Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

«Ένας δεν είμαι μα χιλιάδες…» ― Αφιέρωμα στο εργατικό – επαναστατικό τραγούδι του μεσοπολέμου (1918-1935)


Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των τραγουδιών, αν και στον καιρό τους ήταν πολύ αγαπητά ειδικά στους νέους της ΟΚΝΕ, στις μέρες μας είναι άγνωστα. Ήρθαν για πρώτη φορά στην επιφάνεια, μετά από περίπου 95 χρόνια, στις 21 του Νοέμβρη 2015, στο πλαίσιο της Ημερίδας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ με θέμα: «Η εμφάνιση της εργατικής τάξης, ο ρόλος της στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στον 20ο αιώνα και η στρατηγική του ΚΚΕ».

Τα περισσότερα προέρχονται από συλλογές των κομματικών εκδοτικών οργανισμών του μεσοπολέμου, που φυλάσσονται στο ιστορικό αρχείο του Κόμματος: του Εκδοτικού Τμήματος του ΣΕΚΕ (Κόκκινα Τραγούδια, 1921), του Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου (Επαναστατικά Τραγούδια, 1928) και του Ριζοσπάστη (Κόκκινο Ημερολόγιο, 1935).

Οι εκδόσεις αυτές μαρτυρούν ότι το ΚΚΕ από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την ίδρυσή του, στο φως της νικηφόρας Οκτωβριανής Επανάστασης, αγκαλιάζει και ενθαρρύνει την τέχνη που συμβάλει στην εργατική - επαναστατική πάλη ως απαραίτητο κι αναπόσπαστο όπλο στη δράση του.

Τα ονόματα των συνθετών και των ποιητών μερικών τραγουδιών δυστυχώς δεν μπόρεσαν να βρεθούν. Στο τραγούδι «Κόκκινοι αθλητές» γνωρίζουμε ότι οι στίχοι είναι του Γιάννη Ρίτσου, που υπογράφει με το ψευδώνυμό του εκείνα τα χρόνια Γ. Σοστίρ και η μουσική του συνθέτη Αχιλλέα Χαλκιόπουλου, μέλος του ΚΚΕ από την εποχή του ΣΕΚΕ. Αυτοί οι δυο μαζί με τον Μενέλαο Λουντέμη, είχαν δημιουργήσει εκείνα τα χρόνια πολιτιστική ομάδα σε μια εργατική λέσχη του Πειραιά.

Ανάμεσα στ’ άλλα, παρουσιάζονται και άγνωστοι στίχοι της Διεθνούς, καθώς και του τραγουδιού «Ανεμοι, θύελλες» (Βαρσαβιάνκα). Το τραγούδι «Ο Οδηγητής» -σε στίχους Κώστα Βάρναλη- είναι το μόνο που μουσικά δεν ανήκει στην περίοδο του μεσοπολέμου, αφού μελοποιήθηκε το 1981 από τον Χρήστο Λεοντή.

Τα θέματα των τραγουδιών αντλούνται από τα συνταρακτικά γεγονότα της νέας ιστορικής περιόδου μετά την είσοδο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, όπως ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, η Οχτωβριανή Επανάσταση, το «ξύπνημα» των προλετάριων και οι αγώνες τους, η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η δολοφονία των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ κ.ά. και εκφράζουν την πάλη της ανερχόμενης εργατικής τάξης για να διαχωριστεί από την αστική διεκδικώντας την εξουσία της.

Τα τραγούδια

1. Ύμνος στη Ρωσία!
Μετάφραση Α.Δ από το ρωσικό, Κόκκινα Τραγούδια

Ρωσσία, χαίρε, δοξασμένη,
Ελπίδα του Βορηά!
Τώρα περήφανη, ορθωμένη
Σκορπάς τη Λευτεριά.

Ένα τραγούδι ας αντηχήσει
Σε κάθε ακρογιαλιά
Κι όλο τον κόσμο ας πλημμυρίσει
Που σκύβει στη σκλαβιά.

Ρωσσία, χαίρε, δοξασμένη
Ελπίδα του Βορηά!
Παντού περήφανη ορθωμένη
Σκόρπα τη Λευτεριά!

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος: ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ


Την Μεγάλη Παρασκευή, 14 του Απρίλη 1944, οι Γερμανοί κατακτητές και οι ντόπιοι γερμανοτσολιάδες συνεργάτες τους, αντιδρώντας με αντίποινα στο σαμποτάζ πατριωτών της αντίστασης, εκτελούν στο Αγρίνιο 120 κρατούμενους αγωνιστές. Τρεις, τον Πάνο Σούλο, τον Χρήστο Σαλάκο και τον Αβραάμ Αναστασιάδη τους κρέμασαν στην πλατεία Μπέλλου (τη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας). Οι δύο πρώτοι ήσαν μέλη της ΕΠΟΝ, ο τρίτος συνταξιούχος της Αγροτικής Τραπέζης.

Στην κεντρική φωτογραφία βλέπουμε το άψυχο σώμα του ήρωα Αβραάμ Αναστασιάδη να κρέμεται από  κολώνα στην πλατεία του Αγρινίου. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη τον άφησαν εκτεθειμένο στη θέα των περαστικών της πλατείας, μέσα σε συνεχή βροχή, μέχρι το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου. Τότε επέτρεψαν στους συγγενείς του να αποκαθηλώσουν το νεκρό κορμί του.

Πάνος Σούλος - Χρήστος Σαλάκος

Αυτή η πατρίδα ένα απέραντο μνημείο θυσίας και ηρωισμού. Αυτός ο λαός πηγή αστείρευτη, αντίστασης και περηφάνιας…

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Για τους πεσόντες στην κατοχή Αγρινιώτες
Και
Για όλους τους Ρωμιούς – θύματα του ναζισμού

Τόπος ιερός, εδώ που οι αντίχριστοι ξανασταύρωσαν το Χριστό και την Ελλάδα,
κ’ είταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 του Απρίλη,
και κει που η γης ανάβρυζε κρινάκια, παπαρούνες χαμομήλια για το Πάσχα
σκάφτηκαν τάφοι και στους τάφους δε χωρούσαν οι λεβέντες,
και μες στα σπλάχνα δε χωρούσε τόσος πόνος.

Κι’ είταν το Αγρίνι ολάκερο ένας Επιτάφιος μ’ όλα του τα κεριά σβησμένα
Κι αντίς καμπάνες απ’ τον όρθρο ως το σπερνό, ντουφεκιές ακούγονταν,
κ’ οι κρεμασμένοι σάλευαν σαν καβαλάρηδες του ανέμου κ’ έφευγαν πάνω απ’ το χρόνο
και μες στο απόβροχο, τη νύχτα της Ανάστασης, τ’ άστρα που βγήκανε, λάμψη δεν είχαν
κ’ είτανε τ’ άστρα σα βρασμένο στάρι για τα κόλλυβα των σκοτωμένων,
στάρι πιτσιλισμένο μαύρη ζάχαρη, μαύρη σταφίδα, μαύρο ρόϊδι,
και στις αυλές, την άλλη μέρα, αντίς αρνιά να ψήνονται, τραγούδια ν΄αντηχούνε,
κ’ ήλιοι τα πορτοκάλια, μες απ’ τα πλυμένα φύλλα, να φωτίζουν του χορού τις δίπλες,
μουγκός ο θρήνος και μουγκή η κατάρα πνίγονταν μες στης σκλαβιάς το μαύρο φόβο,

‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, τι μαύρο πουν’ το μαύρο χρώμα,
η μαύρη νύχτα και το μαύρο σας σταυροδετό τσεμπέρι,
το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι
ως και της λεμονίτσας τ’ άσπρα λουλουδάκια μαύρισαν κ’ εκείνα
ως και το κόκκινο αίμα των παιδιών σας μαυρολογούσε πάνω στα λιθάρια.

‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, μαύρος καημός που βόσκησε τα φύλλα της καρδιάς σας,
όμως το γαίμα των παιδιώνε σας βγαίνει πάνω απ’ το μαύρο
κόκκινο της θυσίας, της αγρύπνιας κόκκινο,
κόκκινο της αυγής και της ελπίδας,
το κόκκινο της λευτεριάς, κόκκινο κατακόκκινο.

Βάφει τ’ αυγά της νέας Λαμπρής και του μπαξέ σας τα τριανταφυλλάκια,
βάφει και τα πουκαμισάκια τους τα τρυπημένα από τα βόλια
και τα πουκαμισάκια τους πλατειές σημαίες αγερολάμνουν
κ’ οι νιοι λεβέντες τα κρατούν και παν μπροστά στην ιστορία.

Και νάτοι ολόμπροστα, να ο Χρήστος, κι ο Αβραάμ, νάτος κι ο Πάνος,
Νάτος κι ο κάπταν Λίας, να κι ο Πάσχος, 19 χρονώ παλληκαράκι,
νάτοι οι 120 Αγρινιώτες μπρος στην μάντρα της Αγιά Τριάδας,
να κ’ οι 55 εκεί στο σταυροδρόμι που περνάει το τραίνο Αγρίνι-Μεσολόγγι, φορτωμένο μήλα,
να κ’ οι 200 της Πρωτομαγιάς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής με τις αγριομολόχες,
να το προσφυγολόι της Κοκκινιάς με τα μεγάλα δαφνοκλάδια της Δημοκρατίας
να και το Δίστομο, το Κούρνοβο, και τα Καλάβρυτα με τα κομμένα σπίτια,
νάτος κι ο Γοργοπόταμος- με το γιοφύρι του σαν κόκκινο άλογο ορθωμένο,
να κ’ οι αγωνιστές του21
και οι άλλοι πριν, κ’ οι άλλοι μετά,
παιδιά μας, τα παιδιά μας με σημαίες μεγάλες.

Μπροστά, μπροστά, κατάμπροστα,
μέσα στο φως που πρόβαλε μεγάλο απ’ τις πληγές τους,
μπροστά, μπροστά, φωνάζοντας:
εκεί που η Λευτεριά ανατέλλει απ’ το αίμα μας, θάνατος δεν υπάρχει.

Λοιπόν μην κλαίτε μάνες Αγρινιώτισσες, θάνατος δεν υπάρχει
μόνο τα χέρια δώστε, αδέλφια μου, να βασιλέψει ειρήνη,
ν’ ανθίσει γέλιο στις ματιές, να λάμψει ο κόσμος όλος,
κι όλος ο κόσμος μια φωνή να τραγουδήσει: Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη.

Αθήνα, 4 V 80
Γιάννης Ρίτσος

Το ποίημα το πήρα από τον «τοίχο» της Έρης Ρίτσου στο facebook, εδώ.
Επίσης, σε αυτόν τον σύνδεσμο, εδώ, θα βρείτε συγκεντρωμένα όλα τα άρθρα του εξαιρετικού ιστολογίου "Αγρίνιο, γλυκές μνήμες" για τους 120 Αγρινιώτες ήρωες.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

«Σαββάτο του λαού θ’ αναστηθούμε…»

Έργο του Βάλια Σεμερτζίδη
Μεγάλη Δευτέρα, ο λαός με την μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη, λευτεριά στη γειτονιά σκάει μύτη
Μεγάλη Τετάρτη, μες το νου μου τον αντάρτη
Μεγάλη Πέμπτη, η καρδιά μου είναι ψηλά,
είναι ψηλά και δε πέφτει.

Παρασκευή το βράδυ μάς προδώσανε,
μας κάρφωσαν στο ψέμα να χαθούμε,
Σαββάτο του λαού ξεσηκωνόμαστε
σαν τ’ άγριο ποτάμι να χυθούμε.

Μεγάλη Δευτέρα, ο λαός με την μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη, λευτεριά στη γειτονιά σκάει μύτη
Μεγάλη Τετάρτη, μες το νου μου τον αντάρτη
Μεγάλη Πέμπτη, η καρδιά μου είναι ψηλά,
είναι ψηλά και δεν πέφτει.

Παρασκευή το βράδυ μάς προδώσανε
Σαββάτο του λαού θ’ αναστηθούμε
Παρασκευή το βράδυ μας προδώσανε
Σαββάτο του λαού θ’ αναστηθούμε.

Τραγούδι του αντιδικτατορικού αγώνα. Οι στίχοι του, όπως και άλλων τραγουδιών, συντρόφεψαν τον αγωνιζόμενο λαό μας στην πάλη του ενάντια στη χούντα και τους ξένους προστάτες της. Δείτε περισσότερα εδώ.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Γιώργος Σεφέρης, Τελευταίος σταθμός


Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη·
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι·
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία·
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που ’σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας, 
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ’λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη, 
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν·
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τί θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να ’θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν·
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες·
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου 1944

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

(Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄)