
ποτέ κανένας δε μάθαινε πως ξαναρχόταν,
ποτέ κανείς δεν έμαθε πότε πέθανε
κι έτσι μόνο όταν ο δύστυχος το μπόρεσε,
αναστήθηκε ξανά απαρατήρητος.

*

Ηταν ο άνθρωπος χωρίς αμφιβολία, χωρίς κληρονομιά
χωρίς αγελάδα, χωρίς σημαία,
και δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους,
τους άλλους που ήσαν αυτός,
από ψηλά ήταν σταχτής σαν γη,
ήτανε φαιός σαν το πετσί,
ήτανε κίτρινος θερίζοντας στάχυα,
ήτανε μαύρος κάτω στα ορυχεία,
ήτανε χρώμα πέτρας στο κάστρο,
στην τράτα είχε χρώμα παλαμίδας
και χρώμα αλογίσιο στο λιβάδι:
και δεν μπορούσε κανείς να τον ξεδιακρίνει,
αφού ήταν αδιαχώριστος, ήταν το στοιχείο,
γη, κάρβουνο ή θάλασσα ντυμένη άνθρωπος.

*

Οπου έζησε,
αβγάταινε ό,τι άγγιζε αυτός:
το εχθρικό λιθάρι,
σπασμένο
από τα χέρια του,
μεταβαλλόταν σε τάξη,
και ένα - ένα σχημάτισαν
την κατακόρυφη λάμψη του κτιρίου
έφτιασε το ψωμί με τα χέρια του,
κίνησε τους σιδηρόδρομους
γεμίσαν οικισμούς οι αποστάσεις,
άλλοι άνθρωποι γεννήθηκαν,
ήρθαν οι μέλισσες,
και επειδή ο άνθρωπος δημιουργεί και
πολλαπλασιάζει
η άνοιξη περπάτησε ως την αγορά
ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

*

Ο πατέρας των άρτων λησμονήθηκε,
αυτός που έκοψε, που πεζοπόρησε, τσακίζοντας
κι ανοίγοντας χαντάκια, κουβαλώντας άμμο,
κι όταν όλα υπήρξαν, αυτός πια δεν υπήρχε,
αυτός έδινε την ύπαρξή του, αυτό ήταν όλο.
Βρήκε αλλού να δουλέψει, κι ύστερα
πήγε να πεθάνει κυλώντας σαν βότσαλο του ποταμού:
τον πήρε σβάρνα ο θάνατος.

*

Εγώ, που τον γνώρισα, τον είδα να σβήνεται
ώσπου να απομείνει μόνο αυτό που άφηνε:
δρόμοι που μόλις και μπόρεσε να γνωρίσει,
σπίτια που ποτέ, ποτέ δε θα κατοικούσε.

*

Και γυρνάω ξανά για να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

*

Τον βλέπω στη νεκρόκασά του και αναστημένο.
Τον διακρίνω ανάμεσα σ' όλους
που είναι οι όμοιοί του
και μου φαίνεται πως δε γίνεται,

*

πως έτσι δε βγαίνουμε πουθενά,
πως γίνοντας έτσι δεν αξίζει τον κόπο.

*

Εγώ πιστεύω ότι στο θρόνο πρέπει να βρίσκεται
αυτός ο άνθρωπος, με καλά παπούτσια και
στέμμα.

*

Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα
πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα.
Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε.

*

Και πρέπει να 'χουν φως εκείνοι του ορυχείου!

*

Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι.
Τέρμα οι χλωμοί εξαφανισθέντες!
Ούτε ένας άνθρωπος που να μη βασιλεύει.

*

Ούτε μια γυναίκα χωρίς την κορόνα της.

*

Για όλα τα χέρια γάντια χρυσά.

*

Οι καρποί του ήλιου για όλους τους σκούρους!

*

Εγώ τον γνώρισα εκείνον τον άνθρωπο κι όταν μπόρεσα,
όταν πια είχα μάτια στο πρόσωπό μου,
όταν πια είχα φωνή στο στόμα μου,
τον αναζήτησα ανάμεσα στους τάφους και του 'πα
σφίγγοντάς του το μπράτσο που δεν ήταν ακόμα:
"Ολοι θα φύγουν, εσύ θα μείνεις ζωντανός.

*

Εσύ έφτιασες αυτό που είναι δικό σου".

*

Γι' αυτό κανείς ας μην ανησυχεί όταν
φαίνεται να 'μαι μόνος μα που δεν είμαι μόνος:
δεν είμαι με κανέναν και μιλάω για όλους.

*

Κάποιος μ' ακούει και δεν το ξέρουν,
όμως εκείνοι, που γι' αυτούς τραγουδάω και που
το ξέρουν
συνεχίζουν να γεννιούνται και να γεμίζουν τον κόσμο.


Η Χιλή και ο μέγας Ποιητής της
Ο Πάμπλο Νερούδα με τον Σαλβαδόρ Αλιέντε
Με αφορμή τα 27 χρόνια από το θάνατο του κορυφαίου ποιητή της Χιλής και όλης της Λ. Αμερικής Πάμπλο Νερούδα (23/9/1973), δημοσιεύουμε κείμενο που έγραψε με την ίδια ευκαιρία η μεταφράστρια των ποιητικών απάντων του Δανάη Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη:

Δεκέμβριος του 1972. Η Χιλή περνάει στιγμές σκληρές και μεγάλες. Ο λαός της έχει έναν πρόεδρο, που κάνει την ασφυκτικά γεμάτη Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών να σηκωθεί ολόρθη και να χειροκροτεί ρυθμικά, λες και χειροκροτεί η ανθρωπότητα όλη, ενώ οι εκπρόσωποι των Εθνών, όσοι δεν είχαν κάθισμα, όρθιοι, πιασμένοι από τις κολόνες - τους είδα, τα είδα όλα αυτά και τα άκουσα - κλαίγοντας - με δορυφόρο, κατ' ευθείαν από την τηλεόραση στο Σαντιάγο - να τρέχουν και να τον τριγυρίζουν, φωνάζοντας σαν σε διαδήλωση της Πλατείας Συντάγματος «Α-γιέν-ντε! Α-γιέν-ντε!»
Ο λαός της Χιλής έχει έναν Ποιητή κι έναν Αρχιστράτηγο - Αντιπρόεδρο. Ο ποιητής της Χιλής έχει αφήσει την πρεσβεία του στο Παρίσι και τρέχει στην πατρίδα να της παρασταθεί τώρα που λείπει ο Πρόεδρός της. Ο λαός δεν ξέρει τι να πρωτονιώσει. Ευλογημένος λαός, μεστός, κατάμεστος από χυμούς: Θλίψη, για τον αργό θάνατο που του ετοιμάζει η «δεξιά» του, υπακούοντας στους αφέντες της, τους γιάνκη; Για τη σκληρή, απελπισμένη αποστολή, που έχει αναλάβει ο Πρόεδρός του; Χαρά, που χαιρετάει τον γίγαντά της, ύστερα μάλιστα από την ύψιστη τιμή του Νόμπελ; Αυτοσυγκέντρωση και ηρεμία, ως να τελειώσει ο λόγος του αντιπροέδρου - στρατηγού Κάρλος Πρατς Γονσάλες - που έχει μείνει στο πόδι του Αγιέντε - του έντιμου και απόλυτου δημοκράτη, που αυτός ο λαός δεν καλοξέρει και προσπαθεί να διαγνώσει κάθε ιδεολογική απόχρωσή του, από τη στάση και τα λόγια του; `Η μήπως, μέσα και πάνω από όλα αυτά, πήγε εκεί - στο στάδιο - να διαδηλώσει την απόφασή του να ζήσει ή να πεθάνει για τη Δημοκρατία του; Ολα τα νιώθει. Ολα. Ολα είναι παραλήρημα. Παραλήρημα, που κορυφώνεται όταν το αυτοκίνητο, με τον Πάβλο Νερούδα και την Ματίλντε Ουρούτια, τη γυναίκα του, ορθούς, κάνει το γύρο μέσα στο τεράστιο εθνικό στάδιο της πρωτεύουσας...
Πριν μιλήσουν οι δυο άντρες, ο Πρατς κι ο Νερούδα, δίνεται μια θεατρική παράσταση - παντομίμα, αναπαράσταση σπουδαίων στιγμών του βίου του ποιητή, από τα φοιτητικά χρόνια του ως σήμερα.
Είναι 6 Δεκεμβρίου του 1972. Η παντομίμα τελειώνει σ' έναν καταιγισμό χαράς: Θα μιλήσει ο μέχρι τώρα συμπαθής, αλλά «άχρους και άοσμος» Χιλιανός στρατιώτης. Μιλάει εμπνευσμένα. Ξέρει καλά τι ακριβώς συμβαίνει παγκόσμια και γιατί. Ξέρει ότι, στα μέσα τούτου του αιώνα, ο άνθρωπος είδε πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά πως μπορούσε να επιταχύνει την ελπιδοφόρα πορεία του και το ξεπέρασμά του. Γιατί εμπιστευόταν το ότι η επιστημονική και τεχνολογική κυριαρχία, που είχε κιόλας κατορθωθεί, θα επέτρεπε την πνευματική χειραφέτηση και την ηθική πρόοδο των ατόμων και των λαών...
Ομως, τέτοιος παραλληλισμός ανάμεσα στην υλική και την ηθική πρόοδο δεν επιτεύχθηκε. Το βαθύτερο σύγχρονο φιλοσοφικό αίνιγμα βρίσκεται στη μεγάλη αποστασιοποίηση που υπάρχει ανάμεσα στην τεχνική και το πνεύμα.
Η τεχνική μεταφράζει τη θέληση για ισχύ του σύγχρονου ανθρώπου. Το πνεύμα. Ο βαθμός - σε παγκόσμια κλίμακα - της αντίστιξης ανάμεσα στην τεχνική και στο πνεύμα έκανε να αμβλυνθεί, στην εξωτερική ζωή των λαών, το αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και, από το άλλο μέρος, στις διεθνείς σχέσεις, πολλαπλασίασε τις μορφές επίθεσης και τις απειλές κατά της ειρήνης.
Ο μέσος άνθρωπος της δεκαετίας του '70, παρά το γεγονός ότι απολαμβάνει υλικές συνθήκες ανώτερες από αυτές των προγενέστερών του, ζει μέσα σε αγωνία και σύγχυση. Είναι ένα ον με έμμονο φόβο για το αύριο.
Το δράμα του ανθρώπινου όντος, του υποδουλωμένου από την κατάθλιψη, έγκειται στο ότι έχει ανάγκη από ένα όραμα της ζωής και της μοίρας του. Χρειάζεται να δει να 'ρχεται φως και όχι να συνεχίζει μέσα στις ομίχλες.
Χρειάζεται ν' ακούσει μια φωνή που αυτός καταλαβαίνει, κι όχι μια απειλή εχθρική ή ακατάληπτη.
Χρειάζεται ένα χέρι που να του απλώνεται σαν κίνηση αλληλέγγυα και όχι σαν γροθιά φοβέρας, όχι σαν βόμβα...
Ο διπολικός κόσμος των δύο προηγούμενων δεκαετιών ανοίγεται σε μια πολυπολική προοπτική για τη δεκαετία που αρχίζει. Διαγράφεται ένας κόσμος πολυπολικός με νόημα πιο πραγματικό, που μέσα του η ιδεολογική διαμάχη αδυνατίζει τις εντάσεις.
Υπάρχει πλέον άνοιγμα πενταγραμμικό - ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, ΕΣΣΔ, Κίνα και Ιαπωνία, για να μιλήσουμε από Δύση σ' Ανατολή - που σημειώνει μία παγκόσμια σκηνή μεγαλύτερης ευκαμψίας των γιγάντων στην εξεύρεση αγορών γοητευτικών και προκλητικών, που θα δώσει περιθώρια σε μία πυρετική αναζήτηση δυνατοτήτων. Αυτά συνέβαιναν στη δεκαετία εκείνη. Τα λοιπά, γνωστά:
2 Σεπτέμβρη 1973

Οι φόβοι οι βαθύτεροι βγήκαν αληθινοί. Οταν πια οι γιάνκηδες δεν κατάφεραν να λυγίσουν τον χιλιανό λαό - που με θυσίες και πίστη στη δημοκρατία του, στον χαλκό του, που ξαναπήρε από τους Αμερικανούς, στην αγροτική του μεταρρύθμιση, που έσωσε το μισό πληθυσμό από τη δουλοπαροικία - τότε, και μετά από την αποτυχία των ΗΠΑ στη σκαρωμένη απεργία των ιδιοκτητών των καμιονιών, του μόνου μέσου μεταφοράς προϊόντων για την επιβίωση του κοσμάκη, τότε, για να τελειώνει μια και καλή με τους Χιλιανούς επειδή ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ (δήθεν) ΒΟΗΘΕΙΕΣ, έστειλαν τα αεροπλάνα και τα κάναν ως συνήθως (Βιετνάμ, Κόλπος, Γιουγκοσλαβία κλπ.) θάλασσα. Οσο για μας... ας προσευχόμαστε φλογερά, παίδες Ελλήνων!

Δανάη Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη
Ριζοσπάστης, Κυριακή 8 Οχρώβρη 2000