Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑΤΑ για την ΕΞΕΓΕΡΣΗ του ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ (1)




Η στηθάγχη ξεκινάει σήμερα ένα αφιέρωμα σε έξι συνέχειες, με ποιήματα που έγραψαν διάφοροι ποιητές για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αποτελείται από τα 26 ποιήματα της ενότητας «Ποιήματα και πεζά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου – 17 Νοέμβρη 1973», που δημοσίευσε ο Νίκος Σαραντάκος στις σελίδες του. Το αφιέρωμα θα ολοκληρωθεί στις 17 Νοέμβρη.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Φοβάμαι

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ (Άχθος Αρούρης) – Του Πολυτεχνείου

Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ' απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ' αυγά με τις πορδές!

Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
—Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι!

— Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά 'θελες αγόρι;
— Θά 'θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω...

Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν' αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες κι αν... και αν...
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία...
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)

Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ' στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.

Ανέκδοτο, Π. Φάληρο Δεκέμβριος 1973



ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ - Τα νέα σατιρικά γυμνάσματα

11
Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.

Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο,
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.

Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.


33
Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου,
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
που ’χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

Ο Γ. Βαφόπουλος δημοσίευσε Τα νέα σατιρικά γυμνάσματα το 1975 με το ψευδώνυμο Λουκίλιος Γιουβενάλης.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Μικρός τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.


Από την ενότητα «Παραλειπόμενα», Β’ τόμος των Απάντων του ποιητή, εκδ.Τρία φύλλα, 1981.

(Το βρήκα στο Διαδίκτυο και έκανα διασταύρωση με την ανθολογία του Ηλία Γκρη.)


Οι σημειώσεις στο τέλος των ποιημάτων είναι του Νίκου Σαραντάκου

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - Η γέφυρα




(απόσπασμα, απὸ τα Ποιήματα 1930-1960, Γ´, Κέδρος 1964)

Εἶναι μιὰ ὡραία περιπλάνηση, σχεδὸν μιὰ δραπέτευση -
δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ καὶ γιὰ ποῦ, - μιὰ μυστικὴ δραπέτευση ποὺ δίνει
μιὰ μυστικότητα στὴν κάθε κίνησή μας, στὸν ἴσκιο μας πάνω στὸν τοῖχο,
στὶς ἀπίθανες σχέσεις τῶν δακτύλων μας, στὸν ἦχο τῶν βημάτων
        μας - μία ἐξαίσια αἴσθηση
παρανομίας πρὸς ὅλα, σὰν τοῦ μοιχοῦ, τοῦ κλέφτη, τοῦ φονιά,
        του ἀρσενοκοίτη ἢ τοῦ λαθρεπιβάτη,
κ᾿ ἡ αἴσθηση τῆς παρανομίας αὐτῆς σου ἐπιβάλλει
μίαν ἄγρυπνη προσοχὴ γιὰ ν᾿ ἀποφύγεις τὴ σύλληψη,
ἐνῶ ἡ προσοχή σου αὐτὴ συλλαμβάνει
τὸ νόημα μιᾶς ἀρχικῆς ἐνοχῆς, συλλαμβάνει
τὶς πιὸ ἀδιόρατες ἐκφράσεις τῆς σιωπῆς· μὰ τότε πάλι
νιώθεις πῶς ἔτσι παραβιάζεις μ᾿ ἀντικλείδι ἕνα μεγάλο, ξένο
        σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ὕστερα ἀπὸ σκάλες πολλὲς καὶ μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
ποῦ κάνουν ν᾿ ἀντηχοῦν ἀπεριόριστα οἱ κλειδώσεις σου,
κ᾿ ἕνα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει ἀπὸ φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε ἀντιμέτωπο
μὲ τὴν ἴδια πελώρια σκιά σου ποὺ κρατάει
μεγεθυσμένες τὶς σκιὲς τῶν κλειδιῶν, ποὺ ἐσὺ κρατᾶς, σὰ νἆναι κιόλας
τὰ κάγκελα τῆς φυλακῆς ποὺ θὰ σὲ κλείσει ἰσόβια· ὥσπου τέλος

ἀνακαλύπτεις πὼς αὐτὸ τὸ χρηματοκιβώτιο
εἶναι δικό σου, ὁλότελα δικό σου
καὶ μπορεῖς νὰ τ᾿ ἀνοίξεις ἐλεύθερα
καὶ μπορεῖς νὰ χαρίσεις ὅσα θέλεις στοὺς φίλους σου
καὶ μπορεῖς νὰ σκορπίσεις ὅσα θέλεις στὸν ἄνεμο
μὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ δίνει τὸ ἀνεξάντλητο
μὲ κείνη τὴ χειρονομία μιᾶς ἄσκοπης λεβεντιᾶς κι᾿ ἀσωτείας
ποὺ εἶναι, ἴσως, ἡ μόνη ἀληθινὴ σκοπιμότητα.

Μὰ τότε νιώθεις ὁ ἴδιος, πόσο ἡ κίνηση αὐτὴ θὰ φαίνεται ὕποπτη
μὲς στὸ σκοτάδι τὸ καρφωμένο ἀπ᾿ τ᾿ ἄστρα, μὲ τὸ μετάλλινο ἦχο
        των κλειδιῶν,
σὰ χτύπημα σπαθιῶν, ψηλὰ στὸν ἀέρα, ἀόρατων μονομάχων ἢ ἱππέων,
μ᾿ αὐτὸ τὸ σκοτεινό, πελώριο στόμιο τοῦ χρηματοκιβώτιου
ποῦ χάσκει ἀνοιχτὸ μὲς στὴ νύχτα ἐνῶ στὸ βάθος τοῦ ἀστράφτουν
σωροὶ τὰ νομίσματα περίεργων ἐποχῶν καὶ τόπων,
ράβδοι χρυσοῦ σὰ μεγάλα καρφιὰ γιὰ μία σταύρωση· στοῖβες
        χαρτονομίσματα
σὰ μυστικὰ τραπουλόχαρτα τῆς Μοίρας. Κι᾿ ὅσοι
δέχτηκαν μία στιγμὴ τὴν προσφορά σου, μόλις στρίψεις τὸ κεφάλι σου
δοκιμάζουν στὴν πέτρα τὰ νομίσματα, μὰ ἐκεῖνα δὲν ἀφήνουν ἦχο,
προσπαθοῦν ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσουν στὰ χαρτονομίσματα
τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὶς σφραγίδες, μ᾿ αὐτὰ δὲ διακρίνονται στὸ
        καταπληχτικό σκοτάδι,
καὶ τὰ πετοῦν ξανὰ μπροστὰ στὰ πόδια σου καὶ φεύγουν.

Καὶ μένεις μόνος μ᾿ ὅλο σου τὸν πλοῦτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρὸς στὸ μαγνητικὸ ἀνοιγμένο στόμιο τοῦ ἀδειανοῦ πιὰ
        χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρὸς στὴν ἀκάλυπτη τρύπα τοῦ χάους,
μὲ τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σὲ μισοτελειωμένη στάση θεατρικῆς γενναιοδωρίας,
σὰν ἄγαλμα ἥρωα ποὺ ὁ ἡρωισμός του
ἀποδείχτηκε ἀπατηλὸς μετὰ θάνατον - ἢ σὰν ἀτέλειωτη προσπάθεια
νὰ γίνεις ἄγαλμα γιὰ νὰ μὴ σωριαστεῖς στὸ χῶμα - ἕνα ἄγαλμα
ποῦ τείνει μάταια σὰν τσαμπὶ σταφύλι τ᾿ ἀναπόδεκτα κλειδιὰ ἑνὸς
        παραδείσου.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


(σήμερα κλείνουν 22 χρόνια από το θάνατο του ποιητή)

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

ΚΙΚΗ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ - Τα χέρια της μάνας σου



Στη μάνα μου.

Τα χεριά της μάνας σου πριν μάθουν να γράφουνε

μάθαν να πλένουν στη σκάφη

ρούχα χοντρά της δουλειάς·

τέσσερ' αδέρφια της άφησε, βλέπεις, η μάνα της.



Τα χέρια της μάνας σου δεν μάθανε να χαϊδεύουν

γιατί ποτέ δεν τα χάιδεψαν,

μα ξέρουνε να ζυμώνουν ατέλειωτες σκάφες αλεύρι.

Αν στρώσεις κάτω τα χιλιάδες ψωμιά

θα γίνουν δρόμοι με άσπρες, στρογγυλές πλάκες

που θα διασχίζουν όλη τη γη.



Τα χέρια της μάνας σου γίναν κουτάλια να σε χορτάσουν,

γίναν κουπιά που λάμνουν στη θάλασσα

να σε βρουν, όπου πας.



Τα χέρια της μάνας σου μάκρυναν,

κουβαλώντας ασήκωτα δέματα

στο σχολειό, στη δουλειά σου, στη φυλακή.



Τα χέρια της μάνας σου κολλούσαν στη σίτα της φυλακής

και λιώναν το σύρμα για να σ'αγγίξουν

κι ύστερα με τ' αποτυπώματα, κατακόκκινα,

πλάθανε κουλουράκια για τις κοπέλλες του θαλάμου σου.



Τα χέρια της μάνας σου δεν θα μείνουν ακίνητα

ούτε κάτω απ 'το χώμα·

μα θα βρούνε τον τρόπο να φυτρώσουν και να βλαστήσουνε

για να σου κάνουν λουλούδια!

ΚΙΚΗ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Παρουσίαση του βιβλίου του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», για δημοσιογράφους και bloggers




 Την Τρίτη 20 Νοέμβρη, στην Καισαριανή, στο τσιπουράδικο «Ο Μπούσουλας» (στην κεντρική πλατεία Καισαριανής - ΗΡΩΩΝ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ 85) θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» (Εκδόσεις ΕΝΤΟΣ) του Ηρακλή Κακαβάνη, δημοσιογράφου – συγγραφέα. Η παρουσίαση είναι «κλειστή», απευθύνεται σε δημοσιογράφους και bloggers.

Για τον Κώστα Βάρναλη θα μιλήσουν οι:

Γεωργία Λαδογιάννη, επίκουρος καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Δραματουργίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Διονύσης Τσακνής, συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής
Γιώργος Σαρρής, στιχουργός - ερμηνευτής.
Ρόλο συντονιστή θα έχει ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος.

Αν κάποιος θέλει να παραβρεθεί (δημοσιογραφός ή blogger) δεν έχει παρά να επικοινωνήσει με τη διαχειρίστρια του Blog για να μεριμνήσει ώστε να του αποσταλεί πρόσκληση.


Και μόνο το γεγονός της παρουσίασης ενός σώματος 19 άγνωστων ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη είναι από μόνο του σημαντικό πνευματικό και πολιτιστικό γεγονός. Πολύ περισσότερο που αφορά έναν ποιητή όχι απλά επίκαιρο, αλλά σύγχρονο. Με το σατιρικό, τολμηρό, ανατρεπτικό και πάντα επίκαιρο πνεύμα του.

Είμαστε κοντά 40 χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή - διανοητή Κώστα Βάρναλη κι όμως αγνοούμε πολλά πράγματα για το έργο του. Οσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο για έναν ποιητή της αξίας του και της αναγνώρισής του, το ποιητικό έργο του Κώστα Βάρναλη δε μας είναι ακόμη όλο γνωστό. Και ο ίδιος ήταν αρκετά αυστηρός στην επιλογή ποιημάτων που συμπεριέλαβε στις ποιητικές συλλογές του. Ο ίδιος άλλωστε άνοιξε καινούριους δρόμους στην κριτική της λογοτεχνίας.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ – Για το κάθαρμα




Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!

Όμως,
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.

Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστισμός.

(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).

Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,
γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.

Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που απ’ το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!»
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;»

Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται.
Και κάτω από την οροφούλα
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.

Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!»

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

(Μετάφραση Χρήστος Τρικαλινός - «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ» τ. 36-38, Οκτ.-Δεκ. 1986)

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ – Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν




Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκέντρωσης και περιγράφει στο βιβλίο του «Μαουτχάουζεν». Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν' ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή. πηγή

Η Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη
                  
  
1. Άσμα Ασμάτων

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ' αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ' ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ' αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
 

              
  
2. Ο Αντώνης


Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα.

Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν' κατάρα.

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδω
βράχο διπλό κουβάλα.

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι.-
 
                 
  
3. Ο Δραπέτης


Ο Γιάννος Μπερ απ’ το βοριά
το σύρμα δεν αντέχει.
Κάνει καρδιά, κάνει φτερά,
μες στα χωριά του κάμπου τρέχει.

"Δώσε, κυρά, λίγο ψωμί
και ρούχα για ν’ αλλάξω.
Δρόμο να κάνω έχω μακρύ,
πάν’ από λίμνες να πετάξω."

Όπου διαβεί κι όπου σταθεί
φόβος και τρόμος πέφτει.
Και μια φωνή, φριχτή φωνή
"κρυφτείτε απ’ τον δραπέτη".

"Φονιάς δεν είμαι, χριστιανοί,
θεριό για να σας φάω.
Έφυγα από τη φυλακή
στο σπίτι μου να πάω."

Α, τι θανάσιμη ερημιά
στου Μπέρτολτ Μπρεχτ τη χώρα.
Δίνουν το Γιάννο στους Ες-Ες,
για σκότωμα τον πάνε τώρα.
 
                  
  
4. Άμα τελειώσει ο πόλεμος


Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις
χαρά του κόσμου έλα στην πύλη
να θυμηθούμε μες στο δρόμο
ν’ αγκαλιαστούμε στην πλατεία.

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις
Στο λατομείο ν' αγαπηθούμε
στις κάμαρες των αερίων
στη σκάλα, στα πολυβολεία

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις
Έρωτα μες στο μεσημέρι
σ' όλα τα μέρη του θανάτου
ώσπου ν' αφανιστεί η σκιά του

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις
άμα τελειώσει ο πόλεμος μη με ξεχάσεις…

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
 


Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ - Διαθήκη




Εγώ παρήλθα, τραγουδώντας τη χαρά,
τις έμορφες, τα ρόδα και τ' αηδόνια.
Χορεύοντας και πίνοντας αδρά
ένιωσα απάνω στα μαλλιά τα χιόνια.

Στου κύπελλου το κατακάθι η συμφορά
κι η στάχτη, που αψηφούσα τόσα χρόνια.
Τώρα στο κύμα τα πετώ, μακριά,
τώρα με λιώνουν πόνοι και τριζόνια...

Σε νότα και ρυθμό, στίχο μεστό
σ' ένα τραγούδι επόθησα να κλείσω
μιαν αρμονία, νόημα σωστό.

Μα δεν κατόρθωσα θεία να μιλήσω,
παλμό να δώσω και να συγκλονίσω
την άπειρη ψυχή του κόσμου σε σεισμό.

ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Θ.Κ.Ν. - Κόκκινες σημαίες


Οι κόκκινες σημαίες των παππούδων μας
βρίσκονται καλά κρυμμένες τόσα χρόνια
στ’ ανήλιαγα υπόγεια της λαβωμένης ελπίδας,
μέσα σε παλιά ξύλινα κιβώτια από πολεμοφόδια,
προσμένοντας τα χέρια που θα τις σηκώσουν στον ήλιο.

Είναι  διπλωμένες σφιχτά, σαν γροθιές,
δίπλα στα σκουριασμένα μέταλλα της επανάστασης.
Mυρίζουν έλατο και μπαρούτι.
Κρύβουν στο αίμα τους επιθανάτιους ρόγχους
και διαθήκες υπόσχεσης.
Περιμένουν.

Θ.Κ.Ν.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ - Θάλασσα η αμίαντος




Κατακλυσμός

Θάλασσα, θάλασσα η αμίαντος
καθάρισε τον κόσμο.

Κι εγώ θα σου προσφέρω ένα πιάτο πανσπερμίας
με τους καρπούς που γέννησε το σώμα μου
κι ένα ποτήρι από το διυλισμένο αίμα μου
να σαι μαζί μου.

Γιατί έρχεται η μέρα των ψυχών
και βρώμικο νερό τους δίνεις στις ακτές
το καθαρό κρατώντας στ' ανοικτά
και στους βυθούς.
Εσύ, που να τους ανασταίνεις θα 'πρεπε
με κρυσταλλένιο δάκρυ, αγίασμα και δρόσο.

Φοβού την κατάρα των προγόνων!
Τους χρωστάμε ανάσταση και κόσμον άλλο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

Από το περιοδικό "Πολιτιστική", τεύχος 14-15, 1985 (αρχείο "Οικοδόμου")
(Στο διαδίκτυο, δείτε το και στις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου)

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ - Ποιος τη ζωή μου




Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ' έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είν' αργά
ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά
στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;
πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη, η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού από την Μαρία Φαραντούρη:



Πολλά χρόνια αργότερα οι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας έβαλαν την δική τους σφραγίδα, με μια όμορφη διασκευή και ερμηνεία, στο τραγούδι:


Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - Αλληλεγγύη




Εἶναι ἐκεῖ δὲν μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω
μὲ δυὸ μεγάλα μάτια πίσω ἀπ᾿ τὸ κύμα
ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ φυσᾶ ὁ ἀγέρας
ἀκολουθώντας τὶς φτεροῦγες τῶν πουλιῶν
εἶναι ἐκεῖ μὲ δυὸ μεγάλα μάτια
μήπως ἄλλαξε κανεὶς ποτέ του.

Τί γυρεύετε; τὰ μηνύματά σας
ἔρχουνται ἀλλαγμένα ὡς τὸ καράβι
ἡ ἀγάπη σας γίνεται μίσος
ἡ γαλήνη σας γίνεται ταραχὴ
καὶ δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω
νὰ ἰδῶ τὰ πρόσωπά σας στ᾿ ἀκρογιάλι.

Εἶναι ἐκεῖ τὰ μεγάλα μάτια
κι ὅταν μένω καρφωμένος στὴ γραμμή μου
κι ὅταν πέφτουν στὸν ὁρίζοντα τ᾿ ἀστέρια
εἶναι ἐκεῖ δεμένα στὸν αἰθέρα
σὰ μιὰ τύχη πιὸ δική μου ἀπ᾿ τὴ δική μου.

Τὰ λόγια σας συνήθεια τῆς ἀκοῆς
βουίζουν μέσα στὰ ξάρτια καὶ περνᾶνε
μήπως πιστεύω στὴν ὕπαρξή σας
μοιραῖοι σύντροφοι, ἀνυπόστατοι ἴσκιοι.

Ἔχασε τὸ χρῶμα του πιὰ αὐτὸς ὁ κόσμος
καθὼς τὰ φύκια στ᾿ ἀκρογιάλι τοῦ ἄλλου χρόνου
γκρίζα ξερὰ στὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου.

Ἕνα μεγάλο πέλαγο δυὸ μάτια
εὐκίνητα καὶ ἀκίνητα σὰν τὸν ἀγέρα
καὶ τὰ πανιά μου ὅσο κρατήσουν, κι ὁ θεός μου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

ΦΩΝΤΑΣ ΛΑΔΗΣ - Και κάθε νύχτα




Στην πόλη ετούτη που μεγαλώνει
που δίχτυα ρίχνει και πάει μακριά,
γυρνάμε μόνοι, γυρνάμε ξένοι,
κάθε διαβάτης και μια σκιά.

Και κάθε νύχτα καημός ανάβει
μες στην καρδιά μου πικρό πουλί,
ποιος το 'χε γράψει να ζούμε σκλάβοι,
φυλακισμένοι χωρίς κελί;

Η πόλη ετούτη στ' αλήθεια μοιάζει
με λαβωμένο που ξεψυχά,
κουράγιο παίρνει καθώς χαράζει
κι ύστερα πάλι αγκομαχά.

ΦΩΝΤΑΣ ΛΑΔΗΣ

Σε μουσική Δημήτρη Λάγιου ερμηνεύει ο Αντώνης Καλογιάννης: