Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΑΡΟΣ Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΑΡΟΣ Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

―Το ρήγμα ψάχνω να βρω σ’ αυτό το μπετόν― το ρήγμα… Μιχάλης Κατσαρός


IV

Μπήκα με άδεια τα χέρια στη σκήτη μου.
Τους καρπούς τώρα τους γεύεσαι γη ― εγώ δεν υπάρχω.
Δεν ακούς πια τη φωνή μου ― δεν ακούς
έχεις δικιά σου φωνή ― δικά σου τα τείχη.
Φυτεύεις τα δέντρα ― το στάρι ανθεί σε πελάγη.
Πάνω στο δικό μου το σώμα χτίζεις τις πόλεις.
Οι πόλεις έχουν δικό τους πια σώμα.
Καμιά σιωπή ― λάμψη καμιά.
Περπατάς στους μεγάλους σου δρόμους
ζεύεις τους ποταμούς ― τα βουνά
τρέχεις στα δάση
ανασταίνεις τους ήχους τους αυλούς τα νερά σε τραγούδια.

Τη νύχτα βγαίνω ― κοιτάζω μακριά στο γιαλό
κοιτάζω βαθιά μες στα δάση
ανάβω μια μικρή φλόγα στη γη ― ακούω τους ήχους
αυτούς που δεν θ’ ακούσει πια κανείς ― ακούω και τρέμω.
Ματώνω τα χέρια στους λόγγους ― ματώνω τα γόνατα
―Το ρήγμα ψάχνω να βρω σ’ αυτό το μπετόν―
το ρήγμα. ― Στο σκουλήκι της γης την φλόγα υψώνω.

Τρέχω μέσα στη νύχτα
τρέχω με τ’ άλογο μου
βάζω πασσάλους πάνω στα όρη ― σημαδεύω τους δρόμους
ακούω ούρλιασμα λύκων ―ακούω φωνές― ακούω βουή καταρράχτες βιάζομαι
βιάζομαι
Πριν αλέκτωρ λαλήσει
η νύχτα είναι μικρή ― μεγαλώνει
ο άνεμος ετοιμάζει την έφοδο ― οι φωνές
«κοίτα» ― «τώρα» ― «το άλλο βράδυ» ―
πρέπει πάλι να σας μιλήσω.

Μη με κοιτάτε παράξενα.
Κανένας δεν με γνωρίζει;


V

Δεν ήρθα να ξαφνιάσω τις μέρες σας ― δεν κρατώ τη ρομφαία.
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στο πλήθος σας
μαζεύοντας σκόρπιους σπόρους.

Δεν ήρθα να σταματήσω τους ποταμούς τα νερά
τους καρπούς ― δεν ήρθα.
Κυκλοφορούσα μέσα στους ήχους σας ― τόσους αιώνες.

Ανέμιζα μαύρα λάβαρα στις αρτηρίες των δρόμων
με την καρδιά μου καρφωμένη στο φοβερό πάσσαλο σας καλούσα ―
Δεν ήρθα να καταργήσω το νόμο.

Ανεβαίνω εδώ σ’ αυτή την αγχόνη ― αυτή τη στιγμή
σας δίνω το σχήμα σας ― σας καλώ.
Δεν ήρθα σαν ξένος ― δεν ήρθα.

Είμαι ο άνεμος η βροχή τα έρημα δάση
είμαι ο καταρράχτης το νερό το πουλί
αυτή η πόλη και η άλλη ―
είμαι ο δρόμος η αυγή το τελευταίο λιμάνι
η καρδιά μου
το πρόσωπο μου και το δικό σας
είμαι εδώ και αλλού και παντού
μέσα στ’ αγέρι ― μέσα στις παλιές ημερομηνίες
μέσα στα πλοία ―στους ήχους― στους αγρούς
στα εργοστάσια είμαι ― στις σκοτεινές αίθουσες
στ’ άδεια δωμάτια ―στους εραστές― στα ερείπια
στις καμπάνες
μόνος μόνος μόνος
απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου.

Και τώρα εδώ πάνω σ’ αυτό το οροπέδιο σας καλώ
τώρα που θα βυθίσω το μαχαίρι στο στήθος
να σας δώσω το αίμα μου ―
άνθη τεράστιες πόρτες ουρανοί τρέμουν κυλάνε
μπροστά στα πόδια σας στα όνειρά σας στο ψωμί
κρότοι καταστροφή και νέα αυγή κατεβαίνει.

Ο άνεμός μου κάθε νύχτα με παγώνει.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

«Οροπέδιο», ένα ποίημα σε επτά μέρη (απόσπασμα)
(Α΄ έκδοση 1956)
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

ΜΙΧ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ - Λαβδακίδαι



Γεννιούνται και έρχονται
γεμίζουν τα θεάματα
οι ιππόδρομοι αλαλάζουν ―
δεν θα τους ανεχτώ σήμερα έτοιμους με το ύφος τους
βουίζοντας διηγώντας φτύνοντας
δεν με αντιλαμβάνονται με το μαύρο μου ένδυμα
έτοιμοι να κατέβουν στις κλίμακες
να διαπεράσουν μέσα στις αρτηρίες μου
σμύρναν και λίβανον
οργή και μίσος
άρτον και θεάματα.

Θα σας συναντήσω ―μην επιμένετε―
κάτω στον πιο μεγάλο υπόνομο
με τα φανάρια σας μες στα νερά
υπαίτιους και αθώους ―
θα σας συναντήσω έναν έναν ξεχωριστά
χωρίς άνεμο και βροχή
ζητώντας τις νύχτες βοήθεια.

Ωστόσο να υποκρίνεσθε άδοξοι
να επιστρέφετε στις εννιά
να τετραγωνίζεσθε
να κλείνετε τα παράθυρα
να μην ελπίζετε πως θα σωθείτε.

Η μικρή έτρεχε μαζεύοντας τα λουλούδια
    κι άξαφνα το καπέλο της μες στα νερά.
Δύο μετά μεσημβρίαν η συνάντησις.
Όχι. Επιμένω να φύγουμε.

Σας  παίρνω λοιπόν όλους υπό την προστασία μου
διευθυντές κλητήρες υποδηματοποιούς ταραξίες
γκαρσόνια σε εστιατόρια πλύστρες και πόρνες
μαγαζάτορες φοιτητές αντίθετους και ρουφιάνους ―
σας παίρνω στο χαλασμένο άρμα μου
με τ’ ανάπηρο άλογό μου ―
ανακηρύσσομαι ρήτορας κι άλλα σπουδαία.
Ανεβαίνω σε ξύλινα βάθρα κι αναφωνώ
τον τραγικό μου λόγο:
«Θάνατος στο γένος των Λαβδακιδών!»

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ


Μιχάλης Κατσαρός ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ – Ο δούλος




Ο Δούλος που δραπέτευσε
έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.
Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.
Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση -
δε διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.
Τώρα αυτός που επέμενε να ρωτάει
φαίνεται θάταν αποφασισμένος για θάνατο
ή θάταν κατάσκοπος που δε  φοβάται.
Εγώ πάντως
εξακολουθώ να βλέπω τον επερχόμενο
μεσαίωνα
με φάλαγγες πιστών
με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα
με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις
με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εικόνες από παλιές εκστρατείες
και τυφεκισμούς
ήρωες με αυστηρά βλέμματα
Αμές δε γ’ εσόμεθα
πληρωμένη εκπαίδευση
θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως
κλειδωμένα στην εποχή σε χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα
πως τα κατάφερε αυτός ο θνητός
μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων
να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερόν ήλιο
με αληθινές εξαρτήσεις του βίου -
αν δεν μπορείτε να καταλάβετε
τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα
που βρήκε την έξοδο αφού γύρω ήταν μπετόν
αφού γύρω τραγουδούσε η φοιτήτρια
ενα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων
τότε
δε θα ΄χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες
όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών
δε θα ΄χετε δει το ραγισμένο τοίχο
όπου βλασταίνουν κάτι φυτά
πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.
Το ζήτημα πια έχει τεθεί:
Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
όπως αυτός ο δραπέτης
ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
απέναντί τους.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ - Όταν…


Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.
Πάλι σας δίνω όραμα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ - Το σχήμα μου




Θα προσπαθήσω να δώσω το σχήμα μου
όπως συντρίβεται σε δυο λιθάρια
θα σκεφτώ υπόχρεος απέναντί σου
θα στήσω τη φοβερή ομπρέλα μου
με τις μπαλένες απ' το πρόσωπό μου
μαύρη υγρή ακατανόητη
απ' τον καιρό που ήτανε ασπίδα
που ήταν ταπεινό κυκλάμινο
και μια ρομφαία.

Θέλω να μιλήσω απλά για την αγάπη
των ανθρώπων
και παρεμβαίνουν οι θύελλες
παρεμβαίνει το πλήθος
το στήθος μου
το τρομερό ηφαίστειο που λειτουργεί
κατ' από πέτρες.
Τα φριχτά ερωτήματα παραμένουν επίμονα
μαύρα υγρά ακατανόητα
παραμένουν επίσημα
σαν σαρτεβάλια.
Όσο απ' τις μικρές καλύβες να γελούν
όσοι οι χωρικοί να μπαίνουν στα εργοστάσια
ο πύργος μας καίγεται
θ' αφήσουν εποχή οι ένδοξες μέρες
όλα τ' απόκρυφα χειρόγραφα θα επιστραφούν
από σοφούς και μάντεις.

Μετά το θέμα μας χάθηκε.
Δεν έχομε τίποτα να σας πούμε
έτσι που όλα προδοθήκανε
έτσι που όλα λύσαν τους αρμούς
από πίστη σε πίστη
από υπόγειο σε υπόγειο
από πρόσωπο σε πρόσωπο
δεν έχομε τίποτα να σας πούμε.

Βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί  με τους τυφλοπόντικες
μαζί με τους καταποντισμένους πίθηκους
σε σκοτεινούς υποχθόνιους κρότους
ασθμαίνοντας μετατοπίζομαι
-ανακατωμένοι οι βρόγχοι-
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας πέφτει καινούργια
αθόρυβη βροχή
όπου συντρίβει
όπου ανθίζει τα χέρια μας απ' τις δικές σας
πληγές
όπου γεμίζουν τ' άδεια μας σταμνιά
κερί και μέλι.

Κάποτε θ' ανεβούμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεί
τα όρη σας όπως πυκνά σύννεφα θα χωριστούν
οι κόσμοι θα τρίξουν
στις έντρομες αίθουσες οι ρήτορες θα
σωπάσουν
και θ' ακουστεί η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκιπες με σάλπιγγες και νέες
στολές
οι νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οι πρόεδροι και τα συμβούλια και οι επιτροπές
όλοι οι μάγοι προφεσόροι...»

Περιμένετε αυτή τη φωνή.
Έτσι θ' αρχίζει.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ - Θα σας περιμένω



Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω απὸ το χάρτινο κήπο σας
πίσω απὸ το χάρτινο πρόσωπό σας
εγὼ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολὺ ξηρασία.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Ένα άγνωστο ποίημα του ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΥ


Φίλε, που σε συνάντησα σε μιαν οδοιπορία
-του θανάτου που ζήσαμε ή της ζωής που θα’ ρθει-
είχες στα μάτια τη φωτιά σμιχτή με μια απορία
από τα νιόβγαλτα φτερά, γιατί ο αέρας πάρθει.

Μας ένωσε σφιχτά σφιχτά του ανθρώπου ο μέγας πόνος
και της ιδέας ο άνεμος μας φούσκωσε τα στήθη.
Κάποιου καινούργιου, που έρχεται, μας συνεπήρε ο τόνος.
Ορίζοντες Μαγιάπριλου μας φέρνουνε τα πλήθη.

Κι εμείς, δεσμώτες της ζωής, προς τις κορφές τραβάμε
-του Ολύμπου ή του Γολγοθά- στη μέθη ενός ονείρου
το θάνατο και τη ζωή αλέγκρα χαιρετάμε
με τ’ άξια νιάτα, πορφυρά, στο δρόμο του απείρου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ 

(Πότε γράφτηκε αυτό το ποίημα; Που και για ποιον; Πως διασώθηκε και από ποιον δόθηκε στη δημοσιότητα; Διαβάστε  στον Οικοδόμο)