Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΡΑΝΗΣ Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΡΑΝΗΣ Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Ναπολέων Λαπαθιώτης φιλοσοφών και αυτοσαρκαζόμενος


«Κινητοποίησα τις αναμνήσεις μου, συγκέντρωσα κάτι, ό,τι μπόρεσα να βρω, από τις αναμνήσεις των άλλων, έβαλα κάτω και τα δικά του χαρτιά, ― και με βάση κυρίως τα τελευταία αυτά, προσπάθησα να τον δω, να τον στήσω ολόκληρο, πάλι, μπροστά μου ζωντανό, κ’ έτσι να τον δείξω. Μα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο να πεις, ότι ο άνθρωπος τούτος, είναι τούτος ο άνθρωπος, πράγματι. Παλιά αλήθεια, ότι τα φαινόμενα απατούν. Μια άλλη, το ίδιο παλιά, αλήθεια, είναι, πως κ’ οι ίδιοι εμείς δεν είμαστε πάντα βέβαιοι, ότι ξέρουμε τον εαυτό μας. Και μια τρίτη, πως, όσο να ’ναι πάντα γνωρίζουμε τον εαυτό μας καλύτερα απ’ όσο ξέρουμε τον άλλον, κι απ’ όσο μας ξέρει ο άλλος. Γι’ αυτό, ας δώσουμε, για μιαν ακόμη φορά, τον λόγο στον ίδιο τον ποιητή, να μας μιλήσει για τον εαυτό του»:

lapathioths8Ο παραπάνω πρόλογος του κειμένου που θα ακολουθήσει ανήκει στον Άρη Δικταίο, συγγραφέα του βιβλίου «Ναπολέων Λαπαθιώτης, η ζωή και το έργο του», (εκδ. Γνώση, 1984). Ο ποιητής, μεταφραστής, μελετητής Άρης Δικταίος (1919-1983, πραγματικό όνομα Κώστας Κωνσταντουλάκης) γνώρισε στα νεανικά του χρόνια τον Λαπαθιώτη, που ήταν ένα από ινδάλματά του, και κέρδισε τη στήριξή του στα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία. Η γνωριμία τους ξεκίνησε μέσω αλληλογραφίας και όταν ο Δικταίος ήρθε στην Αθήνα (γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης) για σπουδές, γνωρίστηκαν δια ζώσης και έκαναν παρέα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του ο Δικταίος παρουσιάζει πτυχές της ζωής και του έργου του Ναπ. Λαπαθιώτη και ένα μικρό ανθολόγιο ποιημάτων του. Όμως, πέρα από τα «διαδικαστικά», δεν έχει αξία να συνεχιστεί αυτή η διακοπή. Ο λόγος, λοιπόν, στον ποιητή:

«Πολλές φορές, μες στις νυχτερινές μου περιπλανήσεις, βλέπω ξαφνικά τη σκιά μου, πού φέρνει βόλτες, γύρω μου, είτε σαλεύει επάνω στους τοίχους, παρακολουθώντας με, κάτω από το φως των φαναριών κ’ επειδή, την ώρα εκείνη, είτε παραπατώ απάνω ατά πετραδάκια, είτε ακούω το χτύπο των βημάτων μου στην άσφαλτο, σ υ λ λ α μ β ά ν ω, για μια στιγμή, όλο το μηχανισμό του κορμιού μου, καθώς αυτό παρουσιάζεται εξωτερικά: και τότε βλέπω καθαρά, το πόσο, και γω, δεν είμαι παρά ένα νευρόσπαστο, ένα μηχανικό και κουρντισμένο ανδρείκελλο, που εκτελεί τις ίδιες ακριβώς (λέξη δυσανάγνωστη εδώ) κινήσεις με όλα τ’ άλλα όντα ― πόσο δε διαφέρω σε τίποτα από τ’ άλλα νευρόσπαστα που με περιστοιχίζουν και με διασταυρώνουν… Και τότε συλλογίζομαι ότι οι άλλοι δε βλέπουν απ’ τον εαυτό μου, παρά μόνο αυτό το τυχαίο ανδρείκελλο, που μ’ εκπλήσσει κάθε φορά πού τ’ αντικρύζω, χωρίς να το γνωρίζω για δικό μου! Κι αν μου ’λεγε κανένας: «Και όμως, αυτό ήσουν εσύ!», θα του απαντούσα: «Όχι, φίλε μου, α υ τ ό δεν είμαι γω· αυτό το πράμα, που βλέπεις και που βλέπω (και μάλιστα εγώ το βλέπω πιο σπάνια από σένα, και συ, τουλάχιστον, μπορεί να το ’χεις συνηθίσει, όμως εγώ δεν το συνήθισα διόλου, και μου κάνει πιο πολλή εντύπωση), αυτό το πράμα μου είναι τόσο ξένο. Όσο και σε σένα… Δεν έχω καμιά σχέση μαζί του, πίστεψέ με ― δεν υποψιαζόμουν καν την παρουσία του»… Κι όμως, όλοι κρίνομε ο ένας τον άλλον, απ’ αυτό το κωμικό ανδρείκελλο, το επίπλαστο και άγνωστο νευρόσπαστο, που μάς εμφανίζει στη ζωή, με την αξίωση πως μας εκπροσωπεί… Και μου φαίνεται σα να ’μαστε όλοι, στη ζωή, σ’ εν’ αδιάκοπο καρναβάλι, με το πλαστό το ρούχο του κορμιού μας και την αιώνια μάσκα της μορφής μας ― με την τραγική διαφορά, ότι τούτα δεν τα βγάζομε ποτέ! Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…»

lapathiotis12Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (γεννήθηκε στις 31 Οκτώβρη του 1888 – αυτοκτόνησε στις 7 Γενάρη του 1944) είναι απ’ τους αγαπημένους μου ποιητές. Τρυφερός, ευαίσθητος και ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του (και πρώτ’ απ’ όλα με τη ζωή του) πάει κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του, εχθρεύεται την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δεν βολεύεται με τα «κοινώς αποδεκτά». Με την ευκολία που μπορεί να σε απογειώνει στους ουρανούς του ανικανοποίητου, της αναπόλησης και της μελαγχολίας, καταφέρνει να σε προσγειώσει, απότομα, στην «πεζή» πραγματικότητα· αυτή που, σχεδόν πάντα, η ανθρώπινη αδυναμία αποφεύγει κατάματα ν’ αντικρίσει.


Σε ένα από τα ποιήματά του ο Λαπαθιώτης ξαναπιάνει τη σκυτάλη που «άφησε» στην τελευταία φράση (Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…) του παραπάνω κειμένου του και «περιγράφει» τη… «συνέχεια». Διαβάζοντάς το ο νους συναντιέται αυτόματα με το Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι (ή «του χυνόπωρου» όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Νουμά» το 1915, πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, το 1920) του Κώστα Ουράνη, που έγινε ιδιαίτερα γνωστό όταν μελοποιήθηκε και ερμηνεύτηκε, εξαιρετικά, από τα Διάφανα Κρίνα (δείτε και ακούστε εδώ).

Τα δυο ποιήματα μοιάζουν στο ότι «περιγράφουν» τη ζωή (των άλλων) μετά τον θάνατο των δημιουργών τους, όμως οι ομοιότητες σταματούν εκεί. Σε αντίθεση με τον ―χαμηλών τόνων εδώ― Ουράνη που τους στίχους του κυριεύουν η μελαγχολία και μια γλυκειά παραίτηση, από τους στίχους του Λαπαθιώτη ξεπηδά μια επιθετική ειρωνεία για το σινάφι του, των γραφιάδων, και αυτοσαρκασμός για την χαμένη πια ομορφιά (ο Λαπαθιώτης ξεχώριζε στους κύκλους της Αθηναϊκής κοινωνίας για την εξεζητημένη κομψότητά του), την κλεισμένη σ’ ένα άχαρο κοινό σανιδένιο φέρετρο· σαν να ήθελε, με την πένα του, όταν το έγραφε, να τρυπήσει το χαρτί…


[ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ]

….

Το φέρετρό μου σανιδένιο
δε θα ’χη καμιάν ομορφιά·
θα το καρφώσουν μάνι-μάνι,
με τα κοινότερα καρφιά,

κι ύστερα βίρα και στον ώμο
(λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ)
θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο
για το στερνό μου το τσαρδί…

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

….

Και την επαύριο θ’ αρχινίσουν
κάποιες γραμμές, εδώ κ’ εκεί,
― κι αμέσως θα με παραλάβουν
οι κριτικές, κι οι κριτικοί:

«τεχνίτης», «μουσικός του στίχου»,
«πολύ λεπτός αισθητικός»,
― αυτά που γράφονται συνήθως
κι αυτά που γράφουν σχετικώς·

«τύπος ανώμαλος εκφύλου»,
«γνωστή και συμπαθής μορφή»…
Μα εμέ για ό,τι θα μου γράψουν
δε θα μου καίγεται καρφί!

Γιατί από μένα, ό,τι θα μείνει
―κι εκεί που τώρα κατοικεί, ―
δεν θ’ ασχολείται με τους άλλους,
δε θα διαβάζη κριτική…

….

Ο φίλτατός μου Πέτρος Χάρης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει αράδα στους γνωστούς του:
― Τι φοβερό! τι φοβερό!…

Και παρατώντας τις δουλειές του,
βιβλία και πολιτική,
τη «Νέα Εστία» και τις «Τέχνες»,
θα μου σκαρώση κριτική!

Μα κι ο Βαγιάνος θα αρχίσει
σ’ όλη, γραμμή, την Αττική,
μ’ αστούς, μ’ εργάτες, με χωριάτες,
καμπάνια λαπαθιωτική!

Και κυνηγώντας άρον-άρον
θα γράφη μέσα σε καρνέ,
ως και τις γνώμες των γαϊδάρων
της πολιτείας Αχαρναί!!!

(1943)

lapathioths44

Το ποίημα, μαζί με μερικά ακόμα, το δίνει ο Άρης Δικταίος στο ίδιο βιβλίο.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Ο άρχοντας του μακάβριου και… «το κοράκι»

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe), γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1809 και πέθανε στις 7 Οκτωβρίου 1849. Ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και κριτικός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Ο Edgar Allan Poe γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1809 στην πόλη της Βοστόνης, στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, το δεύτερο από τα τρία παιδιά των ηθοποιών γονιών του. Ένα χρόνο μετά τη γέννησή του, ο πατέρας του, David, εγκαταλείπει την οικογένεια. Η μητέρα σου σύντομα πεθαίνει από φυματίωση και ο μικρός Edgar χωρίζεται από τα αδέρφια του, αφού τον αναλαμβάνει η οικογένεια Allan στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.

Η οικογένεια Allan ήταν αρκετά εύπορη και ο Edgar έζησε μια καλή ζωή μαζί τους, σύμφωνα με ορισμένους βιογράφους του. Ως ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης προς τη θετή του οικογένεια προσέθεσε το Allan στο επώνυμό του. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ του Edgar και του θετού του πατέρα John Allan επιδεινώθηκαν με το χρόνο. Το 1815 η οικογένεια Allan μετακόμισε στην Αγγλία, όπου ο Edgar άρχισε σχολείο, αρχικά στο Irvine της Σκωτίας και αργότερα οικότροφος στο Chelsea. Οι Allan ήταν αρκετά ευκατάστατοι, αλλά ο John Allan ήταν ιδιαίτερα σφιχτοχέρης με το επίδομα του Edgar, κατά τη διάρκεια των σπουδών του.

Ο νεαρός Edgar στράφηκε στο τζόγο για να βγάλει επιπλέον χρήματα αλλά αντ’ αυτού δημιούργησε χρέη που έγιναν αιτία για περαιτέρω επιδείνωση της σχέσης του με τον θετό πατέρα του. Το 1826 μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια το οποίο όμως εγκατέλειψε μέσα σε ένα χρόνο. Ταξίδεψε στη Βοστώνη το 1827 όπου επιχείρησε να συντηρηθεί κάνοντας διάφορες εργασίες όπως υπάλληλος γραφείου και συντάκτης εφημερίδας. Κάποια στιγμή ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Henri Le Rennet.

Το Μάιο του 1827 μπήκε στον Αμερικανικό Στρατό, σε μια προσπάθεια να επιβιώσει. Δήλωσε όνομα «Edgar A. Perry» και ηλικία 22 ετών (ενώ ήταν 18). Υπηρέτησε ως οπλίτης με μισθό 5 δολαρίων το μήνα και μετά από δυο χρόνια κίνησε τις διαδικασίες για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο της θητείας του.

Πατέρας της λογοτεχνίας μυστηρίου και άρχοντας του μακάβριου

Η λογοτεχνική καριέρα του Poe ξεκίνησε όταν ήταν ακόμα στο στρατό, με την έκδοση μιας συλλογής ποιημάτων με τον τίτλο «Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα», το 1827, χωρίς το όνομά του, αποδίδοντας το έργο σε «έναν Βοστονέζο» («A Bostonian»). Στη συνέχεια στράφηκε στην πρόζα και για αρκετά χρόνια εργάστηκε σε λογοτεχνικά περιοδικά, αποκτώντας όνομα για το προσωπικό ύφος της λογοτεχνικής κριτικής του. Συνεχίζει να εκδίδει έργα του με την οικονομική βοήθεια φίλων.

Από το 1831 επιδιώκει πλέον να ζει αποκλειστικά από τη συγγραφή. Ήταν από τους πρώτους Αμερικανούς συγγραφείς που επιχείρησαν να ζήσουν μοναχά από το έργο τους και η έλλειψη διεθνούς νομοθετικού πλαισίου για τα πνευματικά δικαιώματα δυσκόλευε την κατάσταση, αφού οι εκδότες προτιμούσαν να «κλέβουν» έργα Ευρωπαίων συγγραφέων παρά να πληρώσουν νέους Αμερικανούς. Σε ολόκληρη τη ζωή του θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα.

Το 1835 παντρεύτηκε την 13χρονη ξαδέρφη του Virginia Clemm. Δημοσιεύει έργα του σε περιοδικά και επιθεωρήσεις ενώ γράφει και λογοτεχνικές κριτικές. Το 1845 δημοσιεύει το «Κοράκι» που σημειώνει άμεσα μεγάλη επιτυχία. Η σύζυγός του πεθαίνει μετά από δυο χρόνια, από φυματίωση, γεγονός που ρίχνει στο ποτό ακόμα περισσότερο τον συγγραφέα. Ο Poe σχεδιάζει να εκδώσει δικό του λογοτεχνικό περιοδικό, κάτι που όμως δεν προφταίνει να υλοποιήσει αφού, στις 7 Οκτωβρίου του 1849, σε ηλικία 40, πεθαίνει στη Βαλτιμόρη, υπό συνθήκες που δημιούργησαν πολλά ερωτηματικά.

Η αιτία θανάτου του είναι άγνωστη. Κατά καιρούς έχουν ακουστεί θεωρίες για κατάχρηση αλκοόλ, εγκεφαλική συμφόρηση, χολέρα, ναρκωτικά, καρδιοπάθεια, λύσσα, φυματίωση έως και αυτοκτονία. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε βιαστικά και με ελάχιστα άτομα, αφού δεν υπήρξε κανονική ανακοίνωση του γεγονότος.

Το έργο του Poe επηρέασε τη λογοτεχνία στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, ενώ συνέβαλε και σε ειδικά πεδία όπως αυτό της κρυπτογραφίας και της κοσμολογίας. Ο Μπωντλαίρ ήταν από τους πρώτους μελετητές του έργου του, μεταφράζοντας το σύνολό του στα γαλλικά. Θαυμαστές του έργου του ήταν οι Χ.Φ. Λάβκραφτ, ο Γουώλτ Ουίτμαν, ο Ιούλιος Βέρν, ο Όσκαρ Γουάλντ, ο Ουίλλιαμ Φώκνερ και ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο οποίος ήταν αυστηρός απέναντί του αλλά εκτιμούσε το κριτικό του έργο.

Το Κοράκι

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
 τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά
και θα το λύσω θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!"
Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
"Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
 Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
"Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε:
"Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!", μα κείνο απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα";
Και το κοράκι απάντησε:
 "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!"
Και το Κοράκι απάντησε:
 "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!

Edgar Allan Poe
                                                                     
(Μετάφραση: Κώστας Ουράνης)

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Να κάνουμε εμείς τη νέα χρονιά καλύτερη! – 14 «ευχές» για το 2014


Μπορούμε να κάνουμε εμείς τη νέα χρονιά καλύτερη. Να είναι το 2014 η χρονιά που θα σηκώσουμε τη δική μας παντιέρα, ενάντια στην εκμετάλλευση της μισθωτής σκλαβιάς, ενάντια στα ξενόδουλα κνώδαλα που μας ρουφάνε το αίμα, τα σιχαμερά τσιράκια και τους γλοιώδεις προπαγανδιστές τους. Το οφείλουμε στη συνείδησή μας, στα παιδιά μας, στην πατρίδα μας, στην ένδοξη ιστορία των αγώνων του λαού μας.

Το ιστολόγιο υποδέχεται το 2014 με δεκατέσσερις  ξεχωριστές «ευχές». Πήραμε στίχους ποιητών και τους ταιριάξαμε με εικόνες και φωτογραφίες που συλλέξαμε από το διαδίκτυο και ανεβάσαμε τις προηγούμενες μέρες, σταδιακά, στη σελίδα μας στο facebook. Οι ποιητές είναι αυτοί που καταφέρνουν να αποδώσουν με λίγες λέξεις τα απλά  -γι' αυτό μεγάλα- νοήματα, να αφυπνίσουν, να μας εμπνεύσουν, να φωτίσουν τους δρόμους των αγώνων μας. Καλή χρονιά με υγεία και αισιοδοξία. Καλούς αγώνες! Καλή δύναμη!













Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

…σημαία, υψώστε την ψυχή, στο πιο ψηλό κατάρτι - «10 τραγούδια της Ελπίδας» από τον Παντελή Θαλασσινό



Πάω με όρτσα το πανί και την ελπίδα βάρκα, με τη Βιολέτα τη Φανή και με τη Φαίδρα τσάρκα.

Οτσάρισε, ορτσάρισε, κράτα την πλώρη ίσια, στην αλυκή φουντάρισε και στα παντερονήσια.

Πόδισε, Γιάννη, πόδισε, πάρ' το σχοινί στα χέρια, ρόδισε η αυγούλα ρόδισε και σβήσανε τ' αστέρια.

Στο πέλαγο ξανοίγομαι και το πανί μολάρω, σοφράνο πάω πνίγομαι, σταβέντο κουπαστάρω.

Οτσάρισε, ορτσάρισε, κράτα την πλώρη ίσια, στην αλυκή φουντάρισε και στα παντερονήσια.

Πόδισε, Γιάννη, πόδισε, πάρ' το σχοινί στα χέρια, ρόδισε η αυγούλα ρόδισε και σβήσανε τ' αστέρια.

Ο φάρος κάνει σήματα και τονε σβήνει η μέρα, σοφράνο βρίσκω κύματα, σταβέντο βρίσκω αέρα (στίχοι Π.Θαλασσινός).

Τρία χρόνια μετά από τις συνεργασίες του με τον Μανώλη Λιδάκη (Μη μου γκρεμίζεις τ' όνειρο) και την Μελίνα Κανά (Μόνο κόκκινο) και έξη ολόκληρα από την τελευταία του προσωπική δουλειά (Το καλαντάρι), ο Παντελής Θαλασσινός επιστρέφει στη δισκογραφία με τον δίσκο «10 τραγούδια της ελπίδας», που κυκλοφόρησε τον περασμένο Φεβρουάριο, σε στίχους του ίδιου, της Μαίρης Φασουλάκη, της Χρυσάνθης Τουφεξή, του Πόλυ Κυριακού, της Ελένης Σιούφτα, του Ηλία Κατσούλη, καθώς και ένα τραγούδι σε ποίηση Κώστα Ουράνη.


Στο σταυροδρόμι της μελωδίας, των συναισθημάτων και της δισκογραφίας, ο μελωδικός «ορίζοντας» του Παντελή Θαλασσινού ανέτειλε ξανά με όμορφα τραγούδια, σμιλεμένα με την φωνή που συγκινεί πάντα και μας «ταξιδεύει» στα «τοπία» της ψυχής του. Ηχοι και λόγια που γυρίζουν την πλάτη στο εφήμερο και στο εύπεπτο. Τραγούδια της ψυχής, γλυκόπικροι στοχασμοί, λέξεις και αισθήματα, προβληματισμοί, οράματα, που μας προσκαλούν να δούμε το ελληνικό τραγούδι από ποιητική γωνιά και βαθύτερη σκέψη.

Πότε θ' ανοίξουμε πανιά/ για τα νησιά του νότου,πότε το ρου θ' ανέβουμε/του ποταμού Αμαζόνα,/καιρός μας πια να πάψουμε/να βλέπουμε μπροστά μας,/των ίδιων, πάντα, λιμανιών,τη νυσταγμένη εικόνα./Θα σβήσει η νέα μας ορμή/σα βήματα στην άμμο,/από το κύμα, την παλιά,/ασάλευτη ζωή μας,σημαία, υψώστε την ψυχή,/στο πιο ψηλό κατάρτι,/δεν είν' αλήθεια ότ' ήρθαμε/αργά στην εποχή μας./Μπορούμ' ακόμα μια ζωή/να ζήσουμε καινούργια,/αντίς να μαραζώνουμε/σαν τον κομμένο δυόσμο,/φτάνει να κάνουμε πανιά,/σαν τους θαλασσοπόρους,/που μια πατρίδα αφήνοντας,έβρισκαν έναν κόσμο (στίχοι Κ.Ουράνη)

Η μουσική του συνδέεται με το παρελθόν μ' ένα, όχι και τόσο αδιόρατο νήμα, που εκτός των άλλων, συνδέει και τις διαφορετικές γενιές των ακροατών του, κι αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον. Εκείνο που χαρακτηρίζει περισσότερο την παρουσία του Παντελή Θαλασσινού είναι η αυτόδηλη πιστοποίηση πως τα τραγούδια του έχουν καταγωγή. Αν και στα πρώτα του χρόνια στη δισκογραφία φάνηκε να είναι επηρεασμένος από τη δυτική νεανική μουσική με τις κιθάρες και τα γκρουπάκια -εποχή των "Λαθρεπιβατών"- αναθεώρησε αρκετά από τα στοιχεία εκείνα και στα μέσα της δεκαετίας του '90 ανέτρεψε συνειδητά τα έως τότε δεδομένα, χαράζοντας μια πορεία διαφορετική με σημείο αιχμής το Αιγαίο πέλαγος και τα Ανατολικά παράλια που έγιναν η κινητήριος δύναμη του τραγουδιού του Μελωδική και χρωματική επιλογή, που εν πολλοίς στηρίχτηκε στα λησμονημένα από τη σύγχρονη τραγουδιστική βιομηχανία όργανα της ευρύτερης περιοχής, που πλέον δεν τα παίζουν οι γέροντες στα χωριά, αλλά τα νέα καταρτισμένα παιδιά στην Αθήνα ή και αλλού. Σε συνδυασμό με την ανάλογη θεματογραφία των τραγουδιών του (στην οποία συνέβαλε τα μέγιστα η πένα του αείμνηστου Ηλία Κατσούλη, όπως και του Ακου Δασκαλόπουλου) θα μπορούσε να θεωρηθεί, εκτός των άλλων, συνθέτης που γράφει εύθυμους αλλά και μελαγχολικούς σκοπούς όπως αρμόζει στην "Ασπρη θάλασσα" με τα πανηγύρια του Αυγούστου, το θαλασσινό αγέρι και την "ερωτική αλμύρα".

Αν πιάσεις την αγάπη στο λάθος το φτερό/θα μείνεις μ' ένα αγκάθι γλυκό και κοφτερό

Αν πιάσεις το μαχαίρι στην κόψη την καλή/θα ματωθεί το χέρι και η Ανατολή

Αν πιάσεις ένα δάκρυ ανθρώπου αλλουνού/θα μοιραστείς το μέλι της γης και τ' ουρανού

Αν πιάσεις άδειο βλέμμα ανθρώπου που πονά/θ' ανέβεις δίχως ψέμα στα πιο ψηλά βουνά

Αν πιάσεις μαύρη νύχτα με καθαρή ψυχή/θα πει πως δεν φοβάσαι τη μέρα που θα 'ρθει

Μ' αν πιάσεις την αγάπη εκεί που σπαρταρά/όλου του κόσμου θα 'χεις το φως και τη χαρά (στίχοι: Πόλυς Κυριακού)

Διατηρώντας το πνεύμα της φυγής και της αλλαγής, μετακινούμενος από τη Χίο (καταγωγή από πατέρα) στην Πάρο (όπως στην Αθήνα και στη Χίο έτσι και στην Πάρο διατήρησε μαγαζί με την ονομασία "Μυροβόλος"), τη Σέριφο (καταγωγή από μητέρα) και τον Πειραιά (όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε), κατάφερε να μεταφέρει το μήνυμα της παράδοσης χωρίς να γίνει παραδοσιακός και να το εντάξει στη σύγχρονη μουσική κατάσταση, μαζί με τις μελωδικές μπαλάντες και τα λαϊκά.

O Παντελής Θαλασσινός έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα απόστασης από τις ζωντανές εμφανίσεις, ξεκινάει την ανοιξιάτικη περιοδεία του, με δύο μοναδικές παραστάσεις στο Ρυθμό Stage, τη Δευτέρα 15 και την Τρίτη 16 Απριλίου στις 22.00, με τραγούδια που ζητάει η εποχή και η καρδιά με "10 τραγούδια της Ελπίδας". Μια μουσική παράσταση με καινούρια τραγούδια, διάσπαρτα, ανάμεσα στα ήδη γνωστά που τον έχουν καταξιώσει ως δημιουργό και ερμηνευτή.

Παίζουν οι μουσικοί: Δημήτρης Γάσιας: βιολί. Φίλιππος Λευκαδίτης: κρουστά. Γιώργος Μακρής : γκάιντες. Πάνος Δημητρακόπουλος: κανονάκι. Γιάννης Πλαγιανάκος: μπάσο. Ηχοληψία: Γιώργος Καρυώτης - Ευτύχης Γιαννακούρας.

Σ.Αδαμίδου στον Ριζοσπάστη


Το ποίημα του Κώστα Ουράνη «Πότε θ’ ανοίξουμε πανιά» το παρουσιάσαμε σε  παλαιότερη ανάρτηση της στηθάγχης ΕΔΩ, μαζί με τις μελοποιήσεις του. Μία από αυτές (ανέκδοτη ζωντανή ηχογράφηση) ήταν του Παντελή Θαλασσινού:


Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - Δον Κιχώτης




Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ’ άλογό του
το αχαμνό, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει,
και πίσω του, στο στωικό γαϊδούρι του καβάλα,
ο ιπποκόμος του ο χοντρός, αγάλια ακολουθάει.
Αιώνες που ξεκίνησε κι αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια,
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια…
Στο πέρασμά του από τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας τ’ αλλουνού - κι ειρωνικά γελάνε.
Ω ποιητή! παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι άνθρωποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:
οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε!

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - Το άστρο των μάγων




Θυμάμαι πάντα με τι λαχτάρα, όταν ήμουν παιδί, κολλούσα το πρόσωπό μου στα τζάμια του παραθύρου της φωτογωνιάς μας και με τα μάτια στυλωμένα στο μαύρο ουρανό του χειμώνα, περίμενα τη νύχτα των Χριστουγέννων, να δω το άστρο που οδηγούσε μέσα στο απέραντο διάστημα τους Μάγους για να παν στη Βηθλεέμ. Μου είχαν πει: Κοίτα με προσοχή. Το άστρο, ένα μεγάλο, ωραίο άστρο, που φαίνεται μόνο αυτή τη νύχτα του χρόνου στον ουρανό, θα φωτίσει σε λίγο το δρόμο στους Μάγους που πάνε τα δώρα τους στο μικρό Χριστό…

Το πίστευα. Ήταν η ηλικία που διψάει κανένας να πιστεύει. Με τα μάτια καρφωμένα στη μεγάλη νύχτα του χειμώνα, ενώ έξω ούρλιαζε ο παγερός άνεμος και με γέμιζε γλυκό δέος, περίμενα να δω το εξαίσιο άστρο που φώτιζε τον ουρανό και την ψυχή μου. Όταν συλλογιέμαι τα χρόνια εκείνα, που πίστευα στο άστρο των Μάγων, νοιώθω τον εαυτό μου τώρα σαν απογυμνωμένο από μια βασιλικιά πορφύρα, σαν ένα ζητιάνο μπρος στην κατάκλειστη πύλη ενός κατάφωτου γιορταστικού παλατιού. Και μόνο που θυμάμαι τη ζεστασιά εκείνη, που η πίστη αυτή έβαζε σ' όλο μου το είναι, αισθάνομαι πιο παγωμένο τον εαυτό μου σήμερα.

Σήμερα ξέρω πως το άστρο που μ' έβαζαν να περιμένω δεν υπάρχει. Αλλ' αν λυπάμαι κατάκαρδα, δεν είναι γιατί μ' απατούσαν, αλλά γιατί δεν μπορώ, σαν τότες, ν' απατηθώ. Ω, τι δε θα 'δινα για να ξανάβρισκα την ωραία εκείνη ευπιστία των παιδικών μου χρόνων, την ψυχή μου των πέντε χρόνων και να μπορούσα να κοιτάζω προς τη ζωή όπως κοίταζα, τότε, από τα τζάμια της φωτογωνιάς μας, τη μεγάλη νύχτα, που ήταν να τη χαράξει ο φωτεινός δρόμος του άστρου! Ω, ας ήταν να ξανάβρισκα την ψυχή μου του καιρού εκείνου κι ας μην έδινε ποτέ ο Θεός να μου παρουσιαζόταν το άστρο (κι αν ήταν δυνατό να υπάρξει), γιατί δε θα 'ταν, δε θα μπορούσε ποτέ να είναι τόσο ωραίο, όσο στην αναμονή μου…

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Στο πολύ όμορφο βιβλίο «Αποχρώσεις», εκδόσεις "Εστία".

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Φορτώνοντας τα σκοτεινά αμπάρια με τσιμέντο




Το πρώτο φορτηγό αυτοκίνητο, φορτωμένο τσιμέντο φτάνει στο λιμάνι. Περιμένουμε στο ανοιχτό αμπάρι του καϊκιού να βγάλουμε το μεροκάματο. Η πληρωμή πάει με τον τόνο. Εύχομαι να’ ναι πολλά τα σακιά, θα’ ναι και το μεροκάματο καλό τότε. Το φορτηγό «κολώνει» δίπλα στο καΐκι. Τα μαντήλια δένονται στο κεφάλι, φτου στις παλάμες και ξεκινάμε…


Τα πρώτα σακιά κατεβαίνουν. Κάποια σκίστηκαν. Θα αφαιρεθούν απ’ τα κιλά. Στο πρόγραμμα και οι απώλειες. Ο ιδρώτας κάνει την εμφάνισή του, ανακατεύεται με τη σκόνη του τσιμέντου. Η αναπνοή βαριά. Τα χρόνια πέρασαν μα η ανάγκη είναι εδώ, δεν ξέρει από χρόνο. Αρκεί να το λέει η καρδιά και τα μπράτσα σου. Και η μέση σου… Μια ανάσα, μια στιγμή στο φακό, για τα παιδιά της περήφανης εργατιάς.


Το φορτίο πάει καλά. Τα κουράγια επίσης. Τ’ αμπάρια γεμίζουν.  Ένα διάλειμμα τώρα που αδειάσαμε το φορτηγό. Έχει δρόμο ακόμα η μέρα. Κολατσιό, τσιγάρο, λίγη ξεκούραση κι ένα τραγούδι ίσως ή σφύριγμα, που δεν το πιάνει ο φακός. Να πάρουμε δυνάμεις. Μέχρι να ‘ρθει το επόμενο φορτηγό, να συνεχίσουμε. Με ιδρώτα και τραγούδι. Απέναντι περιμένουν το υλικό.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - Τα φορτηγά καράβια

Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι
που γέρασαν και τώρα, λαβωμένα,
χωρίς ούτε μια βάρδια στο κατάστρωμα,
σαπίζουν στ' ακρολίμανα δεμένα.

(Τα φορτηγά καράβια που ταξίδεψαν
στων πέντε των ηπείρων τα πελάγη
απ' του Μουρμάνσκ την παγερή τη θάλασσα
ίσαμε του Αμαζόνα τα τενάγη.)

Τους ναυτικούς, τους γέρους συλλογίζομαι
που στα μεγάλα των χειμώνων βράδια
με υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους
είτε γι' αυτούς μικρά φτιάχνουν καράβια.

Και δεν μπορούν πια να ταξιδέψουνε
μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε
κι άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι
σαν κάτι τις να χάσανε κοιτάνε.

Κι άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι
σαν κάτι τις να χάσανε κοιτάνε.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος έντυσε  μοναδικά με τη μουσική του το ποίημα του Κώστα Ουράνη κι έφτιαξε ένα υπέροχο τραγούδι που δένει αρμονικά με το θέμα. Το ακούμε από τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου:



Κείμενα ανάρτησης: Θ.Κ.Ν.

Φωτογραφίες: ganifantis.blogspot.gr

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - Θα πεθάνω ένα πένθιμο… (Διάφανα Κρίνα)



Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινoπώρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι
μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».

Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».

Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι
και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ



Αμφιβάλω αν ο Ουράνης σκέφτηκε ποτέ πως η ποίησή του μπορεί να γίνει τραγούδι. Ας με συγχωρήσει γι’ αυτό που θα πω, αλλά, αυτή η μουσική και η ερμηνεία πρόσθεσαν «κάτι» σε αυτό το υπέροχο ποίημα…

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - Πότε θ΄ανοίξουμε πανιά



Πότε θ΄ανοίξουμε πανιά για τα Νησιά του Νότου
πότε το ρου θ' ανέβουμε του ποταμού Αμαζόνα;
Καιρός μας πια να πάψουμε να βλέπουμε μπροστά μας
των ίδιων πάντα λιμανιών τη νυσταγμένη εικόνα!

Ας σβήσει η νέα μας ορμή (σαν βήματα στον άμμο
από το κύμα) την παλιάν, ασάλευτη ζωή μας!
Σημαία υψώστε τη ψυχή στο πιο αψηλό κατάρτι:
δεν είναι αλήθεια ότι ήρθαμε αργά στην εποχή μας!

Μπορούμε ακόμα μια ζωή να ζήσουμε καινούρια,
αντίς να μαραζώνουμε σαν τον κομμένο δυόσμο:
φτάνει να κάνουμε πανιά σαν τους Θαλασσοπόρους
που, μια πατρίδα αφήνοντας - έβρισκαν ένα κόσμο!

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Το μελοποίησε ο Παντελής Θαλασσινός:
(ερμηνεύει ο ίδιος)


Το μελοποίησε ο Δημήτρης Παπαδημητρίου:
(ερμηνεύει η Φωτεινή Δάρρα)


Το μελοποίησε ο Ντάνης Τραγόπουλος:
(ερμηνεύει ο ίδιος)