Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ Βλαντιμίρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ Βλαντιμίρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Για το κάθαρμα ή… Περί σκουπιδιών (Βλ. Μαγιακόφσκι)


Στις 14 Απρίλη του 1930 έβαλε τέλος στη ζωή του ο μεγάλος Σοβιετικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και λογοτέχνης Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι. Άνθρωπος της δράσης, ανυπόταχτος και παθιασμένος υπερασπιστής της επανάστασης και των οραμάτων του φωτεινού μέλλοντος, πολέμησε με ολιγωρίες και αδυναμίες ασκώντας κριτική και με το έργο του χτύπησε ό,τι επέμενε να κρατά τον άνθρωπο δεμένο με το παλιό. Έζησε μια σύντομη μα γεμάτη ζωή και άφησε έργο πλούσιο και ζωντανό, παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές.

Παραθέτουμε κατά χρονολογική σειρά όπως δημοσιεύτηκαν, δυο μεταφράσεις του ίδιου ποιήματος που έγραψε ο Μαγιακόφσκι την άνοιξη του 1921.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ  
(Μετάφραση Χρήστος Τρικαλινός)

Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!

Όμως,
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.


Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστισμός.


(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).


Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,
γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.


Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που απ’ το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!»
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται.
Και κάτω από την οροφούλα
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.


Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!»


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
[Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ», αρ.τ. 36-38, Οκτ./Δεκ. 1986]


magiak2

ΠΕΡΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ  
(Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος)

Δόξα, δόξα, δόξα στους ήρωες!!!

Εδώ που τα λέμε
αρκετά τους τιμήσαμε.
Ας πούμε
τώρα
και κάτι περί σκουπιδιών.


Πάνε, περάσανε των επαναστάσεων οι μπόρες.
Μούχλες πετάει ο σοβιετικός αναβρασμός.
Πίσω από τις πλάτες της Ερ-Εσ-Εφε-Σερ*
πάνω-πάνω βγήκε
του μικροαστού n μούρη


(Όχι, μην το πάρετ’ έτσι –
με την τάξη δεν τα έχω των μικρών αστών.
Σ’ αυτούς
δίχως διάκριση τάξεις, στρώματα
«Εύγε!» απ’ όλα τα στόματα.)


Στης Ρωσίας τις απέραντες εκτάσεις
απ’ τη μέρα που η σοβιετική
γεννήθηκε υφήλιος
βγήκανε στους δρόμους
κι αλλάζοντας ενδύματα
σ’ όλα μέσα χώθηκαν τα ιδρύματα.
Πέντε χρόνια στην καρέκλα ρόζους βγάλανε
τα πισινά τους,
βασταγερά σαν τις λεκάνες του νιφτήρα
ζουν ως τα σήμερα και βασιλεύουν.
Μουλωχτοί σαν το νερό
ζεστούτσικες χτίσανε φωλιές
σε γραφεία σε κρεβατοκάμαρες.


Το βράδυ
τούτος ή ο άλλος τενεκές
έφαγ’ ήπιε
την κυρά του τώρα κάθεται και καμαρώνει
στο πιάνο να γυμνάζεται.
Μια λιγούρα
του “φερε το σαμοβάρι:
«Συντρόφισσα Νάντια!
Τώρα με την ευκαιρία των γιορτώνε
αυξήσεις πρέπει να μας κάμουνε στα μιστά
χιλιαδούλες
κάπου 24
η δική μου αναλογία.
Εχ!
Περισκελίδες απωανατολίτικες
θα πάω ν’ αγοράσω
έτσι που μέσ’ από το παντελόνι
σπόγγος να φαίνομαι
από κοράλλι».
Η Νάντια:
«Κι ένα φόρεμα για μένα
με τα εμβλήματα απάνω σταμπωμένα.
Χωρίς δρεπάνι και χωρίς σφυρί
στον κόσμο πώς κανείς να παρουσιαστεί;
Απόψε κιόλας
να βγω με τι
στον μπάλο που οργανώνει η Επαναστατική
Επιτροπή!»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Κάδρο άλικο.
Στο φύλλο πάνω της «Ιζβέστια»
ένα γατσούλι ζεσταίνεται
κι από το ταβάνι ψηλά
στα μεράκια της η καναρίνα
τσιρίζει.
Από τον τοίχο του κοιτάει και κοιτάει ο Μαρξ…
Ώσπου το στόμα του
ανοίγει ξαφνικά
και μπήγει τις φωνές:
«Τυλίξανε την επανάσταση στων μικροαστών τα
δίχτυα
Χειρότερος κι από τον Βράνγκελ ο μικροαστός.
Εμπρός,
τα καναρινάκια ευθύς στραμπουλήχτε,
των καναρινιών
να μην πέσει θύμα ο κομμουνισμός».


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

*Τα αρχικά του ρωσικού σοβιετικού κράτους.

[Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2011]

Πρώτη δημοσίευση ανάρτησης 14/4/2015 στο Ατέχνως

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΛΕΝΙΝ ― Βλ. Μαγιακόφσκι


Με τις σκοτούρες μας,
ένα σωρό,
στων γεγονότων τη δίνη
πέρασε η μέρα
σιγά σιγά σκοτεινιάζοντας.
Οι δυο μας στο δωμάτιο:
Εγώ
κι ο Λένιν ―
εκεί στον άσπρο τοίχο
η φωτογραφία.
Το στόμα ανοιγμένο
στου λόγου το ξάναμμα
αναστραμμένο
του μουστακιού
το βουρτσάκι
μια σκέψη σφιγμένη
μεσ’ στις πτυχές της
πέρα πέρα
στο πελώριο μέτωπο.
Σαν
από κάτω
χιλιάδες να διαβαίνουν…
σημαίες, δάση…
τα χέρια-σπαθόχορτα…
Σηκώνομαι,
Χαρούμενη μου ‘ρθε μια σκέψη
να πάω
να τον χαιρετήσω
και να του πω:
«Σύντροφε Λένιν, σας αναφέρω
όχι ιεραρχίες και τέτοια ―
της ψυχής πράματα.
Σύντροφε Λένιν,
μια κόλαση η δουλειά μας
θα γίνει όμως ―
γίνεται πες.
Κάνουμε διαφώτιση
ντένουμε τη φτώχια και τη γύμνια
άνοδο σημείωνα η παραγωγή
σε κάρβουνο και μετάλλευμα.
Κοντά σε τούτα
πλήθος
βέβαια
μέγα πλήθος
από λογής
σκουπιδοτενεκέδες.
Σου βγαίνει η ψυχή
να τους κάνεις πέρα και να ρεύεσαι.
Πολλοί στην απουσία σας
σταυρώσανε τα χέρια.
Πληθαίνουν και πληθαίνουν
τζερεμέδες διάφοροι
βρίθουν εδώ στη γη μας
κι ολόγυρά της.
Αδύνατο
να τους μετρήσεις
και να τους ξεχωρίσεις με ονόματα.
Τύποι
ταινία ολόκληρη από δαύτους
ξεδιπλώνεται
γραφειοκράτες
κουλάκοι
κόλακες
αιρετικοί
μεθύστακες ―
περνάνε και περνάνε
καμαρωτά
φουσκώνοντας τα στήθη
διάστικτα από κοντυλοφόρους
και των επαίνων τα διάσημα.
Εμείς
ασφαλώς
όλους θα τους μπαγλαρώσουμε
μα και πάλι
όλους να τους δέσεις
διαβολικά ‘ναι δύσκολο.
Σύντροφε Λένιν,
στις καπνισμένες φάμπρικες
στη γη
από τα χιόνια σκεπασμένη
κι απ’ των σπαρτών τις καλαμιές
με τη δική σου,
σύντροφε
καρδιά
και τ’ όνομά σου
σκεφτόμαστε
ανασαίνουμε
παλεύουμε και ζούμε!...»
Με τις σκοτούρες μας,
ένα σωρό,
στων γεγονότων τη δίνη
πέρασ’ η μέρα
σιγά σιγά σκοτεινιάζοντας.
Οι δυο μας στο δωμάτιο:
Εγώ
κι ο Λένιν ―
εκεί στον άσπρο τοίχο
η φωτογραφία.

ΒΛ. ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

-Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος-

[Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, εκδ. Γκοβόστη, 2011.]

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Νίκος Καρούζος - ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ


Ὡραῖος ἀπ᾿ τὴ θύελλα τῆς βιομηχανίας
ἀεροπόρος τῶν ἡλιόλουστων ἡμερῶν
μεγάλο δάκρυ
ποὺ κατεβαίνει ὡς τὰ χείλη
γιὰ νὰ καίει τὶς ἀθάνατες Μαρίες
ὁ Βλαντιμίρ.
Ἴσως ἔπρεπε πρὶν ἀπ᾿ τὴν ἔνδοξη ταφὴ
νὰ φωτίζεται μὲ προβολεῖς ὁ νεκρός του.
Ἴσως ἀξίζει νὰ τὸν βλέπουμε σὰν καταρράκτη
ἀνάμεσα στὴν ὁρμὴ τ᾿ οὐρανοῦ καὶ στὰ δάση.
Ἴσως ἔπρεπε νὰ διευθύνει κοσμοδρόμια.
Πάντως
μ᾿ ἀρέσει ποὺ ἐπίασε τὴν παλιὰ Ρωσία ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ
καὶ τὴν ἔστειλε στὸ διάβολο
θρυμματίζοντας μία κιθάρα στὸ κεφάλι της.
Μ᾿ ἀρέσει ποὺ δὲν θὰ πεθάνει ποτὲ
γιατί δὲν ξεχώρισε τὴ συμφορὰ καὶ τὴν ποίηση.
Μ᾿ ἀρέσει γιατὶ στάθηκε στὸ ὕψος του
ὁ Βλαντιμίρ.
Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔδινε στὸν Κουτούζωφ
τὴ μυστηριώδη δύναμη.
Αὐτὸς εἶναι ποὺ σκύλιαζε πραγματικὰ
γιὰ τὸ μέλλον. Αὐτὸς
ἔλαμπε στὴν κατάλευκη ὁρμὴ τοῦ Οὐλιάνωφ.
Ἀπ᾿ τὴν ἄγνωστη χαραυγή μας, ἀπ᾿ τὰ σπήλαια,
ἔτσι δείχνουν τὰ πράγματα.
Ἡ ζωὴ θὰ πρέπει νὰ προσχωρήσει μαζί του
ὁλάκερη καθὼς τὴ χάρισε στὴν καρδιὰ τῶν δικαίων.
Ἡ ζωὴ θὰ χρειαστεῖ καὶ πάλι τοὺς χαρταετούς.
Ἀπ᾿ τὸ βαρύ του φέρετρο πετάγονταν
πυροτεχνήματα ψηλὰ στὴ νύχτα
κι ἀπ᾿ τὴ βαθειὰ εἰρήνη τῆς σιωπῆς του
ἔβγαινε ὁ καπνὸς τῆς μέσα μάχης. Ἂς εἶναι λοιπόν…
Ἂς εἶναι κι ὁ Βλαντιμὶρ ἕνα σύμβολο
ἀνοιχτὸ στὴν εὐτυχία.
Δὲν ξέρω, βέβαια, τί εἶναι εὐτυχία.
Γνωρίζω ὅμως τὸν ἀγώνα γιὰ δαύτη.
Δὲν ξέρω τί κρύβει ὁ ἔρωτας.
Γνωρίζω μονάχα
πὼς εἶναι οἱ ἑξήντα τέσσερες ἄνεμοι.
Γνωρίζω πὼς εἶναι ὅλες οἱ ἀνατολὲς τοῦ ἥλιου –
τέτοια τύχη
τέτοια τύχη!


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
(Δημοσιεύτηκε στὴν «Ἐπιθεώρηση Τέχνης», τ. 146, Φεβρ. 1967, σελ. 133)
users.uoa
 

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Β.Ι.Ουλιάνοφ

Ξέρω έναν εργάτη
που γράμματα δε νογάει
Image
Δεν γεύτηκε
μήτε αλφαβήτου τ’αλάτι
Image
Όμως άκουσε κάποτε
τον Λένιν να μιλάει
Image
 κι όλα τα κατάλαβε
το μυαλό του εργάτη
Image
Άκουσα
κάποιου χωριάτη απ τη Σιβηρία
Την ιστορία
Image
σηκώθηκαν με τα ντουφέκια
πήραν τη γη
την κάρπισαν
Image
για τον Λένιν
Image
δεν είχαν δει ούτε διαβάσει ούτε ακούσει
μα λενινιστές κιόλας όλοι τους ήσαν
Image
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
Β.Ι.Λένιν (απόσπασμα)

 

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Ξελασπώστε το μέλλον!


Το μέλλον δε θα ρθεί
από μονάχο του έτσι νετο-σκετο
αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς
από τα βράγχια κομσομόλε άρπαξέ το
απ'την ουρά του πιονιέροι κι εσείς

Πόλεμος δεν είναι μόνο όπως θαρρείς εσύ
να λες ναι - ναι στα μέτωπα με βολές πολυβόλου
της φαμίλιας του σπιτικού η επίθεση
για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου

Η κομμούνα δεν είναι μια βασιλοπούλα
του παραμυθιού που λες
για να την ονειρεύεσαι τις νυχτιές
μέτρησε καλοσκέψου σημάδεψε
και τράβα βήματα τα βήματα
έστω και πάνω σε μικροζητήματα

Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός στη γη
στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα
είναι και μες στο σπίτι
στο τραπεζάκι εμπρός
στις σχέσεις στη φαμίλια
στην καθημερινή ρουτίνα

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη

Ενενήντα έξι χρόνια από τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση σήμερα, που ήταν το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός στον 20ό αιώνα. Άνοιξε το δρόμο για το πέρασμα της κοινωνικής εξέλιξης στην ανώτερη βαθμίδα της, το σοσιαλισμό, με προοπτική την αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Ενσάρκωσε τα όνειρα και τους πόθους «των κολασμένων της Γης» για την έφοδο στο δικό τους ουρανό. Ο Κόκκινος Οχτώβρης έγινε σταθμός και εφαλτήριο της δράσης και της τεράστιας προσπάθειας εκατομμυρίων απλών ανθρώπων του μόχθου, για την κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης. Ήταν το δημιούργημα της οργανωμένης πολιτικής πάλης των λαϊκών μαζών, με ηγετική δύναμη την εργατική τάξη, που, με επικεφαλής το Κομμουνιστικό Κόμμα, επιβεβαίωσε ότι η ανθρωπότητα μπήκε σε νέα ιστορική εποχή. Αυτήν που, από τις αρχές του 20ού αιώνα, φανέρωσε πως ο καπιταλισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένος ως κοινωνικοοικονομικό σύστημα που μπορεί να κινεί τις κοινωνικές εξελίξεις προς την πρόοδο, γι' αυτό και χρειάζεται αντικατάσταση περιμένοντας το νεκροθάφτη του…

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γράφει για τον Μαγιακόφσκι


ΣΑΝ ΝΑ ΚΑΛΟΥΣΕ ΦΙΛΟΥΣ σε συμπόσιο, ο Μαγιακόφσκι έθεσε ο ίδιος τους όρους για την εκτίμηση του έργου του: μετριοπαθείς, ήρεμοι, συμβιβαστικοί χαρακτήρες αποκλείονται από τη γιορτή. Έξω κι οι καθηγητές της φιλολογίας, ιδιαίτερα εκείνοι με γενάκι και γυαλάκια – ποδήλατο• έξω οι διαχειριστές κι οι ανθοκόμοι της ποίησης, δουλοπάροικοι των σαλονιών• κι όλοι όσοι δεν παθιάζονται, δε γελάνε και δεν ωρύονται σαν τον Στέντορα με το ποιοτικό απρόοπτο και την υπερβολή.

Είχε ακράδαντη πεποίθηση από μιας αρχής πως η δική του ποίηση ήταν άλλη, κάθε σύνδεση με την κοινώς εννοούμενη ποίηση την έκοψε με το μαχαίρι.

[Ο Μαγιακόφσκι είναι ως το τέλος ποιητικό φαινόμενο]

Δεν είναι αλήθεια ότι ξεκίνησε από την ποιητική ανταρσία για να καταλήξει με την πολιτική επανάσταση. Ο Μαγιακόφσκι είναι ως το τέλος ποιητικό φαινόμενο, μια φωνή σαν τη δική του η ρωσική ποίηση εκείνης της εποχής θα την έβγαζε. Θ’ απορούσαμε, αν δεν ξέραμε την ατμόσφαιρα τότε στη Ρωσία, ατμόσφαιρα ενός γενικού παροξυσμού που εξέθρεψε τα πιο ακραία όνειρα ταυτίζοντας αισιοδοξίες και ουτοπίες. Αυτά στη γενική ιστορία περνάνε και φεύγουνε, αφήνοντας πίσω ό,τι μένει σε ζημιές και κέρδη. Στην τέχνη μένουν και διαιωνίζονται κι αυτή είναι η αθανασία του Μαγιακόφσκι. Πρέπει ν’ αντέξει κανείς την ποιητική του διάνοια με όλες τις υπερβολές της, αλλιώς δεν επικοινωνούμε μ’ αυτόν τον ποιητή και θα συνεχίζουμε σήμερα να τον ανεβάζουμε κι αύριο να τον κατεβάζουμε. Θα μένουμε με την αντίληψη ότι συνόδεψε με το έργο του μια ορισμένη ιστορική περιπέτεια που άλλους κάνει να χαίρονται κι άλλους ενοχλεί και πεισμώνει. Και θ’ αφήνεται να διαφεύγει ότι με τον Μαγιακόφσκι έχουμε σε ασυνήθιστα δυναμική έκφραση μια σκληρή – σκληρότατη ανθρώπινη δοκιμασία και μέσα σ’ αυτήν σπάνια ανθρώπινη έξαρση, διαποτισμένη από καταλυτικό χιούμορ.

Να σημειώσω ακόμα ότι το ποιητικό φαινόμενο Μαγιακόφσκι δεν ολοκληρώθηκε. Έμεινε κραυγή κομμένη στη μέση. Ίσως αν προσεχτούν καλύτερα μερικές λεπτομέρειες από τις τελευταίες μέρες της ζωής του κι από τους τελευταίους του στίχους, μπορεί να συλλάβουμε κάποιους έστω τόνους δημιουργικού αδιέξοδου, αυτό μάλλον συσπείρωσε ένα σωρό περιστατικά που εκείνες τις μέρες του 1930 έρχονταν το ένα πάνω στ’ άλλο και τον έκαναν να λάβει τη μοιραία απόφαση που δεν τη σκέφτηκε για πρώτη φορά.

[Για τον Μαγιακόφσκι σήμερα δεν μιλούν]

Τώρα για τον Μαγιακόφσκι δεν μιλούν και είναι πολύ φυσικό για τις μέρες που ζούμε.

Το τελευταίο που ξέρουμε είναι ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε τη δεκαετία του 1980, «Η ανάσταση του Μαγιακόφσκι». Μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε κατά πόσο ο τίτλος δηλώνει στα ίσια τις επιδιώξεις του συγγραφέα. Το βιβλίο αυτό ενσωματώνεται στην παλαιά παράδοση των ανταγωνιστών του Μαγιακόφσκι, των αντιπάλων του που τη συνοδεύει ένα κοινό γνώρισμα, μια πανομοιότυπη τακτική: επιστρατεύεται η λογική ν’ αντιβγεί στην ποίηση. Ο συγγραφέας Γιούρι Καραμπτσιέφσκι πρέπει να ήξερε καλά το έργο του Μαγιακόφσκι και την ατμόσφαιρα εκείνα τα χρόνια. Με τον Μαγιακόφσκι θα μεγάλωσε κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι της ηλικίας του. Διαβάζεται στο βιβλίο του η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων που μπούχτισαν από τις υπερβολικές εκτιμήσεις και τη δημοτικότητα του Μαγιακόφσκι – πολιτική στην ουσία, για να ‘μαστε δίκαιοι- κι αισθάνονται την ανάγκη ν’ απελευθερωθούν. Με αυτό συνδέονται οι καλές πλευρές του έργου του και μπορούν σε κάτι να σημαίνουν και απελευθέρωση του ίδιου του Μαγιακόσφσκι από εκείνη τη μάστιγα.

Το βιβλίο αρχίζει έτσι:
«Σήμερα τον Μαγιακόφσκι, καλύτερα μην τον αγγίζουμε. Γιατί όλα είναι προσιτά, μα τίποτα δεν κατανοούμε. Ό,τι να πεις για τον Μαγιακόφσκι, ό,τι εκτιμήσεις να κάνεις, τον δοξάζεις, τον αρνιέσαι, τον βάζεις κάπου ανάμεσα, αισθάνεσαι ότι παραβιάζεις ανοιχτές πόρτες και μπαίνοντας μέσα δεν αγκαλιάζεις παρά τον αέρα. Μοιρασμένος χίλια κομμάτια είναι παντού μαζί μας, είτε έτσι τον πάρουμε είτε αλλιώς – πανταχού παρών. Αλλά η κάθε προσπάθεια να μιλήσεις ή ν’ αξιολογήσεις πέφτει στο κενό, πάντα θα μείνουμε με την αίσθηση ότι παραλείψαμε το πιο σπουδαίο.»

Αυτά θα είχαν ακόμα μεγαλύτερη αξία, αν ο συγγραφέας ολοκλήρωνε λέγοντας πως ο Μαγιακόφσκι είναι άπιαστος, αλλά στη λογική, και είτε τον δοξάζεις μ’ αυτήν είτε τον ξεδοξάζεις ο ποιητής κρατεί το προνόμιό του να ζει και να βασιλεύει πέραν της λογικής.

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Το Μετρό της Μόσχας αναβιώνει την αβανγκάρντ ποίηση του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι


Με αφορμή τα 120 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή της αβάνγκαρντ, Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, εγκαινιάζεται σήμερα ένας νέος συρμός στο μετρό της Μόσχας, αφιερωμένος στη ζωή και το έργο του μεγάλου καλλιτέχνη.Τα βαγόνια του τρένου καλύπτονται από τους στίχους του Μαγιακόφσκι και πόστερ που ζωγράφισε ο ίδιος τη δεκαετία του 1910. Ο σχεδιασμός υλοποιήθηκε από το μετρό της Μόσχας και το Μουσείο του Μαγιακόφσκι.
 
Το τρένο θα λειτουργεί στη γραμμή Φιλιόφσκαγια του μετρό της Μόσχας μέχρι τις 31 Ιουλίου 2013. Υπάρχει επίσης μια στάση του μετρό της Μόσχας, που φέρει το όνομα του ποιητή και η οποία εγκαινιάστηκε το 1938.
πηγή: Η Ρωσία Τώρα μέσω Disdaimona
Το σχετικό βίντεο (ενεργοποιείστε ελληνικούς υπότιτλους):
 
                                              Το είδα στον  fadomduck2

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

«Διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου, διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει…»




Εμείς
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,

Εμείς,
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,

Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ’ οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Όμηρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.

Εμείς,
καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

………………………………………………..


Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.

Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.

Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ’ είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.

Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά του νέφους των δακρύων
έχω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.

Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξερριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ’ έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ


Απόσπασμα από το ποίημα ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ.
Απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ρίτσος.
Από το βιβλίο ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 1981.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

ΒΛ. ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ - Ο δειλός


Προσεκτικά μαύροι και ξανθοί
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι, στον ίσκιο, παράμερα,-
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη από ήρωες χώρα.
Κάθε διευθυντής για το δειλό είναι κανόνι.
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει στο γιακά του.
Κολλάει στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ πίσω από τη διαταγή…
να μπορούσα να κρυφτώ πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις αν είναι άντρας ή ψάρι-
λέξη τσάμπα κανείς δεν μπορεί να του πάρει.
Που να βάλει σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην έχω την ευθύνη…»
Αυτί ένα μέτρο –καθόλου πιο λίγο-
στους διευθυντές ξοπίσω τρέχει,
τη γνώμη τη δική τους ν’ ακούσει,
και αύριο πρώτος να την έχει.
Αν όμως ο ανώτερος γνώμη αλλάξει,
εκείνος θ’ αφομοιώσει τη γνώμη του ανωτέρου:
-Γνώμη είναι δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό να τη χάσεις.-
Κλέψτε, σφάξτε κοντά του,
δεν θ’ ακούσει μήτε κλάμα μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά είναι μικρή-
εγώ αυτός καθεαυτός δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι γεμάτο νερό,
σαν νεροχύτης ειμ’ εγώ».
Ο δειλός τυλίγεται με χαρτόνια και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;! Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου δεν βγει; Κι αν με καλύψουν ξαφνικά;
Κι αν ξάφνου κάνω γκάφα μεγάλη;»
Μέρα τη μέρα δένει λεπτά
τα δεσμά των πιο παράξενων γάμων-
δένει το λιοντάρι με τα’ αρνί
με τη γάτα το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα την καρδούλα ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα-άπειρες.
Των λεωφορείων ο τροχός τον τρομάζει
και οι ανώτεροι, και η γυναίκα του, και η γρίπη.
Το συνδικάτο, ο δήμος, όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο, η αστυνομία, τα δάση,
τα σκυλιά, ο καιρός, το κουτσομπολιό, ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.
Τρέμει και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο τη νύχτα τον τσακίζει…
Σύντροφε τι τρέμεις;
Τι συμβαίνει λοιπόν;
Στο ενυδρείο θέλεις να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί, να υπάρχει
θάρρος, θάρρος, και άλλη μια φορά-
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.       


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
«ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ» 36-38, 10-12/1986 (Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός)

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ – Για το κάθαρμα




Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!

Όμως,
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.

Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστισμός.

(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).

Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,
γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.

Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που απ’ το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!»
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;»

Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται.
Και κάτω από την οροφούλα
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.

Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!»

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

(Μετάφραση Χρήστος Τρικαλινός - «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ» τ. 36-38, Οκτ.-Δεκ. 1986)

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ - Σύννεφο με παντελόνια




Την σκέψη
στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται,
σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο
με την καρδιά κουρέλι ματωμένο θα ερεθίσω˙
χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος και καυστικός.
Ούτε μια γκρίζα τρίχα δεν έχω στην ψυχή,
μήτε των γηρατειών την στοργή!
Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
έρχομ' όμορφος,
στα εικοσιδυό μου χρόνια.
Τρυφεροί μου!
Αφήστε τον έρωτα στα βιολιά.
Είναι βάρβαρο στα τύμπανα να μένει.
Και δεν μπορείτε να φέρετε τα πάνω κάτω όπως εγώ,
ώστε να μείνουν μόνο τα χείλη.
Ελάτε να μάθετε -
απ' το βελούδινο σαλόνι
του τάγματος των αρχαγγέλων το πρωτόκολλο
που ήρεμα τα χείλη ξεφυλλίζει
όπως η μαγείρισσα το βιβλίο των συνταγών.
Πηγαίνετε -
Η σάρκα πάει να με τρελάνει
-κι όπως αλλάζει χρώμα ο ουρανός-
Πηγαίνετε -
θα είμαι άψογα τρυφερός,
δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια!
Πώς η ολάνθιστη Νίκαια υπάρχει δεν πιστεύω!
Και πάλι θα υμνήσω
τους αραχτούς σα νοσοκομεία άντρες
και τις παλιές σαν παροιμίες γυναίκες.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

(μετάφραση: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης)

Από εσωτερική ανάγκη ορμώμενος: Ένα από τα πρώτα βιβλία που αγόρασα, με λεφτά από τα πρώτα μου μεροκάματα, σε ηλικία 14 χρόνων ήταν το  «ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΗ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ», 13η έκδοση, με πρόλογο και απόδοση του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ.
Ένα βιβλίο που δεν έβαλα απλά στο ράφι της βιβλιοθήκης μου, μα έζησα μαζί του πολλές σημαντικές -για μένα- στιγμές. Το «σύννεφα με παντελόνια» είναι ίσως το πιο αγαπημένο μου ποίημα του Β.Μ. Το γνώρισα, το διάβασα, το απήγγειλα, με ταξίδεψε, όπως τυπώθηκε στο χαρτί από την απόδοση του Γ.Ρ. Ο Ρίτσος και αυτό το βιβλίο του «Κέδρου» «ευθύνονται» που μετά τον ίδιο, αγάπησα και τον Μαγιακόφσκι.

Δεν έχω μεταφραστικές γνώσεις (πως θα μπορούσα άλλωστε) και δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσοι και ποιοι μετέφρασαν Μαγιακόφσκι στα Ελληνικά, ποιοι τα κατάφεραν καλά και ποιοι λιγότερο. Μπορώ όμως να καταλάβω ποια είναι η διαφορά μιας απλής (έστω καλής) μετάφρασης από το μεγαλείο μιας  απόδοσης ενός μεγάλου ποιητή  από έναν επίσης μεγάλο. Έτσι κι αλλιώς, η απόδοση του Ρίτσου είναι η πιο σημαντική για μένα, για τους λόγους που προανέφερα.

Στην ανάρτηση λοιπόν, διάλεξα μια διαφορετική μετάφραση του ποιήματος, όχι σαν καλύτερη του Ρίτσου, απλά μια όχι συνηθισμένη, έχοντας κατά νου, στο μέλλον, και άλλες αναρτήσεις Μαγιακόφσκι σε απόδοση Ρίτσου. Όμως το σχόλιο του φίλου Anise με «υποχρεώνει» να προσθέσω, τώρα εδώ, και την  απόδοση του Γιάννη Ρίτσου, όπως μας τη μετέφερε ο ίδιος, και τον ευχαριστώ:


    "Τη σκέψη σας που νείρεται
    πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
    σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
    σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
    εγώ θα την τσιγκλάω
    επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
    Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
    ως να χορτάσω χλευασμό.

    Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
    κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
    Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
    ωραίος τραβάω, τραβάω
    εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

    Εσείς οι αβροί!
    Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
    Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
    Όμως εσείς,
    θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
    τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
    έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
    Ελάτε να σας δασκαλέψω,
    εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
    εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
    κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
    σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

    Θέλετε
    θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
    -κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
    θέλετε-
    θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
    -όχι άντρας πια, μα σύννεφο με παντελόνια."

(απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
 

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ



Όταν ο ήλιος θ' ανατείλει
σαν καλοθρεμμένος κάπρος
σ' ένα μέλλον δίχως αναπήρους και ζητιάνους
εγώ θα 'χω πεθάνει στην ψάθα
μαζί μ' άλλους δυο τρεις του σιναφιού μου.
Συντάξτε από τώρα
τον μεταθανάτιο ισολογισμό μου!
Το βεβαιώνω και ξέρω πώς δεν πέφτω έξω:
απ' όλους αυτούς
τους σημερνούς καταφερτζήδες
αυτούς που γλείφουνε ποδιές και πλένε στα λεπτά
μονάχα ‘γω θα μείνω βουτηγμένος μες στα χρέη.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

(μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου)