Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "τον λόγο έντυσαν οι νότες". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "τον λόγο έντυσαν οι νότες". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Επιτάφιος για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ


Στις 15 του Γενάρη 1919 μια ομάδα στρατιωτών συλλαμβάνει στο Βερολίνο τους ηγέτες του νεοϊδρυμένου ΚΚ Γερμανίας, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ και τους δολοφονεί με κτηνώδη τρόπο. Οι δολοφόνοι θα παραδώσουν το άψυχο σώμα του Καρλ σ’ ένα σταθμό πρώτων βοηθειών ως «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ της Ρόζας θα το πετάξουν σε κανάλι. Ο εντοπισμός του θα γίνει δυνατός μόλις στις 31 του Μάη 1919, όταν τα νερά θα το βγάλουν στην ακτή…

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ

Η κόκκινη Ρόζα χάθηκε κι αυτή
Κανείς δεν ξέρει
Πού το κορμί της παραχώσαν
Έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς
Γι’αυτό κι οι πλούσιοι την σκοτώσαν.

Μπέρτολτ Μπρεχτ


«Αυτοί οι δήμιοι, αυτοί οι λακέδες της αστικής τάξης έβαλαν τους Γερμανούς λευκοφρουρίτες, τα μαντρόσκυλα της ιερής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, να λιντσάρουν την Ρόζα Λούξεμπουργκ, να τουφεκίσουν πισώπλατα τον Καρλ Λίμπκνεχτ με το ολοφάνερα ψεύτικο πρόσχημα ότι αποπειράθηκε "να αποδράσει"... και, ταυτόχρονα, οι δήμιοι αυτοί πήγαν να καλύψουν τους λευκοφρουρίτες με το κύρος της κυβέρνησης, που δεν έχει δήθεν καμία ευθύνη, που στέκεται τάχα πάνω από τάξεις!

»Δε βρίσκω λόγια να χαρακτηρίσω όλη την αποκρουστικότητα και την ποταπότητα αυτού του φρικτού εγκλήματος που διέπραξαν οι δήθεν σοσιαλιστές... Το αίμα των καλύτερων ανθρώπων της παγκόσμιας προλεταριακής Διεθνούς, των αξέχαστων ηγετών της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης, θα ατσαλώσει καινούριες μάζες εργατών για αγώνα ζωής και θανάτου. Και ο αγώνας αυτός θα οδηγήσει στη νίκη».

Β.Ι. Λένιν

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Άλκης Αλκαίος: «Σ' ένα γεφύρι πέτρινο θα χτίσω την καρδιά μου...» ("Ηπειρώτικο")

Άλκης Αλκαίος
«Αυτό το κομμάτι υπήρχε καταγεγραμμένο μόνο στο μυαλό μου. Δεν έχω το χειρόγραφο ―τι έκπληξη!― και δεν είχα κάνει καμία πρόχειρη καταγραφή ούτε των στίχων ούτε της μουσικής.

Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, από ένα τετράστιχο, δεν μπορούσα να θυμηθώ τον τελευταίο στίχο.

Ακόμα δεν τον θυμάμαι.

Έσπασα το κεφάλι μου, τίποτα.

Ρώτησα την Έλλη και τον Γρηγόρη αν το βρήκαν στις σημειώσεις ή στα χειρόγραφά του, τίποτα.

Αφηρημένος, είπα να πάρω τον Άλκη τηλέφωνο να μου τον ξαναπεί.

Και τότε συνειδητοποίησα δύο πράγματα.

Πρώτον: για το υποσυνείδητο μου ο Άλκης είναι ακόμα εδώ

Δεύτερον: το αμετάκλητο γεγονός ότι ο Άλκης δεν είναι πια εδώ.

Και πένθησα αληθινά, ετεροχρονισμένα, σχεδόν ένα χρόνο μετά.

Το στίχο που έλειπε τον συμπληρώσαμε με τον Οδυσσέα.

Ελπίζω να μη φάμε καμία κατσάδα άνωθεν…

Αφιερώνεται στο φίλο, γείτονα και συναγωνιστή Γιώργο Μουτσόπουλο. 

Μ. Π.»

Μίλτος Πασχαλίδης, "ΑΓΥΡΙΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, Ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα...", εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2013

Ηπειρώτικο

Σ' ένα γεφύρι πέτρινο
θα χτίσω την καρδιά μου,
όταν περνάς τον ποταμό
ν' ακούς τον αναστεναγμό
και τα παράπονά μου.

Το δέντρο κρύβει το πουλί,
τ' αγρίμι τ' άγρια δάση
και συ αγρίμι και πουλί
ό,τι γυρεύεις στη ζωή
το έχεις προσπεράσει.

Σ' ένα λευκό πουκάμισο
θα ράψω τα φτερά μου,
όταν διψάς για ουρανό
να το φοράς και να πετώ
μέσα στα όνειρά μου.

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ 

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Θάνος Ανεστόπουλος, τελευταίος σταθμός


Δεν χάνονται αυτοί που σε συντρόφεψαν κάτω από τις γυμνές λεύκες το λιόγερμα, σε μια γκρίζα ακροθαλασσιά περιμένοντας το σκοτάδι, κλωτσώντας το ίδιο άδειο κουτί μπύρας πάνω στη νυσταγμένη  άσφαλτο ένα αυγουστιάτικο ξημέρωμα.

Δεν χάνονται αυτοί που μοιράστηκαν την ψυχή τους, όπως μοιράζεται κανείς μια αγκαλιά ή ένα τσιγάρο.

Δεν χάνονται αυτοί που ερωτεύτηκαν την ποίηση και τους αγάπησαν οι ποιητές.

Δεν χάνονται αυτοί που δεν σταμάτησαν να υμνούν τη ζωή, ακόμα κι όταν η ζωή τους πρόδωσε.

Καλό ταξίδι Θάνο, δεν θα χαθούμε.


Τελευταίος σταθμός

Σβήνει το φως
από τα μάτια μου
κι όλα όσα έζησα
μπρος μου περνάνε.

Στέκομαι εδώ
στον τελευταίο σταθμό
με όλα όσα αγάπησα
και πήγαν χαμένα.

Δε μετανιώνω πια,
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Σαν νοσταλγώ
πουλιά με παν μακριά,
πόνο δεν νιώθω πια
μόνο θυμάμαι.

Πάντα έλεγες
πως η ζωή είν’ στιγμές,
κύμα που σκάει σ’ ακτές,
κερί που λιώνει.

Δε μετανιώνω πια
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι ήλιος και μαζί βροχή
κι ούτε για μια αιωνιότητα
δεν θ’ άλλαζα μια μέρα απ’ αυτή.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι κόλαση, παράδεισος μαζί
κι αυτά που έζησα
είτε άσχημα, είτε όμορφα
ήσαν εγώ κι εσύ.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι ήλιος και βροχή μαζί.

Θάνος Ανεστόπουλος
(Διάφανα Κρίνα)

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος: Νύχτα στο ίδιο τραπέζι


Όταν έπεσε η νύχτα ― μαζεύτηκες.
Κ' ήρθες τόσο κοντά, που δεν άφησες χώρο
ν' απλώνω τα χέρια μου. (Πλάθω πέτρες να φτιάξω
κεριά της ανάστασης). Μα δεν βλέπεις λοιπόν
πως η ώρα περνά, πως ο Θεός μου μετρά
τις μέρες, και βιάζομαι;
Πότε νάβγει ο ήλιος,
να σε στείλω, στο σύμπαν να μαζεύεις λουλούδια.


Να σε στείλω στην άνοιξη να μου φέρεις νερό.

Νικηφόρος Βρεττάκος 

 

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, Χάρης 1944


Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας 
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα
Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές 
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι 
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αυτί: «Πέθανε ο Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα 
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει.
…Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

(ΕΠΟΧΕΣ)

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

«Νύχτωσε και στο Γεντί το σκοτάδι είναι βαθύ…»


«Ήταν λίγο μετά τη γερμανική κατοχή. Τότε που οι διώξεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπίσεις των αριστερών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήμουν τότε στη Θεσσαλονίκη. Και ένα σούρουπο βλέπω στα κάστρα του Γεντί Κουλέ μερικές σιλουέτες κρατουμένων… Αυτό ήταν! Έτσι γράφτηκε το "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι". Όμως οι στίχοι ήταν διαφορετικοί από αυτούς που ξέρουμε τώρα. Λέγανε: "Νύχτωσε και στο Γεντί το σκοτάδι είναι βαθύ… άραγε τι περιμένει όλη νύχτα ως το πρωί, στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί…" και όχι το "κερί" όπως το έβαλε η λογοκρισία. Και παρακάτω: "Πόρτα ανοίγει, πόρτα κλείνει μα διπλό είναι το κλειδί τι έχει κάνει και το ρίξαν το παιδί στη φυλακή;" Γιατί βέβαια τότε μόνο οι αριστεροί γέμιζαν τα κελιά των φυλακών.

Μ' αυτούς τους τρόπους περνάγαμε τότε τα τραγούδια μας. Ακόμα και πολλά τραγούδια που με την πρώτη ματιά φαίνονται ερωτηματικά, κατά βάθος εκφράζουν βαθύτερα κοινωνικά νοήματα…».(1)

Ο Απόστολος Καλδάρας, όταν τον ρωτούσαν ποιο τραγούδι ξεχωρίζει από όλα τα «παιδιά» του, αναφερόταν πάντα με συγκίνηση στο "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι".

«Αυτό το αγαπώ γιατί είναι ζωντανό. Δε μου έδωσε κάποιος το στίχο, να βάλω τη μελωδία εγώ. Το έζησα, τότε με τις συλλήψεις του 1945, μετά τους Γερμανούς, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος. (…) Θέλω να πω ότι αυτό το τραγούδι το αγαπώ πολύ, γιατί είναι ζωντανό για μένα».(2)

 
ΝΥΧΤΩΣΕ ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ (1948)

(Νύχτωσε και στο Γεντί)
Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
το σκοτάδι είναι βαθύ
κι όμως ένα παλληκάρι
δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει
απ’ το βράδυ ως το πρωί
στο στενό το παραθύρι
(που φωτίζει το κελί)
που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει
(μα διπλό είναι το κλειδί
τι έχει κάνει και το ρίξαν
το παιδί στη φυλακή;)
με βαρύ αναστεναγμό
ας μπορούσα να μαντέψω
της καρδιάς του τον καημό

(Σε παρένθεση οι στίχοι πριν λογοκριθούν).

Κορυφαία μορφή του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, ο μουσικοσυνθέτης και στιχουργός Απόστολος Καλδάρας γεννήθηκε στις 7 Απρίλη του 1922 και έφυγε από τη ζωή στις 8 του ίδιου μήνα του 1990. Τα τραγούδια του ξεχωρίζουν για την αυθεντικότητά τους και την αμεσότητα με την οποία αγγίζουν τις ψυχές των λαϊκών ανθρώπων μέχρι τις μέρες μας. Ο ίδιος εξάλλου συνήθιζε να λέει: «Όσο υπάρχει λαός θα υπάρχει λαϊκό τραγούδι. Το στίχο που έχει το λαϊκό τραγούδι δεν θα το βρείτε πουθενά».(3)

Ο με έντιμη, περήφανη διαδρομή και αγωνιστική δράση σπουδαίος δημιουργός ξεχώριζε ένα ακόμα από τα τραγούδια του: «Ένα αυτό ("Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι") και ένα το "Σ' ένα βράχο φαγωμένο/ από κύμα αγριωπό". Έχω και άλλα τραγούδια που αγαπώ, αλλά αυτά τα δυο τα ξεχωρίζω, λόγω αναμνήσεων».(4)

«Θυμάμαι τώρα που είχα πάρει συγχαρητήρια από το μεγάλο δάσκαλο τον Κ. Βάρναλη, και είναι τιμή αυτό για μένα, για το τραγούδι μου "Σε ένα βράχο φαγωμένο": "Σ' ένα βράχο φαγωμένο από κύμα αγριωπό ένα σούρουπο είχα κάτσει λίγο να ξεκουραστώ…" Και εδώ ο τελευταίος στίχος έλεγε "Έτσι μ' έχει καταντήσει των ανθρώπων η οργή" και όχι "μιας γυναίκας η οργή" που το ξέρετε σήμερα. Ο κόσμος όμως το τραγουδούσε στην αρχική του μορφή και έτσι διασώθηκε ο στίχος μέχρι σήμερα…».(5)


Σ’ ΕΝΑ ΒΡΑΧΟ ΦΑΓΩΜΕΝΟ (1948)

Σ' ένα βράχο φαγωμένο
από κύμα αγριωπό
ένα σούρουπο είχα κάτσει
(λίγο να ξεκουραστώ)
λίγο να συλλογιστώ.

Κάθε βήμα στη ζωή μου
είναι πόνος και συμφορά,
θέλω ο δόλιος να πετάξω
μα δεν έχω τα φτερά.

Έτσι μ' έχει καταντήσει
(των ανθρώπων η οργή)
μιας γυναίκας η οργή,
στρώμα να 'χω τα χορτάρια
και προσκέφαλο τη γη.

(Σε παρένθεση οι στίχοι πριν λογοκριθούν).

Σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε το 1986,(6) βλέποντας προς τα που πήγαινε η κατάσταση, ο Απόστολος Καλδάρας θα προβλέψει:

«Εύχομαι να διαψευστώ αλλά φοβάμαι ότι θα φτάσει μια μέρα που το Ελληνόπουλο θα ακούει ξένο τραγούδι που θα του σερβίρουν οι αμερικάνικες εταιρίες και θα το νομίζει ελληνικό… Πρέπει η νεολαία να διαμορφώσει μια άλλη σχέση με το λαϊκό τραγούδι. Να γνωρίσει τους δημιουργούς. Είναι αξιέπαινη κάθε προσπάθεια που συμβάλλει σ' αυτή την κατεύθυνση… Όταν η πολιτεία αφήνει από το πρωί μέχρι το βράδυ να ακούγονται από το ράδιο και την τηλεόραση όλα αυτά τα ξενόφερτα και από την άλλη πλευρά τα "καψουροτράγουδα" τι περιμένεις;…».

Ο αναγνώστης είναι αυτός που θα απαντήσει αν η παραπάνω πρόβλεψη βγήκε αληθινή…

[1,3,5,6: «Για το κοινωνικό λαϊκό τραγούδι», έκδοση του 12ου Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, Αθήνα 1986
2,4: Από αφιέρωμα της Σοφίας Αδαμίδου στο Ριζοσπάστη, 18/4/2010]

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

"Αχ βρε Νικόλα"... Το (άγνωστο) τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα για τον Νικόλα Άσιμο



Το τελευταίο τραγούδι του ο Πάνος Τζαβέλλας το έγραψε για τον Νικόλα Άσιμο. Δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε δίσκο. Διασώθηκε χάρη σε ερασιτεχνική ηχογράφηση.


Σε χάσαν τα Εξάρχεια
Τα στέκια τα γνωστά
Οι στράτες του Διαβόλου
Οι Ανάρχες τα φρικιά
Σαλπάρισες στον Άδη
Τι να’κανες στη γη
Αφού σ είχαν σκοτώσει
Πριν να τους φτύσεις τη ζωή
Αχ βρε Νικόλα, η επανάσταση
Δεν είναι άρπα κόλλα
Ούτε αγανάκτηση, τυφλή οργή

Μόνος οδοιπορούσες
Στις στράτες του ντουνιά
Και ποιος τον πόνο σου να νιώσει
Κι αγάπης λόγια να σου πει
Κρατούσες την ουσία
Οι αστοί την μοναξιά
Εσύ ονειρευόσουν
Αυτοί κάνουν λεφτά
Αχ βρε Νικόλα, με την ανάσταση
Που παίζουν οι θεοί μας
Μένουν αθάνατοι και κυβερνούν

Τον έγραψες τον κόσμο
Πέρασες τη θηλιά
Κι άστραψε η αλήθεια
Πεφτάστρι στη νυχτιά
Δεν είναι πια οι μπόμπες
Μα η σκέψη το σπαθί
Που σφάζει εξουσίες
Μας πάει για την κορφή
Αχ βρε Νικόλα, η επανάσταση
Δεν είναι μια αγχόνη
Μα αιώνια Ανάσταση
Είναι το Παν.

Πάνος Τζαβέλλας

Για το πώς διασώθηκε το τραγούδι, και ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Πάνο Τζαβέλλα και τον Νικόλα Άσιμο, μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

«…κι από την ήττα κάνε να πυργώσει νίκη περήφανη τρανή»…


Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου

Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου χρόνια
Είσαι παιδί μα στα μαλλιά σου χιόνια
μας ήρθαν δύσκολοι καιροί.

Στην κόψη των κυμάτων θα βαδίσεις
καθώς φουσκώνει η θάλασσα πολύ
μα απ’ τις κραυγές του πλήθους μη μεθύσεις
κράτα τη σκέψη καθαρή,
μα απ’ τις κραυγές του πλήθους μη μεθύσεις
κράτα τη σκέψη καθαρή.

Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου χρόνια.

Μη καρτεράς απ’ τους θεούς βοήθεια,
μη καρτεράς απ’ άλλους την αλήθεια
συ θ’ ανεβείς στο Γολγοθά.

Μοσχοβολούν τα λούλουδα τη νύχτα
όμως σκορπούν στης αύρας την πνοή
γίνε πουρνάρι πoυ αντέχει και ριζώνει
σε βράχια ξέρα, χέρσα γη,
γίνε πουρνάρι που αντέχει και ριζώνει
σε βράχια ξέρα, χέρσα γη.

Μη καρτεράς απ’ τους θεούς βοήθεια.

Κράτα καλά στη δύσκολη την ώρα,
κράτα καλά στου φασισμού τη μπόρα,
σ’ έχει ο λαός οδηγητή.

Τη σκέψη αρμάτωσε με νου και γνώση,
την πείρα των παλιών κάνε μυστρί
κι από την ήττα κάνε να πυργώσει
νίκη περήφανη τρανή,
κι από την ήττα κάνε να πυργώσει
νίκη περήφανη τρανή.

Κράτα καλά στη δύσκολη την ώρα.



Τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα (φωτο), ερμηνευμένο από τη Νατάσσα Παπαδοπούλου. Ζωντανή ηχογράφηση από τη μπουάτ Λήδρα (δίσκος «Τραγούδια από το Αντάρτικο Λημέρι του», 1975).

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Ν. Καββαδίας - WILLIAM GEORGE ALLUM


Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία·
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές…
Του κάκου· γνώριζεν αυτός ―καθώς το ξέρουμ’ όλοι―
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Βay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: «Θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

(Μαραμπού, Άγρα 1995)

Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Ερμηνεύει η Αρλέτα 

 

Ο ποιητής των πιο μακρινών μας ταξιδιών, γεννήθηκε σαν σήμερα στις 11 Γενάρη του 1910.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Μάνος Λοΐζος - Όπως ο Κερέμ (Nτοκουμέντο με τη φωνή του Ναζίμ Χικμέτ)


Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι
Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω
Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω
Να λειώσουμε το μολύβι

Κάποιος μου λέει
Φωτιά θα πάρεις απ' την ίδια σου φωνή
Θα γίνεις στάχτη
Στάχτη σαν τον Κερέμ
Που κάηκε απ' τον έρωτά του

Και εγώ του λέω
Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ
Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Ποίηση: Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Ερμηνεία: Μάνος Λοΐζος 

Από το κανάλι του Μάνου Ορφανουδάκη, στο Youtube

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Brendan Behan – Μίκης Θεοδωράκης: Ένας όμηρος


“Τον Οκτώβριο του 1961 έφτανε στα χέρια του Μίκη Θεοδωράκη, που τότε βρισκόταν στο Παρίσι, ένα θεατρικό έργο εμπνευσμένο από τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού, που περιείχε και μια σειρά ποιημάτων.

Ηταν το έργο του Ιρλανδού Μπρένταν Μπίαν «Ενας Ομηρος», σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα - Βούλας Δαμιανάκου. Εργο και ποιήματα (15 τον αριθμό) άρεσαν στον συνθέτη, που προχώρησε αμέσως στη μελοποίησή τους.

«Το γελαστό παιδί»

Εξι μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1962, το έργο παρουσιαζόταν από το «Κυκλικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά (που είχε κάνει την πρόταση στον συνθέτη), σε σκηνοθεσία του ίδιου, σκηνικά - κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη, με την Ντόρα Γιαννακοπούλου στα τραγούδια, σημειώνοντας μεγάλη καλλιτεχνική κι εμπορική επιτυχία. Τον ίδιο χρόνο, τα τραγούδια με τη Γιαννακοπούλου και τον Δημήτρη Φάμπα στην κιθάρα βγήκαν σε δίσκο (από την Columbia) και στη συνέχεια με τη φωνή του ίδιου του συνθέτη, με εξώφυλλο του Α. Τάσσου (από τη Lyra) και ταυτόχρονα από δύο γαλλικές δισκογραφικές εταιρείες. Δέκα χρόνια αργότερα (1972) ερχόταν να προστεθεί ακόμη μία εκτέλεση, από γαλλική επίσης εταιρεία, με τη Μαρία Φαραντούρη. Εργο και, κυρίως, τραγούδια (με κυρίαρχο «Το γελαστό παιδί») είχαν, στα χρόνια που ακολούθησαν, μεγάλη απήχηση, καθώς συνδέθηκαν και με ελληνικά συμβάντα. Αλλά πριν, μερικά για το έργο:

Το «Ενας Ομηρος», που ο Μπίαν έγραψε το 1958, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι εμπνευσμένο από τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών, που δυνάστευαν το νησί επί 700 χρόνια. Αγώνας που υποχρέωσε το 1922 τους Βρετανούς ν' αποχωρήσουν κρατώντας ένα μικρό μέρος (το 1/6) της χώρας -και το πιο πλούσιο- στα βόρεια, και αυτός είναι ο λόγος του συνεχιζόμενου αγώνα των Ιρλανδών. Στον αγώνα αυτόν συμμετείχε και ο Μπίαν, με συνέπεια να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε φυλάκιση 9 ετών. Τελικά έφυγε από τη ζωή το 1964, στα 41 του, χτυπημένος από τη μεγάλη του αδυναμία, το αλκοόλ.

Κόλινς, ο επαναστάτης

Στον ίδιο αγώνα συμμετείχε, ως ηγετικό στέλεχος, και ο Μάικλ Κόλινς, από τα ιδρυτικά μέλη του IRA. Πολιτικοί, ωστόσο, τον παγίδεψαν και στον εμφύλιο που ακολούθησε ο Κόλινς δολοφονείται σε ηλικία μόλις 32 ετών (εξ ου και οι στίχοι «σκοτώσαν οι δικοί μας το γελαστό παιδί», προσωνυμία που του είχε δοθεί από τους οπαδούς του), για να καταξιωθεί στη συνείδηση του ιρλανδικού λαού ως ήρωας.

Το «Γελαστό παιδί», ο δολοφονημένος ήρωας
του ιρλανδικού απελευθερωτικού αγώνα Μάικλ Κόλινς
(από το αρχείο της Ιρλανδής συγγραφέως και
μεταφράστριας Αμι Μιμς - Σιλβερίδη)
Ο βίος και ο αγώνας του Κόλινς πέρασαν και στον κινηματογράφο το 1996, από τον συμπατριώτη του, Νιλ Τζόρνταν, με τίτλο «Μάικλ Κόλινς ο επαναστάτης», με τον Λίαμ Νίσον στον επώνυμο ρόλο, αποσπώντας Χρυσό Λιοντάρι καλύτερης ταινίας και βραβείο καλύτερης ερμηνείας στον Νίσον στο Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ απέσπασε και Οσκαρ καλύτερης φωτογραφίας και μουσικής. Στην Ελλάδα το «Γελαστό παιδί» συνδέθηκε με τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από τους παρακρατικούς το 1963 -πολύ περισσότερο όταν ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε ως βασικό μουσικό μοτίβο στην ταινία του «Ζ», ενώ στο ίδιο τραγούδι, με τη φωνή της Φαραντούρη, ο στίχος «σκοτώσαν οι δικοί μας το γελαστό παιδί» έγινε «σκοτώσαν οι φασίστες το γελαστό παιδί». Φαραντούρη και Γιαννακοπούλου το περιελάμβαναν στις συναυλίες που έδιναν στη διάρκεια της δικτατορίας στο εξωτερικό.

Αλλά υπάρχει μια σύνδεση και με ένα άλλο τραγούδι του έργου, το «Ηταν 18 Νοέμβρη» -αυτό σχετικά με τη φοιτητική εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 (πριν από 38 χρόνια, τις ημέρες αυτές), όπου το «ήταν 18 Νοέμβρη» έγινε «ήταν 17 Νοέμβρη» (η νύχτα που η χούντα μακέλεψε το Πολυτεχνείο).

Ας δούμε, κλείνοντας, τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για τον «Ομηρο» (στο βιβλίο του «Το χρέος»). Αφού το χαρακτηρίζει ως «αριστούργημα της ιρλανδικής θεατρικής τέχνης», «υπόδειγμα σύγχρονου δραματικού έργου» και «τέλειο υπόδειγμα για τη σύγχρονη λαϊκή τραγωδία», προσθέτει: «Ο Μπίαν εμπνέεται από τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού. Δεν μένει όμως εκεί αλλά [...] υψώνει μια σπαρακτική κραυγή μπροστά στον παραλογισμό του πολέμου, που μεταβάλλει τους ανθρώπους σε απλά εξαρτήματα ενός αποτρόπαιου και στυγνού μηχανισμού που ζει με σάρκες και δάκρυα».” (1)


ΕΝΑΣ ΟΜΗΡΟΣ - 1962
Τραγουδάει ο συνθέτης.
("κλικ" δίπλα από κάθε τίτλο για να ακούσετε το τραγούδι)

01. ΕΙΣΑΓΩΓΗ (οργανικό) 00:00
02. ΗΤΑΝ 18 ΝΟΕΜΒΡΗ 01:22
03. ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ 02:41
04. ΔΕΝ ΕΧΕΙ Η ΓΗ ΚΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΕΣΗ 04:40
05. ΑΝΟΙΞΕ ΛΙΓΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ 06:12
06. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΘΕΣΗ Η ΓΗ (Τη μάνα σου μην την πετροβολάς) 10:28
07. ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 12:30
08. ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΘΥΜΑΜΑΙ 15:40
09. ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΕΝΑ ΤΟΠΙ ΧΡΥΣΟ 18:32
10. ΘΑ ΣΟΥ ΣΤΕΙΛΩ ΜΑΝΑ 21:38
11. ΘΕΣ ΝΑ ΖΕΙΣ ΑΠ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ 23:21
12. ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΕΔΩ ΚΑΝΕΙΣ 24:47
13. ΕΙΜΑΙ ΑΓΓΛΟΣ ΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΥΧΕΡΟΣ 28:10
14. ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟ ΣΩΤΗΡΑ ΜΟΥ 30:40
15. ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ (οργανικό) 32:31
16. ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ ΚΑΜΠΑΝΕΣ 34:34
17. ΠΟΙΟΣ ΔΕ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΜΠΡΗ - Χορωδία 38:03



https://www.youtube.com/playlist?list=PLC86C0A011F694573
  ΕΝΑΣ ΟΜΗΡΟΣ - 1966
Τραγουδάει η Μαρία Φαραντούρη
("κλικ" στην εικόνα με το εξώφυλλο του δίσκου για να επιλέξετε τραγούδι) 


Brendan Behan - Μπρένταν Μπίαν

“Ανθρωπος γεμάτος ένταση και ορμή, με ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία, με μια μόνιμα στραβομουτσουνιασμένη έκφραση κι ένα μπουκάλι στο χέρι (που άλλωστε τον πέθανε στην ηλικία των 41)” (2), ο Brendan Behan - Μπρένταν Μπίαν, Ιρλανδός ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και διηγηματογράφος γεννήθηκε το 1923 και πέθανε το 1964.

“Στις αυτοβιογραφικές του νουβέλες «Στο σωφρονιστήριο» (1958) και «Εξομολόγηση ενός Ιρλανδού επαναστάτη» που δημοσιεύτηκε το 1965, ένα χρόνο μετά το θάνατό του, ο Μπίαν περιέγραψε τη συμμετοχή του στην παράνομη δράση των Ιρλανδών επαναστατών κατά τη δεκαετία του 1930 και την ιδιαίτερη σκληρότητα των αγγλικών στρατευμάτων απέναντι στο λαό της Ιρλανδίας. Στα έργα του περιγράφει ακόμη με ιδιαίτερο ρεαλισμό τη ζωή στις αγγλικές φυλακές, όπου έζησε περίπου εννέα χρόνια καταδικασμένος για τη συμμετοχή του στο απελευθερωτικό κίνημα.” (3)

1)     Δημήτρης Γκιώνης, Ελευθεροτυπία
2)     Πανδοχείο

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Το χρήμα! Το χρήμα!



Ο Κλέων Τριανταφύλλου (Αττίκ), υπήρξε πολυτάλαντος δημιουργός. Μουσικοσυνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης στο πιάνο και ερμηνευτής των τραγουδιών του, ο Αττίκ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές του ελαφρού τραγουδιού στη χώρα μας, στις αρχές του 20ού αιώνα. Με την τέχνη του σφράγισε το ελληνικό τραγούδι και τη διασκέδαση στην εποχή του και με τη θρυλική «Μάντρα» του βοήθησε να αναδειχτούν πολλά νέα ταλέντα που στη συνέχεια διέπρεψαν στον χώρο του τραγουδιού και του θεάματος γενικότερα.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 19 Μάρτη του 1885 και μεγάλωσε στην Αίγυπτο, όπου παρακολούθησε μαθήματα μουσικής. Έζησε για πολλά χρόνια στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως ηθοποιός και το 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και δημιούργησε την περίφημη "Μάντρα του Αττίκ". Άνθρωπος χαρισματικός, γενναιόδωρος και ευαίσθητος, έφυγε πρόωρα από τη ζωή (αυτοκτόνησε) στις 29 Αυγούστου  του 1944.


Δημιουργός πολλών μεγάλων επιτυχιών στην εποχή τους, ξεχασμένων και άγνωστων στο πλατύ κοινό σήμερα (όπως άλλωστε και τα τραγούδια και άλλων δημιουργών του λεγόμενου «ελαφρού τραγουδιού»), όπως     «Παπαρούνα» (1936), «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά» (1939), «Είδα μάτια» (1909), «Ζητάτε να σας πω» (1930), «Μαραμένα τα γιούλια» (1935), «Άδικα πήγαν τα νιάτα μου» (1936), «Τα καημένα τα νιάτα» (1918) και πολλά άλλα, ερμηνευμένα από τον ίδιο, Δανάη (Στρατηγοπούλου), Τώνη Μαρούδα, Ζινέτ Λακάζ, Κάκια Μένδρη κ.ά.

Το διαχρονικό τραγούδι του Αττίκ «Το χρήμα!» φιλοξενούμε σήμερα στη στηθάγχη. Ερμηνευμένο με σύγχρονο τρόπο από τη νεαρή τραγουδίστρια Ζωή Παπαδοπούλου. Τη συνοδεύει με το πιάνο του ο μαέστρος Δαυίδ Ναχμίας.

Ο Δαυίδ Ναχμίας, μουσικός και μελετητής εδώ και πολλά χρόνια των τραγουδιών του Αττίκ και γενικότερα της «ρετρό» μουσικής, εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία για χάρη της μουσικής. Είναι ο κύριος ενσαρκωτής της προσπάθειας που γίνεται τα τελευταία χρόνια να προσεγγίσει το κοινό ακούσματα άγνωστα στους νεώτερους και ξεχασμένα για τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Με αγάπη και σεβασμό στο πρωτότυπο υλικό και στις  οικογένειες των δημιουργών και με την εύστοχη επιλογή εξαιρετικών ερμηνευτών, ενορχηστρώνει και παρουσιάζει ο ίδιος (στο πιάνο) αυτά τα τραγούδια μέσα από τη δισκογραφία, σε παραστάσεις και μουσικές σκηνές.

Το χρήμα!

Πού τρέχει με βία το πλήθος αυτό
σα να ’χει σαράντα βαθμούς πυρετό
επάνω και κάτω, αενάως κινείται σαν κύμα;
Και λες πως ειν’ όλοι τους φρενοβλαβείς,
ποια είναι η αιτία της βίας αυτής;
Το χρήμα! Το χρήμα!

Καμάρι τις είχαν σ’ όλο το χωριό
καλές αδελφές η Μαριώ κι η Λενιώ,
μα πέθανε ο γέρος και άφησε πλούσιο μνήμα…
Και τώρα δεν παν’ μαζί στην εκκλησιά,
ποιος φταίει που τα χάλασαν στη μοιρασιά;
Το χρήμα! Το χρήμα!

Παντρεύεται γέρος πεντάμορφη νια
και στ’ άσπρα μαλλιά του φοράει λεμονιά
και λες ειν’ ο γάμος κηδεία για κείνο το θύμα…
Για τ’ άνθος που άδικα θα μαραθεί
ποιος φταίει που τόση ομορφιά θα χαθεί;
Το χρήμα! Το χρήμα!

Η σύζυγος κάποιου βιοπαλαιστού
συχνά στην αγκάλη ενός τοκιστού
της γραμματικής μελετάει το γλυκύτερο ρήμα…
Και σαν κοινωνεί μαρτυρεί στον παπά
πως… κι από τους δυο πιο πολύ αγαπά…
Το χρήμα! Το χρήμα!

Το χρήμα γεννάει τους πολέμους στη γη
κι όλων των λαών την αλληλοσφαγή,
που κάνει τη μάνα να καίει σε νιόσκαφτο μνήμα,
που κείτεται μέσα πεντάμορφος νιος.
Ποιός φταίει που δεν είναι κι αυτός ζωντανός;
Το χρήμα! Το χρήμα!

Στον περίπατό σου τον εσπερινό
συχνά μες στους δρόμους, με τη λέξη «πεινώ»,
φτωχοί σ’ ενοχλούν πλούσιέ μου κι ανοίγεις το βήμα…
Κι ιδρώνεις γιατί είσαι χοντρός και παχύς,
ποιος φταίει που υπάρχουν στη γη δυστυχείς;
Το χρήμα! Το χρήμα!

Μου λένε πως γράφω καλή μουσική,
μα μόνο για δόξα κι όχι εμπορική
και πως θα πεθάνω στην ψάθα κι αυτό θα ’ναι κρίμα…
Μα τι να τα κάνω εγώ τα λεφτά;
Η αγάπη η δική σας αντικαθιστά…
Το χρήμα! Το χρήμα!

Αττίκ

Πέμπτη 25 Σεπτέμβρη 2014.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

«…θα πυργώσουμε βασίλειο για να ζήσεις εργατιά»


Μες στην μπόρα, μες στον ήλιο

Τα χέρια σκάβουνε βαθιά
το δίκιο τους να βρούνε,
τα χέρια στήνουν σκαλωσιά
ως τ' ουρανού την εκκλησιά
κι αντίδωρο ζητούνε.

Μες στην μπόρα, μες στον ήλιο
με ολόρθη την καρδιά,
θα πυργώσουμε βασίλειο
για να ζήσεις εργατιά,
θα πυργώσουμε βασίλειο
για να ζήσεις εργατιά.

Τα χέρια πιάνουν το σφυρί
κι η πέτρα ανθός ραγίζει
και περιμένουν την αυγή
που όλο φτάνει κι όλο αργεί
κι η εργατιά δακρύζει.

Μες στην μπόρα, μες στον ήλιο
με ολόρθη την καρδιά,
θα πυργώσουμε βασίλειο
για να ζήσεις εργατιά,
θα πυργώσουμε βασίλειο
για να ζήσεις εργατιά.

Πυθαγόρας

Μουσική: Γιώργος Κατσαρός
Ερμηνεία: Στέλιος Καζαντζίδης