Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης


Δεν είναι λίγες οι φορές που όταν έρθεις σε επαφή με στοιχεία της ανθρώπινης πλευράς μεγάλων δημιουργών, επέρχεται η απομυθοποίηση και τότε σε κυριεύει η απογοήτευση και λες καλύτερα να μην γνώριζα τίποτα για τους ίδιους, έξω από τις σελίδες του σπουδαίου, κατά τα άλλα, έργου τους. Ο Τάσος Λειβαδίτης (20 Απρίλη 1922 ― 30 Οκτώβρη 1988) δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Ποιητής λαογέννητος και σπουδαίος σημάδεψε για πάντα τα Γράμματα, επηρεάζοντας πολλούς ομότεχνούς του και –κυρίως αυτό- αφήνοντας παρακαταθήκη στο λαό που αγάπησε και υπηρέτησε ένα έργο μεγάλο σε έκταση και αξία, βαρύ σε νοήματα, ιδέες και συναισθήματα. Το ίδιο σπουδαίος, μέσα στην απλότητά του, σαν άνθρωπος, βάδισε αθόρυβα στους δρόμους της Αθήνας ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους απλούς ανθρώπους, αφήνοντας πίσω του το άρωμα εκείνης της παλιάς γενιάς, που όριζε ως καθήκον την διαρκή προσφορά και τη θυσία χωρίς ανταλλάγματα.

Διαβάζοντας στο βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι – Μελοποιημένοι στίχοι (εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα 2013), τις μαρτυρίες φίλων του ποιητή (καταθέσεις ψυχής καλύτερα) «γνώρισα» τον σπουδαίο άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το σπουδαίο έργο· που δεν ένιωθε την ανάγκη να εμφανιστεί παρά μόνο έκει που ο ήλιος φώτιζε τις αυλές και οι ακτίνες του υψώνονταν στο μπόι των ανθρώπων, της λαϊκής συνοικίας.

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ένας ποιητής λέει «Όχι». Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στο μέτωπο


Το 1962 ο μεγάλος μας ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος είναι συνεργάτης του περιοδικού Δρόμοι της Ειρήνης, μηνιαίας έκδοσης της «Επιτροπής δια την Διεθνή Ύφεσιν και Ειρήνην» (ΕΕΔΥΕ). Στο περιοδικό αρθρογραφεί (από το 1958) ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη και στιχουργός πολλών όμορφων μελοποιημένων  από τον Μίκη τραγουδιών. Η συνάντηση των δυο αντρών, που έγινε με την ευκαιρία της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, είχε ως αποτέλεσμα το κείμενο με τις αυτοβιογραφικές αναμνήσεις του ποιητή που παρουσιάζουμε σήμερα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης (πηγή: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) τον Οκτώβρη του 1962.

24 Οκτώβρη 1940. Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας,
την παραμονή της αναχώρησης για τα σύνορα.
Δεξιά ο Νικηφόρος Βρεττάκος

Τι κάνει άραγε ένας ποιητής όταν βρίσκεται στον πόλεμο; Ιδού ή απορία! Αν είσαστε ζωγράφος ίσως τον στήνατε όρθιο πάνω σ’ ένα κανόνι. Στο ένα χέρι να κρατάει τον πάπυρο, στο άλλο τη γραφίδα. Το βλέμμα του γεμάτο εγκαρτέρηση, αλλά και αστραποβόλο, να ατενίζει τον ουρανό. Κάτω, μπροστά στο κανόνι, μια τρομερή μάχη σε πλήρη εξέλιξη. Ο τίτλος που θα άρμοζε σ’ ένα τέτοιον πίνακα θα ήταν ίσως: «Ποιητής συνθέτων έπος» ή κάτι παρόμοιο.

Η σύλληψη, πρέπει να το ομολογήσετε, δεν είναι μεγαλοφυής. Και δεν είναι τέτοια γιατί είναι συνηθισμένη. Αιώνες τώρα βλέπουμε ποιητές να συνθέτουν έπη καβάλα σ’ ένα κανόνι ή σ’ ένα σύννεφο. Αλλά ακόμα, δεν είναι και αληθινή. Τουλάχιστον για τον καιρό μας. Όχι τόσο γιατί εφευρέθηκαν τα αντιαεροπορικά, οπότε ούτε στα σύννεφα δεν είναι κανείς ασφαλισμένος, όσο, γιατί στη μάχη είτε ποιητής είσαι, είτε μαθηματικός, δυο πράγματα μόνο μπορείς να κάνεις: Ή να πολεμήσεις ή… να το βάλεις στα πόδια.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, οι Έλληνες δεν είν’ απ’ αυτούς που το βάζουν στα πόδια. Βέβαια υπάρχουν και τέτοιοι. Είναι όμως ελάχιστοι και οι… εκλεκτοί. Στους τελευταίους ζήτημα να βρεις έναν ποιητή. Ε! Τι διάβολο, ένας, έτσι για δείγμα, θα υπάρχει. Κι αλήθεια υπάρχει.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Άγγελος Σικελιανός: Για τους αδελφούς μου στρατιώτες του μετώπου

«…Βλέποντας ο Σικελιανός το φασισμό να απλώνει πάνω από την Ευρώπη και να αρπάζει στα βρόγχια του τον χιλιοβασανισμένο ελληνικό λαό, πετά τον ιδεαλισμό, τον εγωτισμό, την ωραιοπάθειά του και στρέφει την καρδιά και το πνεύμα του στη ζωή και το λαό. Σμίγει την ποίησή του με τον απελευθερωτικό αγώνα και τους σοσιαλιστικούς πόθους του λαού. Το 1941 εντάσσεται στο ΕΑΜ και πρωτοστατεί στην προπαγάνδισή του με πέντε χειρόγραφα ποιήματα, με τίτλο «Ακριτικά», τα οποία, εικονογραφημένα με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου, κυκλοφορούν παράνομα. Σ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής, υποφέρει όπως όλοι οι αγωνιστές του λαού, γυρίζοντας την πλάτη στη δυνατότητα να ζήσει με άνεση και ασφάλεια. Δημοσιεύει συνεχώς ποιήματά του σε ΕΑΜίτικα έντυπα για το «Νέο Εικοσιένα», όπως αποκαλεί το ΕΑΜ…» (από αφιέρωμα της Αρ. Ελληνούδη στον Ριζοσπάστη – διαβάστε εδώ).

Το ποίημα που παρουσιάζουμε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα στις 4 Γενάρη του 1941. Οι στίχοι με τα κεφαλαία είναι του ποιητή. Ξαναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) στην επέτειο της 28 Οκτώβρη, στα 1954.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

ΣΙΜΑ Σας μόνο, εκεί μονάχα πρέπει,
στην πιο αψηλή του μόχτου σας κορφή
που τα Έργα δε χωρίζουν απ’ τα Έπη
σα θάμουνα στο πλάι σας, αδερφοί,

Εκεί που η λόγχη και το Πνέμα ειν’ ένα,
κι ένα η ψυχή μαζί με το κορμί
κι όλα τ’ αόρατα φανερωμένα
στης Εφόδου την ύστατην ορμή,

εκεί μονάχα, τον υπέρτατο αίνο,
μα του Αισχύλου τον άκρατο σκοπό
«Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΚΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΡΩΕΙ ΤΟΝ ΞΕΝΟ»,
καθώς ορμάτε, θ’ άξιζε να πω!

Αλλ’ αν η λόγχη και το Πνέμα ειν’ ένα,
λογιάστε το, η ψυχή μου πόχει βγει
να Σας προλάβει, πιο μπροστά από μένα,
κι ακούοντας την υπέρτατη κραυγή,

ακούοντας τον ακράτητο αυτό αίνο,
με του Αισχύλου τον άσωτο σκοπό
«Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΣΚΩΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΡΩΕΙ ΤΟΝ ΞΕΝΟ»,
πέστε, πως ήρτα αυτού, να σας τον πω!

3.12.1940

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

Α. Πούσκιν: Σε μια πιστή Ελληνίδα

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

Ο Ρώσος ποιητής Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν γνωστός στα καθ’ υμάς εκτός από το μέγεθος της αξίας του και για τα φιλελληνικά του αισθήματα έγραψε στίχους εμπνεόμενος από τον αγώνα του λαού μας που κορυφώθηκε με την επανάσταση του 1821. Στίχοι από το ποίημα που παρουσιάζουμε κυκλοφορούν στο διαδίκτυο με άλλη όμως μετάφραση-απόδοση. Μεταφέρουμε το ποίημα από το Αναγνωστικό «Τα Αετόπουλα» Γ΄ και Δ΄ τάξης (Έκδοση «Ελεύθερης Ελλάδας», 1944 - Ανατύπωση «Λευτεριάς», Καβάλα, Δεκέμβρης 1944 –) της ΠΕΕΑ, που έγραψε και επιμελήθηκε η μεγάλη μας παιδαγωγός Ρόζα Ιμβριώτη. Το βιβλίο βρίσκεται στα ΑΣΚΙ και το βρήκαμε (σε ηλεκτρονική μορφή) στην ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα του παραρτήματος  της ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ Αμαρουσίου

ΣΕ ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΕΛΛΗΝΙΔΑ

Πιστή γραικιά μην τον θρηνείς
έχει σαν ήρωας πέσει.
Βόλι πικρό του χώρισε
τα στήθια του στη μέση.

Μην τον θρηνείς, τάχατες συ
δεν τούδειξες το δρόμο
σαν κίνησε περήφανος
μ’ όπλο βαρύ στον ώμο.

Και τούπες με μελωδική
φωνή, μπροστά σου νάτος
ανοίγει ο δρόμος της τιμής
από θυσίες γιομάτος.

Σ’ αποχαιρέτησε σεμνή
κι αμίλητα ο καλός σου,
σαν νάξερε πως παντοτινός
θάναι ο αποχωρισμός σου.

Αλαφροχάιδεψε μ’ ευχή
το τρυφερό βλαστάρι
των σπλάχνων του που κράταγες
στον κόρφο με καμάρι.

Κι όταν στητή μαστίγωσε
τον άνεμο η παντιέρα
της λευτεριάς η ολόλαμπρη
κι έφτασε η τίμια ώρα.

Καθώς ο Αριστογείτονας
μυρτιάς κλαδί είχε δέσει
στην ατσαλένια σπάθα του
που κρέμασε στη μέση.

Έτσι κι αυτό απόμεινε
στη μάχη ένας γενναίος,
γι’ αυτό που δεν ορίζεται
και δε μετριέται χρέος.

Α. ΠΟΥΣΚΙΝ
  
Στο εξώφυλλο του Αναγνωστικού διακρίνεται το όνομα της κατόχου του μαθήτριας Λαμπρινής Δ. Ιωαννίδου και το έτος 1945. Νιώθεις συγκίνηση όταν «ξεφυλλίζοντάς» το, ανάμεσα στα ποιήματα και στα πεζά κείμενα ξεπροβάλλουν παντού ίχνη αφημένα από το μολύβι που κρατούσε το παιδικό χεράκι της μαθήτριας Λαμπρινής. Οι αγώνες του λαού μας για λευτεριά, ανεξαρτησία, που δεν δικαιώθηκαν μετά το ΄21,  κορυφώθηκαν μετά την εισβολή των φασιστών του Μουσολίνι, τον Οκτώβρη του 1940 και των χιτλερικών ορδών που ακολούθησαν, κατά την περίοδο της ένδοξης εαμικής εθνικής αντίστασης και στην αθάνατη τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στη συνέχεια. Ο αγώνας για να είναι ο λαός κυρίαρχος στον τόπο του συνεχίζεται, από το κάθε φορά μετερίζι, μέχρι τη δικαίωση.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Rubén Martinez Villena, η ποίηση της Επανάστασης

Η παρουσιάστρια Ορτένσια Λάμαρ, μια σχεδόν ξεχασμένη σήμερα συγγραφέας, ντυνόταν μοντέρνα, αν και όχι τόσο προκλητικά όπως την συμβούλευαν τα περιοδικά και το πανεπιστήμιο. Η τότε έδρα της Ακαδημίας Επιστημών είχε στολιστεί με σημαίες της Ουρουγουάης και της Κούβας. Ήταν μια τιμητική εκδήλωση για την επίσης σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, συγγραφέα Παουλίνα Λούισι. Ήταν 18 Μάρτη του 1923.
Η παρουσιάστρια κάλεσε στο βήμα τον κεντρικό ομιλητή, τον Εράσμο Ρεγουιεφιέρος. Η φήμη του προέρχονταν από 14 διαλέξεις για ένα θεατρικό έργο που είχε γράψει (Η Θυσία) καθώς και από διάφορες σκοτεινές επιχειρήσεις στις οποίες είχε εμπλακεί σαν υπουργός Δικαιοσύνης, μαζί με τον Πρόεδρο της δημοκρατίας. Επίσης ήταν εκεί δεκαπέντε νέοι οι οποίοι σηκώθηκαν όρθιοι, όταν ο διεφθαρμένος αξιωματούχος είχε διασχίσει ήδη τη μισή απόσταση προς το βήμα, περιμένοντας να τον επευφημήσουν οι παρατρεχάμενοι. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ένας νέος ξανθός, αδύνατος, λιτή φυσιογνωμία, με καθαρή και διαπεραστική ματιά – όπως τον περιέγραψε ο τύπος της εποχής- ,είπε: […] Ας μας συγχωρήσει η επιφανής συγγραφέας η οποία δικαίως τιμάται σε αυτήν την εκδήλωση. Διαδηλώνουμε ενάντια στον διεφθαρμένο αξιωματούχο, ο οποίος προτίμησε να δώσει υψηλά προνόμια σε φίλο του, από το να υπερασπίσει τα εθνικά συμφέροντα. Λυπούμαστε πολύ που ο κύριος Ρεγουιεφιέρος βρίσκεται εδώ. Γι αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να διαμαρτυρηθούμε και αποχωρούμε”.

To ακροατήριο έμεινε άφωνο, μεταξύ σοκ και έκπληξης. Ο Ρεγουιεφιέρος κρέμασε τα χέρια, σαν τον μποξέρ που έχει δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα. Επικράτησε νεκρική σιγή, καθώς οι 15 νέοι εγκατέλειπαν τον χώρο για να κατευθυνθούν στη σύνταξη ενός περιοδικού για να αφήσουν το κείμενο της διαμαρτυρίας τους. Δεν υπόγραψαν όλοι το ντοκουμέντο, που αργότερα θα ονομάζονταν “Η Διαμαρτυρία των Δεκατριών”. Ο ξανθός νεαρός έβαλε αποφασιστικά σε αυτό το όνομά του: Rubén Martinez Villena.

Αν και αυτή ήταν η πρώτη του εμφάνιση στην πολιτική ζωή της χώρας, ήταν ήδη αρκετά γνωστός στον τύπο και στην λογοτεχνία, από τα ποιήματά του. Aρκετά από αυτά (Διάσωση του Σανγκιλί, Χιμαγουαγιού, Μάξιμο Γκόμες) είχαν φιλοξενηθεί στις σελίδες σημαντικών εντύπων. Το 1923 έγιναν γνωστές ποιητικές ανθολογίες του όπως, Η άυπνη ματιά και Ο Γίγαντας, μεταξύ άλλων. Όμως, πέρα από τους στίχους του, ενδιαφερόταν ήδη για την κατάκτηση όλης της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μέσω της φιλίας του με τον Χούλιο Αντόνιο Μέγια, η σκέψη του ριζοσπαστικοποιήθηκε και συνεργάστηκε κατ ευθείαν μαζί του, στην δημιουργία του Λαϊκού Πανεπιστημίου Χοσέ Μαρτί και στην ίδρυση της Αντιιμπεριαλιστικής Ένωσης Κούβας. Το 1927 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας τον έκανε δεκτό ως μέλος του. Βρισκόταν στο νοσοκομείο με οξεία πνευμονία, όταν έλαβε την είδηση.
> Ο επαναστάτης Φάμπιο Γκρομπάρτ, τον γνώρισε εκείνες τις μέρες. Μετά από χρόνια θα έγραφε: “Χλωμός και αδύνατος, ο Ρουμπέν μας υποδέχτηκε με αγάπη. Με τα μάτια του, των οποίων η έκφραση εξέπεμπε εξυπνάδα, ειλικρίνεια και τρυφερότητα και το λεπτό του χαμόγελο, μερικές φορές λυπημένο, ήξερε να κατακτά την συμπάθεια και την εμπιστοσύνη όλων όσων τον είχαν γνωρίσει πριν[...] Είχε κάτι που οι εργάτες αισθάνονταν καλά δίπλα του και τον θεωρούσαν δικό τους. Αυτό το κάτι ήταν η εξαιρετική του σεμνότητα, ο βαθύς του ανθρωπισμός, η ειλικρίνεια των αισθημάτων του για τους άλλους και η έμφυτη αίσθηση απόρριψης κάθε είδους αδικίας”.


Ο Ρουμπέν, ποτέ δεν ανέλαβε τα καθήκοντα του γενικού γραμματέα του κόμματος, όμως μετατράπηκε στον φυσικό του ηγέτη, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μέγια. Έβαλε την σφραγίδα του στην ριζική αλλαγή του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, όπως απέδειξε η γενική απεργία στις 20 Μάρτη του 1930, που παρέλυσε την χώρα για πάνω από 24 ώρες και αυτή του Αυγούστου του 1933, αποφασιστική για την πτώση της δικτατορίας του Ματσάδο.
Βαριά άρρωστος, νοσηλευόμενος στο σανατόριο La Esperanza, o Ρουμπέν πήρε δραστήρια μέρος σε όλη την προετοιμασία και τις διαδικασίες του 4ου Εθνικού Συνέδριου Εργατών για τη Συνδικαλιστική Ενότητα (Γενάρης 1934). Στις οξείες κρίσεις δύσπνοιας, αντιδρούσε μόνο με αυξανόμενες δόσεις φαρμάκου. Ωστόσο, αστειευόταν με τις νοσοκόμες και ζητούσε συγνώμη για την ενόχληση που τους προκαλούσε. Δέχτηκε ακόμη και να φάει ένα φρούτο.
Η τελευταία κρίση τον χτύπησε τα χαράματα της 16ης Γενάρη του 1934. Είχε συμπληρώσει μόλις τα 34 του χρόνια. Χιλιάδες κουβανοί, ξεχνώντας ιδεολογικές διαφορές, τον τίμησαν και παραβρέθηκαν στην κηδεία του.


Η κηδεία του Rubén Martinez Villena, στην Αβάνα

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο  atexnos.gr

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Άλκης Αλκαίος: «Σ' ένα γεφύρι πέτρινο θα χτίσω την καρδιά μου...» ("Ηπειρώτικο")

Άλκης Αλκαίος
«Αυτό το κομμάτι υπήρχε καταγεγραμμένο μόνο στο μυαλό μου. Δεν έχω το χειρόγραφο ―τι έκπληξη!― και δεν είχα κάνει καμία πρόχειρη καταγραφή ούτε των στίχων ούτε της μουσικής.

Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, από ένα τετράστιχο, δεν μπορούσα να θυμηθώ τον τελευταίο στίχο.

Ακόμα δεν τον θυμάμαι.

Έσπασα το κεφάλι μου, τίποτα.

Ρώτησα την Έλλη και τον Γρηγόρη αν το βρήκαν στις σημειώσεις ή στα χειρόγραφά του, τίποτα.

Αφηρημένος, είπα να πάρω τον Άλκη τηλέφωνο να μου τον ξαναπεί.

Και τότε συνειδητοποίησα δύο πράγματα.

Πρώτον: για το υποσυνείδητο μου ο Άλκης είναι ακόμα εδώ

Δεύτερον: το αμετάκλητο γεγονός ότι ο Άλκης δεν είναι πια εδώ.

Και πένθησα αληθινά, ετεροχρονισμένα, σχεδόν ένα χρόνο μετά.

Το στίχο που έλειπε τον συμπληρώσαμε με τον Οδυσσέα.

Ελπίζω να μη φάμε καμία κατσάδα άνωθεν…

Αφιερώνεται στο φίλο, γείτονα και συναγωνιστή Γιώργο Μουτσόπουλο. 

Μ. Π.»

Μίλτος Πασχαλίδης, "ΑΓΥΡΙΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, Ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα...", εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2013

Ηπειρώτικο

Σ' ένα γεφύρι πέτρινο
θα χτίσω την καρδιά μου,
όταν περνάς τον ποταμό
ν' ακούς τον αναστεναγμό
και τα παράπονά μου.

Το δέντρο κρύβει το πουλί,
τ' αγρίμι τ' άγρια δάση
και συ αγρίμι και πουλί
ό,τι γυρεύεις στη ζωή
το έχεις προσπεράσει.

Σ' ένα λευκό πουκάμισο
θα ράψω τα φτερά μου,
όταν διψάς για ουρανό
να το φοράς και να πετώ
μέσα στα όνειρά μου.

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ 

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Τρία ποιήματα του Μάο Τσε Τουνγκ


Το 1953 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εικοστός αιώνας μπροσούρα με τίτλο Τέχνη και καλλιτέχνες. Συγγραφέας ο Μάο Τσε Τουνγκ, ηγέτης της Κινεζικής Επανάστασης, ΓΓ της ΚΕ του ΚΚ Κίνας (1943-1976) και Πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (1949-1976)· μεταφραστής ο Πέτρος Διαμάντης. Πρόκειται για μελέτη που παρουσιάστηκε αρχικά σαν εισήγηση σε συγκέντρωση διανοουμένων τον Μάη του 1942 στην Κίνα και αναλύει τον ρόλο της τέχνης και των καλλιτεχνών στην φεουδαρχική-καπιταλιστική ταξική κοινωνία και τις απαιτήσεις που εγείρονται στην πορεία οικοδόμησης της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας που ευαγγελιζόταν η Κινεζική Επανάσταση. Η έκδοση περιλαμβάνει παράρτημα με τρία ποιήματα του Μάο. Ο μεταφραστής παραθέτει ένα μικρό εισαγωγικό με σκοπό να βοηθηθεί ο αναγνώστης:

«Και τα τρία ποιήματα είναι γραμμένα στον κλασικό κινέζικο στίχο ― μ’ άλλα λόγια είναι σχεδόν αμετάφραστα· έτσι ο ξένος αναγνώστης ίσως να μην μπορεί εύκολα να καταλάβει γιατί «Το χιόνι» θεωρείται σαν ένα από τα ωραιότερα κινέζικα ποιήματα που έχουν γραφτεί.

Τα δυο πρώτα αναφέρονται στη μεγάλη προπολεμική υποχώρηση του λαϊκού στρατού, που πέρασε στην ιστορία με το όνομα η «Μακριά Πορεία» και ο ποταμός Τατού λ.χ. είναι τόπος μάχης. Οι «Τρεις Στρατιές» του δεύτερου ποιήματος είναι κλασικός κινέζικος όρος που αναφέρεται στις στρατιές των αυτοκρατόρων και ο «Κόκκινος Στρατός» έχει σημασία διπλή: αναφέρεται στο σύγχρονο κινέζικο στρατό αλλά, μαζί, είναι και έκφραση γνωστή από τον καιρό του Κομφούκιου και σημαίνει ο «ωραίος στρατός».»

Ακολουθούν τα ποιήματα:

Ι

Ψηλά που ειν’ ο ουρανός, τα σύγνεφα στριφογυρνούν
Τις αγριόπαπιες θωρώ να χάνονται στου Νότου τον ορίζοντα.
Στα δάχτυλά μου την απόσταση μετρώ―κ’ είναι 20.000 λι
Και λέω πως ήρωες δεν είμαστε αν δε φτάσουμε το Μεγάλο Τείχος.
Ορθός στην πιο ψηλή κορφή των Έξι βουνών
με την κόκκινη σημαία να κυματίζει στο δυτικό αέρα
σήμερα, μ’ ένα μακρύ σκοινί στο χέρι,
αναρωτιέμαι πότε θα μπορέσουμε να δέσουμε το τέρας.

ΙΙ

Τους πόνους της Μακριάς Πορείας κανένας δε φοβόταν στον Κόκκινο Στρατό.
Χίλιες βουνοκορφές, δέκα χιλιάδες ποταμούς, κοιτάζαμε με περιφρόνηση
Τα Πέντε Βουνά υψώνονταν και πέφταν σαν κύματα, αναταραγμένα
Και τα βουνά του Γουχιάγκ δεν ήταν πια παρά πρασινωπά πετράδια.
Ζεστοί οι απότομοι γκρεμοί σαν τους πηδούσε ο ποταμός της Χρυσής Άμμου
Και παγωμένα τ’ αλυσσόδετα γιοφύρια του ποταμού Τατού
Στις χίλιες χιονοστόλιστες πλευρές του βουνού Μιν
Οι Τρεις Στρατιές χαρούμενες, αφού και τη στερνή πορεία νίκησαν
Οι Τρεις Στρατιές χαμογελούσαν.

ΙΙΙ

ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Ολόκληρος ο τόπος του Βορρά
σε χίλια λι πάγου είναι κλεισμένος
σε χίλιες χιονοθύελλες κλειστός.
Κοίτα τις δυο μεριές του Μεγάλου Τείχους…
Μόνο μια απέραντη αναστάτωση έχει μείνει.
Απ’ τις ψηλές και χαμηλές πλαγιές του Κίτρινου Ποταμού
δε βλέπεις πια τα νερά να κυλούν.
Τα βουνά είναι ασημένια φίδια που χορεύουν,
οι πλαγιές ελέφαντες που λάμπουν μες στον κάμπο.
Με τους ουρανούς θέλω ν’ αναμετρηθώ.

Με καθαρό καιρό
είναι τόσο όμορφη η γη,
σαν κοπελιά με φόρεμα λευκό
και πρόσωπο ολοπόρφυρο.
Έχουνε τέτοια χάρη τα βουνά κ’ οι ποταμοί
που στο κυνήγημά τους
αμέτρητοι λεβέντες παραβγαίνουν.

Οι αυτοκράτορες Σιχ-Χουάγκ και Γου-Τι ήταν σχεδόν αμόρφωτοι.
Οι αυτοκράτορες Τάι-Τσουγκ και Τάι Τσου ήταν χωρίς καρδιά.
Ο Γενίς Χαν το τόξο του ήξερε μόνο να λυγίζει ενάντια σ’ αετούς.
Κι όλοι τους στο χτες ανήκουν―μόνο σήμερα γεννιούνται άντρες με καρδιά.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Θάνος Ανεστόπουλος, τελευταίος σταθμός


Δεν χάνονται αυτοί που σε συντρόφεψαν κάτω από τις γυμνές λεύκες το λιόγερμα, σε μια γκρίζα ακροθαλασσιά περιμένοντας το σκοτάδι, κλωτσώντας το ίδιο άδειο κουτί μπύρας πάνω στη νυσταγμένη  άσφαλτο ένα αυγουστιάτικο ξημέρωμα.

Δεν χάνονται αυτοί που μοιράστηκαν την ψυχή τους, όπως μοιράζεται κανείς μια αγκαλιά ή ένα τσιγάρο.

Δεν χάνονται αυτοί που ερωτεύτηκαν την ποίηση και τους αγάπησαν οι ποιητές.

Δεν χάνονται αυτοί που δεν σταμάτησαν να υμνούν τη ζωή, ακόμα κι όταν η ζωή τους πρόδωσε.

Καλό ταξίδι Θάνο, δεν θα χαθούμε.


Τελευταίος σταθμός

Σβήνει το φως
από τα μάτια μου
κι όλα όσα έζησα
μπρος μου περνάνε.

Στέκομαι εδώ
στον τελευταίο σταθμό
με όλα όσα αγάπησα
και πήγαν χαμένα.

Δε μετανιώνω πια,
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Σαν νοσταλγώ
πουλιά με παν μακριά,
πόνο δεν νιώθω πια
μόνο θυμάμαι.

Πάντα έλεγες
πως η ζωή είν’ στιγμές,
κύμα που σκάει σ’ ακτές,
κερί που λιώνει.

Δε μετανιώνω πια
όλα ή τίποτα,
δάσος και ερημιά,
αυτή ήταν η ψυχή μου,
πάει πια.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι ήλιος και μαζί βροχή
κι ούτε για μια αιωνιότητα
δεν θ’ άλλαζα μια μέρα απ’ αυτή.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι κόλαση, παράδεισος μαζί
κι αυτά που έζησα
είτε άσχημα, είτε όμορφα
ήσαν εγώ κι εσύ.

Δεν κόβεται στα δυο η ζωή
είναι ήλιος και βροχή μαζί.

Θάνος Ανεστόπουλος
(Διάφανα Κρίνα)

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Τσε Γκεβάρα: Στίχοι για τον Φιντέλ


Η αγάπη του Τσε για την ποίηση ξεπήδησε σαν φλόγα και φούντωσε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωή του. Οι στίχοι του Νερούδα, του Βερλαίν, του Μαρτί, του Μποντλαίρ, του Φελίπε και άλλων ποιητών ταξίδευαν με τα φτερά τους τον «Ερνεστίτο» (μικρός Ερνέστο) όταν ο ασθενικός οργανισμός του τον κρατούσε φυλακισμένο στο εφηβικό του δωμάτιο· ακολούθησαν τον ανήσυχο νεαρό επιστήμονα Ερνέστο Γκεβάρα στα ταξίδια του όταν περιδιαβαίνοντας τις άκρες της Λατινικής Αμερικής με τη μοτοσικλέτα του αποφάσιζε «με τους φτωχούς της γης να μοιραστεί την τύχη του» (κατά το στίχο του Μαρτί) και να αφιερώσει τη ζωή του στην υπόθεση της επανάστασης των καταπιεσμένων της Κούβας, της Λατινικής Αμερικής και όλης της γης· έγιναν οι αχώριστοι σύντροφοί του κομαντάντε Τσε Γκεβάρα στις κορφές της Σιέρα Μαέστρα, όταν στο πλευρό του Φιντέλ πολεμούσε τις ορδές του τυράννου Μπατίστα, στις ατέλειωτες συνεδριάσεις του υπουργείου Βιομηχανίας της Κούβας, μετά τη νικηφόρα επανάσταση, στην καθημερινή επαφή του με τον κουβανικό λαό στο χωράφι και στο εργοστάσιο· μέσα από τις χειρόγραφες πυκνογραμμένες σελίδες ενός τετραδίου στίχοι του Νερούδα, του Βαγιέχο, του Γκιγιέν και του Φελίπε συντρόφεψαν τον μεγάλο Αργεντίνο επαναστάτη στη ζούγκλα της Αφρικής και στα τελευταία του λαχανιασμένα βήματα στ’ αφιλόξενα φαράγγια της Βολιβίας, μέχρι να του κόψει το νήμα της ζωής ένας ένστολος τιποτένιος και να περάσει στην αθανασία.

Ο ιστορικός ηγέτης της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο, που πριν λίγες μέρες συμπλήρωσε τα 90 του χρόνια, θα πει, χρόνια αργότερα: «Αυτοί που ήθελαν να τον σκοτώσουν, που ήθελαν να τον εξαφανίσουν, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι θα άφηνε ένα ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία, και ότι το φωτεινό, προφητικό βλέμμα του θα τον μεταμόρφωνε σε ένα σύμβολο για όλα τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων φτωχών αυτής της γης.»

Ο Τσε δεν ήταν μόνο ένας πιστός, φανατικός αναγνώστης της ποίησης· «δοκιμάστηκε» απέναντί της γράφοντας τους δικούς του στίχους. Με τη σεμνότητα που διέκρινε τις εκφάνσεις της σύντομης μα τόσο γεμάτης ζωής του δεν διεκδίκησε από την ποίηση τίποτα περισσότερο πέρα από τη «δική τους» σχέση  που απλωνόταν ανάμεσα στα όρια του σεβασμού και της απεριόριστης αγάπης (και η ποίηση «αγάπησε» τον Τσε ― ο θρυλικός επαναστάτης παραμένει μια ζωντανή πηγή έμπνευσης για τους ποιητές σε όλο τον κόσμο).

Οι παρακάτω στίχοι γράφτηκαν από τον Τσε για τον Φιντέλ. Δημοσιεύτηκαν στο Ριζοσπάστη το 1974, μεταφρασμένοι από τον κομμουνιστή γιατρό, συνεργάτη της εφημερίδας, Στάθη Κανναβό.


Τραγούδι στον Φιντέλ
Είπες πως ο ήλιος, όπου να ’ναι, θα φανεί.
Εμπρός να πιάσουμε πέρα-κει
τα μονοπάτια κείνα τα ξεχασμένα κι ανύποπτα,
τον πράσινο αλιγάτορα που αγαπάς  να ξεσκλαβώσουμε.

Εμπρός και ξεκινούμε τις ντροπές σαρώνοντας,
με τα ματόφρυδά μας
αναρριπισμένα στην ανάσταση αστροφεγγιά.
Βιντσερέμος. Κι αν όχι, το θάνατο δίχως άλλο θα πατήσουμε.

Από την πρώτη μπαταριά η ζούγκλα
πέρα ως πέρα θε ν’ αφυπνιστεί,
σ’ ένα πρωτόφαντο θάμπωμα αλαφιασμού.
Κι’ ιδιοστιγμής, συντροφιά εμείς γαλήνια,
θε να βρεθούμε πλάι σου.

Κι όντας ο λόγος σου καλπάζοντας
τους τέσσερους ανέμους θε να σχίζει
ρεφόρμα, αγκράσια, δικαιοσύνη, ψωμί, λιμπερτά
μ’ ολόιδια ατόφιες εμείς κραυγές,
θα ’μαστε πλάι σου.

Κι ως το γιουρούσι του καθαρμού κατά του τύρρανου
εκεί κατά το γέρμα της ημέρας θα τελειώνει,
Αβάντι ξανά, την ίδια στιγμή για την τελική σύρραξη,
εμείς θα ’μαστε πλάι σου.

Κι όντας πια, ματωμένο από της Κούβας τις σαϊτιές,
το ανήμερο χτήνος τις πληγές του λήχει,
πλάι σου εμείς θα ’μαστε
και οι καρδιές μας περήφανες.

Την τιμή μας ποτέ μη λογιάσεις, να ζαλίσουν μπορούν
οι χιλιοπλούμιστοι ψύλλοι που χοροπηδούν ταρακουνώντας τα λειριά τους.
Εμείς τα όπλα τους, τις σφαίρες τους κι ένα μετερίζι θέλουμε.
Τίποτες άλλο.

Κι αν είναι και βόλια θερίσουν το δρόμο μας
ένα δακρυσέντονο κουβανέζικο ζητούμε
να τύλιγες το ρέμπελο σκελετό μας,
καθώς για την Ιστορία του Δυτικού Ημισφαιρίου θα τραβούμε.

Τίποτε περισσότερο.
Τσε Γκεβάρα
ΑΤΕΧΝΩΣ

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Απόδραση

Χώσεψη Άρτας, Αύγουστος 2016.
Απόδραση

Πολλοί
αναρωτιούνται γιατί ήμουν κάποτε αλλιώς.

Άλλοι
αναζητάν να βρουν γιατί είμαι έτσι σήμερα.

Ποιός
είμαι ή ποιός ήμουν;

Αναζητήσεις
δίχως σημασία.

Το
κέρδος είναι ότι τους ξέφευγα διαρκώς.

Τάσος Λειβαδίτης

(Εγχειρίδιο ευθανασίας)

***

Αύγουστος 2016. Πρωινές μικρές-μεγάλες στιγμές ευτυχίας, στη βεράντα της Χώσεψης. Το γαλάζιο τυλίγει ό,τι  δεν φτάνει το πράσινο και οι αποχρώσεις  του γκρι σφιχταγκαλιάζονται με τα λευκά σύννεφα. Μετά από μερικές μέρες κοπιαστικής δουλειάς, μα και ξενοιασιάς και ανάτασης, κοντά στα πιο αγαπημένα σου πρόσωπα· με την παλέτα της φύσης να επιμένει πως η ομορφιά βρίσκεται πάντα εκεί, μπροστά, δίπλα σου· φτάνει να κρατάς τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος: «Εικόνες» καλοκαιριού

Diego Rivera, Sunflowers, 1943
1

«(…) Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα
να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων. Ούτε ένα
δικό μας δευτερόλεπτο, μέσα σε τόσα μεγάλα καλοκαίρια, να δούμε
τον ίσκιο ενός πουλιού πάνω στα στάχυα — μια μικρή τριήρης
σε μια πάγχρυση θάλασσα· — μπορεί μ’ αυτήν ν’ αρμενίζαμε
για έπαθλα σιωπηλά, για κατακτήσεις πιο ένδοξες. Δεν αρμενίσαμε.

Ώρες - ώρες, μου φαίνεται πως είμαι ένας ήσυχος νεκρός που κοιτάζει εμένα τον ίδιο να υπάρχω (…)»

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, Δεκέμβρης 1966 – Οχτώβρης 1970


2

«(…) Οι αγρότες θα κοιμήθηκαν με τα μεγάλα χέρια τους πάνω στην κοιλιά τους
και τα πουλιά με τα μικρά τους χέρια ελαφρά γαντζωμένα απ’ τα κλαδιά μες στον ύπνο τους
σα να μην προσπαθούν να κρατηθούν, σα να μην είναι τίποτα η προσπάθεια,
σα να μην έγινε τίποτα, σα να μην πρόκειται τίποτα να γίνει —
ανάλαφρα - ανάλαφρα, σα νάχει εισδύσει ο ουρανός στα φτερά τους,
σαν κάποιος να περνάει το στενόμακρο διάδρομο μ’ ένα λύχνο στο χέρι
κ’ είναι όλα τα παράθυρα ανοιχτά κ’ έξω στο ύπαιθρο ακούγονται
τα ζώα ν’ αναμηρυκάζουν γαληνιαία σαν μέσα στην αιωνιότητα.

Μ’ αρέσει αυτή ή νωπή ησυχία. Κάπου εδώ κοντά, σ’ ένα χαγιάτι,
μια νέα γυναίκα θα χτενίζει τα μακριά μαλλιά της
και πλάι της θ’ ανασαίνουν τ’ απλωμένα εσώρρουχα στο φεγγαρόφωτο. Όλα ρευστά, γλυστερά, ευτυχισμένα. Μεγάλες υδρίες μες στους λουτήρες
θαρρώ πως χύνουνε νερό στων κοριτσιών τους αυχένες και τα στήθη,
γλυστράνε τα μικρά, αρωματικά σαπούνια στα πλακάκια,
οι φυσαλίδες διασχίζουν τους θορύβους των νερών και των γέλιων,
μια γυναίκα γλύστρησε κ’ έπεσε,
γλύστρησε το φεγγάρι απ’ το φεγγίτη,
όλα γλυστρουν απ’ το σαπούνι — δεν μπορείς να τα κρατήσεις
ούτε μπορείς να κρατηθείς· — αυτό το γλύστρημα
είναι ο επανερχόμενος ρυθμός της ζωής· οί γυναίκες γελάνε
τραντάζοντας λευκούς, πανάλαφρους πυργίσκους σαπουνάδας
επάνω στο δασάκι του εφηβαίου τους. Έτσι νάναι ή ευτυχία; (…)»

ΟΡΕΣΤΗΣ, Ιούνης 1962 – Ιούλης 1966


3

«(…) Άλλοτε πάλι, τα μεγάλα μεσημέρια, σ’ ένα διάλειμμα της μάχης,
ή σ’ ώρα πορείας, σ’ ένα σταμάτημα, νιώθαμε μονομιάς πώς διψούσαμε —
τίποτ’ άλλο: διψούσαμε. Δεν ονομάζαμε το νερό και τη δίψα μας·
σκύβαμε μόνο αμήχανοι να δέσουμε τάχα τα σαντάλια μας,
κ’ έτσι, σκυμμένοι, κοιτούσαμε πέρα, κρατώντας
μια εικόνα αντεστραμμένη από τοπία, ανθρώπους κι από μας τούς ίδιους, μια εικόνα απατηλή, συγγνωστική, διαυγή, τεθλασμένη,
σάμπως καθρεφτισμένη σε νερό. Και νερό δεν υπήρχε. Διψούσαμε.

Κείνος ο δρόμος ερημώθη ως τό βάθος. Απ’ τις δυο πλευρές του
πηγάδια σκεπασμένα, μολυσμένα απ’ τους νεκρούς. Ράγιζε ή πέτρα
απ’ τη μεγάλη ζέστη. Τα τζιτζίκια ξεφώνιζαν. Ο ορίζοντας
είταν ασβέστης και γλώσσες φωτιάς. Μέσα στην ανελέητη λιακάδα
σπίθιζαν στα σαμάρια των τειχών, όρθια, σπασμένα τζάμια,
χωρίζοντας συντρόφους, φίλους, συμπολεμιστές. Πάρ’ όλη
την αιχμηρή, δοξαστική ακτινοβολία, δεν κρυβόταν τίποτα. Είδα άντρες
γενναίους
να ρίχνουν στάχτη στα μαλλιά τους· κ’ είδα τη στάχτη
ν’ ανακατεύεται με τα δάκρυά τους· μαύρα αυλάκια
χώνονταν μες στα γένεια τους, ως κάτω στα σαγόνια τους.

Αυτοί που πλέναν τ’ άλογά τους άλλοτε στ’ ακροθαλάσσι ολόγυμνοι
κι αλείβανε τις χαίτες με λάδι ξανθό, λάμποντας όλοι
άνθρωποι κι άλογα σε μεγαλόφωτα πρωινά· αυτοί οι ίδιοι
που χόρευαν τα βράδια πάνω απ’ τις φωτιές κι αστράφτανε
τα γυμνά πέλματά τους ολοπόρφυρα, — τώρα ζαρώνουνε
ανάμεσα στα βράχια, χολώνουν, γκρινιάζουν, βάζουν την παλάμη
μπροστά στα σκέλια τους, ντρέπονται, κρύβονται,
σα νάχουν φταίξει, σα να τους έχουν όλοι φταίξει. Κ’ ίσως να φθονούν
τους νέους πολεμιστές για την ωραία ανυποψία τους, για την τόλμη τους, για την ενθουσιαστική, αποστηθισμένη ευφράδειά τους, κ’ ίσως πιότερο
απ’  όλα
για τα βαριά, στιλπνά μαλλιά τους, τα ογκωμένα από υγεία και έρωτα.

Κι όμως κι αυτοί ξεκίνησαν κάποτε με τη χαριτωμένη αφέλεια
και την κρυφή ματαιοδοξία ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν
όλοι μαζί, καθένας χώρια, και τόδαν και τόβλεπαν: καθένας
για ένα δικό του λόγο, μια ξεχωριστή φιλοδοξία, στεγασμένη
κάτω από μια μεγάλη ιδέα, έναν κοινό σκοπό, — διάφανη στέγη
που κάτω της διακρίνονταν καλύτερα του καθενός το κομμάτιασμα,
η δυστυχία κ’ η μικροπρέπεια όλων. Πώς νάβαζες, φίλε μου, τάξη
σ’ αυτό το χάος; Πώς να σταθείς κοντά τους; Τώρα καταλαβαίνω.(…)»

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ, Μάης 1963 – Οχτώβρης 1965


4

«(…) Το καλοκαίρι πάλι,
έκαιγε ακέριο το βουνό σαν καμίνι,
άχνιζε με τα πέτρινα ρουθούνια του, σαν παράξενο τέρας,
το καυτερό του χνώτο καταπρόσωπο στο σπίτι μας· διατηρούσε τη ζέστα
πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα, ως τις 2 ή τις 3. Και τα τζιτζίκια
ανόητα, ματαιόσχολα, όλη μέρα (και τη νύχτα ακόμη)
χτυπούσαν στα μικρά ταμπούρλα τους το σύνθημα
ενός φωτεινού συναργεμού, χωρίς αιτία ή κίνδυνο
ή τουλάχιστον κίνδυνο ορατό — τα συνηθίσαμε κι αυτά· σχεδόν πια δεν ακούγαμε
αυτούς τους φλύαρους νάνους στρατιώτες των ζεστών μεσημεριών
μέσα σε καλοκαίρια τόσο απέραντα και φωτεινά σαν πεθαμένα
όταν η λιγοστή δροσιά κατέφευγε στις σκεπασμένες στέρνες
ή στις στοές των νεκρών όπου λιώναν τα ρούχα τους
και σκούριαζαν απ’ την υγρασία οι χρυσές υδρίες που αποθέσαμε πλάι τους.

Τότε το μόνο που σου θύμιζε πως είσαι ζωντανός
είταν ο ιδρώς στο μέτωπό σου που μούσκευε το μαξιλάρι
και προπάντων ο ιδρώς στο λαιμό σου
μ’ αυτήν την ταπεινωτικήν ενόχληση και την επίγνωση
για τη μικρότητα αυτής της ενόχλησης που επεκτεινόταν
σε μιαν απέραντη, διεισδυτική δυσφορία ως τις ρίζες του κόσμου
που πάνω της επέπλεαν μονάχα οι  μύγες,
κάτι μεγάλες, μαύρες μύγες, βουερές κι αναίσχυντες.

Ίσως γι’ αυτό οι δικοί μας ξενητεύτηκαν,
κατέβηκαν στα παράλια, ετοίμασαν καράβια,
έκαναν εκστρατείες και ναυμαχίες, λέει,
μόχθησαν κ’ ίδρωσαν αλλιώς, ίσως μονάχα
για να ξεπλύνουν τον ιδρώτα του βουνού μέσα στη θάλασσα,
να ξεπλυθούν, να πνιγούν μες στο νερό, να γλυτώσουν
από τούτον τον κάθετο βράχο· — δεν ξέρω
να ορίσω το τι και το πώς — όλα μπλέκονται:
εκείνες οι ζεστές, στυφές μυρουδιές της φτέρης, του σκίνου,
της πέτρας, της μούχλας, του ασβέστη, στα φλογερά μεσημέρια,
ο ιδρώτας, τα τζιτζίκια, το βουνό, τα καράβια,
οι σκοτωμένοι στη στεριά κ’ οι πνιγμένοι
όταν τους ξέβραζε η θάλασσα σ’ ένα στρωτό ακρογιάλι
μια νύχτα, μ’ ένα κίτρινο φεγγάρι καρφωμένο σ’ ένα ακόντιο,
κι ούτε είχαν μια λαβωματιά οι πνιγμένοι στο σώμα τους —
πώς πέθαναν λοιπόν; — ποτέ μου δεν είδα πνιγμένους.
Και τ’ ασημένιο φάσμα μιας σφαγμένης κόρης
να κυματίζει ανάερο πάνω απ’ τους πνιγμένους
μ’ ένα μακρύ κρίνο στα χέρια, — άχραντη, απείραχτη
απ’ τον ιδρώτα κι απ’ τους άσημους, τους τρωκτικούς δικούς μας πόνους.

Μπορεί και να μην ενοχλούνται οι άντρες απ’ αυτά
τα εξευτελιστικά ρυάκια του ιδρώτα
που σε χρησιμοποιούν αυθαίρετα για κοίτη τους
σα νάσουν πέτρα ή χώμα ή καμένο χορτάρι. Δεν ξέρω.
Αυτοί, τα μεσημέρια, κατέφευγαν στα δημόσια λουτρά
παίζοντας ίσως και γελώντας γυμνοί, κυνηγώντας
ο ένας τον άλλον, καταβρέχοντας
ο ένας τον άλλον, με μεγάλα λαγήνια, — πώς μπορεί
να τρέχει ή να γελάει κανένας
όταν είναι γυμνός; — ποτέ δεν το κατάλαβα. Όταν έβγαιναν
απ’ τα λουτρά (τους συνάντησα κάποτε) είταν πιο όμορφοι,
πιο ευγενικοί, σαν αόριστα ένοχοι· — τα πρόσωπά τους,
δροσερά τότε και ρόδινα, υπογράμμιζαν
μια παράξενη, παρθενική συστολή, και τότε μόνο αισθάνθηκα πώς και οι άντρες μπορεί νάναι μονάχοι και μπορεί να πεθάνουν.(…)»

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ, Μάης 1960

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ (27η)