Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Ο «ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ». ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ… ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (3/12)


(φωτο: Κώστας Μπαλάφας)

Συνεχίζουμε με το τρίτο άρθρο την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα αναρτήσουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Το σημερινό άρθρο σκιαγραφεί την κατάσταση που επικρατούσε στα ορεινά χωριά του νομού Άρτας τον Οκτώβρη του ΄43, μετά την οριστική ρήξη των σχέσεων μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και τις επιδρομές ομάδων Εδεσιτών κατά των δημοκρατικών πολιτών και των περιουσιών τους, ενώ περιγράφει και ένα περιστατικό με τον κρατούμενο (τότε) των Ζερβικών καπετάνιος-μόνιμος αξιωματικός του ΕΛΑΣ   Γεράσιμος Μαλτέζος («Τζουμερκιώτης»). Ο (και αντάρτης του ΕΛΑΣ)) Γ. Κοτζιούλας περιγράφει παραστατικά τις εμπειρίες του στα βουνά της Άρτας, δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη στο βιβλίο του ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ.

Απ’ όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το ποίημα («Πρώτος διωγμός») στο οποίο αναφέρεται στο άρθρο ο Κοτζιούλας δεν βρίσκεται σήμερα. Στα ΑΠΑΝΤΑ του ποιητή, που (ξανα)κυκλοφόρησαν πρόσφατα  από τις εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ, βρήκαμε τον «Δεύτερο διωγμό» και τον «Τρίτο διωγμό», καθώς και ένα ακόμα ποίημα  με τη λέξη «διωγμός» στον τίτλο του: «Τον καιρό του διωγμού». Και τα τρία βρίσκονται στη συλλογή ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ, που περιλαμβάνει ποιήματα  εμπνευσμένα από την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση, γραμμένα την περίοδο 1943-46.

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση της σειράς των άρθρων.

(Για να δείτε και τα προηγούμενα άρθρα, θα κατεβείτε χαμηλά στην δεξιά μπάρα του ιστολογίου, στην ενότητα με τίτλο «ετικέτες» και θα κάνετε «κλικ» στο όνομα «ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ Γιώργος».)

Καλή ανάγνωση!



Ο «ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΩΓΜΟΣ»
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ… ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ρίζος της Δευτέρας, αρ. φύλλου 53  -  20 Οκτώβρη 1947

Τέτιον καιρό, μέσα του Οχτώβρη, μούρχονται στο νου οι μαύρες μέρες που περάσαμε στην Ήπειρο και πιο συγκεκριμένα στα Τζουμέρκα, δυτικά του Αράχθου, απ’ τα μπουλούκια του Ζέρβα, το 1943.

Ίσχυε ακόμα η συμφωνία των Αγνάντων που είχε γίνει τον Αύγουστο, πανηγυρικά, μεταξύ Άρη και Ζέρβα. Και εξακολουθούσε να εδρεύει στο παραπάνω χωριό το κοινό Στρατηγείο ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ. Εννοείται πως είχαν γίνει πολλές παραβάσεις απ’ τους άπιστους Εδεσίτες, ακόμα και μικρορήξεις εδώ κι εκεί. Είχαν αναπιαστεί τα προζύμια, όπως λεν οι χωριάτες. Αλλά τίποτε δεν έδειχνε πως θα φτάναμε κιόλας σε ανοιχτή σύγκρουση – την πρώτη μεταξύ των δύο παρατάξεων – πριν ακόμα καλοστεγνώσει το μελάνι των υπογραφών.

Έτσι, όταν το πρώτο δεκαήμερο του Οχτώβρη, ξημερώνοντας Δευτέρα, άρχισαν οι Ζερβικοί στα καλά καθούμενα την επίθεση στα χωριά μας (όπου αυτοί είχαν θεαματικούς και πολυέξοδους λόχους, ενώ τα δικά μας τμήματα βρίσκονταν αλλού, αντίκρυ απ’ το ποτάμι και πέρα στα Ζυγοχώρια), εμείς βρεθήκαμε ολωσδιόλου ανέτοιμοι και πάθαμε αιφνιδιασμό. Μιλώ εδώ για τους άοπλους πολίτες, για τους άοπλους οπαδούς του ΕΑΜ, που τέτιους είχαν πολλούς τα χωριά, παρά τις λίρες, τις απειλές και τις προπαγάνδες του Ζέρβα. Ωστόσο οι Εδεσίτες διάθεταν εκεί ανώτερες δυνάμεις, για να μην πω το σύνολό τους. Στο διπλανό μας χωριό είχε την έδρα του και το Αρχηγείο ΕΔΕΣ Ηπείρου.

Λοιπόν από τα χαράματα της Δευτέρας, χωρίς καμμιά προειδοποίηση ή ύποπτη κίνηση από μέρος μας, οι οπλοφόροι του Ζέρβα άρχισαν να πιάνουν απ’ τα σπίτια τους υπευθύνους των χωριών και άλλα τοπικά στελέχη. Στην αρχή δεν έδιναν καμιά εξήγηση γιατί τόκαναν αυτό. Ενεργούσαν απαράλλαχτα σαν την παλιά χωροφυλακή, που είχε καταργηθεί απ’ τους αντάρτες μας. Και ήταν η πρώτη δράση τους αυτή, τουλάχιστο στην περιφέρειά μας, όπου οι Εδεσίτες, για να πούμε την αλήθεια, δεν είχαν ανοίξει ούτε μύτη Ιταλού ή Γερμανού!

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Ένα μαχαίρι


Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου (Δεύτερο μέρος)



Μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Κώστα Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση, γίνεται με τις δυο αυτές αναρτήσεις μας. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.(Για το πρώτο μέρος πατήστε ΕΔΩ).

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου  

(Δεύτερο και τελευταίο μέρος) - Αν δούμε τη σχέση του Βάρναλη με την αλεξανδρινή διανόηση ως μια  σημαντική διαδρομή της συνολικής πορείας του, τότε το όνομα «Κ. Π. Καβάφης» αποτελεί έναν ξεχωριστό, μεγάλο σταθμό της διαδρομής αυτής. Ο Βάρναλης όσες φορές γράφει για τον  Καβάφη χρησιμοποιεί εγκωμιαστικά λόγια, τονίζοντας όμως ταυτόχρονα πως εκπροσωπούσε την παρακμή.

Όπως είδαμε πιο πάνω, ο Καβάφης ήταν ανάμεσα στους αλεξανδρινούς διανοούμενους που υπέγραψαν τη διαμαρτυρία υπέρ του Βάρναλη στα «Μαρασλειακά». Σύμφωνα με τον Μαν. Γιαλουράκη δεν πρόσφερε με ευκολία την υπογραφή του. «Όταν οι αλεξανδρινοί διανοούμενοι υπογράψανε μια διαμαρτυρία για την παύση του ποιητή Κ. Βάρναλη από το υπουργείο Παιδείας, ο μόνος που αρνήθηκε να την συνυπογράψει ήταν ο Καβάφης. Και μόνο όταν του εκφράσανε την υπόνοια ότι θα δυσαρεστούσε τον ποιητή των ‘Μοιραίων’, «που έχει εκφραστεί με θαυμασμό για το έργο σας», δέχτηκε να υπογράψει αφού προηγουμένως έθεσε όρο την άμβλυνση του κειμένου, που το ‘διόρθωσε’ ο ίδιος», γράφει ο  Γιαλουράκης το 1976.[20]

Ο Βάρναλης εκτιμώντας την κίνηση αυτή, μέσω ευχαριστήριας επιστολής του στον εκδότη του στην Αλεξάνδρεια Στέφανο Πάργα αναφέρεται με  ιδιαιτέρως κολακευτικά λόγια για τον Καβάφη: «Σε σας αποτείνομαι για να εκφράσω τη βαθύτατη συγκίνηση κ’ ευγνωμοσύνη, που μ’ έκαμε να δοκιμάσω σε στιγμές ηθικής κούρασης η ευγενικιά διαμαρτυρία των διανοουμένων της Αλεξάνδρειας, για την τιμωρία μου. Κάμετέ μου την χάριν να ευχαριστήσετε όλους από μέρους μου και ξεχωριστά το μοναδικό ποιητή Κ. Π. Καβάφη, για τον οποίον ο θαυμασμός μου είναι αδιάπτωτος από την πρώτη στιγμή που γνωρίσθηκα παιδί ακόμα με την τέχνη του… Μέσα στην ομοιόμορφη νεοελληνική ποίησι, που κ’ εγώ είναι ένας σαν τους άλλους, κανείς δεν μίλησε οικειότερον στην ψυχή μου από τον κ. Καβάφη. Φαίνεται πως, αν δεν ζούσα και μεγάλωνα στη ρητορική Αθήνα, η φύση μου λεύτερη θα μου έδειχνε άλλους τρόπους έκφρασης».[21] Ενώ απαντώντας σε έρευνα για τον Καβάφη που έκανε η εφημερίδα «Ανεξάρτητος Τύπος» (16/12/1959), ο Βάρναλης γράφει: «Μέσα στο έργο του Καβάφη, άμεση και απ’ ευθείας απήχηση των εξωτερικών γεγονότων δυσκολεύομαι να εύρω. Άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής είναι ένας ποιητής φυγής. Ανατρέχει στο παρελθόν και με τα ιστορικά σύμβολα προσπαθεί να εκφράσει τα σύγχρονα ατομικά αισθήματα και ιδέες και γενικά την εποχή του, που είναι άλλωστε εποχή ηθικής πτώσεως.»

Σε αντίθεση με τον Γιάννη Κορδάτο που απορρίπτει τον Καβάφη («Δεν το κρύβω λοιπόν και το τονίζω μάλιστα, πως ο καβαφισμός είναι απόστημα της λογοτεχνίας μας, γι’ αυτό και πρέπει να αποκοπεί»[22]) ο Βάρναλης θεωρεί τον Αλεξανδρινό ποιητή ως μια από τις κορυφές της ελληνικής ποίησης, αλλά δεν παραλείπει να λέει πως ανήκει στην παρακμή. Όπως γράφει στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ ο Γιαλουράκης, ο Βάρναλης «είδε τον Καβάφη όπως ήταν και τον παραδεχόταν όπως ήταν».

Η αναφορά μας στο Κορδάτο δεν γίνεται τυχαία. Στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του παραθέτει ένα απόσπασμα από άρθρο του Βάρναλη για τον Καβάφη που δημοσιεύτηκε στην Πρωΐα το 1937. Η εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντας το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι πως ο Βάρναλης συμπλέει με την απορριπτική  άποψη του Κορδάτου για τον Αλεξανδρινό. Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Κορδάτου: «Xωρίs αμφιβολία ο Καβάφης ―γράφει ο Βάρναλης― είναι ένας μοναδικά ιδιότυπος ποιητής. Ασεβής σε όλα από τη μορφή ίσαμε την ουσία. Η τεχνική του ελαττωματική. Ο στίχος του έχει χασμωδίες, κακές τομές, περισσευούμενες συλλαβές και ρίμες ή καθόλου ή παρηχητικές ή ομοιολεχτικές. Μουσικότητα καμιά. Η γλώσσα του ψεύτικη (κακή καθαρεύουσα ή κακή δημοτική), το λεξιλόγιο του φτωχό, χωρίς επίθετα, χωρίς σύνθετα, χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς μεταφορές. Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι σχεδόν (πάντα) ένα επεισόδιο ιστορικό ή προσωπικό του ποιητή —κι αυτό το τελευταίο συχνά σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο, άρα απρόσωπο. Κι αυτό το επεισόδιο περιγράφεται ή σκηνοθετείται χωρίς λυρική έξαρση, χωρίς πάθος, με χρονογραφική ξηρότητα. Δε φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό.»[23]

Διαβάζοντας όμως (στην Πρωΐα) τη συνέχεια  του αποσπάσματος του άρθρου του Βάρναλη η αρχική εντύπωση του αναγνώστη αλλάζει. Αντιγράφουμε από την Πρωΐα μερικές γραμμές που ακολουθούν το απόσπασμα που δημοσιεύει ο Κορδάτος, από εκεί ακριβώς που σταματάει στο βιβλίο του: «Πώς λοιπόν μας συγκινεί; Γιατί η ποίηση αυτή φαίνεται μεν λυρική στο σχήμα, αλλά στο βάθος της είνε δραματική. Έχει κίνηση, ηθοποιία, ζωντάνια, επιγραμματική λιτότητα, έχει πολλή σκέψη και πικρήν ειρωνεία και «περαίνει δι’ ελέου και φόβου την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Και το δράμα αυτών των ποιημάτων έχει ένα μεγάλο προσόν, την καθολικότητα. Δεν είνε το δράμα ενός ατομικού «ήρωα», μα ολάκερης της ανθρωπότητας.»  Και λίγο πιο κάτω ο Βάρναλης γράφει: «Η «ιδέα» του Καβάφη μπορεί να καθαρίζεται μέσα στο μυαλό του, μα βγαίνει από την καρδιά του κι αποστέκεται στην καρδιά του «θεατή». Κι αυτή η ιδέα, επειδή δεν προσφέρεται δογματικά, σα μια γνωσιολογική σύλληψη, μα «δραματοποιείται», μετουσιώνεται από αναισθητική (διανοητική) σε αισθητική (ποιητική), γίνεται δηλαδή «ωραία» και συγκινεί. Όταν τα ποιήματα αυτά τα πάρουμε για μινιατούρες δραμάτων, τότε θα καταλάβουμε γιατί δεν τα βλάφτει ούτε η αντιλυρική τους στιχουργία και διάθεση, ούτε η πεζολογική διατύπωσή τους ούτε η καθαρεύουσα, η γλώσσα της… ιστορίας και της φιλοσοφίας και των παλιών κειμένων.»[24]

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου (Πρώτο μέρος)




(Πρώτο από δύο μέρη) - Η ιδέα για αυτή την ανάρτηση γεννήθηκε διαβάζοντας Στρατή Τσίρκα και όχι Βάρναλη όπως προϊδεάζει ο τίτλος της τον αναγνώστη. Είχε προηγηθεί μια πρώτη, απλή αναφορά εδώ, όμως όταν βρεθήκαμε μπροστά σε άγνωστα –για το ιστολόγιο- και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση θεωρήσαμε πως έπρεπε να επανέλθουμε αναλυτικά. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.

Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, έπρεπε να περάσουν τρεις, τουλάχιστον, δεκαετίες  (από την πρώτη μας επαφή με τα εξωσχολικά βιβλία) για να διαβάσουμε τη μυθιστορηματική τριλογία του Τσίρκα «Ακυβέρνητες πολιτείες». Τρεις ογκώδεις τόμοι μέσα από τους οποίους ο συγγραφέας με τρόπο ζωντανό και παραστατικό περιγράφει και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε ο Ελληνισμός της Αλεξάνδρειας, και της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής, τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Συνθήκες πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές  που δημιουργούσε ή επηρέαζε ένα πολυπληθές ανθρώπινο χωνευτήρι γλωσσών, θρησκειών και συνηθειών, και έκαναν την Αιγυπτιακή μεγαλούπολη να φαίνεται σκληρή, εξωτική, βρώμικη ή μαγική, ανάλογα με τη «γωνιά» που στέκονται τα μάτια που την κοιτάζουν.
Περιδιαβαίνοντας τις σελίδες του έργου του Τσίρκα, «ζεις» μαζί με τους ήρωές του. Χώνεσαι  στα πολύχρωμα, βρόμικα και πολύβουα σοκάκια της Αλεξάνδρειας, μαγεύεσαι από το μενεξεδί τ’ ουρανού την ώρα που ο ήλιος κρύβεται στα βάθη της ερήμου, νιώθεις την υγρασία να διαπερνά το είναι σου, μαζί με τους αμανέδες των μαουνιέρηδων, πλάι στο μονότονο διάβα του Νείλου. Και γίνονται δικοί σου οι ήχοι και οι μυρουδιές (αλήθεια, πιο «ζωντανές» δεν θα μπορούσαν να δοθούν από μολύβι οι μυρωδιές!) ενός άλλου πολιτισμού που τόσα σε συνέδεσαν μαζί του στα βάθη των αιώνων. «Συμμετέχοντας» σε κάποιες από τις πιο τρυφερές σκηνές του έργου, σκέφτεσαι  πώς θα ήταν άραγε η ζωή ζωγραφισμένη μόνο με τα χρώματα της ανεμελιάς, του έρωτα και της χαράς, χωρίς να είσαι αναγκασμένος να νοιώσεις την αίσθηση της έλλειψης, της απώλειας, της προδοσίας, της φυλακής, της απογοήτευσης, χωρίς την πικρή γεύση της ήττας… Όμως, και έτσι, ποιος μπορεί να σου εγγυηθεί πως θα’ χε νόημα η ζωή και σκοπό η περιπλάνηση;

«Κοιμηθήκαμε μ’ ανοιχτά παράθυρα. Ο Νείλος ήταν δίπλα και κατέβαζε δροσιά. Προς τα ξημερώματα ξεδιπλώσαμε το διπλόφαρδο πάπλωμα και κουκουλωθήκαμε, τη θέλαμε τη ζεστασιά του. Μας ξαναπήρε ο ύπνος. Αργότερα, γύρισα τ’ ανάσκελα κι ανασηκώθηκα· στήριξα τη ράχη μου στο κεφαλάρι του κρεβατιού που ήταν καπλαντισμένο με σατινέ. Στ’ αραβικά τ’ αηδόνια λέγονται μπόλμπολ! Γιατί το σκέφτηκα έτσι; απ’ έξω, μέσ’ από τον κήπο του πρίγκηπα, έρχονταν μελωδικές και κρυστάλλινες οι τρίλιες ενός πουλιού. Και μαζί, σαν ποταμίσια πάχνη, ανέβαινε πνιχτό, ένα σφύριγμα νυσταγμένης μαούνας. Τράβηξα το πάπλωμα για να σκεπάσω το στήθος μου· έφερα την άκρη του πάνω απ’ τα ρουθούνια: μυρίζαμε λεβάντα και πικραμύγδαλα. Η Νάνσυ κοιμόταν μπρούμυτα χωρίς προσκέφαλο. Άπλωσα και χούφτιασα τα μαλλιά της, μαύρα και γυαλιστερά. «Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα», έλεγε ο Βάρναλης. Να τον έβρισκαν άραγε και τώρα, μέσα στην κόλαση της κατοχής, τέτοιες στιγμές άμεσης αίσθησης;»[1]

Το ποίημα «Ορέστης», από το οποίο προέρχεται ο στίχος του Βάρναλη, ανήκει στην πρώτη περίοδο ποιητικής δημιουργίας του πριν ασπαστεί τον κομμουνισμό. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γράμματα» Αλεξάνδρειας το 1914 και συμπεριλήφθηκε αργότερα  στο βιβλίο του «Ποιητικά»:

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πως σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

«Από την ποίηση αυτή δύσκολα μαντεύει κανείς το Βάρναλη της επαναστατικής εποχής…» θα γράψει ο Δημήτρης Γληνός αναφερόμενος σε αυτό το ποίημα.[2]

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Δεκέμβρης γλυκοχάραμα


Έσβησαν τα ματάκια σου
ήρεμα σαν λυχνάρια
και κείνοι που σε σκότωσαν
δεν άφησαν αχνάρια.

Δεκέμβρης γλυκοχάραμα
μένει η καρδιά μου άδεια
η νύχτα κρύβει θάνατο
και σκοτεινά πηγάδια.

Του χάρου ήσουν αδερφός
και του χαμού παρέα
φεγγάρι γεναριάτικο
πάνω από τον Περαία.

Μιχάλης Μπουρμπούλης

Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
   Ερμηνεύει η  Σωτηρία Μπέλλου 
          

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

H «επιστροφή» του Γ. Κοτζιούλα (Με αφορμή την παράσταση «Φτενά χωράφια - άφοβη φυλή»)

«Σε αυτήν την εποχή των αποφάσεων, πρέπει ακόμα και η τέχνη να αποφασίσει. Μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους σε παραλήρημα, αυταπάτες και σε φαντασιώσεις, όπως και μπορεί να τους οδηγήσει στην πραγματικότητα. Μπορεί να μεγαλώσει την άγνοια, όπως μπορεί να μεγαλώσει και τη γνώση».  Μπ. Μπρεχτ

Η βροχή που έπεφτε την Κυριακή (24/11/2013) το πρωί σχεδόν σε ολόκληρη την Αττική ήταν καταρρακτώδης, όμως ο ζεστός και φιλόξενος χώρος του θεάτρου του Γιώργου Αρμένη στα Εξάρχεια πλημμύρισε από βρεγμένα και αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα. Από Ηπειρώτες και μη που κατέφταναν για να παρακολουθήσουν την μουσική-θεατρική παράσταση «Φτενά χωράφια... άφοβη φυλή», που ήταν αφιερωμένη στον αλησμόνητο λογοτέχνη, ποιητή, κριτικό και θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Κοτζιούλα.

Αναρωτιόμουν μέχρι να φτάσουμε στο θέατρο πώς μπορεί κανείς να «γεμίσει» μια παράσταση αποκλειστικά με ποιήματα, χωρίς να κουράσει. Βλέπετε ανάμεσα στους θεατές που γνωρίζουν και αγαπούν το έργο του Κοτζιούλα, υπήρχαν και αρκετοί που η παράσταση αυτή ήταν η αφορμή να το προσεγγίσουν για πρώτη φορά, κυρίως νεαρά άτομα αλλά και μικρά παιδιά. Ο προβληματισμός μου αυτός άρχισε να αποψιλώνεται όταν έσβησαν τα φώτα και ξεκίνησε η παράσταση με ένα αργό νοσταλγικό ηπειρώτικο τραγούδι. Στη συνέχεια ανέλαβαν οι στίχοι: Να μας ταξιδέψουν, να μας συγκινήσουν, να μας κάνουν να γελάσουμε, να νοσταλγήσουμε, να συλλογιστούμε, να αναθαρρήσουμε, να νιώσουμε την ελπίδα. Ο ρυθμός των συναισθημάτων ήταν  γρήγορος σαν της παράστασης.

Σε ένα λιτό σκηνικό οι δραματοποιημένες απαγγελίες των ποιημάτων εναλλάσσονταν με τα τραγούδια (μελοποιημένοι στίχοι του Κοτζιούλα). Οι ερμηνείες ήταν άλλοτε τρυφερές, όποτε απαιτούνταν σαρκαστικές, λυρικές, υποβλητικές. Η μουσική, λαϊκή ή πιο ηλεκτρική, με ωραίες ενορχηστρώσεις, ήταν το κατάλληλο όχημα για να μεταφέρει την ιδιωματική γλώσσα του Κοτζιούλα στο «σημερινό» αυτί του κατοίκου της πόλης. Και μέσα σε όλη αυτή την ποιητική και μουσική πανδαισία, ένα μονόπρακτο του Κοτζιούλα από το «Θέατρο του βουνού». Ο σπαρταριστός διάλογος μεταξύ του δυνάστη δασικού, εκπροσώπου της σκληρής και βάναυσης εξουσίας, και του ρακένδυτου αλλά καπάτσου χωρικού που θέλοντας και μη αναγκάζεται να συναλλαγεί μαζί του. Ξέρει πως ταΐζοντας το κρατικό παράσιτο θα έχει το κεφάλι του «ήσυχο»…

Ανάμεσα στις απαγγελίες και τα τραγούδια της παράστασης,  πίσω από τους στίχους και τις νότες, τη μαστορικά δοσμένη στιχοπλοκή και την έμπνευση της ρίμας, πίσω από τα δάκρυα συγκίνησης και τα γέλια των θεατών, ξεπρόβαλε, παντού, η δύναμη της ψυχής του Κοτζιούλα. Η ψυχή που δεν χρειαζόταν παρά μόνο ένα μολύβι κι ένα κομμάτι χαρτί για να βρει και να αντλήσει δύναμη από την έκφρασή της μέσω της τέχνης,  για να γίνει η ίδια Τέχνη μοναδική και ασύγκριτη.

Οι αυτοβιογραφικοί στίχοι του Κοτζιούλα σε φέρνουν ανάμεσα στους φτωχούς ξωμάχους της ζωής, στα «φτενά χωράφια» του Ξεροβουνιού και του Τζουμέρκου. Από τη ράχη του φουσκωμένου Άραχθου φτάνεις  στην Άρτα, στη φτωχική, παγωμένη, στρωμένη με πηλό καμαρούλα της κυρα-Βαγγελής. Περπατάς στις γιδόστρατες που διάβηκαν τα μπουλούκια, πλάι στον Κολιό και τους άλλους κουδαραίους. Σκαρφαλώνεις στις ψηλές  σκαλωσιές  των μαστόρων της πέτρας. Δρασκελίζεις περήφανος τα ξάγναντα των ανυπόταχτων Ηπειρώτικων βουνών της Αντίστασης, δίπλα στους μπαρουτοκαπνισμένους καβαλαραίους μαυροσκούφηδες και τον αρχηγό Άρη. Και από κει ροβολάς στους κάμπους. Περνάς από θάλασσες. Φτάνεις στην  πρωτεύουσα. Διασχίζεις τις αφιλόξενες λεωφόρους της. Ακολουθώντας τους στίχους του ποιητή, ακολουθείς τα βήματα του Κοτζιούλα μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του, στη διαρκή αναζήτηση «απάγκιου». Στις προσφυγικές γειτονιές της Καλλιθέας, στις βρώμικες παράγκες της πλατείας Βάθη, στην ανεμόδαρτη καλύβα της ανάρρωσης στην Πάρνηθα. Στα πολύβουα δημοσιογραφικά γραφεία, στα πνιγμένα στο αντιμόνιο υπόγεια τυπογραφεία, στα καφενεία του σιναφιού.

Στίχοι ρομαντικοί, αγνοί ερωτικοί, ονειροπόλοι. Στίχοι πικροί, μελαγχολικοί, πονεμένοι, που δεν σταματούν στην περιγραφή. Στίχοι κοινωνικοί, ποτισμένοι με τη μυρουδιά της φτώχειας, της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας, της απανθρωπιάς. Στίχοι διδακτικοί, αισιόδοξοι, επαναστατικοί. Ξεσκεπάζουν τις αιτίες της κοινωνικής ανισότητας, αφυπνίζουν συνειδήσεις, ξεσηκώνουν.  Αυτή είναι η ποίηση του Κοτζιούλα. Ατόφια και λαγαρή. Δεν την θάμπωσαν τα δυνατά φώτα της αναγνώρισης. Δεν την έκαναν να λοξοδρομήσει οι Σειρήνες της ευκολίας. Ο Κοτζιούλας αυτά τα απαρνήθηκε. Δεν  καταδέχτηκε ποτέ  να βάλει έστω και μια στάλα νερό στο κρασί της τέχνης του. Ποτέ δεν έχασε το στόχο. Γιατί η τέχνη του Κοτζιούλα είχε στόχο.

Σε μια κοινωνία που απαρτίζεται από τάξεις με συγκρουόμενα συμφέροντα, η τέχνη δεν μπορεί να μείνει -και δεν μένει- ανεξάρτητη. Άμεσα ή έμμεσα υπηρετεί ή τους εκμεταλλευτές ή τους καταπιεσμένους.  Όσο οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις και βαθαίνει η εκμετάλλευση, τόσο μεγαλύτερος και πιο ουσιαστικός είναι ο ρόλος που καλείται να παίξει η τέχνη. Στην εποχή που έζησε και δημιούργησε ο  ποιητής  (εποχή μεγάλων αποφάσεων), αλλά και σήμερα (εποχή μεγάλων αποφάσεων επίσης), τότε και τώρα, η τέχνη του Κοτζιούλα παίρνει θέση, αποφασίζει, όπως λέει ο Μπρεχτ. Οδηγεί στην πραγματικότητα, την ξεσκεπάζει. Διευρύνει τη γνώση.  Σκίζει τα επιβαλλόμενα σκοτάδια με το φως της. Ανοίγει δρόμους και καλεί τους καταπιεσμένους να τους βαδίσουν.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

«Επαναστάτες»


Γιώργος Βακιρτζής, 1974, από το Καραχρήστος Σ. (1984) 
Ελληνικές Αφίσες, Κέδρος.


Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί-κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία κ’ η πράξη» -
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ώς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το “Κάπιταλ” του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.



Γιάννης Ρίτσος, Τρακτέρ, 1934

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ο Μαν. Αναγνωστάκης διαβάζει Γ. Κοτζιούλα


Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει το ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ στην εκπομπή «Φιλολογικοί περίπατοι στο Μεσοπόλεμο» (Μανόλης Αναγνωστάκης και Γιώργος Ζεβελάκης, Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, 5/9/1988). Το ποίημα εκδόθηκε το 1938 με τη συλλογή ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ και περιλαμβάνεται στον πρώτο τόμο των απάντων του Γιώργου Κοτζιούλα που επανεκδόθηκαν μόλις χτες  (μετά από 57 χρόνια) από τις εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ. Πηγή βίντεο: dimart2012


ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά το κέφι
που είν’ απαραίτητο δεν έρχεται ποτές.
Η κακοπέραση κατόπι καταστρέφει
κάτι στιγμές, που τις θαρρώ ξεχωριστές.

Θα σας μιλούσα και για τη βασανισμένη
ζωή μου, για τα χρόνια τα φοιτητικά.
Θα σε φανέρωνα κι εσένα, τότε, Ελένη,
μ' όσα δεν είπα σε κανένα μυστικά.

Οι νέοι που γράφουν δεν διαβάζονται και τόσο.
Πρέπει να φτάσεις τα πενήντα ν' ακουστείς.
Μα εγώ ώς τα τότε πώς αλλιώς θα ξαλαφρώσω
που δε μ' αρέσει πια να λέγομαι ποιητής;

Δεν υποφέρονται άλλο οι στίχοι οι κουδουνάτοι
αυτά σου τα μαθαίνουν κι οι στιχουργικές.
Είμαστε σύμφωνοι, αναγνώστη ανοιχτομάτη:
πρέπει να λείψουν οι συνήθειες οι κακές.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Όλες οι μανάδες είναι σταχτιές το Σαββατόβραδο

Mάνα

 

19 Νοεμβρίου, Κοντοπούλι Λήμνου 1948. 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ
 

Τα παιδιά μεγαλώνουν. Βάζουν τα χέρια στις τσέπες.
Μέσα στις τσέπες τους έχουν ένα σκοτωμένο μολυβένιο στρατιωτάκι.
Η μάνα τους φοράει γυαλιά κάθε που μπαλώνει τις κάλτσες τους.
Όλες οι μανάδες είναι σταχτιές το Σαββατόβραδο
και πιότερο την Κυριακή, όταν βρέχει.


Μπορεί γι’ αυτό ν’ αρρώστησα κι εγώ. Κάθουμαι
στ’ αχυρένιο μου στρώμα. Μπαίνει ο Βασίλης.
Ανάβει τη λάμπα. Δε μιλάει. Περιμένει. Ακούγεται
σα ν’ ανάβουν ένα-ένα τα φώτα
σε σπίτια πολύ μακρινά ή σε καράβια.

α ν ε μ ό ε σ σ α 

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Μικρὴ σουΐτα σὲ κόκκινο μεῖζον - Γ. Ρίτσος

Amedeo Modigliani

Ι.

Πλῆθος λεμόνια
ἐπάνω στὸ τραπέζι
στὶς καρέκλες
στὸ κρεβάτι
κίτρινες λάμψεις
τρέχουν τὸ σῶμα σου
μ᾿ ἀρέσει ποὺ βρέχει
νύχτα μὲ χίλια λεμόνια
καὶ ξαφνικὰ ὁ φακὸς τοῦ δασοφύλακα
νὰ σταματάει τοὺς βρεγμένους λαγοὺς
στὰ πισινά τους πόδια.
                                            Διακοφτὸ 18.11.80

ΙΙ.

Ὢ ἀλάνθαστο σῶμα
πόσα καὶ πόσα λάθη
μ᾿ ἕνα μικρὸ διαβατικὸ φεγγάρι
στὰ γυμνὰ δέντρα τοῦ πεζοδρομίου
ἀδειοῦχοι στρατιῶτες καπνίζουν
κάτω ἀπ᾿ τὸ ὑπόστεγο
βρέχει ὅλη μέρα
ἀκούω τὸ νερὸ νὰ κυλάει ἀτέλειωτο
ἀπ᾿ τὰ λούκια στὸ δρόμο
παρότι τὸ ξέρω
αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο
εἶναι ἐκπρόθεσμο πιά.
                                            Ἀθήνα 18.11.80

ΙΙΙ.

Τὸ σῶμα -λέει-
στὴ γενική: τοῦ σώματος
καὶ γενικὰ τὸ σῶμα
ἄλλη λέξη πυκνότερη δὲν ἔχω
παίρνω τὴ νάϋλον σακούλα
μπαίνω στὰ λαϊκὰ ἑστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
γιὰ τὶς ἄγριες γάτες τῆς γειτονιᾶς
στὰ διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω μὲ τοὺς μουσικοὺς
στὰ σκοτεινὰ παρασκήνια-
τί ἀπέραντη ἀπόσταση διανύω
ἀπ᾿ τὸ σῶμα σου
ἕως τὸ σῶμα σου.
                                            Ἀθήνα 19.11.80

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Συλλογὴ «Τὰ Ἐρωτικά», 1981, ἐκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ» 

uoa.gr

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΞΑΝΑ



Είσαι Έλληνας

Αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά
πρέπει να γίνεις, πρέπει να κλάψεις.

Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος
Η εκπόρθηση να φτάσει ως τις ρίζες των βουνών
Είσαι Έλληνας, είσαι Έλληνας.

Πίνεις την προδοσία με το γάλα,
πίνεις την προδοσία με το κρασί.

Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος,
πρέπει να δεις, πρέπει να γίνεις,
αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά

Μίκης Θεοδωράκης

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ανέκδοτα τραγούδια του αντιδικτατορικού αγώνα


Στίχοι ανέκδοτων τραγουδιών που συντρόφεψαν τον αγωνιζόμενο λαό στην πάλη του ενάντια στη χούντα και τους ξένους προστάτες της.
1
Στίχοι
Χωριάτισσα μάνα, εργάτη λαέ, αγρότη πατέρα, νεκρέ αδερφέ
Το αίμα ως το γόνα, τα χέρια γροθιά
Εμπρός στον αγώνα, εμπρός στη λευτεριά
Σηκώνω τα όπλα, κρατώ τα σπαθιά
Περνάω τον κόσμο μια δρασκελιά
Ανοίγω το δρόμο με μια τουφεκιά
Μαζί σας αδέρφια, μαζί σας παιδιά
Της γης την ειρήνη στα χέρια βαστάς
Εσύ είσαι η κρήνη και μας ξεδιψάς
Χωριάτισσα μάνα, κρασί της χαράς
Χτυπάς τη καμπάνα κι ομπρός μας οδηγάς
Το νεύμα του κόσμου, το τίμιο γεια
Το αίμα σου δώσ’ μου να γίνει φωτιά
Κι αν πέσω στο χώμα να ‘ρθεις να μου πεις
Τραγούδι της νίκης με τ’ άστρο της Αυγής
Θα πέσει μαχαίρι, καρφί, κεραυνός, το δίκοπο χέρι, ο μαύρος καιρός
Ξυπνάει το αίμα, περνάει η εργατιά
Βροντούν τ’ άρματα μας, βροντάει η λευτεριά
2

Στίχοι 
Στην κορφή του κόσμου θ’ ανέβω ψηλά
Για να κάνω αδερφό μου τον ήλιο
Η φλογάτη παντιέρα πάλι μπροστά
Η καμένη παλάμη μου αντήλιο
Η φλογάτη παντιέρα πάλι μπροστά
Να μου δείχνει γλυκιά λευτεριά
Στην κορφή του κόσμου θ’ ανέβω ψηλά
Με το πιο ματωμένο φεγγάρι
Με τον ήχο των όπλων μες την καρδιά
Και στα δόντια κομμένο σιτάρι
Με τον ήχο των όπλων μες την καρδιά
Να μου ζήσεις γλυκιά λευτεριά
Το νερό της καρδιά μου χυμένο κρασί
Στων βουνών την αόρατη φλέβα
Τον αντίλαλο άκου, άκου κι εσύ
Των μεγάλων ηρώων κι ανέβα
Τον αντίλαλο άκου, άκου μακριά
Να μου ζήσεις γλυκιά λευτεριά
Του λαού τη χαρά δεν τη κόβει κανείς
Της ζωής τ’ αφρισμένο ποτάμι
Τώρα που έφτασε της χαραυγής
Θα το σπάσει το σάπιο καλάμι
Τώρα που έφτασε η ώρα πάμε μπροστά
Να μου ζήσεις γλυκιά λευτεριά
3 
Στίχοι 
Εμπρός, εμπρός λαέ
Σήκω κι εμπρός αδέρφια
Κόκκινος είναι ο ουρανός
Κι ο ήλιος ανεβαίνει
Εβίβα λιμπερτά
Το λάβαρο που μου λάχε
Ψηλά θα το κρατήσω
Εμπρός συντρόφοι πιο ψηλά
Εβίβα λιμπερτά
Ίσια με κρατάς
Δεν θα με πάρεις Άδη
Πέθαινα μα σηκώθηκα και στην φωτιά πηγαίνω
Εβίβα λιμπερτά
Το λάβαρο που μου ‘λαχε
Ψηλά θα το κρατήσω
Εμπρός συντρόφοι πιο ψηλά
Εβίβα λιμπερτά
Δόξα και τιμή
Στ’ αδέρφια που γινήκανε
Σφαχτάρια και στοιχειώσανε
Γιοφύρι να περάσουν
Εβίβα λιμπερτά
Το λάβαρο που μου ‘λαχε
Ψηλά θα το κρατήσω
Εμπρός συντρόφοι πιο ψηλά
Εβίβα λιμπερτά
4 
Στίχοι 
Μεγάλη Δευτέρα ο λαός με τη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη λευτεριά στη γειτονιά σκάει μύτη
Μεγάλη Τετάρτη μες το νου μου τον αντάρτη
Μεγάλη Πέμπτη η καρδιά μου είναι ψηλά
Είναι ψηλά και δε πέφτει
Παρασκευή το βράδυ μας προδώσανε
Μας κάρφωσαν στο ψέμα να χαθούμε
Σαββάτο του λαού ξεσηκωνόμαστε
Σαν τα’ άγριο ποτάμι να χυθούμε
Μεγάλη Δευτέρα ο λαός με τη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη λευτεριά στη γειτονιά σκάει μύτη
Μεγάλη Τετάρτη μες το νου μου τον αντάρτη
Μεγάλη Πέμπτη η καρδιά μου είναι ψηλά
Είναι ψηλά και δε πέφτει
Παρασκευή το βράδυ μας προδώσανε
Σαββάτο του λαού θ΄ αναστηθούμε
Παρασκευή το βράδυ μας προδώσανε
Σαββάτο του λαού θ΄ αναστηθούμε

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ


ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Ο πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι.
  Τις Κυριακές που καθότανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του
  κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του και
  φώναζε τη μητέρα μου να διαλέξει. Η μητέρα μου γελούσε.

Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. Έπαιζε το μάτι
  στη φούχτα του πριν το φορέσει και έλεγε πως είναι ένα καλό
  μάτι. Όμως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω.

Έριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου τάχα πως κρυώνω
  κι ήταν για να παραμονέψω. Στο τέλος τον είδα μια μέρα να
  κλαίει. Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι.

Αυτό το ποίημα
Δεν είναι για να το διαβάσουν
Όσοι δεν μ’ αγαπούνε
Ακόμη
Κι από κείνους
Που δεν θα με ξέρουν
Αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
Σαν
Και κείνους.

Ύστερα από την ιστορία με τον πατέρα μου, υποψιαζόμουνα και
  όσους είχαν αληθινά μάτια.



Από το βιβλίο: Ελένη Βακαλό, «Το άλλο του πράγματος (Ποίηση 1954-1994)», Εκδόσεις Νεφέλη, 1995, σελ. 13-14.

Μπορούμε να διαβάσουμε τα βιβλία που θέλουμε;


Της Βενετίας Αποστολίδου  
Σχεδιάζοντας ένα νέο μάθημα στο Πανεπιστήμιο, συνέτασσα έναν κατάλογο με προτεινόμενα βιβλία (μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων ελλήνων συγγραφέων, όλα εκδομένα μετά το 1974). Τα περισσότερα τα είχα στη βιβλιοθήκη μου, αγορασμένα στην ώρα τους. Οι φοιτητές όμως έπρεπε να τα αναζητήσουν τώρα σε βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία· θα τα έβρισκαν; Οι βιβλιοθήκες του Πανεπιστημίου και οι δημοτικές της Θεσσαλονίκης είχαν μερικά αλλά ούτε όλα τα είχαν ούτε βέβαια σε πολλά αντίτυπα. ΄Εκανα βόλτα στα βιβλιοπωλεία και απελπίστηκα. Ακόμη και βιβλία που εκδόθηκαν το 2002 ή το 2005 δεν είναι διαθέσιμα. Ρώτησα αν μπορούμε να τα παραγγείλουμε. Δεν ήταν όλοι οι βιβλιοπώλες πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν, ιδίως αν δεν σε ξέρουν. Ανεξάρτητα από το δικό μου μάθημα, το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό. 

Ο αναγνώστης  πληροφορείται για ένα παλαιότερο βιβλίο και του δημιουργείται η επιθυμία να το διαβάσει. Πού θα το βρει;  Οι δημόσιες βιβλιοθήκες που θα έπρεπε να είναι η σίγουρη πηγή παλαιότερων βιβλίων, δυστυχώς τις περισσότερες φορές δεν βοηθούν. Το βιβλίο δεν περιλαμβάνεται στη συλλογή ή είναι χαμένο ή είναι κατεστραμμένο. Στα βιβλιοπωλεία είναι αδύνατον να υπάρχει, παρά μόνο από τύχη. Μερικές φορές οι βιβλιοπώλες λένε ότι έχει εξαντληθεί ενώ δεν είναι έτσι, απλώς βαριούνται να ασχοληθούν. Αν έχει ο εκδοτικός οίκος κάποια αντίτυπα και ο βιβλιοπώλης είναι πρόθυμος, μπορεί να σου κάνει τη χάρη να σου παραγγείλει. Πόσοι αναγνώστες θα ψάξουν, θα παρακαλέσουν, θα τηλεφωνήσουν στον εκδοτικό οίκο να επιβεβαιώσουν ότι υπάρχουν διαθέσιμα αντίτυπα; Οι περισσότεροι θα εγκαταλείψουν την προσπάθεια και θα στραφούν σε ένα άλλο βιβλίο μόνο και μόνο επειδή είναι πιο φρέσκο. Το βιβλίο όμως δεν είναι ψωμί και δεν μπαγιατεύει. Υποθέτω ότι οι λόγοι για τους οποίους βιώνουν οι αναγνώστες αυτό το πρόβλημα είναι πολλοί και οι ευθύνες ανήκουν σε όλους τους εμπλεκομένους, από τους εκδότες, τους διακινητές, τους βιβλιοπώλες έως πιθανόν και τους ίδιους τους συγγραφείς. Εδώ μας ενδιαφέρουν οι συνέπειες του προβλήματος. 

Τελικά είναι οι αναγνώστες ελεύθεροι να επιλέξουν τα βιβλία που θέλουν;  Πώς κατευθύνονται οι επιλογές του αναγνωστικού κοινού; Πώς ένας νέος σε ηλικία αναγνώστης, ο οποίος δεν διαθέτει από τους γονείς του πλούσια βιβλιοθήκη, θα διαβάσει μια σειρά από αξιόλογα βιβλία των τελευταίων δεκαετιών που είτε έχουν εξαντληθεί είτε έχουν πολτοποιηθεί είτε στοιβάζονται στις αποθήκες των εκδοτικών οίκων; Είναι καταδικασμένος να διαβάσει το τελευταίο βιβλίο του τάδε συγγραφέα αλλά να μη μπορεί να βρει το πρώτο που μπορεί να είναι καλύτερο ή να τον ενδιαφέρει περισσότερο.

 Όπως καταλαβαίνει κανείς, το πρακτικό αυτό πρόβλημα καταλήγει να είναι πρόβλημα ελευθερίας του αναγνώστη αλλά, πολύ περισσότερο από αυτό, πρόβλημα ισότιμης συμμετοχής στο πολιτισμικό μας κεφάλαιο. Διότι ένα πανεπιστημιακό μάθημα, όσα τέτοια προβλήματα και να συναντήσει, τελικά θα τα λύσει· όμως ο μεμονωμένος αναγνώστης που δεν έχει έναν θεσμό να τον υποστηρίζει, που δεν του έχει κληροδοτηθεί μια βιβλιοθήκη, αναγκάζεται να κάνει τυχαίες επιλογές, δεσμευμένος από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων, από τις διαφημίσεις στον τύπο ή στο διαδίκτυο. Αν θελήσει να καταστρώσει μια στρατηγική επιλογών βάσει κάποιων προσωπικών κριτηρίων και ενδιαφερόντων, θα συναντήσει ανυπέρβλητες δυσκολίες. Μας ενδιαφέρουν τέτοιοι αναγνώστες; Δεν πρέπει να τους στηρίξουμε; 

Οι συγγραφείς λ.χ. θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν σθεναρότερα την επανέκδοση βιβλίων τους που δεν κυκλοφορούν ή θα μπορούσαν να τα ψηφιοποιήσουν και να τα ανεβάσουν στην ιστοσελίδα τους. Οι κριτικοί και όσοι παρουσιάζουν τα νέα βιβλία θα μπορούσαν συστηματικότερα να αναφέρονται, με αφορμή το νέο βιβλίο, και σε παλαιότερα του ίδιου συγγραφέα ή σε άλλα ομόθεμα ή ομοειδή βιβλία έτσι ώστε να καθιστούν και αυτά σύγχρονα και δυνάμει επιθυμητά. Διότι τα βιβλία, μπορεί να διακρίνονται μεταξύ τους σε άπειρες κατηγορίες, αλλά, ευτυχώς, δεν έχουν ακόμη επάνω τους, όπως άλλα προϊόντα, ημερομηνία λήξης.                                                                                 
Πηγή : Ο αναγνώστης