Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Ορχάν Βελή Κανίκ - Η γέφυρα του Γαλατά



Στον Τούρκο ποιητή Ορχάν Βελή Κανίκ (Orhan Veli Kanik, 1914-1950), έχουμε ήδη αναφερθεί από τη στηθάγχη (δείτε τη σχετική ανάρτηση εδώ). Επανερχόμαστε με ένα ακόμα ποίημά του, αυτή τη φορά σε μετάφραση Θωμά Κοροβίνη. 

Η γέφυρα του Γαλατά

Στέκομαι πάνω στη γέφυρα
Και σας χαζεύω όλους σας με κέφι
Άλλος τραβάει σιγά-σιγά κουπί
Άλλος βγάζει μύδια απ' το καραβάκι
Άλλος κρατάει το τιμόνι στο πλοίο
Άλλος κουμαντάρει το παλαμάρι στο κεφαλόσκαλο
Άλλος είναι πουλί, πετάει, σαν ποίημα
Άλλος είναι ψάρι αστραφτερό
Άλλος βαπόρι, άλλος λαμπόγυαλο
Άλλος σύννεφο, στον αέρα
Άλλος είναι ατμάκατος με καπνοδόχο
Περνάει βιαστικά κάτω απ' τη γέφυρα
Άλλος είναι ντουντούκα και σφυρίζει
Άλλος είναι ντουμάνι και καπνίζει
Όμως εγώ τρυπώνω μέσα σε όλων σας
Σε όλων σας τον καημό
Μήπως εγώ είμαι το κέφι που φωλιάζει μέσα σας
Είναι η μέρα που θα σας πω ένα ποίημα
Που ίσως θα στρέφεται γύρω από σας
Έχω πέντε-έξι γρόσια στα χέρια μου
Και η κοιλιά μου είναι χορτάτη.


Ορχάν Βελή Κανίκ – Orhan Veli Kanık

(Μετάφραση: Θωμάς Κοροβίνης)


Από το ιστολόγιο Windmills Of Your Mind

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Εκδήλωση - αφιέρωμα στη Μέρα της Γυναίκας: «Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μέλπω Αξιώτη: Για τη γυναίκα»


Με θέμα «Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μέλπω Αξιώτη: Για τη γυναίκα», η ΚΕ του ΚΚΕ πραγματοποιεί την ερχόμενη Κυριακή 20 Μάρτη, στις 11 π.μ., εκδήλωση - αφιέρωμα στη Μέρα της Γυναίκας. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα Συνεδρίων της ΚΕ, στον Περισσό. Το αναλυτικό πρόγραμμα της εκδήλωσης έχει ως εξής:

«Σύμπτωση», ποίημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1939).

«Γυναίκες», νουβέλα - αποσπάσματα, Γαλάτεια Καζαντζάκη (1933).

Εμβόλιμο τραγούδι «Καρτερούσα τον έρωτα» 1922 (Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ανδρέας Α. Αρτέμης).

«Αμαρτωλό ή ναυάγιο» (1931), τραγούδι (Γαλάτεια Καζαντζάκη, Γιάννης Σπανός).

ΕΙΣΗΓΗΣΗ, Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος Πολιτισμού.

«Κρίσιμες στιγμές», διήγημα - αποσπάσματα, Γαλάτεια Καζαντζάκη (1952).

ΕΙΣΗΓΗΣΗ, Αριστούλα Ελληνούδη, κριτικός θεάτρου, δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη».

«Δύσκολες νύχτες», μυθιστόρημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1938).

«Θέλετε να χορέψομε Μαρία;», νουβέλα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1940).

«Το ξύπνημα της Ελληνίδας», από το «Ελληνίδες φρουροί της Ελλάδας», χρονικό - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1945).

ΕΙΣΗΓΗΣΗ, Αννεκε Ιωαννάτου, διδάκτορας Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης.

«Εικοστός Αιώνας», μυθιστόρημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1946).

«Κοντραμπάντο», ποίημα - απόσπασμα, Μέλπω Αξιώτη (1959).

Την αφήγηση των αποσπασμάτων θα πραγματοποιήσουν οι ηθοποιοί Ηλιάνα Μαυρομάτη, Ηρα Ρόκκου και Δημήτρης Αντωνιάδης. Σύνθεση, ενορχήστρωση - διασκευή τραγουδιών, διεύθυνση ορχήστρας: Φίλιππος Παχνιστής. Μουσική ερμηνεία: Ροδάνθη Κασκαφέτου (τραγούδι), Ερση Φτούλη (τραγούδι), Αλέξανδρος Καμπουράκης (ακορντεόν), Φίλιππος Παχνιστής (πιάνο), Νίκος Σαρρής (τρομπέτα), Δημήτρης Χριστοδουλόπουλος (κιθάρα).

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Μέλπω Αξιώτη, «Ο λαός είναι ο μέγας δάσκαλος»

Η Μέλπω Αξιώτη μπορούσε και ήξερε να μεταβάλλει «την οδύνη, την παρεξήγηση, τη μόνωση σε κατανόηση, δύναμη αποδοχής και ομορφιά. Θα λεγα δηλαδή σε ουσία ζωής», όπως έλεγε ο φίλος της Γιάννης Ρίτσος και συνέχιζε ότι με τα έργα της «περνοδιαβαίνει ανεμπόδιστα από το χθες στο σήμερα, απ' το σήμερα στο αύριο - όλο σ' ένα μακρύτερο αύριο...».

Ολότελα ξεχωριστή, προσωπική, «ριζοσπαστική» θεματολογικά και μορφολογικά η γραφή της. Στο λεξιλόγιό της χρησιμοποιεί μια αυθεντική λαϊκή γλώσσα, τους ιδιωματισμούς της Μυκόνου, αλλά και λέξεις ναυτικών. Σε πολλά έργα της κυρίαρχο ρόλο παίζουν η μνήμη, η χειμαρρώδης αφήγηση, τα συνεχή άλματα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Ποια ήταν η Μέλπω Αξιώτη

«Ο πάπους μου μέχε μάθει ν' αγαπώ το λαό, πως ο λαός είναι ο μέγας δάσκαλος κι έχει απέραντους θησαυρούς και μεγάλη σοφία, είχε γράψει κι ο ίδιος πολλά μυκονιάτικα διηγήματα γεμάτα αγάπη για το φτωχό κόσμο κι ήταν ο πρώτος που έκαμε γνωστή στην Ελλάδα τη ρούσσικη φιλολογία με μεταφράσεις στη δημοτική του Πούσκιν, Λέρμοντοφ, Τολστόι. Ο πατέρας μέχε μάθει ν' αγαπώ τη Ρωσία, όπου εκεί είχε γεννηθεί κι ο ίδιος και μεγάλωσε. Τον αγαπούσα λοιπόν το λαό, την αγαπούσα και τη Ρωσία, και σίγουρα ότι εκείνες οι δυο αγάπες μαζί, μέχανε πάει εμένα πια ίσαμε το ΚΚΕ. Είχα δηλαδή κάμει νερά, είχα φύγει απ' την τάξη μου...».

Αυτά έγραφε το 1953 σε αυτοβιογραφικό της κείμενο, με τίτλο «Ο παππούς μου».

Γεννήθηκε το 1905 στην Αθήνα. Πατέρας της ο Μυκονιάτης μουσικοσυνθέτης Γιώργος Αξιώτης, μητέρα της η αριστοκράτισσα Καλλιόπη Βάβαρη. Οι γονείς της χωρίζουν και η Μέλπω μεγαλώνει στη Μύκονο μαζί με τον πατέρα της. Τελειώνει το Σχολαρχείο στη Μύκονο και το 1918 μπαίνει εσώκλειστη στις Ουρσουλίνες της Τήνου. Το 1922 έρχεται στην Αθήνα και ζει με τη μητέρα της. Το 1925 παντρεύτηκε τον δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη, με τον οποίο έζησε τέσσερα χρόνια στη Μύκονο.

Το 1933 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο των Γραμμάτων. Το 1936 εντάσσεται στο ΚΚΕ. Το 1938 κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα, «Δύσκολες νύχτες». Τιμήθηκε με το Α' βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Κατά την προπολεμική περίοδο, ήρθε σε επαφή με αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους και γνωρίστηκε με τους Νίκο Εγγονόπουλο, Νίκο Καββαδία, Γιώργο Σεφέρη και άλλους.

Στα χρόνια της Αντίστασης

Στη διάρκεια της Κατοχής εντάσσεται στο ΕΑΜ, στην Εθνική Αλληλεγγύη και γράφει για ΕΑΜικά έντυπα. Ηταν στη Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας «Σοβιετικά Νέα», με επικεφαλής από την Επιτροπή Πόλης της ΚΟ Αθήνας την Ηλέκτρα Αποστόλου. «Μέσα στην τοτινή παρανομία όλοι δουλεύανε στα κρυφά. Ο καθένας δεν ήξερε παρά μόνο τι έκανε ο ίδιος και μερικοί που του 'τυχε να τους συναντήσει στην πορεία του. Οι λογοτέχνες είχανε δυο βασικούς τομείς όπου κινιούνταν: τον παράνομο Τύπο και την οργάνωση του ΕΑΜ Λογοτεχνών».

Τα χρόνια αυτά δίνουν ώθηση και στην καλλιτεχνική παραγωγή, για να αποτυπώσει αυτές τις ιστορικές στιγμές. Μάχες, μπλόκα, εκτελέσεις, μεγάλες διαδηλώσεις αποτυπώνονται σε πλήθος λογοτεχνικών, εικαστικών, θεατρικών έργων. Η Μέλπω συμμετέχει και αυτή στην προσπάθεια να «καταγραφεί» η σύγχρονη ιστορία του τόπου μας και να υμνήσει τον αγώνα του λαού. Ο τόμος «Χρονικά» περιλαμβάνει τα κείμενα αυτής της περιόδου και συγκεκριμένα: «Απάντηση σε 5 ερωτήματα», «Πρωτομαγιές 1886 - 1945», «Οι Ελληνίδες φρουροί της Ελλάδας», «Αθήνα 1941 - 1945». Χαρακτηριστικά, το βιβλίο «Απάντηση σε 5 ερωτήματα» βγήκε τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης και εξαντλήθηκαν τα 11.000 αντίτυπα μέσα σε 30 μέρες.

«Μες στη φωτιά του αγώνα, ο κόσμος είχε μάθει να διαβάζει. Μέσα σ' εκείνα τα γραφτά έβρισκε τη δικιά του γλώσσα που την καταλάβαινε, κι έβρισκε και τα ζητήματα που ποθούσε να βρει. Κι ο λογοτέχνης από τη μεριά του μες στην παρανομία είχε διδαχτεί τώρα κάποιους κανόνες της τέχνης του, τους είχε μάθει και χωρίς να ξέρει πως ήτανε κανόνες της τέχνης». Τα κείμενα αυτής της περιόδου είναι κείμενα επικαιρικά, που ξεπερνούν όμως την εποχή που γράφτηκαν. Οι ήρωές της είναι οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, που μάχονται για τη ζωή και το μέλλον...
Η αναγκαστική ξενιτιά

Το 1947 διωκόμενη καταφεύγει στο Παρίσι. Στη Γαλλία γνωρίζεται με τους κομμουνιστές δημιουργούς Λουί Αραγκόν, Πωλ Ελυάρ, Πάμπλο Νερούντα και Πάμπλο Πικάσο.Το μυθιστόρημα «Εικοστός αιώνας», που είχε γράψει το 1946 και θεωρείται το πιο άρτιο και αντιπροσωπευτικό έργο της, μεταφράζεται στα γαλλικά, γνωρίζει μεγάλη απήχηση και σημαίνει την πανευρωπαϊκή της καταξίωση.

Επειτα από διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης, απελαύνεται από τη Γαλλία και εγκαθίσταται στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Το 1951 συμμετέχει στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, όπου γνωρίζει τον Ναζίμ Χικμέτ.

Το 1952 πάει στη Βαρσοβία και εργάζεται σε ελληνική εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού. Το 1955 εκδίδεται από τις «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις» το έργο «Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας», όπου γράφει για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό: «Δεν περιορίζεται μόνο να περιγράφει σωστά, μα έχει κι άλλο χρέος και μια τεράστια αποστολή: Διαπλάθει και διαπαιδαγωγεί χαρακτήρες και προσωπικότητες. Εξηγεί και συγκρίνει. Βγαίνει μες από το παρελθόν για να μπει μες στο μέλλον, και το προβλέπει το μέλλον κι αν ακόμα δε φαίνεται ολούθε πεντακάθαρο, και το βοηθά να 'ρθει μια ώρα αρχύτερα...».

Το 1956 επιστρέφει στη Λαοκρατική Γερμανία, όπου έως το 1964 διδάσκει σε πανεπιστήμιο Νέα Ελληνικά και Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Το 1965 επαναπατρίζεται στην Ελλάδα. Γράφει τα έργα «Το Σπίτι μου» και «Η Κάδμω». Στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, καθώς και σοβαρά προβλήματα υγείας. Τη φροντίζουν λίγοι φίλοι, ανάμεσά τους και ο Γ. Ρίτσος. Πέθανε το Μάη του 1973.

Αυτή ήταν η Μέλπω Αξιώτη, που γι' αυτήν «η τέχνη πριν γίνει τέχνη ήταν κι αυτή ζωή». Και έζησε μαζί με όλες τις ηρωίδες της, γιατί όπως έλεγε και στην Κάδμω, «ίσως αυτό είναι που σου άρεσε και μεταμορφωνόσουν. "Η μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας". Και τότε γινόσουν η Αννα, η Κάδμω, η Ισμήνη, η Ανώνυμη... Για να υπάρχεις μέσα στον κόσμο. Για να σ' ακούν να μιλάς οι άνθρωποι»...

Α. Π.
Ριζοσπάστης, 12-13 Μάρτη 2016

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Γαλάτεια Καζαντζάκη, «Μια κατακόκκινη κι αντάρτισσα παραφωνία»

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1881. Ηταν το πρώτο παιδί της οικογένειας του Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη. Αδέρφια της ήταν οι Ραδάμανθυς, Λευτέρης και Ελλη Αλεξίου.

Μορφώθηκε με την τεράστια βιβλιοθήκη του πατέρα της και σε γαλλικό σχολείο. Η παρουσία της στα Γράμματα ξεκινάει το 1907 με διηγήματα που στέλνει σε περιοδικά. Από την αρχή κιόλας δίνει το στίγμα της. Γράφει για τους πλούσιους συντοπίτες της: «Εχω ή δεν έχω δίκαιο να τους σιχαίνομαι όλους αυτούς τους αρλεκίνους του καλού κόσμου;».

Το 1909 δημοσιεύει το πρώτο της μυθιστόρημα «Ρίντι παλιάτσο» στο περιοδικό «Νουμάς», που προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση για τη ρεαλιστική γραφή του, σε μια εποχή που κυριαρχούσε ο ρομαντισμός. Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει τότε: «Μέσα σε μιαν επαρχιακή στενοκέφαλη κοινωνία, η παρουσία της προξενεί σκάνδαλο στους αστούς. (...) Είναι μια κατακόκκινη κι αντάρτισσα παραφωνία...». Και συνεχίζει: «... η δυσφορία που μου γεννά το "Ρίντι Παλιάτσο" αναβλύζει ίσως από κάποια βαθύτερη, μυστικότερη πηγή. (...) Ο,τι κι αν λέμε, ο αληθινός ρόλος της γυναίκας είναι ν' αγαπά, να χαίρεται και να σωπαίνει...».

Μια «παραφωνία»... Αυτό ήταν η Γαλάτεια στις αρχές του περασμένου αιώνα. Τολμά να πάρει τη ζωή στα χέρια της, να διεκδικήσει το δικαίωμα στον έρωτα, στη δημιουργία, στην καλλιτεχνική αναζήτηση. Αφήνει τη σιγουριά του πατρικού σπιτιού της και ντύνεται αντρικά για να κατορθώνει να συναντά τον αγαπημένο της Νίκο Καζαντζάκη. Το 1910 τον ακολουθεί στην Αθήνα και συζούν για ένα χρόνο, πριν παντρευτούν κρυφά.

Η πορεία της ζωής της



Η Γαλάτεια εμπνέεται από την Οχτωβριανή Επανάσταση, ασπάζεται τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού κι εντάσσεται στο κίνημα μέχρι το τέλος της ζωής της. Της ανήκει ο τίτλος της πρώτης Ελληνίδας σοσιαλίστριας συγγραφέα. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη της λογοτεχνίας: Ποιήματα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, θεατρικά. Συνεργάζεται με τον «Ριζοσπάστη», τα περιοδικά «Πρωτοπόροι» και «Νέοι Πρωτοπόροι», όπου το 1931 γίνεται και αρχισυντάκτρια. Εκεί δημοσιεύεται και το ποίημά της «Αμαρτωλό». 

Εκεί, με τα λόγια της πόρνης ξεσκεπάζει τη σαπίλα της αστικής κοινωνίας:
«... πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι
όλη η ζωή μου του χαμού.
Μ' από την κόλασή μου σου φωνάζω
εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω».

Από τα πρώτα κιόλας έργα της, βασικό χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής της δημιουργίας είναι η αναφορά στη θέση της γυναίκας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλο της το έργο είναι αφιερωμένο στη συνειδητή προσπάθειά της για χειραφέτηση της γυναίκας, που με την πάροδο των χρόνων και την προσέγγιση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, αποκτά βαθύτερο περιεχόμενο. Αναδεικνύει την ανάγκη συμμετοχής των γυναικών στην ταξική πάλη και ότι μόνο μέσα από την ανατροπή αυτού του συστήματος θα δοθεί τέλος στη διπλή καταπίεση της γυναίκας. Στηλιτεύει αλύπητα τις γυναικείες και αντρικές προκαταλήψεις και συμπεριφορές γύρω από τη θέση της γυναίκας. Η σκλαβιά των ηρωίδων της εξαρτάται από την ταξική τους θέση κι εκδηλώνεται με τη φτώχεια, την υποταγή στον άνδρα, το συμβατικό ή συμφεροντολογικό γάμο, την οικονομική εξάρτηση.

Χαρακτηριστικό είναι και το πρώτο της μυθιστόρημα, «Γυναίκες», το 1933. Σε αυτό παρατίθεται η αλληλογραφία ανάμεσα σε εφτά αδελφές, κάθε μία από τις οποίες αντιπροσωπεύει και μια προσωπικότητα, με διαφορετικές αντιλήψεις - ανάλογα με την ταξική τους θέση - για την εργασία, το γάμο, τις ανθρώπινες σχέσεις διαμορφωμένες στο υπάρχον εκμεταλλευτικό σύστημα. Ανάμεσα σε αυτές τις αδερφές είναι και η κομμουνίστρια δασκάλα, που δείχνει το μέλλον.

Στο μεταξύ, η Γαλάτεια έχει ήδη πάρει διαζύγιο από το Ν. Καζαντζάκη και το 1933 παντρεύεται τον Μάρκο Αυγέρη.
«Ο κόσμος που πεθαίνει κι ο κόσμος που έρχεται»

Αυτός είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου της, που εκδόθηκε από το εκδοτικό του ΚΚΕ «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις». Είναι όμως ένας τίτλος, που όπως λέει και ο Τάκης Αδάμος, θα μπορούσε να στεγάσει όλο το έργο της Γαλάτειας, αφού σ' αυτό απεικονίζονται ανάγλυφα οι δυο κόσμοι.

Στην Κατοχή λαμβάνει ενεργά μέρος στην Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ Λογοτεχνών. Το 1952 εκδίδονται διηγήματα με τίτλο «Κρίσιμες στιγμές», για τον ηρωικό αγώνα του λαού μας.

Σε όλο της το έργο καταγγέλλει την αστική κοινωνία, αναδεικνύοντας τη ζοφερή εικόνα της και την παρακμή της σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Με το έργο της προσπαθούσε να δείξει την κίνηση, τις αντιφάσεις, που υπάρχουν μέσα στην ίδια την πραγματικότητα, την ουσία των φαινομένων. «Για μένα τέχνη δε θα πει τεχνητό, ούτε τέχνασμα. Η αλήθεια της ζωής, σε μια συγκροτημένη έκφραση, οργανωμένη, που να δίνει μια άρτια εικόνα της ανθρώπινης μοίρας, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να δώσει η τέχνη».

Το έργο της ξεχειλίζει από βαθύ ανθρωπισμό, από αγάπη κι ενδιαφέρον για τον απλό άνθρωπο, τον άνθρωπο του μόχθου. Εκφράζει το θαυμασμό της στις νέες δυνάμεις, που κινούν προς τα μπρος. Με το έργο της αφύπνισε συνειδήσεις, απέκτησε κοινό βηματισμό με το λαό. «Ο τεχνίτης πρέπει να λέει με το έργο του κάθε στιγμή στο λαό του: Είμαι δικός σου. Σάρκα από τη σάρκα σου. Κι αν υπάρχει κάτι που με κάνει διαφορετικό είναι γιατί μπορώ να σου δώσω την αιωνιότητα. Να τραγουδήσω τις χαρές σου. Να φτερώσω τις ελπίδες σου. Να αθανατίσω τις ηρωικές σου πράξεις. Να διαλαλήσω την αρετή σου. Να πω σ' όλο τον κόσμο το μόχτο και τον αγώνα της ζωής σου».

Πέθανε το 1962, αφήνοντας μεγάλη παρακαταθήκη συμπυκνωμένης πείρας από τη ζωή και τον αγώνα, που διατηρεί αμείωτη την επικαιρότητά της, ειδικά για τη νέα γενιά.

Α. Πρ.
Ριζοσπάστης, 6 Μάρτη 2016

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

― Γδικιωμόοοο…

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος
…Εκείνα τα παιδιά, με τα οποία μοιραστήκαμε τα πρώτα βιβλία, είχαν την τύχη της βιβλιοθήκης μου: κάηκαν προτού προλάβουν να σχηματιστούν. Άλλους τους έχασα έπειτα τελείως κι έμειναν ό,τι ήταν: παιδιά. Και δεν υπάρχει τώρα παρά η απέραντη νεκροπομπή που κουβαλούμε μέσα μας όσοι επιζήσαμε. Και ίσως κάποια ίχνη που άφησαν με το χέρι τους, όπως τα δυο μου αδέλφια τις υπογραφές τους στον παλιό τόμο της Καινής Διαθήκης, στην τελευταία σελίδα ―κε το θεό δόξα έγραψε το μικρό αδέλφι δίπλα στη λέξη "τέλος" του βιβλίου.

Μια μέρα, γυρίζοντας από το γυμνάσιο, περάσαμε με τον Αργύρη από το σπίτι του. Με άφησε να περιμένω κάτω στη σκάλα, αφού έκλεισε προσεχτικά την εξώπορτα. Σε λίγο τον είδα να κατεβαίνει μ’ ένα βιβλίο.

Ήταν ένα πανέξυπνο παιδί. Κατάλαβα από το πονηρό του χαμόγελο ότι το εξώφυλλο δεν είχε σχέση με το βιβλίο μέσα. Έκαμα να το ανοίξω, δεν με άφησε ―"στο σπίτι" και μου το πέρασε κάτω από το παλτό.

Ήταν το Φως που καίει. Έτσι φτάναμε και σ’ αυτά.

Ο Γδικιωμός που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα,
είμαστ’ εμείς που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά.

Όλα ήταν εδώ μέσα. Όλος ο δικός μας προγραμματισμός.

Έπειτα ο Αργύρης, όταν στην Αθήνα συνεχίζονταν οι μάχες, μ’ έναν τηλεβόα φώναζε στην πλατεία του Αη Θανάση: ― Γδικιωμόοοο…

Στον εμφύλιο, μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού, τον σκότωσαν λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, εκεί γύρω στην ίδια πλατεία, στην ίδια σκηνή…

Είχαν κάποιο λόγο να τ’ απαγορεύουν και να τα καίνε αυτά τα βιβλία, δεν εγνώριζαν Ομως πως όσο τα βιβλία τα κυνηγάς, όσο τα καις, τόσο με την δοκιμασία της φωτιάς ο λόγος τους αληθινά καίει.

Ο Αργύρης είναι τώρα κι αυτός στην χορεία εκείνων των παιδιών ολοζώντανος σ’ ένα βάθρο της νεκρόπολής μου με το πρόσωπο κοντά-κοντά χαρακωμένο από τις ακτίνες των πανέξυπνων ματιών του και του γέλιου του, ένας κρουνός από λάμψεις, όπως σπινθηροβολεί το καλό πετράδι…

ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

[Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ, Α΄τόμος, σελ. 201-202]

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Τραγούδια ενάντια στον «Καθημερινό φασισμό»

«Απ' την τράπεζα το δείλι/ βγαίνουν πέντε κροκοδείλοι./ Την κοιλιά τους αργοσέρνουν/ και στη λιμουζίνα γέρνουν./
Μαύρες τσάντες κι αν κρατάνε,/ οι μασέλες τους πώς πάνε!/Μπουκωμένο στόμα έχουν,/ μα τα σάλια τους πώς τρέχουν!/
Μια ζωή για μας φροντίζουν/ κι είναι όλοι τους καλοί/ πότε φέρνουν τους φαντάρους/ πότε ανοίγουν τη Βουλή».
Με τις παραπάνω τρεις στροφές ως «εισαγωγή» αρχίζει το  βιβλίο του Φώντα Λάδη «Καθημερινός φασισμός (Πολιτικό ορατόριο και ένα κείμενο για το πολιτικό τραγούδι)» (εκδόσεις «Μετρονόμος»). Πρόκειται για συλλογή 26 ποιημάτων που γράφτηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μελοποιήθηκαν από τον Γιώργο Τσαγκάρη αλλά καμιά εταιρεία δε δέχτηκε να τα δισκογραφήσει. Χάθηκε και η μπομπίνα με τη φωνή του Τσαγκάρη στα μελοποιημένα τραγούδια. 

Φώντας Λάδης
 Μετά το θάνατο του συνθέτη (2008), ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε ένα από τα 26 ποιήματα - το πλέον διαχρονικό και επίκαιρο, με τίτλο «Ο φασισμός»: 

«Ο φασισμός δεν έρχεται απ' το μέλλον/ καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει./ (...) 
Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν/ και χάνονται βαθιά στα περασμένα./ (...) 
Μα πάλι θε ν' απλώσει σα χολέρα,/ πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου/ και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα,/ αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου./ 
Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον./Δε θα πεθάνει μόνος. Τσάκισέ τον!».

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Αριστ. Βαλαωρίτης: Δεν έφαγες ποτέ ψωμί ξερό…


[Δεν έφαγες ποτέ ψωμί ξερό…]

Δεν έφαγες ποτέ ψωμί ξερό και μουχλιασμένο,
στον ίδρωτα, στο δάκρυ σου, στο αίμα σου βρεμένο·
τη νύχτα δεν εξύπνησες να ιδείς το σύντροφό σου
γυμνόν να τονε σέρνουνε μακρά από το πλευρό σου·
δεν είδες το παιδάκι σου, δεν είδες τον πατέρα
στη φυλακή, στα σίδερα· δεν είδες τη μητέρα
ασθενισμένη και γριά μες στη φωτιά να βράζει
κι απελπισμένη να θρηνεί, βοήθεια να σε κράζει·
δεν είδες στο χωράφι σου τα στάχυα μεστωμένα
να τα θερίζουν τ’ άλογα του Τούρκου πεινασμένα
και να σου αφήνουν τ’ άχερα τα ποδοπατημένα
για να χορτάσεις τα παιδιά, που σκούζουν λιμασμένα.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Μαριάννα Γιαννουράκου: "Συνηθίσαμε τόσο τούτα τα λουριά πάνω μας που βήμα να κάνουμε δίχως αυτά δεν μπορούμε..."


Βαστίλες

Συνηθίσαμε τόσο τούτα τα λουριά πάνω μας
που βήμα να κάνουμε δίχως αυτά δεν μπορούμε.
 

Πώς να ψιθυρίσεις ένα λόγο αληθινό μέσα από φίμωτρο;
Πώς να ξεφύγεις απ’ τη σκιά σου με τόσες πέτρες δεμένες πάνω σου;
 

Είλωτες μιας ζωής αλλότριας γινήκαμε
Σέρνοντας το βιός μας με κοφτές ανάσες
φοβούμενοι μη μας στερήσουν τη φυλακή μας.
Και πώς αναπνέει κανείς έξω από ένα κελί;
 

Κόβουμε το κορμί μας κομμάτι-κομμάτι,
να μην προεξέχει τίποτα από τα κάδρα,
να χωράει ο τρόμος στους τοίχους που στολίζουμε,
– απόδειξη της μισής ζωής που επιτρέπεται να ξοδέψουμε,
Όσο ακριβώς κοστίζει μιαν αγχόνη!
 

Κόβουμε τις ματιές μας, μικρά μικρά κομμάτια,
σαν στίχους μοιρολογιού, σαν στάλες,
μη δούμε την αλήθεια ολόκληρη και ραγίσουμε.
Κόβουμε τους ήχους σε κούφιες νότες,
συλλαβές ατάκτως ερριμμένες,
μην ακουστούν οι κραυγές μας και ενοχληθούμε την ώρα που κοιμόμαστε,
την κάθε ώρα!
 

Κι όταν κάπου-κάπου,
όχι πολύ συχνά,
συναντούμε κάποιον άνθρωπο ολόκληρο, όρθιο, ακέραιο,
που τολμά – πώς τολμά; –
να αρθρώνει το όνομά του και να βαδίζει σαν
να ξέρει που πηγαίνει – πώς τολμά; –
στρέφουμε με αποστροφή το μισό μας βλέμμα,
τέτοιο απόκοσμο θέαμα μπορεί να μας συντρίψει!
Και δεν υπάρχει τρόμος πιο τρανός για τον γονατισμένο,
από τη γνώση ότι μπορεί, αν θέλει, να σταθεί!
Φοβούμενοι μην πέσουμε,
μάθαμε να σέρνουμε, γονατιστοί, την ύπαρξή μας,
σάρκες δίπλα σε σάρκες άλλων,
στοιβαγμένοι στις γωνιές, σαν σκόνη.


ΜΑΡΙΑΝΝΑ  ΓΙΑΝΝΟΥΡΑΚΟΥ

Η Μαριάννα Γιαννουράκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να σκέφτεται, να μιλά και με τούτα τα όπλα πορεύεται στη ζωή της. Το βιβλίο Γιατί η ποίηση δεν είναι νανούρισμα, η ποίηση είναι σάλπισμα! (απ' όπου και οι Βαστίλες) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Λογοτεχνία στρατευμένη στο πλευρό των φτωχών και καταπιεσμένων, στην υπηρεσία του σοσιαλιστικού οράματος


Μια μικρή προσέγγιση στο λογοτεχνικό έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) θα επιχειρήσω να κάνω απόψε. Είναι αλήθεια ότι πριν λίγα χρόνια ο συγγραφέας και η προσωπικότητα του μού ήταν άγνωστοι.  Πολλές φορές όμως ευτυχείς συγκυρίες μάς οδηγούν στην γνωριμία με συγγραφείς και βιβλία άγνωστα πριν. Στην επαφή μαζί τους ανακαλύπτουμε κρυμμένους θησαυρούς που όταν έρχονται στην επιφάνεια διαπιστώνουμε την ανεκτίμητη αξία τους.

Ένας τέτοιος συγγραφέας είναι ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) και κρυμμένοι θησαυροί τα βιβλία του. Κάθε βιβλίο του και μια πολύτιμη ψηφίδα που μας βοήθησε να σχηματίσουμε την εικόνα του λογοτέχνη Κώστα Μπόση.

Σπουδαίος λογοτέχνης, αλλά άγνωστος εξ αιτίας της πολιτικής προσφυγιάς. Αν και ανήκει στη νέα γενιά των λογοτεχνών που ξεπήδησαν μέσα από τους αγώνες του λαού μας στην Κατοχή και στην Αντίσταση, το κυρίως λογοτεχνικό του έργο εντάσσεται στην πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων.

Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε από τους λογοτέχνες εκείνους που βρέθηκαν στις λαϊκές δημοκρατίες μετά την ήττα του ΔΣΕ. Οι λογοτέχνες αυτοί εμπνέονταν από την Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο, τις φυλακίσεις και τις εξορίες των κομμουνιστών στην Ελλάδα. Μερικοί αναφέρονται και στην προπολεμική περίοδο θέλοντας να παρουσιάσουν τις συνθήκες που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Υπάρχει και μια μικρή ομάδα έργων που αναφέρεται στη ζωή των πολιτικών προσφύγων στις χώρες που ζούσαν. Κοινή προσπάθειά τους η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Τα έργα τους δεν έγιναν γνωστά στην Ελλάδα, εκτός από ορισμένα, λόγω της θεματολογίας τους και των ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών στην επικοινωνία τους με την πατρίδα. Επιπλέον αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η λογοτεχνική παραγωγή των πολιτικών προσφύγων και οι εκδόσεις τους υποχωρούν σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί το έργο των λογοτεχνών στην Ελλάδα. Πολλά από τα έργα των πολιτικών προσφύγων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε ελληνικό έδαφος και ελάχιστα εκδόθηκαν μετά από χρόνια. Έτσι παρέμειναν άγνωστα. Πολλοί ήταν οι λογοτέχνες – πολιτικοί πρόσφυγες. Οι πιο γνωστοί από αυτούς, εκτός του Κώστα Μπόση, είναι: ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Αλέξης Πάρνης, η Έλλη Αλεξίου, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, η Μέλπω Αξιώτη, η Άλκη Ζέη, ο Δημήτρης Χατζής, ο Δήμος Ρεντής, ο Τάκης Αδάμος κ.ά.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

«Ποιείν» και «Ατέχνως» σας προσκαλούν σε μια βραδιά για τον Κώστα Βάρναλη


Το περιοδικό «Ατέχνως» (www.atexnos.gr)  και η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, «Ποιείν» (www.poiein.gr) Σας προσκαλούν σε  μια βραδιά για τον Κώστα Βάρναλη,  στις  14 Φεβρουαρίου (ανήμερα της γέννησης του Ποιητή), στο Polis Art Cafe, Aίθριο Αρσακείου, στις 19.00.
 Μιλούν οι:
Βασίλης Αλεξίου, επίκουρος καθηγητής του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ: «Το έργο του Βάρναλη και η επικαιρότητά του».
 Βασίλης Κολοβός, ηθοποιός – συγγραφέας:  «Ο θεατρικός Βάρναλης».
Ηρακλής Κακαβάνης, συγγραφέας- δημοσιογράφος, συνεκδότης του περιοδικού «Ατέχνως»: «Ο άνθρωπος Βάρναλης».
 Σπύρος Αραβανής, φιλόλογος- δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού «Ποιείν»: «Ο μελοποιημένος Βάρναλης».
 Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν μουσικά ο μουσικοσυνθέτης Στέφανος Γεωργιάδης με την τραγουδίστρια Κατερίνα Τσαντήλα.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι...

Στο Μακρονήσι...

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν 
Αεροβάτες
Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει

Φίλε μου όταν ανάβ' η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς 
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου τ' όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου - πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να' ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης

(Ήλιος ο Πρώτος, Ίκαρος, Αθήνα 1979, 6η έκδοση)

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Β. Ι. Λένιν


Γράφτηκε σε ηλικία 16 χρόνων, όταν ο Θ.Κ.Ν. ήταν μαθητής λυκείου. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του ηγέτη του προλεταριάτου της Ρωσίας και της παγκόσμιας εργατικής τάξης, της Οχτωβριανής Επανάστασης  και του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν.

Β. Ι. Λένιν

Όρθιος, στητός ξεπροβάλλει απ’ το πλήθος
έχει στα χέρια του χειρόγραφα πολλά
κι ένα κόκκινο γαρίφαλο στο στήθος·
είναι ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν που μιλά.

Σιγά! ακούγεται η ατσάλινη φωνή του,
σωπάστε όλοι, μας μιλάει ο αρχηγός,
είναι παράδειγμα για όλους η ζωή του·
εμπρός συντρόφοι, για το Κόμμα μας, εμπρός!

Η επανάσταση τους σκλάβους ανασταίνει
και του Βλαδίμηρου η φωνή βροντά:
«Σηκώστε σύντροφοι, όλοι μαζί ενωμένοι,
την κόκκινη σημαία μας ψηλά!».

Ορθώνεται η σημαία, κυματίζει
κι ο άνεμος τη σπρώχνει πιο ψηλά,
ας δει ο καθένας μας το μέλλον κι ας βαδίσει,
του Λένιν η φωνή μας οδηγά.

Οκτώβρης 1983

Θ.Κ.Ν.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Κώστας Πουρναράς (Μπόσης): Στρατευμένος στο πλευρό των αδικημένων και καταπιεσμένων

«Ήταν ο δάσκαλος που δεν περιορίστηκε στα στενά δημοσιοϋπαλληλικά καθήκοντα αλλά έσκυψε με συμπόνια στον πάσχοντα άνθρωπο. Βοήθησε τον αδύνατο, πάλεψε για το δίκιο του αδικημένου και συμπαραστάθηκε στον ταπεινό και καταφρονεμένο. (…) Ακόμα και σήμερα τον θυμούνται με συγκίνηση στα χωριά που δούλεψε. Θυμούνται το δάσκαλο με το πλατύ χαμόγελο και τη μεγάλη καρδιά που περίμενε να πληρωθεί για να μοιράσει το μισθό του σε φτωχούς και ανήμπορους ενώ αυτός ζούσε ασκητικά…».
Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) αντιτάχτηκε στην «κανονικότητα» της εποχής του που ήθελε τον δάσκαλο κρίκο της αλυσίδας που κρατούσε δεμένο το λαό, στο σκοτάδι, γιατί έτσι βόλευε τα συμφέροντα αυτών που λυμαίνονταν τον ιδρώτα του και όριζαν τις τύχες του.
Μπροστάρης ανάμεσα στους πρωτοπόρους αγωνιστές, τους «σκαπανείς των καινούργιων ιδεών» που φύσηξε στα πέρατα του κόσμου ο άνεμος της Οχτωβριανής Επανάστασης. Συγκαταλέγεται σε αυτούς που, «κατέβαλαν πολλές και επίπονες προσπάθειες να διαδώσουν στο λαό τις καινούργιες ιδέες, την ιδεολογία και τις αρχές του ΚΚΕ».
Με το λογοτεχνικό του έργο εξέφρασε τους πόθους του λαού, ύμνησε τους αγώνες του για λευτεριά, ανεξαρτησία και κοινωνική απελευθέρωση, για τον σοσιαλισμό. Ο συγγραφέας του Αη Στράτη, της Αντίστασης, του Γράμμου, της πολιτικής προσφυγιάς, αφιέρωσε την προσωπική του ζωή και το έργο του στην υπόθεση της εργατικής τάξης, της φτωχής αγροτιάς, των καταπιεσμένων. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε, εξορίστηκε, πολέμησε με το τουφέκι και το μολύβι, τραυματίστηκε, έζησε στην αναγκαστική υπερορία και «έφυγε» αταλάντευτα πιστός στις ιδέες και στα ιδανικά του.

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) γεννήθηκε το 1908 στη Χώσεψη (Κυψέλη) Άρτας. Μετά το Γυμνάσιο αποφοίτησε από το Διδασκαλείο Ιωαννίνων και υπηρέτησε ως δάσκαλος στη Θράκη και στην Ανέζα Άρτας. Υπήρξε μέλος του ΚΚΕ από το 1930 και γραμματέας της κομματικής οργάνωσης Άρτας πριν τη δικτατορία του Μεταξά. Με την κήρυξη της φασιστικής μεταξικής δικτατορίας συλλαμβάνεται και καταδικάζεται ως «επικίνδυνος για την δημόσια τάξη». Στέλνεται στις φυλακές της Κέρκυρας και στη συνέχεια εκτοπίζεται στον Αη Στράτη. Εκεί θα τον βρει μαζί με άλλους αγωνιστές η Γερμανική Κατοχή, αφού η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να τους απελευθερώσει και να πολεμήσουν τους ναζί καταχτητές, όπως κατ’ επανάληψη αιτούνταν οι εξόριστοι.
Το χειμώνα του 1941-42 θα ζήσει την τρομακτική εμπειρία της μάχης με την πείνα, από την οποία θα χάσουν τη ζωή τους 33 κομμουνιστές εξόριστοι, αρνούμενοι να προδώσουν την ιδεολογία τους, που θα μεταφέρει αργότερα στο μνημειώδες έργο του “Αη Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941”. Στις 17 Ιούνη του 1943, συμμετέχει στη μεγάλη απόδραση από τον Αη Στράτη και καταφεύγει στη Χαλκιδική, όπου θα ενταχτεί στον ΕΛΑΣ και θα του ανατεθεί ο τομέας πολιτικής διαφώτισης των ανταρτών. Παράλληλα αρθρογραφεί στον αντιστασιακό τύπο.
Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας δεν είναι λίγες οι φορές που βασανίστηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε για τη δράση του. Το 1947 καταφέρνει δραπετεύοντας από τόπο εξορίας να βγει στο βουνό και να ενταχτεί στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Πολιτικός Επίτροπος της 107ης Ταξιαρχίας και παράλληλα ανταποκριτής-αρθρογράφος στα έντυπα του ΔΣΕ, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή στις μάχες του Γράμμου και του Βίτσι. Σε μια από αυτές τραυματίζεται βαριά στο κεφάλι με αποτέλεσμα να χάσει την όραση από το ένα του μάτι. Μετά την ανάρρωσή του σε νοσοκομείο της Λ.Δ. Ουγγαρίας επιστρέφει στο Γράμμο.
Με την λήξη του εμφυλίου πολέμου βρίσκεται πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη της ΕΣΣΔ. Μεταβαίνει στη Μόσχα όπου κάνει ανώτατες σπουδές και από εκεί στη Λ.Δ. Ρουμανίας όπου τοποθετείται στο εκδοτικό τμήμα του ΚΚΕ, στον Λογοτεχνικό Κύκλο (επιτροπή λογοτεχνών που γνωμοδοτούσαν για τα υπό έκδοση βιβλία), στον ραδιοφωνικό σταθμό, ενώ συμμετέχει στην μεταφραστική ομάδα που ασχολείται με την μετάφραση κλασικών έργων του Μαρξισμού-Λενινισμού.
Μέχρι το τέλος της ζωής του έμεινε αταλάντευτα πιστός στα ιδανικά του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Πέθανε στο Σιμπίου της Ρουμανίας στις 2 Απρίλη του 1994. Η τέφρα του μεταφέρθηκε με τη φροντίδα της γυναίκας του Ιλεάνας Μπιρσάν και τάφηκε, όπως ο ίδιος επιθυμούσε, στον τόπο που γεννήθηκε.
Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του:
1)  «Αη Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941» (Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1947 ― Ιστορικές Εκδόσεις, 1977 ― Αθήνα 1994.)
2) «Εμείς θα νικήσουμε» (Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», 1953)
3) «Δύσκολες μέρες» (Πολιτικές & Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1956)
4) «Αναμνήσεις» (Αθήνα 1978)
5) «Ο Θωμάς ο Καρατζάς» (Σύγχρονη Εποχή, 1978)
6) «Ο Κραβαρίτης» (Σύγχρονη Εποχή, 1983)
7) «…Και το τραίνο τραβούσε για τα ξεχερσώματα» (Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1962 ― Σύγχρονη Εποχή, 1998 και β΄ έκδοση 2013).
Το λογοτεχνικό έργο του Κώστα Μπόση, από τα εξέχοντα της αγωνιστικής λογοτεχνίας μας, δεν έχει ακόμη τη θέση που του αξίζει· στο μεγαλύτερο μέρος του δεν είναι ακόμα γνωστό. Άδικο για κάποιον που αφιέρωσε όλη τη ζωή και το έργο του στον αγώνα για να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Που δεν έλειψε στιγμή απ’ το πλευρό των αδικημένων και καταπιεσμένων. Που υπηρέτησε και εκπλήρωσε το χρέος του προς το λαό με τη στάση ζωής του και την τέχνη του.


Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες να γίνει ευρύτερα γνωστό το έργο και η προσωπικότητα του Κώστα Μπόση και σε αυτό έχει συμβάλει θετικά και το διαδίκτυο. Στην κατεύθυνση αυτή, της γνωριμίας μας με τον άνθρωπο, τον αγωνιστή, το συγγραφέα, της διάδοσης του έργου και της απόδοσης τιμής για την προσφορά του κινείται η εκδήλωση που διοργανώνουμε ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Ν. Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το περιοδικό μας (ΑΤΕΧΝΩΣ).
Η εκδήλωση θα γίνει το ΣΑΒΒΑΤΟ 23 ΓΕΝΑΡΗ 2016, στις 6 το απόγευμα
στην ΑΝΕΖΑ ΑΡΤΑΣ, στο παλιό Δημοτικό Σχολείο (δίπλα στην εκκλησία)
ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΥΡΝΑΡΑΣ (ΜΠΟΣΗΣ)
ο δάσκαλος, ο συγγραφέας, ο αγωνιστής
Ογδόντα χρόνια μετά, η Ανέζα θυμάται και τιμά τον αγωνιστή δάσκαλό της
και λογοτέχνη, στο χώρο όπου δίδαξε τα παιδιά της, στον τόπο όπου έταξε
τη ζωή του στην υπόθεση του δίκιου και της προκοπής του λαού.
Θα χαιρετήσουν:
– Γιώργος Μαργώνης, πρόεδρος του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Ν. Άρτας – Αλέκα Χουλιάρα, πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Αμβρακικού
Θα μιλήσουν:
– Νίκος Πουρναράς, οικοδόμος, συνεκδότης του περιοδικού ΑΤΕΧΝΩΣ – Σοφία Χατζηκυριάκου – Βώττη, εκπαιδευτικός – Χρήστος Νταβαντζής, αντιστασιακός, συναγωνιστής και φίλος του Κώστα Πουρναρά (Μπόση)
• Συμμετέχει μουσικό συγκρότημα φοιτητών από το Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου
• Μέλη του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Ν. Άρτας θα διαβάσουν αποσπάσματα από έργα του συγγραφέα
• Θα προβληθεί βίντεο για τη ζωή και το έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), ενώ στο χώρο της εκδήλωσης θα υπάρχει έκθεση φωτογραφίας και έκθεση με βιβλία του συγγραφέα
Θα συντονίσει ο Λάμπρος Θεμελής, μαθηματικός, υπάλληλος του ΚΕΠ Αμβρακικού
Στο τέλος της εκδήλωσης θα προσφερθούν ηπειρώτικες πίτες και τσίπουρο


Πώς θα έρθετε (με αυτοκίνητο) στην εκδήλωση:
Από την Εθνική Οδό Άρτας-Ιωαννίνων: Στο ιστορικό Γεφύρι της Άρτας θα στρίψετε αριστερά (αν οδηγείτε με κατεύθυνση προς Γιάννενα) ή δεξιά (αν οδηγείτε με κατεύθυνση προς Άρτα) στην Επαρχιακή Οδό Άρτας-Σαλαώρας. Μετά από ευθεία πορεία 7,8 χλμ. θα στρίψετε αριστερά προς Ανέζα. Από εκεί απομένουν ακόμα περίπου 2 χλμ. διαδρομής μέχρι να φτάσετε στον χώρο της εκδήλωσης (βλ. χάρτη).
Από την Εθνική Οδό Αγρινίου-Άρτας:  Μπαίνοντας στην Άρτα η οδός μετονομάζεται σε Περιφερειακή Άρτας. Στο ιστορικό Γεφύρι θα στρίψετε αριστερά στην Επαρχιακή Οδό Άρτας-Σαλαώρας. Μετά από ευθεία πορεία 7,8 χλμ. θα στρίψετε αριστερά προς Ανέζα. Από εκεί απομένουν ακόμα περίπου 2 χλμ. διαδρομής μέχρι να φτάσετε στον χώρο της εκδήλωσης (βλ. χάρτη).
Από την Ιονια Οδό: Έξοδος προς Άρτα. Ακολουθείτε την Εθνική Οδό Άρτας-Τρικάλων και στον κόμβο στρίβετε δεξιά στην Περιφερειακή Άρτας. Στο ιστορικό Γεφύρι θα στρίψετε αριστερά στην Επαρχιακή Οδό Άρτας-Σαλαώρας. Μετά από ευθεία πορεία 7,8 χλμ. θα στρίψετε αριστερά προς Ανέζα. Από εκεί απομένουν ακόμα περίπου 2 χλμ. διαδρομής μέχρι να φτάσετε στον χώρο της εκδήλωσης (βλ. χάρτη).
Διαβάστε στο ΑΤΕΧΝΩΣ για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) (“κλικ” πάνω στους τίτλους):
Βιογραφικά στοιχεία
Για το έργο του

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Σικελιανός, η απάντηση στην πτώση μας



Με μια εύστοχη «παρέμβαση» του αγαπημένου μας Γιώργου Κακουλίδη, ποιητή και ζωγράφου, υποδεχόμαστε τη νέα χρονιά. Από τότε που γράφτηκε πέρασαν δέκα χρόνια, χρονικό διάστημα ικανό για να «μετρηθεί» η πτώση που βιώνουμε ως κοινωνία και ο καθένας ξεχωριστά. Ασυναίσθητη (;) επιλογή είτε αποτέλεσμα καταναγκασμού, είναι βέβαιο ότι κάποιοι επενδύουν και ωφελούνται από την πτώση μας. Ο γκρεμός δεν αποτελούσε ποτέ διέξοδο για τους ανθρώπους με συνείδηση. Αυτή, τη συνείδηση, φοβάται η οικονομική εξουσία (η πιο αιμοβόρα και αδίστακτη όλων) μη ξυπνήσει, αυτή προσπαθούν με κάθε τρόπο (και το καταφέρνουν, είναι η αλήθεια) να κρατήσουν στα σκοτάδια. Τα σκοτάδια που σκίζει η ποίηση μέσω των αξιότερων εκφραστών της.

Καλή χρονιά!
Καλή δύναμη!
  
 Σικελιανός: Η απάντηση στην πτώση μας
(Ριζοσπάστης, 9/4/2006)

Μέσα στο δομημένο τίποτα που μας καθιστά τυφλούς, αδύναμους καταναλωτές της αισθητικής της Νέας Δημοκρατίας, που άρχισε από τα χρόνια της δικτατορίας και συνεχίζεται, είναι καιρός να φτάσει σε μας το φως του Σικελιανού.

Από τη γέννησή του, το 1884, μέχρι το 1951, που πήρε κατά λάθος το φάρμακο που τον οδήγησε στο θάνατο, η παρουσία του Αγγελου Σικελιανού υπήρξε η πιο ευεργετική αναστάτωση που γνώρισε η τέχνη μας. Ας θυμηθούμε τι έγραψε γι' αυτόν ο Γιάννης Ρίτσος: «Ελληνας ποιητής, με την πιο βαθιά σημασία της λέξεως. Ελληνας από ένστικτο, συνείδηση και πεποίθηση, τόσο που η μυθολογία, η ιστορία και η τέχνη της Ελλάδας ν' αντιστοιχεί στα στάδια της αυτογνωσίας του και της δημιουργίας του και να συνεχίζεται στο έργο του. Στην εποχή μας που συχνά οι αξίες συγχέονται και ανταλλάσσονται κάποτε μεγάλες εθνικές, θεμελιακές παραδόσεις αιώνων, μ' έναν επίπλαστο, πρόχειρο και φανταχτερό κοσμοπολιτισμό ή και μ' έναν αποχρωματισμένο διεθνισμό, η ώρα του Σικελιανού μοιάζει να 'χει περάσει. Μα η ώρα των αληθινών ποιητών δεν περνάει ποτέ. Και θαρρώ πως πάντα θα τον συναντάμε και θα τον ανακαλύπτουμε ξανά, βοηθούμενοι έτσι ν' ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας και το χώρο μας και, περίπου, τη μοίρα μας όσο κι αν ο έντονα φωτεινός και ανεπανάληπτος λόγος του - γνήσιος, ειλικρινής και ακριβής στα δικά του μέτρα - πέφτει κάπως βαρύς στη σύγχρονη ευαισθησία, που αξιώνει μιαν άλλη ακρίβεια και μια μεγαλύτερη μετριοπάθεια τόνου».

Μικρό Ανθολόγιο

Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΤΖΕΣΙΒΑΝΟ (ΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ ΒΟΥΔΑ)
Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι / ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του / την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι. / Κι όπως κυλά, από τ' άδυτα του αδύτου / των ουρανών, μες στη νυχτιά έν' αστέρι / ή ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι / έτσι απ' τα στήθη πέταξε η πνοή του. / Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε. / Γιατί μονάχα εκείνοι π' αγαπάνε / τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία / μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι / της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ / που γέρνει πια με θείαν αταραξία!

Virgo Potens
Βαθιά μου μια φεγγοβολή / μεγάλη, η παρθενιά Σου. / Κι ωσά μια νέα ανατολή / στη μοίρα μου η καρδιά Σου. / Στον δρόμον όπ' ανηφορώ / κι αγκάθια είναι γεμάτος / δώσε να πάω σα σε χορό / κρίνα ν' ανθεί κι ο βάτος.../ Κάμε, στον όχλο αναμεσής, / να μην περάσω ως θύμα / αλλ' ως εδιάβη ο Μωυσής / στη μέση από το κύμα... / Σαν η αδερφή του Ααρών / το τύμπανο που εκράτει / τη βοή νικώντας των νερών / αγνάντια μου περπάτει! / Και με τα χέρια τα ιερά / π' ασπρολογάν σαν κρίνοι / τόνιζ' Εσύ τη θεία χαρά / προτού ο καιρός με κρίνει.../ Και μη μ' αφήσεις μοναχό / σα σφίξω το κοντάρι.../ Μα ως του όνειρού Σου το βυθό / γίνε κι Εσύ λιοντάρι!

Σπάρτη
Εχω καιρό που σου φυλάω καρτέρι, / ανάμεσ' απ' τους άλλους, με το μάτι / σ' εδιάλεξα σα να 'σουνα το αστέρι, / μόχει η θωριά σου την καρδιά χορτάτη, / Ακου... Ας σου σφίγγω δυνατά το χέρι, / τα νιάτα έτσι δαμάζονται σαν άτι.../ Για μια νυχτιά, της γυναικός μου αϊταίρι / θα γείρεις στο δικό μου το κρεβάτι! / Τράβα... Βαθύζωνη είναι και δεμένη / στην ομορφιά σαν την ψηλήν Ελένη... / Γιόμοσ' τη εσύ με το γενναίο σου σπέρμα... / Στο δυνατόν αγκάλιασμά σου πάρ' τη / για μια νυχτιά και σκώσε ομπρός στη Σπάρτη / μ' άξιον υγιό, τα γερατειά μου τα έρμα!