Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ Μήτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ Μήτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

― Γδικιωμόοοο…

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος
…Εκείνα τα παιδιά, με τα οποία μοιραστήκαμε τα πρώτα βιβλία, είχαν την τύχη της βιβλιοθήκης μου: κάηκαν προτού προλάβουν να σχηματιστούν. Άλλους τους έχασα έπειτα τελείως κι έμειναν ό,τι ήταν: παιδιά. Και δεν υπάρχει τώρα παρά η απέραντη νεκροπομπή που κουβαλούμε μέσα μας όσοι επιζήσαμε. Και ίσως κάποια ίχνη που άφησαν με το χέρι τους, όπως τα δυο μου αδέλφια τις υπογραφές τους στον παλιό τόμο της Καινής Διαθήκης, στην τελευταία σελίδα ―κε το θεό δόξα έγραψε το μικρό αδέλφι δίπλα στη λέξη "τέλος" του βιβλίου.

Μια μέρα, γυρίζοντας από το γυμνάσιο, περάσαμε με τον Αργύρη από το σπίτι του. Με άφησε να περιμένω κάτω στη σκάλα, αφού έκλεισε προσεχτικά την εξώπορτα. Σε λίγο τον είδα να κατεβαίνει μ’ ένα βιβλίο.

Ήταν ένα πανέξυπνο παιδί. Κατάλαβα από το πονηρό του χαμόγελο ότι το εξώφυλλο δεν είχε σχέση με το βιβλίο μέσα. Έκαμα να το ανοίξω, δεν με άφησε ―"στο σπίτι" και μου το πέρασε κάτω από το παλτό.

Ήταν το Φως που καίει. Έτσι φτάναμε και σ’ αυτά.

Ο Γδικιωμός που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα,
είμαστ’ εμείς που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά.

Όλα ήταν εδώ μέσα. Όλος ο δικός μας προγραμματισμός.

Έπειτα ο Αργύρης, όταν στην Αθήνα συνεχίζονταν οι μάχες, μ’ έναν τηλεβόα φώναζε στην πλατεία του Αη Θανάση: ― Γδικιωμόοοο…

Στον εμφύλιο, μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού, τον σκότωσαν λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, εκεί γύρω στην ίδια πλατεία, στην ίδια σκηνή…

Είχαν κάποιο λόγο να τ’ απαγορεύουν και να τα καίνε αυτά τα βιβλία, δεν εγνώριζαν Ομως πως όσο τα βιβλία τα κυνηγάς, όσο τα καις, τόσο με την δοκιμασία της φωτιάς ο λόγος τους αληθινά καίει.

Ο Αργύρης είναι τώρα κι αυτός στην χορεία εκείνων των παιδιών ολοζώντανος σ’ ένα βάθρο της νεκρόπολής μου με το πρόσωπο κοντά-κοντά χαρακωμένο από τις ακτίνες των πανέξυπνων ματιών του και του γέλιου του, ένας κρουνός από λάμψεις, όπως σπινθηροβολεί το καλό πετράδι…

ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

[Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ, Α΄τόμος, σελ. 201-202]

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Για το κάθαρμα ή… Περί σκουπιδιών (Βλ. Μαγιακόφσκι)


Στις 14 Απρίλη του 1930 έβαλε τέλος στη ζωή του ο μεγάλος Σοβιετικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και λογοτέχνης Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι. Άνθρωπος της δράσης, ανυπόταχτος και παθιασμένος υπερασπιστής της επανάστασης και των οραμάτων του φωτεινού μέλλοντος, πολέμησε με ολιγωρίες και αδυναμίες ασκώντας κριτική και με το έργο του χτύπησε ό,τι επέμενε να κρατά τον άνθρωπο δεμένο με το παλιό. Έζησε μια σύντομη μα γεμάτη ζωή και άφησε έργο πλούσιο και ζωντανό, παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές.

Παραθέτουμε κατά χρονολογική σειρά όπως δημοσιεύτηκαν, δυο μεταφράσεις του ίδιου ποιήματος που έγραψε ο Μαγιακόφσκι την άνοιξη του 1921.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ  
(Μετάφραση Χρήστος Τρικαλινός)

Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!

Όμως,
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.


Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστισμός.


(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).


Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,
γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.


Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που απ’ το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!»
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται.
Και κάτω από την οροφούλα
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.


Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!»


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
[Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ», αρ.τ. 36-38, Οκτ./Δεκ. 1986]


magiak2

ΠΕΡΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ  
(Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος)

Δόξα, δόξα, δόξα στους ήρωες!!!

Εδώ που τα λέμε
αρκετά τους τιμήσαμε.
Ας πούμε
τώρα
και κάτι περί σκουπιδιών.


Πάνε, περάσανε των επαναστάσεων οι μπόρες.
Μούχλες πετάει ο σοβιετικός αναβρασμός.
Πίσω από τις πλάτες της Ερ-Εσ-Εφε-Σερ*
πάνω-πάνω βγήκε
του μικροαστού n μούρη


(Όχι, μην το πάρετ’ έτσι –
με την τάξη δεν τα έχω των μικρών αστών.
Σ’ αυτούς
δίχως διάκριση τάξεις, στρώματα
«Εύγε!» απ’ όλα τα στόματα.)


Στης Ρωσίας τις απέραντες εκτάσεις
απ’ τη μέρα που η σοβιετική
γεννήθηκε υφήλιος
βγήκανε στους δρόμους
κι αλλάζοντας ενδύματα
σ’ όλα μέσα χώθηκαν τα ιδρύματα.
Πέντε χρόνια στην καρέκλα ρόζους βγάλανε
τα πισινά τους,
βασταγερά σαν τις λεκάνες του νιφτήρα
ζουν ως τα σήμερα και βασιλεύουν.
Μουλωχτοί σαν το νερό
ζεστούτσικες χτίσανε φωλιές
σε γραφεία σε κρεβατοκάμαρες.


Το βράδυ
τούτος ή ο άλλος τενεκές
έφαγ’ ήπιε
την κυρά του τώρα κάθεται και καμαρώνει
στο πιάνο να γυμνάζεται.
Μια λιγούρα
του “φερε το σαμοβάρι:
«Συντρόφισσα Νάντια!
Τώρα με την ευκαιρία των γιορτώνε
αυξήσεις πρέπει να μας κάμουνε στα μιστά
χιλιαδούλες
κάπου 24
η δική μου αναλογία.
Εχ!
Περισκελίδες απωανατολίτικες
θα πάω ν’ αγοράσω
έτσι που μέσ’ από το παντελόνι
σπόγγος να φαίνομαι
από κοράλλι».
Η Νάντια:
«Κι ένα φόρεμα για μένα
με τα εμβλήματα απάνω σταμπωμένα.
Χωρίς δρεπάνι και χωρίς σφυρί
στον κόσμο πώς κανείς να παρουσιαστεί;
Απόψε κιόλας
να βγω με τι
στον μπάλο που οργανώνει η Επαναστατική
Επιτροπή!»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Κάδρο άλικο.
Στο φύλλο πάνω της «Ιζβέστια»
ένα γατσούλι ζεσταίνεται
κι από το ταβάνι ψηλά
στα μεράκια της η καναρίνα
τσιρίζει.
Από τον τοίχο του κοιτάει και κοιτάει ο Μαρξ…
Ώσπου το στόμα του
ανοίγει ξαφνικά
και μπήγει τις φωνές:
«Τυλίξανε την επανάσταση στων μικροαστών τα
δίχτυα
Χειρότερος κι από τον Βράνγκελ ο μικροαστός.
Εμπρός,
τα καναρινάκια ευθύς στραμπουλήχτε,
των καναρινιών
να μην πέσει θύμα ο κομμουνισμός».


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

*Τα αρχικά του ρωσικού σοβιετικού κράτους.

[Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2011]

Πρώτη δημοσίευση ανάρτησης 14/4/2015 στο Ατέχνως

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΛΕΝΙΝ ― Βλ. Μαγιακόφσκι


Με τις σκοτούρες μας,
ένα σωρό,
στων γεγονότων τη δίνη
πέρασε η μέρα
σιγά σιγά σκοτεινιάζοντας.
Οι δυο μας στο δωμάτιο:
Εγώ
κι ο Λένιν ―
εκεί στον άσπρο τοίχο
η φωτογραφία.
Το στόμα ανοιγμένο
στου λόγου το ξάναμμα
αναστραμμένο
του μουστακιού
το βουρτσάκι
μια σκέψη σφιγμένη
μεσ’ στις πτυχές της
πέρα πέρα
στο πελώριο μέτωπο.
Σαν
από κάτω
χιλιάδες να διαβαίνουν…
σημαίες, δάση…
τα χέρια-σπαθόχορτα…
Σηκώνομαι,
Χαρούμενη μου ‘ρθε μια σκέψη
να πάω
να τον χαιρετήσω
και να του πω:
«Σύντροφε Λένιν, σας αναφέρω
όχι ιεραρχίες και τέτοια ―
της ψυχής πράματα.
Σύντροφε Λένιν,
μια κόλαση η δουλειά μας
θα γίνει όμως ―
γίνεται πες.
Κάνουμε διαφώτιση
ντένουμε τη φτώχια και τη γύμνια
άνοδο σημείωνα η παραγωγή
σε κάρβουνο και μετάλλευμα.
Κοντά σε τούτα
πλήθος
βέβαια
μέγα πλήθος
από λογής
σκουπιδοτενεκέδες.
Σου βγαίνει η ψυχή
να τους κάνεις πέρα και να ρεύεσαι.
Πολλοί στην απουσία σας
σταυρώσανε τα χέρια.
Πληθαίνουν και πληθαίνουν
τζερεμέδες διάφοροι
βρίθουν εδώ στη γη μας
κι ολόγυρά της.
Αδύνατο
να τους μετρήσεις
και να τους ξεχωρίσεις με ονόματα.
Τύποι
ταινία ολόκληρη από δαύτους
ξεδιπλώνεται
γραφειοκράτες
κουλάκοι
κόλακες
αιρετικοί
μεθύστακες ―
περνάνε και περνάνε
καμαρωτά
φουσκώνοντας τα στήθη
διάστικτα από κοντυλοφόρους
και των επαίνων τα διάσημα.
Εμείς
ασφαλώς
όλους θα τους μπαγλαρώσουμε
μα και πάλι
όλους να τους δέσεις
διαβολικά ‘ναι δύσκολο.
Σύντροφε Λένιν,
στις καπνισμένες φάμπρικες
στη γη
από τα χιόνια σκεπασμένη
κι απ’ των σπαρτών τις καλαμιές
με τη δική σου,
σύντροφε
καρδιά
και τ’ όνομά σου
σκεφτόμαστε
ανασαίνουμε
παλεύουμε και ζούμε!...»
Με τις σκοτούρες μας,
ένα σωρό,
στων γεγονότων τη δίνη
πέρασ’ η μέρα
σιγά σιγά σκοτεινιάζοντας.
Οι δυο μας στο δωμάτιο:
Εγώ
κι ο Λένιν ―
εκεί στον άσπρο τοίχο
η φωτογραφία.

ΒΛ. ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

-Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος-

[Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, εκδ. Γκοβόστη, 2011.]

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ποίηση για τον δίκαιο και ηρωϊκό αγώνα του ΔΣΕ. Ποιήματα μαχητών του, αλλά και επωνύμων λογοτεχνών, δημοσιευμένα σε έντυπα του ΔΣΕ («Εξόρμηση», «Νέος Μαχητής», «Νέα Γενιά»)


Άγνωστα, αδημοσίευτα αλλού, ποιήματα μαχητών του ΔΣΕ, αλλά και σημαντικών λογοτεχνών - υπερασπιστών και υμνητών του δίκαιου, ηρωϊκού, απελευθερωτικού αγώνα του ΔΣΕ, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε έντυπα του ΔΣΕ. Από αφιέρωμα της εφημερίδας Ριζοσπάστης στα 60 χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που επιμελήθηκε η Αριστούλα Ελληνούδη, η οποία επισημαίνει: 

"Τα ποιήματα που περιλαμβάνει αυτό το αφιέρωμα αποτελούν, αφ' ενός, ένα πολύ μικρό μέρος των ποιημάτων που δημοσιεύθηκαν στα έντυπα του ΔΣΕ και, αφ' ετέρου, «σταγόνα στον ωκεανό» των δημοσιευμένων σε ανθολογίες και συλλογές, αλλά και των αδημοσίευτων - λόγω των διώξεων - ποιημάτων, που έγραψαν ουκ ολίγοι γνωστοί ποιητές για τον αγώνα του ΔΣΕ, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και στα μετέπειτα «πέτρινα χρόνια»."

Ποίηση για τους νεολαίους
Δημήτρης Ρεντής

Στην εφημερίδα - όργανο της Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδας (ΔΝΕ) του ΔΣΕ, «Νέος Μαχητής», στις 6 του Δεκέμβρη 1947 (φύλλο 1ο), στη σελίδα 2, στη στήλη «ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ», δημοσιεύθηκε, ανυπόγραφα, το παρακάτω ποίημα:

«Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ»
«Σ' ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μες στην αγκαλιά σου
με δέχτηκες φιλόξενα σα στοργικός πατέρας.
Τι να την κάνω τη ζωή κάτω στο σκλάβο κάμπο;
Πικρό στο στόμα το ψωμί και τιο νερό φαρμάκι,
μαυροντυμένα τα δεντρά και το τραγιούδι κλάμα.
***
Σ' ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μούδωσες ελπίδα.
Οι στάνες σου με θρέψανε, τα δέντρα σου, τα χόρτα.
Με δρόσισαν τα ρυάκια σου, με σκέπασε η σπηλιά σου.
Περήφανα τα ελάτια σου, χαρίζουν τη δροσιά τους
στ' αγρίμια, στα τελούμενα και τους καταδιωγμένους.
Χίλιες φορές χιλιόχρονο δεν ένιωσες ποτές σου
την καταφρόνια του ραγιά, δε λύγισες το γόνα.
Θέλω να ζήσω λεύτερος, αδέρφι με τ' αγρίμια.
***
Δώσε βουνό στο σώμα μου τη λεβεντιά του ελάτου,
κι άκακη σαν τα πρόβατα που βόσκουν στις πλαγιές σου
κάν' την ψυχή μου, να μπορεί να κυβερνάει το μίσος
που η αδικιά το θέριεψε, και δώσε στην καρδιά μου
του καταρράχτη την ορμή, της πυρκαγιάς τη φλόγα,
του ντουφεκιού μου τη βροντή κάν' την αστροπελέκι,
για να λουφάξει ο τύραννος και να ξυπνήσει ο σκλάβος.
***
Λεύτερα σεις αγρίμια μου τα δόντια σας τροχίστε
και σεις πυκνά χιονόδεντρα σφίξετε τα κλαδιά σας
να μην πατήσει ο τύραννος το λεύτερό σας χώμα.
Κι όταν θε νάρθει η Ανοιξη και λυώσουνε τα χιόνια
και θα φυσήξει δροσερό της λευτεριάς τ' αγέρι
αητέ μου δος μου τα φτερά κι ελάφι μου τα πόδια
και ρεματιά μου την ορμή για να χυθώ στον κάμπο
να δώσω βόλι στο φονιά και λευτεριά στο σκλάβο».
Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

Στο περιοδικό των ΕΠΟΝιτών μαχητών του ΔΣΕ (εκδιδόταν στο βουνό) «Νέα Γενιά» (Ιούλης 1949), δημοσιεύεται απόσπασμα από το ποίημα «Θα πολεμήσουμε» του Δήμου Ρεντή (Δημήτρη Ραβάνη). Ο Δημήτρης Ραβάνης, νεαρός ΕΠΟΝίτης στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, είχε από τότε ασκηθεί, ευδοκιμήσει και καταξιωθεί στην ποίηση, στην πεζογραφία, στο θεατρικό σκετς. Χιλιοτραγουδισμένο, λ.χ., ήταν, μεταξύ άλλων ανώνυμων ποιημάτων του, το τραγούδι του για τον ΕΛΑΣ, «Σαν ατσάλινος πύργος»:

«ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ»
«Θα πολεμήσουμε
γι' αυτήν τη μικρή εληά
καταμεσής στον κάμπο,
γι' αυτήν την πέτρα,
που τη δροσίζει η πρωϊνή πάχνη.
Θα πολεμήσουμε
για το χαμόγελο του κοριτσιού
καταμεσής στην άνοιξη.
Θα πολεμήσουμε
για τα χαρούμενα παιδικά παιχνίδια,
στις γαλανές ακρογυαλιές,
για την καφτερή άμμο,
γι' αυτόν τον σβώλο
απ' το παχύ ματωμένο πατρικό χώμα.
***
Θα πολεμήσουμε (...)».

Στη σελίδα 17 του ίδιου (1ου) τεύχους της «Νέας Γενιάς», μεταξύ άλλων θεμάτων, δημοσιεύεται και το παρακάτω ποίημα, με την υπογραφή «Πασκάλ Πασκαλέφσκι». Προφανέστατα, επρόκειτο για ψευδώνυμο. Ποιου; Δυστυχώς, δεν το γνωρίζουμε.

«ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΥΛΑ»
«Ανταρτοπούλα θα γινώ
ντουφέκι θέν' αρπάξω
Περιοδικό «ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ»
και κει στο δάσος στο βουνό,κάθε φασίστα ελεεινό,
στα τρίσβαθα να θάψω.
Μη με κοιτά δεν είμ' μικρή
- γιαγιά μου η Μπουμπουλίνα.
Μόν' σα μιλήσουν για κλαρί
ξυπνούν εντός μου οι καϋμοί
- τα χρόνια μας εκείνα...
Των φασιστώνε τα σπαθιά
θα σπάσω σε συντρίμμια.
Και μέσ' το αίμα στη φωτιά,
θα ρίξω κάθε τους βρωμιά,
ξετσιπωσιά και γδύμια.
Εντός μου λάβα και φωτιά,
εντός μου όλα φλογισμένα.
Εντός μου ζει η λευτεριά
λαμπρό, Εικοσιένα.
Ανταρτοπούλα θα γινώ
ντουφέκι θε ν' αρπάξω
και κει στο δάσος στο βουνό,
κάθε φασίστα ελεεινό,
στα τρίσβαθα θα θάψω».

Άγνωστοι, ανώνυμοι, ψευδώνυμοι

Η καθημερινή εφημερίδα του ΓΑ του ΔΣΕ, «Εξόρμηση», είχε καθιερώσει τη σύνθετου -αγωνιστικού και λογοτεχνικού - περιεχομένου στήλη, υπό τη βινιέτα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ», στην οποία, συνήθως, δημοσιεύονταν επιλεγμένα ποιήματα μαχητών από όλα τα τμήματα του ΔΣΕ, νέων ηλικιακά, άγνωστων στο χώρο της λογοτεχνίας, που υπέγραφαν με το όνομά τους, με ψευδώνυμο, με αρχικά ή έμεναν ανώνυμοι. Στην «Εξόρμηση», όμως, δημοσιεύονταν και ποιήματα πολύ γνωστών λογοτεχνών - καταξιωμένων πολλά χρόνια πριν, ακόμα και προπολεμικά - αλλά και νεότερων που καλλιέργησαν την ποιητική και πεζογραφική πένα τους στα χρόνια της κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετά από τα ποιήματα των νέων, άγνωστων και ανώνυμων μαχητών που δημοσίευε η «Εξόρμηση», είχαν πρωτοδημοσιευθεί στα έντυπα των τοπικών Αρχηγείων, ή σε φυλλάδια. Στο σημείωμα αυτό παραθέτουμε ελάχιστα μόνο - από τα πολλά ποιήματα που δημοσίευσε η «Εξόρμηση» - τα οποία εντοπίσαμε, σε - δυστυχώς πολύ λίγα - αντίτυπα φύλλων της «Εξόρμησης», που έπεσαν στα χέρια μας.
Από το περιοδικό του ΔΣΕ «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ»

Φ. Φωτεινού:
«ΡΟΥΜΕΛΗ» («Εξόρμηση», 1/5/1948. Δε γνωρίζουμε αν το «Φ. Φωτεινός» ήταν πραγματικό όνομα ή ψευδώνυμο, ίσως και γνωστού ποιητή).
«Γεια σας λεβέντικα βουνά, φωληές του Κατσαντώνη
Κάθε βουνό κι' ένας αητός κάθε βουνό κι ελπίδα
Κάθε κορφούλα σουριξιά και κλέφτικο λημέρι. (...)
***
Χαρά σε σας βουνοκορφές, χαρά σε σας συντρόφια
Χαρά σε σας αδέρφια μας, κλέφτες καπεταναίοι,
Που με το λιανοτούφεκο και το βαρύ κανόνι
Λιανίζετε το φασισμό, την πίκρα και τον πόνο (...)
***
Γεια και χαρά σου Ρούμελη με τα πολλά λημέρια.
Τ' αντρειωμένα κράκουρα και τον χρυσόνε κάμπο (...)».

Γ. Μυλωνογιάννη:
«Ο ΟΡΚΟΣ» («Εξόρμηση, 1/6/1948).
«Στου μόχτου τον ολόπικρο ιδρώτα
και σ' όσους δε χορταίνουν το ψωμί
στα μολεμένα απ' τα μπουντρούμια χνώτα,
στο δίκαιο, στην αλήθεια, στην τιμή
* * *
Στον άνθρωπο, όπου γης, τον αδερφό μου,
που τον ποτίζουν όξος και χολή,
στον ταπεινό και στο παιδί του δρόμου,
σε σας, αγωνιστές κι' αρματωλοί
* * *
Των σκλάβων οι αντρειωμένοι, πρόγονοί μου,
που πέφτατε στη μάχη σα θεριά,
ορκίζομαι, ως την ώρα τη στερνή μου
να μάχουμε παντού για λευτεριά».

Ανωνύμου:
«ΝΙΚΗ» (Τραγουδιόταν από τους αντάρτες του ΔΣΕ. «Εξόρμηση», 15/6/1948):
Σωτήρης Σκίπης
«Θέλτε νακούστε πόλεμο, θέλτε να ειδείτε μάχη;Βγάτε ψηλά στο Καραντάγ, δίπλα εις τα Κερδύλλια,
που πολεμάν οι αντάρτες μας, να διώξουν τους φασίστες
κι' εκεί θακούστε πόλεμο κι κει θα δείτε μάχη.
Πέφτουν οι σφαίρες σα βροχή κι' οι όλμοι σαν τη μπόρα,
τα βόλια απ' τ' αυτόματα λες κι είν' πυκνό χαλάζι (...)
Θολούριασαν τα διάσελα κι' οι κάμποι σκοτεινιάσαν,
και στις βαθειές τις λαγκαδιές σαν πίσσα κατακάθι.
Κι' ένας στον άλλο λέγανε, στόμα σ' αυτί οι φασίστες.
Καιρός να τους ξεφύγουμε με τούτα τα σκοτάδια.(...)
Κι' όπως βαδίζουν φυλαχτά και παν να σκαπετήσουν,
το στράτευμα της λευτεριάς ξεγύμνωσε τις λόγχες. (...)
Και μια φωνή, τρανή βουή σηκώθη απ' άκρη σ' άκρη:
Πάνου τους ανταρτόπουλα, γενιά των αντρειωμένων.
Χτυπάτε τους. Βαράτε τους. Απάνω τους λεβέντες».

Στο ίδιο φύλλο (15/6/1948) της «Εξόρμησης» δημοσιεύεται το παρακάτω ποίημα, υπογραμμένο με τα αρχικά Π. Π.
«ΛΕΥΤΕΡΙΑ»
«Είσαι, ω Λευτεριά πολύ λαμπρή. (...)
Σε τούτο τον αγώνα που η Ελλάδα,
σα σίφουνας ορμά για Λευτεριά
εγώ, στις πρώτες γραμμές
μέσ' στη φωτιά,
και σα δικός σου, απλός
του Δημοκρατικού Στρατού μαχητής,
μπορώ και θα σε τραγουδήσω σαν αληθινός
με το ντουφέκι - ποιητής!».

Βάσου Ρογκότη (μαχητής του Αρχηγείου Κεντρικής Μακεδονίας):
«ΣΤ' ΑΡΜΑΤΑ» («Εξόρμηση» 1/8/1948)
«Ορμάτε, παλληκάρια, ομπρός, στο γδικιωμό
που σκλάβα η ζήση μας αποζητούσε χρόνια.
Της πικρομάννας τον αβάσταχτο καϋμό,
της πομπεμένης αδελφής την καταφρόνια.
Το βόγγο απ' τα μπουντρούμια του σκυφτού αδελφού,
τ' άλυκο γαίμα του συντρόφου μας, τη φρίκη,
φλόγα και οργή σας σκώστε. Ομπρός του λυτρωμού
σιμώνει η ώρα. Στ' Αρματα! Ολα για τη Νίκη».
Αλέξης Πάρνης

Στην «Εξόρμηση» (1/8/1948) δημοσιεύθηκε το παρακάτω, ανυπόγραφο, ποίημα, με υπέρτιτλο «Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ»:
«ΑΚΟΜΑ ΤΟΥΤ' Η ΑΝΟΙΞΗ»
«Σηκωθείτε
Να πάρουμε στα χέρια μας τις σάλπιγγες της πατρίδας!
Να τους το πούμε να το καταλάβουνε: Δε χαμηλώνει η Πίνδος!
Να τους το πούμε να το καταλάβουνε πως δεν αλλάζει ο ήλιος,
πως δεν αλλάζουνε τα χρώματα ποτές σ' αυτή τη χώρα.
Και πως ποτές δεν κόπηκε στη μέση το τραγούδι:
Τ' αφήνει ο Γέρος του Μωρηά, το ξαναπιάνει ο Αρης,
τ' αφήνουν τα κλεφτόπουλα το παίρνουν οι Ελασίτες,
το παίρνει ο Δημοκρατικός Στρατός, του Μάρκου οι λεβέντες,
το παίρνουν τα ψηλά βουνά, το σέρνουν τα ποτάμια,
τ' αφροκοπούν οι θάλασσες - καίγονται τα λημέρια.
Το πήρε ο Γράμμος ο αψηλός και τόκανε ταμπούρι:
Ακόμα τούτ' η άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι».

Π. Καρυώτη:
«ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ» (απαγγέλθηκε στο βουνό, στις 28 του Οκτώβρη 1948, και προφανώς δημοσιεύθηκε σε έντυπο του ΔΣΕ).
«Με τ' άρματα πάλι κι' εμπρός στον αγώνα
Εμπρός τα καλά παλληκάρια, οι πατριώτες,
παιδιά του λαού μας, στρατιώτες του χρέους.
Εμπρός στον αγώνα με τ' άρματα πάλι.
* * *
Χαλάσματα οι τύραννοι, κι' αίμα και δάκρυ
γιομίζουν τον έρμο τον τόπο μας πάλι.
Θρηνούν οι μαννάδες, ορφάνεια και πίκρα,
μαχαίρι και βία, ερείπια ολούθε.
* * *
Μα η φλόγα της πίστης σου φέγγει στη νύχτα,
στρατέ του λαού της Ελλάδας δυο χρόνια.
Λιτόχωρο - Γράμμος, ο δρόμος π' ανοίγει
με τ' άξια σου τ' άρματα, φτάνει στη νίκη.
* * *
Προχώρα, προχώρα!... Οι τύραννοι κάτου!
Για πάντα να φύγουν κι' οι ξένοι δυνάστες.
Ζωή, λευτεριά στο λαό μας να φέρεις,
χαρά της ειρήνης ν' αρθεί στην πατρίδα».

Στη σελίδα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ» της εφημερίδας «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» (Χρόνος Γ', φύλλο 40, 2 Δεκέμβρη 1948), μεταξύ των άλλων κειμένων, δημοσιεύθηκε και το παρακάτω ποίημα, ανωνύμου, που τραγουδιόταν από τους μαχητές του ΔΣΕ, στο σκοπό του τραγουδιού «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει»:

«ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΣΗΣ»
«Τα κανόνια κι' οι όλμοι ας σωπάσουν
Μια κραυγή ν' αντηχήσει παντού
Συναδέλφωση αντάρτες, φαντάροι
Είμαστ' όλοι παιδιά του λαού
* * *
Το στερνό μας το βόλι στα στήθεια
των τυράννων το αίμα διψούν
ενωμένοι εργάτες κι' αγρότες
Συναδέλφωση - ειρήνη ζητούν
ρεφραίν
Συναδέλφωση αντάρτες φαντάροι
Φτάνει ο πόλεμος το αίμα η σκλαβιά
Για ν' ανθίσει για πάντα στη γη μας
Δημοκρατία, Ειρήνη, Λευτεριά.
Αδερφέ μου φαντάρε είναι κρίμα
Για τον Τρούμαν να πέσεις νεκρός
Οσο σίδερο οι ξένοι κι' αν ρίξουν
Νικητής θάναι μόνο ο λαός. (...)».

Νεότεροι και παλιότεροι επώνυμοι

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος:
Ο εξαιρετικός συγγραφέας, μελετητής και μεταφραστής μεγάλων Ρώσων δημιουργών (και έργων του Λένιν) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε το 1924. Στα χρόνια της Αντίστασης, ήταν ΕΠΟΝίτης. Το 1947, όντας φοιτητής επί πτυχίω, κλήθηκε στο στρατό. Λιποτάκτησε και πέρασε, από τη Μουργκάνα της Ηπείρου, στο ΔΣΕ. Ηταν μαχητής και κειμενογράφος της εφημερίδας του Γενικού Αρχηγείου Ηπείρου «Καθημερινά Νέα». Τραυματισμένος βαριά σε μάχη, νοσηλεύθηκε στην Αλβανία. Επέστρεψε, αλλά, λόγω αναπηρίας, ασχολήθηκε αποκλειστικά στα «Καθημερινά Νέα», σαν πολεμικός ανταποκριτής όλων των τμημάτων του ΓΑ Ηπείρου. Δημοσίευε, όμως, και λογοτεχνικά κείμενά του. Το παρακάτω ποίημά του κυκλοφόρησε αρχικά σε φυλλάδιο και μοιράστηκε στους μαχητές του Αρχηγείου και μάλλον δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα του ΓΑ Ηπείρου. Ακολούθησε δημοσίευσή του στην κεντρική εφημερίδα του ΔΣΕ, «Εξόρμηση», 1/7/1948.

«ΣΤΟΥΣ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ»
«Αδέρφια!
Ετούτη η γη που μας κρατεί
ετούτη η γη που τη ζεσταίνει η ανάσα Σας
και την οργώνει του πολέμου το υνί
και την υγραίνει του σκλάβου ο ιδρώς
ώρα την ώρα, ετούτη η γη θε να καρπίσει
και ζουμερός θα ξεχυθεί καρπός!
* * *
Και θάστε σεις, οι πρωτοπόροι αμπελουργοί,
Σεις, που στο βράχο της Μουργκάνας μια αυγή,
υψώσατε τη σάρκινη γροθιά Σας
και ξεδιπλώσατε τη λεβεντιά Σας,
ενάντια στο βόλι το καυτό!
Χτυπάτε αλύπητα! Η φοβερή εποχή μας, το καλεί.
Γεια και χαρά Σας! Οι ίδιοι πάντα. Και πιο καλοί!».

Σωτήρης Σκίπης:
Ο δημοτικιστής ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, μεταφραστής Σωτήρης Σκίπης γεννήθηκε το 1881, στην Αθήνα. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα, στο Παρίσι σπούδασε Αισθητική και Λογοτεχνία. Επέστρεψε και εξέδωσε το περιοδικό «Ακρίτας» (1904-1906), από όπου πρωτοπαρουσιάστηκαν οι Βάρναλης, Σικελιανός, κ.ά. Το 1900 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Τα τραγούδια της ορφανής». Το 1922 τιμήθηκε με το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών. Από το 1929, διατέλεσε γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών Αθήνας. Στην κατοχή εντάχθηκε στο ΕΑΜ Διανοουμένων - Καλλιτεχνών. Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά (Απρίλης 1943), η οποία μεταβλήθηκε σε παλλαϊκό αντικατοχικό συλλαλητήριο του ΕΑΜ, εκτός από τον Σικελιανό, και ο Σ. Σκίπης αποχαιρέτησε ποιητικά τον εθνικό ποιητή. Μετά την απελευθέρωση, ο Σκίπης δημοσίευε κείμενά του στον «Ριζοσπάστη» και τον «Ρίζο της Δευτέρας». Το 1946 αναγορεύθηκε ακαδημαϊκός. Μετά την ήττα του ΔΣΕ, διέφυγε στη Γαλλία, όπου το 1952 πέθανε. Μεταξύ του πλουσιότατου ποιητικού έργου του ήταν οι συλλογές «Κάλβεια μέτρα» (ποιήματα εμπνευσμένα από τον επαναστάτη Κάλβο), «Μέσ' απ' τα τείχη» (1945, για την Εθνική Αντίσταση), «Προμηθέας» (1948, για τους διωκόμενους αγωνιστές της Αντίστασης). Πλουσιότατο ήταν και το μεταφραστικό έργο του, ευάριθμο και το θεατρικό.

Στην «Εξόρμηση» της 1/7/1948 δημοσιεύθηκε το παρακάτω ποίημα του Σωτήρη Σκίπη:
«ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ»
«Η ώρα σιμώνει φουντώσαν τα κλώνια
τριαντάφυλλα η πλάση φορεί στα μαλλιά της,
θα πάψουν οι πίκρες - το λένε τ' αηδόνια-
κι' η Ελλάδα όλη λάμψη, θα βγει απ' τη σκλαβιά της.
***
Αχ τόσοι είν' αλήθεια - ανοίχτηκαν τάφοι
και πόσοι αδελφοί μας θα λείψουν στην ώρα.
Με το αίμα τους όμως μεσούρανα εγράφη
πως άφθαστη εστάθηκε η Ελλάδα και τώρα
***
Η νύχτα που σκότη μας σκόρπιζε πλήθια,
η νύχτα του πένθους σε λίγο τελειώνει.
Η αυγή ροδοσκάζει - το λένε τα ορνίθια -
και λιόχαρη μέρα Λαμπρής ξημερώνει».

Απόστολος Σπήλιος:
Ο γνωστός στα γράμματα από τον καιρό της Εθνικής Αντίστασης και το μεταπελευθερωτικό «Ρίζο της Δευτέρας» Απόστολος Σπήλιος (Απόστολος Κολτσιδόπουλος, βλέπε βιογραφικά στοιχεία του στο διηγηματικό αφιέρωμα του «Ρ» για τα 60 χρόνια από την ίδρυση του ΔΣΕ, στις 22/10/2006) δημοσίευε κείμενά του στα έντυπα του ΔΣΕ. Το παρακάτω ποίημά του δημοσιεύθηκε στην «Εξόρμηση» (8/7/1948), τραγουδιόταν από τους μαχητές και περιλήφθηκε στη συλλογή «Τραγούδια της Αντίστασης» (εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», 1951).

«ΓΡΑΜΜΟΣ»
«Γράμμος! Μουγκρίζουν φαράγγια και σειούνται τα ουράνια!
Τρέμουν οι βράχοι, τα θέμελα τρίζουν της πέτρας
βόγγουν τα δάση, ξυπνούν τ' αγριοπούλια, τα διάσελα φέγγουν
και των δρυμών τα ζουλάπια τρομάξαν και φεύγουν.
* * *
Γράμμος! ο Κλέφτης κι' ο Σμόλικας κι' η Αλεβίτσα
ένα στεφάνι φωτιάς, πυροφάνι στη νύχτα
μια δάδα ολόφλογη ανάφτηκε - καίγετ' ο τόπος.
Καίγετ' ο τόπος - κι η Ελλάδα κρατάει την ανάσα:
(...)αίμα και φλόγα και πίστη, λαχτάρα και μίσος -
ένας αχός, μια κραυγή κι' ένας Ορκος:
- Δεν θα περάσουνε, δεν θα πατήσουν το Γράμμο οι φασίστες!
Μα τις κορφές των βουνών, που βαφήκανε μ' αίμα,
μα τα ολοτρύπητα χέρια του ήρωα Λαού μας,
μα το στεφάνι τ' ακάνθινο που του φορέσαν,
μα τις πικρές αλυσσίδες - Μακρόνησο, Γαύδο,
Γιούρα, Ικαριά, μα τα βράχια του πόνου
και τις χιλιάδες, στα μαύρα βαμμένα, τα σπίτια(...)».

Αλέξης Πάρνης:
Ο γνωστός ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, μεταφραστής Αλέξης Πάρνης γεννήθηκε στον Πειραιά (24/5/1924). Ως ανταρτοεπονίτης πολέμησε με τον ΕΛΑΣ στο Περιστέρι. Τραυματίστηκε το Δεκέμβρη 1944. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ. Ηταν πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, «Προς τη Νίκη». Λογοτεχνικά κείμενά του δημοσιεύονταν και σε άλλα έντυπα του ΔΣΕ. Το Γενάρη του 1949 ανακηρύχθηκε «υπολοχαγός ΠΕ». Πολιτικός πρόσφυγας έζησε στην Τασκένδη και τη Μόσχα, όπου σπούδασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο «Μάξιμ Γκόρκι». Τιμήθηκε (1955) με το Βραβείο Παγκόσμιας Ποίησης της Νεολαίας, για το ποίημα «Νίκος Μπελογιάννης» (κριτική επιτροπή: Ναζίμ Χικμέτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Πικάσο, Νικόλα Γκιγιέν). Στην προσφυγιά έγραψε πολλά έργα. Μετά τη διεθνή επιτυχία (1962) του θεατρικού έργου του «Το νησί της Αφροδίτης» (για τους αγώνες της Κύπρου κατά των Αγγλων), επαναπατρίστηκε. Τα παρακάτω ποιήματα του Αλέξη Πάρνη γράφτηκαν στο μέτωπο και δημοσιεύθηκαν σε φύλλα της «Εξόρμησης»:

«ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ...»
«Να θυμάσαι το χτες που ολούθε σε ζώνει
και θα νιώσεις το σήμερα τι ζητάει από σένα
πως τοιμάζει το πάλαιμα του σφυριού με τ' αμόνι
της καινούργιας σου δύναμης τη γοργόφταστη γέννα».
***
«Σ' ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ»
«Απόψε στ' αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή
Ενας καινούργιος πάτησε
στο κατώφλι του Κόμματος.
Ηταν ένας πολεμιστής του Βίτσι
με το παράσημο της νιότης στην καρδιά
με το παράσημο του Γράμμου στα στήθια.
Απόψε στ' αμπρί έγινε μια απλή τελετή
ένας επίτροπος αρματωμένος με μάουζερ και φυσεκλίκια
πούχε δει το κόκκινο λάβαρο
να ανεμίζει στο κατάρτι της Ακροναυπλίας(...)
πούχε είκοσι χρόνια - θητεία
στο στράτευμα της λευτεριάς
άνοιξε σαν τις φτερούγες του αετού τα χέρια
έσφιξε το καινούργιο ξεπεταρόνι στην αγκαλιά του
Και είπε:
Καλώς όρισες σύντροφε!
Εδώ πούρθες νάσαι δίκαιος σαν τον ήλιο
π' ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους.
Εδώ πούρθες πρέπει νάχεις τα χέρια σαν τη βαριά
για να γκρεμίζεις τις Βαστίλλες.
Εδώ πούρθες πρέπει νάχεις τα χέρια απαλά
για να χαϊδεύεις τις πληγές του λαού μας.
Καλώς όρισες σύντροφε!
Τώρα είσαι ένας τραγουδιστής στην πολύβοη χορωδία
του κόσμου
όπου διευθύνει η μπαγκέτα της λευτεριάς
Το μαχητικό εμβατήριο της ειρήνης».

Βασίλης Ρώτας:
Ο ποιητής, δραματουργός, μεταφραστής, εμπνευστής και «ψυχή» του θεάτρου στο βουνό, στα χρόνια της ΕΑΜικής Αντίστασης, δε χρειάζεται άλλες «συστάσεις». Γι' αυτό σημειώνουμε μόνο ότι το παρακάτω ποίημά του δημοσιεύθηκε στην «Εξόρμηση», στις 2/10/1948.

«Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ»
«Τη μνήμη απ' τους συντρόφους μου που πέσαν στον αγώνα,
την έχουμε όλοι μέσα μας, φως άσβυστο στον αιώνα.
Αστρο-ναι που μας οδηγά, φωτιά-ναι που μας καίει
φωνή-ναι απ' τα βαθειά της γης, που διαλαλεί και λέει:
"Οσο 'χει σάλιο η γλώσσα σας, συντρόφοι πολεμάτε
το βιος να συμμαζέψετε, το τέρας να χτυπάτε.
Μη δισταγμό ή κοντόστεμα, γι' ανάσα χασομέρια,
μόνο χτυπάτε όλοι μαζί και με τα δυο σας χέρια -
Κι' όταν ψοφήσει το ύστερο του φασισμού κεφάλι
αμέσως να μολώσετε από μια στεριά στην άλλη.
Με χίλιες στράτες λεύτερες να ζώσετε τη σφαίρα,
να τρέχει το τραγούδι σας παντού σαν τον αγέρα.
Ν' αντιλαλεί χαρούμενο σ' Ανατολή και Δύση
νάρθει κ' εμάς στα μνήματα, να μας γλυκοξυπνήσει"».

Δήμος Ρεντής (Δημήτρης Ραβάνης)
«ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ» (γραμμένο στο βουνό. Δημοσιεύθηκε στην «Εξόρμηση», στις 10/1/1949).
«Νεκρή ζώνη - ζώνη νεκρή...
ανάμεσα στις δυο σκοπιές των αντιμαχομένων
με νάρκες και συρματοπλέγματα
κουβαλημένα απ' την Αμερική
- αριστερά και δεξιά τω εισερχομένω
ρούχα σκισμένα, κρέατα και αίματα...
* * *
Νεκρή ζώνη - ζώνη νεκρή...
στη μια σκοπιά ο Μιχαλιός, στην άλλη ο Γιάννης,
από μια μάννα βύζαξαν το γάλα
παίξαν μαζύ σαν ήτανε μικροί
- στην ίδια γειτονιά, στην ίδια αυλή
και παραβγαίνανε στο πήδημα και στην τρεχάλα.
* * *
Νεκρή ζώνη - ζώνη νεκρή...
μα το χωνί κάπου κειδά φωνάζει:
- Ελάτε αδέρφια μας να δώσουμε τα χέρια!(...)».

Κι ένα σατιρικό

Κλείνουμε αυτό το ποιητικό αφιέρωμά μας στο ΔΣΕ, με ένα ακόμη ποίημα. Δημοσιεύθηκε στο 1ο φύλλο της εφημερίδας ΔΣΕ «Προς τη Νίκη» (15/2/1949, σελίδα 2). Ηταν ένα σατιρικά αγωνιστικό στιχούργημα, ομότιτλο με την εφημερίδα. Το υπέγραφε κάποιος «Δ-ρής». Συγκρίνοντας αυτό το στιχούργημα με άλλα σατιρικά του στιχουργήματα, καθώς και με τα παιγνιώδη ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε στην κατοχή σε ΕΠΟΝίτικα έντυπα, αλλά και στο νόμιμο, μετά τη μεταπολίτευση, «Ριζοσπάστη», παίρνοντας υπόψη και τα αρχικά και τελικά γράμματα του ονόματος και του επωνύμου του, η υπογράφουσα συμπεραίνει ότι ο υπογράφων το στιχούργημα ως «Δ-ρής», δεν ήταν άλλος από τον αλησμόνητο Δημήτρη Ραβάνη (ή Δήμο Ρεντή):

«ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ»
«Τώρα από παντού τις τρώνε και παντού το δίκιο λάμπει
(κλάψτα Χαραλάμπη)
Νάουσα και Καρπενήσι, Φλώρινα, Αρδαία, Σέρρες
(φτάνουν οι καλές οι μέρες)
Κι έχουμε σαρανταεννέα και ακόμα στην αρχή
(η καλή μέρα φαίνεται απ' το πρωί)
Και γυρεύουν να σκεπάσουν με ψευτιές ό,τι έχουν πάθει
(όπου ακούς πολλά κεράσια πάρε το μικρό καλάθι).
Μα ο στρατός μας δυναμώνει κάθε μέρα κι ανατέλλει
(αγάλι - αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι)
Κι ο καθένας μας αν κάνει ό,τι στη μεριά του ανήκει
θάβγει ο χρόνος ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ!...».


Αριστούλα Ελληνούδη
Ριζοσπάστης, 28-29 Οχτώβρη 2006

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γράφει για τον Μαγιακόφσκι


ΣΑΝ ΝΑ ΚΑΛΟΥΣΕ ΦΙΛΟΥΣ σε συμπόσιο, ο Μαγιακόφσκι έθεσε ο ίδιος τους όρους για την εκτίμηση του έργου του: μετριοπαθείς, ήρεμοι, συμβιβαστικοί χαρακτήρες αποκλείονται από τη γιορτή. Έξω κι οι καθηγητές της φιλολογίας, ιδιαίτερα εκείνοι με γενάκι και γυαλάκια – ποδήλατο• έξω οι διαχειριστές κι οι ανθοκόμοι της ποίησης, δουλοπάροικοι των σαλονιών• κι όλοι όσοι δεν παθιάζονται, δε γελάνε και δεν ωρύονται σαν τον Στέντορα με το ποιοτικό απρόοπτο και την υπερβολή.

Είχε ακράδαντη πεποίθηση από μιας αρχής πως η δική του ποίηση ήταν άλλη, κάθε σύνδεση με την κοινώς εννοούμενη ποίηση την έκοψε με το μαχαίρι.

[Ο Μαγιακόφσκι είναι ως το τέλος ποιητικό φαινόμενο]

Δεν είναι αλήθεια ότι ξεκίνησε από την ποιητική ανταρσία για να καταλήξει με την πολιτική επανάσταση. Ο Μαγιακόφσκι είναι ως το τέλος ποιητικό φαινόμενο, μια φωνή σαν τη δική του η ρωσική ποίηση εκείνης της εποχής θα την έβγαζε. Θ’ απορούσαμε, αν δεν ξέραμε την ατμόσφαιρα τότε στη Ρωσία, ατμόσφαιρα ενός γενικού παροξυσμού που εξέθρεψε τα πιο ακραία όνειρα ταυτίζοντας αισιοδοξίες και ουτοπίες. Αυτά στη γενική ιστορία περνάνε και φεύγουνε, αφήνοντας πίσω ό,τι μένει σε ζημιές και κέρδη. Στην τέχνη μένουν και διαιωνίζονται κι αυτή είναι η αθανασία του Μαγιακόφσκι. Πρέπει ν’ αντέξει κανείς την ποιητική του διάνοια με όλες τις υπερβολές της, αλλιώς δεν επικοινωνούμε μ’ αυτόν τον ποιητή και θα συνεχίζουμε σήμερα να τον ανεβάζουμε κι αύριο να τον κατεβάζουμε. Θα μένουμε με την αντίληψη ότι συνόδεψε με το έργο του μια ορισμένη ιστορική περιπέτεια που άλλους κάνει να χαίρονται κι άλλους ενοχλεί και πεισμώνει. Και θ’ αφήνεται να διαφεύγει ότι με τον Μαγιακόφσκι έχουμε σε ασυνήθιστα δυναμική έκφραση μια σκληρή – σκληρότατη ανθρώπινη δοκιμασία και μέσα σ’ αυτήν σπάνια ανθρώπινη έξαρση, διαποτισμένη από καταλυτικό χιούμορ.

Να σημειώσω ακόμα ότι το ποιητικό φαινόμενο Μαγιακόφσκι δεν ολοκληρώθηκε. Έμεινε κραυγή κομμένη στη μέση. Ίσως αν προσεχτούν καλύτερα μερικές λεπτομέρειες από τις τελευταίες μέρες της ζωής του κι από τους τελευταίους του στίχους, μπορεί να συλλάβουμε κάποιους έστω τόνους δημιουργικού αδιέξοδου, αυτό μάλλον συσπείρωσε ένα σωρό περιστατικά που εκείνες τις μέρες του 1930 έρχονταν το ένα πάνω στ’ άλλο και τον έκαναν να λάβει τη μοιραία απόφαση που δεν τη σκέφτηκε για πρώτη φορά.

[Για τον Μαγιακόφσκι σήμερα δεν μιλούν]

Τώρα για τον Μαγιακόφσκι δεν μιλούν και είναι πολύ φυσικό για τις μέρες που ζούμε.

Το τελευταίο που ξέρουμε είναι ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε τη δεκαετία του 1980, «Η ανάσταση του Μαγιακόφσκι». Μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε κατά πόσο ο τίτλος δηλώνει στα ίσια τις επιδιώξεις του συγγραφέα. Το βιβλίο αυτό ενσωματώνεται στην παλαιά παράδοση των ανταγωνιστών του Μαγιακόφσκι, των αντιπάλων του που τη συνοδεύει ένα κοινό γνώρισμα, μια πανομοιότυπη τακτική: επιστρατεύεται η λογική ν’ αντιβγεί στην ποίηση. Ο συγγραφέας Γιούρι Καραμπτσιέφσκι πρέπει να ήξερε καλά το έργο του Μαγιακόφσκι και την ατμόσφαιρα εκείνα τα χρόνια. Με τον Μαγιακόφσκι θα μεγάλωσε κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι της ηλικίας του. Διαβάζεται στο βιβλίο του η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων που μπούχτισαν από τις υπερβολικές εκτιμήσεις και τη δημοτικότητα του Μαγιακόφσκι – πολιτική στην ουσία, για να ‘μαστε δίκαιοι- κι αισθάνονται την ανάγκη ν’ απελευθερωθούν. Με αυτό συνδέονται οι καλές πλευρές του έργου του και μπορούν σε κάτι να σημαίνουν και απελευθέρωση του ίδιου του Μαγιακόσφσκι από εκείνη τη μάστιγα.

Το βιβλίο αρχίζει έτσι:
«Σήμερα τον Μαγιακόφσκι, καλύτερα μην τον αγγίζουμε. Γιατί όλα είναι προσιτά, μα τίποτα δεν κατανοούμε. Ό,τι να πεις για τον Μαγιακόφσκι, ό,τι εκτιμήσεις να κάνεις, τον δοξάζεις, τον αρνιέσαι, τον βάζεις κάπου ανάμεσα, αισθάνεσαι ότι παραβιάζεις ανοιχτές πόρτες και μπαίνοντας μέσα δεν αγκαλιάζεις παρά τον αέρα. Μοιρασμένος χίλια κομμάτια είναι παντού μαζί μας, είτε έτσι τον πάρουμε είτε αλλιώς – πανταχού παρών. Αλλά η κάθε προσπάθεια να μιλήσεις ή ν’ αξιολογήσεις πέφτει στο κενό, πάντα θα μείνουμε με την αίσθηση ότι παραλείψαμε το πιο σπουδαίο.»

Αυτά θα είχαν ακόμα μεγαλύτερη αξία, αν ο συγγραφέας ολοκλήρωνε λέγοντας πως ο Μαγιακόφσκι είναι άπιαστος, αλλά στη λογική, και είτε τον δοξάζεις μ’ αυτήν είτε τον ξεδοξάζεις ο ποιητής κρατεί το προνόμιό του να ζει και να βασιλεύει πέραν της λογικής.