Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΩΤΗ Μέλπω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΩΤΗ Μέλπω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Εκδήλωση - αφιέρωμα στη Μέρα της Γυναίκας: «Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μέλπω Αξιώτη: Για τη γυναίκα»


Με θέμα «Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μέλπω Αξιώτη: Για τη γυναίκα», η ΚΕ του ΚΚΕ πραγματοποιεί την ερχόμενη Κυριακή 20 Μάρτη, στις 11 π.μ., εκδήλωση - αφιέρωμα στη Μέρα της Γυναίκας. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα Συνεδρίων της ΚΕ, στον Περισσό. Το αναλυτικό πρόγραμμα της εκδήλωσης έχει ως εξής:

«Σύμπτωση», ποίημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1939).

«Γυναίκες», νουβέλα - αποσπάσματα, Γαλάτεια Καζαντζάκη (1933).

Εμβόλιμο τραγούδι «Καρτερούσα τον έρωτα» 1922 (Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ανδρέας Α. Αρτέμης).

«Αμαρτωλό ή ναυάγιο» (1931), τραγούδι (Γαλάτεια Καζαντζάκη, Γιάννης Σπανός).

ΕΙΣΗΓΗΣΗ, Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Πολιτισμού.

«Κρίσιμες στιγμές», διήγημα - αποσπάσματα, Γαλάτεια Καζαντζάκη (1952).

ΕΙΣΗΓΗΣΗ, Αριστούλα Ελληνούδη, κριτικός θεάτρου, δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη».

«Δύσκολες νύχτες», μυθιστόρημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1938).

«Θέλετε να χορέψομε Μαρία;», νουβέλα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1940).

«Το ξύπνημα της Ελληνίδας», από το «Ελληνίδες φρουροί της Ελλάδας», χρονικό - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1945).

ΕΙΣΗΓΗΣΗ, Αννεκε Ιωαννάτου, διδάκτορας Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης.

«Εικοστός Αιώνας», μυθιστόρημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1946).

«Κοντραμπάντο», ποίημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1959).

Την αφήγηση των αποσπασμάτων θα πραγματοποιήσουν οι ηθοποιοί Ηλιάνα Μαυρομάτη, Ηρα Ρόκκου και Δημήτρης Αντωνιάδης. Σύνθεση, ενορχήστρωση - διασκευή τραγουδιών, διεύθυνση ορχήστρας: Φίλιππος Παχνιστής. Μουσική ερμηνεία: Ροδάνθη Κασκαφέτου (τραγούδι), Ερση Φτούλη (τραγούδι), Αλέξανδρος Καμπουράκης (ακορντεόν), Φίλιππος Παχνιστής (πιάνο), Νίκος Σαρρής (τρομπέτα), Δημήτρης Χριστοδουλόπουλος (κιθάρα).

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Μέλπω Αξιώτη, «Ο λαός είναι ο μέγας δάσκαλος»

Η Μέλπω Αξιώτη μπορούσε και ήξερε να μεταβάλλει «την οδύνη, την παρεξήγηση, τη μόνωση σε κατανόηση, δύναμη αποδοχής και ομορφιά. Θα λεγα δηλαδή σε ουσία ζωής», όπως έλεγε ο φίλος της Γιάννης Ρίτσος και συνέχιζε ότι με τα έργα της «περνοδιαβαίνει ανεμπόδιστα από το χθες στο σήμερα, απ' το σήμερα στο αύριο - όλο σ' ένα μακρύτερο αύριο...».

Ολότελα ξεχωριστή, προσωπική, «ριζοσπαστική» θεματολογικά και μορφολογικά η γραφή της. Στο λεξιλόγιό της χρησιμοποιεί μια αυθεντική λαϊκή γλώσσα, τους ιδιωματισμούς της Μυκόνου, αλλά και λέξεις ναυτικών. Σε πολλά έργα της κυρίαρχο ρόλο παίζουν η μνήμη, η χειμαρρώδης αφήγηση, τα συνεχή άλματα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Ποια ήταν η Μέλπω Αξιώτη

«Ο πάπους μου μέχε μάθει ν' αγαπώ το λαό, πως ο λαός είναι ο μέγας δάσκαλος κι έχει απέραντους θησαυρούς και μεγάλη σοφία, είχε γράψει κι ο ίδιος πολλά μυκονιάτικα διηγήματα γεμάτα αγάπη για το φτωχό κόσμο κι ήταν ο πρώτος που έκαμε γνωστή στην Ελλάδα τη ρούσσικη φιλολογία με μεταφράσεις στη δημοτική του Πούσκιν, Λέρμοντοφ, Τολστόι. Ο πατέρας μέχε μάθει ν' αγαπώ τη Ρωσία, όπου εκεί είχε γεννηθεί κι ο ίδιος και μεγάλωσε. Τον αγαπούσα λοιπόν το λαό, την αγαπούσα και τη Ρωσία, και σίγουρα ότι εκείνες οι δυο αγάπες μαζί, μέχανε πάει εμένα πια ίσαμε το ΚΚΕ. Είχα δηλαδή κάμει νερά, είχα φύγει απ' την τάξη μου...».

Αυτά έγραφε το 1953 σε αυτοβιογραφικό της κείμενο, με τίτλο «Ο παππούς μου».

Γεννήθηκε το 1905 στην Αθήνα. Πατέρας της ο Μυκονιάτης μουσικοσυνθέτης Γιώργος Αξιώτης, μητέρα της η αριστοκράτισσα Καλλιόπη Βάβαρη. Οι γονείς της χωρίζουν και η Μέλπω μεγαλώνει στη Μύκονο μαζί με τον πατέρα της. Τελειώνει το Σχολαρχείο στη Μύκονο και το 1918 μπαίνει εσώκλειστη στις Ουρσουλίνες της Τήνου. Το 1922 έρχεται στην Αθήνα και ζει με τη μητέρα της. Το 1925 παντρεύτηκε τον δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη, με τον οποίο έζησε τέσσερα χρόνια στη Μύκονο.

Το 1933 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο των Γραμμάτων. Το 1936 εντάσσεται στο ΚΚΕ. Το 1938 κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα, «Δύσκολες νύχτες». Τιμήθηκε με το Α' βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Κατά την προπολεμική περίοδο, ήρθε σε επαφή με αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους και γνωρίστηκε με τους Νίκο Εγγονόπουλο, Νίκο Καββαδία, Γιώργο Σεφέρη και άλλους.

Στα χρόνια της Αντίστασης

Στη διάρκεια της Κατοχής εντάσσεται στο ΕΑΜ, στην Εθνική Αλληλεγγύη και γράφει για ΕΑΜικά έντυπα. Ηταν στη Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας «Σοβιετικά Νέα», με επικεφαλής από την Επιτροπή Πόλης της ΚΟ Αθήνας την Ηλέκτρα Αποστόλου. «Μέσα στην τοτινή παρανομία όλοι δουλεύανε στα κρυφά. Ο καθένας δεν ήξερε παρά μόνο τι έκανε ο ίδιος και μερικοί που του 'τυχε να τους συναντήσει στην πορεία του. Οι λογοτέχνες είχανε δυο βασικούς τομείς όπου κινιούνταν: τον παράνομο Τύπο και την οργάνωση του ΕΑΜ Λογοτεχνών».

Τα χρόνια αυτά δίνουν ώθηση και στην καλλιτεχνική παραγωγή, για να αποτυπώσει αυτές τις ιστορικές στιγμές. Μάχες, μπλόκα, εκτελέσεις, μεγάλες διαδηλώσεις αποτυπώνονται σε πλήθος λογοτεχνικών, εικαστικών, θεατρικών έργων. Η Μέλπω συμμετέχει και αυτή στην προσπάθεια να «καταγραφεί» η σύγχρονη ιστορία του τόπου μας και να υμνήσει τον αγώνα του λαού. Ο τόμος «Χρονικά» περιλαμβάνει τα κείμενα αυτής της περιόδου και συγκεκριμένα: «Απάντηση σε 5 ερωτήματα», «Πρωτομαγιές 1886 - 1945», «Οι Ελληνίδες φρουροί της Ελλάδας», «Αθήνα 1941 - 1945». Χαρακτηριστικά, το βιβλίο «Απάντηση σε 5 ερωτήματα» βγήκε τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης και εξαντλήθηκαν τα 11.000 αντίτυπα μέσα σε 30 μέρες.

«Μες στη φωτιά του αγώνα, ο κόσμος είχε μάθει να διαβάζει. Μέσα σ' εκείνα τα γραφτά έβρισκε τη δικιά του γλώσσα που την καταλάβαινε, κι έβρισκε και τα ζητήματα που ποθούσε να βρει. Κι ο λογοτέχνης από τη μεριά του μες στην παρανομία είχε διδαχτεί τώρα κάποιους κανόνες της τέχνης του, τους είχε μάθει και χωρίς να ξέρει πως ήτανε κανόνες της τέχνης». Τα κείμενα αυτής της περιόδου είναι κείμενα επικαιρικά, που ξεπερνούν όμως την εποχή που γράφτηκαν. Οι ήρωές της είναι οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, που μάχονται για τη ζωή και το μέλλον...
Η αναγκαστική ξενιτιά

Το 1947 διωκόμενη καταφεύγει στο Παρίσι. Στη Γαλλία γνωρίζεται με τους κομμουνιστές δημιουργούς Λουί Αραγκόν, Πωλ Ελυάρ, Πάμπλο Νερούντα και Πάμπλο Πικάσο.Το μυθιστόρημα «Εικοστός αιώνας», που είχε γράψει το 1946 και θεωρείται το πιο άρτιο και αντιπροσωπευτικό έργο της, μεταφράζεται στα γαλλικά, γνωρίζει μεγάλη απήχηση και σημαίνει την πανευρωπαϊκή της καταξίωση.

Επειτα από διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης, απελαύνεται από τη Γαλλία και εγκαθίσταται στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Το 1951 συμμετέχει στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, όπου γνωρίζει τον Ναζίμ Χικμέτ.

Το 1952 πάει στη Βαρσοβία και εργάζεται σε ελληνική εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού. Το 1955 εκδίδεται από τις «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις» το έργο «Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας», όπου γράφει για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό: «Δεν περιορίζεται μόνο να περιγράφει σωστά, μα έχει κι άλλο χρέος και μια τεράστια αποστολή: Διαπλάθει και διαπαιδαγωγεί χαρακτήρες και προσωπικότητες. Εξηγεί και συγκρίνει. Βγαίνει μες από το παρελθόν για να μπει μες στο μέλλον, και το προβλέπει το μέλλον κι αν ακόμα δε φαίνεται ολούθε πεντακάθαρο, και το βοηθά να 'ρθει μια ώρα αρχύτερα...».

Το 1956 επιστρέφει στη Λαοκρατική Γερμανία, όπου έως το 1964 διδάσκει σε πανεπιστήμιο Νέα Ελληνικά και Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Το 1965 επαναπατρίζεται στην Ελλάδα. Γράφει τα έργα «Το Σπίτι μου» και «Η Κάδμω». Στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, καθώς και σοβαρά προβλήματα υγείας. Τη φροντίζουν λίγοι φίλοι, ανάμεσά τους και ο Γ. Ρίτσος. Πέθανε το Μάη του 1973.

Αυτή ήταν η Μέλπω Αξιώτη, που γι' αυτήν «η τέχνη πριν γίνει τέχνη ήταν κι αυτή ζωή». Και έζησε μαζί με όλες τις ηρωίδες της, γιατί όπως έλεγε και στην Κάδμω, «ίσως αυτό είναι που σου άρεσε και μεταμορφωνόσουν. "Η μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας". Και τότε γινόσουν η Αννα, η Κάδμω, η Ισμήνη, η Ανώνυμη... Για να υπάρχεις μέσα στον κόσμο. Για να σ' ακούν να μιλάς οι άνθρωποι»...

Α. Π.
Ριζοσπάστης, 12-13 Μάρτη 2016

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ο "ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ" – Άρθρο της Μέλπως Αξιώτη για τον Θέμο Κορνάρο, στα «Γαλλικά Γράμματα» (1947)



Το γαλλικό φιλολογικό περιοδικό «Γαλλικά Γράμματα» δημοσιεύει σ’ ένα από τα τελευταία φύλλα του (4-7-1947) την γνωστή ανοικτή επιστολή του Έλληνα λογοτέχνη Θέμου Κορνάρου, από τις φυλακές Μεσολογγίου. Η ανοικτή αυτή επιστολή, που απευθυνόταν στην Ιερά Σύνοδο, στην Ακαδημία Αθηνών, στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών κλπ, έχει δημοσιευθεί πριν από αρκετόν καιρό στον ελληνικό τύπο και είναι γνωστή. Πλάι στην επιστολή τα «Γαλλικά Γράμματα» δημοσιεύουν και ένα άρθρο της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο ειδικά για τον Κορνάρο. Είναι αρκετά χαρακτηριστικό για την προσωπικότητα και την αγωνιστική δράση του Έλληνα συγγραφέα, που βρίσκεται σήμερα στις φυλακές – αιχμάλωτος του μεταδεκεμβριανού κράτους.

Στις αρχές του αιώνα μας σ’ ένα χωριουδάκι πάνω στα κρητικά βουνά, νότια της Ελλάδας, ζούσε ένα αγοράκι, που το λέγανε  Θ έ μ ο  Κ ο ρ ν ά ρ ο.  Όνομα όπως και κάθε άλλο της περιοχής. Η οικογένειά του ήτανε φτωχή. Ντύναν τ’ αγόρι κοριτσίστικα με τα φουστάνια των αδερφάδων του που στο μεταξύ μεγάλωναν. Ντρεπόταν πολύ γι’ αυτό. Καρφίτσωνε το φουστάνι του ανάμεσα στις γάμπες του για να το κάνει σαν παντελόνι, θέλοντας να ΄ναι άντρας.

Όλα τα πράγματα μεγαλώνουν γρήγορα στους μεσημβρινούς τόπους και μαζί μεγάλωνε κι ο Θέμος. Αγάπησε μια κοπελλίτσα πλούσια κι όμορφη σαν τον ήλιο, μα κείνη δεν τον ήθελε, γιατί ήταν ένας φτωχός. Ο Θέμος τότε πήρε τους μεγάλους δρόμους του κόσμου. Πουλούσε τσιγάρα στα λιμάνια, δούλευε στα μεταλλεία, γίνηκε τυπογράφος και ναύτης. Πήγε ως τις Ινδίες.

Μια μέρα έμαθε πως κείνη που αγαπούσε αρρώστησε βαριά. Έτρεξε στην Κρήτη να τη δει: Τούπανε πως ήταν κλεισμένη στη Σπιναλόγκα. Πήγε κει, την κύτταξε, μα δεν την αναγνώρισε: τ’ ωραίο της πρόσωπο είχε πια καταφαγωθεί από τη λέπρα. Τότε ο Θέμος έγραψε ένα βιβλίο: «Οι λεπροί της Σπιναλόγκας». Ήταν ένα πολύ όμορφο βιβλίο, που συντάραξε μερικούς και σ’ άλλους έδωσε ελπίδες. Γιατί ο καθένας μπορεί ν’ αρρωστήσει, αλλά κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μεταχειρίζεται τόσο φριχτά ένα άρρωστο όσο γίνεται στη Σπιναλόγκα. Είναι ένας ξερός, ξεμοναχιασμένος βράχος ανάμεσα στα κύματα κι όπου δε φυτρώνει μήτε κλαράκι πράσινο.

Ο Θέμος δεν έβρισκε πια ανάπαυση και πήγε να δει τους παπάδες. Πήγε στο μοναστήρι των ασκητάδων του Άγιου Όρους. Όταν κατέβηκε από κει έγραψε ένα άλλο βιβλίο, «Το Άγιον Όρος». Τη φορά τούτη το βιβλίο έκαμε πάταγο, γιατί ο καθένας μπορεί νάναι θερμός ζηλωτής της θρησκείας του, αλλά είναι σοβαρή πράξη να δημιουργείς μέσα σε μοναστήρια εστίες αίσχους. Η Εκκλησία απαγόρευσε το βιβλίο.

Στα 1936 η φασιστική δικτατορία εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Ανάμεσα στις χιλιάδες των πολιτών που φυλακίστηκαν βρισκόταν κι ο Θέμος. Δεν του επιτρέπανε να γράφει στο κελλί του. Αλλά κράτησε το μνημονικό του.

Στα 1941 οι ξένοι φασίστες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Ο Θέμος έγραφε τότε στον παράνομο τύπο.

Βάλθηκε επίσης να μαζεύει όπλα. Τα περνούσε στους αντάρτες της Αθήνας. Και καθώς είχε το κέφι και το ειρωνικό πνεύμα του Κρητικού, χαιρετούσε πάντα την παρέα του με το: Γ ε ι α  σ ο υ  κ ο υ μ π ά ρ ε. Οι αντιστασιακοί τον ξέρανε πια μ’ αυτό το όνομα. Ύστερα χαφιέδες τον κατάδοσαν.

Στα κάτεργα της οδού Μέρλιν τον κρέμασαν ανάποδα, τα μπράτσα του παράλυσαν, αλλά μια ακόμη φορά κράτησε το μνημονικό του.

Στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, στα περίχωρα της Αθήνας ο «κουμπάρος» κρατήθηκε ως τις παραμονές της απελευθέρωσης.  Στην Ελλάδα η Απελευθέρωση βάσταξε μόνο 52 μέρες. Από τις 12 Οκτωβρίου ως τις 3 Δεκεμβρίου 1944. Στις λίγες τούτες μέρες ο Θέμος μόλις πρόφτασε να γράψει ένα μεγάλο βιβλίο αφιερωμένο στην ανάμνηση της πείρας του: Το «Στρατόπεδο του Χαϊδαριού», βιβλίο σημαντικώτατο για τους ιστορικούς εκείνους καιρούς. Ο Θέμος αναδείχτηκε ένας από τους καλύτερους και λαοφιλέστερους συγγραφείς της χώρας του.

Το πρωί της 3 Δεκεμβρίου 1944 ξανάρχισε ο πόλεμος κατά των Ανταρτών της Αθήνας.  Την 6 του ίδιου μήνα ο συγγραφέας Κορνάρος πιάστηκε από την ελληνική εθνοφυλακή. Στο νέο στρατόπεδο συγκέντρωσης, κοντά στο αλίπεδο του Φαλήρου ο «κουμπάρος» βρισκόταν υπό φρούρηση των αγγλικών φορητών μυδραλλιοβόλων. Του αρνιόντουσαν έστω και μία κουβέρτα για να κοιμηθεί χάμω. Ύστερ’ από ένα μήνα τον παράδωσαν στην ελληνική χωροφυλακή. Τον κλείσαν στο μπουντρούμι εφτά μήνες. Ύστερα λευτερώθηκε.

Η πέννα του δεν είχε παρά να μεταφέρει τα στοιχεία που η ζωή του, κάτω από το απαίσιο βάρος της κατοχής τούχε δώσει. Ο Θέμος έγραψε ένα μικρό φυλλάδιο για ένα Έλληνα επίσκοπο. Του κάμαν δίκη. Το μικρό του φυλλάδιο, είχε λίγες σελίδες, μα τα στοιχεία που παρουσίασε στο δικαστήριο για να δικαιολογήσει κάθε φράση του γραπτού του κατά του δοσίλογου, ζύγιζαν 16 οκάδες. Η δίκη γίνηκε το φθινόπωρο του 1946 κι ο «κουμπάρος» καταδικάστηκε σε δύο χρόνια και μία μέρα φυλακή. Η παραπανίσια μέρα στα δύο χρόνια, εμποδίζει, κατά τους ελληνικούς νόμους, την εξαγορά της ποινής.

Για λίγους μήνες θα μπορούσατε να βρήτε τον κατάδικο στη φυλακή του Μεσολογγιού – την ίδια εκείνη πόλη που στα 1826 οι κάτοικοί της επιχείρησαν την ιστορική «έξοδο» και σκοτώθηκαν ως τον τελευταίο, παρά να υποφέρουν το ζυγό της μουσουλμανικής κατοχής. Θα μπορούσατε να τον βρήτε ύστερα σε μια φυλακή του Πύργου, στην Πελοπόννησο. Δεν ξέρω όμως τη στιγμή τούτη σε ποια φυλακή θα τον βρίσκατε.

Αλλά μπορεί να μην έχετε μήτε την παραμικρότερη καν ιδέα αυτής της παράδοξης ιστορίας μήτε νάχετε δει κείνα τα χέρια τα παραλυμένα, μήτε νάχετε ακούσει τη φωνή εκείνη από το βάθος εκείνων των κατέργων να σας φωνάζει: κουμπάρε. Διαβάστε τουλάχιστο το τελευταίο του μήνυμα σαν ανθρώπου και σαν συγγραφέα.

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ


Εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», αρ. φυλ. 43, 11 Αυγούστου 1947

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ - Το τραγούδι του Δνείπερου




Το ποίημα «Το τραγούδι του Δνείπερου» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 26-27, 9 Νοέμβρη 1945) και ανθολογήθηκε στον τόμο «Τραγούδια της Αντίστασης», με επιμέλεια της Φούλας Χατζηδάκη, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1951 από το εκδοτικό «Νέα Ελλάδα».

Άκου Δνείπερ τι θα πούμε.
Σου σκάψανε τα σωθικά τα παλληκάρια των Σοβιέτ.
Τα ψάρια σου σαστίσανε
οι λεύκες σου σκορπίσανε
τα σπουργιτάκια απολιθώθηκαν
μέσα στις καλαμιές σου και κοιτάζανε
και τα μικρά τους μάτια απόρησαν
και τα νερά σου εκόχλασαν
κι αρπάξανε τους γερανιούς
κύματα αφρίζανε βουνά
αψηλά τείχη τα μαντρώσανε
χρόνια βάστηξε ο μόχτος τους
ώσπου οι καρδιές λαχτάρησαν
όλοι οι άνθρωποι ζευγαρώθηκαν μες στη χαρά της γέννησης
δούλεψαν χέρια και ψυχές
τα μάτια είδαν θάματα που δεν είχανε δει ποτές,
κι εγίνηκε το Ντνιεπροστρόι.
20 χρόνια έδωκες φως.
Ώσπου σε βρήκε ο πόλεμος.

Τότε Δνείπερ ήρθε η ώρα.
Αίμα γίνανε οι αφροί σου.
Αίμα στάζανε οι όχτες σου
αίμα σούρωνε η κοίτη σου
πασαλείφτηκαν αίματα η γης, κι ο ουρανός σου.

Μιαν ώρα δεν κοιμήθηκες.
Μιαν ώρα δεν απόκαμες να κουβαλείς ψοφίμια
ψόφια άλογα, ψόφια κορμιά,
χέρια, ποδάρια, κεφαλές, σπασμένα σίδερα, κανόνια,
σημαίες όλων των λογιών καρφώθηκαν στις όχτες σου,
μα εσύ θυμόσουν μόνο μια: την Κόκκινη Σημαία.

Δόξα στις αντάρτισσες όχτες σου, στα ματωμένα σου νερά,
στην αφρισμένη κοίτη σου, στην πύρινή σου θέληση,
που βάστηξαν τον όλεθρο, που ξέσκισαν το σατανά,
που βόηθησαν τον άνθρωπο
να ξαγναντέψουν οι λαοί ξανά
την Κόκκινη Σημαία.

Κι έτσι Δνείπερ ήρθε η ώρα.
Άνοιξε τα φτερά σου πνίξε.
Πνίξε τους τελευταίους πνίξε
τους τελευταίους του δαίμονα
τον τελευταίο τους τρελλό
τον τελευταίο φασουλή
την τελευταία παρδαλή οχιά
που είναι ντυμένη άνθρωπος.

Δνείπερ, την ώρα τούτη που σου γράφομε
ένας ντουνιάς και κόσμος βαστά την ψυχή του
εσένα συλλογίζεται μες στα βαθιά του όνειρα,
Δνείπερ, κι αναρωτά:
―Θα τον περάσουνε οι σύντροφοι το Δνείπερο;
―Δε θα περάσουνε το Δνείπερο…
―Θα τον περάσομε το Δνείπερο!

Και τον πέρασαν το Δείπνερο!
Απάνω σε βαρέλια
απάνω σε κανόνια, απάνω σε ξυλάρμενα,
ένας ένας, δυο δυο, χιλιάδες, πολλοί,
με την ψυχή στο στόμα
αγκαλιά τα ντουφέκια, αγκαλιά τα κανόνια
αγκαλιά τις ελπίδες τους μισώντας αγαπώντας
κουβαλούσαν την πίστη τους
πίσω πήγαιναν οι ελπίδες,
πιο πίσω ακόμα οι αγωνίες, ο θάνατος, οι αγέρηδες,
και προχωρούσαν, πολεμούσαν
κόβονταν πόδια, κεφαλές, και δεν εγύριζαν να δούνε γύρω τους
και πολεμούσαν, προχωρούσαν
κι ανεμίζανε τα μαλλιά τους
και εφούσκωναν τα στήθια τους
και είχαν φτερά και πέταγαν
και κόβονταν η ανάσα τους
και τραγουδούσαν και λαχτάριζαν
και πολεμούσαν, πολεμούσαν…

Άκου Δνείπερ τώρα. Σου μιλούμε.
Σε χαιρετούνε οι φυλακές.
Σε χαιρετούνε οι νεκροί.
Σε χαιρετούνε οι ζωντανοί.
Σε χαιρετάει η εργατιά.
Σε χαιρετούνε τα παιδιά.
Σε χαιρετά όλη η ζωή,
σήμερα, αύριο, και στους αιώνες.
Δνείπερ, ποτάμι των Σοβιέτ,
εμείς οι άνθρωποι
σε χαιρετούμε.
Κι όσα δεν πρόλαβες
θα τα τελειώσομε,
μια νύχτα που θα λάμπει
ένας μεγάλος ήλιος.

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ


[Μέλπω Αξιώτη: ΠΟΙΗΜΑΤΑ  (Φιλολογική επιμέλεια ΜΑΙΡΗ ΜΙΚΕ). Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2001]

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – Ένα ποίημα του Νίκου Καββαδία αφιερωμένο στη Μέλπω Αξιώτη



Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη

Ένα όχι πολύ γνωστό ποίημα του Νίκου Καββαδία  -δεν συμπεριλαμβάνεται στις πολυδιαβασμένες συλλογές του Μαραμπού (1933), Πούσι (1947) και Τραβέρσο (1975)- αφιερωμένο από τον ποιητή στη Μέλπω Αξιώτη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 14 - 10 Αυγούστου 1945), και συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία «Τραγούδια της Αντίστασης» που επιμελήθηκε η Φούλα Χατζηδάκη και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1951 από το «Εκδοτικό Νέα Ελλάδα». Βρίσκεται στο βιβλίο «ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (φιλολογική επιμέλεια ΜΑΙΡΗ ΜΙΚΕ), που κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.              


 ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ  
                                                 
                                                Στη Μέλπω Αξιώτη


Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν κι’ εκείνα.
Θάλασσα τρώει τό βράχο απ’ όλες τίς μεριές.
Μάτια λοξά καί τ’αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό – Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα – Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολυούνται οι Γερμανοί.
Τ’ άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
οι κρεμασμένοι στα δεντρά, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι’ απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι.
Λικνίζει κάτου από το Δρύ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ