Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ – Απαρηγόρητη




Βγάλε μέσ’ απ’ τη νύχτα το φεγγάρι
και τ’ άστρα που ΄ναι μια παρηγοριά,
και δες τη νύχτα απαρηγόρητη.
Έτσι είδα την ψυχή μου μια βραδιά
κι έπεσα καταγής και προσκυνούσα,
μα η προσευχή μου δεν ακούστηκε…
Δεόμουν σα να περπατούσα
σε μιαν απέραντη έρημο,
ρευστή και άηχη, όπου
σβήνουνε δίχως ν’ ακουστούν
τα βήματα του ανθρώπου.

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ - Πρόλογος IV - Όλο και βρέχει απαρηγόρητα




IV

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Το παρελθόν τι θλίψη π’ όχει.
Των χινοπωριασμάτων το στοιχειό
σκορπάει τη μοναξιά σε κάθε κόχη.

Γιόμοσε ερμιά η αυλή μου που χορτάριασε,
θλίβουνται τα νερά μ’ άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή
που αράχνιαζε σε έρημες ρίμες.

Τραβιούμαι στα όνειρά μου τ’ απαράμοιαστα
κ’ εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της,
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
σα με χαϊδεύουν τα γυναίκεια τα μαλλιά της. 

(Από το βιβλίο «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΟΙΝΟΣ, Τα ποιήματα», επιμέλεια ΑΓΟΡΗ ΓΚΡΕΚΟΥ, Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα 1994, σελ. 87)



Τις ίδιες στροφές συναντάμε σαν ξεχωριστό ποίημα στην ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη «Η ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ» (εκδόσεις «ΝΕΦΕΛΗ», Αθήνα 1990), με τίτλο «Όλο και βρέχει απαρηγόρητα…». Αντιγράφουμε με τονισμένες τις διαφορές:

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα…

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Το παρελθόν τι θλίψη π’ όχει.
Του χινοπώρου το φιλέρημο στοιχειό
σκορπάει τη μοναξιά σε κάθε κόχη.

Γιόμισε η αυλή μου απουσία και χορτάριασε
θλίβουνται τα νερά με άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή
που αράχνιασε σ’ έρημες ρίμες.

Τραβιέμαι στα όνειρά μου τ’ απαράμοιαστα
κι εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της,
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
μεθώντας μ’ ίσκιους μιας ζωής φευγάτης.



Ο/η ανώνυμος/η αναγνώστης/ρια με το σχόλιό του/ης μας υπέδειξε (και τον/ην ευχαριστούμε θερμά) και μια τρίτη εκδοχή του ποιήματος, που βρίσκεται, όπως η πρώτη, στο βιβλίο «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΟΙΝΟΣ, Τα ποιήματα», επιμέλεια ΑΓΟΡΗ ΓΚΡΕΚΟΥ, Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα 1994, στη σελίδα 139, και μας είχε διαφύγει. Εκτός από διαφορές στα σημεία στίξης, σε σχέση με την εκδοχή της ανθολογίας του Μαν. Αναγνωστάκη, εδώ υπάρχει και αφιέρωση του ποιητή.


ΠΡΟΦΑΣΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

[VI]

Στην Κυρία Μέλπω Δημητριάδη

Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Της ώρας το φευγιό τι θλίψη πόχει!
Του χινοπώρου το φιλέρημο στοιχειό
σκορπά τη μοναξιά σε κάθε κόχη.

Γιόμισ’  η αυλή μου απουσία και χορτάριασε.
Θλίβουνται τα νερά με άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή,
που αράχνιαζε σε έρημες ρίμες.

Τραβιέμαι στα όνειρά μου τ’ απαράμοιαστα
κι εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της:
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
μεθώντας με ίσκιους μιας ζωής φευγάτης. 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΟΙΝΟΣ

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ - 21 Παραθέματα




1. Μην επωφεληθήτε του σκότους,
μην καταδεχθήτε να επωφεληθήτε του σκότους.

2. Είναι πάντα φρονιμότερο να σηκώνουμε εμείς τις κουρτίνες πριν τις σηκώσουν οι άνεμοι!

3. Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

4. Τι είν’ αυτό το «αιωνία η μνήμη»,
ποιος σάς το ζήτησε;
Αφήστε τον άνθρωπο να ξεχαστεί!

5. Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.

6. Αυτό που τώρα δε μας γνωρίζει
οληνύχτα οργίαζε μέσα μας.

7. Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

8. Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;

9. Με πόση απουσία παριστάμεθα,
με πόση απουσία παρακολουθούμε προσεχτικά!

10. Μέρα παρά μέρα σε θυμάμαι,
μέρα παρά μέρα σε ξεχνώ!

11. Θα προσπαθήσω να τα πω
χωρίς ημί, χωρίς υπό.

12. Μας σκότωσαν τους αρχηγούς
κι επιστρέφουμε ακέφαλοι
μ’ οδηγό (τι να κάναμε;) ένα γραφιά.
Όμως η αλήθεια είναι πως αυτοί οι γραφιάδες
ξέρουν να βρίσκουν τη θάλασσα.

13. Μη μου χτυπάς. Ξέρω.

14. Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;

15. Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;

16. Όπου δεν πέφτει φως είναι σκοτάδι,
μα όπου δεν πέφτει σκοτάδι δεν είναι φως.

17. Όλα όσα ζήσαμε,
όλα όσα αγαπήσαμε,
όλα όσα είπαμε δικά μας,
θα επαναλαμβάνουνται στην απουσία μας
μ’ άλλους να τα ζουν,
άλλους να τ’ αγαπούν,
άλλους να τα λεν δικά τους.

18. Ποιο «κράτος», κύριοι, ποιο «κράτος»;
Σ’ αλλεπαλλήλους σωρούς «κρατών» πατάμε.
Δεν καταλαβαίνετε πως με τεχνητά μέσα
κρατάμε την Ιστορία στη ζωή;

19. Σκέψου πως δε μας έμεινε άλλο όνειρο
παρά να βγούμε από μια πόρτα.

20. Καλή η λευτεριά, πρώτη η λευτεριά,
μα σου ’χει κάποτε μια σκλαβιά,
σου ’χει μια σκλαβιά!

21. Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ – Σ’ όσους σπάσανε σ’ όσους κρατάνε




Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ' το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ – Προμήνυμα




Προμήνυμα χαράς κι ανάσανε
στην είδηση μιας νίκης
κι ήταν ο ίσκιος του προσώπου του
γερτός
στο πέρασμα του χρόνου
γερτός
απάνω ‘πό τις μάντρες και τα γκέτο
γερτός
στο ίσιωμα του δρόμου ως τη μέση.

Καθώς περνάμε…
στο άγγιγμα του ίσκιου…
στις δίπλες του ζυγιάζονται
οι φωνές μας κι οι σημαίες κι οι γροθιές.

Όποια ριπή σφυράει τ’ αγέρα
πάνω από το πλήθος
πιότερο
ζυγιάζεται του ίσκιου η ανάσα.

Και στεργιώνει μεσ’ τα στήθη
της πίκρας
της ανέχειας
στο άκουσμα της γης που σείεται μαζί μας
στου ποδαριού το βήμα κι ένα κουράγιο.

Να σε πω μορφή του αύριου,
σφιχτοδεμένε στη πνοή μας
σκήπτρο ζωής,
ανασεμιά κι ιδρώτα και πλατύ ξάγναντο;

Παλεύεις μες τ’ ωραίο αγκάλιασμα
της τάξης σου
και ζεις απ’ τη τραχειά του δρεπανιού
οσμή.
Αληθινή πράξη!
όσοι σ’ αυτή ακουμπάνε.

Μιας νίκης την ηχώ πήρες
στις ανισότητες που τρέφουν οι καιροί
ωχρός
και στην οσμή του δρεπανιού
απίθωσες
τρεχάλες του λαού κι αναστενάγματα.

Ανάστησες μόλες τις δύναμες
που ημπόρειες,
την είδηση μιας νίκης
κι έσμιξες τις αυλακιές του χρόνου
πρωτόγνωρα
δυναμικά
κι απέριττα
στα πρόσωπά μας.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ - Ρέκβιεμ για έναν μαλάκα




Και για ν’ αλλάξω τόνο εδώ στα ξένα
λέω να μιλήσω τώρα και για σένα
συνθέτοντας, καθόλου όμως για πλάκα
αυτό το ρέκβιεμ, δίχως μουσική, για έναν μαλάκα.

Δε σε ξεχνάω, ξέρεις εσύ, εσέναν λέω
κι ας πέρασαν τα χρόνια, κι ας μην κλαίω
πια για όσα μου έκανες. Εδώ στα ξένα
με το αίμα εξόριστο, εγώ θυμάμαι εσένα.

Και τρέμω μην πεθάνω πριν πεθάνεις
και δεν σε κυνηγάει ως να πεθάνεις
πλάκα στο στήθος σου κι επιγραφή στην πλάκα
γραμμένο αυτό το ρέκβιεμ — ενώ ζούσες.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ – Ο ουρανός




Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε  τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

ΘΟΔΟΣΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ - Το πέλαγο




Περσέψαν οι λογοήρωες στον τόπο μας.
Περσέψαν οι ανδριάντες, οι επέτειες, οι λόγοι,
λόγοι, λόγοι, λόγοι –οι λόγιοι λογάδες,
οι λογοκόποι, οι λογοφάγοι, οι λογοκατασκευαστές,
περσέψαν οι προσλαλιές, τα μεγαλολαλήματα,
ξενολαλιές, ντοπιολαλιές, λογοπεζά, λογοποιήματα,
περσέψαν και ξεχείλισαν τα λόγια, λόγια, λόγια,
τ’ άλογα λόγια κάναν ένα πέλαγο
που ορμά με μάνητα για να μας λογοπνίξει.

Αδέρφια, κρατηθείτε στον αφρό.
Αδέρφια, παραμερίστε τα κύματα
ρίξετε στον ορίζοντα της σωτηρίας την κραυγή:
«Γη, γη!»

Η γη των ονείρων σας είναι οι άνθρωποι –δεν είναι οι λόγοι.

ΘΟΔΟΣΗΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Θ.Κ.Ν. – Υπόσχεση



Ακολουθώντας χνάρια από μαύρες σταγόνες
ωκεανών πέτρινης σιωπής,
σβησμένες κλαγγές όπλων και εκρήξεις άστρων,
τραγούδια μαυροφορεμένων μανάδων
με βλέμμα από μέλλον κόκκινο,
σκαρφάλωσα  στα μονοπάτια των ηρώων.

Άπλωσα τα χέρια κι έσκυψα στη γη.
Μετάλαβα κοινωνία ανήσυχων πνευμάτων
κάτω απ’ τις αχτίδες μιας στέρφας σελήνης.
Ήπια  νερό απ’ την πηγή που ανάστησε
τα κουρασμένα χείλη των ματωμένων
στρατοκόπων του ονείρου.
Ο αέρας μυρίζει καταιγίδα.

Πάνω στο χώμα, το μουσκεμένο απ’ το αίμα
διαμελισμένων προσδοκιών,
πάνω στην άσπρη πέτρα των τάφων
της μάταιης ελπίδας,
χαραγμένες οι αυλακιές της υπόσχεσης.
Ταξιδεύοντας   η οργή της δικαίωσης
φουσκώνει τις φλέβες της προσμονής.

Θ.Κ.Ν.

(φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας) 

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ – Πέτρινα λουλούδια





Πάρε πέτρινα λουλούδια της θάλασσας
να στολίσουν τα μαλλιά σου, τα μαλλιά σου,
πάρε κοχύλια με τα χρώματα της ίριδας
να φορέσεις στο λαιμό σου,
πάρε κοράλια για να μοιάσουνε τα χείλια σου
μόνον  αυτά σου προσφέρω...

Σήμερα θα σε δω,
είκοσι χρόνια έχω να σε δω
και σ' ονόμασα Πηνελόπη,
από τα μάτια σου θα καταλάβω
αν μ' αγαπάς, αν μ' αγαπάς.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ


Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος


Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ - Είδα




Eίδα μια χώρα ξωτικιά στ’ ανήσυχο όνειρό μου:
πόσ’ όμορφη δε θα το πει ποτέ καμιά ψυχή.
Tο νου μου πήρε κι άφησα το φτωχικό χωριό μου
κι έκανα τάμα μόνο εκεί ν’ αράξω μόνο εκεί.

Tρελλό παιδί ξεκίνησα δεμένο με τα μάγια
του ονείρου μου, κι εγνώρισα τις χώρες του γιαλού,
είδα τις χώρες π’ άστραφταν σε κάμπους και σε πλάγια,
μα η χώρα μου, όλο πήγαινα- κι ήτανε πάντ’ αλλού.

Διαβάτες μ’ ανταμώσανε καλοί και μου ‘παν: Mείνε
ειν’ όμορφη κι η χώρα μας καιρός ν’ αράξεις πια.
Ειν’ όμορφη κι η χώρα σας, διαβάτες, μα δεν είναι
εκείνη που ονειρεύτηκα και με τραβάει μακριά.

Έτσ’ είναι. Σύρτε, κι άστε με να σιγοταξιδεύω
και να περνάω μονάχος μου και κάμπους και βουνά,
ίσως τη βρω μ’ αν δεν τη βρω τη χώρα που γυρεύω
μη μου ζητάτε, αδέρφια μου, ν’ αράξω πουθενά…

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

ΠΑΝΤ. ΡΟΔΟΣΤΟΓΛΟΥ – Η γυναίκα που διάβαζε ποιήματα (Διάφανα Κρίνα)




Η γυναίκα που διάβαζε ποιήματα
στεκότανε κοντά στη φωτιά
και δυο μαύρα πουλιά της φέρναν μηνύματα
από μια αγάπη παλιά: " ποτέ πια " !

Η γυναίκα που μιλούσε στα κύματα
χόρευε σε μια ακρογιαλιά
ένα βαλς μανιασμένο με λυτά τα μαλλιά
και προχώρησε στα βαθιά.

Η γυναίκα που έσκαβε μνήματα
και δεν είχε μιλιά
κοιτούσε τον θάνατο σαν μια αγάπη παλιά
και ψιθύριζε με μάτια σβηστά.

Για όλα αυτά που ζήσαμε, μόνοι με τους μόνους
μοιράζοντας τους πόνους.
Τις ώρες που δακρύσαμε, μόνοι με τους μόνους
μοιράζοντας τους πόνους.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΡΟΔΟΣΤΟΓΛΟΥ

 Video: Lars von Trier Medea (1988)

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ - Το σχήμα μου




Θα προσπαθήσω να δώσω το σχήμα μου
όπως συντρίβεται σε δυο λιθάρια
θα σκεφτώ υπόχρεος απέναντί σου
θα στήσω τη φοβερή ομπρέλα μου
με τις μπαλένες απ' το πρόσωπό μου
μαύρη υγρή ακατανόητη
απ' τον καιρό που ήτανε ασπίδα
που ήταν ταπεινό κυκλάμινο
και μια ρομφαία.

Θέλω να μιλήσω απλά για την αγάπη
των ανθρώπων
και παρεμβαίνουν οι θύελλες
παρεμβαίνει το πλήθος
το στήθος μου
το τρομερό ηφαίστειο που λειτουργεί
κατ' από πέτρες.
Τα φριχτά ερωτήματα παραμένουν επίμονα
μαύρα υγρά ακατανόητα
παραμένουν επίσημα
σαν σαρτεβάλια.
Όσο απ' τις μικρές καλύβες να γελούν
όσοι οι χωρικοί να μπαίνουν στα εργοστάσια
ο πύργος μας καίγεται
θ' αφήσουν εποχή οι ένδοξες μέρες
όλα τ' απόκρυφα χειρόγραφα θα επιστραφούν
από σοφούς και μάντεις.

Μετά το θέμα μας χάθηκε.
Δεν έχομε τίποτα να σας πούμε
έτσι που όλα προδοθήκανε
έτσι που όλα λύσαν τους αρμούς
από πίστη σε πίστη
από υπόγειο σε υπόγειο
από πρόσωπο σε πρόσωπο
δεν έχομε τίποτα να σας πούμε.

Βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί  με τους τυφλοπόντικες
μαζί με τους καταποντισμένους πίθηκους
σε σκοτεινούς υποχθόνιους κρότους
ασθμαίνοντας μετατοπίζομαι
-ανακατωμένοι οι βρόγχοι-
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας πέφτει καινούργια
αθόρυβη βροχή
όπου συντρίβει
όπου ανθίζει τα χέρια μας απ' τις δικές σας
πληγές
όπου γεμίζουν τ' άδεια μας σταμνιά
κερί και μέλι.

Κάποτε θ' ανεβούμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεί
τα όρη σας όπως πυκνά σύννεφα θα χωριστούν
οι κόσμοι θα τρίξουν
στις έντρομες αίθουσες οι ρήτορες θα
σωπάσουν
και θ' ακουστεί η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκιπες με σάλπιγγες και νέες
στολές
οι νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οι πρόεδροι και τα συμβούλια και οι επιτροπές
όλοι οι μάγοι προφεσόροι...»

Περιμένετε αυτή τη φωνή.
Έτσι θ' αρχίζει.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Συνέντευξη του Μιχάλη Γκανά




Φωτό: Σπύρος Στάβερης

> Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του ’48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του ’54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ - Ο θάνατος του υπάλληλου




Ο Φανούρης πέθανε
κι όμως χτες ήταν καλά.
Χτες κάθονταν στην καρέκλα του
κι έκανε όνειρα για τη ζωή.

Σήμερα βρήκαμε ένα χαρτί
στην πόρτα του γραφείου
μέσα σε μαύρο πλαίσιο
«Τον λατρευτόν μας Φανούριον
κηδεύομεν σήμερον...».
Κι όμως, σήμερον, ήταν
να εισπράξει το μισθό του
και θα ΄παιρνε παπούτσια
των παιδιών του.
Σήμερον είχε τόσα να κάνει
για το αύριον...
Κι ήταν ήσυχος κι άκακος
ο Φανούρης
σαν όλους τους υπαλλήλους
που πέρασαν τη ζωή τους
ανακατώνοντας χαρτιά
κι ελπίδες, στο γραφείο τους.
Χτες ακόμα έγραφε ο Φανούρης
«λαμβάνω την τιμήν
να ζητήσω προσαύξησιν
λόγω τριακονταετίας...».
Σήμερα, δεν του χρειάζεται
καμιά προσαύξηση
στο ένα μέτρο γης
του Τρίτου Νεκροταφείου...

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ