Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ – Οι αγνοημένες


Nous sommes les ingénues
Aux bandeaux plats, à l'oeil bleu.
VERLAINE

Σκούφιες πλεχτές, κοντές κοτσίδες,
σαλάκι τρεις φορές στριφτό
―φτωχές μαθήτρες, κορασίδες…

Απρόσεχτες, παραπατάνε.
Στις λάσπες, με ξεφωνητό,
τα τρύπια τσόκαρα βουτάνε.

Η Μοίρα δεν τους έχει κλώσει
ουδέ μετάξι στα μαλλιά,
ουδέ χρυσό στη μέση κρόσσι,

μα άχαρες, πολυφορεμένες
ποδιές, που κρέμεται η θηλειά,
κι’ ούτε ως τα γόνατα φτασμένες.

Κρυώνουν, κι’ άλλες τους ακόμα
πεινάνε· μα άλλες ―πιο καλά―
μασσούν μαστίχα, άκρη στο στόμα.

Κι’ αν δεν κατέχουν τι είναι η Γνώση,
στα μάτια τους τα βαθουλά
τι πρώιμα που έχουν μεγαλώσει!

Στο σπίτι, πάντα η φτώχεια, η λύπη·
χάνεται η σάκκα, το χαρτί,
 το «παιδί» κλαίει, η μητέρα λείπει·

κι’ αυτές, στην τύχη απορριγμένες,
ζουν, συντροφιά ξεχωριστή,
μια, αμόνοιαστες, μια, αγαπημένες.

Αδέξιες, κι’ όμως περγελάνε·
σκληρές, καταφρονετικές,
βγάζουν τη γλώσσα, αντιμιλάνε,

παρήκοες στην ορμήνεια, τρέχουν
άστατες, άσκεφτες ψυχές
που νόμο ή φταίξιμο δεν έχουν.

Ανοιχτομμάτες, καυχησιάρες.
Θαυμάζουν ―τούτο τες αρκεί.
Λαίμαργες, μα ποτές ζηλιάρες.

Μόνο, η φωνή τους, σαν ξεσπάζη
στην τάξη, μες στην Ωδική,
καίει ―σαν τρυγόνι, που σπαράζει.

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ


(Από το βιβλίο «Η ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ – Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς – Μια προσωπική ανθολογία του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ», Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1990.)


Ο ποιητής Τέλλος Άγρας (πραγματικό όνομα Ευάγγελος Ιωάννου) έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 12 Νοέμβρη του 1944.

Βιογραφικά στοιχεία (πηγή: βικιπαίδεια)

«Γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, όπου υπηρετούσε τότε ως σχολάρχης ο πατέρας του Γεώργιος Ιωάννου. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη Βλάχου, ενώ ο μικρότερος αδερφός του Χρήστος. Το 1906 μετακόμισαν οικογενειακώς στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τελείωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 πρωτοεμφανίζεται στη στήλη της αλληλογραφίας του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων και από το 1911 έγραφε τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών του περιοδικού με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας.

Το 1916 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1923. Το Μάιο του ίδιου χρόνου γράφει στη Διάπλαση των Παίδων το πεζογράφημα ‘‘Αποχαιρετισμός’‘. Συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά, όπως με τη ‘‘Λύρα’‘, τον ‘‘Βωμό’‘, τους ‘‘Νέους’‘ κ.ά. Το 1918 βραβεύεται στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό, ενώ κερδίζει και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εσπερία στο Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Την ίδια χρονιά μεταφράζει τις ‘‘Στροφές’‘ του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς (Jean Moreas). Το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, θέση που παρέμεινε ως το θάνατό του.

Γράφει συχνά στο περιοδικό Νέα Εστία, της οποίας διετέλεσε και αρχισυντάκτης για ένα διάστημα, ενώ δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά ‘‘Γράμματα’‘, ‘‘Νέα Ζωή’‘, ‘‘Αλεξανδρινή Τέχνη’‘, το ‘‘Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου’‘ και σε πολλά άλλα έντυπα καθώς και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησαν Τα βουκολικά και τα εγκώμια, η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο Καθημερινές, που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο.fabio

Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής χειροτέρεψε η ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Το Νοέμβριο του 1944, χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου ξεψύχησε.»

Για το έργο του (πηγή: εθνικό κέντρο βιβλίου)

«Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης.»

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Θα σε θυμόμαστε

Ἐπιλογικό


Νὰ μὲ θυμόσαστε - εἶπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ τριαντάφυλλα.
Τὴν ὀμορφιὰ
Ποτές μου δὲν τὴν πρόδωσα. Ὅλο τὸ βιός μου τὸ μοίρασα δίκαια.
Μερτικὸ ἐγὼ δὲν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ
τὶς πιὸ ἄγριες νύχτες μας φώτισα. Νὰ μὲ θυμᾶστε.

Καὶ συγχωρᾶτε μου αὐτὴ τὴν τελευταῖα μου θλίψη:
Θἄθελα
ἀκόμη μιὰ φορὰ μὲ τὸ λεπτὸ δρεπανάκι τοῦ φεγγαριοῦ νὰ θερίσω
ἕνα ὥριμο στάχυ. Νὰ σταθῶ στὸ κατώφλι, νὰ κοιτάω,
καὶ νὰ μασῶ σπυρὶ σπυρὶ τὸ στάρι μὲ τὰ μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι εὐλογώντας τοῦτον τὸν κόσμο ποὺ ἀφήνω,
θαυμάζοντας κι Ἐκεῖνον ποὺ ἀνεβαίνει τὸ λόφο στὸ πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στὸ ἀριστερὸ μανίκι του ἔχει ἕνα πορφυρὸ τετράγωνο μπάλωμα. Αὐτὸ
δὲν διακρίνεται πολὺ καθαρά. Κι ἤθελα αὐτὸ προπάντων νὰ σᾶς δείξω.

Κι ἴσως γι᾿ αὐτὸ προπάντων θ᾿ ἄξιζε νὰ μὲ θυμᾶστε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

"φτενά χωράφια… άφοβη φυλή…" (ένα αφιέρωμα στον ποιητή ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ) - Κυριακή 24 Νοέμβρη 2013, 11:30 π. μ. στο Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η
 Ο Δήμος Βορείων Τζουμέρκων, η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος και η Ομοσπονδία Αδελφοτήτων Τζουμερκιωτών σας προσκαλούν στην παράσταση : «φτενά χωράφια … άφοβη φυλή», ένα θεατροποιημένο αφιέρωμα

στον Πλατανουσιώτη ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα.


Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

 11:30 π. μ.


Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

(Σπ. Τρικούπη 34 & Κουντουριώτου Εξάρχεια, τηλ. 210 8253489)


Είσοδος ελεύθερη
-------------------------------------------------------------------------------


φτενά χωράφια… άφοβη φυλή…

(ένα αφιέρωμα στον ποιητή ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ)
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθετική επιμέλεια: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΕΝΤΕΛΕΣ
Μουσική επιμέλεια, σύνθεση, διασκευή, ενορχήστρωση: ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ
Σκηνογραφική ιδέα: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Απαγγελίες:
ΞΑΝΘΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΡΑΝΙΑ ΣΟΝΤΗ
ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΜΑ
Μουσικοί:
ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ: κιθάρα, τραγούδι
ΑΝΘΗ ΣΤΑΥΡΟΥ: πιάνο, τραγούδι
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΟΝΟΣ:  κιθάρα
ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΟΛΑΣ: μπουζούκι, λαούτο
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ: μπουζούκι
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΒΕΛΑΣ: μπουζούκι
ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΕΝΤΕΛΕΣ: μπάσο
ΠΑΝΟΣ ΣΕΝΤΕΛΕΣ: ακορντεόν, τραγούδι
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΑΣΤΑΜΑΤΗΣ: κρουστά, τραγούδι
ΠΕΤΡΟΣ ΜΟΚΑΣ: τραγούδι
Στο θεατρικό μονόπρακτο παίζουν:
ΡΙΖΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΑΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΟΘΕΟΔΩΡΟΣ
Ακούγονται τα μελοποιημένα ποιήματα του Γ. Κοτζιούλα:
Αυτοβιογραφία (Σύνθεση: Κώστας Χαριτάτος)
Μποέμ (Σύνθεση: Κώστας Χαριτάτος)
Θερινή Συμφωνία (Σύνθεση: Κώστας Χαριτάτος)
Τραγούδι (Σύνθεση: Γιώργος Κουλουριώτης)
Εσπερινός (Σύνθεση: Κώστας Χαριτάτος)
Χωρισμός (Σύνθεση: Σπύρος Σαμοίλης)
Το τέλος της Ελένης (Σύνθεση: Αγάπανθος)
Αλλαγή (Σύνθεση: Σπύρος Σαμοίλης)
Θυσιαστήριο (Σύνθεση: Αλέκος Ξένος)
Αννιώ (Σύνθεση: Bertok, διασκευή: Λίτσα Λεμπέση)
Το μαστορόπουλο (Σύνθεση: Δήμος Φιωτάκης)
Επανάσταση (Σύνθεση: Άγγελος Παπαγεωργίου)
Είνορο (Σύνθεση: Κώστας Χαριτάτος)

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ - Κατρακύλημα




Όλο ξεπέφτεις –και ξεπέφτεις δίχως τέλος–
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.
(Είσαι παλιάτσος, κι όμως δείχνεσαι για Οθέλλος,
με τις αστείες προσωπίδες που φορείς).

Το ποιο φινάλε θα ’χει τέτοια μια ιστορία,  
το κατρακύλημά σου αυτό πού σε οδηγεί,
πάντα το σκέφτεσαι με πόνο και πικρία,
μα δεν γιατρεύεις τέτοια επίφοβη πληγή.

Πάντοτε λες: «Θα ’ρθει μια μέρα να ξεφύγω,
απ’ των πραγμάτων το μηδέν να λυτρωθώ,  
και με το πέρασμα του χρόνου, λίγο-λίγο,
κάπως ψηλά με περηφάνια να υψωθώ».

Κι όμως το Χάος σα μαγνήτης σε τραβάει
και, απειθάρχητος, στη Σκέψη πάντα ζεις...
Το κατρακύλημα ποτές δεν σταματάει,  
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

Ο σπουδαίος Κύπριος ποιητής Τεύκρος Ανθίας έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 8 Νοέμβρη του 1968.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Ξελασπώστε το μέλλον!


Το μέλλον δε θα ρθεί
από μονάχο του έτσι νετο-σκετο
αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς
από τα βράγχια κομσομόλε άρπαξέ το
απ'την ουρά του πιονιέροι κι εσείς

Πόλεμος δεν είναι μόνο όπως θαρρείς εσύ
να λες ναι - ναι στα μέτωπα με βολές πολυβόλου
της φαμίλιας του σπιτικού η επίθεση
για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου

Η κομμούνα δεν είναι μια βασιλοπούλα
του παραμυθιού που λες
για να την ονειρεύεσαι τις νυχτιές
μέτρησε καλοσκέψου σημάδεψε
και τράβα βήματα τα βήματα
έστω και πάνω σε μικροζητήματα

Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός στη γη
στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα
είναι και μες στο σπίτι
στο τραπεζάκι εμπρός
στις σχέσεις στη φαμίλια
στην καθημερινή ρουτίνα

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη

Ενενήντα έξι χρόνια από τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση σήμερα, που ήταν το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός στον 20ό αιώνα. Άνοιξε το δρόμο για το πέρασμα της κοινωνικής εξέλιξης στην ανώτερη βαθμίδα της, το σοσιαλισμό, με προοπτική την αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Ενσάρκωσε τα όνειρα και τους πόθους «των κολασμένων της Γης» για την έφοδο στο δικό τους ουρανό. Ο Κόκκινος Οχτώβρης έγινε σταθμός και εφαλτήριο της δράσης και της τεράστιας προσπάθειας εκατομμυρίων απλών ανθρώπων του μόχθου, για την κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης. Ήταν το δημιούργημα της οργανωμένης πολιτικής πάλης των λαϊκών μαζών, με ηγετική δύναμη την εργατική τάξη, που, με επικεφαλής το Κομμουνιστικό Κόμμα, επιβεβαίωσε ότι η ανθρωπότητα μπήκε σε νέα ιστορική εποχή. Αυτήν που, από τις αρχές του 20ού αιώνα, φανέρωσε πως ο καπιταλισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένος ως κοινωνικοοικονομικό σύστημα που μπορεί να κινεί τις κοινωνικές εξελίξεις προς την πρόοδο, γι' αυτό και χρειάζεται αντικατάσταση περιμένοντας το νεκροθάφτη του…

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Το Τραγούδι της Απεργίας




Βγες έξω, σύντροφε! Ρίσκαρε
Τη δεκάρα, που ούτε δεκάρα πια δεν είναι
Τον τόπο για ύπνο που πάνω του πέφτει η βροχή
Και της δουλιάς τη θέση που αύριο θα χάσεις!
Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου! 
Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!
Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας:

Κάνε πράξη την αλληλεγγύη!

Βγες έξω, σύντροφε, αντιμέτωπος με τα όπλα και
Διεκδίκησε το μεροκάματό σου!
Σαν ξέρεις πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις
Όπλα αρκετά οι αστυνόμοι τους δεν έχουν!
Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου!
Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!
Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας: Κάνε πράξη
Την αλληλεγγύη!

Μπέρτολτ Μπρέχτ


(Δεν γνωρίζουμε ποιος-α έκανε τη μετάφραση)

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ


ΠΟΛΛΕΣ φορές ο ακριβός φίλος και σύντροφος, ο δημοσιογράφος και ιστορικός συγγραφέας Κυριάκος Σιμόπουλος, που αθόρυβα και εν σιωπή έφυγε για πάντα, στην αναφορά του για τα μακρονησιώτικα μιλούσε συχνά για της πέτρας το μαρτύριο, που το 'χε ζήσει μαζί με εκατοντάδες φαντάρους και πολίτες που πέρασαν τότε από το φοβερό αυτό κολαστήριο.
ΚΑΘΩΣ τούτη την ώρα το καράβι πλαταγίζει για το Μακρονήσι στο καθιερωμένο χρονιάτικο προσκύνημα μνήμης και τιμής, η στήλη δίνει το ποιητικό κείμενο που με πίστη κι ελπίδα αταλάντευτος πάντα δούλεψε στο «σύρμα» της Μακρονήσου ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Κυριάκος Σιμόπουλος.

Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ

Τούτη η πέτρα που κουβαλάω τρία χρόνια
βαριά σαν προγονικός κλήρος
βουλιάζει το κορμί σαν χρέος απλήρωτο.
Τούτη η πέτρα η νιόκοπη
στο μπόι μου μια ταφόπλακα
βελονιάζει σαν την αγρύπνια
δαγκώνει σαν αγρίμι αιχμάλωτο.
Τα δάχτυλά μου γυάλισαν στη σκληρή της σάρκα.
Τα δάχτυλά μου τις ζεστές της φλέβες χάιδεψαν /
ΙΙ
Σαν δεν απόμενε τίποτα που να μην αγάπησες
κι η καρδιά σου διψάει ακόμα
αγαπάς πια το βαρύθυμο πόνο σου
Τους κόμπους απ' το σκουριασμένο συρματόπλεγμα
τον διπλωμένο αβέβαιο ίσκιο σου.
Αγαπάς τούτη την αλάξεφτη πέτρα
απ' τα σπλάχνα της γης ξεθαμμένη
σαν παιδί πρωτογέννητο.
Την αγαπάς σαν τον τυραγνικόν έρωτα
σαν το σκουριασμένο νερό της δίψας.
Τούτη η αλάξεφτη πέτρα
μυρίζει ζεστό ψωμί και μπαρούτι
αχνίζει 'σα νέα πληγή
απ' την καρδιά του βράχου θραψερή
ζυμώνεται στα δάχτυλά μου υπάκουη.
Είμαστε από την ίδια σάρκα
κι όντας ματώνει η φλέβα της
έναν επίδεσμο στο χέρι δένω από πηλό.
ΙΙΙ
Τούτη η πέτρα που κουβαλάω τρία χρόνια
το προαιώνιο μυστικό της με δασκάλεψε
τους αναστεναγμούς μου να πετρώνω
τ' ασίγαστα όνειρά της να ονειρεύομαι.
Μουράγια των χαμένων καραβιών.
Γιαπιά για τα παλάτια της ειρήνης.
Κλέφτικα ταμπούρια.
Ασβεστοκάμινα ν' ασπροκοπήσουν
της ευτυχίας τα σκαλοπάτια
IV
Λιοτρίβες και μυλόπετρες
Της Αρτας το γεφύρι
Βότσαλο στο λαζούρι του γιαλού
Και μαρμαρένια αλώνια.
Πέτρα την πέτρα περπατεί
Λιθάρι το λιθάρι
Πετροβολάει τη θάλασσα
Πετροβολάει το κύμα
Κι η πέτρα του πνιγμένου στο βυθό
Το ματωμένο οδόφραγμα
Πέτρινα μέτωπα
Πέτρινα μάτια
Πέτρινες καρδιές.
V
Και τώρα που μακραίνει το άγγιγμά της
Κι άλλο χιτώνα από το δέρμα μου δεν έχω
Τη νιώθω ακόμα στο κορμί
Σαν γυλιό εκστρατείας.
VI
Την πέτρα τούτη που κουβαλάω τρία χρόνια
Κι όπως πηδάει δαμάλι που το κέντησε οίστρος
Κι ως πεταρίζει τα φτερά πουλί στερνά από μπόρα
Τον ώμο μου να λευτερώσω δε βολεί
Κι ουδέ ξέρω
Ανθρωπος είμαι για πέτρα αναστημένη
Μ' ένα ψηφί να σημαδεύει τα χιλιόμετρα
Στην πορεία του κόσμου.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ
Του Νίκου ΚΑΡΑΝΤΗΝΟΥ - Ριζοσπάστης, Κυριακή 25/5/2003

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Όμορφη και παράξενη πατρίδα


Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα.

Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
στήνει στην γη καράβι κήπο στα νερά
κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται.

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα.

Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά
κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύρρανους.

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου `λαχε δεν είδα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε, σαν σήμερα, στις 2 Νοέμβρη του 1911. Τη μουσική για το τραγούδι έγραψε ο Δημήτρης Λάγιος, ένα άξιος συνθέτης που δεν πρόλαβε στα 39 χρόνια που έζησε να μας χαρίσει πολλά περισσότερα όμορφα τραγούδια. Ερμηνεύει και παίζει κιθάρα ο Γιώργος Νταλάρας. Μαζί του, στο ακορντεόν, ο Ντάσο Κούρτι.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Κ.Γ. Καρυωτάκης (1896-1928) - Χρονολόγιο



Προχτές  την Τετάρτη 30 Οκτώβρη, έκλεισαν 117 χρόνια από τη γέννηση ενός από τους  αγαπημένους ποιητές της "στηθάγχης", του Κώστα Καρυωτάκη. Αναδημοσιεύουμε  ένα συνοπτικό χρονολόγιο της ζωής του ποιητή, (που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «η Λέξη», στο ειδικό αφιέρωμα για τα 60 χρόνια από το θάνατό του, στο διπλό τεύχος [79-80] του Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1988), από την ιστοσελίδα Κώστας Καρυωτάκης …η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

1896 30 Οκτωβρίου: Γέννηση Κ.Γ.Κ στην Τρίπολη· δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Κ. Καρυωτάκη (από τη Συκιά της Κορινθίας) και της Τριπολιτσιώτισσας Κατήγκως Αθ. Σκάγιαννη. Έχει μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και το 1899 θα αποκτήσει έναν αδελφό, το Θάνο. Λόγω των μεταθέσεων του πατέρα, περνά τα παιδικά χρόνια σε διάφορες πόλεις: Λευκάδα, Αργοστόλι, Λάρισα, Καλαμάτα.
1909
(13 ετών)
Στην Πάτρα, έως το 1911;
1910
(14 ετών)
Αύγουστος: Μνημονεύεται σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των Παίδων
1912
(16 ετών)
Στα Χανιά, έως το Σεπτέμβριο 1913 -- Πρώτοι στίχοι -- Αρχή συνεργασίας με λαϊκά περιοδικά της Αθήνας: Ελλάς, Παρνασσός κ.α., έως το 1916
1913
(17 ετών)
Ερωτεύεται τη Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη· ο δεσμός τους θα συνεχιστεί, με διακοπές, τουλάχιστον ως το 1922 -- Αποφοιτά («λίαν καλώς») από το Γυμνάσιο Χανίων -- Σεπτέμβριος: Στην Αθήνα, για Νομικά.
1914
(18 ετών)
Παραθερίζει στα Χανιά -- Επιτρέφοντας στην Αθήνα, πιάνει μοναχικό δωμάτιο στη Νεάπολη -- Αρχή φιλίας με τον Άγι Λεβέντη.
1915
(19 ετών)
Γάμος Άννας Σκορδύλη -- Αρχή φιλίας με το Χαρίλαο Σακελλαριάδη -- Μάρτιος: Δύο ποιήματά του δημοσιεύονται στην εφημερίδα Ακρόπολη, με επαινετικά σχόλια του Βλάση Γαβριηλίδη.
1916
(20 ετών)
Ιανουάριος: Απαγγέλει τρία ποιήματά του στο σύλλογο «Αρμονία» -- Μάρτιος: Διάλεξή του περί Ερεντιά στο Σύλλογο εμποροϋπαλλήλων Αθηνών -- Παύει να δημοσιεύει, ως το 1919 -- Νοέμβριος: Κατατάσσεται στη Φοιτητική Φάλαγγα -- Ο πατέρας του απολύεται ως αντιβενιζελικός· θα αποκατασταθεί στα 1917.
1917
(21 ετών)
Δεκέμβριος: Πτυχιούχος Νομικής («λίαν καλώς»)
1918
(22 ετών)
Επισκέπτεται τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη -- Επιστρατεύεται, μα εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και παίρνει αναστολή.
1919
(23 ετών)
Ιανουάριος: Πρώτη συνεργασία στο νουμά, με ποιητική μετάφραση -- Παίρνει άδεια δικηγόρου μα δε βρίσκει πελάτες -- Φεβρουάριος: Εκδίδει τη συλλογή Ο πόνος του Ανθρώπου και των Πραγμάτων -- Ιούνιος: Πρώτη πρωτότυπη συνεργασία στο Νουμά. -- Αυγουστος: Στη στήλη αλληλογραφίας του Νουμά δημοσιεύεται ανώνυμα «Ο Μιχαλιός» με τίτλο «Στρατός» -- Σεπτέμβριος: Εκδίδει με τον Άγι Λεβέντη, το σατιρικό περιοδικό Η Γάμπα -- Οκτώβριος: Κατάσχεση του τίτλου της Γάμπας -- Νοέμβριος: Αναλαμβάνει υπηρεσία στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης ως Γραμματεύς Α' του Υπουργείου Εσωτερικών -- Πρώτη συνεργασία στο Λόγο (Κων/πόλεως) -- Βραβεύεται από το Νουμά σε διαγωνισμό ποιημάτων για παιδιά.
1920
(24 ετών)
Φεβρουάριος: Στρατεύεται -- Μάιος: Βραβεύεται στον Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό για την ανέκδοτη συλλογή Τραγούδια της Πατρίδας· ποιήματά της θα περιληφθούν στα Νηπενθή -- Ιούλιος: Στην Κρήτη, με δίμηνη αναρρβωτική άδεια -- Γράφει το φαντεζίστικο μονόπρακτο Ο Άρρωστος (σήμερα χαμένο) -- Σεπτέμβριος: Απαλλάσεται, για λόγους υγείας, από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις -- Νοέμβριος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Άρτης όπου ασκεί χρέη νομάρχη -- Δημοσιεύει «Το καύκαλο» -- Πιθανώς αρχίζει να χρησιμοποιεί ναρκωτικά -- Τρία ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι.
1921
(25 ετών)
Ιούνιος: Πρώτη συνεργασία στη Μούσα -- Γράφει, με τον Σακελλαριάδη και με μουσική του εξαδέλφου του Θόδωρου Δ. Καρυωτάκη, τη θεατρική επιθεώρηση Πελ-Μελ (δεν ανεβάστηκε) -- Αύγουστος: Εκδίδει τα Νηπενθή -- Σεπτέμβριος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Κυκλάδων (Σύρος) -- Δεκέμβριος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Αττικής -- Πρώτη συνεργασία στο περιοδικό Παιδική Χαρά.
1922
(26 ετών)
Απρίλιος: Η Μαρία Πολυδούρη αρωτεύεται τον Καρυωτάκη, μα ο δεσμός του με τη Σκορδύλη φαίνεται να συνεχίζεται -- Γράφει το «Υστεροφημία» -- Αύγουστος: Εξετάσεις στον Άρειο Πάγο («λίαν καλώς») -- Οκτώβριος: Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, αν και τιης έχει δηλώσει πως πάσχει από σύφιλη -- Πρώτη συνεργασία στον Έσπερο (Σύρου) -- Ένα ποίημά του συμπεριλαμβάνεται στην Ανθολογία των Νέων Ποιητών μας του Φ.Γιοφύλλη, με την πληροφορία πως ο ποιητής κατάγεται από την Κρήτη.
1923
(27 ετών)
Απρίλιος: Διορίζεται έκτακτος υπάλληλος του Υπουργείου Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως -- Γράφει το «Τραγούδι παραφροσύνης» [=«Ωχρά σπειροχαίτη»] -- Πρώτη συνεργασία στη Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας) -- Ιούνιος: Προάγεται σε εισηγητή στη Νομαρχία Αττικής -- Οκτώβριος: Διορίζεται μόνιμος εισηγητής στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγιεινής -- Νοέμβριος: Προϊστάμενος του Β' Γραφείου Εποπτείας Εγκαταστάσεως Προσφύγων.
1924
(28 ετών)
Φεβρουάριος: Μετέχει στη συλλογική σύνταξη του περιοδικού Εμείς -- Αύγουστος: Ταξιδεύει στη Γερμανία (Βερολίνο, Λιψία) και την Ιταλία (Νεάπολη, Ρώμη, Βενετία) -- Σκέπτεται να παραιτηθεί από τη δημόσια υπηρεσία και να γίνει παραγγελιοδόχος -- Τρία ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην Εκλογή Νεοελληνικών Ποιημάτων του Γ.Ε.Αυλωνίτου.
1925
(29 ετών)
Σεπτέμβριος: Τοποθετείται στο Τμήμα Κοινωνικής Υγιεινής ως Γραμματέας του Ιατροσυνεδρίου (= Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου)
1926
(30 ετών)
Ιανουάριος: Κατάργηση του Υπουργείου Υγιεινής -- Φεβρουάριος: Τοποθετείται στη Διεύθυνση Υγιεινής του Υπουργείου Εσωτερικών -- Αύγουστος: Επανίδρυση του Υπουργείου Υγιεινής -- Οκτώβριος: Ταξιδεύει στη Ρουμανία -- Δεκέμβριος: Τοποθετείται στο Τμήμα Αγαθοεργών Ιδρυμάτων -- Πρώτη Συνεργασία στην Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος -- Δύο ποιήματά του περιλαμβάνονται στην ανθολογία των Ι.Μ Παναγιωτόπουλου και Π.Χάρη, Διάλογοι και ποιήματα για παιδιά.
1927
(31 ετών)
Μάιος: Πρώτη συνεργασία με τη Νέα Εστία. Παρακολουθεί τις Δελφικές Εορτές -- Σεπτέμβριος: Δημοσιεύει το «Ιδανικοί Αυτόχειρες» -- Νοέμβριος: Απολογείται για άγνωστο πειθαρχικό αδίκημα -- Δεκέμβριος: Εκδίδει το Ελεγεία και Σάτιρες -- Ο υπουργός Μιχ. Κύρκος του επιβάλλει προστιμο ίσο προς το ήμισυ του μισθού του -- Μετακινείται στο Τμήμα Λοιμοδών Νόσων.
1928
(32 ετών)
Ιανουάριος: Εκλέγεται Γενικός Γραμματέας του Δ.Σ. της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών -- Αποσπάται στη Νομαρχία Πατρών -- Μετέχει ενεργά στην Οικονομική Επιτροπή της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπαλλήλων Ελλάδος: συνεργάζεται για τη σύνταξη, προγραμματικής προκήρυξης και στη μελέτη για σοβαρές οικονομικές περικοπές στον Κρατικό Προϋπολογισμό -- Φεβρουάριος: Δημοσιέυει το άρθρο «Ανάγκη Χρηστότητος: Το Δημοσιουπαλληλικόν Ζήτημα» -- Παραιτείται από Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Υ.Α. και αναλαμβάνει υπηρεσία στην Πάτρα -- Μάρτιος: Ο Μιχ. Κύρκος του επιβάλλει πρόστιμο ίσο προς τις αποδοχές του δέκα ημερών, γιατί δεν επήγε εμπρόθεσμα στην Πάτρα -- Μεταφράζει το διήγημα «Ο Χαρτοπαίκτης» του E.T.A. Χόφμαν, αρχίζοντας την επ' αμοιβή συνεργασία του στο Περιοδικόν της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας -- Απρίλιος: Ταξιδεύει στο Παρίσι για "απονενοημένες" ιατρικές εξετάσεις -- Μάιος: Μετατίθεται στη Νομαρχία Πρεβέζης -- Τελειώνει τα «Αισιοδοξία» και «Όταν κατέβουμε...» -- 18 Ιουνίου: Φθάνει στην Πρέβεζα, ελπίζοντας ότι ως τα τέλη του μηνός θα έχει μετατεθεί στην Αθήνα -- Καθαρογράφει έξι πεζογραφήματα, και γράφει το: «Η ζωή του» καθώς και το ποίημα «Πρέβεζα» -- 21 Ιουλίου: Αφού προσπάθησε να πνιγεί στη θάλασσα, αυτοκτονεί με πιστόλι.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)


Για να βιογραφήσεις ένα λογοτέχνη που έρχεται από τον περασμένο αιώνα, ή από τις αρχές του δικού μας, είσαι αναγκασμένος να διασχίσεις μια ιστορία λογοτεχνίας γεμάτη εναλλαγές. Πλήθος ιδεολογικά και λογοτεχνικά κινήματα διαγωνίζονται ποιο να επικρατήσει το ένα πάνω στο άλλο, για τη διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών συνειδήσεων των ανθρώπων της εποχής. Ο άνθρωπος είναι ιστορία. Σε μια πορεία πενήντα χρόνων αλλάζει συνεχώς ιδέες, συνείδηση, αισθητικές αντιλήψεις, συνήθως προς τα μπρος αλλά και προς τα πίσω. Αυτό εξαρτάται κάθε φορά από το ποιες κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται στο προσκήνιο, από το συσχετισμό τους.
 
Η Ελλάδα ως το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου ήταν μια ήρεμη κλειστή θάλασσα. Κάπου κάπου κάποιος σφοδρότερος αέρας την αναστάτωνε στιγμιαία, προκαλούσε μερικές αλλαγές και πάλι ξανάβρισκε τη γαλήνη της. Έτσι συνέβηκε με το κίνημα στο Γουδί το 1909, έτσι και με την αγροτική ανταρσία στη Θεσσαλία το 1910, με την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916. Η πάλη περιορίζονταν μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης, η οποία άλλωστε λόγω της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους, ήταν τόσο αναιμική. Η εργατική τάξη, κυρίως χειρονακτική, - αφού έλειπε η βιομηχανία -, συγχέονταν με την τεράστια μάζα της φτωχολογιάς των πόλεων και της υπαίθρου.
 
Πάνω σ΄ αυτόν τον καμβά θα χρειαστεί να σημειώσει ο ιστορικός ή ο μελετητής της λογοτεχνίας τα αισθητικά ρεύματα και τις τοποθετήσεις απέναντι σ' αυτά των ποιητών και των πεζογράφων. Τι θα μπορούσε να είναι τα ρεύματα αυτά σε μια χώρα τέτοια που τη σκιτσάραμε παραπάνω; Καχεκτικά, απήχηση ξένων ρευμάτων, που και κείνα βρίσκονταν σε διάσταση με μια πραγματικότητα δυσάρεστη για τους δημιουργούς τους. Πανίσχυρος τότε ο εστετισμός και ο αισθησιασμός στην τέχνη. Την αφετηρία τους θα την ανακαλύψουμε στο τέλος του 19ου αιώνα στους ωραιολόγους, τους θαυμαστές και μιμητές του Γκαμπριέλ ντ' Αννόυντζιο, του Εντγαρ Πόε, του Φρ. Νίτσε, του Όσκαρ Ουάιλντ, στο Νιρβάνα, τον Επισκοπόπουλο, το Ντίνο Θεοτόκη, το Κ. Χρηστομάνο, το Ροδοκανάκη, τον Καμπόση, το Δημ. Χατζόπουλο, το Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Έξι «στίχοι» του Τάσου Λειβαδίτη «γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα»



Πολεμώντας

Ναι, υπερασπίζαμε τη λευτεριά πολεμώντας
μα ακόμα
υπερασπίζαμε το δρόμο που παίζαμε παιδιά
τον τάφο που κοιμόταν η μητέρα μας
και κείνο το μικρό δεντράκι που κάτω απ’ τα κλαδιά του
δώσαμε το πρώτο μας φιλί!


Πατρίδα

Πατρίδα
είσαι γεννημένη από χωριάτες
από φαρδειές σκληρές κοιλιές γυναικών
από τις ροζιασμένες φούχτες των σκαφτιάδων.
Είσαι γεννημένη μες από φωτιές, από κραυγές κ’ αίματα
απ’ αυτούς που πέσανε για σένα, χιλιάδες και χιλιάδες
και χάθηκαν για πάντα κάτω απ’ το χώμα σου.

Όταν ο περαστικός ξυλοκόπος κάθεται σε μια πέτρα
στην άκρη του δρόμου, την ώρα που βραδιάζει
δεν είναι μονάχος.
Ακούει κάτω απ’ το χώμα του δρόμου να τον φωνάζει το αίμα σου.

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ’ τους πεθαμένους.


Σημαίες

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων
εμείς καθόμασταν τα βράδια
και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.
Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.


Επιτάφιο

Εσείς
αδέρφια που πέσατε.
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τ’ όνομά σας.
Μα η πατρίδα θα κρατάει το αίμα σας στις ρίζες της
για ν’ ανθίζει.


Σε περιμένω παντού

[…] Μη χάσεις το θάρρος σου. Εμείς πάντα το ξέραμε
πως δεν χωράει μέσα σε τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο.
Γιατί δική μας πατρίδα είναι όλοι οι δρόμοι που στα πλάγια τους κοιμούνται
οι σκοτωμένοι του αγώνα μας.


Κάτω απ’ την παλάμη μας

Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων!
Όταν καμμιά φορά λιποψυχάμε
νοιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας
η ανάμνηση του χεριού τους.
Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας
νοιώθουμε κάτω απ’ την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο
σα να κρατάμε μες στα χέρια μας
ολάκαιρο τον κόσμο.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΣΤΙΧΟΙ ΓΡΑΜΜΕΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ, ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΜΟΣ 1, ΚΕΔΡΟΣ


Αφιερωμένο στη μνήμη του παππού μου που τέτοιες ώρες, σαν σήμερα πριν από 73 χρόνια, κινούσε για το μέτωπο να πολεμήσει τους φασίστες επιδρομείς. Το πακέτο από τσιγάρα της φωτογραφίας, πολύτιμο απομεινάρι θύμησης, ήταν κάποτε δικό του.

Δευτέρα 28 Οκτώβρη 2013.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

«Αυτό το χαμόγελο, κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν…» - ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν (Καπνισμένο τσουκάλι)

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο, το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο, όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
παράνομη και η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο,
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Μην αργείς...



Μην αργείς. Τούτο μόνο σου λέω. Μην αργείς
Γιατί, σε λίγο, σαν θα χτυπάς την πόρτα μου,
θα νομίζω πως είναι τα γηρατειά,
πως είν' ο χειμώνας, πως είν' ο θάνατος.
Μην αργείς.

Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια,
κι απ' τους δρόμους που περνάς.
Απ' τα παράθυρα κρέμουνται τα χέρια μου
και σε καλούν.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια.
Σ' όλα κυλάει ο αέρας σου.
Ολα ξέρουν τ' ονομά σου.
Μην αργείς.

Να σε περιμένω είναι πιο γλυκό κι απ' το να'ρχεσαι.
Είναι σαν το σκάσιμο της μυγδαλιάς.
Σαν το πανί που πλέει στο λιμάνι.
Σαν κελάιδισμα, σαν γέλιο πρωινό.

Να σε περιμένω είναι σα να ξανάρχομαι στη γη.
Στο δρόμο μην αργείς. Είναι γιομάτοι Φαίακες,
είναι γιομάτοι πλάνεμα, οι δρόμοι.
Οι δρόμοι γλιστρούν, χυμούν αρπαχτικοί
και κλέβουν.
Μην αργείς.

Μην αργείς. Γιατί ώσπου να' ρθεις,
θα περπατήσω όλη την Υδρόγειο του πόνου μου.
Θα περπατήσω όλα τ' αγκάθια, κι όλους τος γκρεμούς.
Γιατί να περιμένω ,είναι σα να πεθαίνω.
Γι' αυτό. Μην αργείς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Από τη συλλογή "Κραυγή στα πέρατα"

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ – Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ




Με στραφτερήν, αψά φτερούγα
βγήκες πετρίτη μου, στη ρούγα―
κι εσκόνισεν ο δρόμος χάμου!

Σα νάμαι, λένε, από τη Σπάρτη
έχω παιδί τον Πρώτο Αντάρτη―
κι εσύ τ’ αντέχεις, βρε καρδιά μου!

Σ’ ακώ, καθώς στο παραμύθι,
πώς έχεις Γκιώνα ορθή τ’ αστήθι
και μέσα Θάρρο λιονταρίσο.

Αγέρα, στ’ άλογο καβάλλα,
πρώτο μυαλό και πρώτη πάλα,
πρώτον στο Τίμιο, πρώτο στο Ίσο.

Χιλιάδες σ’ ακλουθάνε πρώτοι,
κάμμα του εχτρού και του Προδότη―
και φως, το πλοίο να δει τον κάβο!

Πε μου, σε βύζαξα εγώ βρέφος;
παιδί μεγάλωνα ή το νέφος
τ’ άγριο, τ’ απάλευτο των σκλάβω!

Όξω οι δειλοί κι όξω οι γαλάζοι,
είσαι η Ελλάδα, που ανταριάζει,
το νέο ζωμένη αρματωλίκι!

Κι είσαι η Άξα Ιδέα, η δίκια!
Κι είσαι η Ρωμιά ψυχή, η αντρίκια!
Κι είσαι η Πατρίδα! Κι είσαι η Νίκη!

ΙΙ

Μεσοστρατίς σ’ ολέρμη ρούγα
κοίτεσαι κρύα, νεκρή φτερούγα,
Πετρίτη μου, ριμένος χάμου!

Σα νάμουν, λένε, από τη Σπάρτη,
είχα παιδί τον Πρώτο Αντάρτη.
Ναι. Και χρωστάνε στην καρδιά μου.

Πάνου απ’ τον τρίψηλό σου στύλο
κύττα, ως να ζεις, κατά τον ήλιο!
Όσο να ουρλιάζουν, είναι οι λύκοι.

Κι είσαι η Άξα Ιδέα, η δίκια!
Κι είσαι η Ρωμιά ψυχή, η αντρίκια!
Κι είσαι η Πατρίδα! Κι είσαι η Νίκη!

ΤΑΚΗΣ Ξ.


Δημοσιεύτηκε στην μπροσούρα «ΕΑΜ – Ανατολικές Συνοικίες Αθήνας 1941-1945», που κυκλοφόρησε το 1945 από τον 6ο Τομέα του ΕΑΜ των Ανατολικών Συνοικιών της Αθήνας.