Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "βιογραφικά στοιχεία". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "βιογραφικά στοιχεία". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Κώστας Κουλουφάκος: Στους οικοδόμους της Αθήνας (Απεργία 1/12/1960) – Τραγούδι των άνεργων


ΑΠΕΡΓΙΑ

Στους οικοδόμους της Αθήνας

Έρημες σκαλωσιές. Παράλληλοι
σπινθήρες απ’ τις ατσαλόβεργες εσκίσαν τον αγέρα.
Όρθια τα φτυάρια τρέμουνε. Σωροί σωροί
σκληραίνει το χαρμάνι. Οι μπετονιέρες
ασάλευτες με στόματα
στον ουρανόν ορθάνοιχτα.
Γιόμισ’ η ατμόσφαιρα κυμάνσεις υπερήχων.

Βαριά τα βήματα των απεργών στους δρόμους.
Τ’ ακούει η πόλη και τους χαιρετάει
μ’ όλα της τα παράθυρα.

Κορμιά πελεκημένα στο μπετόν
απ’ το λιοπύρι και τον άνεμο
πορεύονται σ’ εν’ αυριανό πλανήτη δικαιοσύνης.

Σκιαγμένα χρηματοκιβώτια
ταμπουρωθήκαν πίσω απ’ τους φρουρούς της τάξης.
Ανίσχυρα τα κλομπς, τα δακρυγόνα αέρια,
οι δίκες και τα πληρωμένα σχόλια στις εφημερίδες.

Των οικοδόμων μόνη αρματωσιά
δίκαιοι κόμποι από τσιμέντο κι ασβεστόχρισμα
στις ρίζες των νυχιών και των μαλλιών τους.
Το μπόι τους ψηλότερο απ’ τα μέγαρα
κι από τις φλέβες τους τινάζεται ψηλά της εργατιάς
ο θρίαμβος αναβρυτός μαρμαίροντας στον ήλιο μύρια χρώματα
σαν το νερό απ’ τ’ αρτεσιανό πηγάδι.

(2-12-60)

Το ποίημα γράφτηκε την επόμενη μέρα της μεγάλης απεργίας των οικοδόμων της 1ης του Δεκέμβρη 1960, που πέρασε στην Ιστορία σαν η μέρα που οι οικοδόμοι ξήλωσαν τα πεζοδρόμια! Είναι η εποχή που η τότε κυβέρνηση Καραμανλή επικαλούμενη «νοικοκύρεμα των ασφαλιστικών ταμείων» αυξάνει με το νόμο 4104/60 τα ένσημα για την κατώτερη σύνταξη από τα 2.050 στα 4.050. Για τους οικοδόμους αυτό σήμαινε ότι θα έβγαιναν στη σύνταξη στα 65, αν κατόρθωναν να μαζέψουν τα ένσημα. Καθώς η οργή στα γιαπιά βράζει, οι εργατοπατέρες της εποχής προσπαθούν να ησυχάσουν τα πνεύματα μιλώντας για διάλογο με την κυβέρνηση. Τα ταξικά σωματεία των οικοδόμων συγκροτούν τη Συντονιστική Επιτροπή που αφήνει στην άκρη την διοίκηση της Ομοσπονδίας και αρχίζουν έναν παρατεταμένο απεργιακό αγώνα, κορυφαία στιγμή του οποίου είναι η απεργία της 1ης του Δεκέμβρη 1960 (αναλυτικό αφιέρωμα του Οικοδόμου στην ιστορική αυτή απεργία μπορείτε να δείτε εδώ).


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

Πιάσαν τα χέρια μας σκουριά
Οι μέρες θρίβονται κομμάτια
Χάνονται αργά σφυρίζοντας
Οι ελπίδες μας σβηστά κεριά
Στης πολιτείας τα σκαλοπάτια
Γέρνει ο άψυχος ο ορίζοντας.

Μόνο το ντέρτι ακάματο.

Λοξό το φως στις γειτονιές
Σκοντάφτει απάνω στους φεγγίτες
Και στα όνειρα τ’ αδιέξοδα
Ίσκιοι χυμούν απ’ τις γωνιές
Μ’ εφιαλτικούς ημεροδείχτες
Έξοδα, έξοδα, έξοδα…

Να ’χα ένα μεροκάματο!

Πόλη μητριά, σ’ εφτά τροχούς
Μ’ εφτά κλειδιά και κατσαβίδια
Μας έλυσες τις κλείδωσες
Ξόρισες χρώματα κι αχούς
―Πρωινά και βράδια πάντοτε ίδια―
Κι όλες τις πόρτες κλείδωσες.

(2/5/1959)

Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στην Επιθεώρηση Τέχνης, τον Οκτώβρη του 1961.

Κώστας Κουλουφάκος (1924-1994). Ο Κώστας Κουλουφάκος του Πέτρου και της Αγγελικής γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν από το χωριό Κουτήφαρι της μεσσηνιακής Μάνης. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια, τον Τάσο και τον Νίκο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, μαθητής ακόμη, οργάνωσε την ανεξάρτητη αντιστασιακή ομάδα Ελεύθεροι Έλληνες με συνέπεια τη σύλληψή του από τους Ιταλούς και τη φυλάκισή του στο Spoleto της Ιταλίας το 1941. Απέδρασε δύο χρόνια αργότερα και κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου κατατάχτηκε στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Πήρε μέρος στο κίνημα της Μέσης Ανατολής και επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση. Το 1945 γράφτηκε στο Χημικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του λίγο πριν το πτυχίο (1953) καθώς αποφάσισε να ασχοληθεί συστηματικά με την τέχνη του λόγου. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εντάχθηκε στην Ε.Π.Ο.Ν., πέρασε στην παρανομία και εξορίστηκε στον Άη – Στράτη και τη Μακρόνησο. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1953, όπου έζησε ως αδειούχος εξόριστος για λόγους υγείας ως το 1962, οπότε καταργήθηκαν τα στρατόπεδα. Ως μέλος του Κ.Κ.Ε. υπέστη νέες ταλαιπωρίες και εξορίες με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας. Με την μεταπολίτευση συνέχισε την ενεργό πολιτική δράση του στο χώρο της Αριστεράς. Παντρεύτηκε την Σοφία Νέτουρα, με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Πέτρο και σε δεύτερο γάμο την Μαρία Κωστάκου, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Γεωργία. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1950 με τη δημοσίευση αποσπάσματος από την ποιητική συλλογή Στις έξη του Μάη στις σελίδες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα. Η δημοσίευση έγινε με πρωτοβουλία του Γιάννη Ρίτσου, φίλου και συναγωνιστή του. Ιδρυτικό μέλος και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, όπου διετέλεσε υπεύθυνος ύλης (1955-1962) και αρχισυντάκτης (1965-1967), ιδρυτής και διευθυντής του εκδοτικού οίκου Διογένης (1971), ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων και συνεργάτης του περιοδικού Ηριδανός ο Κουλουφάκος δημοσίευσε ποιήματα, βιβλιοκρισίες, μελέτες και μεταφράσεις. Ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο, ως ιδρυτικό μέλος του θεατρικού οργανισμού Δεσμοί (1975 από κοινού με τη Βάσω Κατράκη την Ασπασία Παπαθανασίου και τον Αλέξανδρο Αργυρίου), ενώ εργάστηκε ως καθηγητής λογοτεχνίας στη δραματική σχολή του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου του Λεωνίδα Τριβιζά και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Κουλουφάκου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Κουλουφάκος Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Συνοδινός Ζήσιμος Χ., «Χρονολόγιο Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994)», Μανδραγόρας 3, 4-6/1994, σ.8-10 και χ.σ., «Κουλουφάκος Κώστας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ. ― ΒιβλιοΝet).

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Φρανσουά Βιγιόν: Μπαλάντα έμμετρη επιστολή στους φίλους του


«Στα μέσα της δεκαετίας του '70 έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο με τη ποίηση του Φρανσουά Βιγιόν. Το ρούφηξα κυριολεκτικά μέσα σε μια βραδιά. Οι στίχοι του με μάγεψαν. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως ένας ποιητής του 15ου αιώνα, τόσο παλιός δηλαδή, έφτανε σε μας με τόσο συνταρακτικό και οικείο τρόπο. Σε λίγες μέρες είχα βάλει μουσική σε 14 μπαλάντες του…

Γνωρίζω την ποίηση, δεν είμαι όμως ούτε κριτικός ούτε μελετητής αυτής της σπουδαίας τέχνης. Όμως απερίφραστα δηλώνω ότι τον θεωρώ για πολλούς λόγους έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των εποχών. Οι στίχοι του, ενώ αντανακλούν την ιστορική περίοδο στην οποία γράφτηκαν, σκίζουν κυριολεκτικά τον χρόνο και λειτουργούν ως σημερινοί...

Είμαι υποχρεωμένος να μιλήσω για τον μεταφραστή του Βιγιόν στα ελληνικά, τον Σπύρο Σκιαδαρέση. Εξέδωσε τη μετάφρασή του αυτή το 1947. Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στον Σκιαδαρέση, γιατί μας μετέφερε όλους τους χυμούς και όλα τα επίπεδα της ποιητικής του Βιγιόν. Σπάνιο επίτευγμα για τόσο μακρινά κείμενα.» Θάνος Μικρούτσικος

Έλεος, έλεος για με το φουκαρά
δείξετε, αδέρφια, φίλοι γκαρδιακοί!
Σε τάφο κείτομαι, όχι σε ισκιερά
δάσια, σ’ αυτήν τη μαύρη φυλακή
που η μοίρα μ’ έχει μ’ άδεια θεϊκή.
Κορίτσια, βλάμηδες, νιοί, γέροι, γριές,
φορτσαδόροι, ακροβάτες, χορευτές,
που πηδάτε με μπρίο κωμικό,
λυγερόφωνοι εσείς τραγουδιστές,
το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Ψάλτες π’ όλα τα ψέλνετε στραβά,
αλήτες δίχως δυάρα τσακιστή,
μάγκες που κάνετε όλο χωρατά,
διανοούμενοι λίγο ή πολύ χαζοί,
τρεχάτε, πριν ο χάρος τόνε βρει.
Σαν πεθάνει, εσείς πρόθυμοι ποιητές,
θα του φτιάξετε δεκάρικες ωδές.
Αγέρας, φως, δεν βλέπουν το φτωχό,
με βαριούς τοίχους του ’καμαν φασκιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Στα χάλια ελάτε ιδέστε τον αυτά,
αφέντες σπλαχνικοί κι ευγενικοί,
που δεν είστε ρηγάδωνε γενιά,
παρά τ’ αφέντη Θεού είσαστε γονή.
Τον έχουν σε νηστεία στανική,
πληγιάσαν οι μασέλες του οι φτωχές
αλέθοντας ψωμόφλουδες ξερές
και γρούζουν τ’ άντερά του απ’ το νερό
που πίνει με χοντρές χοντρές γουλιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Πρίγκιπες, χάρη με βασιλικές
βούλες πετύχετέ μου και τριχιές
μ’ ένα καλάθι ρίχτε μου να βγω.
Κι οι χοίροι ακόμα τρέχουν μπουλουκιές,
σαν ακούσουν συντρόφου των σκουξιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Francois Villon

Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Ναπολέων Λαπαθιώτης: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας…»


Τρυφερός, ευαίσθητος, ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, εκκεντρικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του και με τη ζωή του πήγε κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του. Γεννήθηκε στις 31 του Οκτώβρη 1888, από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια και σπούδασε νομικά, ζωγραφική και πιάνο. Το 1897 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων». Το 1905 όντας φοιτητής της Νομικής  και θαυμαστής του Όσκαρ Ουάιλντ εμφανίζεται στους λογοτεχνικούς κύκλους μέσα από το περιοδικό «Νουμάς».

"Ποιος ήταν ο κομμουνιστής Λαπαθιώτης;

Ο Λαπαθιώτης ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία τη δεκαετία του '20. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου ο ποιητής παρακολουθούσε ανοιχτά συγκεντρώσεις «παράνομων». Στα 1929 διαπληκτίστηκε με τον λόγιο φίλο του Χαρίλαο Παπαντωνίου για μια φράση του «επιπολαία και ανευλαβή προς την κομμουνιστική ιδεολογία», όπως αναφέρει σε επιστολή του στο περιοδικό Μπουκέτο. Συνεργάστηκε με τον παράνομο «Ριζοσπάστη»: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας. Αν αποτύχει και σ' αυτό, δεν της απομένει παρά η επιστροφή στο σκοτάδι και την αποκτήνωση». Στα 1932 δημοσίευσε στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το πεζό ποίημα «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».

Πέρα απ' όλα αυτά, ο Λαπαθιώτης έζησε με λαϊκό κόσμο, ανθρώπους της εργατικής τάξης και της βιοπάλης, σε όλη του τη ζωή, στις περιπλανήσεις του στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου, σύμφωνα με τον Γιώργο Τσουκαλά, «άφηνε στη μέση τη συζήτηση που είχε μ' έναν λόγιο φίλο του και γυρνούσε στον Μενιδιάτη φίλο του, ρωτώντας τον για τα αμπέλια και τα πρόβατά του». Στην Κατοχή, ο Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς του ΕΛΑΣ στο σπίτι του, και στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων έδωσε τα όπλα του πατέρα του, του στρατηγού."*

Το 1916 δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» το ποίημά του «Κραυγή», και στη συνέχεια ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου γνωρίζεται με τον Καβάφη. Το 1927 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσιοποιεί ότι ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία, ενώ με γράμμα του προς τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών (δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη) δηλώνει ότι «η χριστιανική θρησκεία όπως επίσης και κάθε άλλη θρησκεία μου έχει αποβή τελείως περιττή» και του ζητάει να τον αφορίσει.

"Τι ήταν αυτό που τον απωθούσε στην αστική τάξη;

Ο Λαπαθιώτης ανήκε σε μια αστική τάξη, που δεν είχε βαθιά παράδοση στην Ελλάδα. Καθώς στη χώρα μας δεν υπήρχε βιομηχανική επανάσταση και γνήσια αστική τάξη, αλλά μόνο εισαγωγή της ψυχολογίας του αστισμού, ακόμη και τα λίγα τζάκια στα οποία ανήκε η οικογένειά του, μαϊμούδιζαν τους Ευρωπαίους, Γάλλους και Ιταλούς. Το γούστο αυτής της τάξης τον απωθούσε, γι' αυτό και λαϊκοποίησε την ποίησή του."*

Ο θάνατος της μητέρας του το 1937 θα τον κλονίσει ψυχολογικά. Δυο χρόνια αργότερα τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή, ενώ έχουν ήδη  εμφανιστεί τα πρώτα του οικονομικά προβλήματα. Στην Κατοχή πάμφτωχος και εξουθενωμένος από τις καταχρήσεις δέχεται ένα ακόμα μεγάλο χτύπημα· πεθαίνει ο πατέρας του. Για να επιβιώσει αρχίζει να πουλά τα βιβλία του και άλλα προσωπικά του αντικείμενα.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ναπ. Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς ΕΛΑΣίτες πατριώτες στο σπίτι του, ενώ παρέδωσε τα όπλα του πατέρα του (ήταν στρατιωτικός) στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων. Στις 7 του Γενάρη 1944 αυτοκτόνησε με περίστροφο. Τα έξοδα της κηδείας του  καλύφθηκαν από έρανο μεταξύ των φίλων του λογοτεχνών.

* Το 1999 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του σκηνοθέτη-συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη «Χαίρε Ναπολέων», δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Σε συνομιλία του με τον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, 11/5/2000) ο Τ. Σπετσιώτης θα μιλήσει για τη ζωή και το έργο του ποιητή. Από αυτή τη συνομιλία τα δυο ένθετα της ανάρτησής μας.

Σάββατο 7 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Η επεισοδιακή συνάντηση του Βάρναλη με τον Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 
(Ξυλογραφία του Ευθύμη Παπαδημητρίου)

Ο Κώστας Βάρναλης χαρακτήρισε τον Παπαδιαμάντη «μεγαλύτερο νεοέλληνα συγγραφέα»  και ως τον μόνο «που μπορεί κανείς να τον διαβάζει και πάντα να τόνε βρίσκει νέον κι αναπάντεχο», και τον υπερασπίστηκε απέναντι σε  επικρίσεις για τη γλώσσα του: «Οι ήρωές του, άνθρωποι του λαού μιλούνε σ' όλα του τα διηγήματα τη γλώσσα του λαού». Η πρώτη τους συνάντηση (όπως θα δείτε παρακάτω) ήταν επεισοδιακή και στον Παπαδιαμάντη κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση άφησε ο νεαρός τότε Βάρναλης… Δεν στάθηκε όμως καθοριστική για τη μετέπειτα γνωριμία τους.

«Ο κυρ Αλέξανδρος, ο πράος άνθρωπος με τη μεγάλη χριστιανική καρδιά, την κοσμοφοβία του, την αγάπη του για τα ταπεινά πλάσματα του θεού και τους λαϊκούς ανθρώπους, με το κανελί πανωφόρι του, το μπαστούνι του, το σκληρό καπέλο του, τη διχαλωτή κοντή γενειάδα του και τα ήμερα (δυσανάγνωστη λέξη) μάτια, περνά ανάμεσα στα πλάσματα της φαντασίας μας και τραβά ίσια για το εικονοστάσι της καρδιάς μας να καθίσει με σταυρωμένα χέρια και με κλειστά μάτια, σαν άγιος στο τέμπλο της εκκλησιάς, ψιθυρίζοντας τα αγαπημένα του «τραγούδια του θεού». Κάπως έτσι σώζεται στη φαντασία των νεώτερων γενιών η ειδή του Παπαδιαμάντη. Ασκητικός, πτωχαλαζών, αμίλητος με την ακινησία βυζαντινής τοιχογραφίας.» Αυτές οι γραμμές του Τάσου Βουρνά στην Επιθεώρηση Τέχνης προλόγιζαν την αναφορά του περιοδικού στην πεντηκοστή επέτειο από το θάνατο του σπουδαίου λογοτέχνη και θεμελιωτή του νεοελληνικού διηγήματος Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που έφυγε απ’ τη ζωή στις 3 Γενάρη του 1911.

Ο Τ. Βουρνάς με αφορμή την επέτειο θανάτου του Παπαδιαμάντη συνάντησε για λογαριασμό της «Επιθεώρησης Τέχνης» τον Μάρκο Αυγέρη (γιατρός, ποιητής, θεωρητικός και κριτικός της λογοτεχνίας ― περισσότερα για τον ίδιο μπορείτε να δείτε εδώ), ο οποίος του μίλησε για τη γνωριμία του με τον σπουδαίο λογοτέχνη και για τη φιλική σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων ο Αυγέρης διηγείται με τρόπο γλαφυρό και πώς ο Βάρναλης με την «ασεβή» συμπεριφορά του εξόργισε τον Παπαδιαμάντη.

Κατά τη μεταγραφή κάποιες δυσανάγνωστες λέξεις (ευτυχώς λίγες) παραλήφτηκαν.

«Πώς τον γνώρισα; Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήταν στα 1905. Νεαρός τότε φοιτητής, είχα έρθει τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα και η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γνωρίσω τον Παπαδιαμάντη που τον ήξερα από το έργο του και από τη φωτογραφία του Νιρβάνα, δημοσιευμένη στα «Παναθήναια». Ανέβηκα πολλές φορές στη Δεξαμενή, αλλά δεν στάθηκα τυχερός. Ώσπου ένα σούρουπο βροχερό, με δυνατό άνεμο που ξεμάλλιαζε τις πελώριες λεύκες της Δεξαμενής, τον πέτυχα. Μπαίνοντας στο καφενείο του κυρ Γιάννη τον είδα να κάθεται στο μισοσκόταδο τυλιγμένος στο παλτό του, με το μπαστούνι ανάμεσα στα γόνατά του και το πηγούνι στηριγμένο στη λαβή του μπαστουνιού που έμοιαζε με πατερίτσα ιερατική.

― Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης, μου ψιθύρισαν. Ένιωσα ένα ιερό δέος σα να έβλεπα κάτι το υπερφυσικό. Μέσα στη βροχή και τον άνεμο μου φάνηκε σαν μαύρο πουλί, διωγμένο από την καταιγίδα, που ήρθε ν’ απαγκιάσει στο φτωχό καφενεδάκι.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εντύπωση. Τις επόμενες μέρες με παρουσίασαν στον Παπαδιαμάντη ο Κονδυλάκης κι ο Βλαχογιάννης. Με δέχτηκε με ευμένεια και καλοσύνη. Αν και πολύ νέος ήμουν γνωστός κιόλας στους φιλολογικούς κύκλους από το δράμα μου «Ανάμεσα στους ανθρώπους» που είχε παίξει στη Νέα Σκηνή ο Χριστομάνος εκείνη τη χρονιά. Ο Ξενόπουλος και ο Τσακόπουλος είχαν γράψει πολύ επαινετικά για το έργο μου κι ο Παπαδιαμάντης τάχε διαβάσει.

Από τότε γίναμε φίλοι, ο πιτσιρίκος εγώ κι αυτός ο φτασμένος. Του φερόμουν με σεβασμό και πάντα σύμφωνα με την τραυματισμένη ψυχολογία του, γι’ αυτό με συμπαθούσε και με καλούσε να τον συντροφεύω στο καφενείο της Δεξαμενής, χώρια βέβαια από την θορυβώδη και ασεβέστατη παρέα μου, που ο Παπαδιαμάντης την έβλεπε με κάποιο δέος.

Εκείνες τις μέρες έτυχε να γράψει στο «Άστυ» ο Μαλακάσης κάτι εντυπώσεις του ποιητικές από μια εκδρομή του στο παλάτι της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Ο Παπαδιαμάντης, που τον αγαπούσε πολύ και ήθελε πάντα να τον προβάλλει, με ρώτησε το πρωί, καθώς πήγα να τον καλημερίσω στο καφενείο.

― Διάβασες το χρονογράφημα του Μίλτου στο «Άστυ»;

Δεν το είχα διαβάσει. Μούδωσε την εφημερίδα κι εγώ άρχισα να το διαβάζω. Όταν τελείωσα με ρώτησε:

― Ε, δεν είναι έκτακτο;

Δεν μου είχε πολυαρέσει. Ιδίως γιατί άρχιζε με κάτι αφόρητες γενικές. Από σεβασμό συμφώνησα μαζί του.

― Ωραίο είναι!

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βάρναλης. Με τον Παπαδιαμάντη δεν είχε προσωπική γνωριμία, ούτε ταίριαζαν τα χνώτα τους.

― Τι διαβάζεις; με ρώτησε.

Τούδωσα το «Άστυ» τρέμοντας ότι θα πει οπωσδήποτε κάτι πειραχτικό. Και πραγματικά, αφού διάβασε στις πρώτες γραμμές τις απανωτές γενικές, αγανάχτησε!

― (Η ίδια δυσανάγνωστη λέξη επαναλαμβάνεται τρεις φορές)! έκανε κοροϊδευτικά, μου πέταξε την εφημερίδα και απομακρύνθηκε. Έπρεπε νάβλεπες εκείνη τη στιγμή τον Παπαδιαμάντη! Πρώτη και τελευταία φορά τον είδα έτσι οργισμένο.

― Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε τρέμοντας.

― Γνωστός μου…ψέλλισα…ποιητής!...

Ο Παπαδιαμάντης σηκώθηκε όρθιος και φώναξε:

― Ορίστε φίλε μου νέοι!... Τι ασέβεια!... και απομακρύνθηκε αγαναχτισμένος.

Αργότερα, βέβαια, γνωρίστηκε με το Βάρναλη και τον είχε δεχτεί κοντά του καθώς και τους άλλους «οργισμένους νέους», που όμως μπροστά στον Παπαδιαμάντη γίνονταν αμίλητα πρόβατα. Τόσο σεβασμό ενέπνεε η παρουσία του, ώστε κι αυτή η αδίστακτη μποεμαρία  της Δεξαμενής, που δε λογάριαζε τίποτε και θορυβούσε ως τα ξημερώματα, λούφαζε και τον άκουγε με θρησκευτική προσήλωση, τόσο αυτόν, όσο και τους φίλους του και συμπότες του ανθρώπους του λαού, που κάθονταν στο τραπέζι του ― ένα σοβατζή και μερικούς πηγαδάδες, καταπληκτικούς λαϊκούς τύπους με μεγάλη καρδιά και αφηγηματικό ταλέντο ανυπέρβλητο.
Δευτέρα 2 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος 

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

«Κόκκινο μέτωπο»: Γι’ αυτό το ποίημα καταδικάστηκε ο Αραγκόν

Λ. Αραγκόν και Γ. Ρίτσος (1977)

«Από τη χώρα της δημοκρατικής λευτεριάς μάς έρχεται η είδηση για την πεντάχρονη φυλάκιση του ποιητή Αραγκόν. Φυσικά πως δε μας προξενεί έκπληξη το γεγονός αυτό. Μα ποιο το έγκλημά του; Τρομερό! Δημοσίεψε ένα επαναστατικό ποίημα με τον τίτλο «το κόκκινο μέτωπο» στο περιοδικό «Παγκόσμια Επαναστατική Λογοτεχνία». Το ποίημα αυτό έγινε αιτία να εξεγερθεί εναντίο του η γαλλική αστυνομία και σήμερα να απειλείται ο ποιητής με πεντάχρονη φυλάκιση. Η εντύπωση που προκάλεσε το γεγονός αυτό ήταν φυσικό να γεννήσει την αγανάχτηση των εργατών και διανοούμενων όλου του κόσμου κι από παντού φτάνουν οι διαμαρτυρίες για την καταδίωξη της ελεύθερης σκέψης στη Γαλλία. Στις εκατοντάδες χιλιάδων που διαμαρτύρονται για τον Αραγκόν οι «Ν. Πρωτοπόροι» προσθέτουν την διαμαρτυρία τους και ζητούν την άμεση αποφυλάκιση του ποιητή.»

Έτσι υποδεχόταν, τον Μάη του 1932, το λογοτεχνικό περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το άκουσμα της είδησης της καταδίκης του κομμουνιστή Γάλλου ποιητή Λουί ΑραγκόνΟ Λουί Αραγκόν (γεννήθηκε στις 3 του Οκτώβρη 1897 και έφυγε από τη ζωή στις 24 του Δεκέμβρη 1982) άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα το 1917 και επηρέασε όσο λίγοι τη γαλλική λογοτεχνία και, αναμφίβολα, τα ευρωπαϊκά γράμματα του 20ου αιώνα.

Είναι διαφωτιστικά για το έργο και τη δράση του Αραγκόν αυτά που σημειώνονται στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι: «Ο Αραγκόν είναι σήμερα ένας απ’ τους καλύτερους Γάλλους ποιητές κι ανήκει στην τάση των υπερρεαλιστών.  (…) Οι Υπερρεαλιστές μ’ ένα μανιφέστο που βγάλαν το 1929 διακηρύξανε πως μπαίνουν στην υπηρεσία της επανάστασης και η δράση τους δεν διάψευσε ως σήμερα τη διακήρυξή τους. Στο περιοδικό τους «ο Υπερρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης» προπαγανδίζουν την επαναστατική τέχνη και παίρνουν καθημερινά μέρος στον αγώνα του προλεταριάτου, είναι μέλη οι πιο πολλοί του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σ’ ένα τηλεγράφημα του Διεθνούς Γραφείου Επαναστατικής Φιλολογίας με τα λόγια «Ποια η στάσης σας αν ο Ιμπεριαλισμός κηρύξει πόλεμο ενάντια στα Σοβιέτ» απάντησαν: «Η στάση μας θάναι όπως διατάξει η Γ΄ Διεθνής κι ανάλογη με τη στάση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Χρησιμοποιήστε μας όπως θέλετε. Μα τι μας ρωτάτε; Δε μας δίνετε καλύτερα ντουφέκια ν’ απαντήσουμε με έργα».

Μετά από αυτή την απάντηση ο Αραγκόν προσκλήθηκε και πήρε μέρος στο συνέδριο της Επαναστατικής Φιλολογίας. Όταν γύρισε στο Παρίσι δημοσίευσε  στην επιθεώρηση Παγκόσμια Επαναστατική Φιλολογία το ποίημά του  «Κόκκινο μέτωπο», που αποτέλεσε, όπως συμπεραίνουμε, το  «ξεχείλισμα του ποτηριού» για να διωχθεί από τις γαλλικές αρχές και να καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλάκιση.

Στο ίδιο τεύχος οι Νέοι Πρωτοπόροι δημοσιεύουν μικρό απόσπασμα από το «Κόκκινο μέτωπο», με την επισήμανση «φυσικά ούτε να μεταφραστεί, ούτε να αποδοθεί ισάξια μπορεί», προσθέτοντας: «Γι’ αυτό και μερικά άλλα μέρη του ποιήματος ο Αραγκόν πρέπει να θάψει τα νειάτα του, την αδάμαστη ενεργητικότητά του, το ταλέντο του, πέντε χρόνια στα μπουντρούμια της Γαλλίας.»

Λίγο αργότερα το περιοδικό επανέρχεται (Ιούλης-Αύγουστος 1932) δημοσιεύοντας «το πρώτο κομμάτι από το ποίημα πούγινε αφορμή να παραπεμφτεί σε δίκη» ο Αραγκόν (οι υποσημειώσεις είναι της έκδοσης):

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Απ. Σπήλιος: «Μπελογιάννης»

Ο Ν. Μπελογιάννης ανάμεσα σε συναγωνιστές του ΕΛΑΣ

Σαν σήμερα, στις 22 Δεκέμβρη του 1915, γεννήθηκε ο κομμουνιστής ήρωας Νίκος Μπελογιάννης. Ο Μπελογιάννης ανέπτυξε πολιτική δράση όντας μαθητής Γυμνασίου ακόμα, ενώ εντάχθηκε στο ΚΚΕ το 1934. Τον Ιούλη του 1934 διώχτηκε από το πανεπιστήμιο για την επαναστατική του δράση. Το 1935 εκλέχθηκε Γραμματέας της ΚΟ Αμαλιάδας του ΚΚΕ, ενώ στη συνέχεια ως φαντάρος στην Πάτρα διετέλεσε Γραμματέας της ΚΟ στο στρατό.

Το Μάη του 1938 συνελήφθη από τη μεταξική δικτατορία και καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση και 2 χρόνια εξορία. Ο πόλεμος του 1940 τον βρήκε στη φυλακή, ενώ ήταν ανάμεσα στους χιλιάδες κομμουνιστές που η κυβέρνηση παρέδωσε στις δυνάμεις κατοχής. Το Σεπτέμβρη του 1943, όντας άρρωστος και κρατούμενος στο «Σωτηρία» κατόρθωσε να αποδράσει και να ενταχθεί στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, αναλαμβάνοντας Α’ Γραμματέας της ΚΟ Πάτρας και στη συνέχεια οργανωτής του Γραφείου Περιοχής στη Νότια Πελοπόννησο.

Το Δεκέμβρη του 1946 εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό (Πελοποννήσου), το 1947 στο Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ στον τομέα Διαφώτισης και κατόπιν υποδιοικητής της Σχολής Αξιωματικών του ΔΣΕ. Στη συνέχεια έγινε Πολιτικός Επίτροπος της 102 Ταξιαρχίας και κατόπιν της 10ης και 1ης Μεραρχίας του ΔΣΕ.

Το 1950 έχοντας περάσει στις Λαϊκές Δημοκρατίες εξελέγη αναπληρωματικό και λίγο καιρό αργότερα τακτικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. Επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα στις 7/6/1950 με κομματική αποστολή (την ανασυγκρότηση των παράνομων Κομματικών Οργανώσεων), συνελήφθη στις 20/12/1950 μαζί με άλλους συντρόφους του και στις 19/10/1951 παραπέμφθηκε στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών με βάση τον ΑΝ 509/1947.

Στις 15/2/1952, δικάστηκε για δεύτερη φορά ως «κατάσκοπος» με τον μεταξικό νόμο ΑΝ 375/1936. Με ένα κόκκινο γαρίφαλο στο χέρι και οπλισμένος με τη δύναμη και την αξιοπρέπεια του λαϊκού αγωνιστή, μέλους του ΚΚΕ, μετέτρεψε τη δίκη του σε βήμα καταγγελίας κατά των διωκτών του.

Ο Νίκος Μπελογιάννης βάδισε αλύγιστος το δρόμο της υπέρτατης θυσίας: «Η ζωή μου», τόνισε ο ίδιος, «συνδέεται με την ιστορία του ΚΚΕ και τη δράση του. Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: να ζω προδίδοντας τις πεποιθήσεις μου, την ιδεολογία μου, είτε να πεθάνω, παραμένοντας πιστός σ' αυτές. Πάντοτε προτίμησα το δεύτερο δρόμο και σήμερα τον ξαναδιαλέγω».

Στις 30 Μάρτη 1952, ώρα τρεις μετά τα μεσάνυχτα, στις φυλακές της Καλλιθέας επικρατεί νεκρική σιγή. Ακούγονται τα βαριά βήματα του δεσμοφύλακα. Φτάνει στο κελί του Νίκου Μπελογιάννη. Το ξεκλειδώνει, τον ξυπνάει. Δίπλα του στέκει, όπως ένα μακάβριο φάντασμα, ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλης. Διαβάζει στον Μπελογιάννη την απόφαση να τον οδηγήσουν μαζί με τους συγκρατούμενούς του Ν. Καλούμενο, Η. Αργυριάδη και Δ. Μπάτση, στην εκτέλεση. Στις 3 και 20 η φάλαγγα βγήκε από τις πόρτες των φυλακών κατευθυνόμενη με δαιμονισμένη ταχύτητα προς το «συνήθη τόπο των εκτελέσεων», το Γουδί.

Το απόσπασμα παρατάσσεται με τα όπλα «επί σκοπόν». Είναι σκοτάδι ακόμα. Οι αρχιδήμιοι στρέφουν τους προβολείς των αυτοκινήτων στα πρόσωπα των μελλοθανάτων. Ωρα 4 και 12 λεπτά. Ακούγονται οι δολοφονικές ομοβροντίες. Το έγκλημα της κυβέρνησης Πλαστήρα ολοκληρώθηκε.

Οι εφημερίδες θα γράψουν, ότι ο Μπελογιάννης είχε ακούσει ήρεμος μ' ένα πικρό χαμόγελο, την καταδίκη του σε θάνατο, αποχαιρέτησε τους συγκρατουμένους του στις φυλακές και μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Ζητωκραύγασε για το ΚΚΕ και έπεσε από τις σφαίρες του αποσπάσματος. Ηταν 37 χρόνων.

Το ποίημα του Απόστολου Σπήλιου γράφτηκε αμέσως μετά τη δολοφονία του Μπελογιάννη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επονίτης τον Απρίλη του 1952.

Μπελογιάννης

Τα φίδια γύρω του σφυρίζουν μανιασμένα
μα η λεβεντιά μετριέται με καρδιά.
Γέμισε πάλι τ’ όνομά τον τους αιθέρες
Με τους αητούς πετάει συντροφιά.

Βατράχια και γουστέρες, σαλιγκάρια,
που το καβούκι τους λατρεύουν για θεό
ως τον κοιτάν τους κόβεται η ανάσα
και κρύβονται στο βούρκο τον πηχτό…

Οι νυχτερίδες πήγαν ένα γύρω:
Θάνατος στάζει από τις φτερούγες τους βαρύς.
Kaι πολεμάει ολόρθος, με το χάρο
στα μαρμαρένια αλώνια ο διγενής.

Μιλάει μέσα στη νύχτα—και χαράζει
μιλάει και αναφτερώνουν οι  καρδιές
τα λόγια του η πατρίδα τα προστάζει
καθώς μιλάει μέσα στη νύχτα ο Κουκουές.

Πουλιά, νερά, κλαριά λουλουδιασμένα
και περιστέρια με φτερούγες άσπρο φως…
—Και δω θα φέξει! λέει το παλικάρι
και δω θα λάμψει ο ήλιος ο γλυκός.

Οι  νυχτερίδες πήγαν ένα γύρω.
Θάνατος στάζει απ’ τις φτερούγες τους, βαρύς.
Και πολεμάει ολόρθος με το χάρο
στα μαρμαρένια αλώνια ο Διγενής…

1-3-52

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΗΛΙΟΣ  

Τα βιογραφικά στοιχεία από το 902.γρ

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης


Δεν είναι λίγες οι φορές που όταν έρθεις σε επαφή με στοιχεία της ανθρώπινης πλευράς μεγάλων δημιουργών, επέρχεται η απομυθοποίηση και τότε σε κυριεύει η απογοήτευση και λες καλύτερα να μην γνώριζα τίποτα για τους ίδιους, έξω από τις σελίδες του σπουδαίου, κατά τα άλλα, έργου τους. Ο Τάσος Λειβαδίτης (20 Απρίλη 1922 ― 30 Οκτώβρη 1988) δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Ποιητής λαογέννητος και σπουδαίος σημάδεψε για πάντα τα Γράμματα, επηρεάζοντας πολλούς ομότεχνούς του και –κυρίως αυτό- αφήνοντας παρακαταθήκη στο λαό που αγάπησε και υπηρέτησε ένα έργο μεγάλο σε έκταση και αξία, βαρύ σε νοήματα, ιδέες και συναισθήματα. Το ίδιο σπουδαίος, μέσα στην απλότητά του, σαν άνθρωπος, βάδισε αθόρυβα στους δρόμους της Αθήνας ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους απλούς ανθρώπους, αφήνοντας πίσω του το άρωμα εκείνης της παλιάς γενιάς, που όριζε ως καθήκον την διαρκή προσφορά και τη θυσία χωρίς ανταλλάγματα.

Διαβάζοντας στο βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι – Μελοποιημένοι στίχοι (εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα 2013), τις μαρτυρίες φίλων του ποιητή (καταθέσεις ψυχής καλύτερα) «γνώρισα» τον σπουδαίο άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το σπουδαίο έργο· που δεν ένιωθε την ανάγκη να εμφανιστεί παρά μόνο έκει που ο ήλιος φώτιζε τις αυλές και οι ακτίνες του υψώνονταν στο μπόι των ανθρώπων, της λαϊκής συνοικίας.

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ένας ποιητής λέει «Όχι». Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στο μέτωπο


Το 1962 ο μεγάλος μας ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος είναι συνεργάτης του περιοδικού Δρόμοι της Ειρήνης, μηνιαίας έκδοσης της «Επιτροπής δια την Διεθνή Ύφεσιν και Ειρήνην» (ΕΕΔΥΕ). Στο περιοδικό αρθρογραφεί (από το 1958) ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη και στιχουργός πολλών όμορφων μελοποιημένων  από τον Μίκη τραγουδιών. Η συνάντηση των δυο αντρών, που έγινε με την ευκαιρία της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, είχε ως αποτέλεσμα το κείμενο με τις αυτοβιογραφικές αναμνήσεις του ποιητή που παρουσιάζουμε σήμερα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης (πηγή: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) τον Οκτώβρη του 1962.

24 Οκτώβρη 1940. Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας,
την παραμονή της αναχώρησης για τα σύνορα.
Δεξιά ο Νικηφόρος Βρεττάκος

Τι κάνει άραγε ένας ποιητής όταν βρίσκεται στον πόλεμο; Ιδού ή απορία! Αν είσαστε ζωγράφος ίσως τον στήνατε όρθιο πάνω σ’ ένα κανόνι. Στο ένα χέρι να κρατάει τον πάπυρο, στο άλλο τη γραφίδα. Το βλέμμα του γεμάτο εγκαρτέρηση, αλλά και αστραποβόλο, να ατενίζει τον ουρανό. Κάτω, μπροστά στο κανόνι, μια τρομερή μάχη σε πλήρη εξέλιξη. Ο τίτλος που θα άρμοζε σ’ ένα τέτοιον πίνακα θα ήταν ίσως: «Ποιητής συνθέτων έπος» ή κάτι παρόμοιο.

Η σύλληψη, πρέπει να το ομολογήσετε, δεν είναι μεγαλοφυής. Και δεν είναι τέτοια γιατί είναι συνηθισμένη. Αιώνες τώρα βλέπουμε ποιητές να συνθέτουν έπη καβάλα σ’ ένα κανόνι ή σ’ ένα σύννεφο. Αλλά ακόμα, δεν είναι και αληθινή. Τουλάχιστον για τον καιρό μας. Όχι τόσο γιατί εφευρέθηκαν τα αντιαεροπορικά, οπότε ούτε στα σύννεφα δεν είναι κανείς ασφαλισμένος, όσο, γιατί στη μάχη είτε ποιητής είσαι, είτε μαθηματικός, δυο πράγματα μόνο μπορείς να κάνεις: Ή να πολεμήσεις ή… να το βάλεις στα πόδια.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, οι Έλληνες δεν είν’ απ’ αυτούς που το βάζουν στα πόδια. Βέβαια υπάρχουν και τέτοιοι. Είναι όμως ελάχιστοι και οι… εκλεκτοί. Στους τελευταίους ζήτημα να βρεις έναν ποιητή. Ε! Τι διάβολο, ένας, έτσι για δείγμα, θα υπάρχει. Κι αλήθεια υπάρχει.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Πασκάλ Πασκαλέφσκι: ΜΗΡΚΑ (ποίημα για την Ειρήνη Γκίνη)



Η Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα), ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε με απόφαση Έκτακτου Στρατοδικείου. Γεννήθηκε το 1923 στο χωριό Ξανθόγεια (Ρουσίλοβο) του νομού Πέλλας. Ήταν νηπιαγωγός και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Το 1942 οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και συνέβαλλε στην οργάνωση ανταρτών στον ΕΛΑΣ. Το καλοκαίρι του 1946 μαζί με έξι συντρόφους της πέφτουν στα χέρια χωροφυλάκων. Βασανίζεται φριχτά χωρίς να λυγίσει. Στις 25 Ιούλη του 1946 περνά στρατοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο. Στις 27 Ιούλη εκτελείται μαζί με τους έξι συντρόφους της στα Γιαννιτσά.

Κατά τη μεταφορά της στον τόπο της εκτέλεσης τραγουδούσε τη Διεθνή  και άλλα επαναστατικά μακεδόνικα τραγούδια. Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν δέχτηκε να της δέσουν της μάτια. Την επόμενη της εκτέλεσης το ανακοινωθέν του Υπουργείου «Δημοσίας Τάξεως» αναφέρει: «…Οι επτά εκτελεσθέντες αντίκρισαν ψυχραίμως το εκτελεστικόν απόσπασμα και δεν εδέχθησαν να δεθούν οι οφθαλμοί των. Περισσοτέραν ψυχραιμίαν επέδειξεν η νηπιαγωγός Ειρήνη Γκίνη η οποία έψαλλε τον ύμνον της Διεθνούς και εκραύγαζεν υπέρ του ΚΚΕ»…
Μεταφέρουμε στο διαδίκτυο ποίημα του Πασκάλ Πασκαλέφσκι για την ηρωίδα Ειρήνη Γκίνη. Περιλαμβάνεται σ’ ένα βιβλιαράκι λίγων σελίδων, που είναι τυπωμένο στα μακεδόνικα (έκδοση του 1949), που ανακαλύψαμε στην πολύτιμη βιβλιοθήκη των ΑΣΚΙ. Επίσης κάναμε μια μικρή έρευνα για να βρούμε στοιχεία για τον ―μάλλον άγνωστο σήμερα, όπως συμπεραίνουμε― ποιητή και μεταφραστή Πασκάλ Πασκαλέφσκι. Όμως ας διαβάσουμε πρώτα το ποίημα.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

"... καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει..."

Άρια Κομιανού

Είδα μια νύχτα το Χριστό
μέσα σ' αιφνίδια λάμψη κι απροσδόκητη.
Αν ήταν στ' όνειρο μου που τον είδα
ή στης αγρύπνιας μου το βύθος,
δύσκολο μού είναι τώρα να ορκιστώ.
Τον είδα όμως μια νύχτα το Χριστό.
Σα να' χε αποκαθηλωθεί λίγο πρωτύτερα,
έσταζε ακόμα το αίμα απ' τις πληγές του.
Τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Αν ήταν η φωνή του που μου μίλησε
κι όχι του γείτονά μου ο πνιχτός θρήνος
που τρία μερόνυχτα τον πόνο του άλεθε
για το μοναχογιό του που εκτελέστηκε,
δύσκολο μου είναι πάλι να ορκιστώ.
Τον άκουσα όμως το Χριστό που μούπε:
" Κι αν έπαψες να με πιστεύεις καθώς άλλοτε,
ακόμα αστράφτω σαν κοχύλι μαγικό
στης παιδικής σου μνήμης το ακρογιάλι.
Μα εγώ δε σου ζητώ την ώρα ετούτη
να ξαναφέρεις την ξενιτεμένη σου ψυχή
στα πράσινα λειβάδια των οχτώ σου  χρόνων
όπου σαν άυλο Χερουβίμ πάντα σου μ' έβλεπες
κάτασπρα αρνάκια και σγουρά να βόσκω.

Έτσι όπως τώρα σου ζητώ να με κοιτάς,
άντρα θλιμμένο, με σφιγμένα δόντια,
με τρυπημένα χέρια απ' τα καρφιά του σταυρωμού,
με λογχισμένα τα πλευρά μου,
με πληγιασμένο μέτωπο απ' τ' αγκάθια.
Το ξέρω , ναι το ξέρω πως πονείς
και συ κι ο γείτονας σου που του σκότωσαν το γυιο του
( Πριν έρθω εδώ, στο σπίτι του σταμάτησα).
Ακούω τις μάνες που παρακαλούνε
να ξεψυχήσουν πριν από τα βρέφη τους.
Βλέπω τον κόσμο που ζητώντας λυτρωμό,
είτε θερίζεται απ' το σίδερο,
είτε σα λύχνος δίχως λάδι αργοπεθαίνει.
Μα όλοι όπως είμαι τώρα όταν με βλέπετε,
χνούδι θα νιώθετε το βάρος του σταυρού σας.
Γιατί του μύθου μου το νόημα είναι τούτο:
πως δίχως σκότος δεν υπάρχει φως
και πως καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο
ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει".

Έτσι θαρρώ μου μίλησε ο Χριστός.
Έτσι τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Κι όταν σαν ίσκιος πάλι χάθηκε άπιαστος,
άνθισε ξάφνου μέσα μου ένας κρίνος.
Βαριά της νύχτας γύρω μου έγινε σιωπή,
βαριά από προσδοκία,
κι έπαψε πια του γείτονα ο πνιχτός θρήνος.

Λέων Κουκούλας
Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην Ανθολογία Ελληνικής Αντιστασιακής Λογοτεχνίας 1941 - 1944, τ.2 Ποίηση , EDITEX Geneve 1970, επιμέλεια Έλλη Αλεξίου.

Ο Λέων Κουκούλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Πραγματοποίησε θεατρικές και φιλοσοφικές σπουδές, αλλά και σπουδές καλών τεχνών στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του Νουμά. Το 1915 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Της ζωής και του θανάτου και το 1923 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Ένας – ένας. Ακολούθησαν κι άλλες ποιητικές συλλογές του, γνωστός ωστόσο στο λογοτεχνικό χώρο έγινε κυρίως για το μεταφραστικό έργο του, κυρίως θεατρικό, από έργα των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Σίλλερ, Μολιέρου και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες και δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, και άλλες δραματικές σχολές. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε στην Αθήνα( 17 Οκτωβρίου 1967) ( ΕΚΕΒΙ )
 Ο Λέων Κουκούλας πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ 
" Τι τεράστια δύναμη, αλήθεια, η ποίηση! Όταν γράφονταν και δημοσιεύονταν τα ποιήματα του Λέοντα Κουκούλα, αυθόρμητα ο φανατικός ή και ο καλοπροαίρετος αναγνώστης της ποίησης θα τα συνέκρινε, ή απλώς θα τα συσχέτιζε, με άλλα ομόχρονά τους, λ.χ. του Κώστα Βάρναλη ή του Τάκη Παπατσώνη. (. . .) Σήμερα, όμως, εβδομήντα και εξήντα και πενήντα χρόνια μετά το γράψιμό τους, τα ποιήματα του Κουκούλα εξακολουθούν να ισχύουν και να συγκινούν; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Ανεπιφύλακτα ναι. Αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ τα διαβάζει κανείς, όποια γνώμη και αν σχηματίζει για την ιδεολογική ή την αισθητική τους ένταξη, μια έγνοια αισθάνεται να τον κυριεύει: να προσανατολιστεί, όσο γίνεται επιμελέστερα και πιο ακριβοδίκαια, στον κόσμο τους, να μην αδικήσει ούτε τον ποιητή που τα έγραψε, ούτε τα ίδια τα ποιήματα. Επειδή δε ο δημιουργός τους έχει υπάρξει στον καιρό του μια πληθωρική και συγγραφικά ακαταπόνητη φυσιογνωμία, τα ποιήματά του πρέπει και μπορούν να διαβαστούν κάτω από έναν πολυπρισματικό φωτισμό..." ( Θανάσης Νιάρχος)

ofisofi

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Γ. Ανατολίτης, Έλληνας ποιητής της Σοβιετικής Ρωσσίας


«Στο Δνείπερο φτιάνουμε παλάτια της τέχνης στο Βόλχοβ γιγάντους της νέας ζωής. Στους κάμπους, στις στέπες που χώριζαν φράχτες απέραντη μια κολεχτίβα γης…»

Αν αναζητήσει κανείς στοιχεία για κάποιον Έλληνα της ΕΣΣΔ των δεκαετιών 1920-40  θα βρεθεί αντιμέτωπος με αναφορές για  εκκαθαρίσεις, διώξεις και εκτοπισμούς χιλιάδων Ελλήνων Ποντίων από το «σταλινικό καθεστώς».

Αναφορές που με μια πρώτη ματιά, (που συνήθως παραμένει «πρώτη» και δεν ακολουθεί μια πιο ερευνητική δεύτερη ή και τρίτη…) μοιάζουν να στηρίζονται σε «ατράνταχτα επιχειρήματα». Αν όμως ακολουθήσουν και άλλες «ματιές» τότε γίνονται διακριτές  οι μέθοδοι και οι πηγές διαφόρων «ποντιολόγων» και της σχολής των σύγχρονων ιστοριογράφων που διαστρεβλώνουν την ιστορική πραγματικότητα και  που, ανεξαρτήτως της αφετηρίας του καθένα, όλοι  «τερματίζουν» στην  αναθεώρηση της Ιστορίας μέσα από την αναβίωση του αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού και την εξίσωση του φασισμού με τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Αφορμή για αυτή την εισαγωγή μας έδωσαν δυο ποιήματα που ανακαλύψαμε ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του Ριζοσπάστη της δεκαετίας του ΄30 και η έρευνα που ακολούθησε για να βρούμε στοιχεία για τον ποιητή που τα έγραψε. Το πρώτο ποίημα δημοσιεύτηκε στο φύλλο του Σαββάτου 21 Απρίλη 1934. Ακριβώς από κάτω υπήρχε η σημείωση: «Του Έλληνα ποιητή της Σοβιετικής Ένωσης Γ. Ανατολίτη. (Από την εφημερίδα «Κομμουνιστής» του Ροστόβ)».
ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΙΕΤΑΙ
Σωπαίνουν τα όπλα βουβά τα κανόνια
τη γη δε βαράνε αλόγων οπλές
μα έτοιμοι οι λόχοι προσμένουν σινιάλο
για νέους αγώνες και μάχες σκληρές.
Στους κάμπους, στις στέπες τ’ ατσάλινα [τζέτια;]
γκρεμίζουν τους φράχτες δεσμά της δουλειάς
κι ο φαντάρος απάνω στα τράχτορα κει πέρα,
τις πρόληψες ρίχνει, τους θρύλους πετά.
Στο Δνείπερο φτιάνουμε παλάτια της τέχνης
στο Βόλχοβ γιγάντους της νέας ζωής.
Στους κάμπους, στις στέπες που χώριζαν φράχτες
απέραντη μια κολεχτίβα γης.
Βουβά τα κανόνια, βουβά τα ντουφέκια,
μιλάει το μοτόρ, τραγουδάει το σφυρί
και πλάστες και χτίστες τα χέρια μας τώρα
πανώρια την πλάθουν τη νέα ζωή.
Δεν θέλουμε αίμα, πολύνεκρες μάχες
που παίρνουν εργάτη κι αγρότη παιδιά,
μ’ αν είνε ανάγκη, σαν δοθεί το σινιάλο,
στα άλογα πάλι, στα όπλα ξανά.
Από τα λίγα στοιχεία που μπορέσαμε να βρούμε, την εφημερίδα «Κομμουνιστής» την έβγαζε εκδοτικός οίκος με το ίδιο όνομα, που μαζί με τον οίκο «Κολεκτιβιστής» ήταν οι δυο μεγαλύτεροι ελληνόγλωσσοι εκδοτικοί οίκοι στην ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο, με παραγωγή εκατοντάδων βιβλίων  πολιτικοοικονομικού περιεχομένου, αγροτικής οικονομίας και υγιεινής, λογοτεχνικά, σχολικά κ.ά. Ο «Κομμουνιστής» συσπείρωνε πολλούς λογοτέχνες και ποιητές και φιλοξενούσε τα έργα τους σε βιβλία αλλά και σε φιλολογικά και λογοτεχνικά  περιοδικά. Ανάμεσα στους λογοτέχνες αυτούς ήταν και ο ποιητής Γ. Ανατολίτης.

Ένα ακόμα ποίημά του, δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της Κυριακής 22 Απρίλη 1934, με την υπογραφή «Γ. Ανατολίτης. Έλληνας ποιητής της Σοβιετικής Ρωσσίας»:
Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ
Από τα σπλάχνα του Οχτώβρη
φρουρός εγώ κ’ εγώ παιδί του
ψηλά το λάβαρο κρατώ·
του αρχηγού μας του μεγάλου
πιστά εδώ τη διαθήκη,
τις εντολές πιστά φρουρώ.

Οι θρόνοι γύρω μου συντρίμμια,
για δες: κουρέλια τις πορφύρες,
ράκη τις πρόληψες πατώ,
τον τίμιο κόπο σου αγρότη
στα σύνορ’ άγρυπνος φρουρώ.

Ας παν’ ν’ ουρλιάζουνε τ’ αγρίμια,
ας παν να σκούζουνε τα όρνια,
εγώ στον όρκο μου πιστός,
της εργατιάς όλου του κόσμου,
της αγροτιάς του κόσμου όλου
στέκω ακοίμητος φρουρός.

Ήλιος η λόγχη μου, αχτίδες
ελπίδας στέλνει στα μπουντρούμια
κει που στενάζει η εργατιά·
και κόκκινοι ξυπνάνε οι φαντάροι
κι οι πρωτοπόροι της ιδέας
μες στου οχτρού μου την καρδιά.

Από τα σπλάχνα του Οχτώβρη
γέννημα θρέμμα και παιδί του
στέκω στον όρκο μου πιστός,
του Οχτώβρη να που πλησιάζει,
να, του παγκόσμιου Οχτώβρη
φρουρός εγώ και οδηγός.

Πάντως, ενώ δυσκολευτήκαμε να βρούμε περισσότερα στοιχεία για τον ποιητή Γ. Ανατολίτη δεν συνέβη το ίδιο για να συμπεράνουμε ότι όπως δεν είναι σώνει και καλά έγκυρα τα συμπεράσματα-βιβλία όλων των ιστορικών επιστημόνων, επειδή και μόνο τα έγραψαν ιστορικοί, έτσι δεν είναι αναγκαίο  κιόλας να σπουδάσει κάποιος ιστορία για να αποχτήσει μια πιο σαφή και έγκυρη εικόνα για μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Σημασία έχει πόσο ανήσυχος είναι (αν είναι) ο αναγνώστης κάθε φορά και που θα απευθυνθεί για να αποχτήσει την  αληθινή -άρα πολύτιμη-  γνώση που θα τον βοηθήσει να γυρίσει την πλάτη στους επιστήμονες αυτούς που, χρησιμοποιώντας αντιεπιστημονικά εργαλεία, διαστρεβλώνουν «επιστημονικά», παραχαράσσουν ή και ξαναγράφουν κάποιες φορές την ιστορία όταν δεν τους βολεύει, δηλαδή όταν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης των «νικητών» που οι ίδιοι υπηρετούν.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Μεσάνυχτα με τον «Θλιμμένο» Γκίνσμπεργκ


"Αν θέλεις σήμερα να πιάσεις τον ήχο της Αμερικής, άκουσε οποιοδήποτε κομμάτι του Τζίμι Χέντριξ. Αν θες τα χρώματά της, κοίτα τις ζωγραφιές του Τζάκσον Πόλοκ. Αν θες όμως τη φωνή της, διάβασε τον Αλεν Γκίνσμπεργκ.

Ο Αλεν Γκίνσμπεργκ γεννήθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ το 1926. Ηταν γιος του Λιούις Γκίνσμπεργκ, δασκάλου και λυρικού ποιητή, και της Ναόμι, δραστήριου μέλους του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οπως μας πληροφορεί ο Τάσος Σαμαρτζής, ο Αλεν ταξίδευε σε όλον τον κόσμο ακούραστα, ακόμη και τα τελευταία χρόνια που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, διαβάζοντας τα ποιήματά του στη Ρωσία, την Κίνα, την Ευρώπη, το Νότιο Ειρηνικό και συνοδεύοντας συχνά τις απαγγελίες του μ' ένα φορητό μικρό αρμόνιο, που είχε αγοράσει στο Μπεναρές της Ινδίας.

Ορισμένοι διέδωσαν ότι ο Γκίνσμπεργκ πέθανε στις 6 Απριλίου 1997 στο διαμέρισμά του στο Ιστ Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Το έχω πει και θα το ξαναπώ πολλές φορές: μην πιστεύετε ποτέ ό,τι ακούτε. Απόδειξη ότι ο Γκίνσμπεργκ, περαστικός από την Αθήνα, μου χτύπησε το κουδούνι τα μεσάνυχτα. Η μεγάλη μου χαρά συνοδεύτηκε από ερωτήσεις.

― Τι άφησες πίσω σου, Αλεν, τώρα;

― Φαντάσματα της τηλεόρασης, που ακόμα στοιχειώνουν το σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα. Ο μελιστάλαχτος Μπιγκ Κρόσμπι, ο Ελβις Πρίσλεϊ ο σταρ του ροκ εν ρολ, ο κωμικός Γκρούτσο Μαρξ με το μουστάκι, ο Αϊνστάιν που ανακάλυψε το σύμπαν, η Ναόμι Γκίνσμπεργκ η κομμουνίστρια μούσα, η Ισιδώρα Ντάνκαν να χορεύει με διάφανες εσάρπες, ο Τζακ Κέρουακ ο ευγενής ποιητής, ο Τζίμι Ντιν ο μυστικός ηθοποιός, ο Μπόρις Καρλόφ, ο γερο-Φρανκεστάιν, διασημότητες και ασημότητες ξεχωριστά, απόντες από τις τροχιές τους, σκιές που έχουν ξεχαστεί, που πια δεν αναπνέουν.

― Μίλησε μου για τη γενιά σου...

― Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα απ' την τρέλα, υστερικά, γυμνά και λιμασμένα, /να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια αναγκαία δόση,/ χίπστερς μ' αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση με την αστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,/ που φτωχοί, κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια στάθηκαν καπνίζοντας μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων, αιωρούμενοι πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στην τζαζ,/ που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό κάτω απ' τον εναέριο σιδηρόδρομο κι είδαν αγγέλους μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,/ που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια, με παραισθήσεις του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλέικ ανάμεσα στους μελετητές του πολέμου,/ που διώχτηκαν από τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,/ που διπλώθηκαν απ' το φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων.

― Γιατί συνεχίζεις να γράφεις;

― Για να ξεπεράσει η προσευχή μου την αντίληψή μου, για να μη φοβάμαι πλέον καμία κρίση για τον Αλεν αυτού του κόσμου, γεννημένου στο Νιούαρκ, ερχόμενου στην αιωνιότητα στη Νέα Υόρκη, κλαίγοντας ξανά στο Περού για ανθρώπινη γλώσσα, για να ψάλω το ανείπωτο, για να ξεπεράσω τον πόθο για υπέρβαση και να εισέλθω στο γαλήνιο νερό του σύμπαντος, για να τα βγάλω πέρα μ' αυτό το κύμα, να μην πνιγώ για πάντα στον κατακλυσμό της φαντασίας μου, για να μη σκοτωθώ μέσα από την ίδια την τρελή μαγεία μου, αυτό το έγκλημα τιμωρείται στις σπλαχνικές φυλακές του Θανάτου, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την ομιλία μου εξαιτίας της δικής τους άσπλαχνης καρδιάς, οι προφήτες με βοηθούν με διακηρύξεις, τα σεραφείμ επευφημούν το όνομα σου, Εσύ μεμιάς με το πελώριο Στόμα του Σύμπαντος κάνε το κρέας ν' αποκριθεί."

Μέσα από τον παραπάνω «διάλογο» (Ριζοσπάστης, 22/12/2002) ο δικός μας ποιητής και ζωγράφος Γιώργος Κακουλίδης μας μεταφέρει σε μια «συνάντηση»  με τον Αμερικανό ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ (3 Ιούνη 1926 – 5 Απρίλη 1997). Έντονα πολιτικοποιημένος, ο Γκίνσμπεργκ υπήρξε στα νιάτα του, για ένα διάστημα, μέλος του ΚΚ ΗΠΑ. Στην περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ συμμετείχε ενεργά στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις και σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και 1980 ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση με συμμετοχή σε κινήματα υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, κατά της κατοχής πυρηνικών όπλων ή για την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ δεν έλειψαν και οι «πειραματισμοί» του με το αλκοόλ και ναρκωτικές ουσίες.

Ο Γκίνσμπεργκ ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς των «μπητ» (Τζακ Κέρουακ, Γουίλιαμ Μπάροουζ κ.ά.) γνωστός κυρίως για τα ποιήματά του Ουρλιαχτό (Howl) και Καντίς (Kaddish).Το ποίημα Ο θλιμμένος μου εαυτός προδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ποιείν, λίγο πριν  κυκλοφορήσει η συλλογή Ποιήματα του Ά. Γκίνσμπεργκ, μετάφραση μετ. Γ. Λειβαδάς, Ηριδανός 2009, στην οποία περιλαμβάνεται.

Ο ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟΣ

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν -