Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ Γ. - ΡΙΖΟΣ της Δευτέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ Γ. - ΡΙΖΟΣ της Δευτέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Γ. Κοτζιούλας: Τρία ποιήματα στον “Ρίζο της Δευτέρας”


Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Γιώργο Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο (αξιοσημείωτο είναι πάντως πως τον τελευταίο καιρό επανακυκλοφορούν με ενθαρρυντικό ρυθμό παλαιότερα έργα του και κάποια άλλα κυκλοφορούν για πρώτη φορά). Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Ένα από τα έντυπα που φιλοξένησαν κείμενα του Γ. Κοτζιούλα είναι η εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας» που έφερε ως υπότιτλο: «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική». Την έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η εφημερίδα βγήκε σε 62 μόλις φύλλα, μέχρι την απαγόρευσή της, την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα (την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης).

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και μεταφέρουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Γιώργου Κοτζιούλα. Μέχρι στιγμής  έχουμε δημοσιεύσει έξι από αυτά, και μπορείτε να τα βρείτε εδώ.

Σήμερα αναρτούμε τα τρία ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα, που δημοσιεύτηκαν στο Ρίζο της Δευτέρας. Τα παρουσιάζουμε με τη χρονολογική σειρά δημοσίευσης.


ΣΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΜΑΣ ΤΟ ΞΟΔΙ
(στίχοι 56, όσα και τα χρόνια του)

Στου Γέρου μας το ξόδι έπρεπε νάναι πίσω
―Μούσα, για βόηθα με κι’ εσύ να τους μετρήσω:
βοσκοί απ’ τα Χάσια του με τις μακριές αγκλίτσες,
γελαδαραίοι με τις πλατύγυρές τους ντρίτσες,
ζευγίτες απ’ τον κάμπο έχει στη Θεσσαλία
με της δουλιάς τους όλο χώμα τα εργαλεία,
προβάλλοντας από λασπόχτιστα κονάκια
σαν τις γουστέρες που γλιστράνε στα ρουπάκια,
και καραγκούνες, ω, των βάλτων πεταλούδες,
χαμοπετούμενες του τόπου καλιακούδες,
λαός λασπιάδων που του αφέντη το κουρμπάτσι
τον ζόριζε ως τα χτες πιο φρόνιμα να κάτσει,
μα αρμόζει ξέχωρη μέσα στους άλλους θέση
(γιατί και του ιδιανού πολύ θα τούχε αρέσει)
για τους όμοιούς του απού και της καρδιάς τα φύλλα
καμμένα του καπνού θα τάχε η φαρμακίλα,
σα δε σηκώνονταν αυτός ανάμεσά τους,
πολέμαρχο να ιδείς καπνιάδων απ’ τους πρώτους,
που κάνοντας κομμάτια άτιμες αλυσίδες
καθώς τον φύλαγαν δεμένο, οι σταυρωτήδες,
μ’ όλο πρωτοπαλήκαρα απ’ τα ξερονήσια
που δίψα λευτεριάς τους φλόγιζε περίσσια,
μ’ απόφαση για νίκη ή ο ίδιος να πεθάνει
βγήκε μ’ αδρασκελιές μεγάλες στο μεïντάνι,
βγήκε σα Διγενής Ακρίτας να παλέψει,
με την παλάμη σκέπη ισιώνοντας τη βλέψη
για να ζυγιάσει τον αντίμαχο, στα χέρια
πριν έρθουνε κι’ η γης ανατρομάξει ακέρια,
γιατ’ ήτανε και το στοιχιό φωτιά μονάχη,
που φούντωνε, άψιωνε, πεισμάτωνε η αμάχη,
τόσο που τρέξανε να ιδούν κι’ οι ξωμερίτες
τα πράτα αφήνοντας να πίνουν στις κουρίτες
κι άλλοι απαράτησαν μεμιάς τη χερολάβα
να φτάσουν γλήγορα, και στων ωρών το διάβα,
καθώς αχολογούσαν γύρω τα ρουμάνια
τώρα που του ραγιά ξανάρθε η περηφάνια,
φερμένοι απ’ τα χωριά κι από τις πολιτείες
φορώντας άλλοι κοντοκάπια, άλλες μαντύες,
έρχονταν, έρχονταν, από ψηλά, από κάτω,
τόσοι που γίνηκαν ολάκερο φουσάτο,
κι είχαν απάνω τους ό,τι κι αν βάλει ο νους σου
στο πλάι κι αχώριστα ο πεντάφτωχος του πλούσιου,
τα ξύλα κούτσουρα μαζί με σπουδαγμένους,
έτσι που οι ντόπιοι δείχναν ένα με τους ξένους,
κι ήταν γυναίκες στα σουλούπια αυτά τα χίλια
που απ’ τους παπούληδες κρατάγαν καριοφίλια,
κι όλοι τους τούτοι, σαν αργάτες μέσ’ στο θέρο,
φώναζαν κι έδιναν κουράγιο! «Βάστα, Γέρο!
Μην τον αφήνεις τον οχτρό να ξανασάνει!»
και τέτιο αγώνα με παρόμοιον μπεχλιβάνη
δεν είχε κουρνιαχτός  ελληνικός κυκλώσει,
Γιατί στον έναν πλάι παράστεκαν οι τόσοι.
― Τι απόγινε;  Ρωτάει μια μάνα τον υγιό της.
― βαρύς σωριάστηκε κι’ ο δέντρος ο Αγραφιώτης,
αλλά στο πέσιμό του είδα, θαρρώ, συντρόφοι,
σαν άψυχο είδα, οργιές του μάκρου, και τον Όφη.
22-5-47                    

(Δημοσιεύτηκε στις 23/6/1947)

***

Ανθρωπομάζωμα

Σαν εκείνους τους σκασμένους που γενήκαν άρατοι
κι άλλοι τους, θροφή των όρνιων, μείναν στις λακκούβες,
μας σηκώσαν απ’ το στρώμα νύχτα οι τρισκάρατοι
και μας σάκιασαν οι μπόηδες τσούρμο μεσ’ στις κλούβες.

Άιντε, μωρέ παιδιά δεν είναι τίποτα·
ποιος θα σκιαχτεί από μας μούτρα ξετσίπωτα!

Δίχως φταίξη, δίχως κρίση (βρε τους αλειτούργητους!)
μεσ’ στις φυλακές  μας ρίχνουν και στα ξερονήσια,
καταπώς τους ορμηνεύουν οι τρανοί οι κακούργοι τους
που κοπιάσαν στην Ελλάδα φορτωμένοι αλύσια.

Μωρ’ ξένα αφεντικά πότε μας άρεσαν;
Όσοι άπλωσαν εδώ, μας εμαγάρισαν!

Έρχεται καιρός, αδέρφια, κι όλοι τον ξανοίγουνε,
που στην άφοβη γροθιά μας μπρος την οργισμένη
κι’ οι αλλόφερτοι ένας – ένας παν καπνός ―θ α  φ ύ γ ο υ ν ε―
κι ούτε για σπορά δικός μας τύραννος δε μένει.
           
Μ’ ανασυρμένα, βάι, μαχαιροθήκαρα,
τραβάμε το χορό πρωτοπαλήκαρα!

(Δημοσιεύτηκε στις 18/8/1947)

***

Απολογία μελλοθανάτων

«Όποιο κι αν έχουμε όνομα, λεγόμαστε Ελληνίδες,
φύτρα της γης που δόξασαν Τζαβέλαινες και Διάκοι.
Τέτιαν αντρίκια απόφαση, πες μας πού αλλού την είδες,
χλωμέ κριτή, που στάζουνε τα λόγια σου φαρμάκι;

»Και τι μας έφερες εδώ, για τι να μας δικάσεις;
Κοίτα πώς λάμπουν ξάστερα τα μέτωπά μας, κοίτα.
Για των λαών την άνοιξη γίναμε ανθός της πλάσης,
τόση δροσιά ούτε το πρωί δεν έχει η μαργαρίτα.

»Ποιος, Λευτεριά, το πίστευε πώς σάβανο μας θάσουν;
Αμάλαγο· αν δεν πρόφτασαν τα στήθη τα παρθένα
με γάλα αγνό της σάρκας μας παιδιά να προστηλάσουν,
μα όπου θα πέσουμε θα βγει των αντρειωμένων η γέννα».

(Δημοσιεύτηκε στη 1/9/1947)

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

“ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΕΣ” - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στον «Ρίζο της Δευτέρας» (6/12)


Συνεχίζουμε την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», με τη μεταφορά στο διαδίκτυο του έκτου  από τα δώδεκα συνολικά άρθρα που έγραψε ο ποιητής-συγγραφέας στην εφημερίδα. Το κείμενο έχει τίτλο ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΕΣ και δημοσιεύτηκε στο φύλλο 35, στις 16 Ιούνη του 1947.

Ο Γ. Κοτζιούλας περιγράφει το διαχρονικό ζήτημα που αφορά τη σχέση μεταξύ συγγραφέων-εκδοτών και γενικότερα τις περιορισμένες και ελεγχόμενες δυνατότητες που έχουν ειδικά οι νεότεροι συγγραφείς να εκφραστούν μέσα από την έκδοση του έργου τους. Ο αναγνώστης αυτού του άρθρου, που γράφτηκε πριν από σχεδόν 70 χρόνια, ίσως απορήσει με τις ομοιότητες της κατάστασης εκείνης της εποχής με τη σημερινή. Ας σκεφτεί όμως ότι όπως και τότε, έτσι και σήμερα παραμένει ζωντανή και κυρίαρχη η λογική που θέλει το βιβλίο (και κατ’ επέκταση τη λογοτεχνία)  εμπόρευμα  και όχι εργαλείο για την ανάταση και την καλλιέργεια του λαού. Και τους εκδότες,  αλλά και πολλούς από τους συγγραφείς,  εμπόρους που να υπολογίζουν πρώτα και κύρια το κέρδος τους, και η όποια διαπραγμάτευσή τους να αφορά αυτό και μόνο… Ο Κοτζιούλας όμως δεν περιγράφει απλά την κατάσταση. Μέσα από το κείμενό του σκιαγραφεί λύσεις για το πρόβλημα. Άλλωστε και η συνολικότερη στάση του και πορεία που ακολούθησε στη σύντομη και γεμάτη ζωή του (που αποτυπώνεται και στο έργο του),  απέβλεπε στην κατάργηση αυτού και όλων των προβλημάτων που ταλάνιζαν από τότε τον λαό, μέσα από το κοινωνικό σύστημα που έχει στο επίκεντρό του τον άνθρωπο και όχι το κέρδος· το σοσιαλιστικό.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

“ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ” - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στον «Ρίζο της Δευτέρας» (5/12)

Συνεχίζουμε την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», με τη μεταφορά στο διαδίκτυο του πέμπτου από τα δώδεκα συνολικά άρθρα που έγραψε ο ποιητής-συγγραφέας στην εφημερίδα.

Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Γιώργο Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο (αξιοσημείωτο είναι πάντως πως τον τελευταίο καιρό επανακυκλοφορούν με ενθαρρυντικό ρυθμό παλαιότερα έργα του και κάποια άλλα κυκλοφορούν για πρώτη φορά). Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα μεταφέρουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Στο σημερινό μας άρθρο ο Γ. Κοτζιούλας καταπιάνεται με το ζήτημα της στρατευμένης τέχνης που τόσο χτυπιέται διαχρονικά από την αστική διανόηση και τους εχθρούς  της εργατικής τάξης ευρύτερα, ως τέχνη υποδεέστερη, χωρίς ιδιαίτερη ποιοτική αξία φορτωμένη με συνθηματολογία και το βάρος μιας ιδεολογίας, παρεμπιπτόντως, επικίνδυνης για τα συμφέροντα  της καθεστηκυίας τάξης. Ο Γ. Κοτζιούλας αποδομεί τα τέτοια «επιχειρήματα» με κατανοητά από τον αναγνώστη παραδείγματα και βάζει τη σχέση διανοουμένων-πολιτικής στη σωστή της βάση που δεν είναι άλλη από την υπηρέτηση των συμφερόντων του λαού.

(Για να δείτε και τα προηγούμενα άρθρα, πατήστε ΕΔΩ.)

Καλή ανάγνωση!

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

«Μεγαλοϊδεάτες ― Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (4/12)



Σ. Σκίπης
Το τέταρτο από τη σειρά άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας».

Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Προσπαθώντας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και αναρτούμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, όλα τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Το σημερινό –τέταρτο- άρθρο αναφέρεται στον «μεγαλοϊδεατισμό».  Παίρνοντας αφορμή από ένα τετράστιχο του  ποιητή και ακαδημαϊκού Σωτήρη Σκίπη (1881-1952) ο  Γ.Κ. αναλύει τι είναι η «Μεγάλη Ιδέα», πώς εμφανίστηκε, συντηρήθηκε (ακόμη και σήμερα βρίσκει ένθερμους υποστηρικτές στον τόπο μας) και ποιους σκοπούς υπηρετεί.

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση της σειράς των άρθρων.

(Για να δείτε και τα προηγούμενα άρθρα του Γ.Κ. πατήστε ΕΔΩ.)

Καλή ανάγνωση!


Μεγαλοϊδεάτες

(Ρίζος της Δευτέρας, αρ. φύλλου 51  -  6  Οκτώβρη 1947)

«Αυτή δεν είν’ η Μοίρα των Αργοναυτών
αυτή δεν είν’  η Μοίρα των  Ανθρώπων,
να μη χωρούν ποτέ στην Ιολκό
και το γενέθλιό τους τόπον;».


Αυτοί οι άμουσοι στίχοι δεν είναι δικοί μου (για το Θεό!), παρά ανήκουν ολόκληροι (με την ανορθογραφία τους μαζί ― «Ιολκό»!) στον κ. Σωτήρη Σκίπη, της Ακαδημίας Αθηνών. Τους παίρνουμε απ’ την πρώτη σελίδα γνωστού περιοδικού και τους παρουσιάζουμε στους αναγνώστες μας, όχι βέβαια για την ποιητική αξία τους, αλλά σα δείγμα μιας νοοτροπίας που δεν εννοεί να λείψει, τουλάχιστον απ’ τους παλιούς.   Ο στιχοπλόκος – ακαδημαϊκός μας μιλάει για το ψυχικό δράμα (!) των Αργοναυτών, δηλ. των «αιωνίων» Ελλήνων, που νιώθουν ασφυξία, παν να σκάσουν στον τόπο της καταγωγής τους. Ζητάνε λοιπόν ν’ αρματώσουν καράβια και να τραβήξουν έξω, για την κατάχρηση καινούργιων χωρών, απαράλλαχτα όπως έκαμε κι ο μυθικός μας εκείνος πρόγονος, ας πούμε (μ’ όλο που πρόκειται για μύθο προελληνικό), ο αρχηγός της Αργοναυτικής εκστρατείας με την περίφημη Αργώ του.

Θα μου πείτε πως εδώ έχουμε ένα ποιητικό σύμβολο και πως δεν πρέπει να το παίρνουμε τοις μετρητοίς.  Ο ποιητής κάνει μια παρομοίωση της ανθρώπινης ανησυχίας, του «ανικανοποίητου», όπως συνήθισαν να λέν, και τίποτε άλλο. Κάτου απ’ το συμβολισμό όμως κρύβεται ένα γεγονός, μια τάση. Κι αυτό ίσα ίσα μας ενδιαφέρει. Δεν είναι γνώρισμα ενός ατόμου μονάχα, παρά μιας ολόκληρης τάξης ανθρώπων. Πρόκειται για τη Μεγάλη Ιδέα, γι’ αυτή τη σπουδαία ψώρα που μας έχει κολλήσει εδώ κι έναν αιώνα, καλλιεργημένη από επιτήδειους κομπογιαννίτες, και που για αρκετό διάστημα έγινε η εθνική μας πληγή. Είμαστε, λέει, ο περιούσιος λαός, οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, και ασφυκτιούμε στα φυσικά σύνορά μας. Πρέπει ν’ απλωθούμε, αυτό απαιτεί το μεγαλείο της πατρίδας. Κι έχουμε να κάνουμε παντού σχεδόν όπου είχαν βάλει πόδι οι πρόγονοί μας. Η νοοτροπία αυτή, που την πληρώσαμε πολύ ακριβά (ένα παράδειγμα η Μικρασιατική εκστρατεία), πότισε βαθιά τη φυλετική μας συνείδηση ― γιατί συγχεόταν εύκολα με τις νόμιμες εθνικές μας διεκδικήσεις ― και πολλές απηχήσεις της βρίσκονται στη λογοτεχνία μας, από τις εμπνεύσεις του μεγάλου Παλαμά ως το σημερινό τετράστιχο του κ. Σκίπη.

Ο μεγαλοϊδεατισμός, όταν παρουσιάζεται στα έθνη, οδηγεί ή στον απάνθρωπο ιμπεριαλισμό (προκειμένου για ισχυρά κράτη, όπως η Γερμανία του «ζωτικού» χώρου») ή στην αποτυχία και τη γελοιοποίηση (όπως έγινε με την Ιταλία του Μουσσολίνι). Όσο για τα άτομα, η Μεγάλη Ιδέα τα κάνει θεσιθήρες, μετανάστες, τυχοδιώκτες και άλλα τέτια. Ένας ποιητής πχ, άμα νομίζει πως τον παραγνωρίζουν οι συμπατριώτες του, μπορεί να πάει στο Παρίσι για να γίνει δεύτερος Μορεάς ξενυχτώντας στο Καρτιέ Λατέν και να βγάζει γαλλικές ανθολογίες μ’ επαινετικούς προλόγους, ανθρώπων που νιώθουν από ρωμαίικα όσο κι εμείς προβηγκιανά! Οπωσδήποτε κάνει έτσι αρκετό ντόρο γύρω απ΄ το όνομά του και γυρίζοντας στην φτωχή Ελλάδα έχει δυνατότητες να κερδίσει Αριστείο Γραμμάτων ή και το σήμα του ακαδημαϊκού. Τι διάβολο, ακόμα θάμαστε αφελείς στον εικοστό αιώνα, σαν εκείνον το θεοφοβούμενο Παπαδιαμάντη που πέθανε χωρίς να ιδεί ουτ’ ένα βιβλίο του τυπωμένο! Και τότε τι μας ωφελεί το περίφημο δαιμόνιο της φυλής, αυτό που στην αρχαιότητα έβγαζε Ιάσωνες και στην εποχή μας σπεκουλάντες;

Θα είχαμε διάθεση να σεβαστούμε την ηλικία και το αξίωμα του κ. Σκίπη, αλλά φταίει ο ίδιος που δε μας τα λέει καλά. Οι στίχοι του έχουν μια προχειρότητα, μια παιδαριωδία και στην έκφραση και στο περιεχόμενο. Είναι τέτιοι ποιοτικά, που αν τους έστελνε σ’ ένα λαϊκό περιοδικό, έπρεπε να τους απορίψουν. Και στην ουσία μας ξαναλέν ένα παλιό μάθημα κακών δασκάλων που θάπρεπε να ξεχαστεί για πάντα. Εμείς πιστεύουμε πως η ελληνική τέχνη πρέπει να εξελίσσεται ολοένα, απ’ το καλό στο καλύτερο, και ν’ απαλλάσσεται απ’ τα σκουριασμένα, απ’ τις επικίνδυνες μεγαλομανίες. Η γλώσσα μας και η χώρα μας είναι ικανές να συντηρήσουν και ν’ αναδείξουν τον καθέναν, φτάνει βέβαια να πιστεύει σ’ αυτές, να βοηθάει το λαό για το ξεσκλάβωμά του. Σήμερα πχ που μας ταλανίζει η ξένη κατοχή, δε χρειάζεται να τρέχει ο νους μας σε μακρινές Ιωλκούς, που δε μας έφταιξαν ποτές ούτε και θα μας πρόσθεταν τίποτε, αλλά καλύτερα θάταν να θυμηθούμε τους Μαραθωνομάχους και να εμπνευστούμε απ’ το παράδειγμά τους, για να διώξουμε κι εμείς απ’ τα χώματά μας το νέο προστάτη – κατακτητή.

Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Ο «ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ». ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ… ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (3/12)


(φωτο: Κώστας Μπαλάφας)

Συνεχίζουμε με το τρίτο άρθρο την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα αναρτήσουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Το σημερινό άρθρο σκιαγραφεί την κατάσταση που επικρατούσε στα ορεινά χωριά του νομού Άρτας τον Οκτώβρη του ΄43, μετά την οριστική ρήξη των σχέσεων μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και τις επιδρομές ομάδων Εδεσιτών κατά των δημοκρατικών πολιτών και των περιουσιών τους, ενώ περιγράφει και ένα περιστατικό με τον κρατούμενο (τότε) των Ζερβικών καπετάνιος-μόνιμος αξιωματικός του ΕΛΑΣ   Γεράσιμος Μαλτέζος («Τζουμερκιώτης»). Ο (και αντάρτης του ΕΛΑΣ)) Γ. Κοτζιούλας περιγράφει παραστατικά τις εμπειρίες του στα βουνά της Άρτας, δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη στο βιβλίο του ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ.

Απ’ όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το ποίημα («Πρώτος διωγμός») στο οποίο αναφέρεται στο άρθρο ο Κοτζιούλας δεν βρίσκεται σήμερα. Στα ΑΠΑΝΤΑ του ποιητή, που (ξανα)κυκλοφόρησαν πρόσφατα  από τις εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ, βρήκαμε τον «Δεύτερο διωγμό» και τον «Τρίτο διωγμό», καθώς και ένα ακόμα ποίημα  με τη λέξη «διωγμός» στον τίτλο του: «Τον καιρό του διωγμού». Και τα τρία βρίσκονται στη συλλογή ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ, που περιλαμβάνει ποιήματα  εμπνευσμένα από την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση, γραμμένα την περίοδο 1943-46.

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση της σειράς των άρθρων.

(Για να δείτε και τα προηγούμενα άρθρα, θα κατεβείτε χαμηλά στην δεξιά μπάρα του ιστολογίου, στην ενότητα με τίτλο «ετικέτες» και θα κάνετε «κλικ» στο όνομα «ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ Γιώργος».)

Καλή ανάγνωση!



Ο «ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ»
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ… ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ρίζος της Δευτέρας, αρ. φύλλου 53  -  20 Οκτώβρη 1947

Τέτιον καιρό, μέσα του Οχτώβρη, μούρχονται στο νου οι μαύρες μέρες που περάσαμε στην Ήπειρο και πιο συγκεκριμένα στα Τζουμέρκα, δυτικά του Αράχθου, απ’ τα μπουλούκια του Ζέρβα, το 1943.

Ίσχυε ακόμα η συμφωνία των Αγνάντων που είχε γίνει τον Αύγουστο, πανηγυρικά, μεταξύ Άρη και Ζέρβα. Και εξακολουθούσε να εδρεύει στο παραπάνω χωριό το κοινό Στρατηγείο ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ. Εννοείται πως είχαν γίνει πολλές παραβάσεις απ’ τους άπιστους Εδεσίτες, ακόμα και μικρορήξεις εδώ κι εκεί. Είχαν αναπιαστεί τα προζύμια, όπως λεν οι χωριάτες. Αλλά τίποτε δεν έδειχνε πως θα φτάναμε κιόλας σε ανοιχτή σύγκρουση – την πρώτη μεταξύ των δύο παρατάξεων – πριν ακόμα καλοστεγνώσει το μελάνι των υπογραφών.

Έτσι, όταν το πρώτο δεκαήμερο του Οχτώβρη, ξημερώνοντας Δευτέρα, άρχισαν οι Ζερβικοί στα καλά καθούμενα την επίθεση στα χωριά μας (όπου αυτοί είχαν θεαματικούς και πολυέξοδους λόχους, ενώ τα δικά μας τμήματα βρίσκονταν αλλού, αντίκρυ απ’ το ποτάμι και πέρα στα Ζυγοχώρια), εμείς βρεθήκαμε ολωσδιόλου ανέτοιμοι και πάθαμε αιφνιδιασμό. Μιλώ εδώ για τους άοπλους πολίτες, για τους άοπλους οπαδούς του ΕΑΜ, που τέτιους είχαν πολλούς τα χωριά, παρά τις λίρες, τις απειλές και τις προπαγάνδες του Ζέρβα. Ωστόσο οι Εδεσίτες διάθεταν εκεί ανώτερες δυνάμεις, για να μην πω το σύνολό τους. Στο διπλανό μας χωριό είχε την έδρα του και το Αρχηγείο ΕΔΕΣ Ηπείρου.

Λοιπόν από τα χαράματα της Δευτέρας, χωρίς καμμιά προειδοποίηση ή ύποπτη κίνηση από μέρος μας, οι οπλοφόροι του Ζέρβα άρχισαν να πιάνουν απ’ τα σπίτια τους υπευθύνους των χωριών και άλλα τοπικά στελέχη. Στην αρχή δεν έδιναν καμιά εξήγηση γιατί τόκαναν αυτό. Ενεργούσαν απαράλλαχτα σαν την παλιά χωροφυλακή, που είχε καταργηθεί απ’ τους αντάρτες μας. Και ήταν η πρώτη δράση τους αυτή, τουλάχιστο στην περιφέρειά μας, όπου οι Εδεσίτες, για να πούμε την αλήθεια, δεν είχαν ανοίξει ούτε μύτη Ιταλού ή Γερμανού!

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

"ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ" - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (2/12)



Με την αναγγελία μιας πολύ ευχάριστης είδησης ξεκινάει τούτη η ανάρτησή μας. Σε λίγες μέρες ξανακυκλοφορούν τα «ΑΠΑΝΤΑ» του Γιώργου Κοτζιούλα (δυο τόμοι με ποιήματα και ένας με πεζά) από τις εκδόσεις «Δίφρος». Πρόκειται για ανατύπωση, με νέο πρόλογο, της έκδοσης του 1957 που είχε κυκλοφορήσει από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Αναμένουμε λοιπόν με ανυπομονησία!

Συνεχίζουμε σήμερα την παρουσίαση των άρθρων του Γ. Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα αναρτήσουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Κ.Δ.Τσάτσος
Το δεύτερο άρθρο του αφιερώματός μας φέρει τον τίτλο ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ.  Ο Κοτζιούλας συνήθιζε να ξεσκεπάζει μέσα από τα άρθρα του τους «κήρυκες της αντίδρασης» που αρθρογραφούσαν στον αστικό τύπο της εποχής και να αποκαλύπτει το ρόλο τους στον αποπροσανατολισμό του λαού, με στόχο την υποταγή του στις ορέξεις των κυβερνήσεων της ντόπιας άρχουσας τάξης και των ξένων προστατών της. Ένας από αυτούς ήταν  ο Κωνσταντίνος Δ. Τσάτσος  (1899-1987, καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών και στη συνέχεια πολιτικός, υπουργός, ακαδημαϊκός, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών και πρόεδρος της Δημοκρατίας) που το 1947 έγραφε τις επιφυλλίδες της «Καθημερινής» και στον οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο άρθρο.

Διαβάζοντάς το 66 χρόνια μετά από τότε που γράφτηκε διαπιστώνουμε δυστυχώς πόσο επίκαιρο είναι  στις μέρες μας. «Τυφλός στο δράμα του ζωντανού λαού, ο κήρυκας αυτός της αντίδρασης συνεχίζει το χαβά του σκαρώνοντας «μύθους» και συντάσσοντας χρησμούς. Είναι στερεότυπα δείγματα αυτά και τα βρίσκουμε σε κάθε εποχή ξεπεσμού» γράφει ο Κοτζιούλας για τον Τσάτσο, στη θέση του οποίου θα μπορούσαμε να βάλουμε σήμερα δεκάδες επιφανείς προπαγανδιστές της αντίδρασης, συναδέλφους του καθηγητές, πολιτικούς, συγγραφείς, σχολιαστές, δημοσιογράφους κλπ. Και, αλήθεια, σήμερα και αν ζούμε σε εποχή ξεπεσμού…

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση της σειράς των άρθρων.

(Για να βρείτε το προηγούμενο άρθρο, θα κατεβείτε χαμηλά στην δεξιά μπάρα του ιστολογίου, στην ενότητα με τίτλο «ετικέτες» και θα κάνετε «κλικ» στο όνομα «ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ Γιώργος».)

Καλή ανάγνωση!

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

"ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ" - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (1/12)




Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Γιώργο Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα αναρτήσουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Το άρθρο με το οποίο ανοίγουμε αυτή την παρουσίαση έχει τίτλο ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ και ξεκινάει με τη διευκρίνηση «Λέω εμείς εννοώντας τους λογοτέχνες…» , για να αναλύσει στη συνέχεια με παραδείγματα (περιπτώσεις Κ. Βάρναλη, Γαλ. Καζαντζάκη και Γ. Κοτζιούλα) και επιχειρήματα, την εχθρική στάση του ελληνικού –ταξικού- κράτους απέναντι στους λογοτέχνες που δεν υποτάσσονται στη «δούλεψή»  του, σε αντίθεση με τα προνόμια και τις «διευκολύνσεις» αυτών που δεν έχουν κανέναν πρόβλημα να το υπηρετήσουν, μαζί και τους σκοπούς της ύπαρξής του…

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση των άρθρων.


ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ρίζος της Δευτέρας, αρ. φύλλου 33. -  2 Ιούνη 1947  

     Λέω εμείς εννοώντας τους λογοτέχνες, τους 100-150 ανθρώπους που γράφουν στα περιοδικά ή στις εφημερίδες και βγάζουν από καιρό σε καιρό κανένα βιβλίο. Όσο για το κράτος, είναι το γνωστό που μας κυβερνάει εκατόν τόσα χρόνια, αλλάζοντας βέβαια πρόσωπα με τις περιστάσεις, αλλά μένοντας το ίδιο στη βάση του και στους σκοπούς του. Ποια είναι τάχα η σχέση που συνδέει αυτές τις δύο έννοιες, αυτές τις δύο παρατάξεις, όπως θα ιδούμε αμέσως;
     Η απάντηση είναι προτιμότερο ν’ αρχίσει με παραδείγματα της τελευταίας ώρας.
Πριν από μέρες αντάμωσα κάπου το Βάρναλη. Ήταν νευριασμένος, μουρμούριζε, μονολογούσε. Μόλις με πρόσεξε που βρισκόμουν μπροστά του.
     Ο σπιτονοικοκύρης μου,  λέει, μου ‘καμε έξωση. Και τώρα τρέχω στα δικαστήρια. Άστα…
     Ήξερα, πως καθόταν από πολλά χρόνια εκεί. Δεν υπαγόταν στο ενοικιοστάσιο;
     ―Όχι! Εμάς δε μας προστατεύει ο νόμος. Λόγιος και ποιητής, σου λέει. Δεν αναγνωρίζεται αυτή η κατηγορία. Ό,τι άλλο να είσαι, δικηγόρος, κλητήρας, βρίσκεις δίκιο. Εμείς όχι…
     Έλεγε μια πικρή αλήθεια, παλιά όσο και τα γράμματά μας. Και ο Βάρναλης, που τάλεγε αυτά, είναι μια δόξα της Ελλάδας.
     Αλλά φταίει γι’ αυτή την υπόθεση το κράτος; Και βέβαια, ποιος άλλος! Αυτό νομοθετεί, ρυθμίζει τη ζωή μας. Και τον κλάδο των ποιητών τον αγνοεί, όποτε δεν τον διώκει.