Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Σήμερα η νέα παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» - (Εκδήλωση ανοιχτή για το κοινό)

Σήμερα Δευτέρα 17 Δεκέμβρη 2012 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΔΟΕΑΠ θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ 19 ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ» του Ηρακλή Κακαβάνη. Η εκδήλωση είναι ανοιχτή για το κοινό.  
Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Κώστας Καζάκος, ηθοποιός,  Χρίστος Αλεξίου, καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ και διευθυντής του περιοδικού «Θέματα Λογοτεχνίας», Νίκος Σαραντάκος, συγγραφέας, Σοφία Κολοτούρου, ποιήτρια. Τη συζήτηση θα συντονίσει η Σοφία Αδαμίδου, συγγραφέας -  δημοσιογράφος.
Τιμώντας την επέτειο θανάτου του Κ. Βάρναλη (16/12/1974), στην αρχή της εκδήλωσης θα προβληθεί ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ποιητή και εικόνες από την πάνδημη κηδεία του. Σατιρικό κείμενο θα αποδώσουν θεατρικά οι ηθοποιοί Στέλιος Γεράνης και Κατερίνα Φωτιάδου. Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα ερμηνεύσει ο τραγουδοποιός Γιώργος Σαρρής.

Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε ΕΔΩ.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

«Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα!»




Τριάντα οκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του ποιητή Κώστα Βάρναλη.

Ο Κ. Βάρναλης είναι ένας από τους σημαντικότερους στρατευμένους στα κομμουνιστικά ιδανικά ποιητές. Ο πρώτος που καθιέρωσε στη χώρα μας την επαναστατική ποίηση. Αρκετά ποιήματά του τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από το λαό, απαγγέλθηκαν από εργάτες, μπήκαν σε λαϊκά σπίτια.

Διαχρονικός και επίκαιρος. Ο Προμηθέας του λέει: «Τόσο μοιάζουν το χθες με το σήμερα που μου φαίνεται πως τώρα δα έχω γεννηθεί και βλέπω το σήμερα».

Επίκαιρος και σήμερα που τσακίζουν τα λαϊκά δικαιώματα, εξαθλιώνουν τη ζωή των εργαζομένων μα ταυτόχρονα ζητούν από το λαό υπομονή και θυσίες για τη «σωτηρία της πατρίδας» δήθεν. Ποιας πατρίδας όμως; Του λαού που παράγει τον πλούτο αλλά δυστυχεί και υποφέρει, ή μιας χούφτας παράσιτων που τον κλέβουν;

Ένα σχόλιο σε αυτή την πραγματικότητα είναι το «παραμύθι» που λέει ο Σωκράτης στους συμπολίτες του στην «Αληθινή απολογία» του:

«… Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτύνανε αρκετά, αποφασίσανε να τακτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατεία τους είπανε: “Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας (…) Είσαστε λεύτεροι! (…) Ο κυρίαρχος λαός θα ‘σαστε εσείς! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λευτεριά σας. Σεις θα δουλεύετε (…) Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας (…)

 Κ’ εσείς κ’ εμεις θα ‘χουμε πάνω από τα κεφάλια μας τους ίδιους Θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλεύετε και να μην τρώτε κ’ εμας να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα ‘χουμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλευτάδες και θα τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαυτό σας (…) Κι επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συμφέρον σας και να φυλάξετε τον εαυτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράγμα μοναχά σας απαγορεύουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ’ εμάς”.

Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λεύτερα και λεύτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ’ οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτω απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι (…) Κ’ η ευτυχία τους αυτή ήτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δε μπορούσε πια μήτε να σκεφτεί χωρίς “σωτήρες”.

Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι (…) Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Πού να το βρω! (…) Μοναχά σας λέω: “Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και  στους νόμους των Κλεφτών”».

Ο Βαρναλης είναι ένας στοχαστής – μαστιγωτής της κοινωνικής πραγματικότητας, με γνώμονα να αποκτήσει ο «Καλός Πολίτης», το θύμα της εκμετάλλευσης, συνείδηση, να χειραφετηθεί και να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία και την πραγματοποίηση του δικό του πολιτισμού.

Εγραψε χωρίς να χαϊδεύει εκείνον στον οποίο απευθυνόταν, τον λαό, χωρίς να τον θωπεύει, χωρίς να τον αφήνει έξω από την ευθύνη του, την προσωπική του ευθύνη, να πάψει να είναι «θύμα, ψώνιο και σύμβολο αιώνιο» της μοίρας του.
«Όσο πιο ταπεινωμένος ο άνθρωπος, τόσο πιότερο κι αναποφάσιστος, όσο πιο κουρα­σμένος τόσο λιγότερο ανασαίνει και σκέ­φτεται και θυμώνει. Χρειάζεται κουράγιο και μπιστοσύνη στον εαυτό σου, για να αντισταθείς στην αδικία - και πιο πολύ ακόμα για ν' αδικήσεις. Μαθημένος να φοβάσαι, δε θέλεις να φοβηθείς περισσότε­ρο. Αφήνεσαι στη γλύκα της αβουλίας, στον εγωισμό του πόνου. Κι όχι μονάχα στέκεσαι να σου παίρνουν τα όσα δεν έχεις, μα δεν αγγίζεις και τα λίγα πόχεις: νηστεύεις από δικού σου το φαγί, το πιοτό και τις γυναίκες- μισείς τον ήλιο, τη θάλασσα, τον αγέρα του δάσου και την κίνηση και αποζητάς την αρρώστια, τα βάσανα, την απλυσιά, τη σιωπή και το θάνατο, για να πας στον παράδεισο» «Αληθινή απολογία του Σωκράτη».

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Η αγάπη είναι ο φόβος...




Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίξει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους που μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μια στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μιαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι, εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα

Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών
Επαίτες μια άλλης ζωής, της στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα  απρόσιτη τα σάπια όνειρά τους
Γιατί η σιωπή μας είναι ο ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ



Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Βασίλη Ζούμπου "Η ερημιά του αληθινού" στην Αθήνα, τη Δευτέρα 17 Δεκέμβρη




Θα προλογίσει η κα Αριάδνη Αλαβάνου.
Θα απαγγείλει η ηθοποιός Κατερίνα Φωτιάδη.
Θα τραγουδήσει ποιήματα της συλλογής  μελοποιημένα από τον ποιητή, ο τραγουδοποιός και ερμηνευτής Ηλίας Σκούρας.

Η Ερημιά του Αληθινού είναι η πρώτη συλλογή ποιημάτων του Βασίλη Ζούμπου. Αποτελείται από 47 έμμετρα και πεζά ποιήματα και χωρίζεται σε τρεις ενότητες: την «ύπαρξη», την «απόπειρα» και το «δήμο».

Η συλλογή είναι μια ειλικρινής αποτύπωση των σκέψεων και των συναισθημάτων που γεννά η καθημερινή τριβή με ανθρώπους και καταστάσεις καθώς και με μεγάλα πνεύματα του παρελθόντος. Οι αγωνίες, οι λαχτάρες, οι μαύρες σκέψεις, η αισιοδοξία, η απαισιοδοξία, η ματαίωση, όλα όσα αποτυπώνονται σε αυτά τα ποιήματα είναι το αποτέλεσμα αυτής της τριβής, του αγώνα για μια έντιμη ανθρώπινη στάση σε ένα ανέντιμο απάνθρωπο περιβάλλον.

Η Ύπαρξη αποτελείται από 25 ποιήματα και παραθέτει τις διαπιστώσεις του ποιητή για την κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι ξεκάθαρα επηρεασμένη από το έργο καταραμένων, ρομαντικών, αριστερών και λοιπών ταλαιπωρημένων ποιητών, στιχουργών, πεζογράφων και ανθρώπων που θέλησαν να περιγράψουν με ειλικρίνεια και σαφήνεια όσα έβλεπαν γύρω τους ή ένοιωθαν μέσα τους.


Η Απόπειρα, αποτελείται από 8 ποιήματα και προσπαθεί να περιγράψει τα συντρίμμια μιας ανθρώπινης σχέσης και να ανιχνεύσει τους λόγους, κοινωνικούς και ψυχολογικούς, για τους οποίους πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να εκτιμήσουν με ανθρώπινα μέτρα εκείνους που έχουν απέναντί τους.

Ο Δήμος, είναι γέννημα του πολιτικού αγώνα. Αποτελείται από 14 ποιήματα και προσπαθεί να περιγράψει και να ανιχνεύσει του λόγους για τους οποίους ο κόσμος είναι ικανός να φτιασιδώσει την αδυσώπητη πραγματικότητα με τα πιο φαιδρά ψέματα, για να μπορέσει να αποφύγει την αναμέτρηση, τη σύγκρουση με τα αμείλικτα ερωτήματα που του θέτει καθημερινά η ίδια η ζωή για το χθες, το σήμερα και το αύριο.


Ο Βασίλης Ζούμπος γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1978, αλλά μεγάλωσε στη Λαμία. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός και Πολιτική Οικονομία στην Αγγλία. Έχει ζήσει συνολικά 9 χρόνια στην Αγγλία. Έχει εργαστεί ως Πολιτικός Μηχανικός και ως Εκπαιδευτικός στην Ελλάδα και στην Αγγλία. Προς το παρόν ζει και εργάζεται στη Λαμία. Είναι ενεργός πολιτικά στο χώρο της Αριστεράς από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 μέχρι και σήμερα. Αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ και στον ιστοχώρο «αριστερό blog» από το 2012. Στον ελεύθερό του χρόνο διαβάζει κείμενα πολιτικής και οικονομικής ανάλυσης, ελληνική και ξένη λογοτεχνία, ακούει πολύ μουσική και γράφει ποιήματα τα οποία μελοποιεί σε ροκ τραγούδια…  Ξεχνάει συχνά το ένστικτο της μικροαστικής του αυτοσυντήρησης, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ανθρώπων γύρω του να του το υπενθυμίζουν συνεχώς… Προσπαθεί να είναι απαισιόδοξος, αλλά συνεχώς εισβάλουν στο σύμπαν του ακτίνες αισιοδοξίας από τις χαραμάδες τις καθημερινής του ζωής… Αγωνίζεται χρόνια τώρα να ξεφορτωθεί την καλή του προαίρεση απέναντι στους ανθρώπους, μα δεν τα καταφέρνει… Έχει μια αίσθηση εγρήγορσης επειδή πιστεύει πως ο χρόνος περνάει πολύ πιο γρήγορα από ότι συμβατικά αντιλαμβανόμαστε… Τον συνεπαίρνουν ακόμα επικίνδυνα οι άνθρωποι εκείνοι που παλεύουν καθημερινά να φτιάξουν τούτο τον κόσμο πιο ζεστό, πιο ανθρώπινο…

Την σύνοψη της ποιητικής συλλογής και τα βιογραφικά στοιχεία, έστειλε στη «στηθάγχη» ο ποιητής. Τον ευχαριστούμε και του ευχόμαστε καλοτάξιδο το βιβλίο του.



                                 

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑΣΟΣ ΖΕΡΒΟΣ – Μανιάτικος καημός




Την κούνια σου έκανα από ιτιά,
να μη σε πιάνει κακή ματιά,
κι από την Αρμενόπετρα βαθιά θα φέρω κύμα
για να σου μάθει το πρώτο βήμα

κόρη, κορούλα μου, ράχη ραχούλα μου…

Θα φέρω αθάνατους και κυπαρίσσια
για να σου μάθουν πως είν’ τα ίσια
κι από τις Κροκεές ίσκιο θα φέρω να φυτέψω
τα καλοκαίρια να σε κοιμίζω μόνον έξω

κόρη κορούλα μου, βρύση βρυσούλα μου…

Με τους κορυδαλλούς βάρδιες κάνω κοντά σου
για να μη χάσω πρωτομιλιά σου,
κι αποβραδύς τις νύχτες του Σαγκιά ξαμώνω
για να σου φέρνουν ύπνο μόνο

κόρη κορούλα μου, ψίχα ψυχούλα μου…

Θα βρω ένα δάσος να σε βαφτίσει
όνομα θα σου φέρω από τη Δύση
και τ’ άρματα θα σου χαρίσω του παππού σου
για να κρατάν ελεύθερο το νου σου

κόρη μου κόρη μου, να ΄σουν αγόρι μου…

ΤΑΣΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

(Ξύλινα τείχη, 1984-1987)
Από το βιβλίο «Τάσος Ζερβός, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», Εκδόσεις «Το ροδακιό»

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ – Αυτό ειν’ όλο




Ζω στη φεγγοβολή
που προχωράει
ολόγιομα ειν’ τα χέρια μου
με πόθους
κι ο κόσμος είναι όμορφος πολύ,
μοσκοβολάει

Τα μάτια μου λιμπίστηκαν
τα δέντρα
τα δέντρα που γιομίσανε ελπίδες
και ντύθηκαν την πράσινη στολή
το λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ’ ολόδροσο χαλί
κι απ’ το φεγγίτη με καλεί
στις πράσινες νησίδες
Κι ούτε μυρίζομαι τα φάρμακα
Τ’ αναρωτήριο πια δε μου βρωμάει
-θ’ ανοίξουν τα γαρούφαλα
-η ώρα η καλή!-
Τί τάχα αν είσαι φυλακή;
-Να μη λυγάς!
αυτό ειν’ όλο.
Δεν είναι άλλη συμβουλή.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Από το βιβλίο «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, ποιήματα (εκλογή από έργο του)», εκδόσεις ΜΟΣΧΟΣ. (Ανατύπωση από την έκδοση του 1953, από το «Εκδοτικό Νέα Ελλάδα»). Δεν αναφέρεται ο μεταφραστής.

Προσθήκη στην αρχική ανάρτηση: 

Ο/η αναγνώστης/τρια «ΣτΠ» μας υπενθύμισε μια ακόμα μετάφραση του ποιήματος, που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος και κυκλοφόρησε στο δίσκο ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ. Ευχαριστώ. Την μετάφραση έκανε ο Γιώργος Παπαλεονάρδος:

"Αυτό είναι

Είμαι μέσα στο φως που προχωρεί

Tα μάτια μου είναι πλημμυρισμένα από πόθους
Ειν΄ ωραίος ο κόσμος
Ειν΄ ωραίος ο κόσμος

Τα μάτια μου δεν κουράζονται να βλέπουνε τα δέντρα
Τα δέντρα τα τόσο γεμάτα από ελπίδα
Τα δέντρα τα τόσο πράσινα

Ένα μονοπάτι ηλιόλουστο τραβάει μέσα απ΄ τις μουριές
είμαι στο παράθυρο του νοσοκομείου
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών
Κάπου πρέπει ν΄ ανθίζουν τα γαρούφαλα
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών

Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος
Το να μην παραδίνεσαι αυτό είναι."


Το τραγούδι ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδη:


 

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – Γυναίκα




Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Τι να πούμε άραγε για την μαγική μουσική του Θάνου Μικρούτσικου και την αξεπέραστη ερμηνεία του Γιάννη Κούτρα... Καλύτερα τίποτα. Ας ταξιδέψουμε μόνο:


Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

«Ανακάλυψα έναν σπουδαίο ποιητή που παριστάνει τον στιχουργό». Ο Θάνος Μικρούτσικος μιλάει για τον Άλκη Αλκαίο




Ο Άλκης Αλκαίος έφυγε από τη ζωή στα 63 του χρόνια, αφού πάλεψε για καιρό με τον καρκίνο. Ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε πρώτος στίχους του, στο τραγούδι ΦΛΕΒΑΡΗΣ 1848. Ήταν η αρχή μιας συνεργασίας και μιας φιλίας που κράτησε μέχρι σήμερα. Δεκάδες τραγούδια γέννησε αυτό το σμίξιμο των δυο σπουδαίων δημιουργών. Στα βίντεο που ακολουθούν ο Θάνος Μικρούτσικος μιλάει για τον «ποιητή, φίλο, αδερφό» Άλκη Αλκαίο (Βαγγέλη Λιάρο). Στο τέλος, το  ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ ένα πολυαγαπημένο τραγούδι. Μπορείτε να διαβάσετε και τον αποχαιρετισμό του ιστολογίου στον ποιητή, πατώντας ΕΔΩ.



 

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Έφυγε ο ποιητής που μας έκανε να νιώθουμε άτρωτοι. Άλκης Αλκαίος (1949-2012)


Σαν μια κατάρα να σκέπασε αυτή τη μικρή σκηνή-τόπο που άλλοτε έλουζε το φως των άξιων και αληθινά σπουδαίων. Εκεί που απλώναμε τα οράματα και τα όνειρά μας να γεμίσουν  ελπίδα και δύναμη από το φως τους. Και μας τους κλέβει έναν έναν. Και σκοτεινιάζει. Γέμισε η σκηνή από ποταπούς σαλτιμπάγκους, γυαλιστερούς ντενεκέδες μιας κάλπικης λάμψης, που την υποθήκευσαν και θέλουν να υποθηκεύσουν και το φως.

Ο Άλκης Αλκαίος έφυγε νωρίς. Ο ποιητής που με τους στίχους του μιλήσαμε στον έρωτα. Που μας έμαθε να αγαπάμε τη ζωή και τον άνθρωπο. Έφυγε ο ποιητής που μας ταξίδεψε στα ματωμένα βουνά και τις πεδιάδες της παγκόσμιας Επανάστασης. Που διεύρυνε τα οράματά μας,  έκανε τραγούδι τους ήρωές μας και φώτισε τις σελίδες της ψυχής μας. Έφυγε ο ποιητής που κάποτε μας έκανε να νιώθουμε άτρωτοι.

Καλό δρόμο να ΄χεις ποιητή!

Οι λέξεις σου θα μείνουν για πάντα εδώ, δικές μας, σφαίρες στα όπλα της ελπίδας μας. Μέχρι ο ήλιος να λούσει με το φως του τις «σελίδες απ΄ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο». (Οικοδόμος)

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - Δραπετσώνα




Μ΄ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ΄ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά

Το `δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ΄ το στεφάνι μας, πάρ΄ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός

Κι΄ όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά

Πάρ΄ το στεφάνι μας, πάρ΄ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Μίκης Θεδωράκης – Γρηγόρης Μπιθικώτσης:



(Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας)

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Dylan Μ. Thomas - Κι ο θάνατος δε θάχει πια εξουσία…




Δύο εκδοχές στη μετάφραση του ίδιου ποιήματος, του Ουαλού ποιητή Ντύλαν Τόμας


Κι ο Θάνατος δε θάχει πια εξουσία

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία..
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ' άσπρα κόκκαλα
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,
Αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ' αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θαχει πια εξουσία..

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Όσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
Δεν θ' αφανίσει ανεμοστρόβιλος
Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν
Στα σπασμένα τα χέρια τους θαναι η πίστη διπλή
Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία..

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ' ορμή στο γιαλό τους το κύμα
Εκεί που εν' άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία…

Dylan Μ. Thomas

Μετάφραση: Λύντια Στεφάνου (στιχο-μυθία)



Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Dylan Μ. Thomas

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας (ποιείν)

Στις 17 Δεκέμβρη η -ανοιχτή για το κοινό- παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του»

Στις 17 Δεκέμβρη 2012 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΔΟΕΑΠ θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ 19 ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ» του Ηρακλή Κακαβάνη. Η εκδήλωση είναι ανοιχτή για το κοινό.  

Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Κώστας Καζάκος, ηθοποιός,  Χρίστος Αλεξίου, καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ και διευθυντής του περιοδικού «Θέματα Λογοτεχνίας», Νίκος Σαραντάκος, συγγραφέας, Σοφία Κολοτούρου, ποιήτρια. Τη συζήτηση θα συντονίσει η Σοφία Αδαμίδου, συγγραφέας -  δημοσιογράφος.

Τιμώντας την επέτειο θανάτου του Κ. Βάρναλη (16/12/1974), στην αρχή της εκδήλωσης θα προβληθεί ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ποιητή και εικόνες από την πάνδημη κηδεία του. Σατιρικό κείμενο θα αποδώσουν θεατρικά οι ηθοποιοί Στέλιος Γεράνης και Κατερίνα Φωτιάδου. Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα ερμηνεύσει ο τραγουδοποιός Γιώργος Σαρρής.

Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε ΕΔΩ.

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Κ. ΚΑΡΘΑΙΟΣ – Δυο άνθρωποι




Είχαν αλλάξει λόγια ανεπανόρθωτα.
Ωστόσο ζούνε τώρα αγαπημένοι·
τόσο, που οι ίδιοι ολόκαρδα πιστεύουνε
πως τίποτ’ από κείνα πια δε μένει.

Ούτ’ ένας κόμπος χιόνι στα πιο απόκρυφα
της ύπαρξής τους. Φίλοι τους και ξένοι
τους δείχνουν στην αγάπη για παράδειγμα.
Κι όμως, συχνά, που ο ήλιος κατεβαίνει,

και, στο θαμπό το φως, το μάτι δύνεται
πιο καθαρά τα όσα είναι να διακρίνει,
βλέπουνε –σιωπηλοί- πως κάτι ανείπωτο,
στ’ αλήθεια ανεπανόρθωτο έχει γίνει.

Κ. ΚΑΡΘΑΙΟΣ

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

ΣΩΤΙΑ ΤΣΩΤΟΥ – Ο Στρατής




Tα νιάτα του έφαγε ο Στρατής
στα ναυπηγεία ολημερίς
φτιάχνει τα πιο γερά σκαριά
να παν οι άλλοι μακριά
να ταξιδέψουνε τη γη
οι τυχεροί, οι τυχεροί.

T΄ απόβραδο στο καπηλειό
με τον Γιωργή τον παραγιό
λένε για χώρες μακρινές
που δεν τις είδανε ποτές
ζηλεύουνε τους ναυτικούς
τους τυχερούς, τους τυχερούς.

Σαράντα χρόνια στη δουλειά
φτιάχνει καράβια σαν πουλιά
κι αυτός καρφώθηκε εδώ,
δέντρο παλιό, δέντρο ξερό,
να καμαρώνει τους αϊτούς
τους τυχερούς, τους τυχερούς.

Όταν πεθάνω, βρε Γιωργή
όταν σαλπάρω από τη γη
βάλε στη κάσα μου πανιά
βάλε της άλμπουρα, σκοινιά
πες πως ταξίδεψε κι αυτός
ο τυχερός, ο τυχερός.

ΣΩΤΙΑ ΤΣΩΤΟΥ

Το έντυσε με νότες και το ερμηνεύει ο αγαπημένος Κώστας Χατζής:


Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Βροχή




................................
έχει λιγνά δυο δένδρα
μικρό ένα περιβόλι·
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερό —
μπαίνοντας σε κλωνάρια
οπού δεν έχουν μυστικά·
ποτίζοντας τες ρίζες
που έχουν ασθενικό χυμό·
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωστές δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια·
και πλένοντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστρες
τα ’στησ’ αράδα-αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.

Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κοιτάζουνε χαρούμενα
μέσ’ από κάμαρη ζεστή,
κι όσο πληθαίνει το νερό
και πέφτει πιο μεγάλα,
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι ανία·
γιατί εκείνοι από ένστικτον
δεν αγαπούνε διόλου
βρεμμένο χώμα και σκιές.

Βροχή, βροχή — εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχει.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ’ απ’ τα πολλά νερά
του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονται
κι ανεβοκατεβαίνουν
ρανίδες σκορπισμένες
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θολά-θολά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ’ αμάξια.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)