Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΑΜΑΣ Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΑΜΑΣ Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ – Τραγούδι του εργάτη (Εμείς οι εργάτες είμαστε)



Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ποτίζουμε τη γης για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας
φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.
Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
Πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και μ’ όλο τ’ αλυσόδεμα, σκάφτουν και η γης πλουτεί.
Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, Εργάτη, νόμοι
στο τρών’ αδικητές χωρίς ντροπή!
Αγκαλιαστείτε, αδέλφια, ορθοί!
Με μια καρδιά, μια γνώμη.
-Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή!

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


(Γράφτηκε το 1913 σαν ύμνος του «Εργατικού Κέντρου Αθηνών» και μελοποιήθηκε από τον Μανώλη Καλομοίρη. Το 1944 μελοποιήθηκε και από τον Αλέκο Ξένο)

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ - Γύριζε




«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»

(1908)

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(13 Γενάρη 1859 – 27 Φλεβάρη 1943)

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ - Τριλογία του θυμού




Ο Καλόγεροι

Εμαστ᾿ ο νεργοι κα ο χαροι,
κα τς ζως εμαστ᾿ μες ο καταλαλητάδες,
γι ν πατμε κα ν σβήνουμε εμαστε
τ ραα κα τ᾿ ληθινά, τ᾿ νθια κα τς λαμπάδες.
Τν λιο κα τ λιόχαρα χτρευόμαστε,
κα τς γάπες τς καρδις κα το παιδιο τ γέλια,
μ νεκροσάβανο σκεπάζουμε
τ Λόγο τν τετράψυχο στ γαλην Βαγγέλια.
Εμαστ᾿ κούφιος χος παράταιρος
στν κεραυνν τ ταίριασμα κα στν κελαιδημάτων,
χαλάσματα κα σκιάχτρα κάνουμε
τος θείους ναος κα τ λευκ κορμι τν γαλμάτων.
Μ ν ραγις τ σύντριψε τ σίδερα,
«Ζωή!» Τεχνίτης κραξε, Σοφέ, λαλάζεις «Νίκη!»
φύγαμε τότε κα τρυπώσαμε
μέσ᾿ στν ρήμων τς μονις κα γίναμεν ο λύκοι.
Κα τώρα κάθε πο παντήσουμε
τν πατία τν τρομην δέα τν στρομάτα,
τ σφάζουμε, τ χιλιοκομματιάζουμε,
κα - λύσσα! - τ κομμάτια της τ ρίχνουμε στ στράτα.


βέργα το Ζωΐλου

Στν πλάση, π τς θάλασσας τ μάνητα
ς τν τριγμ το σαρακιο, κι π᾿ τ βουν ς τ χνούδι,
κα μέσα στ βουβ κα μέσ᾿ στ᾿ σίγητα,
στ πάντα δυσκολόβρετο κοιμται να τραγούδι.
Κα τ τραγούδι τ ξυπννε ο μηροι,
σάρκα το δίνουν, ψυχή, φς, τ κάνουν πλάσμα κα στρο,
κ᾿ στερα σες, κιθάρες δρόμο δόστε του!
Μ τ τραγούδι ψώνεται τς Πολιτείας τ κάστρο,
μέσ᾿ στ τραγούδι Νόμος πρωτοβλάστησε,
κι π τς λύρας τ νειρα τ ργα τ μεγάλα
ο δόξες τν θνν τν κοσμοξάκουστων
κρατονε πρωτοβύζαχτο το τραγουδιο τ γάλα.
Γι τοτο πλάστες κα προφτες ο μηροι,
ταίριαστοι, δασκάλευτοι, κακοι, ξένοι, ραοι
μέσα στ θεία τους γλώσσα τν γράμματη
ρώων λαλάζει λαός, μις μάννας καρδι κλαίει.
Μέσα στ θεία τους γλώσσα τν γράμματη
μ πρόσωπο Πεντάμορφης εναι γραμμέν᾿ δέα,
ζωές, λήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,
κι λα σα λέτε, στόχαστοι κα νίδεοι, χυδαα!
Γι τοτο καταριέστε τ τραγούδι τους,
πο ρέει γοργ μ τ νερ ψηλάθε τ καθάρια,
σες, το Ξεπεσμο λουλούδια τίμητα
σς χει νος πόπαιδα κ᾿ σκημι βλαστάρια!
Γι τοτο, ν κάνουν ο μηροι ν τρέμετε,
τρομάρα το νεμόδαρτου στ δέντρο πάνω φύλλου,
τν μήρων τους σκιους δν τος τρέμετε.
Κι ατος χτυπτε, παίρνοντας τ βέργα το Ζωίλου!


ποιητής

Μόνος. ν᾿ δειο πέραντο τριγύρω μου,
κα μις πολέμιας χλαλος σώπαστη φοβέρα.
Κι ταν κείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπ παγώνει πέρα ς πέρα.
Μόνος. Μ᾿ ρνήθηκαν ο σύντροφοι,
κι π τ πλάι μου γνωστικ τ᾿ δέρφια τραβηχτκαν.
Μ᾿ δειξε κάποιος. - Ν τος! - Καταπάνω μου
γυνακες, ντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλι ριχτκαν.
Τ χέρι τ κριβ τς δηγήτρας μου,
πο μ κρατοσε, νοίχτηκε πρς λλα χάιδια ... Μόνος.
Σ βάθη μυστικ περνονε στράφτοντας
τν σκητάδων ο χαρές, το μαρτυρίου θρόνος.
Φωτιά βαλαν, τ κάψανε τ σπίτι μου,
κα σύντριψαν τ λύρα μου μ τ βαθι ρμονία.
Τν Πολιτεία δυ Λάμιες τ ρημάζουνε:
λύσσα το καλόγερου, το δασκάλου μανία.
Τς Πολιτείας πόρτα κλείστηκε,
μ διώξανε, ρμος βρέθηκα στ ρμα μονοπάτια
κα τς δέας τς στρομάτας, πο σφαξαν
π τ στράτα μάζωξα τ λόφωτα κομμάτια.
Κα τσπερνα στ διάβα μου, κα φύτρωναν
δ παράδεισοι, κ᾿ κε βασίλεια, κ᾿ κε πέρα
παλάτια κ᾿ κκλησις κα δρακοντόκαστρα.
Κι λα στν δια εφραίνονταν νύχτωτην μέρα.

1901

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ - Ακούστε! (Ο γκρεμιστής)




«Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να 'ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.
Είμ' ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το 'χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει.
Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιος μάγος, ποιο στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω,
και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Οχι να βροντήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γκρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!»

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ