Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Ο «ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ». ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ… ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (3/12)


(φωτο: Κώστας Μπαλάφας)

Συνεχίζουμε με το τρίτο άρθρο την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα αναρτήσουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Το σημερινό άρθρο σκιαγραφεί την κατάσταση που επικρατούσε στα ορεινά χωριά του νομού Άρτας τον Οκτώβρη του ΄43, μετά την οριστική ρήξη των σχέσεων μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και τις επιδρομές ομάδων Εδεσιτών κατά των δημοκρατικών πολιτών και των περιουσιών τους, ενώ περιγράφει και ένα περιστατικό με τον κρατούμενο (τότε) των Ζερβικών καπετάνιος-μόνιμος αξιωματικός του ΕΛΑΣ   Γεράσιμος Μαλτέζος («Τζουμερκιώτης»). Ο (και αντάρτης του ΕΛΑΣ)) Γ. Κοτζιούλας περιγράφει παραστατικά τις εμπειρίες του στα βουνά της Άρτας, δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη στο βιβλίο του ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ.

Απ’ όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το ποίημα («Πρώτος διωγμός») στο οποίο αναφέρεται στο άρθρο ο Κοτζιούλας δεν βρίσκεται σήμερα. Στα ΑΠΑΝΤΑ του ποιητή, που (ξανα)κυκλοφόρησαν πρόσφατα  από τις εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ, βρήκαμε τον «Δεύτερο διωγμό» και τον «Τρίτο διωγμό», καθώς και ένα ακόμα ποίημα  με τη λέξη «διωγμός» στον τίτλο του: «Τον καιρό του διωγμού». Και τα τρία βρίσκονται στη συλλογή ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ, που περιλαμβάνει ποιήματα  εμπνευσμένα από την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση, γραμμένα την περίοδο 1943-46.

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση της σειράς των άρθρων.

(Για να δείτε και τα προηγούμενα άρθρα, θα κατεβείτε χαμηλά στην δεξιά μπάρα του ιστολογίου, στην ενότητα με τίτλο «ετικέτες» και θα κάνετε «κλικ» στο όνομα «ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ Γιώργος».)

Καλή ανάγνωση!



Ο «ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ»
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ… ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ρίζος της Δευτέρας, αρ. φύλλου 53  -  20 Οκτώβρη 1947

Τέτιον καιρό, μέσα του Οχτώβρη, μούρχονται στο νου οι μαύρες μέρες που περάσαμε στην Ήπειρο και πιο συγκεκριμένα στα Τζουμέρκα, δυτικά του Αράχθου, απ’ τα μπουλούκια του Ζέρβα, το 1943.

Ίσχυε ακόμα η συμφωνία των Αγνάντων που είχε γίνει τον Αύγουστο, πανηγυρικά, μεταξύ Άρη και Ζέρβα. Και εξακολουθούσε να εδρεύει στο παραπάνω χωριό το κοινό Στρατηγείο ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ. Εννοείται πως είχαν γίνει πολλές παραβάσεις απ’ τους άπιστους Εδεσίτες, ακόμα και μικρορήξεις εδώ κι εκεί. Είχαν αναπιαστεί τα προζύμια, όπως λεν οι χωριάτες. Αλλά τίποτε δεν έδειχνε πως θα φτάναμε κιόλας σε ανοιχτή σύγκρουση – την πρώτη μεταξύ των δύο παρατάξεων – πριν ακόμα καλοστεγνώσει το μελάνι των υπογραφών.

Έτσι, όταν το πρώτο δεκαήμερο του Οχτώβρη, ξημερώνοντας Δευτέρα, άρχισαν οι Ζερβικοί στα καλά καθούμενα την επίθεση στα χωριά μας (όπου αυτοί είχαν θεαματικούς και πολυέξοδους λόχους, ενώ τα δικά μας τμήματα βρίσκονταν αλλού, αντίκρυ απ’ το ποτάμι και πέρα στα Ζυγοχώρια), εμείς βρεθήκαμε ολωσδιόλου ανέτοιμοι και πάθαμε αιφνιδιασμό. Μιλώ εδώ για τους άοπλους πολίτες, για τους άοπλους οπαδούς του ΕΑΜ, που τέτιους είχαν πολλούς τα χωριά, παρά τις λίρες, τις απειλές και τις προπαγάνδες του Ζέρβα. Ωστόσο οι Εδεσίτες διάθεταν εκεί ανώτερες δυνάμεις, για να μην πω το σύνολό τους. Στο διπλανό μας χωριό είχε την έδρα του και το Αρχηγείο ΕΔΕΣ Ηπείρου.

Λοιπόν από τα χαράματα της Δευτέρας, χωρίς καμμιά προειδοποίηση ή ύποπτη κίνηση από μέρος μας, οι οπλοφόροι του Ζέρβα άρχισαν να πιάνουν απ’ τα σπίτια τους υπευθύνους των χωριών και άλλα τοπικά στελέχη. Στην αρχή δεν έδιναν καμιά εξήγηση γιατί τόκαναν αυτό. Ενεργούσαν απαράλλαχτα σαν την παλιά χωροφυλακή, που είχε καταργηθεί απ’ τους αντάρτες μας. Και ήταν η πρώτη δράση τους αυτή, τουλάχιστο στην περιφέρειά μας, όπου οι Εδεσίτες, για να πούμε την αλήθεια, δεν είχαν ανοίξει ούτε μύτη Ιταλού ή Γερμανού!

Όσους απ’ τους χωριάτες έπιαναν, τους οδηγούσαν στο σκολειό ή στα μαγαζιά, τους κράταγαν σε αυστηρή απομόνωση και από κει τους περισσότερους τους έστελναν πέρα απ’ το ποτάμι, σε ενδιάμεσα κρατητήρια ή κατευθείαν στο Βουργαρέλι, όπου ο Ζέρβας είχε το περίφημο «Στρατηγείο» του, απερίγραπτο σε όλες του τις εκδηλώσεις. Εκεί μάζευαν τους πιο επικίνδυνους αντιπάλους, κατά τη γνώμη τους, και τους έκλειναν σ’ ένα παλιό μοναστήρι, που δεν άργησε να γίνει τόπος μαρτυρίου, η Βαστίλη των Εαμιτών. Ειδικευμένοι βασανιστές, αποθηριωμένοι χωροφύλακες ή υπαξιωματικοί, καμιά φορά και αξιωματικοί, αλλά και φυγάδες απ’ άλλες γειτονικές περιοχές που δεν τους άφησε να σταθούν στον τόπο τους η λαϊκή δικαιοσύνη, διαβόητοι ζωοκλέφτες και άλλοι που είχαν προσωπικά με χωριανούς τους, όλος αυτός ο υπόκοσμος είχαν πέσει απάνω στους δεσμώτες, στα ανυπεράσπιστα θύματά τους και τους έδερναν, τους διαπόμπευαν, τους κατατυραννούσαν με μια αγριότητα, έναν σαδισμό που δεν είχε ιδεί ο τόπος μας ούτε στις μέρες των Τούρκων, των πρώτων του κυριάρχων. Για τους Ιταλογερμανούς δε γίνεται λόγος, γιατί αυτοί δεν είχαν πατήσει ακόμα το πόδι τους στα περήφανα βουνά μας, ούτε και αργότερα έμειναν ποτέ σ’ εκείνη την περιοχή.

-Τι σας κάναμε, βρε παιδιά; Αδέρφια δεν είμαστε; Τον ίδιο εχθρό δεν πολεμάμε; ρωτούσαν με παράπονο οι «κρατούμενοι» του Ζέρβα, αγνώριστοι, ξεγυμνωμένοι, καταματωμένοι.

«Οι άτιμοι εαμισταί εκήρυξαν δικτατορίαν του προλεταριάτου» - αυτή ήταν η δικαιολογία που επινόησε σκόπιμα (ή και την επίστεψε απάνω στο φόβο του;) ο προστατευόμενος των Άγγλων αρχηγός των μισθοφόρων. Την εκδοχή αυτή την τύπωσε σε προκήρυξή του και τη μετέδωσε σ’ όλο του τ’ ασκέρι. Όσο για το «εαμισταί» που λέμε παραπάνω, τόγραφε επίτηδες για να θυμίζει το «κομμουνισταί» και να τρομάζει τους χωριάτες, τόσο ηχητικά, ψυχολογικά, όσο και για τις μοιραίες συνέπειές του. Ας μην ξεχνάμε πως η 4η Αυγούστου δεν ήταν ακόμα μακριά και πως ο λαός δεν είχε ακόμα οργανωθεί πλατιά – στα μέρη μας, τονίζω – δεν είχε συνειδητοποιήσει την ακατάβλητη δύναμή του.

Λοιπόν ο Ζέρβας, ο στρατηγός που δεν είχε δώσει ούτε μια μάχη με τον καταχτητή, που επιπλέον απασχολούσε με την παρουσία του και τα δικά μας τμήματα, μην αφήνοντας λεύτερα τα χέρια τους να χτυπήσουν  τους φασίστες επιδρομείς, ο Ζέρβας αυτός, νομίζοντας πως κινδύνευε το τομάρι του καθώς και των ακολούθων του, παλιός τρόφιμος της στρατώνας και ειδικός στα κινήματα, πήρε στην τσέπη του το δικαίωμα να κηρύξει τότε στα χωριά μας το στρατιωτικό νόμο, επίσημα, με προκηρύξεις. Όποιος τις διάβαζε κι ήταν ανίδεος σ’ αυτά, πάγωνε το αίμα του απ’ τον τρόμο.

«Κηρύσσεται εκτός νόμου και καταδιάζεται εις θάνατον πας ανήκων εις τας αντεθνικάς οργανώσεις ΚΚΕ – ΕΛΑΣ – ΕΑΜ κλπ, ως και πας ο υποθάλπων ή μη παραδίδων αυτούς τας Εθνικάς Ομάδας. Εντελλόνται τα καθ’ ημάς τμήματα όπως άνευ ετέρας διαταγής μας κλπ.».

Δηλαδή χωρίς πρόσχημα ο Ζέρβας, νομίζοντας πως θα κυκλωνόταν από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που ήταν απλωμένες σε όλη την Ελλάδα, κήρυττε στον πανικό του το νόμο της ζούγκλας, έδινε το σύνθημα της εξόντωσης στους οπαδούς του.

Φαντάζεται ο καθένας το κυνηγητό που επακολούθησε απ’ τους νταήδες του σ’ εκείνη την περιοχή. Θρασύδειλοι ψευτοαντάρτες που έφευγαν πανικόβλητοι από παντού (γιατί είχαν αρχίσει και οι δικοί μας πια να τους αφοπλίζουν) μαζεύονταν εκεί, γύρω απ’ τον αρχηγό τους, και ξεσπούσαν απάνω στους αθώους, τους άοπλους που πιαναν. Από μερικούς, που τους έβλεπαν με πιο αδύνατα νεύρα, ζητούσαν υποταγή, ομολογίες, αλλαξοπίστισμα για να τους απολύσουν. Μα όλοι σχεδόν οι δικοί μας επέμεναν στις ιδέες τους και υπόμεναν τις πιέσεις, ξέροντας πως ο ΕΛΑΣ δεν θ’ αργούσε να τους ελευθερώσει.  Όπως κι έγινε στο τέλος.

Στο μεταξύ τα ρεκατά (πολύ δυνατές φωνές - σημ. ιστ.) που έβγαιναν απ’ το μοναστήρι του Βουργαρελιού έφταναν «σ’ άλλον τόπο». Οι γυναίκες και τα παιδιά, που άκουγαν από γύρω κόντευαν να παλαβώσουν. Και κάνανε παρουσιάσεις για να σταματήσει αυτό το κακό. Άμα όμως οι Ζερβικοί θέλανε να «περιποιηθούν» κανέναν… ιδιαιτέρως, τον μετάφερναν δεμένον στο λόγγο να μην ακούγεται και έδερναν μ’ όλη την ψυχή τους, ώσπου να τους πονέσουν τα χέρια κι ο άλλος να μείνει αναίσθητος. Πολλών πρήζονταν, πλήγιαζαν οι πατούσες απ’ το βάρβαρο χτύπημα.

Μέσα σ’ εκείνη την απίστευτη τρομοκρατία, όποιος ήταν τυχερός να μην πιαστεί εξαρχής, φρόντιζε να κρυφτεί όπου μπορούσε. Αλλά μερικοί, μην αντέχοντας στις φοβέρες για ν’ αποφύγουν τις συνέπειες, πρόδωναν τους κρυμένους.

Αυτό έπαθε κι ο ατρόμητος Τζουμερκιώτης. Ξεκομμένος απ’ τους συντρόφους του που αποσύρονταν πολεμώντας, ζήτησε καταφύγιο σ’ ένα εξοχικό καλύβι. Μα ένας χωριάτης τον μαρτύρησε κι έτσι τον πιάσαν.

Το τι τράβηξε, δε μολογιέται. Του βγάλαν τη στολή, τον ξυπόλυσαν, το κορμί του είχε χαρακιαστεί απ’ τις βουρδουλιές κι έσταζε αίμα. Όλη η λύσσα που είχαν για το λαϊκό στρατό, τον απλήρωτο, τον αυτοδημιούργητο, ξεθύμανε απάνω στον τοπικό αρχηγό, τον καπετάνιο του συγκροτήματος Τζουμέρκων. Έτσι μισόγυμνο, καταματωμένο τον πέρασαν απ’ την πλατεία του Βουργαρελιού. Κι όσοι τον είδαν θυμήθηκαν το Χριστό, τότε που τον ανέβαζαν στο Γολγοθά με το αγκάθινο στεφάνι.

Δίστασαν όμως τότε να τον σκοτώσουν. Τον έκλεισαν και αυτόν στην κατοικία των καλογέρων που είχε γίνει τόπος Ιεράς Εξετάσεως από το στρατηγό με την επισκοπική θεωρία.

Δεν ξέρω πως ξεκλέφτηκε μια μέρα απ’ τους σκοπούς ένας συγκρατούμενος του Τζουμερκιώτη, ένα λιανοπαίδι μαυρειδερό με μάτια που γυάλιζαν σαν ατσίγγανου, και πλησίασε το μάρτυρα στρατηγό:
-Καπετάν Γεράσιμε, του λέει, δε με θυμάσαι;

Εκείνος τον κύτταξε δύσπιστα, αυστηρά. Μην ήταν κανένας βαλτός;
-Είμαι ο Ρέστο Σαγάνης, συνέχισε το γυφτόπουλο, αντάρτης του τάδε λόχου, φίλος του… και ανέφερε τ’ όνομά μου.

Το πρόσωπο του Τζουμερκιώτη πήρε να ημερεύει.
-Αλήθεια, τι να γίνεται ο φίλος μας τώρα; Ξεθαρρεύτηκε το παιδαρέλι βλέποντας το ύφος του άλλου.
-Να σου πω εγώ τι γίνεται, του αποκρίνεται ο ψηλόκορμος αρχηγός. Θάναι σε καμιά βαθειά – βαθειά τρύπα και θα γράφει κανα βαθύ – βαθύ ποίημα.

Και πραγματικά το πέτυχε, σα ναταν προφήτης. Εκείνες τις μέρες εγώ, αποκλεισμένος από τους δικούς μας, κρυβόμουν μέσα στο δάσος ή σε σπηλιές, όπου έμεινα δέκα μέρες. Τότε βρήκα τον καιρό να διαβάσω για πρώτη φορά, από ένα κείμενο που είχα μαζί μου, τον Αριστοφάνη. Έκανε όμορφες χινοπωριάτικες λιακάδες και μέσα σ’ εκείνον το φυσικό διάκοσμο ένιωθα καλύτερα το μεγαλύτερο κωμικό, παρ’ όλη την αντίθεση των γεγονότων.

Έγραψα τότε και κάτι στίχους που τους ετιτλοφόρησα «Διωγμός». Μα αργότερα ακολούθησε κι άλλο κυνηγητό, κι άλλο (που τα πλήρωσε όμως κι ο ίδιος μαζωμένα στην Κέρκυρα!) με ανάλογη παραγωγή. Έτσι άλλαξα τον τίτλο εκείνου του κομματιού μου και τόκαμα «Πρώτος Διωγμός». Έγραψα τρεις τέτιους ως την ώρα… κι έχει ο Θεός.

Όταν κανένας πάρει το δρόμο της αλήθειας, ανακαλύπτει με κάποια έκπληξη – αλλά και με κρυφή χαρά όταν είναι αποφασισμένος – πως η πάλη με τα στοιχεία του Κακού, όσο δεν έχουν ακόμα νικηθεί, παίρνει όλο και νέες φάσεις, απαιτεί όλο και καινούργιες δυνάμεις. «Κι ο αρνηθείς (=εκείνος που λέει τ’ «Όχι», που συνεχίζει την Αντίσταση) δεν μετανιώνει», κατά τον Ποιητή.

Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

2 σχόλια:

Νίκος Σαραντάκος είπε...

Οικοδόμε, το πιο πιθανό είναι το πρώτο ποίημα να είναι αυτό που έχει τίτλο "Τον καιρό του διωγμού".

Οικοδόμος είπε...

Να σου πω την αλήθεια Νίκο, μου πέρασε από το μυαλό. Η περιγραφή ταιριάζει. Μπορεί.
Καλή δύναμη!