Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

«Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του» - Ο Τάσος Λειβαδίτης για τον Κώστα Βάρναλη


Ο μεγάλος μας Τάσος Λειβαδίτης γράφει για τον μεγάλο μας Κώστα Βάρναλη, με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του δεύτερου "Ελεύθερος Κόσμος". Η μεταφορά του άρθρου (γράφτηκε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και δημοσιεύτηκε στις 12 του Δεκέμβρη 1965) έγινε από την Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ). Την ποιητική συλλογή "Ελεύθερος Κόσμος" του Κώστα Βάρναλη μπορεί τα βρείτε στην "e-βιβλιοθήκη Οικοδόμος" πατώντας εδώ.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

(Με την ευκαιρία της έκδοσης του «Ελεύθερου Κόσμου»)

Ο αντιπροσωπευτικός κύκλος της ποίησης του Παλαμά έχει πια κλείσει. Ο ποιητής του Δωδεκάλογου του Γύφτου, περισσότερο ένας ογκώδης ποιητικός σταθμός παρά μεγάλος ποιητής ο ίδιος, με την αναγνωστική έφεση και τις ανησυχίες του έφερε σε γνωριμιά την Ελλάδα, την πνευματική Ελλάδα, μ’ όλα τα ευρωπαϊκά ρεύματα, αισθητικά και φιλοσοφικά. Αυτή η δίψα για τα πάντα που τον κατακαίει, δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, παρά η δίψα όλου του πνευματικού κόσμου της εποχής, να συγχρονιστεί με την Ευρώπη. Μα η παραδοχή των πάντων αμβλύνει τον κριτικό νου, η «εισαγωγή» των ξένων ιδεών και ρευμάτων γίνεται χωρίς την ειδική καλλιέργεια που χρειάζεται το «εμβόλιο», με αποτέλεσμα το διανοητικό φορτίο της ποίησής του, που με τα χρόνια, φαίνεται όλο και περισσότερο.

Ο Σικελιανός με τη σπάνια λυρική φλέβα του οραματίζεται ένα μέλλον «αρχαίο», και οικοδομεί τη φιλοσοφία του και την αισθητική του σ’ ένα παρελθόν ωραιοποιημένο, μακριά, δηλαδή, απ’ τη σύγχρονή του πραγματικότητα. Οι άλλοι, δευτερότερης σημασίας ποιητές, ή αντιγράφουν τον παρνασσισμό του Ερενκά  (Γρυπάρης), το συμβολισμό του Βερλαίν (Χατζόπουλος) ή διαλέγουν για τον εαυτό τους το απήνεμο λιμάνι του απλού τραγουδιστή σε διάφορους τόνους ο καθένας (Πορφύρας, Μαλακάσης κλπ.). Ο μεγάλος Καβάφης είναι ακόμα, ή σχεδόν, άγνωστος.

Για να ολοκληρωθεί η ποιητική φυσιογνωμία της πρώτης δεκαετίας του μεσοπολέμου δε λείπει, παρά ο Καρυωτάκης ― ταλέντο γνήσιο, που έστω και με μονομέρεια (μην ξεχνάμε τους καιρούς), μας έδωσε μια αληθινή και απογοητευτική εικόνα ενός μεγάλου μέρους απ’ την τοτινή ελληνική πραγματικότητα. Το τέλμα των ιδεών, ο οικονομικός υποσιτισμός, η ανία κι ο μαρασμός απ’ την έλειψη ιδανικών, και το αδιέξοδο που όλα αυτά οδηγούσε, για πρώτη φορά εκφράζονται στην Ελλάδα και μάλιστα με τόση οξύτητα. Κι η σφαίρα που τον σκότωσε είχε μια σημασία βαθύτερη. Κανονικά, προοριζόταν  για όλον αυτόν τον κόσμο που εξέφραζε.

Μα η Ιστορία βαδίζει. Μεγάλες ανακατατάξεις γίνονται στην Ελλάδα, ύστερα από την οκτωβριανή επανάσταση και τη μικρασιατική καταστροφή. Καινούργιες δυνάμεις μπαίνουν στο προσκήνιο: οι εργάτες και προοδευτικοί διανοούμενοι. Δυνάμεις ζωντανές, ρωμαλέες, που όσο αναπτύσσονται ποσοτικά και ποιοτικά, τόσο εντονότερα αποκτούν την καλλιτεχνική έκφρασή τους. Και στέκονται πραγματικά τυχερές βρίσκοντας στο πρόσωπο του Βάρναλη έναν απαρομοίαστο βάρδο των ιδανικών τους.

Βαθύς μελετητής του μαρξισμού, εραστής και γνώστης της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας (που σημαίνει πνεύμα βαθύ και με πολυμέρεια), ευαίσθητος δέκτης, σαν αληθινός ποιητής, όλων των ανησυχιών αυτής της καταπιεσμένης τάξης, που μόλις αρχίζει να παίρνει συνείδηση της δύναμής της, ρίχνει σα μια ομοβροντία το βιβλίο που θα τον καθιερώσει: «Το φως που καίει». Έργο δυνατό, πρωτόφαντο, που ανοίγει μια νέα σελίδα στην ελληνική γραμματολογία, μια λάμψη προορισμένη, όχι μόνο να φωτίσει τη μισοπολεμική νύχτα της ελληνικής κοινωνίας, μα και να κάψει. Έργο αληθινά μεγάλο, με συνθετική παράσταση του κόσμου, που στ’ οπλοστάσιό του διαθέτει δυο απ’ τις πιο ισχυρές λειτουργίες  της πνευματικής δραστηριότητας: τη σάτιρα και το λυρισμό. Τη σάτιρα για να σφάξει τον άνθρωπο, όταν χρειάζεται. Το λυρισμό, για να τον αναστήσει. Ούτε ο Σολωμός, ούτε ο Παλαμάς κατόρθωσαν να φτάσουν ποτέ τη σάτιρα σ’ ένα τόσο σκληρό και εξυγιαντικό συγχρόνως σημείο, όσο ο Βάρναλης. Σάτιρα διεισδυτική, αποκαλυπτική, που θα ολοκληρωθεί αργότερα με τα υπόλοιπα έργα του και θα τον αναδείξουν πρότυπο του είδους, σε παγκόσμια κλίμακα.

Και λυρισμός, όχι πια η σικελιανική ωραιοπάθεια. ή η παλαμική φιλολογία, λυρισμός αληθινός, αδρός, ο λυρισμός της απέραντης ψυχής των ταπεινών, των απλών ανθρώπων. Πρώτη φορά στην Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, ο λαός (με την πιο καθάρια σημασία της λέξης), δρασκελάει το κατώφλι της ποίησης.

Και μόνο με το έργο αυτό ο Βάρναλης θα μπορούσε να πάρει μια απ’ τις καλύτερες θέσεις ανάμεσα στους πέντε-έξι κορυφαίους ποιητές της παράδοσης, Μα η δημιουργία του μόλις αρχίζει. Οι Σκλάβοι πολιορκημένοι, η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη, ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, οι Δικτάτορες και τ’ άλλα βιβλία του, έρχονται να εδραιώσουν την αξία ενός  ταλέντου πρώτου μεγέθους, που σ’ όλη τη ζωή και σ’ όλο του το έργο έθεσε σκοπό να υπηρετήσει, μέσα στα ελληνικά πλαίσια, τα πιο μεγάλα συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Είναι ακατόρθωτο, ή μάλλον αδιανόητο, να μπορέσει κανείς σ’ ένα μικρό σημείωμα εφημερίδας έστω και να καταγράψει απλώς τα πολλά ανεπανάληπτα στοιχεία που έφερε ο Βάρναλης στην ποίηση, γενικά στην πνευματική ζωή και ακόμα γενικότερα στη νεοελληνική πραγματικότητα. Στόχοι καλλιτεχνικοί απ’ τους πιο ευγενικούς, αίσθημα που αναβρύζει πλούσιο και δροσερό, σαν ανοιξιάτικος χείμαρρος, λόγος όλο πυκνότητα και ευστροφία και μια γλώσσα παλλόμενη, αρρενωπή, υποβλητική και σαφής συγχρόνως. Αν ο Παλαμάς πλούτισε το γλωσσικό όργανο (συχνά χωρίς ίχνος καλαισθησίας), ο Σικελιανός κι ο Βάρναλης το εμπυράκτωσαν κι από γλωσσικό το έκαναν ποιητικό όργανο. Κι ιδιαίτερα ο Βάρναλης που το πλάτυνε σε ευρύτερη λαϊκή βάση.

Τα έργα του, φωτισμένα και λαϊκά, είχαν σαν αποτέλεσμα, κάτι που πρέπει να το θυμούνται και να ευγνωμονούν όλοι οι σημερινοί ποιητές: το πλησίασμα του μεγάλου κοινού προς την ποίηση, που μέχρι τότε ήταν ένα είδος «χόμπι» ορισμένων φιλολογικών κύκλων. Ο λόγος του, πηγαίος και δίκαιος εμψυχώνει, αποκαλύπτει, παρηγορεί. Με τον Βάρναλη για πρώτη φορά στον τόπο μας (ας μου επιτραπεί η φιλολογική έκφραση) η Αυτής Εξοχότης η Ποίηση αγκαλιάζεται με την Αυτού Μεγαλειότητα τον Λαό.

***

Οι νεότεροι ποιητές, μέσα στις περιπλοκές των βραχυπρόθεσμων, συχνά, ιστορικών στόχων τους, χάνουν τον καίριο προσανατολισμό και τους βλέπεις να πυροβολούν τον εχθρό που έχουν μέσα τους, σα ν’ αγνοούν ότι αυτοί είναι δημιούργημα, ως σ’ ένα μεγάλο σημείο, του φοβερού εχθρού που βρίσκεται έξω τους: της ορισμένης, δηλαδή, διάρθρωσης του περιβάλλοντος που ζούνε. Ο Βάρναλης, μάτι αθόλωτο και κριτικό, φορτωμένος την πείρα ογδόντα χρόνων, με το άγρυπνο πνεύμα του και την καλλιτεχνική του ευαισθησία για οδηγούς, ξέρει πάντα κατά πού να σκοπεύσει. Ο «Ελεύθερος Κόσμος», η τελευταία του ποιητική συλλογή, είναι το ίδιο εύστοχη κι ανελέητη, όπως οι πρώτες νεανικές καταλυτικές κραυγές του. Και να. πάλι η αξία κι ο σκοπός του αληθινού ποιητή. Να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το χρόνο και το χώρο, που ζούμε, όχι «ιστορικά» ή φυσιολατρικά μόνο, μα σαν υπεύθυνοι άνθρωποι του καιρού μας ― και κανείς απ’ τους σύγχρονους τεχνίτες του λόγου δεν έχει όσο ο Βάρναλης την αίσθηση, αίσθηση τραγική, αυτής της δεύτερης κατοχής, που ζει σήμερα ο τόπος μας.

«Μέρα χρυσή, κατάχρυση, μα πώς να την χαρείς;
Κι ο μπάτης ο ανοιξιάτικος  στα στήθια σου βαρύς.
Απρίλης με το θάνατο χορεύουν και γελούνε
κι όσα λουλούδια και καρποί, ξέν’ άρματα σε κλειούνε».

Όλη η κλίμακα των «αξιών» της αστικής κοινωνίας, πατρίδα, οικογένεια, κράτος, πόλεμος. εκμετάλλευση, πέφτει κομματιασμένη από τη ρομφαία του πύρινου λόγου του. Η ανήσυχη ματιά του περιτρέχει τον «ελεύθερο κόσμο» και το χτύπημά του πέφτει βαρύ εκεί που «πονάει» περισσότερο αυτόν τον κόσμο, κι εκεί που ευκολότερα ξυπνάει τον υπόλοιπο.

Ο Βάρναλης, αληθινός μαρξιστής, με τη διαλεκτική στο αίμα του πια, ξέρει πως η συνείδηση του ανθρώπου διαπλάθεται σιγά-σιγά απ’ τον περίγυρό του και οι λαϊκές μάζες, που θα ’πρεπε ν’ ανήκουν στην πρωτοπορία, κάτω από τη φριχτή οικονομική ανέχεια, το σκοταδισμό της προπαγάνδας και την εξαχρείωση των ηθών μετατρέπονται σε απολογητές ή και διαιωνιστές της ίδιας τους της κακομοιριάς.

«Σκότωνε τον πατέρα με μπαλτά
για το μισό χωράφι. Κι από τα
δεκατρία το κοράσι σου, πιτσούνι,
ξεκοίλιαζέ το, γέροντα, στη χούνη».

Σελίδα με σελίδα το μαχαίρι του ποιητή ανοίγει τις σάπιες πληγές απ’ όπου ξεπετάγεται σαν πύον η ατιμία, το ψέμα, η προδοσία, η αμορφωσιά. Αν μπορούσε, για μια στιγμή, (ωραία, φανταστική στιγμή) η ποίηση να μετατραπεί σ’ ένα γιγάντιο χέρι, το βιβλίο του Βάρναλη θάχε γκρεμίσει, σε μια μόνη νύχτα, όλον αυτόν τον εσμό που αυτοτιτλοφορείται, βέβαια, «Ελεύθερος Κόσμος».

«Ήλιε με τι λαχτάρα σ’ αναμένει
μέγας λαός κι όλ’ οι λαοί ενωμένοι!
Όχι να βγεις σαν πάντ’ απ’ τον Τρελό
για να πνιγείς το βράδυ στο γιαλό.
Θα σε φέρει αβαδίλευτην πηγή
φωτός, χαράς, τιμής κι ελεφτερίας
σ’ ουρανό και σε θάλασσα και γη
πρωτάρχος ο Παγκόσμιος Παρίας».

Καλότυχος και αβασίλευτος, εκείνος ο λαός που έχει έναν τέτοιο ποιητή πλάι του.

Τάσος Λειβαδίτης

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Κώστας Κουλουφάκος: Στους οικοδόμους της Αθήνας (Απεργία 1/12/1960) – Τραγούδι των άνεργων


ΑΠΕΡΓΙΑ

Στους οικοδόμους της Αθήνας

Έρημες σκαλωσιές. Παράλληλοι
σπινθήρες απ’ τις ατσαλόβεργες εσκίσαν τον αγέρα.
Όρθια τα φτυάρια τρέμουνε. Σωροί σωροί
σκληραίνει το χαρμάνι. Οι μπετονιέρες
ασάλευτες με στόματα
στον ουρανόν ορθάνοιχτα.
Γιόμισ’ η ατμόσφαιρα κυμάνσεις υπερήχων.

Βαριά τα βήματα των απεργών στους δρόμους.
Τ’ ακούει η πόλη και τους χαιρετάει
μ’ όλα της τα παράθυρα.

Κορμιά πελεκημένα στο μπετόν
απ’ το λιοπύρι και τον άνεμο
πορεύονται σ’ εν’ αυριανό πλανήτη δικαιοσύνης.

Σκιαγμένα χρηματοκιβώτια
ταμπουρωθήκαν πίσω απ’ τους φρουρούς της τάξης.
Ανίσχυρα τα κλομπς, τα δακρυγόνα αέρια,
οι δίκες και τα πληρωμένα σχόλια στις εφημερίδες.

Των οικοδόμων μόνη αρματωσιά
δίκαιοι κόμποι από τσιμέντο κι ασβεστόχρισμα
στις ρίζες των νυχιών και των μαλλιών τους.
Το μπόι τους ψηλότερο απ’ τα μέγαρα
κι από τις φλέβες τους τινάζεται ψηλά της εργατιάς
ο θρίαμβος αναβρυτός μαρμαίροντας στον ήλιο μύρια χρώματα
σαν το νερό απ’ τ’ αρτεσιανό πηγάδι.

(2-12-60)

Το ποίημα γράφτηκε την επόμενη μέρα της μεγάλης απεργίας των οικοδόμων της 1ης του Δεκέμβρη 1960, που πέρασε στην Ιστορία σαν η μέρα που οι οικοδόμοι ξήλωσαν τα πεζοδρόμια! Είναι η εποχή που η τότε κυβέρνηση Καραμανλή επικαλούμενη «νοικοκύρεμα των ασφαλιστικών ταμείων» αυξάνει με το νόμο 4104/60 τα ένσημα για την κατώτερη σύνταξη από τα 2.050 στα 4.050. Για τους οικοδόμους αυτό σήμαινε ότι θα έβγαιναν στη σύνταξη στα 65, αν κατόρθωναν να μαζέψουν τα ένσημα. Καθώς η οργή στα γιαπιά βράζει, οι εργατοπατέρες της εποχής προσπαθούν να ησυχάσουν τα πνεύματα μιλώντας για διάλογο με την κυβέρνηση. Τα ταξικά σωματεία των οικοδόμων συγκροτούν τη Συντονιστική Επιτροπή που αφήνει στην άκρη την διοίκηση της Ομοσπονδίας και αρχίζουν έναν παρατεταμένο απεργιακό αγώνα, κορυφαία στιγμή του οποίου είναι η απεργία της 1ης του Δεκέμβρη 1960 (αναλυτικό αφιέρωμα του Οικοδόμου στην ιστορική αυτή απεργία μπορείτε να δείτε εδώ).


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

Πιάσαν τα χέρια μας σκουριά
Οι μέρες θρίβονται κομμάτια
Χάνονται αργά σφυρίζοντας
Οι ελπίδες μας σβηστά κεριά
Στης πολιτείας τα σκαλοπάτια
Γέρνει ο άψυχος ο ορίζοντας.

Μόνο το ντέρτι ακάματο.

Λοξό το φως στις γειτονιές
Σκοντάφτει απάνω στους φεγγίτες
Και στα όνειρα τ’ αδιέξοδα
Ίσκιοι χυμούν απ’ τις γωνιές
Μ’ εφιαλτικούς ημεροδείχτες
Έξοδα, έξοδα, έξοδα…

Να ’χα ένα μεροκάματο!

Πόλη μητριά, σ’ εφτά τροχούς
Μ’ εφτά κλειδιά και κατσαβίδια
Μας έλυσες τις κλείδωσες
Ξόρισες χρώματα κι αχούς
―Πρωινά και βράδια πάντοτε ίδια―
Κι όλες τις πόρτες κλείδωσες.

(2/5/1959)

Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στην Επιθεώρηση Τέχνης, τον Οκτώβρη του 1961.

Κώστας Κουλουφάκος (1924-1994). Ο Κώστας Κουλουφάκος του Πέτρου και της Αγγελικής γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν από το χωριό Κουτήφαρι της μεσσηνιακής Μάνης. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια, τον Τάσο και τον Νίκο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, μαθητής ακόμη, οργάνωσε την ανεξάρτητη αντιστασιακή ομάδα Ελεύθεροι Έλληνες με συνέπεια τη σύλληψή του από τους Ιταλούς και τη φυλάκισή του στο Spoleto της Ιταλίας το 1941. Απέδρασε δύο χρόνια αργότερα και κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου κατατάχτηκε στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Πήρε μέρος στο κίνημα της Μέσης Ανατολής και επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση. Το 1945 γράφτηκε στο Χημικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του λίγο πριν το πτυχίο (1953) καθώς αποφάσισε να ασχοληθεί συστηματικά με την τέχνη του λόγου. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εντάχθηκε στην Ε.Π.Ο.Ν., πέρασε στην παρανομία και εξορίστηκε στον Άη – Στράτη και τη Μακρόνησο. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1953, όπου έζησε ως αδειούχος εξόριστος για λόγους υγείας ως το 1962, οπότε καταργήθηκαν τα στρατόπεδα. Ως μέλος του Κ.Κ.Ε. υπέστη νέες ταλαιπωρίες και εξορίες με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας. Με την μεταπολίτευση συνέχισε την ενεργό πολιτική δράση του στο χώρο της Αριστεράς. Παντρεύτηκε την Σοφία Νέτουρα, με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Πέτρο και σε δεύτερο γάμο την Μαρία Κωστάκου, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Γεωργία. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1950 με τη δημοσίευση αποσπάσματος από την ποιητική συλλογή Στις έξη του Μάη στις σελίδες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα. Η δημοσίευση έγινε με πρωτοβουλία του Γιάννη Ρίτσου, φίλου και συναγωνιστή του. Ιδρυτικό μέλος και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, όπου διετέλεσε υπεύθυνος ύλης (1955-1962) και αρχισυντάκτης (1965-1967), ιδρυτής και διευθυντής του εκδοτικού οίκου Διογένης (1971), ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων και συνεργάτης του περιοδικού Ηριδανός ο Κουλουφάκος δημοσίευσε ποιήματα, βιβλιοκρισίες, μελέτες και μεταφράσεις. Ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο, ως ιδρυτικό μέλος του θεατρικού οργανισμού Δεσμοί (1975 από κοινού με τη Βάσω Κατράκη την Ασπασία Παπαθανασίου και τον Αλέξανδρο Αργυρίου), ενώ εργάστηκε ως καθηγητής λογοτεχνίας στη δραματική σχολή του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου του Λεωνίδα Τριβιζά και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Κουλουφάκου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Κουλουφάκος Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Συνοδινός Ζήσιμος Χ., «Χρονολόγιο Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994)», Μανδραγόρας 3, 4-6/1994, σ.8-10 και χ.σ., «Κουλουφάκος Κώστας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ. ― ΒιβλιοΝet).

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Προκήρυξη ποιητικού διαγωνισμού με θέμα: «1917-2017: Εκατό χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση»


Η NEW STAR και Ο ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΙΗΤΩΝ προκηρύσσουν ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ στα πλαίσια του πολύπτυχου αφιερώματος «100 ΧΡΟΝΙΑ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ και  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ» που ξεκίνησε η NEW STAR περιλαμβάνοντας την πρωτοπορία της σοβιετικής επανάστασης του Οκτώβρη στις τέχνες.

«1917-2017: Εκατό Χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση»

Τα 30 ποιήματα που θα διακριθούν θα απαγγελθούν σε εορταστική εκδήλωση στο ΑΛΚΥΟΝΙΣ new star art cinema και θα τυπωθούν σε βιβλίο.

Κριτές μερικοί από τους πιο καταξιωμένους ποιητές μας: Κώστας Καναβούρης (πρόεδρος), Γιώργος Μπλάνας, Μαρία Παναγιωτίδου, Χρήστος Ρουμελιωτάκης και Κωστής Τριανταφύλλου.

Οι τρεις πρώτοι νικητές θα τιμηθούν με τα εξής έπαθλα:

    Ο πρώτος ένα ταξίδι 10 ημερών στη Ρωσία.
    Ο δεύτερος και ο τρίτος από μια Ετήσια Κάρτα Ελευθέρας στους κινηματόγραφους​ ​
    ​
ΑΛΚΥΟΝΙΣ new star art cinema και STUDIO new star art cinema.
Όλοι οι συμμετέχοντες θα λάβουν Πάπυρο Συμμετοχής.

Προθεσμία υποβολής των ποιημάτων: 30 Ιουνίου 2017

Στείλτε το ποίημά σας στη διεύθυνση: Κύκλος Ποιητών, Ηρακλείτου 6, Αθήνα 10673, ή στα e-mail: info@poetscircle.gr και newstarcine@gmail.com

***

«…  πέρασε σαν τη φλόγα/ πάνω από τα βουνά και τα χωράφια/ καίγοντας τους θεούς
που μας κρατούσαν στο φόβο/ μαζί με τους βωμούς τους./ Ο παλιός κόσμος που αιώνες ολόκληρους/ το έφτιαξαν γκρεμίστηκε από μας …» Σ. ΑΙΝΙ

Κάλεσμα συμμετοχής και εξέγερση ποιητικής δημιουργίας.

Οκτώβρης 1917. Η εξέγερση πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Η εποχή της μεγάλης ανατροπής έφτασε. Το ηρωικό προλεταριάτο της Ρωσίας, σε συμμαχία με την αγροτιά, υπό την καθοδήγηση του Κόμματος των Μπολσεβίκων με επικεφαλής τον Λένιν, συντρίβει το αστικοτσιφλικάδικο καθεστώς και ανοίγει τον δρόμο για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, ως το μεγαλύτερο γεγονός στον 20ό αιώνα, εγκαινίασε μια νέα εποχή όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και στον τομέα του πολιτισμού. H πολιτιστική επανάσταση, ως αναπόσπαστο στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έδωσε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να γνωρίσουν τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και να συμμετέχουν στην πολιτιστική ζωή. H ριζική εξάλειψη της τραγικής κληρονομιάς του αναλφαβητισμού μαζί με την άνοδο του γενικού επιπέδου μόρφωσης αποτελούν κάτι το πρωτόγνωρο στην πνευματική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Η πολιτιστική επανάσταση έδωσε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να γνωρίσουν τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και να συμμετέχουν στην πολιτιστική ζωή.

Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση πρεσβεύει τα ιδεώδη όσων αγωνίζονται για μια κοινωνία που θα έχει καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Οι πρωταγωνιστές, τα κινήματα, η διαπάλη καθώς και άγνωστες πτυχές της ποιητικής δημιουργίας ιστορούνται μέσα από ένα ταξίδι σε εκείνη την εποχή που η ιστορία θα διατηρήσει ακέραια την εικόνα της.

Ο Οκτώβρης άνοιξε νέους δρόμους και στη σφαίρα του πολιτισμού, στην τέχνη γενικότερα και στην ποίηση που είναι μέρος της. Το ζήτημα της σοβιετικής πρωτοπορίας στον τομέα της κουλτούρας είναι άξιο μελέτης. Πέρα από τον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι (στον οποίο θα γίνει ειδικό αφιέρωμα για την ποίηση και το έργο του στον κινηματογράφο και γενικά στον φουτουρισμό) είναι ανεξερεύνητη η σοβιετική ποίηση καθώς η τέχνη και ειδικά η ποίηση, από τη φύση της δεν είναι πάντα διαυγής και επιδέχεται προσωπικές αξιολογήσεις.

Οι δύσκολες μέρες που ζούμε επιβάλλουν να δώσουμε απαντήσεις μέσα από την τέχνη. Χρέος των ποιητών να αντισταθούν σε κάθε βαρβαρότητα με το λόγο της ευαισθησίας και την «ποίηση» της βαθιά προστατευμένης επίγνωσης της αξίας της ανθρωπιάς.

Καλούμαστε να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει πολιτιστική φτώχεια και ότι πάντα θα τροφοδοτούμε με όραμα και έμπνευση κι άλλους καλλιτέχνες, στην εποχή που ο άνθρωπος και οι λαοί πρέπει να μην υποκύπτουν και να αγωνίζονται.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Φρανσουά Βιγιόν: Μπαλάντα έμμετρη επιστολή στους φίλους του


«Στα μέσα της δεκαετίας του '70 έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο με τη ποίηση του Φρανσουά Βιγιόν. Το ρούφηξα κυριολεκτικά μέσα σε μια βραδιά. Οι στίχοι του με μάγεψαν. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως ένας ποιητής του 15ου αιώνα, τόσο παλιός δηλαδή, έφτανε σε μας με τόσο συνταρακτικό και οικείο τρόπο. Σε λίγες μέρες είχα βάλει μουσική σε 14 μπαλάντες του…

Γνωρίζω την ποίηση, δεν είμαι όμως ούτε κριτικός ούτε μελετητής αυτής της σπουδαίας τέχνης. Όμως απερίφραστα δηλώνω ότι τον θεωρώ για πολλούς λόγους έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των εποχών. Οι στίχοι του, ενώ αντανακλούν την ιστορική περίοδο στην οποία γράφτηκαν, σκίζουν κυριολεκτικά τον χρόνο και λειτουργούν ως σημερινοί...

Είμαι υποχρεωμένος να μιλήσω για τον μεταφραστή του Βιγιόν στα ελληνικά, τον Σπύρο Σκιαδαρέση. Εξέδωσε τη μετάφρασή του αυτή το 1947. Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στον Σκιαδαρέση, γιατί μας μετέφερε όλους τους χυμούς και όλα τα επίπεδα της ποιητικής του Βιγιόν. Σπάνιο επίτευγμα για τόσο μακρινά κείμενα.» Θάνος Μικρούτσικος

Έλεος, έλεος για με το φουκαρά
δείξετε, αδέρφια, φίλοι γκαρδιακοί!
Σε τάφο κείτομαι, όχι σε ισκιερά
δάσια, σ’ αυτήν τη μαύρη φυλακή
που η μοίρα μ’ έχει μ’ άδεια θεϊκή.
Κορίτσια, βλάμηδες, νιοί, γέροι, γριές,
φορτσαδόροι, ακροβάτες, χορευτές,
που πηδάτε με μπρίο κωμικό,
λυγερόφωνοι εσείς τραγουδιστές,
το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Ψάλτες π’ όλα τα ψέλνετε στραβά,
αλήτες δίχως δυάρα τσακιστή,
μάγκες που κάνετε όλο χωρατά,
διανοούμενοι λίγο ή πολύ χαζοί,
τρεχάτε, πριν ο χάρος τόνε βρει.
Σαν πεθάνει, εσείς πρόθυμοι ποιητές,
θα του φτιάξετε δεκάρικες ωδές.
Αγέρας, φως, δεν βλέπουν το φτωχό,
με βαριούς τοίχους του ’καμαν φασκιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Στα χάλια ελάτε ιδέστε τον αυτά,
αφέντες σπλαχνικοί κι ευγενικοί,
που δεν είστε ρηγάδωνε γενιά,
παρά τ’ αφέντη Θεού είσαστε γονή.
Τον έχουν σε νηστεία στανική,
πληγιάσαν οι μασέλες του οι φτωχές
αλέθοντας ψωμόφλουδες ξερές
και γρούζουν τ’ άντερά του απ’ το νερό
που πίνει με χοντρές χοντρές γουλιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Πρίγκιπες, χάρη με βασιλικές
βούλες πετύχετέ μου και τριχιές
μ’ ένα καλάθι ρίχτε μου να βγω.
Κι οι χοίροι ακόμα τρέχουν μπουλουκιές,
σαν ακούσουν συντρόφου των σκουξιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;

Francois Villon

Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Χάιμε Σβαρτ: ΣΤΟΝ ΦΙΝΤΕΛ ― Jaime Svart: A FIDEL

"Είμαι ο ΦΙΝΤΕΛ"

Ποίημα που μας έστειλε ο Χιλιανός ποιητής Χάιμε Σβαρτ, που κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα· τον ευχαριστούμε.

ΣΤΟΝ ΦΙΝΤΕΛ
Ας είναι ο θάνατός σου μια πυγολαμπίδα
που προαναγγέλλει το ξημέρωμα… όπως έλεγε ο ποιητής…
ας είναι η ζωή σου σαν τη φωτεινή αχτίδα
σαν τ’ αστέρι του στερεώματος…
ας είναι το παράδειγμα και η ζωή σου
σαν ένας κεραυνός που μας φωτίζει…
σ’ αυτό το δύσκολο δρόμο προς τη Νίκη…
Μια πληγή μου άφησε η φυγή σου…
μια καινούρια μέρα συννεφιασμένη…
μια νύχτα σκοτεινή χωρίς εσένα…
έξω βρέχει και βρέχει…
αλλά μια μέρα θα ξανάρθεις…
θα ξανάρθεις για πάντα…
θα είναι πάλι μια νύχτα ξάστερη…
μια μέρα φωτεινή…
θα είναι σαν αυτή τη γλυκιά κούπα κρασί της χώρας μου, της Χιλής…
όχι πια άλλες σκούρες μέρες
ας είναι ο θάνατός σου μια πυγολαμπίδα
που προαναγγέλλει την αυγή… και το ξημέρωμα.

 

Ο ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ ΖΕΙ
ΖΗΤΩ Ο ΦΙΝΤΕΛ
ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ
 

*του Χάιμε Σβαρτ, χιλιανού ποιητή κατοίκου Αθηνών, Ελλάδα 
metafrasi  Ana Karapa

 

A FIDEL
Sea tu muerte una luciérnaga
que anuncia al amanecer… como decía el poeta…
sea tu vida como el rayo luminoso
como la estrella del firmamento…
sea tu ejemplo y tu vida
como un trueno que nos ilumine…
en este difícil camino hacia la Victoria…
Una herida me dejó tu partida..
un nuevo día nublado..
una noche oscura sin ti…
afuera llueve y llueve…
pero algún día regresarás…
regresarás para siempre…
será nuevamente una noche estrellada…
un día luminoso..
será como este trago dulce del vino de mi país, Chile…
ya no más días oscuros
sea tu muerte una luciérnaga
que anuncie el alba… y el amanecer.  


Jaime Svart

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Υπεραστικοί: "Λαγός τη φτέρη έσειε"


Ο λαγός φόρεσε βάτες και οργάνωνε παράτες
για τους άρχοντες του δάσους, με τενόρους και κομπάρσους.
Ήταν κρίσιμη η ώρα, μην τα ζώα πάρουν φόρα
που οι αρχόντοι οι τζιτζιφρίγκοι ’βγάζαν απ’ τη μύγα ξίγκι,
των φτωχών η απαντοχή που δεν βάσταγε στη γη.

Ήταν άδειο το τσουκάλι, ’βγαίναν τ’ άλογα στην πάλη,
ξεσηκώναν τα υποζύγια να τελειώσουν τα μαρτύρια.
Ο λαγός φόρεσε φράκο, τα χαρτιά του έκανε πάκο
και πιστός στους χορτασμένους, κήρυττε στους πεινασμένους,
τρέμοντας ξεσηκωμό, του λαού τον γδικιωμό:

«Άστε τ’ άλογα να λένε. Για την πείνα οι ξένοι φταίνε
απ' το διπλανό το δάσος που ’ρχονται εδώ με θράσος.
Τούτοι παίρνουν τις δουλειές μας, ξαποσταίνουν στις σκιές μας
και θα φτιάξουν και φωλιά στη δική μας φυλλωσιά
.
Την μπουκιά το φαγητό θα μας κόψουνε στα δυο
».

Μια μαϊμού χειροκροτούσε κι ένα φίδι πώς κουνούσε
την ουρά με μαεστρία, των αρχόντων εφεδρεία.
Το πε, το πε ο παπαγάλος, «ο λαγός είναι μεγάλος»
και δυο σαύρες συμφωνούσαν σαν τους απεργούς μετρούσαν,
το ραπόρτο για να δώσουν, παραδάκι να τσεπώσουν.

Μα ο κυρ-Μέντιος παλικάρι, μ’ ένα κόκκινο φουλάρι,
άνεργος εδώ και μέρες πρόβαλε μέσα απ' τις φτέρες.
«Φυλλωσιά δεν μου χει μείνει, μου την πήρανε δυο σκύλοι

που εκτελούσανε κι αυτοί των αρχόντων διαταγή.
Τρεις κοριοί τους το ’χαν πει, πως κοιμόμουνα εκεί.

Ποιά δουλειά έχω να χάσω, που μ’ αφήσανε στον άσσο,
κι οι αρχόντοι στις σκιές μας να χωνεύουν τις τροφές μας.
Απ’ το διπλανό το δάσος, απ’ ανάγκη κι όχι θράσος
τα αδέρφια μας ζυγώνουν, όσοι απ' τη φωτιά γλυτώνουν,
το ψωμί λένε ψωμάκι, δεν κρατάνε από τζάκι.

Τη φωτιά βάλανε πάλι οι αρχόντοι οι μεγάλοι
που εδώ όπως και κει τρώνε όλο το φαϊ.
Των δασών οι πεινασμένοι να σταθούμε ενωμένοι,
μην ακούτε τον λαγό, των χορτάτων τον βαλτό
,
δώστε μια για να του δίνουν, οι βαλτοί “λαγοί να γίνουν”
».

Όλοι οι μέρμηγκες βουρκώσαν. Χρόνια στη δουλειά ματώσαν,
πρόσφυγες ήταν και ’κείνοι που στο δάσος είχαν μείνει.
Νεροκότσυφες κι αηδόνια, πελαργοί και χελιδόνια,
χήνες και νανογεράκια, μετανάστες με μεράκια,
τον κυρ-Μέντιο σαν ακούσαν, βάσανα εξιστορούσαν.

Άρχισε ο λαγός τους πήδους για το καθαρό του είδους,
και στου δάσους τα σοκάκια έσκουζε μ’ άλλα τσιράκια,
οι λαγοί οι εθνικιστές ήταν, λέει, «ακτιβιστές».
Στους χειμώνες και στα θέρη των αρχόντων μακρύ χέρι,
του ντουνιά όλη η σαβούρα δεν αρκούνταν στη μουρμούρα.

Φόρεσε άγρια γκριμάτσα κι αμολήθηκε στην πιάτσα.
Να τρομάξει ήθελε πάλι όποιον σήκωνε κεφάλι.
«Λύκους», έλεγε, με πάθος, τα ζωάκια απ' τ' άλλο δάσος
που απ' τη φωτιά διωγμένα τρέχαν τώρα τρομαγμένα.
“Λύκοι”, “όρνια”, “αρπακτικά”, του λαγού τ’ αφεντικά.

Μπούκαρε και στα σχολεία, να μην πάρουν τα «θηρία»:
τόσα δα αλεπουδάκια, σκίουρους και ελαφάκια,
προσφυγόπουλα ζαρκάδια που της μάνας τους τα χάδια
είχαν χάσει τα καημένα, μόνα και κυνηγημένα.
Και έσκουζε χωρίς αιδώ, «έξω οι ξένοι από δω».

Ο λαγός κουνάει τη φτέρη, ποιο θα τον αρπάξει χέρι,
καθώς πάει νερό να πιει στων αρχόντων την αυλή;
Φτώχεια, πόλεμος, φοβέρα στων αρχόντων τη σκακιέρα,
των δασών οι κολασμένοι να σταθούμε ενωμένοι.
Μπρος της γης οι προλετάριοι μην τους κάνουμε τη χάρη.

υπεραστικοί
Γενάρης 2017

Καλωσορίζουμε τα προσφυγόπουλα στα σχολεία.
Δεν θα περάσει ο φασισμός.

Υπεραστικοί

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Στρατής Τσίρκας: Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (4 ποιήματα)


Στρατευμένος διανοούμενος, συγγραφέας των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» και της «Χαμένης Άνοιξης», ο Στρατής Τσίρκας (ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηανδρέα) γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 10 του Ιούλη 1911 και πέθανε στην Αθήνα στις 27 του Γενάρη 1980. Το 1927 δημοσιεύει στα «Παναιγύπτια» το πρώτο του πεζό με τίτλο «Φεγγάρι». Το 1929 εργάζεται ως λογιστής και κατόπιν ως διευθυντής σε εκκοκκιστήριο βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, για δέκα χρόνια. Το 1935 αναλαμβάνει ενεργό δράση μέσα στις τάξεις της αντιφασιστικής οργάνωσης Ligue Pacifiste, ενώ παράλληλα το 1936, μαζί με τον αδελφικό του φίλο Θεοδόση Πιερίδη, πρωτοστατούν στην ίδρυση της κομμουνιστικής οργάνωσης της Αιγύπτου. Τον Ιούλη του 1937 πηγαίνει στο Παρίσι, όπου γίνεται το 2ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την υπεράσπιση της κουλτούρας ενάντια στον πόλεμο και το φασισμό. Γράφει μαζί με τον Λάγκστον Χιούις τον «Όρκο» στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Ο Στρατής Τσίρκας έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, μεταφράσεις, μελέτες και δοκίμια (για τον Καβάφη κ.ά.) και ελάχιστα ποιήματα. Τα τέσσερα ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο “Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα” περιλαμβάνονται στην έκδοση «Στρατής Τσίρκας, Τα ποιήματα» (Κέδρος,  1981), που επιμελήθηκε ο Παύλος Α. Ζάννας.

ΟΡΚΟΣ

Στ’ όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
που πέθανες στην Ισπανία για τη λευτεριά
του ζωντανού λόγου,
Εμείς, ποιητές απ’ όλες τις χώρες του κόσμου,
μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες
γλώσσες μας,
παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,
τ’ όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,
κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση
στ’ όνομά σου
να τις πολεμούμε
όχι μονάχα με το λόγο
μα και με τη ζωή μας.

[Υπογράφηκε από σαράντα ποιητές και συγγραφείς ―Μπρεχτ, Νερούδα, Αραγκόν, Έρενμπουργκ, Τολστόι, Γκιγιέν κ.ά.― που αντιπροσώπευαν 26 χώρες. Απαγγέλθηκε στο Théâtre de la Porte Saint-Martin στο Παρίσι, στις 18 του Ιούλη 1937, τελευταία μέρα των εργασιών του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου των Συγγραφέων.]


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Mε την γκρίζα κάπα του
ο αγέρας σάρωσε όλα τ’ άστρα
και τα ’κρυψε στους ελαιώνες και τους πρόσταξε
αδιάκοπα να τραγουδούν:
κρι… κρι
κρι… κρι.

Όμως, Εσύ δεν ήρθες,
Φεντερίκο,
παρά την ώρα που κουνούσε
τόσο σιγά της βάρκας μας το ξάρτι,
σαν ένα δάχτυλο που γαργαλούσε
την πίσω από τα σύννεφα κρυμμένη
κοιλιά
του Φεγγαριού.

Και το Φεγγάρι, α, το Φεγγάρι, το «Φεγγάρι Σου»
γελούσε,
― μα ξεκαρδίζονταν στα γέλια το Φεγγάρι, ―
και κυλούσε
από τον ουρανό ως τη θάλασσα
και πάλι
ανέβαινε ψηλά και χαχανούσε.
(Κ’ ήταν το ίδιο το Φεγγάρι,
που τα παιδιά μες στα τραγούδια Σου,
το πιπιλούνε
σαν κεράσι).

Έτσι ήρθες κ’ είχες δώδεκα
πλανήτες κεντημένους στο πετσί Σου
και γύρω απ’ το λαιμό Σου φόραγες
το κόκκινο μαντίλι των τσιγγάνων.
Κ’ είχες στο μέτωπο
τ’ αστέρι το λευκό που σημαδεύει
τον Ταύρο τον καλό,
τ’ αστέρι που ντροπιάζει στους αιώνες
το Φράνκο και το Μόλα και το Λάνο.

Έθεσες πάνω μου τα δυο Σου χέρια,
(τα χέρια Σου… που κλαίει όλη η Γρενάδα…
τα κλαιν οι σπαραγμένες της κιθάρες,
μα πιο πολύ ― αχ, πιο πολύ απ’ όλους ―
τ’ αρφανεμένα στήθια της Καλής Σου)…
Κι αμίλητος εκοίταζες μαζί μου,
Φεντερίκο,
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
το Φεγγάρι…


ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ

Απόψε μάταια πολεμώ ν’ απολησμονηθώ…
Μάταια σε κράζω θάλασσα, θάλασσα κυματούσα,
να ’ρθεις με τους άνεμους σου, να ’ρθεις με τις δροσιές σου
και με την αναστάσιμη χαρά των ταξιδιών.
Της θύμησης τα βλέφαρα ορθάνοιχτα του κάκου
αναζητούν τα ηλιόλαμπρα ξεφτίδια τα χρυσά
να παίζουν με τα κύματα και τα λευκά πανιά
πού εφήμεροι συντρόφοι μας, χανόταν με τους γλάρους.

Απόψε μάταια προσκαλώ τους κάμπους τους πλατιούς,
που στόλισαν και πλούμισαν οι μόχτοι των ανθρώπων,
τα πεύκα και τα έλατα και τους λαούς των δέντρων,
που τρικυμίζει ο άνεμος και νοσταλγούν πουλιά.
Και το φεγγάρι αναζητώ και τη φωτοπλημμύρα
την ξωτική, που δόξαζε τους δρόμους του νησιού,
τους φράχτες και τις πέργολες που γέρνανε βαριές,
τα ρόδα και τα γιασεμιά και τα πορτοκαλάνθια.

Απόψε εντός μου θέριεψαν οι αγωνίες πολλών
που μες στης μεγαλούπολης αυτής τ’ άμετρα σπίτια
καρδιοχτυπούν θανάσιμα για χάρη της Μαδρίτης…

Τον πόνο το μαρτυρικό της Ισπανίας πονώ.


Σ’ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ

Πώς ένιωθε
η Παναγία Παρθένα,
στης Βηθλεέμ τους ακάθαρτους στάβλους,
από τις άκρες των σκονισμένων πελμάτων της
ν’ ανεβαίνει το γάλα;
Πώς αναβρύζει το κρίνο
μέσ’ απ’ τον ταπεινό βολβό
και τα βράδια γελάει
στα κοπάδια των άστρων,
γαλανές ρεματιές
σαν περνούν τιντινίζοντας;

Έτσι σε νιώθω!
Μια καταιγίδα από γάλα,
στοργή και κραυγές ανοιξιάτικες,
πλανήτες κι ουράνιους γλυκασμούς,
που με τυλίγει.

Μας δένουν τα ίδια πράματα:
Τα χιονισμένα παράθυρα,
οι ελαιώνες με τα κίτρινα χώματα
οι γλάροι, ω οι γλάροι… κ’ η θάλασσα,
οι μουσικές μαρμάρινες βρύσες
και τα παιδιά που τρέχουν κάτω απ’ τα πλατάνια.

Και μια πίκρα μας αδερφώνει:
Το αίμα.
Το κόκκινο αίμα που τρέχει
καταγής.

Πώς να σου τραγουδήσω
τη φιλία μου;
Καταλαβαίνω που έρχεται
από τη ρίζα του κορμιού μου
και με γεμίζει
γλύκα και φως.

Στρατής Τσίρκας

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Χρήστος Δημούλας, μελετώντας τον Μπρεχτ (6 ποιήματα)


Από τον ποιητή Χρήστο Δημούλα λάβαμε και δημοσιεύουμε έξι ποιήματα που έγραψε, όπως σημειώνει, μετά από μελέτη Μπρεχτ. Τον ευχαριστούμε.

Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Σ'αυτό το σπίτι, το γεμάτο υγρασία
το κρεβάτι μου σχεδία στον ωκεανό
και μία πραγματικότητα, πνιγμός και ξηρασία
χέρια ψάχνουνε σπαθιά, τα βλέπω και πονώ..

Σ'αυτό το σπίτι, που πυρετός το καίει
τριγυρνάνε μάτια που γυρεύουν ξαστεριά
κι όσα ξερουνε τι ακριβώς τους φταίει
να κάψουνε ζητάνε κάθε κάλπικη ζαριά..

Σ'αυτό το σπίτι, που ομιλίες το τρυπάνε
μές στους τοίχους του, μία ροή σαν φίδι
σέρνεται στους σωλήνες του, που γέρασαν και σπάνε
κι αρχίζει το μακρύ, χωρίς επιστροφή ταξίδι.

Σ' αυτό το σπίτι, που το ρημάζουνε κανόνια
τα γεγονότα, η Ιστορία, τα ξεπεσμένα χρόνια
τα σκισμένα της ψυχής τα λευκά σεντόνια..
Άγρυπνος παλεύω για νέα χελιδόνια!

25/11/2016


ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Πόσο νοικιάζεται σήμερα το πνεύμα;!
Πόσο κοστίζει απόψε η τιμή του;!
Τι παράδες μας ζητά για να μας δώσει το ψωμί του;!
Σήμερα; Πανάκριβα πουλιέται!
Αύριο; Κι άλλο θ'ακριβύνει!
Η ψεύτικη διανόηση, μία πόρνη που κουνιέται
με τα χείλια της στο γκρεμό μας ρίχνει.
Η δήθεν κουλτούρα σήμερα παγώνει τους εργάτες
στον γκρεμό μας σπρώχνει με λόγια και παρλάτες
μα δεν το ξέρει η βρώμα
έτσι γεννιούνται επαναστάτες!

20/12/2016


ΤΟ ΠΡΟΪΟΝ-ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ


Πώς εισβάλλουν τα νέα της τηλεόρασης
του γείτονα στην καμαρά μου...
Πώς μεγαλώνει η ανεργία του απέναντι οικοδόμου
και σκάβει λάκκο στην χαρά μου...

Πόσο μακρινό φαντάζει
για τα λεφτά μου το χωριό μου...
Πόσοι ονομάζουν γραφικό
τον δίκαιο θυμό μου...

Όσες χάρες ετούτη η πλάση
τόσες αλυσίδες στους ανθρώπους..
Η Επιστήμη να μπορεί τον καθένα να χορτάσει
βομβαρδισμένους όμως, καταντά τους τόπους..

Το προϊόν που εμπόρευμα το κάνουν
αργά ή γρήγορα στο αίμα θα βουλιάζει
και οι παραγωγοί του αν δεν το καταλάβουν
ο 'Ηλιος γι'αυτούς ποτέ δεν θα χαράζει..

29/12/2016


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΟΥ

Μαστίγωμα στο βλέμμα, τα όσα συμβαίνουνε εδώ
κι όμως το κακόμοιρο, Μεσσία πώς γυρεύει!
Η κίνηση παραγωγής, άναρχη χωρίς αιδώ..
Κι ο ''καρχαρίας'' που μας τρώει, κοίτα τον.. Πως θεριεύει!

Τώρα..Μελέτες και πλάνα και κονδύλια..
Φτιάχνουνε δρόμο που στον γκρεμό πηγαίνει..
Τα δάκρυα πιά ας σταματήσουνε στα χείλια
με το κλάμμα ο Νούς ποτέ μπροστά δεν βγαίνει.

Κι ενα εργατάκι που μαχαιρώνει η Αδικία
γίνεται αιτία και γεννιέται ενα σποράκι
κι όλα μες στην πνιγηρή και την αισχρή ησυχία
δημιούργουνε ενα σπόρο και νάτο το Δεντράκι.

29-12-2016


XΩΡΑ ΜΙΚΡΗ-ΧΩΡΑ ΠΙΚΡΗ

Χώρα μικρή, χώρα πικρή, με το γέλιο σου πάντα φωναχτό
λέξη φαεινή, με τιμή φθηνή, υποκρισίας υφαντό
κοπέλα γερασμένη, γριά μασκαρεμένη
νιότη τσακισμένη, σε χάπια βουτηγμένη
είσαι πάντα στα κόλπα η χασούρα
σε κρύσταλλο-ουρανό θολούρα.

Μελάνι στην καρδιά σου
αίμα στη ματιά σου
αφύλαχτη πνοή
άσκοπο πρωϊ.

Ξυραφιές στα δύο χείλια
μαρτύριο τα μίλια
του ταξιδιού προς την αυγή
μάχη θανάτου η στιγμή.

Δάχτυλα παγώνουνε να δείχνουνε μπροστά
τα τσακίζουν απολύσεις, μετρήσεις,ποσοστά
καράβια οι λυγμοί και πνίγονται
ιδέες-βρωμόνερα που πίνονται.

Χώρα μικρή, χώρα πικρή, ελπίδα χτυπημένη
θάλασσα άβουη μά ανταριασμένη
με σιωπή οι εχθροί σε κηλιδώνουν
την κρυμμένη σου οργή κι άλλο την φουντώνουν..


Τα νέα φορτηγά

Πέρασαν ξανά τα φορτηγά, να φορτώσουν την πραμάτεια
να φύγουνε προς τα ψηλά, θεόρατα παλάτια
εκεί που σκλαβώνουν αετούς με δακρυσμένα μάτια
με τσακισμένα τα φτερά, με την καρδιά κομμάτια.

Ιππότες τα συνόδεψαν με την στολή την γκρίζα
στρατιωτάκια τρόμου με την καρδιά στην πρίζα
ολόϊδια ρομπότ με το κλειδί στην μίζα
της ανθρωπιάς γαζώνουνε το φύτρο και την ρίζα.

Σκοτεινός ο ουρανός, καθρέφτης που ραγίζει
την μαύρη κοινωνία μας που συνεχώς σαπίζει
τ'άδικο που ανδρώνεται ημέρα την ημέρα
καράβι-καρυδότσουφλο που έπεσε στην ξέρα.

Μα έρχονται νέα φορτηγά να σκίσουν τον αγέρα
ξεφορτώνουν λεβεντιά, τον φόβο κάνουν πέρα
σαρώνουν τα θανάτικα, του τρόμου την φοβέρα
το δίκαιο ατσαλώνουνε κάθε νυχτιά και μέρα!

Ο Χρήστος Δημούλας γεννήθηκε τον Γενάρη του 1977 από πατέρα μανάβη λαϊκών αγορών και μάνα νοικοκυρά. Είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος τίτλου σπουδών Εργαστηρίου Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας. Εργάστηκε σε εργοστάσιο, μαγαζί παπουτσιών, σούπερ μάρκετ, αποθήκη με είδη σπιτιού & στις λαϊκές αγορές. Τώρα επιβιώνει ως εμπορικός αντιπρόσωπος.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 2001 με το: Ψάχνοντας ένα αστέρι που χάθηκε, μικρό πεζό όπως κι άλλα στο Παλμό της Λαϊκής Αγοράς, εφημερίδα που εξέδιδαν για πολλά χρόνια οι πατέρας και θείος του καλύπτοντας κλαδικά και γενικής φύσεως θέματα.

Κέρδισε έπαινο στον ΚΗ Πανελλαδικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του 2010 από  τον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" για την ως τώρα ανέκδοτη ποιητική του συλλογή "Ποθητός ρεαλισμός". Το ίδιο έτος έγραψε στίχους για τα πέντε απ’ τα έξι τραγούδια της δισκογραφικής δουλειάς της Τάνιας Ροζάκη: Δρόμοι που σκεπάζει η μοναξιά.

Το 2011 επιμελείται το χρονολόγιο του κλασσικού φιλειρηνικού περιοδικού Δρόμοι της Ειρήνης, το 2012 μετέχει στο ιντερνετικό περιοδικό 0+1 των νέων λογοτεχνών φίλων του, Φώντα Μακρόπουλου & Ιάκωβου Γερακόπουλου, ενώ απ’ τον Απρίλη του 2013 συνεργάζεται στην "Φωνή των Λογοτεχνών" από το πρώτο τεύχος της.

Τον Δεκέμβρη του 2013 εκδίδει την ποιητική συλλογή: Με λάδι του παρόντος καίνε του μέλλοντος καντήλια, από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ.

Τον Νοέμβρη του 2014 εκδίδει ξανά στις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ την ποιητική συλλογή Οι λαϊκατζήδες.

Τον Φλεβάρη του 2015 καλέστηκε γ’ αυτές τις ποιητικές συλλογές του, στην επιστημονική-λογοτεχνική εκπομπή του HIGH CHANNEL Όπερ έδει ποίησαι. Τον επόμενο Σεπτέμβρη ξεκινά να δημοσιεύει ποίηση & άρθρα στο ηλεκτρονικό περιοδικό FRACTAL, Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ενώ τον Ιούλιο εκδίδει σε ποιητική μορφή τη βιογραφία του μεγάλου χαράκτη και ζωγράφου της Εθνικής Αντίστασης Γιώργου Φαρσακίδη: "ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΡΣΑΚΙΔΗΣ Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ από τις εκδόσεις ΕΝΤΥΠΟΙΣ.

Συνδημιουργός από το Μάιο του 2016 του Λαϊκού Πανεπιστημίου Αγ. Δημητρίου & Νοτίων Προαστίων.

Ποιήματα και κριτικές αναφορές του έργου του βρίσκονται εκτός των προαναφερθέντων, σε πολλά εγχώρια έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και πολιτισμού άλλα και σε ανάλογα της Αυστραλίας και του Βελγίου.

Άλλα ενδιαφέροντά του: θέατρο, εικαστικές τέχνες, ταξίδια και κοινωνικές δραστηριότητες.