Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ Μενέλαος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ Μενέλαος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης: Απ’ τη Μακρόνησο στον Αη Στράτη


Το ποίημα αναφέρεται στη μεταφορά των πολιτικών εξορίστων από τη Μακρόνησο στον Αη Στράτη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ) στις 31 του Μάη 1953.

ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ

Χτες την αυγή φουντάραμε
στο νέο Πετρονήσι μας.
Ο «Αλφειός» («Μεταγωγόν ο Αλφειός»),
εσύρθηκε νωθρά στ’ ακροθαλάσσι,
άνοιξε τις μασέλες του. Και ξέρασε-
μιαν αμπαριά καινούργιους Ιωνάδες.

Βαρύ ήταν το ταξίδι μας. Ενάντιο.
Κι’ η θάλασσα ένα πέλαγο χολή.
Το πλοίο οκνό, π’ ολονυχτίς μάς εσεργιάνιζε
στα βορινά σοκάκια του Αιγαίου.
― μεταλλικό κιβούρι ―
που έψαχνε για το νεκροταφείο μας.

Είμαστ’ ένα φορτίο αγύριστα μυαλά,
παραδομένα με το μέτρο.
Ένα φορτίο αντίγνωμοι,
φερέοικοι Ροβινσώνες του Αιγαίου,
που ζαλωθήκαμε στην πλάτη την τιμή μας,
και πάμε στης θυσίας το Μαραθώνιο.

… Πίσω στο βράχο του Μακρονησιού
ακόμη κυματίζει
η διψασμένη ανάσα μας.
Και στο γιαλό απ’ την πέτρινη εξέδρα της
μ’ ένα γυμνό κλαρί,
μας ξεπροβόδισε ξεσκούφωτη η Ιστορία.
Είχαμε κάτι μάτια θεονήστικα για πράσινο.
Κάτι χείλια ραγισμένα για νερό.
Και κάτι χέρια κόκαλα…

Και χτες αυγή φουντάραμε στον Κ ό σ μ ο μας
σε νέο καταστρωμένο ανθρωποστάσι,
νησί μικρό, χαμένο στα νερά
(«κλωβός επικινδύνων»).
Μα ο Κόσμος ήταν πάλι χωροφύλακες…
Αμπαρωμένα σπίτια και τουφέκια.
Σπίτια τεφρά. Και βράχοι κυματόδαρτοι.
Βράχοι ξανά. Όλο βράχοι. Και βοριάδες.
(Η Μακρόνησο μας πήρε το κατόπι…)

Μα σαν επήραμε σιγά τη ρεματιά,
πατώντας στο εμβατήριο που μας έψελναν
οι ραψωδοί της ζέστης, τα τζιτζίκια…
Σαν πήραμε το ρέμα για το πλάτωμα,
εκεί που βούιζε το πάνινο χωριό μας.
Εκεί που πρασινίζαν και μας πρόσμεναν
κάτι γριούλες μυγδαλιές ― ζητιάνες του νερού…
Σαν πήραμε το ρέμα-ρέμα για το πλάτωμα…
Μια λυγαριά καταμεσίς στη στράτα,
(προσκυνητάρι της Πανώριας Άνοιξης)
αγκάλιασε τη μέση μας σαν αδερφή
και μας θυμιάτισε με τη μοσχοβολιά της…

Κι’ εκεί… Αυτή η ψυχή,
αυτή η ψυχή που ελύγισε τα σίδερα.
Αυτή η ψυχή η ορθή, αυτή η ψυχή μας,
(μπροστά στο τέμπλο της Πανώριας Άνοιξης).
Ανάσανε βαθιά. Βαθιά πολύ.
Ανάσανε για όλες τις ανάσες.
Και π ρ ο σ κ ύ ν η σ ε.
Ήταν η πρώτη φορά.

Μενέλαος Λουντέμης

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Π. Κοσμά: «Θα δέσουνε τα τσαμπιά» (Στον Μενέλαο Λουντέμη)


«Ετσι γίνεται κάθε βράδυ. Κάτω απ' το φως της λάμπας, τρεις σκιές, σημαδεμένες από την έγνοια, κοιτάζουν μακριά, κι αναθιβάνουνε τα περασμένα. Οι θύμησες ξεκινάνε από πολύ βαθιά. Απ' την καρδιά του παπού, απ' τα λυπημένα μάτια της γυναίκας. Απ' το σγουρό κοριτσίστικο κεφάλι, που πάει να γείρει στο ανοιχτό βιβλίο.
Ο παππούς τέτοια ώρα δε μιλάει. Φυσάει μπουκιές -μπουκιές τον καπνό και δαγκάνει με πείσμα τ' αχείλι του. Ο καπνός απλώνει γύρω του και η σιωπή γίνεται πιότερο πηχτή. Τον παπού τον κυριεύει τότε μια ξαφνική τρομάρα. Φοβάται μην έχασε τη μιλιά του. Η σιωπή έχει πολύ απλώσει γύρω του και μέσα του.
- Ο καπνός μου τέλειωσε, λέει τότες, για να πει κάτι.
Κανείς δεν αποκρίνεται. Η γυναίκα κοιτάζει μακριά, με τα πικραμένα της μάτια. Πάντα έτσι κοιτάζει. Θαρρείς πως ψάχνει ν' ανακαλύψει κάτι. Το κοριτσίστικο κεφάλι κοιτάζει μια τον παπού, μια τα πικραμένα μάτια. Και τότε ανοίγει σιγανά η πόρτα. Η μητέρα δε λαδώνει τους μεντεσέδες επίτηδες για ν' ακούει το τρίξιμό τους. Ο Φώτης κλείνει ήσυχα πίσωθέ του την πόρτα, κάθεται αντίκρυ τους και τους κοιτάζει καλωσυνάτα. Σα νάχει ψηλώσει, σα νάχει λιγνέψει και στα μάτια του πάντα σιγοκαίει ένα γλυκό φως.
- Ηρθες; ρωτάει η μητέρα του και κάτι μέσα της λαχταρά.
- Είμαι πάντα μαζί σας, πάντα κοντά σας, λέει ο Φώτης κι η φωνή του σα να έρχεται από πολύ μακριά.
- Πώς φέγγουνε τα μάτια σου! λέει η μητέρα. Πώς φέγγουνε τα μάτια σου! Μην είσαι άρρωστος κι έχεις πυρετό;
- Και το μέτωπό σου πόσο είναι πλατύ! συνεχίζει έπειτα. Σου πέσανε τα μαλλιά, Φώτη μου. Σε τσάκισαν τα δύσκολα χρόνια. Σ' έλιωσεν η κλεισούρα της φυλακής.
Ο παπούς τον κοιτάζει με την άκρη της ματιάς του.
Τότε ο Φώτης σηκώνεται και φεύγει. Σα ν' άφησε κάτι μέσα στη φούχτα τους. Στη φούχτα της μάνας που τη δέρνει η αγωνία. Στη φούχτα του παπού, στο κοριτσίστικο χέρι πούχε σαστίσει τώρα πια και δεν τα καταφέρνει να κρατήσει τον κοντυλοφόρο. Υστερα τρίζανε πάλι οι μεντεσέδες κι ακούγονται τα πατήματα του Φώτη που όλο και αλαργεύουν. Μα, ο ήχος τους μένει για πολλή ώρα μες στην καρδιά. Το σύνορο της λάμπας όμως όλο και στενέβει, όλο και στενέβει γύρω στα κουρασμένα κεφάλια. Ο παπούς ανάβει πάλι την πίπα του και συλλογιέται. Μετράει με τα δάχτυλά του.
- Στο έμπα του περασμένου Ιούνη δεν είναι που τον πιάσανε το Φώτη; ρωτάει.
- Ξεχανιάρης πούγινες, λέει κι η μητέρα. Ιούλης μήνας ήτανε. Είχανε βγει τα σταφύλια. Στη φυλακή που πήγα και τον πρωτόειδα, του κράταγα ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλια. Δυο χρόνια κλείσανε και μπήκαμε στο τρίτο.
Ο παπούς μοιάζει σα να ξεχάστηκε.
- Ναι, είχανε βγει τα σταφύλια, συμφωνεί. Θυμάμαι τώρα που του κράταγες ένα τσαμπί σταφύλια. Απλωσε το χέρι του μέσα απ' τα σίδερα και το πήρε.
Και με σιγουριά αποσώνει.
- Ενα τσαμπί κόκκινα σταφύλια.
Πέφτει σιωπή. Οι θύμησες όλο και πληθαίνουν γύρω στο ραγισμένο λαμπογιάλι.
- Το τελευταίο του γράμμα πάει χρόνος που το πήραμε, αναστενάζει η μητέρα. Ηταν σταλμένο από το Μακρονήσι. Κι από τότε μήτε μια λέξη δε μας ήρθε.
Ο παπούς φυσάει πάντα τον καπνό της πίπας του. Το μάτι του έχει ένα σκληρό τρόπο να κοιτάει.
- Αν πήγαινες στην αστυνομία; παρακαλεί η μητέρα. Ανθρωποι είναι, θα νιώσουν. Πες τους: Χάθηκε ένας άνθρωπος. Ενας άνθρωπος με μεγάλα φωτεινά μάτια. Οχι. Μην τους πεις πως είχε μεγάλα και φωτεινά μάτια. Πες τους πως χάθηκε στο Μακρονήσι... Να μας πούνε, αν ζει ή τάχα είναι πεθαμένος. Να ξέρουμε, να μην τον περιμένουμε άλλο.
- Πήγα, λέει κι ο παπούς κι η φωνή του είναι σκληρή, πολύ σκληρή. Ξεροστάλιασα να περιμένω. Τους το είπα, τους παρακάλεσα. Χάθηκε ένας άνθρωπος! τους φώναξα. Πώς γίνεται να χάνονται έτσι οι άνθρωποι; Ψάξτε να μας βρείτε τον άνθρωπό μας. Είναι μεγάλο αμάρτημα στο Θεό να χάνονται έτσι στα καλά καθούμενα οι άνθρωποί μας. Μεγάλο κρίμα είναι από το Θεό.
- Σούπανε πως θα ψάξουνε; Δε σούπανε; ικετεύει η φωνή της.
- Αυτοί δεν ξέρουνε τι θα πει πόνος, λέει ο παπούς. Κείνη την ώρα που τους κουβέντιαζα μπήκε στο γραφείο μια γυναίκα. Είχε χαθεί ο σκύλος της κι ήρθε να ζητήσει τη βοήθεια της αστυνομίας, γιατί το σκυλί, λέει, ήτανε από ράτσα και κόστιζε πολλά λεφτά. Σωπαίνει για λίγο.
- Κι ύστερα;
- Λοιπόν, ξέρεις τι είπανε; Πως θα ψάξουν και θα βρούνε οπωσδήποτε το σκύλο της.
Τα μάτια της γυναίκας κοιτάζουνε πάλι κάπου μακριά. Κι ο παπούς, καθώς βλέπει στα σκαμμένα μάγουλά της να κατηφορίζουνε δυο μεγάλα ποτάμια από δάκρυα, σηκώνεται και φυσάει με δύναμη τη λάμπα. Μα, ωστόσο, την ελπίδα μέσα στην καρδιά τίποτα δεν μπορεί να τη σβύσει.
Το πρωί η κοριτσίστικη φωνή τραγουδάει:
"ότι ζει το παλικάρι και οπωσδήποτε θα 'ρθεί".

***
Ενα τέτιο βράδι, όταν το πετρέλαιο στη λάμπα κόντεβε να τελειώσει και το φως χαμήλωνε πάνω από το κοριτσίστικο σγουρό κεφάλι πούχε γείρει στο ανοιχτό βιβλίο, μπήκε ένας άνθρωπος με τραγιάσκα. Ητανε πιο κοντός στο μπόγι από τον Φώτη, όμως τα μάτια του ήταν το ίδιο μεγάλα και φωτεινά.
- Θάθελα να μιλήσουμε μαζί, είπε στον παπού και τούδειξε με το μάτι τη γυναίκα και το κοριτσίστικο κεφάλι.
Ο παπούς έσκυψε πάνω από το κορίτσι, αφουγκράστηκε την κοιμισμένη ανάσα του κι έγνεψε στον άνθρωπο να καθήσει.
- Πες μας λεύτερα ό,τι έχεις να μας πεις, τούπε.
Ο άνθρωπος κρατούσε την τραγιάσκα του και σώπαινε. Μέσα του πάλαιβαν δυο γνώμες.
- Μίλα μας, έκανε πάλι ο παπούς. Αν διάβασες στην εφημερίδα πως θέλουμε να μάθουμε, για τον Φώτη που χάθηκε στο Μακρονήσι, τότες ήρθες σωστά. Φανέρωσέ μας την αλήθεια, όποια και νάναι.
Κι η μητέρα που τώρα πια είχε καταλάβει:
- Πες μας πώς τέλειωσε. Οσο άγριος κι αν ήτανε ο θάνατός του, μη μας τον κρύψεις, καλό μου παλικάρι.
Στη φωνή της έτρεμε μια μάταιη ελπίδα.
- Πάει ένας χρόνος που πέθανε, είπε τότε κι ο άνθρωπος με την τραγιάσκα. Τον παιδέψανε όλη νύχτα και τον τελειώσανε με μια κλωτσιά στο κεφάλι. Γι' αυτό είναι που δε σας έγραψε άλλο. Ο παπούς κείνο το βράδυ δε χρειάστηκε να φυσήξει τη λάμπα, γιατί έσβυσε μόνη της. Κι η ελπίδα έσβυσε κι αυτή μουσκεμένη από τα δάκρυα. Μα η κοριτσίστικη φωνή, που δεν ξέρει, κάθε πρωί τραγουδάει:
"ότι ζει το παλικάρι κι οπωσδήποτε θα 'ρθεί".
Η μητέρα κάνει τότε ένα κίνημα να τη σταματήσει. Μα, ο παπούς την εμποδίζει.
- Γιατί; της λέει. Ο Φώτης ζει πάντα μέσα μας, είναι πάντα κοντά στην καρδιά μας. Δεν το νιώθεις;
Και ξαφνικά, σα να θυμάται τώρα μόνο πως το φθινόπωρο από καιρό έχει μπει, σμίγει τ' άσπρα του φρύδια και συλλογιέται.
- Και το καλοκαίρι, λέει, τα κλήματα θα δέσουνε μεγάλα τσαμπιά σταφύλια. Μεγάλα κόκκινα τσαμπιά.
Και σα να χαμογελάει».

Το διήγημα του Π. Κοσμά περιλήφθηκε στη συλλογή «Πεζογράφοι της Αντίστασης» (εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», 1951). Προσπαθήσαμε να μάθουμε έστω λίγα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα του διηγήματος και αν το Π. Κοσμάς είναι αληθινό όνομα ή ψευδώνυμο, απευθυνόμενοι στους ελάχιστους ζώντες συγγραφείς, οι οποίοι υπήρξαν και μαχητές του ΔΣΕ. Δυστυχώς, η προσπάθεια ατύχησε.

Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη (15/10/2006)

Εικόνα: Νεκρή φύση του Γ. Ιακωβίδη

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Μενέλαος Λουντέμης – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ



Ένα φεγγάρι εκρέμουνταν στην αγριελιά κλαμμένο
προχτές που φέραν τέσσερις το Βάγγο χτυπημένο.
Κι είχε μια αχνάδα η όψη του, μια μελανιά η θωριά του ―
μια αγριάδα του θανάτου.

Μαζί του κατηφόριζε κι ένα δροσάτο αγέρι ―
μια καλονιά απ’ τη Ρούμελη, χλωμή σαν τ’ αγιοκέρι.
Με λίγα αμίλητα παιδιά κομμένα απ’ τα γιουρούσα
και μια σκυλίτσα ρούσσα.

Τον στρώσαν σε ψηλόν οντά με τα φαντά σεντόνια
κι απ’ τα κονίσματα ψηλά σιγόσταζε η συμπόνοια.
Κι ένα λουλούδι που πικρά κούρνιαζε σαν το σπίνο ―
σκύβει να ιδεί και εκείνο.

Τα παραθύρια σβήσανε κι απόμειναν κλεισμένα.
Μη δουν κεφάλια ξέπλεκα και μάτια δακρυσμένα
τ’ αστέρια που κατέβηκαν τούτα τα κρύα τα βράδυα,
για να κρατήσουν βάρδια.

Θρηνολογά η κουφοξυλιά, δέρνονται τ’ αρμυρίκια!
Κλαιν οι οξυές φύλλα χλωμά κλαιν τα γκρεμνά χαλίκια.
Κι ένας τσομπάνος άπραγος με το ραβδί που εκράτα ―
δέρνει τρελλά τα βάτα.

Τον είχε ο λόγγος σταυραητό, τα τρίκορφα γιορντάνι.
Τον είχε η λέφκα ψυχογιό, τα διάσελα καλπάκι.
Τον είχε η σύναξη αδερφό, και το Καπετανάτο
φλουρί κωσταντινάτο.

Περνούν και τον θρηνολογούν, περνούνε και τον ραίνουν.
Λυπητερά μαλώματα, κακιώματα του κραίνουν.
Κι ο Βάγγος τους χαμογελά από το προσκεφάλι
σαν κόρη πούχει σφάλλει.

Διαβαίνουν οι γερόντισσες και χύνουν τα μαλλιά τους.
Περνούν κι οι νιες και χύνουνε ρόδα ― τα μαγουλά τους.
Περνάει κι ο Πικροχάροντας κι απ’ τ’ άτι ξεπεζεύει ―
ο Βάγγος για ν’ ανέβει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Από την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 1941–1944, τόμος ΙΙ ΠΟΙΗΣΗ (επιλογή: Έλλη Αλεξίου), εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Ο συγγραφέας, ο αγωνιστής, ο άνθρωπος  Μενέλαος Λουντέμης έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 22 Γενάρη του 1977.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Μην αργείς...



Μην αργείς. Τούτο μόνο σου λέω. Μην αργείς
Γιατί, σε λίγο, σαν θα χτυπάς την πόρτα μου,
θα νομίζω πως είναι τα γηρατειά,
πως είν' ο χειμώνας, πως είν' ο θάνατος.
Μην αργείς.

Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια,
κι απ' τους δρόμους που περνάς.
Απ' τα παράθυρα κρέμουνται τα χέρια μου
και σε καλούν.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια.
Σ' όλα κυλάει ο αέρας σου.
Ολα ξέρουν τ' ονομά σου.
Μην αργείς.

Να σε περιμένω είναι πιο γλυκό κι απ' το να'ρχεσαι.
Είναι σαν το σκάσιμο της μυγδαλιάς.
Σαν το πανί που πλέει στο λιμάνι.
Σαν κελάιδισμα, σαν γέλιο πρωινό.

Να σε περιμένω είναι σα να ξανάρχομαι στη γη.
Στο δρόμο μην αργείς. Είναι γιομάτοι Φαίακες,
είναι γιομάτοι πλάνεμα, οι δρόμοι.
Οι δρόμοι γλιστρούν, χυμούν αρπαχτικοί
και κλέβουν.
Μην αργείς.

Μην αργείς. Γιατί ώσπου να' ρθεις,
θα περπατήσω όλη την Υδρόγειο του πόνου μου.
Θα περπατήσω όλα τ' αγκάθια, κι όλους τος γκρεμούς.
Γιατί να περιμένω ,είναι σα να πεθαίνω.
Γι' αυτό. Μην αργείς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Από τη συλλογή "Κραυγή στα πέρατα"

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Ταξίδι στον Αη Στράτη


(Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη)

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους «αμετανόητους» που μεταφέρονται από το κολαστήριο της Μακρονήσου στον Άη Στράτη ήταν και ο Μενέλαος Λουντέμης που δεν είχε υπογράψει δήλωση μετανοίας, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο. Στο ποίημά του «Ταξίδι στον Άη-Στράτη» ο συγγραφέας περιγράφει το ταξίδι του και αποτυπώνει τις πρώτες εντυπώσεις του στον νέο τόπο της εκτόπισης και του μαρτυρίου του:

Ταξίδι στον Άη-Στράτη

Χτες την αυγή φουντάραμε
στο νέο πετρονήσι μας.
Ο «Αλφειός» («Μεταγωγόν ο Αλφειός»),
εσύρθηκε νωθρά στ’ ακροθαλάσσι…
Άνοιξε τις μασέλες του. Και ξέρασε-
μιαν αμπαριά καινούργιους Ιωνάδες.

Βαρύ ήταν το ταξίδι μας. Ενάντιο.
Κι’ η θάλασσα ένα πέλαγο χολή.
Το πλοίο οκνό, κι’ ολονυχτίς μας εσεργιάνιζε
στα βορινά σοκάκια του Αιγαίου.
-Μεταλλικό κιβούρι-
που έψαχνε για το νεκροταφείο μας.

Είμαστ’ ένα φορτίο αγύριστα μυαλά,
παραδομένα με το μέτρο.
Ένα φορτίο αντίγνωμοι,
Φερέοικοι Ροβινσώνες του Αιγαίου.
Που ζαλωθήκαμε στην πλάτη την τιμή μας,
και πάμε στης θυσίας το Μαραθώνιο.

… Πίσω στο βράχο του Μακρονησιού
ακόμη κυματίζει,
η διψασμένη ανάσα μας.
Και στο γιαλό απ’ την πέτρινην εξέδρα της
μ’ ένα γυμνό κλαρί,
μας ξεπροβόδισε ξεφούσκωτη η Ιστορία.
Είχαμε κάτι μάτια θεονήστικα για πράσινο.
Κάτι χείλια ραγισμένα για νερό.
Και κάτι χέρια κόκκαλα…

Και χτες πρωί, με την αυγή
φουντάραμε στον Κόσμο μας,
σε νέο καταστρωμένο ανθρωποστάσι.
Νησί μικρό χαμένο στα νερά
(«κλωβός επικινδύνων»).

Μα ο κόσμος ήταν πάλι χωροφύλακες…
Αμπαρωμένα σπίτια και τουφέκια.
Σπίτια τεφρά. Και βράχοι κυματόδαρτοι.
Βράχοι ξανά. Όλο βράχοι. Και βοριάδες.
(Η Μακρόνησο μας πήρε το κατόπι…)

Μα σαν επήραμε σιγά τη ρεματιά,
πατώντας στο εμβατήριο που μας έψελναν
οι ραψωδοί της ζέστης – τα τζιτζίκια.
Σαν πήραμε το ρέμα για το πλάτωμα.
Εκεί που βούιζε το πάνινο χωριό μας.
Εκεί που πρασινίζαν και μας προσμέναν
κάτι γρηούλες μυγδαλιές
λίγου νερού ζητιάνες
Σαν πήραμε το ρέμα-ρέμα για το πλάτωμα…
Μια λυγαριά καταμεσίς στη ρεματιά,
(προσκυνητάρι της πανώριας Άνοιξης)
Αγκάλιασε τη μέση μας σαν αδελφή.
Και μας θυμιάτισε με τη μοσκοβολιά της…

Κι’ εκεί… Αυτή η ψυχή…
Αυτή η ψυχή που ελύγισε τα σίδερα.
Αυτή η ψυχή η ορθή, αυτή η ψυχή μας,
(μπροστά στο τέμπλο της πανώριας Άνοιξης).
Ανάσανε βαθειά. Βαθειά πολύ.
Ανάσανε για όλες τις ανάσες.
Και προσκύνησε.
Ήταν η πρώτη φορά…


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, «Κραυγή στα πέρατα», ποιήματα, εκδόσεις Δωρικός (έκδοση τέταρτη), Αθήνα 1977.

Ποίημα και φωτογραφία από: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…» - Λογοτεχνικό αφιέρωμα (Μέρος Ένατο) του Δημήτρη Δαμασκηνού, που βρήκα στις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Είδα τον Λένιν!


Τον είδα να τρέχει χέρι - χέρι με τη Ζωή.
Να σπρώχνει κατά τον ανήφορο με τον ώμο του την Ιστορία.
Τον είδα να λαχανιάζει και να βιάζεται.
Γιατί όλα τότε ήταν βιαστικά. Όλα.
Οι ώρες, οι σελίδες, οι στιγμές.
«Σήμερα νωρίς - αύριο θα 'ν' αργά».
Η Επανάσταση κοίταξε το παιδί της στα μάτια. Ναι. Ηταν καιρός...
Το φώναξε κι η «Αβρόρα» απ' το ποτάμι.
Ηταν καιρός.
Θολός σιγόψελνε δίπλα της κι ο Νέβας.
Τον ακολούθησαν σιγοψέλνοντας και τα κανάλια.
Ηταν καιρός: Η Πόλη σώπαινε πνιγμένη στα σκότη. Και μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε.
Μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε σαν φανάρι.
Για να δείξει στο Μέλλον να περάσει.

Μενέλαος Λουντέμης
(από τη συλλογή "Κραυγή στα πέρατα").


ΠΡΩτοβουλίαΚΑΤοίκων στα ΝΟΤΙΑ

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Το κολαστήρι της Μακρονήσου μέσα από την ποίηση του αγώνα




Το κολαστήρι της Μακρονήσου μέσα από την ποίηση του αγώνα βρίσκεται στο επίκεντρο της ταινίας του Ελβετού σκηνοθέτη, Ολιβιέ Ζισουά «Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας - ποιητικές μνήμες της Μακρονήσου» που θα προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Την Πέμπτη 18/4 στις 7.30 γίνεται και η επίσημη πρεμιέρα (είσοδος μόνο με προσκλήσεις) και θα ακολουθήσει συζήτηση με τον σκηνοθέτη.

Ο σκελετός της ταινίας στηρίζεται στα ποιήματα και τα ημερολόγια εξορίας που γράφτηκαν στη Μακρόνησο από τον Γιάννη Ρίτσο, τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Μενέλαο Λουντέμη.

Οπως σημειώνει στο σημείωμά του ο σκηνοθέτης: «Οι ποιητές της Μακρονήσου έκαναν να αναδυθεί από τα κείμενά τους μια φωνή, αντίστασης, ένας πίδακας ζωτικής δύναμης. Τα ποιητικά χρονικά της ζωής των πολιτικών εξόριστων πάνω στο νησί αφηγούνται τον τρόμο και την επιβίωση μέσα σε αυτό το βάρβαρο εργαστήριο που στόχο είχε τον «πνευματικό επαναπρογραμματισμό» των αντιστεκόμενων κομμουνιστών (...) Οταν, κατά λογοτεχνική τύχη, διάβασα τα ποιήματα αυτά, «είδα» εικόνες ενός φρικτού παρελθόντος, τις οποίες θέλησα να φέρω αντιμέτωπες με εικόνες του παρόντος: αυτές των ερειπίων των στρατοπέδων της Μακρονήσου. Θέλησα να ψάξω στους σωρούς από πέτρα και σκυρόδεμα για αποτυπώματα των όσων συνέβησαν, να τα αντιπαραθέσω στα ουρλιαχτά των μεγαφώνων που μετέδιδαν εθνικιστικά συνθήματα, να τα τοποθετήσω δίπλα στις φωτογραφίες των εξόριστων. Μια ταινία μνήμης που μάχεται ενάντια στη λήθη, σήμερα που αποτρόπαιες εθνικιστικές εξάρσεις αναδύονται ξανά στην Ελλάδα...».

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ: "Νέο σύμβολον πίστεως"




Πίστευα ότι ο Θεός πέθανε
πριν από είκοσι αιώνες.
Και μου ήταν αδύνατο να πιστέψω
ότι θα τα κατάφερνε να ζεί ως τα σήμερα
-ακόμα και νεκρός-
μες στις ψυχές των φοβισμένων.

Πίστευα ότι ο άνθρωπος ήταν
-και είναι και θα είναι-
ζώον δίποδον.
Δεν θα πίστευα όμως ποτέ
ότι κάποτε θα μεταβάλλονταν
σε "φτερωτό" ερπετό!

Πίστευα ότι ο Χίτλερ πέθανε
το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε
στην Καγγελαρία του Βερολίνου.
Δε θα το πίστευα όμως ποτέ
ότι τα σκουλίκια που τον έφαγαν
θα γίνονταν κάποτε στρατάρχες!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Καλημέρα τριανταφυλλάκι




Καλημέρα!
Καλημέρα τριανταφυλλάκι
που κάπου θα μοσχοβολάς...
Καλημέρα νερό
που κάπου θα τρέχεις
Καλημέρα δάσος
που κάπου θα τραγουδάς
Καλημέρα...
Καλημέρα τζιτζίκια, πεταλούδες, πουλιά,
καλημέρα.
Ένας πρωινός παρακαλεστής
σας στέλνει τα μάτια του
σ' ένα κατάμονο νησί,
μια θαλασσινή κούνια.

Κι είναι, ένα στοματάκι που σας αποζητά.
Είναι δυο μικρά χεράκια, κρεμασμένα
μια αγκαλίτσα δίχως κούκλα

Ω τριανταφυλλάκι
και δάσος
και νερό.
Ο πατέρας δεν έχει παρά σίδερα.
Δεν έχει παρά βότσαλα... κι αγκάθια.

Ω τριανταφυλλάκι
και δάσος
και νερό...
κυλήστε το παραμύθι σας...
Κυλήστε το..
Κατά το Τρίκερι...
κυλήστε το.
Και φλυαρήστε γύρω στο κλουβί της
που μένει σιωπηλό.
Κι εκείνη, θα γελάσει.
Θα χτυπήσει τα χεράκια της
και θα γελάσει...
Γιατί δεν είναι ούτε πέντε χρονών...

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ