Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΥΤΗΣ Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΥΤΗΣ Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι...

Στο Μακρονήσι...

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν 
Αεροβάτες
Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει

Φίλε μου όταν ανάβ' η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς 
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου τ' όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου - πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να' ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης

(Ήλιος ο Πρώτος, Ίκαρος, Αθήνα 1979, 6η έκδοση)

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

«... Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση» ― Οδυσσέας Ελύτης


ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΤΑ ΠΑΘΗ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
―Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
―Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
―Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα
που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.
―Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.
―Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
―Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ' ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
―Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
―Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
―Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Kαι θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ’ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ’χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ’ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

(ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, δέκατη τρίτη έκδοση, Ίκαρος, Γενάρης 1980)

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Όμορφη και παράξενη πατρίδα


Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα.

Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
στήνει στην γη καράβι κήπο στα νερά
κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται.

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα.

Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά
κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύρρανους.

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε, σαν σήμερα, στις 2 Νοέμβρη του 1911. Τη μουσική για το τραγούδι έγραψε ο Δημήτρης Λάγιος, ένα άξιος συνθέτης που δεν πρόλαβε στα 39 χρόνια που έζησε να μας χαρίσει πολλά περισσότερα όμορφα τραγούδια. Ερμηνεύει και παίζει κιθάρα ο Γιώργος Νταλάρας. Μαζί του, στο ακορντεόν, ο Ντάσο Κούρτι.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Στη θλιβερή επέτειο του Λόρκα




Θλιβερή επέτειος η σημερινή. Στις 19 Αυγούστου του 1936, τουφεκίστηκε στο Βιθνάρ στα περίχωρα της Γρανάδα, στα 38 του χρόνια, από τα όργανα  του φασίστα δικτάτορα Φράνκο ο Ισπανός ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, για να περάσει στην Αθανασία δίπλα σ’  αυτούς που με τη  ζωή και το έργο τους προσπάθησαν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο και να «μερέψουν» τον άνθρωπο. Ισπανός στην καταγωγή ο Λόρκα, μα δεν άργησε να "γίνει" και Αμερικανός, Ρώσος, Αφρικανός, πανανθρώπινος. Ο ίδιος και το έργο του αγαπήθηκαν με πάθος και μισήθηκαν θανάσιμα, σαν όλους τους αληθινά μεγάλους. Στη γλώσσα  μας το έργο του αποδόθηκε από σπουδαίους ποιητές μας και μελοποιήθηκε από μεγάλους και καταξιωμένους συνθέτες. Τραγουδήθηκε απ’ τα χείλη του λαού μας σε στιγμές ανάτασης, έρωτα, χαράς ή μελαγχολίας, τόσο που να τον νιώθουμε Έλληνα, έναν απ' τους δικούς μας μεγάλους, κλείνοντάς  τον για πάντα στην καρδιά μας.

Στη μνήμη του, τρία αγαπημένα μου τραγούδια, σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη, μελοποιημένα από τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνευμένα μαγικά από την Αρλέτα. Περιέχονται στον δίσκο της «ROMANCERO GITANO του FEDERICO GARCIA LORKA και τέσσερα άλλα τραγούδια», που κυκλοφόρησε το 1978.

(«Πατήστε» πάνω στους τίτλους των τραγουδιών για να τα ακούσετε.)



Εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς
και στη Σεβίλλια πάει

τα κατσαρά του γυαλλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαψός
από του φεγγαριού το φως

Κάποτε λίγο σταματά
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει του νερού να στρωσει
και να το χρυσαφώσει

εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι να τον φτάνουν
κάτω απ τα κλώνια μιας φτελιάς
χωροφυλάκοι και τον πιάνουν

Από βραδύς η ώρα οκτώ
τον σέρνουν σε κελί μικρό
απόξω κάθονται φυλάνε
πίνουν ρακί και βλαστημάνε

Κάποτε λίγο σταματά
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει του νερού να στρωσει
και να το χρυσαφώσει



Εικοσιτρείς του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν, πάνε και λένε:
«Αν το μπορείς δυστυχισμένε,
στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε.

Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλε από κάτω τ' όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες.

Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες
μάθε τα χέρια να σταυρώνεις
κι απάνω από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στο σάβανο».

Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει
ο ταξιάρχης και πηγαίνει
πού 'χει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δεν μιλεί.

Εικοσιτρείς του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
κι εικοσιτρείς τ' Αυγούστου
γέρνει και τα πικροσφαλεί.



Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη,
έρχεται μες στις ερημιές
από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη.

Ως τη θωρεί πετιέται πάνου
ο Άνεμος ο ακοίμιστος,
Πουνέντες άντρας πονηρός
κοιτάει τη μικρή κοιτάει
κι ολόγλυκα της τραγουδάει:

Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ειδώ
άσε με λίγο να σ' αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό.

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη,
ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή.

Άχου το κύμα πώς χλωμιάζει
ο κάμπος άκου πώς στενάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινό αγέρα:

Τρέχα Παινεμένη τρέχα
κι όπου να ναι θα προφτάσει
ο Άνεμος και θα σ αρπάξει,
να τος χιμάει από ψηλά
γλείφεται γλώσσες τις εννιά.

Στο πρώτο σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα αλαφιασμένη
την αρωτάνε να τους πει
και κείνη λέει κι ανιστορεί.

Ενώ απ τη λύσσα του θερίο,
ο Άνεμος γυρνάει στο κρύο
παίρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.

Federico Garcia Lorca

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Παντέρμη


Ένα συγκλονιστικό τραγούδι-ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,  ελεύθερη απόδοση Οδυσσέα Ελύτη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη. Από τον κύκλο τραγουδιών  ROMANCERO GITANO, την τελευταία σύνθεση (Μάρτης - Απρίλης του 1967) του Μίκη πριν τη δικτατορία. Η ηχογράφηση έγινε το 1971 στο Παρίσι και περιλαμβάνεται στον δίσκο «Θεοδωράκης διευθύνει Θεοδωράκη Vο2».

Παντέρμη

Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που στα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.

Μαύρη μαυρίλα είν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.

―Παντέρμη τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

―Κι αν είναι κάτι που ζητώ
πες μου, σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω εκείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε.

―Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

―Ποιός ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
εγίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.

―Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
λουσ' το χελιδονόνερο
κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
άσ τη και να βρει αναπαμό.

Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
κι όλο κρυφές νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.

Federico Garcia Lorca

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Της αγάπης αίματα


Το Άξιον Εστί. ι΄ (Tης αγάπης αίματα με πορφύρωσαν)

Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν
και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων
μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πελάγου με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες και μου ρίξανε
αμαρτία μου να `χα κι εγώ μιαν αγάπη
μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε
τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν
μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Στο  video παρακολουθούμε σκηνή από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Οι κυνηγοί».

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Η ποίηση είναι «μια βαθιά αλληλεγγύη» στη ζωή - Παγκόσμια Μέρα Ποίησης



Κώστας Γρηγοριάδης

«Η ποίηση δεν ανήκει σ' αυτούς που τη γράφουν, αλλά σε εκείνους που την έχουν ανάγκη»(Π. Νερούντα). Και την έχουμε τόση ανάγκη σήμερα. Εχουμε ανάγκη να ακουμπήσουμε στις λέξεις των ποιητών, στα ποιητικά εκείνα σύμβολα, τα γεννημένα στο παρελθόν μέσα από τα οποία αναγνωρίζουμε καινούρια πάντα μηνύματα, αδέσμευτα και οικουμενικά, αναγκαία και ικανά να «θρέψουν» και τις σημερινές και αυριανές νέες γενιές.

Γιατί «το ποίημα» -όπως έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος- «ξεπηδάει από μιαν ανάγκη να αποδοθεί η σιωπή, από μιαν εντολή της ανθρώπινης προϊστορίας, ιστορίας και μεθιστορίας. Μια εντολή που δίνεται στον ποιητή άθελά του κι εκφράζεται μέσα απ' αυτόν. Γράφοντας ποίηση κάνει μια μάχη, σώμα με σώμα, με το θάνατο. Κι όταν λέμε θάνατο δεν εννοούμε μόνο το φυσικό, αλλά και όλες τις μορφές κοινωνικού θανάτου. Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος. Κι όσο θα υπάρχει ο θάνατος, θα υπάρχει και η αντίσταση στο θάνατο».

Θα υπάρχει η ποίηση. Όσο για το «τι αντιπροσωπεύει η ποίηση σε μια τέτοια κοινωνία ηθικού χάους, ο Οδυσσέας Ελύτης απαντά: «Είναι ο μόνος χώρος, όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση».

Παγκόσμια Μέρα Ποίησης η 21η Μάρτη και η ανάγκη προστρέχει να πάρει δύναμη από εκείνους που με μια ρηξικέλευθη ματιά μεταμόρφωσαν τη ζωή και τα πράγματα, στοχάστηκαν μέσω της ποίησης και δε «χάθηκαν». Δε «χάθηκαν» γιατί, μέσω της ποίησης, συνομίλησαν με τον κόσμο, βλέποντάς τους σαν φίλους και συναγωνιστές στον ίδιο δρόμο, για τον ίδιο σκοπό, για τα ίδια όνειρα, σε εποχές συγκρούσεων και αγώνων, διωγμών και ελπίδων, καταστροφών και προσδοκιών που δεν επιτεύχθηκαν ακόμη.

Ο ποιητής πιστεύει πάντα στην αξία της ζωής γιατί, αν πραγματικά τη θεωρούσε μάταιη, δε θα είχε λόγο να γράφει. «Ακόμη και η άρνηση της ζωής» - πίστευε ο Γιάννης Ρίτσος - «όταν γίνεται τέχνη, μετασχηματίζεται σε κατάφασή της. Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμη και η επαφή μας με έργα παρακμής μάς δημιουργεί αίσθημα ευφορίας. Η ποίηση και όλη γενικά η τέχνη έχει μια ενέργεια εξυγιαντική».

Έχουμε ανάγκη να νιώσουμε... «Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων! Όταν καμιά φορά λιποψυχάμε/ νιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας/ η ανάμνηση του χεριού τους./ Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας/ νιώθουμε κάτω απ' την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο/ σα να κρατάμε μες στα χέρια μας / ολάκερο τον κόσμο»... (Τ. Λειβαδίτης).

Η αληθινή ποίηση απευθύνεται και στους λίγους και στους πολλούς, προσφέροντας πάντα, και στους λίγους και στους πολλούς, περισσότερα απ' όσα μπορούνε να πάρουν. Ας αναζητήσουμε εκείνους τους χρυσούς κρίκους που συνδέουν τις ψυχές και των Λίγων και των Πολλών, με τον κόσμο των Οραμάτων και των Μορφών, μέσα από την ποίηση. Ας αναζητήσουμε εκείνους τους ποιητές που η ποίησή τους δεν είναι μια εκκεντρική συγγραφική ενασχόληση, για σκεπτόμενους διανοούμενους με περίπλοκες ψυχοσυνθέσεις, αλλά ένας δρόμος συνεχούς ρίσκου και ανατροπής. Ένα παιχνίδι σοβαρό, υγιές, αλλά και παράδοξο, που μπορεί να κάνει τον κόσμο να φαίνεται σαν μια μαγική περιοχή απρόβλεπτων συνδυασμών και οδηγώντας στην κατάκτηση της ελευθερίας.

Εκείνους τους ποιητές που συνομίλησαν με τον κόσμο, βλέποντάς τους σαν φίλους και συναγωνιστές στον ίδιο δρόμο, για τον ίδιο σκοπό, για τα ίδια όνειρα, σε εποχές συγκρούσεων και αγώνων, διωγμών και ελπίδων, καταστροφών και προσδοκιών που δεν επιτεύχθηκαν ακόμη. Εκείνους που «στρατεύτηκαν» με τα οράματα των λαών και απέδειξαν με τα έργα τους πως η τέχνη έχει σκοπό.

Αλλά κι εκείνους που μπορεί να φαίνεται ότι ταξιδεύουν με την ποιητική γλώσσα στην άρνηση... Αλλα ας σκεφτούμε ότι ακόμη και πίσω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό.

Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας ποίηση δικαιούμαστε να συμφωνήσουμε με τον Γιάννη Ρίτσο: «Ο κόσμος, σου λέω, είναι όμορφος/ Ό,τι κι αν πεις, ό,τι κι αν κάνεις/ όμορφος/ Το μέλλον είναι σίγουρο/ αδελφέ μου./ Ό,τι κι αν γίνει - σίγουρο./ Δεν υπάρχουν πια αποσιωπητικά/ στη φωνή ή στη σιωπή μας./ Όμορφος. Μπορείς να κάνεις πίσω/ τους τροχούς του ήλιου;». Γιατί η ποίηση είναι «μια βαθιά αλληλεγγύη» στη ζωή. Ναι... «Κι αν χιονίζει στο πνεύμα... Ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει»... (Ν. Καρούζος).

Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ στον Ριζοσπάστη

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – Ο ύπνος των γενναίων




Σαν σήμερα, το 1996,  έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.

Ο ύπνος των γενναίων

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά
        τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα' φτανε
        να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί  απ' το μέλλον,
        τ' άλλο κάτω απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου
        αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κά-
        λυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες
        στο διάστημα.

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται,
        μέσα στη μελανάδα τ' ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό
        τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το
        έρεβος...

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη και ανα-
        στραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο μέ-
        σα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Μήτε η ώρα δώδεκα χτυπώντας μες στα έγκατα, μήτε η φωνή του Πό-
        λου κατακόρυφα πέφτοντας, αναιρούσανε τα βήματα τους.

Διάβαζαν άπληστα τον κόσμο με τα μάτια τ' ανοιχτά για πάντα, κει
        που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, κι όπου με βία κατέβαιναν οι γύπες να ευφρανθούν τον
        πηλό των σπλάχνων τους και το αίμα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΕΞΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (1960)


Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα…



Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε
κρυφά για ν' ακούν των ερώτων τα θαύματα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

(Το Άξιον Εστί)

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης


Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Όμορφη και παράξενη πατρίδα




[…]Όμορφη και παράξενη πατρίδα   
Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα
Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά   
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται   
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται
Κάνει να πάρει πέτρα τηνε παρατά   
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς   
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους…

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Απόσπασμα από το «Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας»  (1971)

Ο  Δημήτρης Λάγιος έγραψε την μουσική. Στο βίντεο που ακολουθεί ο Γιώργος Νταλάρας ερμηνεύει και παίζει κιθάρα, ενώ τον συνοδεύει με το ακορντεόν ο Ντάσο Κούρτι: