Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Edgar Allan Poe – ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ



Ήταν ξαπλωμένη, ακίνητη, στη μεγάλη κατάλευκη έκταση
ήρεμη και με τα μάτια κλειστά.
Ούτε καν μάντευε τον κίνδυνο που την απειλούσε.
Αργά, σιωπηλά, σταθερά το νερό ερχόταν προς το μέρος της.
Όμως εκείνη εξακολουθούσε μα μένει ακίνητη.
Μονάχα όταν το νερό άγγιξε τα πόδια της,
τότε μονάχα πετάχτηκε τρομαγμένη και
είδη το χάρο να έρχεται κατά πάνω της.
Γύρισε γρήγορα στο πλευρό κι άρχισε ν’ αγωνίζεται
για να ξεφύγει.
Μα το νερό όλο και πιο γρήγορα ανέβαινε
κι εκείνη μάταια πάλευε να πιαστεί από τη γλιστερή όχθη…
Ένα μεγάλο κύμα την πέταξε βάναυσα μακριά.
Τώρα στριφογύριζε μέσα σε μια τρομερή ρουφήχτρα
που σε μια στιγμή την κατάπιε.
Έβαλε όλες τις δυνάμεις τις σε μιαν απελπισμένη,
τελευταία προσπάθεια να βγει στην επιφάνεια.
Μα η ρουφήχτρα την άρπαξε πάλι
και όλο τη στριφογύριζε.
Χτυπιόταν, αγωνιζότανε να πάρει ανάσα,
όμως ο στρόβιλος δυνάμωνε, δυνάμωνε, δυνάμωνε.
Μέχρι που την κατάπιε πια για πάντα…
Και σε όλο αυτό το διάστημα κάποιος στεκόταν ατάραχος,
πλάι στην όχθη και κοίταζε ασυγκίνητος
την απελπισμένη της μάχη με το θάνατο.
Και σαν η δίνη του νερού την κατάπιε για πάντα,
εκείνος είπε:
«Τώρα μπορώ να μπω στην μπανιέρα.
Το νερό την τραβάει πια στην καταβόθρα».
Κι αλήθεια, εκείνη τη στιγμή, χανόταν στο σιφόνι
η πνιγμένη αράχνη…

Edgar Allan Poe

(Μετάφραση: Μαρία Χατζηγιάννη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: