Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

"...εφτά φορές κι αν σκοτωθούν δεκαεφτά θ’ αναστηθούν"... (VIDEO)


Δόξα και τιμή στους μαχητές και στις μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που έπεσαν στη μάχη για τα συμφέροντα του λαού.
Δεν σας ξεχνάμε. Μελετάμε, διδασκόμαστε, συνεχίζουμε.
Χαμένος είναι ο αγώνας που ποτέ δε δόθηκε.


Δημιουργία βίντεο: Οικοδόμος
 

Χαθήκανε τόσο νωρίς

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Κύκλος τραγουδιών: ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ
Ερμηνεύει ο Μίκης Θεοδωράκης

Χαθήκανε τόσο νωρίς
μικραδέρφια της βροχής
μα εφτά φορές κι αν σκοτωθούν
δεκαεφτά θ' αναστηθούν.
Γενιά μου δάκρυ και καημός
εμπρός σημαία και Χριστός
τροφή στη λησμονιά
το αίμα σας, καλά παιδιά,
και τώρα και ξανά.
Χαμένη γενιά τραγουδάς.
Χαμένη γενιά πού με πας...


Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Μάριος Χάκκας: Το ψαράκι της γυάλας


Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος! και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.

Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.

Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας τοπίο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.

Σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονου ς, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ’ αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.

Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το ‘τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν’ αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν’ ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν’ αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή’ που του φαινόνταν βαρετή.

Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτoυδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.

Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».

Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ’ αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.

Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
Ήταν ωραία ν’ ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν’ αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ’ ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;

Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ’ αυτούς τώρα θα ‘ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.

Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ’ το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένo για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του ‘ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να ‘ναι θα πέσουν».

Τώρα όποιος θα ‘θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.

«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα

από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ’ αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ’ έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ’ αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;

«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».

Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ’ τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ’ αποφάσισε.

- Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.

- Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν’ απαντήσει.

- Θα ‘χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;

- Πού να ξέρω; είπε εκείνος που ερχόνταν απ’ έξω.

- Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε

το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ’ ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ’ αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό,

το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ’ αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκη ς μ’ έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι’ αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.

Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκη ς, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.

Έβγαλε το μαντίλι απ’ την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν’ αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ’ άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.

Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.

Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ

(Η αντιγραφή έγινε από το ποιείν)


Ο Μάριος Χάκκας (1931-1972) γεννήθηκε στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, όπου έζησε ως τα τέσσερά του χρόνια, αλλά μεγάλωσε στην Καισαριανή. Το 1950, ως σπουδαστής της Σχολής Σαμαρειτών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, πήγε εθελοντής στη Γυάρο, να περιθάλψει τους κρατούμενους. Αντιμετώπισε προβλήματα λόγω των αριστερών κοινωνικών φρονημάτων του και το 1952 οργανώθηκε στην ΕΔΑ. Άρχισε να ασχολείται ενεργά με τα πολιτιστικά και γράφτηκε στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου. Λόγω της αριστερής του δραστηριότητας, δεν θα μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1954 θα συλληφθεί και θα καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Στη φυλακή, θα μάθει ξένες γλώσσες και θα αρχίσει να γράφει ποιήματα και διηγήματα. Το 1958 θα υπηρετήσει τη θητεία του, συνεχίζοντας να γράφει. Μετά την αποστράτευσή του, θα αρχίσει να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο πλαστικών. Παντρεύεται, μετακομίζει στο Βύρωνα και έρχεται σε ρήξη με το Κόμμα. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποιήθηκε με την ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι, το 1965, ποιήματα γραμμένα στο διάστημα που μεσολάβησε από τη φυλάκισή του ως την έκδοση του βιβλίου, συγκινησιακά φορτισμένα και βιωματικά. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Τυφεκιοφόρος του εχθρού, η οποία κινείται σε ρεαλιστική κατεύθυνση. Παρότι δεν σταματά να γράφει ποίηση, είναι περισσότερο γνωστός ως πεζογράφος. Στη συλλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες, η γραφή του γίνεται πιο αφαιρετική και αποκτά νέες διαστάσεις, φανταστικές και υπερρεαλιστικές. Στο ίδιο κλίμα ανήκει και το τελευταίο του έργο , δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο , Το κοινόβιο, αλλά και τα τρία θεατρικά του μονόπρακτα. Από το 1960 ως το 1967 διετέλεσε στέλεχος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και δημοτικός σύμβουλος στην Καισαριανή, αναπτύσσοντας έντονη πολιτιστική δράση. Στη δικτατορία συνελήφθη και κρατήθηκε για ένα μήνα. Το 1969 προσεβλήθη από καρκίνο και το 1972.

(Τα βιογραφικά στοιχεία από τον Κέδρο)

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Άρης Αλεξάνδρου - ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ


ΘΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση                                                  
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως να ’σουν σίγουρος πως θα ’ρθει μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ’ οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θα ’χουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν’ αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

(ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1974, Εκδόσεις ύψιλον)


Ο Άρης Αλεξάνδρου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη) γεννήθηκε στο Λένινγκραντ, γιος του Βασίλη Βασιλειάδη που καταγόταν από την Τραπεζούντα και της εσθονικής καταγωγής ρωσίδας Πολίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον. Η οικογενειακή του γλώσσα ήταν τα ρωσικά. Μετά από δύο χρόνια παραμονής στη Θεσσαλονίκη (1928-1930) εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και έμεινε σε μια προσφυγική πολυκατοικία. Στην Αθήνα έμαθε ελληνικά στο δημοτικό σχολείο και το 1933 γράφτηκε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αντρέα Φραγκιά. Οι δυο φίλοι μαζί με τους Γεράσιμο Σταύρου, Χρίστο Θεοδωρόπουλο και Λεωνίδα Τζεφρώνη δημιούργησαν μια μυστική ομάδα μαρξιστικού προσανατολισμού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, στα πλαίσια της οποίας συνέχισαν να δρουν και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Το 1940 ο Άρης έδωσε εξετάσεις στο Πολυτεχνείο και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών χωρίς επιτυχία, πέτυχε όμως στις εξετάσεις της ΑΣΟΕΕ, στις οποίες πήρε μέρος λίγο αργότερα. Το 1941 προσχώρησε μαζί με τους συντρόφους του σε κομμουνιστική οργάνωση από μέλη της πρώην ΟΚΝΕ, από την οποία αποχώρησε ένα χρόνο αργότερα. Μετά την επανέναρξη των μαθημάτων στις πανεπιστημιακές σχολές επέστρεψε στην Ανωτάτη Εμπορική, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του λίγους μήνες αργότερα και ξεκίνησε τη μακροχρόνια μεταφραστική του εργασία στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη, στα πλαίσια της οποίας πρωτοχρησιμοποίησε το όνομα Άρης Αλεξάνδρου. Παράλληλα πήρε μέρος σε αντιφασιστικές εκδηλώσεις παραμένοντας εκτός οργανώσεων. Το 1944 τον συνέλαβαν τα αγγλικά στρατεύματα κατά τα Δεκεμβριανά και στάλθηκε στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στη Βόρειο Αφρική, από όπου επέστρεψε το 1945. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εξορίστηκε στο Μούδρο (1948-1949), τη Μακρόνησο (1949), τον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Ως το 1958 έζησε στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου μετά από καταδίκη του Στρατοδικείου Αθηνών για ανυποταξία. Το 1959 παντρεύτηκε την Καίτη Δρόσου. Αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου έφυγε για το Παρίσι, όπου έκανε διάφορες χειρονακτικές δουλειές ενώ εργάστηκε επίσης ως συντάκτης στο λεξικό Robert ως το 1974, οπότε ξανάρχισαν οι αναθέσεις μεταφράσεων από έλληνες εκδότες. Ο Άρης Αλεξάνδρου πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1978 από αλλεπάλληλα καρδιακά εμφράγματα σε ηλικία 56 χρόνων. Ως μεταφραστής συνεργάστηκε και με άλλους έλληνες εκδότες, καθώς επίσης με τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα (1946) και Εποχές (1963) · κείμενά του δημοσίευσε στα περιοδικά Καλλιτεχνικά Νέα, Καινούρια Εποχή , Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Η συνέχεια. Το 1946 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ακόμα τούτη η Άνοιξη. Ακολούθησαν οι συλλογές Άγονος γραμμή (1952) και Ευθύτης οδών (1959). Τιμήθηκε με το βραβείο ειρήνης στο φεστιβάλ της Μόσχας του 1962. Το έργο του Άρη Αλεξάνδρου τοποθετείται στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας. Με το ποιητικό του έργο διέγραψε την πορεία από τον στρατευμένο υπέρ του κομμουνισμού λόγο στην έκφραση της απογοήτευσης για το μάταιο των αγώνων και στην ειρωνεία. Ως σταθμός ωστόσο στην ιστορία της νεώτερης λογοτεχνίας μας θεωρήθηκε το μυθιστόρημά του Το Κιβώτιο, που ολοκληρώθηκε το 1972 μετά από εφτά χρόνια συγγραφής και εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1975.

(Πηγή βιογραφικών στοιχείων: ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Κωνσταντίνος Θεοτόκης – ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ


Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης έγινε γνωστός από το πεζογραφικό του έργο, έγραψε όμως και ποιήματα. Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά το θάνατο του (1 Ιούλη του 1923), ο Ορέστης Αλεξάκης συγκέντρωσε τα μέχρι τότε γνωστά ποιήματά του (69 σονέτα) και επιμελήθηκε την έκδοσή τους σε έναν τόμο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Στην εκτενή εισαγωγή του βιβλίου γίνεται αναφορά στο ιστορικό και σχολιασμός των σονέτων, ενώ παρουσιάζονται και εργοβιογραφικά στοιχεία φωτογραφίες και χειρόγραφα του Κ. Θεοτόκη. Παραθέτουμε μια μικρή επιλογή από τα σονέτα.

3
Si je tenais un pied en Paradis
si j’avais l’ autre au chậteau de Naisil
tu retrairais celui du Paradis
et le maitrais arriere dans Naisil.

Του πελάγου τ’ αφριά άφοβα σκίζει
Και την πατρίδα λησμονεί για χρόνια
Στους θησαυρούς εκείνους πού νομίζει
Την ευτυχία! Κι άλλος ερμιές και χιόνια
Με κίνδυνο, για δόξα τριγυρίζει.
Άλλος ποθεί να ιδεί παιδιά κι αγγόνια
Άλλος ζωή παλύχρονη πασχίζει
Ν’ απολάψει: ένας άλλος την αιώνια.
Ό νούς αλλού τού καθενoύ ζητώντας
Γλυκειά καρδιά! Εγώ ορέγομαι με ζήλο 
Της γης μιαν αγκωνή που κάθε ξύλο
Και κάθε πέτρα και δεντρό θωρώντας
Ταράζομαι από αγάπη. Κάποιος λίγο
Θα σ’ αγαπήσει αν απ’ τον κόσμο φύγω;

10 Φεβρ. 1898

20
Δόξες, πλούτη ω Ζωή, τιμές και χρόνια
Δε σου ζητώ! Μυστήριο σε τυλίγει,
Κι όλα σου τ’ αγαθά με καταφρόνια
Τα βλέπω, είναι άλλη η δίψα που με φρύγει
Στο μάραμά μου είπα θα βρω συμπόνια
Μες στα παλιά χαρτιά η δροσούλα λίγη
Χαλδαίοι κι Ινδοί κρυφή είναι λεν η αιώνια
Ιδέα κι η γνώση δρόμους δεν ανοίγει
Κι αχ! Κάπου κάπου μου ’φερνε ένα αέρι
Του ξωτικού του βάλσαμου τα μύρα
Και μου ’λεγε η ψυχή πως θα με φέρει
Στα κρουσταλλένια νάματά σου η Μοίρα.
Για τι εδιψούσα το ’χω μάθει μόνος. ―
Μα όπου γεννιέται αγάπη εκεί και πόνος.

Κέρκυρα 29 Ιουν. 1915

28
Σα χάρβαλο η ψυχή μου είναι ρημάδι
Που σε μια του γωνιά φτωχό καλύβι
Έστησε χερομάχος σε λιβάδι
Xέρσο: μα ο χαλασμός ω πώς με θλίβει!
Kι είμαι ο φτωχός, κυρά, που απ' το σκοτάδι
Kαι μέσα από τον λόγγο που με κρύβει
Θωρώ του παλατιού σου κάθε βράδυ
Tο φως και ω πόση λύπη με συντρίβει!
Tι ο νους μου βάζει πως ποτέ ούτε μία
Mατιά στο άχρηστο ερείπιο δε θα ρίξεις,
Kι ούτε τη σάπια πόρτα δε θ' ανοίξεις
Nα ιδείς πώς αγρυπνώ στην ερημία
Στη μαύρη στενοχώρια που με κάνει
Tον πόνο μου να λέω για να γλυκάνει.

1 Νοεμβρ. 1915

32
Βάφει τη μάνα γη ποτάμι το αίμα
Κι απ’ άκρη σ’ άκρη τ’ Άρη η οργή μανίζει,
Καίονται οι στεριές, η θάλασσα καπνίζει
Και βασιλεύει ο φόνος και το ψέμα.
Του Τεύτονα ρηγάρχη το άγριο βλέμμα
Πάνω στα ερείπια ακοίμητο βιγλίζει
Και λάβρα πιθυμιά τον κατακλύζει
Της Οικουμένης λαχταρά το στέμμα.
Η θέλησή του προσταγή και νόμος!
Κι αχ! Το λαό μου ξευτελίζει ο τρόμος
Την καταφρόνια δεν ψηφά του κόσμου
Πολέμου μόνο ας μην ακούσει σάλο
Και είναι τόσο βαρύς γι’ αυτό ο καημός μου,
Που άλλα τραγούδια δεν μπορώ να ψάλω.

45
Σηκώθη τ’ άγιο δίκιο της να λάβει
Όλη η αργατιά με φρόνημα γενναίο
Ισονομίας κηρύχνει νόμο νέο
Και τα δεσμά του πλούτου η ορμή της θραύει
Η σκληρή φτώχεια, η γύμνια, η πείνα παύει
Και με καλούν μύριες φωνές να λέω
Θούριο τραγούδι: σ’ ένα πέλαο πλέω
Χαράς λεύτεροι ανθρώποι είναι όλοι οι σκλάβοι.
Μα για να σκίσω τις ανάερες ρούγες
Που θα με βγάλουν στον ψηλό Ελικώνα
Πρέπει γοργά αργυρόχρυσες φτερούγες
Αγάπη αρμονική να μου χαρίσει.
Τι δεν μπορεί ψυχής βαριάς εικόνα
Της Κασταλίας να καθρεφτίσει η βρύση.

1917

53
Του κάρου η ρόδα εκεί όπου συχνοτρέξει,
Της πολιτείας η ρούγα βαθουλώνει
Κι ευθύς ο λάκκος πλημμυρά όταν βρέξει
Κι άπαστρη λάσπη το νερό θολώνει.
Κι όταν πάλι στερνά ο καιρός ξεφέξει
Κι αποβροχάρης, των σπιτιών χρυσώνει
Τη στέγη ο ήλιος, έρχεται να παίξει
Η αχτίδα στο λιμνί και σε θαμπώνει.
Κι αντιφωτά στον ήλιο ο δρόμος όλος,
Τα χτίρια τα ψηλά, ο γαλάζιος θόλος,
Τα γνέφη ροδοκόκκινα και βάθος
Άμετρο βλέπεις μες της γης. Θε να ’ναι
Περίσσιες οι ψυχές που όμοια πλανάνε.
Μα κι άλλες μαύρες κι άγριες απ ’το πάθος.

68
Eίναι στιγμές που την καρδιά μού ανοίγει
Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι
Mεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει
Kι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει
Kι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει
Tα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει
Tη γη που απ' τα φιλιά του αναγαλλιάζει
Kαι στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει
Nα βρώ ησυχία στου χάρου την αγκάλη
O πόθος φλογερός με σπρώχνει.
Kι η γλυκειά σου η λαλιά και τ' αργυρό σου
Tο γέλιο που τ' ακούν μαζί μου κι άλλοι
Kι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει
Mου λέν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ, Εισαγωγή-επιμέλεια: Ορέστης Αλεξάκης – Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ, Αθήνα 1999.


Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε το 1872 στην Κέρκυρα και το 1889 εγγράφηκε στη Σορβόνη για σπουδές φυσικομαθηματικών. Το 1895 παντρεύτηκε τη βαρόνη φον Μάλοβιτς με την οποία απέκτησε μια κόρη την οποία έχασαν το 1900 σε ηλικία 5 ετών. Ο Κ. Θεοτόκης πήρε μέρος στην κρητική επανάσταση και τον πόλεμο του 1897, ενώ στη συνέχεια έφυγε για το Γκρατς της Αυστρίας και αργότερα για το Μόναχο όπου και στράφηκε στο μαρξισμό, διατηρώντας ταυτόχρονα επαφή με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας, ενώ η στροφή του στα σοσιαλιστικά ιδανικά τον οδήγησαν στη ρεαλιστική γραφή. Τα έργα του «Η Τιμή και το Χρήμα», «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» και η «Ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» τον έφεραν στην πρωτοπορία της λογοτεχνίας μας. Γνώστης δέκα γλωσσών, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, επιμελήθηκε επίσης εξαιρετικές μεταφράσεις. Στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Θεοτόκης συνεργάστηκε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ το 1917 η πτώση της αυστροουγγρικής μοναρχίας επέφερε την οικονομική κατάρρευση της οικογένειάς του και τον κλονισμό της υγείας του. Εργάστηκε ως διευθυντής λογοκρισίας για δύο μέρες, και ως υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα, λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης. Αφησε την τελευταία του πνοή στην Κέρκυρα την 1η Ιούλη 1923.

Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Ριζοσπάστης
Πηγή φωτογραφίας: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Δύο μαθητές συνομιλούν με τον Μανόλη Αναγνωστάκη (Μια συνέντευξη από το μακρινό 1994)


Η ιδέα και η πρωτοβουλία ήταν του συμμαθητή – κι από τότε κολλητού φίλου μου – Αργύρη Παπαστάθη. Η ενθάρρυνση ήρθε από τον καθηγητή Μιχάλη Σιάμο, υπεύθυνο του μαθητικού περιοδικού του σχολείου μας. Και η συνάντηση κανονίστηκε από τον διακεκριμένο μελετητή Γιώργο Ζεβελάκη. Κάπως έτσι, βρεθήκαμε μαζί με τον Αργύρη Παπαστάθη, μαθητές της Α’ Λυκείου χαμένοι στο διάστημα, να χτυπάμε το κουδούνι του σπιτιού του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και της συζύγου του Νόρας Αναγνωστάκη, μια μέρα του Γενάρη του 1994. Ο εξοπλισμός μας; Ένα ημι-διαλυμένο κασετοφωνάκι και μπόλικος νεανικός ενθουσιασμός που επρόκειτο να συναντήσουμε τον τελευταίο των μεγάλων ποιητών. Εννιά χρόνια μετά το θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη – στις 23 Ιουνίου του 2005 – ξαναβγάζουμε από το συρτάρι τούτη την πρωτόλεια συνέντευξη.


Αρ. Παπ. – Ηρ. Οικ.: Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Οι γονείς σας είχαν σχέση με τα γράμματα και τις τέχνες;

Μανόλης Αναγνωστάκης: Όχι πολύ. Δεν είχαν σχέση με τα γράμματα. Δεν υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι.

Δεν είχατε βιβλιοθήκη;

Βιβλιοθήκη όχι, αλλά ο πατέρας μου μού αγόραζε πάντοτε βιβλία όταν ήθελα. Κυρίως βιβλία παιδικά του Δημητράκου και του Ελευθερουδάκη, που ήταν καταπληκτικά την εποχή εκείνη.

Ραδιόφωνο είχατε στο σπίτι;

Ραδιόφωνο είχαμε στο σπίτι από πολύ νωρίς. Μια μεγάλη συσκευή ραδιοφώνου, διότι ο πατέρας μου ασχολιόταν με αυτά τα πράγματα.

Ο πατέρας σας ήταν ιατρός;

Ναι.

Τι ακούγατε από το ραδιόφωνο;

Ιδίως ξένους σταθμούς. Ελληνικοί σταθμοί δεν υπήρχαν, ελληνικό πρόγραμμα δεν υπήρχε, εκτός από έναν ιταλικό σταθμό ο οποίος μετέδιδε ελληνικά προγράμματα. Υπήρχε όμως ο ιδιωτικός σταθμός του Τσιγκιρίδη.

Στη Θεσσαλονίκη;

Ναι. Ιδιωτικός σταθμός και εξέπεμπε μόνο για τη Θεσσαλονίκη, τα τραγούδια της Θεσσαλονίκης, τα τραγούδια της μόδας της εποχής.

Θα θέλαμε να θυμηθείτε τα παιδικά σας χρόνια. Σε ποιο σχολείο πήγατε; Θυμάστε τους συμμαθητές σας, τους καθηγητές, το κτίριο; Ήταν αυστηρό το σχολείο σας;

Την Α’ τάξη του Δημοτικού πήγα σε δημόσιο σχολείο, στο πρότυπο της Θεσσαλονίκης, αλλά ήμουνα πολύ μικρός. Ήμουνα πέντε χρονών και δεν μου επέτρεπαν να συνεχίσω. Γι’ αυτό πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο, που ήταν από τα καλά. Ήμουν καλός …δηλαδή όχι και πολύ καλός στα μαθήματα. Ήμουν πολύ καλός όμως στην έκθεση. Έγραφα καλές εκθέσεις, τις οποίες διαβάζαμε σε όλο το σχολείο. Ήμουν όμως και ανορθόγραφος.

Η καλλιγραφία σας κούραζε;

Η καλλιγραφία με κούραζε πάρα πολύ. Δεν ήμουν ποτέ καλλιγράφος. Πάντα ήμουν κακογράφος και ανορθόγραφος.

Μετά, στο γυμνάσιο;

Στο γυμνάσιο πήγα στο καλύτερο δημόσιο σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο Πειραματικό. Τότε είχε μόνο τρεις τάξεις. Είχα καλούς καθηγητές, που αργότερα έγιναν καθηγητές του Πανεπιστημίου. Ο Δελμούζος, ο Τατάκης, και άλλοι.

Οι πληροφορίες μας λένε πως γράφατε εκθέσεις-ποιήματα. Το δέχονταν αυτό οι καθηγητές;

Βεβαίως. Υπήρχαν καλοί καθηγητές οι οποίοι το δέχονταν. Έγραφα εκθέσεις υπό μορφή ποιήματος. Τελείωνα και κατέβαινα κάτω και έπαιζα.

Ξεκινήσατε να γράφετε ποιήματα από μικρός;

Από πολύ μικρός. Είχα ευχέρεια μεγάλη στη στιχουργία και έγραφα διάφορα ποιήματα, χωρίς να έχω διαβάσει τίποτα.

Η διαγωγή σας πώς ήταν;

Τον δεύτερο χρόνο πήρα διαγωγή κοσμία που ήταν βαρύ για την εποχή. Ήθελαν να με διώξουν από το σχολείο. Χάρη σε κάποιους καθηγητές, επειδή ήμουν καλός σε ορισμένα μαθήματα, όπως στην έκθεση και στην ιστορία, παρέμεινα. Οι καθηγητές των θεωρητικών με εκτιμούσαν. Ήμασταν λίγοι μαθητές και όποιος έφευγε από το σχολείο δεν ξαναρχόταν. Ξεκινήσαμε 30 και μείναμε 17.

Διαβάζουμε αναμνήσεις επωνύμων που αναφέρονται στο παρελθόν με ωραία λόγια. Ήταν τόσο ωραία τότε;

Κοιτάξτε, τότε η Θεσσαλονίκη ήταν μικρή. Όλη η Σαλονίκη λιμάνι ήτανε. Κάναμε βόλτες όταν ήμασταν μικροί. Υπήρχαν μεγάλες αλάνες, ακατοίκητοι χώροι οι οποίοι αργότερα χτίστηκαν. Υπήρχαν πολλές συμμορίες παιδιών. Έχω φάει πάρα πολύ ξύλο. Πετροπόλεμος, …άγρια πράγματα.

Αν έχουμε υπολογίσει καλά, ο πόλεμος του ’40 σας βρίσκει στην ηλικία που βρισκόμαστε εμείς τώρα, Σε ηλικία 15 χρόνων. Περιμένατε τον πόλεμο; Φοβόσασταν;

Ο πόλεμος είχε αρχίσει έξω ένα χρόνο νωρίτερα, το 1939. Έναν χρόνο ζούσαμε με την απειλή του. Εμείς βέβαια ως νέοι δεν τον υπολογίζαμε πολύ.

Διαβάζατε εφημερίδες, ενημερωνόσασταν;

Εφημερίδες διάβαζα από πολύ μικρός. Πριν από τον Μεταξά ακόμη. Μου επέβαλε να διαβάζω τα κύρια άρθρα ο πατέρας μου.

Πώς αντέδρασε η οικογένειά σας όταν ξέσπασε ο πόλεμος;

Φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη την πρώτη ημέρα του πολέμου και πήγαμε στον Πολύγυρο, μια επαρχιακή πόλη στη Χαλκιδική. Ο πατέρας μου είχε επιστρατευτεί. Έμεναν εκεί πολλές οικογένειες. Εγώ ζούσα ελεύθερα. Ήμουν σαν αρχηγός της οικογένειας τότε.

Θελήσατε ποτέ να «πλησιάσετε» τον πόλεμο;

Ναι. Ύστερα από ένα μήνα ήθελα να φύγω. Ξεκίνησα μόνος για τη Θεσσαλονίκη. Με έπιασαν όμως στα μέσα του δρόμου και επειδή ήμουν πολύ μικρός με γύρισαν πίσω. Ήμουν τότε στη νεολαία του Μεταξά. Περνούσαμε πολύ ωραία. Δεν είχαμε σχολείο και ζούσαμε με τις νίκες του πολέμου.

Δημοσιεύσατε το πρώτο σας ποίημα στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», μια αθηναϊκή εφημερίδα που κυκλοφορούσε και στο μέτωπο.

Από τότε είχα αρχίσει να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, διάβαζα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν, τη «Νέα Εστία», τα «Νεοελληνικά Γράμματα» και έγραφα ποιήματα. Αυτό ήταν και το πρώτο ποίημα που έγραψα για τον πόλεμο.

Πώς νοιώθατε όταν ακούγατε ότι το ποίημά σας το διάβαζαν οι αγωνιστές του μετώπου;

Καταπληκτικά. Έπαιρνα πολλά γράμματα από τον πόλεμο. Είχα θείους, που το μοίραζαν και έλεγαν με καμάρι: «Ο ανιψιός μου το έγραψε αυτό». Ευχαριστιόμουν πάρα πολύ. Θεωρούσα ότι είχα γίνει πια μεγάλος ποιητής.

Από το 1940 ως το 1942 βρισκόσαστε σε μια έντονη περίοδο δημιουργίας. Δημοσιεύετε το πρώτο «λόγιο» ποίημά σας στα «Πειραϊκά Γράμματα». Στέλνετε και πάλι ποίημα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Αναφέρετε το όνομα «Βασιλειάδης».

Ο Βασιλειάδης ήταν ένας παλιός ρομαντικός ποιητής του 1870, τον οποίο θαύμαζα. Ήταν ποίημα ελαφρώς σατιρικό αυτό που έγραψα τότε. Ήμουν στην τελευταία τάξη του γυμνασίου. Έπαιρνα το περιοδικό στην τάξη και το διάβαζα κάτω από το θρανίο.

Τι έγινε σε αυτά τα δύο χρόνια;

Τον Μάρτιο του 1941 ήρθαμε στην Αθήνα για να αποφύγουμε τους Γερμανούς που έρχονταν. Ο πατέρας μου ήταν στο μέτωπο και μας έστειλε στην Αθήνα. Πήγα στο Γυμνάσιο των Αθηνών που ήταν 100 παιδιά σε κάθε τάξη. Μου άρεσε η Αθήνα πολύ, διότι ήμουν μόνος, ελεύθερος. Το καλοκαίρι γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ωραία τους πρώτους μήνες. Μετά έπεσε η πείνα. Ήμουν σπίτι κλεισμένος όλη την ημέρα και διάβαζα.

Από πότε άρχισε η πολιτική σας δραστηριότητα;

Άρχισε το 1942. Στη συνοικία που έμενα έγινε η απεργία του 1936. Κι εκεί τα είδα όλα και το μυαλό μου δούλεψε πολύ. Μετά ήρθε η δικτατορία του Μεταξά. Παρασύρθηκα κι εγώ και μπήκα στη νεολαία. Δεν ήμουν ενεργό μέλος αλλά πήγαινα συχνά.

Πώς περάσατε από τη Νεολαία του Μεταξά στην ΕΠΟΝ;

Αυθόρμητα και μέσω διαφόρων φίλων. Η εποχή εκείνη, 1943-44, ήταν η πιο γεμάτη εποχή που υπήρξε. Κάθε ημέρα ήμασταν στον αγώνα. Έγινε η καλύτερη η ζωή, υπήρξε περισσότερο ψωμί και μεγαλύτερη διάθεση για αγώνα. Τον Νοέμβριο του 1942 μπήκα στο πανεπιστήμιο, και μέσα από ’κει συνέχισα.

Ας μιλήσουμε λίγο και για το ποδόσφαιρο. Είστε φίλαθλος, σωστά;

Πάρα πολύ. Πρακτικός φίλαθλος. Πήγαινα κάθε Κυριακή στα ματς.

Πότε πρωτοπήγατε στο γήπεδο; Τι ομάδα ήσασταν;

Στο γήπεδο πήγα σε ηλικία 8 ή 9 χρόνων. Υπήρχαν τότε τοπικά πρωταθλήματα. Ήμουν φανατικός παοκτσής. Αργότερα, το 1959, έγινα Απόλλων. Ήταν μεγάλη ομάδα ο Απόλλων τη δεκαετία του 1950.

Βλέπετε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση;

Βλέπω πολύ, και σήμερα θα δω τον ποδοσφαιρικό αγώνα που θα παίξει η τηλεόραση. Τώρα πια είμαι υπέρ των μικρών ομάδων.

Γιατί;

Διότι πάντοτε αδικούνται.

Κύριε Αναγνωστάκη, φοβάστε τον πόλεμο; Η μαρτυρική πόλη του Σαράγεβο είναι αρκετά κοντά μας.

Ναι, είναι μαρτυρική πόλη το Σαράγεβο. Πήγα πριν από τρία χρόνια, όταν τα πράγματα ήταν καλά και ζούσαν όλοι αρμονικά. Πάρε παράδειγμα τον Μπάγεβιτς, που έχει γυναίκα μουσουλμάνα. Δεν το ξέρετε αυτό. Οι μουσουλμάνοι που λέμε δεν είναι Τούρκοι, είναι μουσουλμάνοι. Γίνεται μια σφαγή τρομαχτική. Νοιώθω πολύ άσχημα. Υπάρχουν μέσα τα πιο αλήτικα στοιχεία που δυναστεύουν τις πόλεις. Εγώ δεν είμαι ούτε υπέρ των Σέρβων, ούτε υπέρ των μουσουλμάνων, ούτε υπέρ των Κροατών. Είμαι υπέρ όλων.

Ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της Ελλάδας;

Θα έπρεπε να μην εμπλακεί καθόλου η Ελλάδα. Να κοιτάξει την ειρήνη στα Βαλκάνια.

Γράφει: Ηρακλής Οικονόμου - Κείμενα - 28/06/2014

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

«Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ»... - Η λαϊκή ποιήτρια Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου





Πίσω από κάθε στίχο της και ένα βίωμα, μία ιστορία, ένα συναίσθημα... Μέσα σε κάθε στίχο της, ο καημός, ο πόθος, η φωνή, η ψυχή ενός ολόκληρου λαού. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η δημιουργός των παραπάνω «διαμαντιών», όπως και εκατοντάδων ακόμη στίχων, έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στο λαϊκό μας τραγούδι. Η κορυφαία στιχουργός του λαϊκού μας τραγουδιού, που «έφυγε» από τη ζωή φτωχή και πικραμένη στις 7 του Γενάρη του 1972, υπήρξε μια σπουδαία λαϊκή ποιήτρια, που έδωσε απλόχερα στο λαϊκό μας πολιτισμό απίστευτης ομορφιάς και δύναμης τραγούδια. Ενα έργο, που παραμένει και στις μέρες μας δυνατό και αρυτίδωτο.

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893, η Ε. Παπαγιαννοπούλου ήρθε στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, με την ύπαρξή της σημαδεμένη από την αγωνία του πρόσφυγα. Αυτή την αγωνία, μαζί με την πίκρα, τον πόνο, τα βάσανα, τη φουρτούνα της ψυχής της μετουσίωσε σε αθάνατα λαϊκά τραγούδια. Ερχόμενη πάμπτωχη στην Ελλάδα το 1922, με δυο παιδιά και με το δίπλωμα της δασκάλας, δούλεψε για σχεδόν είκοσι χρόνια σε μπουλούκια ως ηθοποιός. Στη συνέχεια, και σε μεγάλη πλέον ηλικία στα 55 της χρόνια (από το 1948) άρχισε να γράφει τραγούδια, ακατάπαυστα, μέχρι το τέλος της ζωής της. 

Το γράψιμο γι' αυτήν ήταν παιχνίδι... Με άνεση και ευκολία κατέκτησε τη γλώσσα του λαϊκού τραγουδιού, καταθέτοντας στίχους λιτούς και στέρεους, με τους οποίους για δύο και πλέον δεκαετίες λάμπρυνε τη μουσική δημιουργία. Στίχους, στους οποίους αποτύπωνε τα βιώματά της: Τα βάσανα, τις ατυχίες της ζωής, την πίκρα, την οδύνη από την απώλεια αγαπημένων της προσώπων - χάνει τους τρεις ανθρώπους που λάτρευε, την κόρη, τη μητέρα και τον άντρα της. Ισως αυτή η βιωματική σχέση με τα τραγούδια της - μαζί με τη στιχουργική τους ποιότητα βέβαια - να είναι και το μυστικό της τεράστιας απήχησής τους στο λαό, ο οποίος μέχρι σήμερα συνεχίζει να τραγουδάει και να συγκινείται από τους στίχους της. Το επίπεδο της στιχουργικής της, ο μεστός της λόγος, συνδέεται μάλλον και με το ότι η ίδια είχε διαβάσει πολλή ποίηση και αγαπούσε το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Είχε αδυναμία στα δημοτικά τραγούδια και γενικά στη δημοτική παράδοση, αλλά και στον Καββαδία, τον Κρυστάλλη, τον Γρυπάρη και τον Βάρναλη.

Η περιπέτεια της Ε. Παπαγιαννοπούλου στο λαϊκό τραγούδι ξεκινά στις αρχές του '50, όπου κάνει τις πρώτες επιτυχίες με τον Βασίλη Τσιτσάνη: «Στρώσε μου να κοιμηθώ», «Τα καβουράκια», «Είμαστε αλάνια» κ.ά. 

Στη συνέχεια, συνεργάζεται με τον Στέλιο Καζαντζίδη («Μαντουμπάλα», «Είσαι η ζωή μου» κ.ά.), τον Απόστολο Καλδάρα («Ονειρο απατηλό», «Πετραδάκι - πετραδάκι», κ.ά.), τον Μανώλη Χιώτη («Ηλιοβασιλέματα»), Μάνο Χατζιδάκι («Είμαι αϊτός χωρίς φτερά»), Σταύρο Ξαρχάκο («Τι έχει και κλαίει το παιδί») κ.ά. 

Τους στίχους της ερμηνεύουν οι μεγαλύτερες λαϊκές φωνές: Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μαίρη Λίντα, Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Μιχάλης Μενιδιάτης, Αντώνης Ρεπάνης, κ.ά. Σε περίπου 400 ανέρχονται τα τραγούδια της, με βάση στοιχεία της ΑΕΠΙ, ενώ εκατοντάδες άλλα έχουν κυκλοφορήσει χωρίς το όνομά της ή με ...άλλων ονόματα. Ανάμεσα στα τραγούδια της περιλαμβάνονται: «Σε τούτο το παλιόσπιτο», «Γυάλινος κόσμος», «Στου Αποστόλη το κουτούκι», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Πάρε το δάκρυ μου», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι», «Περασμένες μου αγάπες», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά», «Γκιουλμπαχάρ», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις», «Ρίξε στο γυαλί φαρμάκι», «Τώρα που φεύγω απ' τη ζωή», «Το παρελθόν μου το βαρύ», «Συρματοπλέγματα βαριά» και πολλά, πολλά άλλα.

Η ζωή της Ε. Παπαγιαννοπούλου υπήρξε πολυτάραχη, γεμάτη βάσανα και πάθη... Η μοναδική, δίχως δόλο, συμπεριφορά της στο άγριο παζάρι της καθημερινής συναλλαγής και οι οικονομικές ανάγκες που της δημιουργούσαν οι «διαφυγές», στις οποίες κατέφευγε για να ξεχνάει την πικρή ζωή της, είχαν ως αποτέλεσμα τα τραγούδια της να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης και οικειοποίησης από το ίδιο το σινάφι της. Είναι γνωστό ότι, όπως κι ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (Τσάντας), πουλούσε τα τραγούδια της για ελάχιστα χρήματα, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί. Πουλούσε, όχι μόνο τα τραγούδια της, αλλά και τα πνευματικά της δικαιώματα, με αποτέλεσμα την ώρα που άλλοι πλούτιζαν, εκείνη να είναι μονίμως απένταρη και να πεθάνει φτωχή. Λίγοι είναι αυτοί που της έδωσαν τα δικαιώματά της από τους στίχους της - φωτεινές εξαιρέσεις ο Απόστολος Καλδάρας και ο Μάνος Χατζιδάκις που πάντα της έδιναν τα δικαιώματά της.

«Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ», έλεγε σε συνέντευξή της, το '60. «Από εκεί και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή αν δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα, απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα». Ετσι, παρ' όλο που δεκάδες απ' αυτά τα «πνευματικά τέκνα» της έγιναν ανεπανάληπτες επιτυχίες, όχι μόνο δεν υπήρχε τ' όνομά της στους δίσκους, αλλά και από οικονομική άποψη δεν της εξασφάλισαν ούτε τα απαραίτητα για να ζήσει. Ομως, όταν κάποιος της έλεγε «Ευτυχία, δεν έχω να φάω» ή «να πληρώσω το νοίκι μου», ό,τι είχε πάνω της το 'δινε.... Η μόνιμη «διαφυγή» της ήταν η χαρτοπαιξία, ένα πάθος, το οποίο πολλοί το εκμεταλλεύτηκαν. Εξάλλου, η ίδια δε νοιαζόταν για την προβολή και την καταξίωσή της...

Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», σε μουσική κι ερμηνεία Στέλιου Καζαντζίδη, το πούλησε έναντι 250 δραχμών. Ο λαϊκός βάρδος είχε παραδεχτεί αργότερα δημοσίως ότι οι στίχοι του τραγουδιού ανήκαν στην Ε. Παπαγιαννοπούλου. Δε συνέβη, όμως, το ίδιο με άλλους δημιουργούς. Οταν η στιχουργός σε συνεντεύξεις της διεκδίκησε την πατρότητα των στίχων για τα «Καβουράκια», ο Βασίλης Τσιτσάνης βγήκε να τη διαψεύσει, αναφέροντας ότι ύστερα από παραγγελία του, του είχε πάει απλώς ένα προσχέδιο, το οποίο ο συνθέτης το άλλαξε... Πάντως, η ίδια δεν πρόλαβε να δει το όνομά της τυπωμένο δίπλα από τον τίτλο των τραγουδιών της...

Η Ε. Παπαγιαννοπούλου, η μοναδική μαστόρισσα που με τις «σταυροβελονιές» των στίχων της τραγουδήθηκε από χιλιάδες, ή καλύτερα εκατομμύρια κόσμου, η «γριά» που πουλούσε τα τραγούδια της για πενταροδεκάρες, υπήρξε μια πολυδιάστατη, μοναδική προσωπικότητα. Πρωτοπόρα για την εποχή της, έζησε τη ζωή με πάθος, έγραψε με πάθος, προσφέροντας στο λαϊκό μας πολιτισμό στίχους μοναδικούς, αθάνατους.

Κείμενο: Ρουμπίνη Σούλη ("Τα βάσανά της τα έκανε «διαμάντια»..." - Ριζοσπάστης, 20/1/2008)
Επιμέλεια συνδέσμων: Οικοδόμος

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

«ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΕΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΑΙ ΝΑ ’ΡΘΟΥΝ» - Εκδήλωση στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού για τον Μπ. Μπρεχτ


Σε εκδήλωση που θα γίνει την Πέμπτη 26 Ιούνη στις 8 μ.μ. στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού (Καπανέως και Ιωαννίνων - Λόφος Κολωνού) θα παρουσιαστούν τα Πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου της ΚΕ του ΚΚΕ, «Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να 'ρθουν» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»). που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλη του 2013, στην έδρα της ΚΕ του ΚΚΕ.
Το πρόγραμμα της εκδήλωσης είναι χωρισμένο σε τρία μέρη και περιλαμβάνει:
Στο Α' ΜΕΡΟΣ:
Μουσική παράσταση, σε κείμενα του Μπ. Μπρεχτ και μουσική των Χανς Αϊσλερ και Θάνου Μικρούτσικου.
Σκηνοθετική Επιμέλεια: Κώστας Καζάκος.
Ενορχήστρωση: Στέφανος Χατζηαναγνώστου.
Διαβάζουν οι ηθοποιοί: Κώστας Καζάκος, Παύλος Ορκόπουλος, Μαριάνθη Σοντάκη.
Τραγουδούν: Σύλβια Καπερνάρου, Θοδωρής Καρέλλας, Έρση Φτούλη.
Παίζουν οι μουσικοί: Δημήτρης Ανδρονιάδης (πιάνο), Δημήτρης Κουφαλάκος (φαγκότο, φυσαρμόνικα), Στέφανος Χατζηαναγνώστου (φλάουτο).
Θα ακουστούν τα ακόλουθα μελοποιημένα ποιήματα του Μπ. Μπρεχτ:
«Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ» (Θ. Μικρούτσικος)
«Ποτάμι ο Μολδάβας» (Χ. Αϊσλερ)
«Η μπαλάντα του έμπορα» (Θ. Μικρούτσικος)
«Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου» (Θ. Μικρούτσικος)
«Το τραγούδι της ενότητας» (Χ. Αϊσλερ)
«Το τραγούδι της αλληλεγγύης» (Χ. Αϊσλερ)
Ενώ στο πρώτο μέρος της εκδήλωσης θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά προσαρμοσμένα στα ελληνικά, σε μουσική Χανς Αϊσλερ, τα τραγούδια: «Εγκώμιο στη μάθηση», «Εγκώμιο στη διαλεκτική» και «Το τραγούδι μιας Γερμανίδας μάνας».
Θα διαβαστούν τα ποιήματα: «Ο φωτισμός», «Δίκαια κυνηγημένος», «Η εξαίρεση και ο κανόνας», «Αυτή η ανεργία», «Εγκώμιο στη μάθηση», «Θέατρο, τόπος ονείρων», «Εγκώμιο στη διαλεκτική», καθώς και αποσπάσματα από τα έργα του Μπρεχτ: «Η Μάνα», «Μικρό όργανο για το θέατρο», «Ιστορίες του κ. Κόινερ» και από τη συλλογή κειμένων του, με τίτλο «Για την τέχνη και την πολιτική».
Στο Β' ΜΕΡΟΣ:
Θα παρουσιαστεί η έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής» από την Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ.
Στο Γ' ΜΕΡΟΣ:
Θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Μπ. Μπρεχτ «Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα» (παραγωγή του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ για το Επιστημονικό Συνέδριο, 2013).
Η είσοδος στην εκδήλωση είναι ελεύθερη.
Πληροφορίες πρόσβασης στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού
Τρόλεϊ 12 (Ζάππειο - Περιστέρι) - στάση Αρμονία
Λεωφορειακή Γραμμή Α13 (Ομόνοια - Κηπούπολη) - στάση Αρμονία
Λεωφορειακή Γραμμή 057 (Ομόνοια - Λόφος Σκουζέ) - στάση Ηλέκτρας.
(Πλησιέστερος σταθμός Μετρό είναι αυτός του Μεταξουργείου). 

902

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Ωδή στον Αθανάσιο Κλάρα


Λένε ότι λαλούν τ' αηδόνια κι αμάν αμάν
κηλαηδούν κι οι πέρδικες στ' απλάγια και στις ρεματιές
Χαρά και δυστυχιά ποτίσανε το χώμα

Πόσοι μ' εμίσησαν και θεν το θάνατό μου
μέρες και νύχτες περπατώ δίχως ψωμί δίχως νερό
ξένοι και ντόπιοι φύλακες ψάχνουν για να με εύρουν

Τζαβέλα μου περήφανε αγκάλιασέ με τώρα
αγκάλιασε και τίναξε το σώμα μου στο χώμα
για να στοιχειώσει ο όρκος μας της λευτεριάς το πότε

Στο φανοστάτη κρέμασαν τα δυο μας τα κεφάλια
πόσο ν' αντέξει κι ο καημός της προδοσιάς τα γλέντια
μην φοβηθείς μη γελαστείς πως πέθανα εχάθη

Και 'σεις βουνά μου κλάψτε με και πάρτε με μαζί σας
η άνοιξη κι αν λαχταρά ο κούκος δεν τη φέρνει
πότε ωρέ, πότε θα 'ρθει της ξαστεριάς το πότε,
οργή κι αντιλαλιά στενάζουν μες τα στήθια
γιατί δεν πρόκαμαν να πουν την άγραφη αλήθεια...

Μουσική-στίχοι: Γιάννης Τσιαντής (cardiotsiantis)
Οι τελευταίες ημέρες του Άρη Βελουχιώτη
Μουσική βασισμένη στα δημοτικά και παραδοσιακά μας τραγούδια.
Τιμή για εμάς που συμμετέχει με το κλαρίνο του ο Πετρολούκας Χαλκιάς
Από το album του λαβύρυθμου ''Πόλη - Εποχές - Άνθρωποι''

Τραγούδι: Νίκος Κωνσταντινόπουλος
Κλαρίνο: Πετρολούκας Χαλκιάς
Λαούτο :Βασίλης Τριάντης
Κιθάρα : Άγγελος Καλοριζικάκης
Βιολί : Πέτρος Γιωρκάτζης
Νταούλι : Γιώργος Χαρωνίτης

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά


Μετά τον εμφύλιο… Ανάμεσα σε δυο Ελλάδες ένας λαός που οι προσδοκίες του προδόθηκαν, προσπαθεί ν’ αφήσει πίσω τη φρίκη του πολέμου. Αφού έδεσε πρόχειρα τις πληγές και έθαψε τα σκοτωμένα του όνειρα δίπλα στους νεκρούς, πασχίζει να σταθεί όρθιος και να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Η Ελλάδα του μεροκάματου και του μόχθου που δεν ξεχωρίζει στα σπλάχνα της νικητές και νικημένους,  η Ελλάδα που δεν ξεχνά, έρχεται αντιμέτωπη σε κάθε της βήμα  με το σιδερένιο κράτος των νικητών. Αναζητά, παλεύει, διεκδικεί τον δικό της ουρανό. Λίγο παραπέρα από τα φωτισμένα μέγαρα της πρωτεύουσας, η ζωή βαριανασαίνει στις φτωχογειτονιές. Στα σοκάκια τους, ανάμεσα στα νυχτολούλουδα και στους ασβεστωμένους ντενεκέδες με τα βασιλικά,  ανθίζει και μοσχοβολά η ελπίδα. Και ο έρωτας…

Ο καλόκαρδος τυχοδιώκτης Λούης Ρετσίνας που δεν διστάζει ν’ αρπάξει τη ζωή,  να την στριμώξει στη σέλα της βέσπας του και να οδηγήσει ριψοκίνδυνα κι ας ξέρει ότι θα σπάσει τα μούτρα του… Ο αδερφικός του φίλος, συνεσταλμένος διανοούμενος, πάντα «κύριος», Κωσταντής Μανωλόπουλος, που η ζωή του απλώνει το χέρι, μα δεν τολμά να την αγγίξει και «ζει» ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων και μέσα στα όνειρά του. Την ώρα που  η πραγματική ζωή φεύγει… Η όμορφη, μυστηριακή και τολμηρή Μάρθα που συμβιβάστηκε καθώς κουράστηκε να τον περιμένει… Ο κυρ Πέτρος Ρετσίνας, ο απαισιόδοξος παλαίμαχος μπαρουτοκαπνισμένος αντάρτης που «αποδέχτηκε την ήττα»… Ο ανθρώπινος, ονειροπόλος συνταγματάρχης Κριτσίνης, που πνίγεται κλεισμένος στον «κύκλο» που άλλοι χάραξαν για λογαριασμό του… Ο -μαυραγορίτης στην κατοχή- μεγαλομανάβης και τοκογλύφος Παναγιώταρος… Ο αδίστακτος ανερχόμενος εργολάβος αντιπαροχής Λιακόπουλος… Η τρυφερή και αισθησιακή μικροπαντρεμένη Χαρούλα… και πολλοί ακόμα χαρακτήρες ξετυλίγονται πάνω στο ψηφιδωτό της εποχής που χτίζεται η «νέα» Ελλάδα… Έρωτες, συγκρούσεις, πάθη, όνειρα, δάκρυα, συμβιβασμοί, λάθη,  με κοινό παρανομαστή πάντα το άπιαστο, το ανεκπλήρωτο και της ζωής των γλυκών χυμών τη δίψα.

Η εξαιρετική τηλεοπτική σειρά «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη, βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Κώστα Μουρσελά και είναι μια τρανή απόδειξη ότι η τηλεόραση μπορεί να υπηρετήσει την Τέχνη και να την κάνει κτήμα των πολλών, φτάνει να δίνονται οι ευκαιρίες και τα μέσα στους κατάλληλους ανθρώπους.

«Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» είναι και ο τίτλος του τραγουδιού των τίτλων της σειράς, σε στίχους και μουσική του Βασίλη Δημητρίου και με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα:


Βαμμένα κόκκινα μαλλιά κάθε νύχτα
σε ποια σεντόνια να δακρύζεις στα κρυφά
δεν έχει περιθώριο η πίκρα
και η χαρά τελειώνει στα μισά.

Λυπημένη μου αγάπη καληνύχτα
δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα εμείς
σαν αέρας που σε καίει μες στη νύχτα
όποια πόρτα κι αν ανοίξεις θα με βρεις.

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά και μια δάφνη
στο χέρι για παρηγοριά
γιατί θυμάσαι πάντα τα λάθη
γιατί δε φεύγεις για τη λησμονιά.

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά μια σταγόνα
στα χείλη να σε καίει για καιρό
ποιος τάζει της ζωής το χειμώνα
και ποιος φοβάται το Χριστό.

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά καληνύχτα
του χρόνου πάλι θα σε θυμηθώ.
Καληνύχτα, σ’ αγαπώ.

(Η εικόνα είναι από εξώφυλλο του βιβλίου ― εκδόσεις Πατάκη).

Παρασκευή 13 Ιούνη 2014.
Οικοδόμος