Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θ.Κ.Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θ.Κ.Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Τα δικά μας φεγγάρια

Moon II, Anna Wojtczak

Τα δικά μας φεγγάρια
δεν είναι ανιαρές ρομαντικές εικόνες.
Στάζουν απ’ τον ιδρώτα του εργάτη,
αντηχούν τους πόνους του,
ομορφαίνουν απ’ τον έρωτά του.
Τα δικά μας φεγγάρια φέγγουν εκεί που βλασταίνει η ελπίδα,
λάμπουν εκεί που γεννιέται η νέα ζωή...

Θ.Κ.Ν. 

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Β. Ι. Λένιν


Γράφτηκε σε ηλικία 16 χρόνων, όταν ο Θ.Κ.Ν. ήταν μαθητής λυκείου. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του ηγέτη του προλεταριάτου της Ρωσίας και της παγκόσμιας εργατικής τάξης, της Οχτωβριανής Επανάστασης  και του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν.

Β. Ι. Λένιν

Όρθιος, στητός ξεπροβάλλει απ’ το πλήθος
έχει στα χέρια του χειρόγραφα πολλά
κι ένα κόκκινο γαρίφαλο στο στήθος·
είναι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν που μιλά.

Σιγά! ακούγεται η ατσάλινη φωνή του,
σωπάστε όλοι, μας μιλάει ο αρχηγός,
είναι παράδειγμα για όλους η ζωή του·
εμπρός συντρόφοι, για το Κόμμα μας, εμπρός!

Η επανάσταση τους σκλάβους ανασταίνει
και του Βλαδίμηρου η φωνή βροντά:
«Σηκώστε σύντροφοι, όλοι μαζί ενωμένοι,
την κόκκινη σημαία μας ψηλά!».

Ορθώνεται η σημαία, κυματίζει
κι ο άνεμος τη σπρώχνει πιο ψηλά,
ας δει ο καθένας μας το μέλλον κι ας βαδίσει,
του Λένιν η φωνή μας οδηγά.

Οκτώβρης 1983

Θ.Κ.Ν.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα 2012

Francisco de Goya: La Romería de san Isidro

Ο βαρύς χειμώνας σαν άγριο θηρίο
δείχνει απειλητικά τα δόντια του.
Παγώνει τους τοίχους των σπιτιών,
τα κορμιά,
παγώνει τις ψυχές.
Ο καπνός από τις ξυλόσομπες των φτωχών
σκαρφαλώνει στις γκρίζες ταράτσες,
μπλέκεται με τα σύννεφα,
κρύβει όσο  ουρανό απόμεινε,
κάνει την ατμόσφαιρα πιο μουντή
και  τα πολύχρωμα φώτα των Χριστουγέννων θαμπά.
Γδέρνει τα ρουθούνια
καθώς τρυπώνει στις δαιδαλώδεις κρύπτες  του νου,
ανακαλύπτει τις θύμησες κι αρχίζει σκάβοντας
να ξεθάβει παππούδες και  γιαγιάδες
δίπλα σ’ αναμμένα τζάκια,
να σπάνε καρύδια ή να ψήνουν κάστανα
και να διηγούνται ιστορίες από χρόνους δίσεχτους.
Η ψυχή του άνεργου δε γιορτάζει.
Δεν έχει σπίτι μ’  αναμμένο τζάκι.
Δεν έχει γιαγιά και παππού
ν’ απλώσουν τα γεμάτα με καλούδια χέρια τους
και να διηγηθούν παλιές ιστορίες.
Οι τσέπες της είναι άδειες από κέρματα
και ηλιόλουστες μέρες
και  τα παπούτσια της τρύπησαν απ’ τα μακρινά ταξίδια
της αναζήτησης.
Τα πόδια της μάτωσαν 
καθώς περιπλανιέται μαυροντυμένη
στους στολισμένους δρόμους
σαν μια μικρή κινούμενη μαύρη κουκίδα,
-ανάμεσα στις χιλιάδες-
πάνω στον καμβά της επίπλαστης χαράς.
Στις φλέβες της χοχλάζει χαρμάνι από αίμα κι  οργή.
Γίνεται χείμαρρος που παρασύρει τα «πρέπει»
και πνίγει την «λόγω ημέρας» -κενή- αισιοδοξία. 
Κρύβει μέσα της  γκρεμούς με κοφτερά βράχια
που πάνω της κομματιάζονται οι λέξεις συμπόνιας
και τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη.
Είναι ηφαίστειο
που σκεπάζει με  τη στάχτη του
τα γυαλιστερά χαμόγελα
και τα λευκά καλοσιδερωμένα πουκάμισα 
της παρακμής,
και λιώνει στη λάβα του τις κέρινες μούμιες της «φιλανθρωπίας».
Κλείνει τ’ αυτιά της στους χαρμόσυνους ύμνους
και τα μηνύματα «αγάπης» των αρχόντων
που δονούν τα μεγάφωνα της  εικονικής πραγματικότητας.
Σκύβει  για ν’ ακούσει την σάπια ανάσα του κολασμένου,
που μυρίζει απόγνωση,
και ακουμπάει στη μυρωδιά της.
Δεν την μαγεύουν  τα πολύχρωμα λαμπιόνια στα δέντρα
και οι Σειρήνες στις βιτρίνες των καταστημάτων.
Το βλέμμα της πέφτει στις άκρες των βρώμικων πεζοδρομίων,
στ’ απλωμένα χέρια των φτωχοδιάβολων
που εκλιπαρούν για μια φέτα γιορτινό ψωμί,
ένα τσιγάρο ή δυο γουλιές θάνατο.
Γονατίζει και τα φιλάει,
τα σφίγγει στα δικά της
αφήνοντας στις παγωμένες χούφτες  τους
δυο ζεστές σφαίρες ελπίδας.
Όλα τα φώτα της πόλης  δεν φτάνουν 
για να τη φωτίσουν.
Θα παραμένει σκοτεινή
σαν τα κρύα νερά του Αχέροντα
μέχρι  οι χιλιάδες μαύρες κουκίδες να γίνουν ποτάμια φωτιάς
και να κάψουν τα ξύλινα τείχη της στωικότητας
και στις φλόγες τους να λάμψει
η εκδίκηση των δικών της Χριστουγέννων.

Θ.Κ.Ν.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Ανοιχτό παράθυρο


Μακρόνησος

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο μπαίνουν οι φωτεινές αχτίδες σου
κι ένας αναποφάσιστος αέρας
φέρνει αγκαλιές γεμάτες νυχτολούλουδα και ναφθαλίνη·
τις ακουμπάει στο ξέστρωτο κρεβάτι και
στην άκρη του ακατάστατου γραφείου μου,
δίπλα σε σωρούς λερωμένα σεντόνια, 
ανάμεσα σε χαρτιά σκισμένα και χυμένα μελάνια.
Ύστερα φεύγει  -από τον ίδιο δρόμο-
τραβώντας πίσω του την  κουρτίνα που τον ακολουθεί
μα δεν έχει τη δύναμη να παραδοθεί.
Κι ύστερα η ίδια διαδρομή του αέρα.
Κι ύστερα πάλι.

Πέρασε  μέσα φεγγάρι μου.
Δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω
παρά μόνο παλιές φωτογραφίες,
γεμάτες ανέμελα χαμόγελα και πολύχρωμα ρούχα.
Μπορείς να τις κρατήσεις αν θες.
Αν πάλι προτιμάς τις  καινούργιες,
φώτισε, σε παρακαλώ, τις σκοτεινές γωνιές τους
και πάνω στ’ ασπρόμαυρα σφιγμένα χαρακτηριστικά των προσώπων,
σκόρπισε με  τη χρυσή σκόνη σου άστρα
και χρυσαφένια χαμόγελα.

Κάθησε, όπου βρεις.
Συχώρα μου την ακαταστασία μα δεν περίμενα επισκέψεις.
Έχει χρόνια ν’ ανοίξει αυτή η πόρτα.
Οι μεντεσέδες της σκούριασαν.
Κιτρίνισε το λακαριστό λευκό της.
Οι χαραμάδες της πλήθυναν·
χάσκουν σαν αφυδατωμένοι γέρικοι κόλποι
προσμένοντας να βρέξει η ζωή.

Μόνο αυτό το παράθυρο μου απόμεινε πια.
Το κρέμασα σαν πολύτιμο κάδρο σ’ αυτόν τον τοίχο
και το κρατώ συνέχεια ανοιχτό,
παρατηρώντας την εναλλαγή των εποχών
στις ίδιες πάντα συντεταγμένες,
ανάμεσα στα ίδια μπαλκόνια των πολυκατοικιών,
πάνω απ’ τις πλάκες των ίδιων πεζοδρομίων.
Πάνω στις πλάτες των ίδιων περαστικών.

Απορίας άξιον πόσο γρήγορα αλλάζουν οι εποχές
μέσα στους ίδιους πάντα πολυχρησιμοποιημένους μήνες.
Όπως ανακυκλώνεται το νερό στο φωτισμένο
σιντριβάνι της πλατείας.
Ή, η άμμος στην έρημο της καθημερινότητάς μας.
Ή, καλύτερα, όπως οι άνθρωποι  ανακυκλώνουν τα όνειρα,
μήπως καταφέρουν και ζεστάνουν τις κρύες νύχτες τους
που αργούν να ξημερώσουν.

Ένας μεθυσμένος κάνει βόλτες γύρω από το ίδιο τετράγωνο
βάζοντας κάθε φορά ένα κλειδί σε μια πόρτα
που ποτέ δεν του ανήκε.

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο της φυλακής μου
μπαίνουν οι φωτεινές αχτίδες σου,
φεγγάρι μου,
σαν το πικρό χαμόγελο μιας ζωής που γερνάει μέσα στο σκοτάδι.

Ιούνης 2013

Θ.Κ.Ν.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Αποχαιρετισμός



Κρύφτηκα στις γκρίζες σκιές του απόβραδου
να μη με δεις όταν θα πίνω φεύγοντας
το νερό από τους μύλους των ματιών σου.
Απεχθάνομαι τους αποχαιρετισμούς
και τα λόγια από θλίψη. Μοιάζουν με
ανοιχτές μαύρες ομπρέλες μέσα στη νύχτα
που κρύβουν το φως των αστεριών.

Είμαι βέβαιος πως ήξερες για το ταξίδι μου.
Σου το ψιθύρισαν τα ξυπόλητα παιδιά
που ψάχνουν τη ζωή μέσα σε σιχαμερούς κάδους
απόβλητων ονείρων.
Το έγραψαν οι φύλακες με αίμα
από τη φλέβα των πιο όμορφων στιγμών μας,
πάνω στους βρώμικους τοίχους
του κελιού των φόβων μας.

Καμπουριασμένες γριές οι ερινύες
με μαστιγώνουν στριγκλίζοντας
κρύβοντας τα αποκρουστικά πρόσωπά τους
πίσω από φορτωμένα σύννεφα θείας δίκης.
Απονομή δικαιοσύνης.
Τιμωρία.

Έτσι, αποκαμωμένος, σε αποχαιρετώ
περιμαζεύοντας εικόνες  από ένα ένδοξο παρελθόν.
Ελάχιστες αποσκευές ενός σύντομου ταξιδιού.
Απλώνοντας στον ήλιο της προσμονής
τα σπασμένα φτερά του ανεκπλήρωτου.
Αφήνοντας πίσω μου ίχνη βαθιά σαν τις πληγές σου,
λασπωμένα μονοπάτια μιας βουρκωμένης άνοιξης.

Κάνει αιώνες να ξημερώσει...

Θ.Κ.Ν.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Φορτώνοντας τα σκοτεινά αμπάρια με τσιμέντο




Το πρώτο φορτηγό αυτοκίνητο, φορτωμένο τσιμέντο φτάνει στο λιμάνι. Περιμένουμε στο ανοιχτό αμπάρι του καϊκιού να βγάλουμε το μεροκάματο. Η πληρωμή πάει με τον τόνο. Εύχομαι να’ ναι πολλά τα σακιά, θα’ ναι και το μεροκάματο καλό τότε. Το φορτηγό «κολώνει» δίπλα στο καΐκι. Τα μαντήλια δένονται στο κεφάλι, φτου στις παλάμες και ξεκινάμε…


Τα πρώτα σακιά κατεβαίνουν. Κάποια σκίστηκαν. Θα αφαιρεθούν απ’ τα κιλά. Στο πρόγραμμα και οι απώλειες. Ο ιδρώτας κάνει την εμφάνισή του, ανακατεύεται με τη σκόνη του τσιμέντου. Η αναπνοή βαριά. Τα χρόνια πέρασαν μα η ανάγκη είναι εδώ, δεν ξέρει από χρόνο. Αρκεί να το λέει η καρδιά και τα μπράτσα σου. Και η μέση σου… Μια ανάσα, μια στιγμή στο φακό, για τα παιδιά της περήφανης εργατιάς.


Το φορτίο πάει καλά. Τα κουράγια επίσης. Τ’ αμπάρια γεμίζουν.  Ένα διάλειμμα τώρα που αδειάσαμε το φορτηγό. Έχει δρόμο ακόμα η μέρα. Κολατσιό, τσιγάρο, λίγη ξεκούραση κι ένα τραγούδι ίσως ή σφύριγμα, που δεν το πιάνει ο φακός. Να πάρουμε δυνάμεις. Μέχρι να ‘ρθει το επόμενο φορτηγό, να συνεχίσουμε. Με ιδρώτα και τραγούδι. Απέναντι περιμένουν το υλικό.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - Τα φορτηγά καράβια

Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι
που γέρασαν και τώρα, λαβωμένα,
χωρίς ούτε μια βάρδια στο κατάστρωμα,
σαπίζουν στ' ακρολίμανα δεμένα.

(Τα φορτηγά καράβια που ταξίδεψαν
στων πέντε των ηπείρων τα πελάγη
απ' του Μουρμάνσκ την παγερή τη θάλασσα
ίσαμε του Αμαζόνα τα τενάγη.)

Τους ναυτικούς, τους γέρους συλλογίζομαι
που στα μεγάλα των χειμώνων βράδια
με υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους
είτε γι' αυτούς μικρά φτιάχνουν καράβια.

Και δεν μπορούν πια να ταξιδέψουνε
μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε
κι άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι
σαν κάτι τις να χάσανε κοιτάνε.

Κι άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι
σαν κάτι τις να χάσανε κοιτάνε.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος έντυσε  μοναδικά με τη μουσική του το ποίημα του Κώστα Ουράνη κι έφτιαξε ένα υπέροχο τραγούδι που δένει αρμονικά με το θέμα. Το ακούμε από τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου:



Κείμενα ανάρτησης: Θ.Κ.Ν.

Φωτογραφίες: ganifantis.blogspot.gr

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Θ.Κ.Ν. - Κόκκινες σημαίες


Οι κόκκινες σημαίες των παππούδων μας
βρίσκονται καλά κρυμμένες τόσα χρόνια
στ’ ανήλιαγα υπόγεια της λαβωμένης ελπίδας,
μέσα σε παλιά ξύλινα κιβώτια από πολεμοφόδια,
προσμένοντας τα χέρια που θα τις σηκώσουν στον ήλιο.

Είναι  διπλωμένες σφιχτά, σαν γροθιές,
δίπλα στα σκουριασμένα μέταλλα της επανάστασης.
Mυρίζουν έλατο και μπαρούτι.
Κρύβουν στο αίμα τους επιθανάτιους ρόγχους
και διαθήκες υπόσχεσης.
Περιμένουν.

Θ.Κ.Ν.

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Θ.Κ.Ν. – Υπόσχεση



Ακολουθώντας χνάρια από μαύρες σταγόνες
ωκεανών πέτρινης σιωπής,
σβησμένες κλαγγές όπλων και εκρήξεις άστρων,
τραγούδια μαυροφορεμένων μανάδων
με βλέμμα από μέλλον κόκκινο,
σκαρφάλωσα  στα μονοπάτια των ηρώων.

Άπλωσα τα χέρια κι έσκυψα στη γη.
Μετάλαβα κοινωνία ανήσυχων πνευμάτων
κάτω απ’ τις αχτίδες μιας στέρφας σελήνης.
Ήπια  νερό απ’ την πηγή που ανάστησε
τα κουρασμένα χείλη των ματωμένων
στρατοκόπων του ονείρου.
Ο αέρας μυρίζει καταιγίδα.

Πάνω στο χώμα, το μουσκεμένο απ’ το αίμα
διαμελισμένων προσδοκιών,
πάνω στην άσπρη πέτρα των τάφων
της μάταιης ελπίδας,
χαραγμένες οι αυλακιές της υπόσχεσης.
Ταξιδεύοντας   η οργή της δικαίωσης
φουσκώνει τις φλέβες της προσμονής.

Θ.Κ.Ν.

(φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας)