Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Γιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Γιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ - Κατάβαση




Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Το ποτάμι να φεύγει όπως ο πεθαμένος
γύρω γονατισμένα τα βουνά
εκείνο το κουρέλι
μαύρο ανεμίζοντας στα σύρματα
και κοντά στα βούρλα μια λιωμένη αρβύλα.
Κι ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες
πάλι τα πολυβόλα στην καταχνιά
πάλι ο θάνατος η ακρίδα
πηδώντας από κορμί σε κορμί
πάλι να χάνω τον τόπο
να μην ξέρω πού βρίσκομαι
εδώ ή εκεί
στο άλλο ποτάμι σε τούτα τα βουνά
σε τούτο το χαντάκι σε κείνα τα πλατάνια
εδώ ή εκεί
ακούγοντας κάποιον να μου φωνάζει
απ’ την αντικρινή όχθη
χωρίς να ξεχωρίζω
μήτε τη φωνή μήτε τον άνθρωπο.
Ποια φωνή και ποιος άνθρωπος;
Αυτός που τον σκοτώνουν;
αυτός που μας σκοτώνει;
Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Κατεβαίνοντας τώρα
εκεί που δεν ήταν τίποτε
να κοιτάξουμε.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ - Οἱ μαστόροι




Ξυπνήσαμε κούγοντας χτύπους πόμακρους βαθι στ θόλο
σν κάτι ν μαστόρευαν πολ ψηλ στν Ορανό.
Κάποιος δειξε κατ τν λιο. Βλέπω επε χρυσς σκαλωσις
τος βλέπω επε ν’ λφαδιάζουν κα ν καρφώνουν κε πάνω.
μες ψάχναμε λοένα μς στ φς μ τίποτε δν φαινόταν
τος χτύπους κούγαμε μονάχα.

στερα νας γγελος ρθε στ πηγάδι μας,
ρχισε ν βγάζει νερό.
Τ φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στ ψη κα πάλι ξαναγύριζε μίλητος κα σοβαρς
κι λη μέρα νέβαζε νερ ν ξεδιψν κε πάνω.
Δουλεύουν κα διψνε επαμε πως κι μες δ κάτω.

Σν βράδιασε ρίξανε τ σκοινί. Κανένας δν κατέβηκε.
π τν κρη του σταζε στ χμα λίγο αμα.
Κα ποτ δν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτ
τί πογίναν ο μαστόροι.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ – Το σακί



Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Διαβάζοντας αυτό το ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου ήταν σαν να άκουγα μια από τις διηγήσεις του πατέρα μου από το 1946 στο Σταυρό της Β. Χαλκιδικής. Είχαν αρχίσει ήδη μάχες στα γύρω βουνά  ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και το στρατό, και το χωριό μας η Ολυμπιάδα είχε εκκενωθεί. Ζούσαν πια στο Σταυρό φιλοξενούμενοι σε συγγενικά σπίτια εδώ κι εκεί μέχρι νεωτέρας. Κάποιες φορές έβλεπαν στο δρόμο να περνάει να περναει και να σταματάει ένα κάρο της χωροφυλακής γεμάτο με εκείνα τα χαρτόκουτα. Άρχιζε κουβέντα, ψίθυροι, άνθρωποι έβαζαν το χέρι στο στόμα. Και τότε κάποιος χωροφύλακας έσπρωχνε κατά λάθος ένα χαρτοκούτι κι από μέσα κυλούσε ένα κεφάλι αντάρτη. Δε θυμάμαι πόσο μου είχε πεί ότι ήταν η επικήρυξη. Μπορεί 500 δρχ. το κεφάλι, μπορεί και όχι. Δεν τους έκανε και τρομερή εντύπωση μου έλεγε. Έτσι κι αλλιώς ο Στρυμώνας κάθε μέρα ξέβραζε πτώματα επί χρόνια. Ο θάνατος ήταν το πιο συνηθισμένο θέαμα για εκείνη τη γενιά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΡΗΣ 

(Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα)