Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Ναπολέων Λαπαθιώτης: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας…»


Τρυφερός, ευαίσθητος, ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, εκκεντρικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του και με τη ζωή του πήγε κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του. Γεννήθηκε στις 31 του Οκτώβρη 1888, από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια και σπούδασε νομικά, ζωγραφική και πιάνο. Το 1897 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων». Το 1905 όντας φοιτητής της Νομικής  και θαυμαστής του Όσκαρ Ουάιλντ εμφανίζεται στους λογοτεχνικούς κύκλους μέσα από το περιοδικό «Νουμάς».

"Ποιος ήταν ο κομμουνιστής Λαπαθιώτης;

Ο Λαπαθιώτης ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία τη δεκαετία του '20. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου ο ποιητής παρακολουθούσε ανοιχτά συγκεντρώσεις «παράνομων». Στα 1929 διαπληκτίστηκε με τον λόγιο φίλο του Χαρίλαο Παπαντωνίου για μια φράση του «επιπολαία και ανευλαβή προς την κομμουνιστική ιδεολογία», όπως αναφέρει σε επιστολή του στο περιοδικό Μπουκέτο. Συνεργάστηκε με τον παράνομο «Ριζοσπάστη»: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας. Αν αποτύχει και σ' αυτό, δεν της απομένει παρά η επιστροφή στο σκοτάδι και την αποκτήνωση». Στα 1932 δημοσίευσε στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το πεζό ποίημα «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».

Πέρα απ' όλα αυτά, ο Λαπαθιώτης έζησε με λαϊκό κόσμο, ανθρώπους της εργατικής τάξης και της βιοπάλης, σε όλη του τη ζωή, στις περιπλανήσεις του στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου, σύμφωνα με τον Γιώργο Τσουκαλά, «άφηνε στη μέση τη συζήτηση που είχε μ' έναν λόγιο φίλο του και γυρνούσε στον Μενιδιάτη φίλο του, ρωτώντας τον για τα αμπέλια και τα πρόβατά του». Στην Κατοχή, ο Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς του ΕΛΑΣ στο σπίτι του, και στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων έδωσε τα όπλα του πατέρα του, του στρατηγού."*

Το 1916 δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» το ποίημά του «Κραυγή», και στη συνέχεια ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου γνωρίζεται με τον Καβάφη. Το 1927 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσιοποιεί ότι ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία, ενώ με γράμμα του προς τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών (δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη) δηλώνει ότι «η χριστιανική θρησκεία όπως επίσης και κάθε άλλη θρησκεία μου έχει αποβή τελείως περιττή» και του ζητάει να τον αφορίσει.

"Τι ήταν αυτό που τον απωθούσε στην αστική τάξη;

Ο Λαπαθιώτης ανήκε σε μια αστική τάξη, που δεν είχε βαθιά παράδοση στην Ελλάδα. Καθώς στη χώρα μας δεν υπήρχε βιομηχανική επανάσταση και γνήσια αστική τάξη, αλλά μόνο εισαγωγή της ψυχολογίας του αστισμού, ακόμη και τα λίγα τζάκια στα οποία ανήκε η οικογένειά του, μαϊμούδιζαν τους Ευρωπαίους, Γάλλους και Ιταλούς. Το γούστο αυτής της τάξης τον απωθούσε, γι' αυτό και λαϊκοποίησε την ποίησή του."*

Ο θάνατος της μητέρας του το 1937 θα τον κλονίσει ψυχολογικά. Δυο χρόνια αργότερα τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή, ενώ έχουν ήδη  εμφανιστεί τα πρώτα του οικονομικά προβλήματα. Στην Κατοχή πάμφτωχος και εξουθενωμένος από τις καταχρήσεις δέχεται ένα ακόμα μεγάλο χτύπημα· πεθαίνει ο πατέρας του. Για να επιβιώσει αρχίζει να πουλά τα βιβλία του και άλλα προσωπικά του αντικείμενα.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ναπ. Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς ΕΛΑΣίτες πατριώτες στο σπίτι του, ενώ παρέδωσε τα όπλα του πατέρα του (ήταν στρατιωτικός) στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων. Στις 7 του Γενάρη 1944 αυτοκτόνησε με περίστροφο. Τα έξοδα της κηδείας του  καλύφθηκαν από έρανο μεταξύ των φίλων του λογοτεχνών.

* Το 1999 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του σκηνοθέτη-συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη «Χαίρε Ναπολέων», δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Σε συνομιλία του με τον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, 11/5/2000) ο Τ. Σπετσιώτης θα μιλήσει για τη ζωή και το έργο του ποιητή. Από αυτή τη συνομιλία τα δυο ένθετα της ανάρτησής μας.

Σάββατο 7 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Μεσάνυχτα με τον «Θλιμμένο» Γκίνσμπεργκ


"Αν θέλεις σήμερα να πιάσεις τον ήχο της Αμερικής, άκουσε οποιοδήποτε κομμάτι του Τζίμι Χέντριξ. Αν θες τα χρώματά της, κοίτα τις ζωγραφιές του Τζάκσον Πόλοκ. Αν θες όμως τη φωνή της, διάβασε τον Αλεν Γκίνσμπεργκ.

Ο Αλεν Γκίνσμπεργκ γεννήθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ το 1926. Ηταν γιος του Λιούις Γκίνσμπεργκ, δασκάλου και λυρικού ποιητή, και της Ναόμι, δραστήριου μέλους του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οπως μας πληροφορεί ο Τάσος Σαμαρτζής, ο Αλεν ταξίδευε σε όλον τον κόσμο ακούραστα, ακόμη και τα τελευταία χρόνια που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, διαβάζοντας τα ποιήματά του στη Ρωσία, την Κίνα, την Ευρώπη, το Νότιο Ειρηνικό και συνοδεύοντας συχνά τις απαγγελίες του μ' ένα φορητό μικρό αρμόνιο, που είχε αγοράσει στο Μπεναρές της Ινδίας.

Ορισμένοι διέδωσαν ότι ο Γκίνσμπεργκ πέθανε στις 6 Απριλίου 1997 στο διαμέρισμά του στο Ιστ Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Το έχω πει και θα το ξαναπώ πολλές φορές: μην πιστεύετε ποτέ ό,τι ακούτε. Απόδειξη ότι ο Γκίνσμπεργκ, περαστικός από την Αθήνα, μου χτύπησε το κουδούνι τα μεσάνυχτα. Η μεγάλη μου χαρά συνοδεύτηκε από ερωτήσεις.

― Τι άφησες πίσω σου, Αλεν, τώρα;

― Φαντάσματα της τηλεόρασης, που ακόμα στοιχειώνουν το σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα. Ο μελιστάλαχτος Μπιγκ Κρόσμπι, ο Ελβις Πρίσλεϊ ο σταρ του ροκ εν ρολ, ο κωμικός Γκρούτσο Μαρξ με το μουστάκι, ο Αϊνστάιν που ανακάλυψε το σύμπαν, η Ναόμι Γκίνσμπεργκ η κομμουνίστρια μούσα, η Ισιδώρα Ντάνκαν να χορεύει με διάφανες εσάρπες, ο Τζακ Κέρουακ ο ευγενής ποιητής, ο Τζίμι Ντιν ο μυστικός ηθοποιός, ο Μπόρις Καρλόφ, ο γερο-Φρανκεστάιν, διασημότητες και ασημότητες ξεχωριστά, απόντες από τις τροχιές τους, σκιές που έχουν ξεχαστεί, που πια δεν αναπνέουν.

― Μίλησε μου για τη γενιά σου...

― Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα απ' την τρέλα, υστερικά, γυμνά και λιμασμένα, /να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια αναγκαία δόση,/ χίπστερς μ' αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση με την αστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,/ που φτωχοί, κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια στάθηκαν καπνίζοντας μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων, αιωρούμενοι πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στην τζαζ,/ που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό κάτω απ' τον εναέριο σιδηρόδρομο κι είδαν αγγέλους μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,/ που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια, με παραισθήσεις του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλέικ ανάμεσα στους μελετητές του πολέμου,/ που διώχτηκαν από τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,/ που διπλώθηκαν απ' το φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων.

― Γιατί συνεχίζεις να γράφεις;

― Για να ξεπεράσει η προσευχή μου την αντίληψή μου, για να μη φοβάμαι πλέον καμία κρίση για τον Αλεν αυτού του κόσμου, γεννημένου στο Νιούαρκ, ερχόμενου στην αιωνιότητα στη Νέα Υόρκη, κλαίγοντας ξανά στο Περού για ανθρώπινη γλώσσα, για να ψάλω το ανείπωτο, για να ξεπεράσω τον πόθο για υπέρβαση και να εισέλθω στο γαλήνιο νερό του σύμπαντος, για να τα βγάλω πέρα μ' αυτό το κύμα, να μην πνιγώ για πάντα στον κατακλυσμό της φαντασίας μου, για να μη σκοτωθώ μέσα από την ίδια την τρελή μαγεία μου, αυτό το έγκλημα τιμωρείται στις σπλαχνικές φυλακές του Θανάτου, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την ομιλία μου εξαιτίας της δικής τους άσπλαχνης καρδιάς, οι προφήτες με βοηθούν με διακηρύξεις, τα σεραφείμ επευφημούν το όνομα σου, Εσύ μεμιάς με το πελώριο Στόμα του Σύμπαντος κάνε το κρέας ν' αποκριθεί."

Μέσα από τον παραπάνω «διάλογο» (Ριζοσπάστης, 22/12/2002) ο δικός μας ποιητής και ζωγράφος Γιώργος Κακουλίδης μας μεταφέρει σε μια «συνάντηση»  με τον Αμερικανό ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ (3 Ιούνη 1926 – 5 Απρίλη 1997). Έντονα πολιτικοποιημένος, ο Γκίνσμπεργκ υπήρξε στα νιάτα του, για ένα διάστημα, μέλος του ΚΚ ΗΠΑ. Στην περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ συμμετείχε ενεργά στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις και σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και 1980 ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση με συμμετοχή σε κινήματα υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, κατά της κατοχής πυρηνικών όπλων ή για την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ δεν έλειψαν και οι «πειραματισμοί» του με το αλκοόλ και ναρκωτικές ουσίες.

Ο Γκίνσμπεργκ ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς των «μπητ» (Τζακ Κέρουακ, Γουίλιαμ Μπάροουζ κ.ά.) γνωστός κυρίως για τα ποιήματά του Ουρλιαχτό (Howl) και Καντίς (Kaddish).Το ποίημα Ο θλιμμένος μου εαυτός προδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ποιείν, λίγο πριν  κυκλοφορήσει η συλλογή Ποιήματα του Ά. Γκίνσμπεργκ, μετάφραση μετ. Γ. Λειβαδάς, Ηριδανός 2009, στην οποία περιλαμβάνεται.

Ο ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟΣ

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν -

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Σικελιανός, η απάντηση στην πτώση μας



Με μια εύστοχη «παρέμβαση» του αγαπημένου μας Γιώργου Κακουλίδη, ποιητή και ζωγράφου, υποδεχόμαστε τη νέα χρονιά. Από τότε που γράφτηκε πέρασαν δέκα χρόνια, χρονικό διάστημα ικανό για να «μετρηθεί» η πτώση που βιώνουμε ως κοινωνία και ο καθένας ξεχωριστά. Ασυναίσθητη (;) επιλογή είτε αποτέλεσμα καταναγκασμού, είναι βέβαιο ότι κάποιοι επενδύουν και ωφελούνται από την πτώση μας. Ο γκρεμός δεν αποτελούσε ποτέ διέξοδο για τους ανθρώπους με συνείδηση. Αυτή, τη συνείδηση, φοβάται η οικονομική εξουσία (η πιο αιμοβόρα και αδίστακτη όλων) μη ξυπνήσει, αυτή προσπαθούν με κάθε τρόπο (και το καταφέρνουν, είναι η αλήθεια) να κρατήσουν στα σκοτάδια. Τα σκοτάδια που σκίζει η ποίηση μέσω των αξιότερων εκφραστών της.

Καλή χρονιά!
Καλή δύναμη!
  
 Σικελιανός: Η απάντηση στην πτώση μας
(Ριζοσπάστης, 9/4/2006)

Μέσα στο δομημένο τίποτα που μας καθιστά τυφλούς, αδύναμους καταναλωτές της αισθητικής της Νέας Δημοκρατίας, που άρχισε από τα χρόνια της δικτατορίας και συνεχίζεται, είναι καιρός να φτάσει σε μας το φως του Σικελιανού.

Από τη γέννησή του, το 1884, μέχρι το 1951, που πήρε κατά λάθος το φάρμακο που τον οδήγησε στο θάνατο, η παρουσία του Αγγελου Σικελιανού υπήρξε η πιο ευεργετική αναστάτωση που γνώρισε η τέχνη μας. Ας θυμηθούμε τι έγραψε γι' αυτόν ο Γιάννης Ρίτσος: «Ελληνας ποιητής, με την πιο βαθιά σημασία της λέξεως. Ελληνας από ένστικτο, συνείδηση και πεποίθηση, τόσο που η μυθολογία, η ιστορία και η τέχνη της Ελλάδας ν' αντιστοιχεί στα στάδια της αυτογνωσίας του και της δημιουργίας του και να συνεχίζεται στο έργο του. Στην εποχή μας που συχνά οι αξίες συγχέονται και ανταλλάσσονται κάποτε μεγάλες εθνικές, θεμελιακές παραδόσεις αιώνων, μ' έναν επίπλαστο, πρόχειρο και φανταχτερό κοσμοπολιτισμό ή και μ' έναν αποχρωματισμένο διεθνισμό, η ώρα του Σικελιανού μοιάζει να 'χει περάσει. Μα η ώρα των αληθινών ποιητών δεν περνάει ποτέ. Και θαρρώ πως πάντα θα τον συναντάμε και θα τον ανακαλύπτουμε ξανά, βοηθούμενοι έτσι ν' ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας και το χώρο μας και, περίπου, τη μοίρα μας όσο κι αν ο έντονα φωτεινός και ανεπανάληπτος λόγος του - γνήσιος, ειλικρινής και ακριβής στα δικά του μέτρα - πέφτει κάπως βαρύς στη σύγχρονη ευαισθησία, που αξιώνει μιαν άλλη ακρίβεια και μια μεγαλύτερη μετριοπάθεια τόνου».

Μικρό Ανθολόγιο

Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΤΖΕΣΙΒΑΝΟ (ΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ ΒΟΥΔΑ)
Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι / ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του / την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι. / Κι όπως κυλά, από τ' άδυτα του αδύτου / των ουρανών, μες στη νυχτιά έν' αστέρι / ή ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι / έτσι απ' τα στήθη πέταξε η πνοή του. / Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε. / Γιατί μονάχα εκείνοι π' αγαπάνε / τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία / μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι / της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ / που γέρνει πια με θείαν αταραξία!

Virgo Potens
Βαθιά μου μια φεγγοβολή / μεγάλη, η παρθενιά Σου. / Κι ωσά μια νέα ανατολή / στη μοίρα μου η καρδιά Σου. / Στον δρόμον όπ' ανηφορώ / κι αγκάθια είναι γεμάτος / δώσε να πάω σα σε χορό / κρίνα ν' ανθεί κι ο βάτος.../ Κάμε, στον όχλο αναμεσής, / να μην περάσω ως θύμα / αλλ' ως εδιάβη ο Μωυσής / στη μέση από το κύμα... / Σαν η αδερφή του Ααρών / το τύμπανο που εκράτει / τη βοή νικώντας των νερών / αγνάντια μου περπάτει! / Και με τα χέρια τα ιερά / π' ασπρολογάν σαν κρίνοι / τόνιζ' Εσύ τη θεία χαρά / προτού ο καιρός με κρίνει.../ Και μη μ' αφήσεις μοναχό / σα σφίξω το κοντάρι.../ Μα ως του όνειρού Σου το βυθό / γίνε κι Εσύ λιοντάρι!

Σπάρτη
Εχω καιρό που σου φυλάω καρτέρι, / ανάμεσ' απ' τους άλλους, με το μάτι / σ' εδιάλεξα σα να 'σουνα το αστέρι, / μόχει η θωριά σου την καρδιά χορτάτη, / Ακου... Ας σου σφίγγω δυνατά το χέρι, / τα νιάτα έτσι δαμάζονται σαν άτι.../ Για μια νυχτιά, της γυναικός μου αϊταίρι / θα γείρεις στο δικό μου το κρεβάτι! / Τράβα... Βαθύζωνη είναι και δεμένη / στην ομορφιά σαν την ψηλήν Ελένη... / Γιόμοσ' τη εσύ με το γενναίο σου σπέρμα... / Στο δυνατόν αγκάλιασμά σου πάρ' τη / για μια νυχτιά και σκώσε ομπρός στη Σπάρτη / μ' άξιον υγιό, τα γερατειά μου τα έρμα!

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Το ποίημα τη χαράς και της κρεμάλας (Γιώργος Κακουλίδης)


Το ποίημα τη χαράς και της κρεμάλας

στον Θάνο Μικρούτσικο

Να κρεμαστείς
και συμφωνούν μπροστά
σε κάθε τάφο

Να κρεμαστείς
γέλια γλυκά
μάγια από στόμα πεθαμένων

Να κρεμαστείς
να είσαι καλός
θρίαμβος σκουληκιών και απογόνων

Να κρεμαστείς
σαν το κακό σε φάρσα
το καλό ανταποδίδει

Να κρεμαστείς
σαν φυλαχτό ενός τρελού όταν σφυρίζει
στις προσδοκίες των νεκρών
για την παράσταση που αρχίζει.

Γιώργος Κακουλίδης

Από την έκδοση «ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ - 7», με 7 πίνακες του Γιώργου Λαζόγκα και 7 ποιήματα του Γιώργου Κακουλίδη. Εκδ. Γαβριηλίδης

Η έκδοση περιλαμβάνει cd με 7 κομμάτια «που ανήκουν στην “τζαζ” πλευρά του Θάνου» Μικρούτσικου. 7 αυτοσχεδιασμούς που ο συνθέτης μοιράζεται με φίλους και στενούς συνεργάτες του μουσικούς.

Εικόνα: Έργο του Γιώργου Λαζόγκα (από την έκδοση).

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

«Μακάρια πληγή» - Η νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Κακουλίδη

«Μακάρια πληγή» αλληλεγγύης

Σκέψεις, εικόνες, αισθήσεις, συναισθήματα, «γεννήματα» της ανάγκης του να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να τα πει με αλληγορική αποφθεγματικότητα και με ποιητικότητα, καθώς είναι φύση ποιητική. «Με το ισπανικό σπαθί μου τρομάζω το άστρο μου να πάψει να γυρνάει σαν πεινασμένο σκυλί να γίνει λυπημένος άντρας που φωνάζει: "Λάμψτε, αγάπες μου, λάμψτε, καείτε, αγάπες μου, καείτε κι αν κανείς δεν σας βλέπει εγώ ο κομήτης θα σας πάρω μαζί μου"».
Ο Γιώργος Κακουλίδης, στη «Μακάρια Πληγή» (εκδ. Γαβριηλίδης), τη νέα ποιητική συλλογή, με ευρηματικότητα δίνει ποιητική υπόσταση στις λέξεις που με τη σειρά τους σπαρταράνε, σφαδάζουν σημαίνοντας το νόημα: «Πούλησα αίμα / στην ακτή της παιδικής ηλικίας / όπου τα μάταια αιώνια κύματα / προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν./ Πούλησα αίμα / στα πουλιά / στις γυναίκες / στον προφήτη / Ζήτησα ακρόαση από το αηδόνι / το μόνο που γνωρίζει πως είμαι άνεμος».
Οι σκέψεις του, με οξεία κρίση και εξονυχιστική παρατηρητικότητα, χωρίς να αγκομαχούν σε δαιδαλώδεις αόριστες ποιητικές συλλήψεις, κερδίζουν χρόνο, κερδίζουν μάχες, κερδίζουν ζωή. «Ας είναι καλά η παραμυθιά / που με μεγάλωσε / ας είναι καλά τα χέρια που ανακατεύουν το γάλα και τα σπλάχνα». Αντιμετωπίζοντας τη φωτιά «καίγεται» πραγματοποιώντας με την ποίηση το ωραίο ταξίδι. Σαν πουθενά αλλού να μη βρίσκει πιο όμορφο λιμάνι παρά εκείνο των λέξεων. Χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν οχυρά που μέσα τους νιώθει ασφαλής: «Ετσι έφτασα στην έξοδο / εγώ ένας μαυριτανός / από τις ανατολικές συνοικίες / με τα λόγια μου να κατεβαίνουν από τους ψηλούς κέδρους / για να σας παρηγορήσουν».
Η ψυχή του παρακολουθεί στενά το κάθε θαύμα: «Αφήνουμε πίσω μας τ' άστρα / και τους πένθιμους γαλαξίες / για να λύσουμε εδώ / κάτι λεπτές διαφορές / που μας εμποδίζουν / να γίνουμε πεταλούδες». Ετσι που όλα τα ποιήματά του γίνονται σκαλοπάτια για μια σπουδαία ανάβαση: «Στον ουρανό», εκεί όπου μετακινούνται οι «στρατιές» των ονείρων για να ξεφύγουν από το σκοτάδι και τη λύπη. «Ολα πετάνε / μόνο εγώ κυνηγώ την ψυχή / και όχι τη μοίρα μου»...
Με τη «Μακάρια Πληγή» ο Γιώργος Κακουλίδης μοιάζει να εξωραΐζει τον φόβο... «Είμαι κοντά, περίμενε και μην παγώνεις / στο κάλεσμα της νύχτας μη σιμώνεις». Στο παιχνίδι αυτό με τις λέξεις αλληλεγγύης, επιστρέφει και αντιμετωπίζει το άχθος των καιρών: «Ηθελα να χαρίσω αίμα / σε λουλούδια που σπάνε μες στη γαλήνη / λουλούδια που τρέμουν μέσα σε δίνη / λουλούδια που δεν γνώρισαν χώμα / και στους εφτά ουρανούς πετάνε ακόμα / ανέμελα με ανοιχτά τα πέταλά τους...».

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο Διονύσιος Σολωμός ανάμεσά μας

Ενας φίλος της στήλης μού επισήμανε ότι δυο χρόνια δεν έχω κάνει ένα αφιέρωμα στον Διονύσιο Σολωμό. Οχι φυσικά πως το έχει ανάγκη. Αλλά να, πρέπει ν' αφήνουμε κι εμείς ένα λουλουδάκι όποτε μπορούμε σ' αυτόν που του χρωστάμε τα πάντα στο θέμα της γλώσσας. Με τον Διονύσιο Σολωμό συμβαίνει το εξής παράδοξο: τον θεωρείς σίγουρο ότι πάντα είναι εδώ και τον καλείς μόνο όταν τον έχεις ανάγκη. Ετσι είναι. Οταν έρχονται τα δύσκολα και όλα πηγαίνουν, ξέρετε πώς, φτάνει ένα αεράκι από εκεί που κανείς δεν το περιμένει, και συνέρχεσαι.

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο μόνος ποιητής που δε θάφτηκε στη σκόνη της Εθνικής Βιβλιοθήκης, δεν έγινε κτήμα των σοφολογιότατων κάθε εποχής, κι αυτό γιατί τους πολέμησε και έζησε μέσα στον κόσμο ανοιχτός στους ανθρώπους, που τον τίμησαν με την αγάπη τους. Θα έλεγα πως ο Διονύσιος Σολωμός χάθηκε μέσα στα στοιχεία της φύσης. Κάπως έτσι θα πρέπει να προσλαμβάνουμε το έργο του. Αυτός είναι και ο τρόπος που μας προτείνει: «πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε».

Αγαπήθηκε από την εποχή του; Την απάντηση δίνει εδώ ο Ιάκωβος Πολυλάς, με τη μαρτυρία που καταθέτει για το τι έγινε όταν ο ποιητής έκλεισε τα μάτια του στην Κέρκυρα: «Ο θάνατός του, αν και μη ανέλπιστος, εκαταθορύβησε όλην την πόλη της Κέρκυρας. με την πολυκαιρινή διαμονή του, όχι ολιγότερο παρά με τη φήμη του μεγάλου νοός και της σοφίας, ο Σολωμός είχε γίνει προ πολλού σεβαστός και κοσμαγάπητος. Ωστε τίποτε δεν ημπορούσε ωραιότερα να απαντήσει το κοινόν αίσθημα των Κερκυραίων, παρά η ομόφωνη απόφαση της Επτανησιακής Βουλής, η οποία ευθύς εδιάκοψε τη συνεδρίαση κηρύττοντας δημόσιον το πένθος. και η άλλη της τοπικής αρχής, να παύσουν τα δημόσια ξεφαντώματα της απόκρεω, να μείνει κλεισμένο το θέατρο, όσο το άψυχο σώμα του θρηνουμένου ανδρός εκείτετο ακόμη μεταξύ των ζώντων».

Διάλεξα σαν ένα μικρό ανθολόγιο για τον μέγιστο, δύο απαντήσεις που έδωσε στον «Φίλο» στον περίφημο Διάλογο:

-- «ΦΙΛΟΣ: Τι σου αρέσει περισσότερο, η ησυχία της θάλασσας ή η ταραχή;
-- ΠΟΙΗΤΗΣ: Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη οπού απλώνεται καθαρότατη. την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου οπού απομακραίνει από τες ανησυχίες του κόσμου και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού επέρασαν τα καράβια μας για να πάνε στο Μεσολόγγι, μ' αρέσει περισσότερο η ταραχή. εφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία, και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου και εσυντρίβονταν εις το γιαλό της Ζακύνθου [...]
-- ΦΙΛΟΣ: Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακοιτάξεις κατά το Μοριά και να ξανασωπάσεις... αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλείς όποτε θέλω.
-- ΠΟΙΗΤΗΣ: Εκατάλαβα. θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα. μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει να πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει. γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο».

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ανάμεσά μας τώρα που η Ελλάδα παίζει πάλι στα δύσκολα, τώρα που «μοναχή το δρόμο επήρες,/ εξανάλθες μοναχή. δεν είν' εύκολες οι θύρες,/ εάν η χρεία τες κουρταλεί».

Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ στον Ριζοσπάστη (23/6/2002)

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ, ο ποιητής των «συρμάτων» ζει στη Χίο...

Η σελίδα 2 του «Βιβλίου Κομμουνιστών» της Ασφάλειας Χίου, με πρώτο το όνομα του Φώτη Αγγουλέ και στήλες που περιέχουν βιογραφικά στοιχεία και τη δράση του ποιητή. Το βιβλίο ανακάλυψε ο Παντελής Στεφάνου.
Ο ποιητής των «συρμάτων». - Στο Δημοτικό Κήπο της Χίου βρίσκεται η προτομή του Φώτη Αγγουλέ. Λίγοι απ' τους επισκέπτες του αιγιοπελαγίτικου νησιού, μαζί δυστυχώς και λίγοι ντόπιοι, γνωρίζουν τη συμμετοχή του Φώτη Αγγουλέ στους πατριωτικούς και κοινωνικούς αγώνες, αλλά και την προσφορά του στα Ελληνικά Γράμματα. Το έργο του δεν προβλήθηκε - όχι τυχαία - ούτε στα σχολεία του νησιού. Τη «γνωριμία» όμως με τον Χιώτη ποιητή ανέλαβε να την κάνει στη νεολαία του ακριτικού νησιού, το Πολιτιστικό Τμήμα της Νομαρχιακής Επιτροπής Χίου του ΚΚΕ.

Ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε το 1910 στο Τσεσμέ της Μ. Ασίας και πέθανε στις 28 Μάρτη 1964. Εγκαταστάθηκε, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στη Χίο όπου ζούσε ως ψαράς. Στον πόλεμο κατέφυγε στη Μ. Ανατολή, όπου και κατατάχθηκε εθελοντής στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Οργανωμένος στην Αντιφασιστική Οργάνωση Ναυτικού (ΑΟΝ), γνώρισε διώξεις, φυλακές, στρατόπεδα, εξορίες, τόσο απ' τους Αγγλους όσο και από τις ελληνικές κυβερνήσεις, εξαιτίας της ένταξής του στο ΚΚΕ.

Ο «ποιητής των συρμάτων», κρατούμενος των Αγγλων στο στρατόπεδο Μπαρντίας της Μ. Ανατολής, μαζί με 15.000 Ελληνες δημοκρατικούς στρατιώτες και μέσα στο χαροπάλεμά του απ' την αρρώστια του άσθματος που τον βασάνιζε, γράφει αναπολώντας τη μορφή του Μπάιρον:
«Εμείς την εκτιμούμε τη φιλία / εμείς τη λευτεριά την αγαπούμε... / Μα τώρα που βάρβαροι οι δικοί σου / μας τυραννούν τι να τους πούμε;»
Ο Φώτης Αγγουλές αποφυλακίστηκε το 1956 μετά από οκτώ χρόνια. Γύρισε στη Χίο, που τη θεωρούσε του ξενιτεμού του «Πατρίδα». Με την υγεία του σοβαρά κλονισμένη από τις κακουχίες της φυλακής, κατατρεγμένος και βαθιά πληγωμένος, έβρισκε στέκι στο λιμάνι σε κάτι απόμερα ταβερνάκια και παρηγοριά στο πιοτό.
Ο Φώτης Αγγουλές (αρχείο Νίκης Κουτσουμπέκη -Καράλη)
Φίλοι παλιοί του συμπαραστάθηκαν, σύντροφοι στον αγώνα και τη ζωή. Ο εκδότης της εφημερίδας «Χιακός Λαός», το 1958, τον πήρε στο τυπογραφείο κι εκεί με τα ίδια του τα χέρια στοιχειοθέτησε τη συλλογή «Πορεία μέσα στη νύχτα» , που ήταν μια επιλογή από παλιά δημοσιευμένα και νέα ποιήματα. Τα μετέφερε και μετά τα τύπωσε στο τυπογραφείο του Ζήσιμου, όπου λίγα λίγα τα έδενε σε τόμους. Αλλα τα μοίραζε σε γνωστούς και φίλους, κι άλλα τα πούλαγε για χαρτζιλίκι. Ηταν η τελευταία ποιητική συλλογή που άφησε. Είχαν προηγηθεί, απ' το 1934 ακόμη, οι συλλογές «Αναβασιά», «Κραυγές στον ήλιο», «Μενεξέδες», «Εντελβάις», «Ο λαός της Πατρίδας μου», «Φλόγες του δάσους» και «Φωνές».

Απ' το 1964 που πέθανε, είχαν μείνει ξεχασμένα στο τυπογραφείο, για 39 ολόκληρα χρόνια, περίπου 1.000 αντίτυπα σε οχτασέλιδα. Από εκεί τα μάζεψαν οι σύντροφοι της ΝΕ της Χίου του ΚΚΕ και με την ευλάβεια που αρμόζει στο πνεύμα και στο στίχο του Φώτη Αγγουλέ, τα βάλανε σε τάξη κι αποτελειώσανε το έργο των χεριών του.

Το έργο του Αγγουλέ διαχρονικό, αγγίζει το σήμερα. Αν και στις πρώτες ποιητικές του δημιουργίες, διαφαίνεται ένας μελαγχολικός πεσιμισμός, στη φυλακή γράφει τα πιο αισιόδοξα ποιήματα, αφού μέσα στον αγώνα και στη στράτευση διαπιστώνει το πραγματικό νόημα της ζωής. Η φτώχεια, η ανεργία, η στέρηση, η ανασφάλεια, η βία, ο φόβος του πολέμου, ο θάνατος, που ήταν πηγές έμπνευσης του ποιητή, είναι τόσο επίκαιρα και καθημερινά σήμερα.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ – Η νυχτερίδα




Μέσα στο αίμα έμαθα να περιμένω
να πιάσει η δική μου προσευχή
να μπεις, Θεέ μου, σαν λιοντάρι
μα σαν σκυλί σκυφτό να βγεις.

Έλα στου κάτω κόσμου το σκοτάδι
του γέρου του πατέρα μου βρες τη φωνή
όταν με δάκρυα –η τρελή- ζητάει
όλο το φως που έχει στερηθεί.

Παρ’ την επάνω, καν’ την πεταλούδα
κι άσε την ήσυχη να ζει
κι όσο για μένα που μπροστά σου γονατίζω
και νιώθω την ανάσα σου στην πλάτη μου καυτή
ξέρω, με θες, γι’ αυτό σου ψιθυρίζω
απελθέτω από εμέ το ποτήριον τούτο
γιατί έγινα με τη θέλησή μου νυχτερίδα
ακίνητη και σιωπηλή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ


«Μονσινιόρ, 1996» - Από το βιβλίο του «Η αλήθεια που δεν υπάρχει», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1999.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Με τον Γιάννη Βαρβέρη ... στα ξένα

Γεννήθηκε το 1955 στην Αθήνα. Εχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές, τον συγκεντρωτικό τόμο «Ποιήματα 1975-1996», μεταφράσεις, θεατρικά και λογοτεχνικά δοκίμια. Γράφει κριτική θεάτρου. Εχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου και το Βραβείο Καβάφη. Μεταφράσεις του, αττικής και νέας κωμωδίας, έχουν παρουσιαστεί στο θέατρο. Πρόσφατα εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Στα ξένα» από τις εκδόσεις «Κέδρος».
Με τον Γιάννη Βαρβέρη γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Είναι από τα πρόσωπα που εκτιμώ και σέβομαι για το ήθος και τη δραστική παρουσία τους μέσα στα Γράμματα. Κατέβηκα λοιπόν από τον άμβωνα της κριτικής και αφέθηκα, όπως πάντα γοητευμένος, σε μια φανταστική συνομιλία μαζί του, για πώς, αν και ζούμε στο κέντρο των Αθηνών, νιώθουμε ότι ζούμε στα ξένα!
- Γ.Κ.: Ποια είναι η σχέση σου με τον γενέθλιο τόπο;
- Γ.Β.: ...όπως ο Κολόμβος / του Βαρθολομαίου Ντιάζ / και ο Ντιάζ του Βάσκο ντα Γκάμα / τα θαυμαστά κατορθώματα / ο ένας του άλλου, τα ζήλευε κρυφά / όχι πολύ / αλλά λίγο / ιδίως όμως / όπως απαρηγόρητος τις νύχτες / ανάμεσα στα γραψίματα / έπρεπε ανούσιες γι' αυτόν / αλλά σημαντικότατες για το imperium / να παίρνει αποφάσεις / ο μελαγχολικός αυτοκράτωρ - Μάρκος Αυρήλιος / έτσι ακριβώς / τώρα από δω / μ' αυτά ακριβώς τα κιάλια πια / κοιτάζω την πατρίδα.
- Γ.Κ.: Πώς είναι η ζωή σ' αυτά τα πάτρια ξένα;
- Γ.Β.: Ζούμε καλά / σ' αυτό το απόμερο νεκροταφείο. / Στους ευάερους τάφους / κάνουμε πρόβες ξαπλωμένοι / ενώ φυσάει από παντού ζωή / και μας γεμίζει νιάτα. / Οταν τελειώνει η πρόβα σηκωνόμαστε / γεμάτοι αισιοδοξία και δύναμη. Αύριο πάλι. / Οι πρόβες συνεχίζουν επ' αόριστον / και μας μικραίνουν / σιγά σιγά ξαναγυρίζουμε στη γέννησή μας / και παραδινόμαστε / ετοιμοθάνατα νεογέννητα / γεμάτα σφρίγος. / Ζούμε καλά / σ' αυτό το απόμερο νεκροταφείο. / Ποτέ σας δε θα μάθετε / πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος / σε βρέφος / που δεν κλαίει».
- Γ.Κ.: Σ' αυτή την πρόβα της ζωής, σ' αυτά τα ξένα, υπάρχει χαρά;
Γ.Β.: ... Εδώ / το μόνο γιορτινό στρωμένο / είναι το Πάσχα / αλλόκοτο, καθημερινό: / μέσα στο μπούγιο σταύρωσης κι ανάστασης / ανάμεσα κατάνυξη και ξέφρενη χαρά / το αίμα πήζει / γίνεται Χριστούγεννα / θαύμα, φωνάζουν / κρυβόμαστε / ζούμε.
- Γ.Κ.: Τι πρέπει ν' αποφεύγουμε;
- Γ.Β.: Μην πλησιάζετε τους συνεξόριστους / τους κυνηγάει της εξορίας ο ίσκιος. / Ισκιος στον τοίχο ο αρουραίος / του αίματος / φοράει χλαμύδα σκόνη της στιγμής / σκόνη θα κάτσει απάνω σας / η ξένη γη. / Μην πλησιάζετε ποτέ τους συνεξόριστους / ίσκιο φουρνίζουν / για να θρέψουν το κρέας τους / τα κόκαλά τους τα πετούν στους πέντε δρόμους / δασκαλεμένα εκείνα ψάχνουν για σκυλιά / εγώ σας θέλω αδέσποτα. / όποιος εδίψασε τους όμοιους / ας ελπίσει / όποιος εδίψασε / είν' ο έτοιμος / είν' ο πιωμένος.
- Γ.Κ.: Ωστόσο, είμαστε άνθρωποι που μοιάζουμε χαμένοι. Υπάρχει τίποτα που ν' απαλύνει αυτή την αίσθηση;
- Γ.Β.: Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. / Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι. / Δε μας παρηγορεί η υγεία: / μια πλήξη πια, υγιείς εμείς / μόνο να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους. / Δε μας παρηγορούν τα χρήματα: / έχουμε τόσα / που μπορούμε και να τα αγοράσουμε. / Δε μας παρηγορούν ούτε τα σώματα: / μας παραδίδονται αφειδώς / γιατί το σφρίγος πάντοτε / ποθούσε τη σοφία. / Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι. / Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ πικραμένοι. / Αυτό μονάχα μας παρηγορεί.

Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ
Ριζοσπάστης, 13/1/2002

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Ο ποιητής πολεμιστής (Άραβες ποιητές ενάντια στον πόλεμο)

 
Οι μεγάλοι ποιητές του Ιράκ είναι εδώ ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ποιητές πολεμιστές που μας δείχνουν το δρόμο. Η ιστορία τους άρχισε όταν ο Μαχμούτ ελ Μπαρούντι, το 1870, αντιδρώντας στους Δυτικούς και στην επίδραση που είχαν στην ποίηση των Αράβων, δημιούργησε, με την επιστροφή στις ρίζες, τον αραβικό νεοκλασισμό. Ο αραβικός ποιητικός λόγος στις μέρες αυτές του πολέμου παίζει καθοριστικό ρόλο. Μαζί με τους Ιρακινούς ποιητές ενάντια στον πόλεμο γράφουν ποιητές από τη Συρία και την Αίγυπτο.

Μπαντρ Σαΐντ ελ Σαγέμπ (Ιράκ):«Φωνάζω το όνομά σου, Ιράκ! Η φωνή αντηχεί, έρχεται πίσω λυγμός. Κι εγώ επιμένω [...] Οι κραυγές μου πέτρες, το στόμα μου πέτρα, πέτρα, λεκές από αίμα βάφει το λαό μου ολόκληρο...».

Αμπντέλ Βάχαμπ αλ Μπαγιάτι (Ιράκ): «Οι δολοφόνοι των λαών μετρούν τις κινήσεις της καρδιάς μου και στη βασανισμένη πατρίδα επαγγέλλονταν έναν κόσμο ελεύθερο, τα θαύματα των δολαρίων. [..] Βάφουν τις σημαίες των λαών με το αίμα λαών».

Ναζίρ Κουαμπάνι (Συρία): «Πότε, αφεντικό, θα το νιώσεις ότι εγώ δεν είμαι όπως οι άλλοι [...] Πότε θα νιώσεις ότι ποτέ δε με κέρδισες με όλο το χρυσάφι και τα βασίλεια; Οτι ποτέ δε θα κερδίσεις την καρδιά μου [...] με το πετρέλαιο, με τις λιμουζίνες που ρίχνεις στα πόδια των σεΐχηδων; [...] Κούφιε σεΐχη των πετρελαίων, μένεις μια κάμπια ποταπή. Ξεπούλησες το θεό. Ξεπούλησες τους τάφους των νεκρών σου σαν οι λόγχες του Ισραήλ να μην είχαν βιάσει τα παιδιά σου.[...] Η Χάιφα, η Βιρσεβδά, αυτές οι πολιτείες από το κοινό αραβικό κορμί μας πνίγονται στο αίμα».

Φαρούκ Σούσα (Αίγυπτος): «Οι τύραννοι θα μείνουν τύραννοι, γιατί εμείς τρέφουμε την τυραννία, γλείφουμε τα πόδια τους με σκυμμένο κεφάλι.[...] Και ξαφνικά, μέσα στον ύπνο μας, μας ξυπνάνε οι οβίδες του πολέμου, που πετυχαίνουν πάντα το στόχο τους».

Του ποιητή Γιώργου Κακουλίδη (Ριζοσπάστης, 4/4/2003)

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Ο Θεός, ο Θάνατος και ο Εωσφόρος ακόμη ρίχνουν τα ζάρια τους για τον Μίλτο Σαχτούρη. Και τέλος δεν έχει αυτή η παρτίδα…




Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, στις 29 Μαρτίου του 2005. Σημαντικότερο από τις ημερομηνίες και τους  αριθμούς, από το πότε ήρθε, πόσο έζησε και πότε έφυγε ένας ποιητής, είναι το αποτύπωμα που άφησε πίσω του. Κατά πόσο κατάφερε να σημαδέψει τις γενιές, τις σύγχρονές του,  και κυρίως τις επόμενες. Ο Σαχτούρης άφησε βαθύ το αποτύπωμά του στην ποίηση και μέσα από αυτή σε όλους όσους κοινωνούν με το έργο του. Ποιος είναι όμως καταλληλότερος να μιλήσει γι’ αυτό, αμ όχι ένας –άλλος- ποιητής; Αναδημοσιεύουμε από τον Ριζοσπάστη ένα κείμενο του  Γιώργου Κακουλίδη, που δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες λίγες μέρες μετά το θάνατο του ποιητή. Από το κείμενο αυτό  και ο τίτλος της ανάρτησης.

Ακόμη είναι νύχτα, κύριε Σαχτούρη

1. Είναι νύχτα στο υπόγειο δωματιάκι του ποιητή Νίκου Καρούζου. «Ο Σαχτούρης, φωνάζει ο Νίκος, όταν γεννήθηκε, διάλεξε την τυφλότητα ως τη μόνη αληθινή κατάσταση της όρασης».

2. Είναι νύχτα στο παγωμένο Σάλτσμπουργκ. Ενα κορίτσι με κόκκινο φόρεμα οδηγεί επάνω στον πάγο έναν τυφλό. Τους βλέπω μέσα από το σπίτι του ποιητή Γκέοργκ Τρακλ. Βρίσκομαι στο δωμάτιό του, που είναι και δωμάτιό σας, κύριε Σαχτούρη.

3. Είναι νύχτα. Ο κύριος Σαχτούρης γλίτωσε. Γλίτωσε από την εταιρία που δολοφονούσε ποιητές, της οποίας ιδρυτής ήταν ο Κατσίμπαλης. Αυτός ο πλούσιος φτηνός γέροντας, που απειλούσε με το μπαστούνι του όποιον δεν προσκυνούσε τον πρέσβη Γιώργο Σεφέρη. Οταν ο θάνατος αποφάσισε να πάρει τον Κατσίμπαλη, δεν τον χτύπησε με το δρεπάνι του, αλλά με το μπαστούνι, το μπαστούνι που όλοι έτρεμαν στην εμφάνισή του, το μπαστούνι που δεν τον έσωσε από το θάνατο.

4. Είναι νύχτα και διασχίζουμε τρέχοντας τη Φωκίωνος Νέγρη με τον ακριβό μου, αδελφό Χρήστο Μπράβο. Πρέπει επειγόντως να δει τον ποιητή. Ο Μίλτος Σαχτούρης του ανοίγει την πόρτα. Εγώ περιμένω απ' έξω, στο δρόμο. Ο ποιητής του λέει: «Φύγε, Χρήστο, γιατί το θηρίο είναι εδώ». Υστερα από μερικές ημέρες αφιερώνει στον Χρήστο το ποίημα για τον Ντίλαν Τόμας.

5. Σε μια ασπρόμαυρη βλέπω τον Ντίλαν Τόμας να γελάει μέσα σ' ένα κοιμητήριο. Ιδού ο τρελός λαγός όπως τον ονειρεύτηκε ο Σαχτούρης.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Στη μνήμη του Φώτη Αγγουλέ - Ας γίνει ο στίχος του φωτεινός οδηγός στη νέα δύσκολη πορεία μέσα στη νύχτα...




Στις 28 Μάρτη του 1964 πεθαίνει ο κομμουνιστής ποιητής Φώτης Αγγουλές. Γεννημένος στη Χίο ο Φ. Αγγουλές έρχεται σε επαφή με το κομμουνιστικό κίνημα από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Με την Κατοχή καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου τον Απρίλη του 1944 συλλαμβάνεται για την ΕΑΜική του δράση από τους Άγγλους και μαζί με άλλους κομμουνιστές κλείνεται σε φυλακή της Παλαιστίνης. Από κει σε διάφορα στρατόπεδα και τέλος στο κολαστήριο του Ντεκαμερέ. Τέλη Νοέμβρη του 1945 απελευθερώνεται και επιστρέφει στη Χίο (χωρίς τη γυναίκα του - δεν το επέτρεψαν οι Άγγλοι), όπου συνεχίζει να αγωνίζεται και να διώκεται.

Στις 10 Γενάρη 1946 ο ταγματάρχης - διοικητής της Χωροφυλακής Χίου, Ντουβλάς Ελευθέριος, ενημερώνει εγγράφως το Γραφείο ΧΙ/Γ του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ότι «ο Φώτης Αγγουλές (...) εδηλητηριάσθη ψυχικώς, διεστράφη πνευματικώς και επίστεψε εις τας ιδέας του κομμουνισμού. Κλεισθείς δε υπό των Συμμαχικών Δυνάμεων εις Ντεκαμερέ, ετελειοποίησε τας αντεθνικάς ιδέας του». Παρακάτω ο διοικητής ενημερώνει το ΓΕΣ ότι «εις τον εν λόγω ασπασθέντα τας κομμουνιστικάς ιδέας, επεδείχθη η συνήθης δήλωσις, συνταχθείσα συμφώνως προς τας σχετικάς διαταγάς». Και το έγγραφο καταλήγει: «Την υπογραφήν της δηλώσεως ηρνήθη επιμόνως. Έκτοτε παρακολουθείται η δράσις του».



Με την ανάπτυξη της πάλης του Δημοκρατικού Στρατού, ο Αγγουλές τυπώνει έντυπα του ΔΣΕ κρυμμένος σε μια στέρνα στο Βατάδο. Εκεί μια μέρα του Μάρτη του 1948 συλλαμβάνεται, δικάζεται από στρατοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο Αγγουλές γλίτωσε την εκτέλεση χάρη στον ξεσηκωμό όλου του νησιού και διεθνείς διαμαρτυρίες. Δεσμώτης επί οκτώ χρόνια στα κολαστήρια Βούρλων, Μακρονήσου, Κεφαλονιάς, Αλικαρνασσού, Ιτζεδίν, του νοσοκομείου «Άγιος Παύλος» και Κέρκυρας, αποφυλακίστηκε βαριά άρρωστος το 1956. Επιστρέφει στη Χίο και «ζει» παρακολουθούμενος...

Συνέρχεται λίγο και γίνεται - επιτέλους - μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κανείς δεν επιτρέπεται να του δώσει δουλειά. Ανέχεια και μοναξιά τον βασανίζουν. Το 1963 καταρρέει - σωματικά και ψυχολογικά - από μολυβδίαση. Δεν τρώει, δεν πίνει, δεν μιλά. Αρχές του 1964, με παρέμβαση του Σωματείου Τυπογράφων, του δίνεται μια ψωροσύνταξη. Στις 27 Μάρτη παίρνει το καράβι «Κολοκοτρώνης», για Πειραιά. Ταξιδεύοντας στην τρίτη θέση ξεψυχά από πνευμονικό οίδημα. Στην τσέπη του βρέθηκαν μόνο 20 δραχμές. Αμέσως μετά το θάνατό του, ο Γιάννης Ρίτσος τον τιμά με ένα ποίημά του και ο Ανδρέας Καραντώνης ραδιοφωνικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Σοβιετική Ένωση, Βουλγαρία, κ.α.


Με αφορμή την επανέκδοση της συλλογής του Φώτη Αγγουλέ «Πορεία μέσα στη νύχτα» το 2007, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης θα γράψει στον Ριζοσπάστη:

«Το Πολιτιστικό Τμήμα της Νομαρχιακής Επιτροπής Χίου του Κομμουνιστικού Κόμματος προχώρησε ενθουσιαστικά στην επανέκδοση της συλλογής του Φώτη Αγγουλέ «Πορεία μέσα στη νύχτα». Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για επανέκδοση, αλλά για το ίδιο το βιβλίο που είχε τυπωθεί το 1958 και ένα μέρος των αντιτύπων του παρέμεναν άδετα σε κάποια αποθήκη, αφού ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα διαθέσει. Με αυτή την επαναστατική πράξη - που εύχομαι και προσεύχομαι να βρει μιμητές - οι σύντροφοι από τη Χίο καταργούν τη λησμονιά, που είναι ο τάφος του ποιητή. Στη σελίδα που έχουν επισυνάψει στην αρχή του βιβλίου, εξηγούν τους λόγους της έκδοσης:

Ο Φώτης Αγγουλές αποφυλακίστηκε το 1956 μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια. Ηρθε στη Χίο, που τη θεωρούσε του ξενιτεμού του πατρίδα. Με την υγεία του σοβαρά κλονισμένη από τις κακουχίες της φυλακής, κατατρεγμένος, περιφρονημένος και βαθιά πληγωμένος, έβρισκε στέκι στο λιμάνι σε κάτι απόμερα ταβερνάκια και παρηγοριά στο πιοτό. Φίλοι παλιοί τού συμπαραστάθηκαν, σύντροφοι στον αγώνα και τη ζωή. Ο εκδότης της εφημερίδας «Χιακός Λόγος» τον πήρε στο τυπογραφείο, εκεί με τα ίδια του τα χέρια στοιχειοθέτησε μια επιλογή από παλιά δημοσιευμένα και νέα ποιήματα. Τα μετέφερε μετά και τα τύπωσε στο Τυπογραφείο του Ζήσιμου, όπου λίγα λίγα τα έδενε σε τόμους. Αλλα τα μοίραζε σε γνωστούς και φίλους και άλλα τα πούλαγε για χαρτζιλίκι. Ηταν η τελευταία ποιητική συλλογή που μας άφησε.


Ο Φώτης πέθανε το Μάρτη του 1964, και τα οχτασέλιδα, στοίβες ολόκληρες, περίπου 1.000 τόμοι, μείνανε ξεχασμένα 39 ολόκληρα χρόνια στη σκοτεινή και υγρή φυλακή της ύλης. Από κει τα μαζέψαμε κι εμείς με ευλάβεια που αρμόζει στο πνεύμα και το στίχο του Φώτη, τα βάλαμε σε τάξη και αποτελειώσαμε το έργο των χεριών του. (...)

Το έργο του Αγγουλέ, διαχρονικό, αγγίζει το σήμερα. Η φτώχεια, η ανεργία, η στέρηση, η ανασφάλεια, η βία, ο φόβος του πολέμου, ο θάνατος, που ήταν πηγές έμπνευσης του ποιητή, είναι τόσο επίκαιρα σήμερα. Ας γίνει ο στίχος του Αγγουλέ φωτεινός οδηγός στη νέα δύσκολη πορεία μέσα στη νύχτα.

Ο ίδιος ο Αγγουλές έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου του: «(...)Δεν το κάνω για να σας δείξω την τέχνη μου. Και μονάχοι σας θα δείτε πως μερικά απ' αυτά τα ποιήματα δεν αντέχουν. Σας βεβαιώνω όμως πως περισσότερο από την τέχνη τους αγαπώ τις στιγμές που τα δημιούργησαν, τη ζωή που υφάνθηκε μέσα τους, με τις χαρές και τις λύπες της, τις συμφορές της και τις ελπίδες. Η ζωή αυτή πέρασε. Η εποχή μας ήταν ταραγμένη. Σήμερα, συμμαζεύοντας τα ποιήματά μου, μου φαίνεται πως γυρίζω ανάμεσα σε χαλάσματα κάποιας έρημης χώρας και συμμαζεύω τα τελευταία απομεινάρια».

Κείμενα από 902.gr και Ριζοσπάστη