Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "οι ποιητές διαβάζουν". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "οι ποιητές διαβάζουν". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Αντί να φωνασκώ… (Μαν. Αναγνωστάκης)


Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).  
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Το ναυάγιο


(Σαν σήμερα, στις 9 Μάρτη του 1925, γεννήθηκε ο Μανόλης Αναγνωστάκης.)

Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοί γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε —ψηλά ψηλά—
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

(Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 3)

Ο ποιητής διαβάζει το Ναυάγιο:


Το ποίημα μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη και περιλαμβάνεται στο δίσκο «Μπαλάντες». Ερμηνεύει ο Πέτρος Πανδής:

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ο Μαν. Αναγνωστάκης διαβάζει Γ. Κοτζιούλα


Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει το ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ στην εκπομπή «Φιλολογικοί περίπατοι στο Μεσοπόλεμο» (Μανόλης Αναγνωστάκης και Γιώργος Ζεβελάκης, Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, 5/9/1988). Το ποίημα εκδόθηκε το 1938 με τη συλλογή ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ και περιλαμβάνεται στον πρώτο τόμο των απάντων του Γιώργου Κοτζιούλα που επανεκδόθηκαν μόλις χτες  (μετά από 57 χρόνια) από τις εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ. Πηγή βίντεο: dimart2012


ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά το κέφι
που είν’ απαραίτητο δεν έρχεται ποτές.
Η κακοπέραση κατόπι καταστρέφει
κάτι στιγμές, που τις θαρρώ ξεχωριστές.

Θα σας μιλούσα και για τη βασανισμένη
ζωή μου, για τα χρόνια τα φοιτητικά.
Θα σε φανέρωνα κι εσένα, τότε, Ελένη,
μ' όσα δεν είπα σε κανένα μυστικά.

Οι νέοι που γράφουν δεν διαβάζονται και τόσο.
Πρέπει να φτάσεις τα πενήντα ν' ακουστείς.
Μα εγώ ώς τα τότε πώς αλλιώς θα ξαλαφρώσω
που δε μ' αρέσει πια να λέγομαι ποιητής;

Δεν υποφέρονται άλλο οι στίχοι οι κουδουνάτοι
αυτά σου τα μαθαίνουν κι οι στιχουργικές.
Είμαστε σύμφωνοι, αναγνώστη ανοιχτομάτη:
πρέπει να λείψουν οι συνήθειες οι κακές.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Στο παιδί μου…

“Κλέφτης Ποδηλάτων” του Βιτόριο Ντε Σίκα


Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


(Από την συλλογή «Ο στόχος», 1970)

Διαβάζει ο ποιητής:

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

(Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος) - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: Καμιά φορά




Κατερίνα Γώγου: Καμιά φορά

Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σίγα σιγά και μπαίνεις.
Φοράς άσπρο κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια.
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις.
Έχω μείνει στη θέση που μ’ άφησες
για να με ξαναβρείς.
Όμως πρέπει να ΄χει περάσει πολύς καιρός
γιατί τα νύχια μου μακρύνανε
κι οι φίλοι μου με φοβούνται.

Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες
έχω χάσει την φαντασία μου
κι όταν ακούω «Κατερίνα» τρομάζω.
Νομίζω πως πρέπει να καταδώσω κάποιον.

Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον
που λέγανε πως είσαι συ.
Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,
γιατί γράψανε πως σου ρίξανε στα πόδια.
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο στόχος,
το νου σου ε;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Στο βίντεο ακούγεται η ποιήτρια:

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε…




Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
είσαι ένα άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·
εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
κάποιοι –αναπόφευκτα- στα χείλη τους θα σε προφέρουν
οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Διαβάζει ο ποιητής:


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Η αγάπη είναι ο φόβος...




Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίξει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους που μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μια στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μιαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι, εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα

Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών
Επαίτες μια άλλης ζωής, της στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα  απρόσιτη τα σάπια όνειρά τους
Γιατί η σιωπή μας είναι ο ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ



Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τάσος Λειβαδίτης – ΑΣΦΑΛΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ


Στη μνήμη των αδελφών μου Ντίνου, Μίμη και Αλέκου

Κι επειδή τα οικονομικά μου πήγαιναν όλο και στο χειρότερο, άρχισα να γίνομαι εφευρετικός : κατέβαινα, λόγου χάρη, στο υπόγειο όπου βρισκόταν ένα παλιό χαλασμένο ρολόι, το έβαζα στην πιο κρίσιμη ώρα και περίμενα - κι ας είναι ευλογημένο τ' όνομα του Θεού, ποτέ δεν έπεσα έξω, ύστερα, υπερήφανος, πήγαινα στο οινομαγειρείο, όπου ο ατμός απ' τις κατσαρόλες με γέμιζε θρησκευτικές σκέψεις, συνωστιζόταν ο φτωχόκοσμος, μέθυσοι με ποδοπατημένα καπέλα, λόγια χιλιοειπωμένα σαν τις εποχές, ώσπου, τέλος, πιωμένος, έπαιρνα από πίσω κάποιον απ' τους νεκρούς μου κι έτσι έβρισκα πάντα το σπίτι μου.

Μια νύχτα θα κάνουμε μία μεγάλη σκέψη αλλά δεν πρέπει να την πούμε πουθενά, είναι η μόνη δικαιοσύνη. Ύστερα θα βγούμε στους δρόμους, θα βρέχει και η βροχή έχει και εκείνη την ιδιωτική της ζωή, ενώ εμείς δεν είχαμε. Θα αργοπορήσουμε μπροστά σε ένα φαρμακείο, μιας και είμαστε θνητοί και αφού οι ουρανοί γνωρίζουν την αθωότητα μας. Τέλος όπως θα ξημερώνει θα χτυπήσουμε την πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δεν θα μας γνωρίζει. Είναι απίστευτο σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. Αντίο λοιπόν, ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας και ας προσπεράσουμε βιαστικά το τέλος μίας εποχής.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Διαβάζει ο ποιητής: