Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ Νικηφόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ Νικηφόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Τη νύχτα που το χιόνι σκέπασε την Αθήνα και τον Πειραιά…

Βίνσεντ Βαν Γκογκ: «Ανθρακωρύχοι στο χιόνι»

Τη νύχτα που το χιόνι σκέπασε την Αθήνα και τον Πειραιά, αυτό το λίγο χιόνι που δεν βάσταξε περισσότερο από μια μέρα, άκουσα μια διαμαρτυρία κι ένα παράπονο από τα πιο αυθεντικά. Ακριβώς έξω από το παράθυρο του δωματίου που κοιμάμαι είναι ένα δέντρο. Ίσως πάνω στο δέντρο αυτό, ίσως κάτω από το γείσο του παραθύρου μου ή της στέγης — δε μπορούσα να καταλάβω — άκουσα με το ξημέρωμα το κελάδημα ενός πουλιού. Μια φωνή παγωμένη, που ζητούσε έλεος. Όλα ήταν σκεπασμένα και τα πουλιά, όπως και τα άγρια ζώα, δεν έχουν σπίτια, δεν έχουν οικονομίες, δεν έχουν δική τους πρόνοια.

Και σκέφτηκα όλη τη γη σκεπασμένη — όπως και πραγματικά ήταν εκείνες τις μέρες — παγωμένη, αδύναμη να προσφέρει βοήθεια σ’ εκατομμύρια τέτοια πλάσματα, που τα πήγαινε και τα ’φερνε ο αγέρας μέσα στον λευκό αυτό θάνατο. Αν μπορούσε να συγκεντρώσει κανείς τις φωνές εκείνων των ημερών, θα συγκέντρωνε έναν απέραντο θρήνο από βελάσματα προβάτων, από ουρλιάσματα λύκων, από μουγκανίσματα βοδιών. Τίποτα δε θα μπορούσε να σώσει τις συμπαθητικές νυφίτσες, τα κουνάβια, τους σκίουρους, τους ασβούς, τα κοτσύφια, τις τσίχλες, τους καλογιάννους.

Μέσα στη βαριά αχλύ της φορτωμένης ατμόσφαιρας κοπάδια πουλιών πήγαιναν κι έρχονταν, συμβολίζοντας το αδιέξοδο της ζωής που παλεύει — που πάλεψε κυρίως — να ξεπεράσει τις φοβερές δυνάμεις των στοιχείων της φύσεως. Και σκέφτηκα τότε τα πολύ παλιά χρόνια που κι ο άνθρωπος δεν είχε σπίτια κι οικονομίες, τότε πού όλη η ζωή, στο σύνολό της ήταν εκτεθειμένη στο έλεος των παγετώνων. Πώς μπόρεσε και επέζησε αυτή η  ζωή; Πρόκειται για ένα θαύμα που μας πιστοποιεί πως η ίδια η ζωή είναι ένα θαύμα. Δεν είναι θαύμα μόνο η γέννησή της κι η διαμόρφωσή της. Το ίδιο θαύμα είναι κι η επιβίωσή της, ένα θαύμα που το κάνει επίκαιρο ο φοβερός αυτός χειμώνας, που όχι μόνον εδώ στην Ελλάδα, αλλά και στην άλλη Ευρώπη περικύκλωσε εφέτος ολόκληρη τη ζωή.

Γλάροι και κύκνοι, έμειναν με τα πόδια αγκιστρωμένα στους πάγους των θαλασσών ή των λιμνών, περιμένοντας τον ήλιο να ευδοκήσει να τους λυτρώσει από το μεγάλο αυτό μαρτύριο. Αλλά κι ο άνθρωπος, ο βασιλεύς αυτός των επινοήσεων και της προνοίας, δεν έμεινε έξω από την πολιορκία. Είχα πιει νερό στο Μικρό Χωριό, που το χόρεψε η γη κι οι βράχοι με τα έλατα έπεσαν πάνω του με πάταγο και το σκέπασαν. Απειλητικές βροχές κι απειλητικά ποτάμια, χιόνια που δεν άφηναν τίποτα ακάλυπτο, ξυπνούν μέσα στο αίμα μας φοβερές μνήμες, προγονικούς θορύβους, προγονικούς φόβους και προγονικές γενναιότητες.

Και μας θυμίζουν πως η ζωή πάνω στον πλανήτη μας υπήρξε μία, που αντεπεξήλθε νικήτρια εναντίον του κοινού εχθρού κι απορεί κανείς, πώς ένα τμήμα της, το τμήμα του ανθρώπινου γένους μπόρεσε κι έκαμε μεταξύ του χιλιάδες πολέμους, ματώνοντας τη γη, τα χιόνια και τα ποτάμια, ξεσκιζόμενο κι αλληλοσπαρασσόμενο μεταξύ του, ενώ απέναντι στον κοινό εχθρό, στη φύση, δεν θα είχε να αντιπαρατάξει παρά μόνο την ειρήνη και τη φιλία μεταξύ του, αυτή τη μόνη εκ βάθους και εξ ύψους βοήθεια στην οποία θα μπορούσε να υπολογίζει για την περισσότερή του ασφάλεια και για την πληρέστερη ευτυχία του.

Το πουλί που άκουσα στο παράθυρό μου το πρωί που το χιόνι σκέπασε την πόλη, δεν κελαηδούσε όπως τις άλλες μέρες. Έκανε μια αίτηση αγάπης προς τα συνάδελφα πλάσματα, όπως τόσες και τόσες ανθρώπινες υπάρξεις εγκατεσπαρμένες κατά μάζες απάνω σ’ αυτή την υδρόγειο, πού έχουν ν’ αντιμετωπίσουν δυο σκληρότητες: τον άνθρωπο και τη φύση. Και που κάναν αίτηση αγάπης και προς τους δύο, απευθυνόμενοι μόνο στον πρώτο.


Νικηφόρος Βρεττάκος
Δρόμοι της Ειρήνης, Φλεβάρης 1963

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Γι’ αυτή την Αθήνα, την αδούλωτη και τη μαχόμενη… (Δεκέμβρης του ΄44)


«… Εδώ σε τούτη την παράξενη χώρα που τα ποτάμια της,
που οι πέτρες και τα φαράγγια της,
τα σύννεφα και τα βουνά της βγαίνουν μαζί με μας στον πόλεμο
και πολεμάνε και πληγώνονται,
εδώ σ’ αυτά τα δέντρα που οι αρματωλοί κι οι κλέφτες
κρέμασαν τα τραγούδια τους, πέθανε ο Μπάυρον!
Πάει καιρός που έχει πεθάνει ο Μπάυρον!
 Και μια που έναν απόγονο δεν άφησε για την Ελλάδα του,
τι ήρθαν να κάμουν εδώ σήμερα οι στρατιώτες της πατρίδας του
για να το ειπούμε στα πουλιά να του το τραγουδήσουν;

Τους περιμέναμε να ’ρθουν να μας ξαναφιλέψουν
λίγα λουλούδια από τη γης του αγαπητού μας Σέλεϋ
κι ήρθαν να μας σταυρώσουνε το λαό μας τον Άδωνη!
Τον χιλιοπληγωμένο μας Άδωνη. Σηκωθείτε
ν’ αρπάξουμε στα χέρια μας τις σάλπιγγες της πατρίδας!
Να τους το ειπούμε να το καταλάβουνε: Δεν χαμηλώνει ο Όλυμπος.
Να τους το ειπούμε να το καταλάβουνε πως δεν αλλάζει ο ήλιος!
Πως δεν αλλάζουνε τα χρώματα ποτές σ’ αυτή τη χώρα,
και πως ποτέ δεν κόπηκε στη μέση το τραγούδι.
Το αφήνει ο γέρος του Μωριά ― το ξαναπιάνει ο Άρης,
το αφήνουν τα κλεφτόπουλα ― το παίρνουν οι ελασίτες,
το παίρνουν τα ψηλά βουνά, το σέρνουν τα ποτάμια
το αφροκοπούν οι θάλασσες ― καίγονται τα λημέρια
Μωριά και Ρούμελη…»

Αυτή την ιστορία την έζησε ο λαός μας έτσι όπως τη δίνουν πλαστικά οι στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου που ακούσατε. Πέρασαν από τότε 17 χρόνια. Μα τίποτα δεν σβήνεται από την εθνική μνήμη.

Τέσσερα χρόνια είχε κρατήσει η νύχτα της φασιστικής κατοχής. Και για να διώξει το σκοτάδι της ο λαός ρίχτηκε σε τιτάνια, σκληρή και άνιση μάχη. Άστραψαν ως τον ουρανό οι λάμψεις από τις εκρήξεις του Γοργοπόταμου και των Τεμπών. Στους κάμπους βροντούσε το κανόνι και στα βουνά κεραυνοί. Λαμπάδες τα χωριά στο βωμό της λευτεριάς, χιλιάδες οι νεκροί του μεγάλου αγώνα.

Η μούσα του Νίκου Παπά έτσι μας τραγούδησε εκείνη τη νύχτα:

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ένας ποιητής λέει «Όχι». Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στο μέτωπο


Το 1962 ο μεγάλος μας ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος είναι συνεργάτης του περιοδικού Δρόμοι της Ειρήνης, μηνιαίας έκδοσης της «Επιτροπής δια την Διεθνή Ύφεσιν και Ειρήνην» (ΕΕΔΥΕ). Στο περιοδικό αρθρογραφεί (από το 1958) ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη και στιχουργός πολλών όμορφων μελοποιημένων  από τον Μίκη τραγουδιών. Η συνάντηση των δυο αντρών, που έγινε με την ευκαιρία της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, είχε ως αποτέλεσμα το κείμενο με τις αυτοβιογραφικές αναμνήσεις του ποιητή που παρουσιάζουμε σήμερα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης (πηγή: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) τον Οκτώβρη του 1962.

24 Οκτώβρη 1940. Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας,
την παραμονή της αναχώρησης για τα σύνορα.
Δεξιά ο Νικηφόρος Βρεττάκος

Τι κάνει άραγε ένας ποιητής όταν βρίσκεται στον πόλεμο; Ιδού ή απορία! Αν είσαστε ζωγράφος ίσως τον στήνατε όρθιο πάνω σ’ ένα κανόνι. Στο ένα χέρι να κρατάει τον πάπυρο, στο άλλο τη γραφίδα. Το βλέμμα του γεμάτο εγκαρτέρηση, αλλά και αστραποβόλο, να ατενίζει τον ουρανό. Κάτω, μπροστά στο κανόνι, μια τρομερή μάχη σε πλήρη εξέλιξη. Ο τίτλος που θα άρμοζε σ’ ένα τέτοιον πίνακα θα ήταν ίσως: «Ποιητής συνθέτων έπος» ή κάτι παρόμοιο.

Η σύλληψη, πρέπει να το ομολογήσετε, δεν είναι μεγαλοφυής. Και δεν είναι τέτοια γιατί είναι συνηθισμένη. Αιώνες τώρα βλέπουμε ποιητές να συνθέτουν έπη καβάλα σ’ ένα κανόνι ή σ’ ένα σύννεφο. Αλλά ακόμα, δεν είναι και αληθινή. Τουλάχιστον για τον καιρό μας. Όχι τόσο γιατί εφευρέθηκαν τα αντιαεροπορικά, οπότε ούτε στα σύννεφα δεν είναι κανείς ασφαλισμένος, όσο, γιατί στη μάχη είτε ποιητής είσαι, είτε μαθηματικός, δυο πράγματα μόνο μπορείς να κάνεις: Ή να πολεμήσεις ή… να το βάλεις στα πόδια.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, οι Έλληνες δεν είν’ απ’ αυτούς που το βάζουν στα πόδια. Βέβαια υπάρχουν και τέτοιοι. Είναι όμως ελάχιστοι και οι… εκλεκτοί. Στους τελευταίους ζήτημα να βρεις έναν ποιητή. Ε! Τι διάβολο, ένας, έτσι για δείγμα, θα υπάρχει. Κι αλήθεια υπάρχει.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Μπροστά στο νεκρό φοιτητή που έπεσε για τη Δημοκρατία


ΛΟΓΟΣ    ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Μπροστά στο νεκρό φοιτητή που έπεσε για τη Δημοκρατία

Όταν ένας γελωτοποιός κυβερνά,
χρέος έχει ένας ποιητής αληθινός να μιλήσει.
Δικαίωμα έχει από ψηλά δοσμένο να ραπίσει
τους δήμιους, να   παραμερίσει την κουστωδία, εκείνους,
πού όπως στ’ αρχαία χρόνια οι Βάρβαροι
δικαίωμα δεν έχουν κανένα στο χώμα μας,
και να πετάξει στον νεκρόν αυτόν ένα τριαντάφυλλο
σαν έναν όρκο στην  Ελλάδα.

Γιατί αν ένας ποιητής
δεν έχει έργο του την αλήθεια, έργο δεν έχει τότε, ούτε
θέση κάτω από τον ήλιο, τον λαμπρό πατέρα,
πού τροφοδότησε και στέγασε το  Ελληνικό Πνεύμα· εκπίπτει τότε
και γίνεται ένα με τους εισβολείς Βαρβάρους, τους τυράννους,
ένα με τους ανεύθυνους, τους προδότες
της πατρικής μας γης, που ό,τι φυτρώνει,
απ’ το χορτάρι ως το έλατο πάνω της, μεγαλώνει
θηλάζοντας κόκαλα.

Εκείνοι που δώσαν
τη διαταγή ανοιχτή να σε δολοφονήσουν,
αξίζουν όλοι τους μαζί πιο λίγο απ’ όσο αξίζει
μια τρίχα απ’ το κεφάλι σου. Δεν αντιπροσωπεύουν
ούτε μια στάλα ελληνικού αίματος. Δεν γνωρίζουν
πατριωτική γραφή να διαβάσουν τα αισθήματά σου.

Παράσιτα είναι δίχως ρίζες. Στον πάνλαμπρο ανάμεσα
ήλιο μας, είναι: το σκότος κι ο φόνος.
Ξεναγοί των Ες-Ες στις ιερές μας λειψανοθήκες.
Εγκάθετοι του Πρυτανείου. Μόνιμοι λογχοφόροι
του Εσταυρωμένου. Κατάσκοποι της Ανάστασης.

Σε στραγγάλισαν όπως την όμορφη
στραγγαλίζουνε μοίρα της χώρας μας ― άρπαγες
που η παρουσία τους προσβάλλει ακόμη και τα ζώα μας
και μας μολύνει τον αέρα. Όμως, ανδρείε, εμείς,
γνωρίζουμε πόσο πιάνεις ξαπλωμένος στο χώμα.
Γνωρίζουμε τι στοίχισες για να γίνεις.
Γνωρίζουμε από ποιους αιώνες μακρινούς ήρθες, μας από ποια
διαδοχικά μαρτύρια πέρασες. Είσαι το Έθνος.
Η Ελλάδα είσαι. Μέσα στην καρδιά σου,
σαν από δέντρο κάτω κάθεται ο Καραϊσκάκης,
ο Διάκος και τα παλικάρια τους και τραγουδάει ο Σολωμός,
ενώ περιίπταται
του Ανδρέα Κάλβου ο αετός, αστραφτερός, απάνω τους.

Συ είσαι η Ελλάδα που σηκώνεται
να πατήσει στο βάθρο του πεπρωμένου της
με «ελευθερία» και «γλώσσα» και αξιοπρέπεια.
Συ είσαι η Ελλάδα που δολοφονούν
κάθε χρόνο, κάθε άνοιξη, κάθε Πάσχα.
Η Ελλάδα που είναι ολόκληρη ένα ιερό
που οι πέτρες της όλες είναι εξαπτέρυγα.

Συ είσαι η Ελλάδα που δημοπρατούν
το αίμα της και το μέλλον της.
Που με τα μπουκωμένα τους στόματα, ασεβείς
κι αναίσχυντοι συλητές της, της βρωμίζουν
τ’ όνομα, το λευκόν ως άνθος. Εσύ είσαι!

Σε σένα οι δάφνες και τα δάκρυά μου κι οι στίχοι μου κι η ζωή μου.
Ό,τι πιο ωραίο στη χώρα μας υπάρχει, τα βουνά μας,
ας γινούν μνημείο και άγαλμα, γιατί,
δολοφονώντας κάθε μέρα το παρόν, δεν άφησαν
να γεννηθεί κανείς Φειδίας· γιατί το φως
το σκοτώνουν από βρέφος ακόμη,
βάζοντας χοίρους να θηλάζουν το βυζί της πατρίδας.

Τρέμουν τα λόγια μου σαν τον ήλιο και σαν τον αγέρα της.
Γιομάτοι από αγανάχτηση οι στίχοι μου κι από ελπίδα,
είναι, σαν της μάνας τα δάκρυα, δίχως ειρμό,
γιομάτοι αστραπές που συγκρούονται μέσα τους να φωτίσουν
τ’ ωραίο πρόσωπό σου. Γιατί όταν
ένας ποιητής μιλά, είναι η Πατρίδα ολόκληρη.
Ο Όλυμπος και ο Ταΰγετο μέσα μου συνοριάζουν·
το Ιόνιο και το Κρητικό πέλαγος και το Αιγαίο·
ο Περικλής και ο Μακρυγιάννης. Τα κοράκια κρώζουν
όσο ποτέ τους αιμοβόρα, όμως, εγώ, η Πατρίδα,
με μια φωνή, που όταν αυτοί θα ’χουν χαθεί στη σκόνη,
θ’ ακούγεται, μες στους αιώνες ίδια, σου το λέω:
Για ό,τι έπεσες, ήταν αλήθεια.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Στις 21 Ιούλη του 1965, εν μέσω λαϊκών κινητοποιήσεων κατά των ανακτόρων («Ιουλιανά») δολοφονείται από την αστυνομία ο φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας, ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης τον ίδιο μήνα.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος: Νύχτα στο ίδιο τραπέζι


Όταν έπεσε η νύχτα ― μαζεύτηκες.
Κ' ήρθες τόσο κοντά, που δεν άφησες χώρο
ν' απλώνω τα χέρια μου. (Πλάθω πέτρες να φτιάξω
κεριά της ανάστασης). Μα δεν βλέπεις λοιπόν
πως η ώρα περνά, πως ο Θεός μου μετρά
τις μέρες, και βιάζομαι;
Πότε νάβγει ο ήλιος,
να σε στείλω, στο σύμπαν να μαζεύεις λουλούδια.


Να σε στείλω στην άνοιξη να μου φέρεις νερό.

Νικηφόρος Βρεττάκος 

 

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Γιώργος Καγιαλίκος: Επτά ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου για φωνή, πιάνο & φλάουτο


Επτά ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου για φωνή, πιάνο & φλάουτο.  
Μουσική, ενορχήστρωση & ερμηνεία: Γιώργος Καγιαλίκος
 
1.Ώρα 12 τη νύχτα
 
Το χαρτί, το τραπέζι, το χέρι μου.
Περιμένω. Όπου νάναι, θ΄ αρχίσουν να πέφτουν.
Η ψυχή μου, δεν είναι παρά
ένα σπήλαιο σιωπής, που απο πάνω του κρέμονται
αμέτρητοι
φωτεινοί σταλαχτίτες. Πόσοι αιώνες χρειαστήκαν
για να γίνουν δεν ξέρω – είναι τα ποιήματα
που έχω να γράψω.
Ξέρω πως όσα
είναι τα κύματα κι όσα τα αστέρια
είναι τα ποιήματα που έχω να γράψω.

 
2.Ολονυχτία
 
Δε με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάϊ σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυό φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.

 
3.Η αναμονή και το όνειρο
 
Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.

Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
ουρανού στο κεφάλι σου.

 
4.Ο πράσινος κήπος
 
Έχω τρείς κόσμους. Μιά θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρείς, να σας
έλεγα
που φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ο ουρανός υποψιάζομαι.Για τον πράσινο κήπο μου,
μη με ρωτήσετε.

 
5.Μάλωμα
 
Κοίταξέ με στα μάτια. Τί έκανες;
Ανεβαίνοντας πάνω στο λόφο που βλέπει
πέρα απ΄ τον άνεμο, άργησες.
Κλαίς;
Γιατί δε μιλάς;

Τι σούλεγε ο ήλιος;
 
6.Και φέυγοντας έρχεσαι
 
Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δε μπορούνε
να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ΄ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.

 
7.Χορικό
 
Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει.
Υπάρχουνε βάθη που δεν τ΄ ανιχνεύει
ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.
Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε.
Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες
να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνεν όλα
τα δέντρα του κόσμου.

 
Σημείωμα του συνθέτη

Ακούστε τα τραγούδια στην ιστοσελίδα του Γιώργου Καγιαλίκου, ΕΔΩ.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ωδή στον άνθρωπο


Ωδή στον άνθρωπο
Κύριός μου και αδελφός μου: Αυτός που χτίζει. Αυτός που οργώνει.
Αυτός που τείνει 
να συσκοτίσει τους πλανήτες και δικούς του να εντοιχίσει αστέρες  
και να βάλει  
χρώματα της προτίμησής του στις αυλαίες που ανοίγουνε και κλείνουν  
το αβυσσαλέο πανόραμα της μέρας! Που ημερώνει  
τα σκοτεινά συμπλέγματα της φύσης, τους ατίθασους
καιρούς που πελαγοδρομούν στην άβυσσο και ξεριζώνουν των ορέων  
τις πέτρες σαν φτερά πουλιών! Αυτός που κατεβαίνοντας
ανοίγει δρόμους μες στης γης τα έγκατα κι ανεβάζει το κάρβουνο στους ώμους του!
 
Κύριος και αδελφός μου. Αυτός που σπέρνει. Αυτός που υψώνει  
τα στάχυα στην αγκάλη του γελώντας. Που βυθίζοντας 
στο διάστημα τις φλόγινες κεραίες του, αιχμαλωτίζει  
τα μυστικά ποτάμια του και τα οδηγεί από το άπειρο κάτω στη γη,  
όπως ένας  
μουτζουρωμένος άφτερος άγγελος που κρατεί στα χέρια του  
τα χρυσά ηνία των αστεριών! Αυτός που ανακαλύπτει 
μέσα σε κάθε κυβικό νεκρού χώρου της νύχτας  
έγχρωμα φώτα, οράματα, φθόγγους! Και που ζημιώνοντας  
τις δυο φωτιές, το πνεύμα του και το αναμμένο μέταλλο, δένει  
τα οικοδομήματα του χρόνου
που ανεμοσείονται απ' του χώρου τα υπερωκεάνια ρεύματα,  
ολόρθος κάτω από βροντώδεις θύελλες, με τις πλάτες του
στηρίζοντας τις πόλεις!
 
Ήθελα να 'χω κατεβεί απ' τη φύση με μιαν έξοχη μοίρα! Περιβλημένος  
μ' ένα γιγάντιο πνεύμα που να δύναμαι τη στιγμή αυτή  
να το συντρίψω
στα πόδια σου! Να φωτιστείς και να φανείς από παντού,  
να σκεπαστείς από αίνους!
Άνεμοι από τριαντάφυλλα στις αγκαλιές νηπίων να πορευτούνε  
προς το ματωμένο τους Γενάρχη,  
στρατιές νηπίων που θ' ανδρωθούν και θα ορκιστούν  
απλώνοντας το χέρι τους πάνω στο φέρετρο  
της εποχής μου! Αυτό το μαύρο, αυτό το πένθιμο φέρετρο  
που το μεταφέρει
την ώρα αυτή στους άτυχους ώμους της η γενιά μου,
βαδίζοντας κάτω απ' του αιώνα μας τ' αδιέξοδα τιτάνια σύννεφα!
 
Το ουράνιο ρεύμα του φωτός αντανακλά χρυσίζοντας τα πάντα!
 
Στις φυτείες  
πέφτει μια φωτεινή βροχή, μια ρόδινη πάχνη ανακατεμένη
με αόρατους κορυδαλλούς! Τα άροτρα τραγουδάνε!
Ποταμός άστρων μέσα μου, παφλάζοντας, της αλαζονικής μου
μόνωσης τα προσχήματα ρίχνει και δίνομαι όλος  
στο ίνδαλμα της θρησκείας μου, που βρίσκεται ζωοποιημένο  
και χαιρετά απ' τα πράσινα βάθρα του με το γέλιο του 
τον ανατέλλοντα ήλιο, την ανατέλλουσα βροχή!  
Για σένα υπάρχω μοναχά, Κύριέ μου και Αδελφέ μου,
που λειτουργείς οργώνοντας τη γης μέσα στου σύμπαντος την 
απαράμιλλη εκκλησία,  
τη στολισμένη με παντός είδους αστερισμούς, με παντός είδους
χρώματα,  
που τη διασχίζουνε και την περικυκλώνουνε ποτάμια άγραφης γοητείας,
οι δυο παράδεισοι: της μέρας και της νύχτας.
 
Στο άδυτο που χτυπώντας το σφυρί δουλεύει ο Κύριος, γονατίζω  
με τα χοντρά παπούτσια μου και τους απλούς μου τρόπους
και προσεύχομαι,  
γιατί είμαι ένας χωριάτης απ' την ύπαιθρο του σύμπαντος
κατεβασμένος!
Στα ηλιοφρυγμένα ανάκατα μαλλιά γαλάζιο αγέρα φέρνω  
απ' τα όρη της υγείας!  
Αγγέλους σαν γυμνά σπαθιά φέρνω μες στην ψυχή μου,
αγγέλους και κελαϊδισμούς και λόγους που τους μάζεψα,
όρθιος πάνω στ' απόκρημνα ξέφωτα του Ταϋγέτου
όταν, κατσίκι τ' ουρανού, πέτρωνα στον ορίζοντα.
 
Από τη συλλογή Ο Ταΰγετος κι η σιωπή (1949) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου [Ποιήματα 1933-1991] (εκδόσεις Ποταμός, 2008)


ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: «Εύχομαι για την καλήν αντάμωση όλου του κόσμου»


«Και μόνο που υπάρχω, έχω περίσσευμα. Υπάρχουνε πλούσιοι ενδεείς κι ενδεείς πολύ πλούσιοι, όπως εγώ. Το σώμα μου έτυχε να 'ναι γεμάτο παράθυρα χύθηκε μέσα μου ήλιος πολύς κι ο χρυσός μου περίσσεψε» (ανέκδοτο Νικηφόρου Βρεττάκου).

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1/1/1912 - 4/8/1991) αφιέρωσε τη ζωή και τη δημιουργία του στην αλήθεια, στην αγάπη, στο φως και τον αγώνα του ανθρώπου για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Η ποίησή του, πλημμυρισμένη από βαθύ ανθρωπισμό, συνδυάζει το ρεαλισμό με τη λυρική έξαρση και τη βαθυστόχαστη κριτική ματιά, με την απόλυτη συναίσθηση ότι ασκεί υπεύθυνα ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό λειτούργημα, το λειτούργημα του πνευματικού δημιουργού. Το φως που πλημμυρίζει το έργο του δεν ήταν για εκείνον μόνο το φως του ήλιου, αλλά και «το φως κάθε δίκαιας πράξης». Ο ίδιος πίστευε πως «ο ποιητής δεν είναι ένα άτομο ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο... Δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη ζωή, από τα φαινόμενα, από τα γεγονότα, από τις παραστάσεις της. Είτε το θέλει είτε όχι είναι φτιαγμένος από τη "μοίρα" του να είναι ο ευαίσθητος δέκτης τους». Και αυτό το αποδεικνύει μέσα από το μεγάλο έργο του.

Γράμμα στον άνθρωπο
της πατρίδας μου

...Μην με μαρτυρήσεις!
Και προπαντός να μην του πεις πως μ' εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταΰγετο, σημείωσε τα φαράγγια
που πέρασα. Και τις κορφές που πάτησα. Και τα άστρα
που είδα. Πες τους από μένα, πες τους από τα δάκρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη πως ο κόσμος
είναι όμορφος!

Ποτέ δεν λείπεις

«Νικηφόρε, όσα τραγούδησες σε τραγουδάνε/ Ποτέ δε λείπεις/ Πάντα παρών στο πόστο σου/ στη μέσα πύλη της Ελλάδας, ορθός/ με τη λόγχη του στίχου σου/ ευγενικός δακρυσμένος φρουρός της Ποίησης και της Ελευθερίας». Μ' αυτούς τους στίχους τελειώνει το ποίημα που έγραψε στις 25 Ιούνη 1974 ο Γιάννης Ρίτσος για να τιμήσει τον «μόνιμο συνομιλητή με τον ήλιο» ποιητή, φίλο και συναγωνιστή του Νικηφόρο Βρεττάκο.

Σε όλο σχεδόν το έργο του Λάκωνα ποιητή δεν διαφαίνεται μόνον η απαράμιλλη ποιητική δεξιοτεχνία του, αλλά αποτυπώνονται ολοκάθαρα οι σκέψεις και οι επιθυμίες του για μιαν ιδανική ανθρώπινη κοινωνία και κυρίως καθρεφτίζεται ολοζώντανα ο κόσμος της ψυχής του, ένας κόσμος απέραντος, κατακλυσμένος από ευγένεια, ευαισθησία, τρυφερότητα, θλίψη «Επιστρατέψετε την αιωνιότητα, ανάβοντας τ' άστρο: "Αγάπη". Επιστρατέψετε την αιωνιότητα, ανάβοντας ψηλότερα απ' όλα, πάνω από το έτοιμο βάραθρο, το άστρο: "Ανθρώπινο μέτωπο!"... ...Σας παρακαλούμε: Αφήστε μας τα πράγματα. Μη μας τα καίτε. Αφήστε τα έντομα να βρίσκουνε τα Ανθη τους», αλλά και ταυτόχρονα πλημμυρισμένος από αγάπη... «Εν Αρχή ην η Αγάπη... μελωδούσε γιομίζοντας το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη Αρπα καθώς σ' έπαιρνε ο ύπνος» και κυρίως αισιοδοξία... «Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι»...

Οπως εκείνος ξέρει, μέσα από την ποιητική του πένα και με οδηγό τη μεγάλη ευαισθησία του, παίρνει θέση απέναντι σε όσα συντελούνται γύρω του. Στα δύσκολα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης στάθηκε στο πλευρό του μαχόμενου λαού. Η ένοπλη ιμπεριαλιστική επέμβαση το Δεκέμβρη του 1944 και ο αγώνας του λαού της Αθήνας να διαφεντέψει τη μοίρα του τόπου γίνεται η πηγή έμπνευσης της μεγάλης ποιητικής του σύνθεσης «33 μέρες» - γραμμένη σε πεζό - που αποτελεί ύμνο στους αγώνες του θρυλικού λόχου φοιτητών «Λόρδος Βύρων».

-- Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας! Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας!
Αδέρφια μας όλου του κόσμου.
Η σημαία μας κυματίζει ακόμα.
-- Ελευθερία ή θάνατος!

Η δεύτερη αυτή περίοδος της συγγραφικής δραστηριότητας του Νικηφόρου Βρεττάκου (1939-1950) χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, πνεύμα αγωνιστικότητας και επίτευξη συμφιλίωσης με το θάνατο. Ο ποιητής, δεχόμενος έντονη επίδραση από τα σημαντικά ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εποποιία του Αλβανικού Μετώπου, Κατοχή, Εμφύλιος), εμπνέεται και συνθέτει εξαιρετικούς στίχους. Θεωρεί την Εθνική Αντίσταση, στην οποία έλαβε μέρος και ο ίδιος, ως συνέχιση των Αγώνων του 1821, η δε αυτοθυσία των νεαρών αγωνιστών προκαλεί βαθύτατη συγκίνηση στην ψυχή του.

Ελεγείο πάνω στον τάφο
ενός μικρού αγωνιστή

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείες μας
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Εχουμε πατρίδα.
Εχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
- έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.

Ενα άλλο σημαντικό έργο του Ν. Βρεττάκου, πεζό αυτή τη φορά «Το αγρίμι» γράφτηκε στη διάρκεια της Κατοχής σ' ένα είδος ημερολογιακών σημειώσεων: Αυτοψυχογραφία και ταυτοχρόνως χρονικό, εκφράζει τόσο την υποκειμενική όσο και την αντικειμενική πραγματικότητα που έζησε και είδε ο Νικηφόρος Βρεττάκος εκείνα τα χρόνια, χωρίς καμία μυθιστορηματική προέκταση ή ανάπλαση. Το κείμενο έχει διατηρήσει την πιστότητα ενός προσωπικού ημερολογίου στο οποίο καταγράφονταν από τη μία οι αντιδράσεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα κι από την άλλη τα γεγονότα που διαδραματίζονταν γύρω του.

«Μπροστά στο ίδιο ποτάμι» είναι ο τίτλος του βιβλίου στο οποίο ο Νικηφόρος Βρεττάκος εξιστορεί δραματικές περιπτώσεις παιδιών, θυμάτων πολέμου και κοινωνικών θυμάτων που ο ποιητής γνώρισε από κοντά, ζώντας σε μια διεθνή παιδούπολη επί τρία ολόκληρα χρόνια. Γράφτηκαν το 1972 όταν πλέον ο Ν.Β. ζούσε στο Παλέρμο. Ενα από τα διηγήματα της συλλογής, το "Πήλινο πουλί" επί πολλά χρόνια περιλαμβανόταν στο "Αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού" στη Γερμανία.

«Ευχαριστώ τη ζωή για την καλή μας αντάμωση. Εύχομαι για την καλήν αντάμωση όλου του κόσμου» (Νικηφόρος Βρεττάκος, «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου»).

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ - Ριζοσπάστης

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ – Αντιστέκομαι




Vincent van Gogh

Αντιστέκομαι όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές
σαν τα κόκαλα τ' αντρειωμένου , που τους λείπουν οι μαύρες
μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας`
που  σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα,
αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές
και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους
χυμούς ειρήνη και φως.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Ημερολόγιο, Τα Ποιήματα, τ.2 , Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑΤΑ για την ΕΞΕΓΕΡΣΗ του ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ (1)




Η στηθάγχη ξεκινάει σήμερα ένα αφιέρωμα σε έξι συνέχειες, με ποιήματα που έγραψαν διάφοροι ποιητές για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αποτελείται από τα 26 ποιήματα της ενότητας «Ποιήματα και πεζά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου – 17 Νοέμβρη 1973», που δημοσίευσε ο Νίκος Σαραντάκος στις σελίδες του. Το αφιέρωμα θα ολοκληρωθεί στις 17 Νοέμβρη.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Φοβάμαι

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ (Άχθος Αρούρης) – Του Πολυτεχνείου

Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ' απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ' αυγά με τις πορδές!

Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
—Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι!

— Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά 'θελες αγόρι;
— Θά 'θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω...

Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν' αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες κι αν... και αν...
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία...
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)

Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ' στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.

Ανέκδοτο, Π. Φάληρο Δεκέμβριος 1973



ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ - Τα νέα σατιρικά γυμνάσματα

11
Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.

Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο,
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.

Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.


33
Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου,
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
που ’χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

Ο Γ. Βαφόπουλος δημοσίευσε Τα νέα σατιρικά γυμνάσματα το 1975 με το ψευδώνυμο Λουκίλιος Γιουβενάλης.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Μικρός τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.


Από την ενότητα «Παραλειπόμενα», Β’ τόμος των Απάντων του ποιητή, εκδ.Τρία φύλλα, 1981.

(Το βρήκα στο Διαδίκτυο και έκανα διασταύρωση με την ανθολογία του Ηλία Γκρη.)


Οι σημειώσεις στο τέλος των ποιημάτων είναι του Νίκου Σαραντάκου

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ - Άνεργοι




Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο. Έχει
στο μέσο δυο κάγκελα. Πίσω απ' τα κάγκελα
δυο μάτια που σφάζουν. Ο επιστάτης κοιτάζει
την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ' έξω -
μια σειρά σταυρωμένα χέρια και πρόσωπα.
Κάνουν μια κίνηση όλοι μαζί,
στυλώνουν τ' αυτιά, κρατούν την ανάσα ν' ακούσουν.
«Μεσημέριασε. Ο κύριος διευθυντής δεν θα 'ρθει.
Αύριο πάλι. Πρωί. Πιο πρωί».
Και φεύγουν σκυφτοί. Περπατώντας, κοιτάζουνε γύρω τους,
σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο - Όχι
να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα.
Να ρίξουν τα χέρια τους.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ – Γράμμα στον άνθρωπο της πατρίδας μου


…Μην με μαρτυρήσεις!
Και προπαντός να μην τους πεις πως μ’ εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταΰγετο, σημείωσε τα φαράγγια
που πέρασα. Και τις κορφές που πάτησα. Και τα άστρα
που είδα. Πες τους από μένα, πες τους από τα δάκρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη πως ο κόσμος
είναι όμορφος!

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ - Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή



Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείες μας
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
Έχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
- έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.

Κ' είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ' έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Tο πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείκτες του ρολογιού που κατεβαίνουνε
απ' τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ' το σακάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο...
Kαρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο, και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον άνθρωπο!

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ