«… Εδώ σε τούτη την παράξενη χώρα που τα ποτάμια της,
που οι πέτρες και τα φαράγγια
της,
τα σύννεφα και τα βουνά της
βγαίνουν μαζί με μας στον πόλεμο
και πολεμάνε και πληγώνονται,
εδώ σ’ αυτά τα δέντρα που οι
αρματωλοί κι οι κλέφτες
κρέμασαν τα τραγούδια τους, πέθανε
ο Μπάυρον!
Πάει καιρός που έχει πεθάνει ο
Μπάυρον!
Και μια που έναν απόγονο δεν άφησε για την
Ελλάδα του,
τι ήρθαν να κάμουν εδώ σήμερα
οι στρατιώτες της πατρίδας του
για να το ειπούμε στα πουλιά
να του το τραγουδήσουν;
Τους περιμέναμε να ’ρθουν να
μας ξαναφιλέψουν
λίγα λουλούδια από τη γης του
αγαπητού μας Σέλεϋ
κι ήρθαν να μας σταυρώσουνε το
λαό μας τον Άδωνη!
Τον χιλιοπληγωμένο μας Άδωνη.
Σηκωθείτε
ν’ αρπάξουμε στα χέρια μας τις
σάλπιγγες της πατρίδας!
Να τους το ειπούμε να το
καταλάβουνε: Δεν χαμηλώνει ο Όλυμπος.
Να τους το ειπούμε να το
καταλάβουνε πως δεν αλλάζει ο ήλιος!
Πως δεν αλλάζουνε τα χρώματα
ποτές σ’ αυτή τη χώρα,
και πως ποτέ δεν κόπηκε στη
μέση το τραγούδι.
Το αφήνει ο γέρος του Μωριά ―
το ξαναπιάνει ο Άρης,
το αφήνουν τα κλεφτόπουλα ― το
παίρνουν οι ελασίτες,
το παίρνουν τα ψηλά βουνά, το
σέρνουν τα ποτάμια
το αφροκοπούν οι θάλασσες ―
καίγονται τα λημέρια
Μωριά και Ρούμελη…»
Αυτή
την ιστορία την έζησε ο λαός μας έτσι όπως τη δίνουν πλαστικά οι στίχοι του
Νικηφόρου Βρεττάκου που ακούσατε. Πέρασαν από τότε 17 χρόνια. Μα τίποτα δεν
σβήνεται από την εθνική μνήμη.
Τέσσερα
χρόνια είχε κρατήσει η νύχτα της φασιστικής κατοχής. Και για να διώξει το
σκοτάδι της ο λαός ρίχτηκε σε τιτάνια, σκληρή και άνιση μάχη. Άστραψαν ως τον
ουρανό οι λάμψεις από τις εκρήξεις του Γοργοπόταμου και των Τεμπών. Στους
κάμπους βροντούσε το κανόνι και στα βουνά κεραυνοί. Λαμπάδες τα χωριά στο βωμό
της λευτεριάς, χιλιάδες οι νεκροί του μεγάλου αγώνα.
Η
μούσα του Νίκου Παπά έτσι μας τραγούδησε εκείνη τη νύχτα:



