Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ Κ.Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ Κ.Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

CHE FECE…. IL GRAN RIFIUTO


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τo ’χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του.
Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’  όχι ― το σωστό ― εις όλην την ζωή του.

[1899,1901]

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Εικόνα: Γκράφιτι φιλοτεχνημένο από τον καλλιτέχνη Κώστα  Λούζη (πιο γνωστό με το ψευδώνυμο «Σκιτσοφρενής»).

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Κ.Π. Καβάφης: «Μέσα στον φόβο και στες υποψίες…»

Βρυξέλλες, Ευρώπη, Μάρτης 2016...

Τελειωμένα  

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο·
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους — πού πια καιρός — μας συνεπαίρνει.

[1910, 1911]

Κ.Π. Καβάφης

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Εισαγωγή-επιμέλεια: Σόνια Ιλίνσκαγια), εκδόσεις Νάρκισσος, Αθήνα 2003

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Η Τράπεζα του Μέλλοντος (Κ. Π. Καβάφης)


Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

        Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Απολείπειν ο θεός Aντώνιον



Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.


Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Θερμοπύλες


Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου (Δεύτερο μέρος)



Μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Κώστα Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση, γίνεται με τις δυο αυτές αναρτήσεις μας. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.(Για το πρώτο μέρος πατήστε ΕΔΩ).

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου  

(Δεύτερο και τελευταίο μέρος) - Αν δούμε τη σχέση του Βάρναλη με την αλεξανδρινή διανόηση ως μια  σημαντική διαδρομή της συνολικής πορείας του, τότε το όνομα «Κ. Π. Καβάφης» αποτελεί έναν ξεχωριστό, μεγάλο σταθμό της διαδρομής αυτής. Ο Βάρναλης όσες φορές γράφει για τον  Καβάφη χρησιμοποιεί εγκωμιαστικά λόγια, τονίζοντας όμως ταυτόχρονα πως εκπροσωπούσε την παρακμή.

Όπως είδαμε πιο πάνω, ο Καβάφης ήταν ανάμεσα στους αλεξανδρινούς διανοούμενους που υπέγραψαν τη διαμαρτυρία υπέρ του Βάρναλη στα «Μαρασλειακά». Σύμφωνα με τον Μαν. Γιαλουράκη δεν πρόσφερε με ευκολία την υπογραφή του. «Όταν οι αλεξανδρινοί διανοούμενοι υπογράψανε μια διαμαρτυρία για την παύση του ποιητή Κ. Βάρναλη από το υπουργείο Παιδείας, ο μόνος που αρνήθηκε να την συνυπογράψει ήταν ο Καβάφης. Και μόνο όταν του εκφράσανε την υπόνοια ότι θα δυσαρεστούσε τον ποιητή των ‘Μοιραίων’, «που έχει εκφραστεί με θαυμασμό για το έργο σας», δέχτηκε να υπογράψει αφού προηγουμένως έθεσε όρο την άμβλυνση του κειμένου, που το ‘διόρθωσε’ ο ίδιος», γράφει ο  Γιαλουράκης το 1976.[20]

Ο Βάρναλης εκτιμώντας την κίνηση αυτή, μέσω ευχαριστήριας επιστολής του στον εκδότη του στην Αλεξάνδρεια Στέφανο Πάργα αναφέρεται με  ιδιαιτέρως κολακευτικά λόγια για τον Καβάφη: «Σε σας αποτείνομαι για να εκφράσω τη βαθύτατη συγκίνηση κ’ ευγνωμοσύνη, που μ’ έκαμε να δοκιμάσω σε στιγμές ηθικής κούρασης η ευγενικιά διαμαρτυρία των διανοουμένων της Αλεξάνδρειας, για την τιμωρία μου. Κάμετέ μου την χάριν να ευχαριστήσετε όλους από μέρους μου και ξεχωριστά το μοναδικό ποιητή Κ. Π. Καβάφη, για τον οποίον ο θαυμασμός μου είναι αδιάπτωτος από την πρώτη στιγμή που γνωρίσθηκα παιδί ακόμα με την τέχνη του… Μέσα στην ομοιόμορφη νεοελληνική ποίησι, που κ’ εγώ είναι ένας σαν τους άλλους, κανείς δεν μίλησε οικειότερον στην ψυχή μου από τον κ. Καβάφη. Φαίνεται πως, αν δεν ζούσα και μεγάλωνα στη ρητορική Αθήνα, η φύση μου λεύτερη θα μου έδειχνε άλλους τρόπους έκφρασης».[21] Ενώ απαντώντας σε έρευνα για τον Καβάφη που έκανε η εφημερίδα «Ανεξάρτητος Τύπος» (16/12/1959), ο Βάρναλης γράφει: «Μέσα στο έργο του Καβάφη, άμεση και απ’ ευθείας απήχηση των εξωτερικών γεγονότων δυσκολεύομαι να εύρω. Άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής είναι ένας ποιητής φυγής. Ανατρέχει στο παρελθόν και με τα ιστορικά σύμβολα προσπαθεί να εκφράσει τα σύγχρονα ατομικά αισθήματα και ιδέες και γενικά την εποχή του, που είναι άλλωστε εποχή ηθικής πτώσεως.»

Σε αντίθεση με τον Γιάννη Κορδάτο που απορρίπτει τον Καβάφη («Δεν το κρύβω λοιπόν και το τονίζω μάλιστα, πως ο καβαφισμός είναι απόστημα της λογοτεχνίας μας, γι’ αυτό και πρέπει να αποκοπεί»[22]) ο Βάρναλης θεωρεί τον Αλεξανδρινό ποιητή ως μια από τις κορυφές της ελληνικής ποίησης, αλλά δεν παραλείπει να λέει πως ανήκει στην παρακμή. Όπως γράφει στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ ο Γιαλουράκης, ο Βάρναλης «είδε τον Καβάφη όπως ήταν και τον παραδεχόταν όπως ήταν».

Η αναφορά μας στο Κορδάτο δεν γίνεται τυχαία. Στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του παραθέτει ένα απόσπασμα από άρθρο του Βάρναλη για τον Καβάφη που δημοσιεύτηκε στην Πρωΐα το 1937. Η εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντας το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι πως ο Βάρναλης συμπλέει με την απορριπτική  άποψη του Κορδάτου για τον Αλεξανδρινό. Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Κορδάτου: «Xωρίs αμφιβολία ο Καβάφης ―γράφει ο Βάρναλης― είναι ένας μοναδικά ιδιότυπος ποιητής. Ασεβής σε όλα από τη μορφή ίσαμε την ουσία. Η τεχνική του ελαττωματική. Ο στίχος του έχει χασμωδίες, κακές τομές, περισσευούμενες συλλαβές και ρίμες ή καθόλου ή παρηχητικές ή ομοιολεχτικές. Μουσικότητα καμιά. Η γλώσσα του ψεύτικη (κακή καθαρεύουσα ή κακή δημοτική), το λεξιλόγιο του φτωχό, χωρίς επίθετα, χωρίς σύνθετα, χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς μεταφορές. Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι σχεδόν (πάντα) ένα επεισόδιο ιστορικό ή προσωπικό του ποιητή —κι αυτό το τελευταίο συχνά σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο, άρα απρόσωπο. Κι αυτό το επεισόδιο περιγράφεται ή σκηνοθετείται χωρίς λυρική έξαρση, χωρίς πάθος, με χρονογραφική ξηρότητα. Δε φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό.»[23]

Διαβάζοντας όμως (στην Πρωΐα) τη συνέχεια  του αποσπάσματος του άρθρου του Βάρναλη η αρχική εντύπωση του αναγνώστη αλλάζει. Αντιγράφουμε από την Πρωΐα μερικές γραμμές που ακολουθούν το απόσπασμα που δημοσιεύει ο Κορδάτος, από εκεί ακριβώς που σταματάει στο βιβλίο του: «Πώς λοιπόν μας συγκινεί; Γιατί η ποίηση αυτή φαίνεται μεν λυρική στο σχήμα, αλλά στο βάθος της είνε δραματική. Έχει κίνηση, ηθοποιία, ζωντάνια, επιγραμματική λιτότητα, έχει πολλή σκέψη και πικρήν ειρωνεία και «περαίνει δι’ ελέου και φόβου την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Και το δράμα αυτών των ποιημάτων έχει ένα μεγάλο προσόν, την καθολικότητα. Δεν είνε το δράμα ενός ατομικού «ήρωα», μα ολάκερης της ανθρωπότητας.»  Και λίγο πιο κάτω ο Βάρναλης γράφει: «Η «ιδέα» του Καβάφη μπορεί να καθαρίζεται μέσα στο μυαλό του, μα βγαίνει από την καρδιά του κι αποστέκεται στην καρδιά του «θεατή». Κι αυτή η ιδέα, επειδή δεν προσφέρεται δογματικά, σα μια γνωσιολογική σύλληψη, μα «δραματοποιείται», μετουσιώνεται από αναισθητική (διανοητική) σε αισθητική (ποιητική), γίνεται δηλαδή «ωραία» και συγκινεί. Όταν τα ποιήματα αυτά τα πάρουμε για μινιατούρες δραμάτων, τότε θα καταλάβουμε γιατί δεν τα βλάφτει ούτε η αντιλυρική τους στιχουργία και διάθεση, ούτε η πεζολογική διατύπωσή τους ούτε η καθαρεύουσα, η γλώσσα της… ιστορίας και της φιλοσοφίας και των παλιών κειμένων.»[24]

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου (Πρώτο μέρος)




(Πρώτο από δύο μέρη) - Η ιδέα για αυτή την ανάρτηση γεννήθηκε διαβάζοντας Στρατή Τσίρκα και όχι Βάρναλη όπως προϊδεάζει ο τίτλος της τον αναγνώστη. Είχε προηγηθεί μια πρώτη, απλή αναφορά εδώ, όμως όταν βρεθήκαμε μπροστά σε άγνωστα –για το ιστολόγιο- και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση θεωρήσαμε πως έπρεπε να επανέλθουμε αναλυτικά. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.

Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, έπρεπε να περάσουν τρεις, τουλάχιστον, δεκαετίες  (από την πρώτη μας επαφή με τα εξωσχολικά βιβλία) για να διαβάσουμε τη μυθιστορηματική τριλογία του Τσίρκα «Ακυβέρνητες πολιτείες». Τρεις ογκώδεις τόμοι μέσα από τους οποίους ο συγγραφέας με τρόπο ζωντανό και παραστατικό περιγράφει και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε ο Ελληνισμός της Αλεξάνδρειας, και της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής, τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Συνθήκες πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές  που δημιουργούσε ή επηρέαζε ένα πολυπληθές ανθρώπινο χωνευτήρι γλωσσών, θρησκειών και συνηθειών, και έκαναν την Αιγυπτιακή μεγαλούπολη να φαίνεται σκληρή, εξωτική, βρώμικη ή μαγική, ανάλογα με τη «γωνιά» που στέκονται τα μάτια που την κοιτάζουν.
Περιδιαβαίνοντας τις σελίδες του έργου του Τσίρκα, «ζεις» μαζί με τους ήρωές του. Χώνεσαι  στα πολύχρωμα, βρόμικα και πολύβουα σοκάκια της Αλεξάνδρειας, μαγεύεσαι από το μενεξεδί τ’ ουρανού την ώρα που ο ήλιος κρύβεται στα βάθη της ερήμου, νιώθεις την υγρασία να διαπερνά το είναι σου, μαζί με τους αμανέδες των μαουνιέρηδων, πλάι στο μονότονο διάβα του Νείλου. Και γίνονται δικοί σου οι ήχοι και οι μυρουδιές (αλήθεια, πιο «ζωντανές» δεν θα μπορούσαν να δοθούν από μολύβι οι μυρωδιές!) ενός άλλου πολιτισμού που τόσα σε συνέδεσαν μαζί του στα βάθη των αιώνων. «Συμμετέχοντας» σε κάποιες από τις πιο τρυφερές σκηνές του έργου, σκέφτεσαι  πώς θα ήταν άραγε η ζωή ζωγραφισμένη μόνο με τα χρώματα της ανεμελιάς, του έρωτα και της χαράς, χωρίς να είσαι αναγκασμένος να νοιώσεις την αίσθηση της έλλειψης, της απώλειας, της προδοσίας, της φυλακής, της απογοήτευσης, χωρίς την πικρή γεύση της ήττας… Όμως, και έτσι, ποιος μπορεί να σου εγγυηθεί πως θα’ χε νόημα η ζωή και σκοπό η περιπλάνηση;

«Κοιμηθήκαμε μ’ ανοιχτά παράθυρα. Ο Νείλος ήταν δίπλα και κατέβαζε δροσιά. Προς τα ξημερώματα ξεδιπλώσαμε το διπλόφαρδο πάπλωμα και κουκουλωθήκαμε, τη θέλαμε τη ζεστασιά του. Μας ξαναπήρε ο ύπνος. Αργότερα, γύρισα τ’ ανάσκελα κι ανασηκώθηκα· στήριξα τη ράχη μου στο κεφαλάρι του κρεβατιού που ήταν καπλαντισμένο με σατινέ. Στ’ αραβικά τ’ αηδόνια λέγονται μπόλμπολ! Γιατί το σκέφτηκα έτσι; απ’ έξω, μέσ’ από τον κήπο του πρίγκηπα, έρχονταν μελωδικές και κρυστάλλινες οι τρίλιες ενός πουλιού. Και μαζί, σαν ποταμίσια πάχνη, ανέβαινε πνιχτό, ένα σφύριγμα νυσταγμένης μαούνας. Τράβηξα το πάπλωμα για να σκεπάσω το στήθος μου· έφερα την άκρη του πάνω απ’ τα ρουθούνια: μυρίζαμε λεβάντα και πικραμύγδαλα. Η Νάνσυ κοιμόταν μπρούμυτα χωρίς προσκέφαλο. Άπλωσα και χούφτιασα τα μαλλιά της, μαύρα και γυαλιστερά. «Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα», έλεγε ο Βάρναλης. Να τον έβρισκαν άραγε και τώρα, μέσα στην κόλαση της κατοχής, τέτοιες στιγμές άμεσης αίσθησης;»[1]

Το ποίημα «Ορέστης», από το οποίο προέρχεται ο στίχος του Βάρναλη, ανήκει στην πρώτη περίοδο ποιητικής δημιουργίας του πριν ασπαστεί τον κομμουνισμό. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γράμματα» Αλεξάνδρειας το 1914 και συμπεριλήφθηκε αργότερα  στο βιβλίο του «Ποιητικά»:

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πως σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

«Από την ποίηση αυτή δύσκολα μαντεύει κανείς το Βάρναλη της επαναστατικής εποχής…» θα γράψει ο Δημήτρης Γληνός αναφερόμενος σε αυτό το ποίημα.[2]

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ...»

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
«Θα τ’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά» ή Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι
«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις»

Μάλλον πρέπει να αφιερωθεί (με μια μικρή τροποποίηση) στους εμπνευστές του εγχειρήματος. Ο λόγος για την πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ωνάση να αναρτηθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. Ετσι για να τον θυμηθούμε ή να τον ανακαλύψουμε.

Σίγουρα το να διαβάζω στίχους στα λεωφορεία είναι προτιμότερο από το να διαβάζω διαφημίσεις. Μα τούτο δω είναι τόσο ακαλαίσθητο που μοιάζει με τις ευρύτατα χρησιμοποιούμενες «φωτογραφίες χρονολογίου» στο fb, όπου με κακόγουστες φωτογραφίες ξοδεύεται η λογοτεχνία όπως ξοδεύεται και το συναίσθημα. Και έτσι νομίζεις στο τέλος ότι ο Λουντέμης είναι συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Μήτε ο Καζαντζάκης τη γλίτωσε, μήτε ο Ελύτης, ο Ρίτσος…
Μα αν στις αναρτήσεις του fb μπορείς να το εξηγήσεις ως μια διάθεση συναισθηματικής αποφόρτισης, να κάνεις χάριν φιλίας και κάνα like, πώς να εξηγήσεις τούτη την κίνηση του Ιδρύματος.
Παρότι η ιδεολογική σύγχυση μπορεί και να μην ήταν στις προθέσεις των εμπνευστών, εντούτοις ο συνθηματικός χαρακτήρας των στίχων έχει ως παρονομαστή την επικαιρότητα και έτσι καταλήγει να λειτουργεί γκεμπελικά. Γιατί αντί να εμπλουτίσουν τη σκέψη, θα τη θολώσουν, ακόμη μπορεί και να την τρομοκρατήσουν. Και οι στίχοι εκχυδαΐζονται. Αντί να δροσιστεί, να ζωντανέψει, να τονωθεί το είναι μας «ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει». Αυτό αφορά τον επίμαχο στίχο.
Για τους υπόλοιπους στίχους που χρησιμοποιούνται, στοιχείο αξιολόγησης τους είναι η καλαίσθητη αξιοποίησή τους. Το γράμμα, το μέγεθος, η θέση κλπ. Πολύ δε περισσότερο για τον Καβάφη, «ο απόλυτα καλαίσθητος». Και εδώ κακογουστιά.
Νομίζω ότι το εγχείρημα ήταν ατυχές. «Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά,/ θα τ’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά,/ τα ίδια ξαναλέγοντας αλλιώς (χωρίς μεγάλον κόπο)» πιθανά να έλεγε ο ποιητής.
Εγώ πάντως σα βγω στον πηγαιμό για την Ομόνοια απολαμβάνω τη λαϊκή θυμοσοφία στους τοίχους. Η οποία παρεμπιπτόντως εκφράστηκε με τις φωτοσοπιές στο fb. Γέλιο μέχρι κλάματος!
Αν δεν υπήρχε η «βία» που ενεργοποίησε δικαίως αντανακλαστικά και το ακαλαίσθητο, πόσο επιτυχής είναι η σκόπευση του ιδρύματος για «την πρόκληση της περιέργειας και του προβληματισμού εκείνων που δεν γνωρίζουν ήδη το έργο του»; Βοηθούν οι συγκεκριμένοι στίχοι:
«Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά», «Ξένος εγώ ξένος πολύ» «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις» «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός» «Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό» «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή» «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία».
Πόσο καλά ξέρει τον ποιητή και το έργο του αυτός που έκανε την επιλογή; Πώς τον προσεγγίζει σήμερα; Αυτά είναι μια άλλη κουβέντα. Θα ρωτούσα όμως γιατί όχι αυτά:
Στην Ρώμη δόθηκε ο χρησμός• έγιν’ εκεί η μοιρασιά.
Κ' είν' η συνείδησίς μου ήσυχη για το αψήφιστο της εκλογής. /Βλάπτουν κ' οι τρεις την Συρία το ίδιο
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,/ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες
Το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/ που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε
Όμως δεν θα μας γελά/ το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος./ Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος/ αμέσως βρίσκεται κανένας άλλος
Και οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,/ ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι
Μέχρι εδώ όλα καλά. Γελάσαμε, κάναμε την πλάκα μας, βγάλαμε το άχτι μας, είπαμε την άποψή μας, μα εδώ κάτι άλλο υπάρχει. Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Ποια είναι η αλεπού; Το κεφάλαιο (διάφορα ιδρύματα, Ωνάση, Νιάρχου κλπ.) στο παζάρι του Πολιτισμού που από κοινωνικό αγαθό έγινε εμπόρευμα; Εδώ το κράτος του παραχωρεί υποδομές και δραστηριότητες. Εδώ οι επενδύσεις από το μεγάλο κεφάλαιο τελευταία είναι τεράστιες. Και για αυτό με κάθε τρόπο τα αντίστοιχα Ιδρύματα που φτιάξαν προσπαθούν να φιλοτεχνήσουν ένα προφίλ ενδιαφέροντος και ανιδιοτελούς προσφοράς στον πολιτισμό. Ετσι όλο και θα πληθαίνουν ενισχυτικά δημοσιεύματα (ας δούμε τον Τύπο από το καλοκαίρι και μετά) και σχετικές δραστηριότητες.
Στη προκειμένη περίπτωση μια τέτοια προσπάθεια ήταν (αξιοποιώντας τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς) μη επιτυχής. Δεν τους ευνόησε το τάιμινγκ.

Ηρακλής Κακαβάνης στο facebook

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.


Δεν θα μπω στην βάσανο να μιλήσω για την πρόστυχη ενέργεια κάποιων μπουζουκοκέφαλων να πετσοκόψουν τον Καβάφη στην προκρούστεια κλίνη τού λειψού μυαλού τους. Έχουν ειπωθεί κι έχουν γραφτεί τόσα πολλά ώστε ο δικός μου λόγος περιττεύει. Το μόνο που θά 'θελα να σχολιάσω είναι τούτο: πάλι καλά να λέμε που απλώς πετσόκοψαν την καβάφεια ρήση και δεν πρόσθεσαν και δικά τους λόγια. Για σκεφτείτε ότι, προκειμένου να κάνουν την προπαγάνδα τους καλύτερα, θα μπορούσαν π.χ. να αποδώσουν στον μεγάλο αλεξανδρινό ποιητή τον στίχο "είν' επικίνδυνο πράγμα η βία, απ' όπου κι αν προέρχεται"...
Όμως, με αφορμή τον ντόρο που δημιουργήθηκε, εκτιμώ πως είναι ευκαιρία να ασχοληθούμε σε τούτο το ιστολόγιο με κάτι που δεν είναι να γίνεται πουθενά αλλού: να διαβάσουμε όλο το ποίημα στο οποίο περιέχεται ο επίμαχος στίχος. Έτσι, θα έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε τα καβαφικά λόγια μπούμερανγκ στα μούτρα όλων εκείνων που νόμισαν ότι μπορούν να παίξουν εν ου παικτοίς:


Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, νά, τραβούμ’ εμπρός. (*)


Δηλαδή... γαμώ το φελέκι μου! Δεν είναι μόνο η αριστουργηματική κεντρική ιδέα αλλά και τόσοι αξιομνημόνευτοι στίχοι που υπάρχουν σε τούτο το ποίημα! Κι όμως, οι ουτιδανοί προτίμησαν το πετσόκομμα. Ε, λοιπόν, φτύνω στα μούτρα τους ολόκληρη την δεύτερη στροφή. Όντως θα αισθανθούμε ευτυχείς σαν έρθει η μέρα που, καθώς θα τραβάμ' εμπρός,  δεν θα τους χρειάζεται κανείς!


(*) Από το βιβλίο "Κ.Π.Καβάφης: Ποιήματα" (σε εικονογράφηση από τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα), εκδόσεις Ίκαρος, 3η έκδοση - 2003. Ζητώ ειλικρινή συγγνώμη από τον μεγάλο ποιητή για την μεταγραφή τού αριστουργήματός του σε μονοτονικό.


Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους...ακόμα και ο Καβάφης;!

ΕΙΝ' ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΝ ΠΡΑΓΜΑ Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ...

Με πρωτοβουλία του Αρχείου Καβάφη (που ανήκει στο Ίδρυμα Ωνάση), τις τελευταίες ημέρες τα ΜΜΜ της Αθήνας έχουν γεμίσει με στίχους του σπουδαίου ποιητή, με σκοπό να κυκλοφορήσει το έργο του έστω και σε “pop” μορφή στο ευρύτερο κοινό. 
Μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι η επιλογή των χρωμάτων και του ύφους σε συνδυασμό με τους στίχους κάνει εύπεπτο το τελικό αποτέλεσμα, κάνοντας “οικείο” το έργο του Καβάφη ακόμα και σ’ αυτούς που δεν το έχουν διαβάσει.
Παρατηρήστε ωστόσο τον στίχο που είναι γραμμένος στο τρόλεϊ της παραπάνω εικόνας. Δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή ενός στίχου μ’ αυτές τις λέξεις σ’ αυτή την σειρά. Ειδικά όταν μας καλούν να καταδικάσουμε-την-βία-απ-όπου-κι-αν-προέρχεται.
Σε μια πονηρή εποχή σαν την σημερινή, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός όταν επικοινωνείς κάποιο μήνυμα και να μην αφήνεις περιθώριο παρερμηνείας.
Κι όμως, η απομόνωση αυτού του στίχου από το υπόλοιπο ποίημα που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, αυτό κάνει. Δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις.
Συγκεκριμένα γράφει ο Καβάφης στην στροφή εκείνη που περιέχει τον στίχο:

“Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός./ Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία./ Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.”
Άρα η βία στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η βιασύνη και όχι η βία που θέλουν να μας πείσουν μέσα από τα λόγια του ποιητή ότι είναι “κακό πράγμα”. Κάνοντας επίκληση στην αυθεντία ενός μεγάλου, συνεχίζουν να προπαγανδίζουν και μάλιστα με τρόπο που πιάνει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά που παίρνουν λεωφορεία και μετρό.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

«Δραματικό και μουσικό πρελούδιο για τον Κ.Π. Καβάφη»


«Δραματικό και μουσικό πρελούδιο για τον Κ.Π. Καβάφη», τιτλοφορείται η παράσταση, που με αφορμή τα 150 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή θα παιχθεί (3-6/10, 9.30 μ.μ.) στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (αίθουσα «Black Box»). Σκηνοθεσία - σκηνικός χώρος: Βασίλης Αναστασίου. Σύνθεση κειμένου: Ηλίας Λιαμής. Κοστούμια: Λέντιο Κονξχόλι, Video-art: Δημήτρης Ζόγκας. Φωτισμοί: Β. Αναστασίου - Δ. Ζόγκας. Παίζουν: Πάνος Κορδαλής, Αννα Κομνηνή. Πιάνο: Βενιαμίν Χατζηκουμπάρογλου.

Οδός Λέψιους 10. Αλεξάνδρεια. Στο φτωχικό διαμέρισμα ο Κωνσταντίνος Καβάφης ανασύρει μνήμες από τη ζωή και την τέχνη του. «Συναντάει» αγαπημένα πρόσωπα και επιχειρεί έναν τελευταίο απολογισμό. Η ατμόσφαιρα δεν είναι θλιμμένη. Ενας στίχος, κάποιοι διάλογοι, σκόρπιες επιθυμίες ζωντανεύουν. Το «Δραματικό και μουσικό πρελούδιο για τον Κ.Π. Καβάφη» της «Μικρής Οπερας του Κόσμου» είναι φόρος τιμής στο μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή. Στη σκέψη του, την εσωτερική του πάλη και τα πάθη. Στην ποίηση και τα όνειρά του. Στους κώδικες λέξεων. Στην αρμονία του ρυθμού του. Στην οικουμενικότητα των στίχων του. 

Η παράσταση δεν αφηγείται, δεν επιχειρεί μια ιστορική αναδρομή ούτε αναπαριστά. Μας ταξιδεύει στα μονοπάτια του μυαλού ενός μεγάλου ποιητή που είχε την ψυχική δύναμη να ξεπεράσει την εποχή του και την πόλη του. Τα κείμενα της παράστασης της «Μικρής Οπερας του Κόσμου», που επιστρέφει στο Ιδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» μετά την όπερα «Ο Κουρέας της Σεβίλης», υπογράφει ο Ηλίας Λιαμής. Βασιζόμενος στα κείμενα του ποιητή, καθώς και στις μελέτες των Τίμου Μαλάνου, Στρατή Τσίρκα, Λιντλ, Γ.Π. Σαββίδη και Γιώργου Σεφέρη, εμπνεύστηκε μια ανάγλυφη διαδρομή και αναδρομή στις αναζητήσεις και τις προσδοκίες του μεγάλου μας ποιητή.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Θέλει γενναιότητα να σταθείς μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο και ν’ αντικρίσεις κατάματα το φως




Θέλει γενναιότητα να σταθείς μπρος στ’ ανοιχτό παράθυρο και ν’ αντικρίσεις κατάματα το φως, πολύ περισσότερο αν μέχρι ν’ ανοίξει δεν πίστευες ότι αυτό μπορεί να σου συμβεί. Κι αν δεν το κάνεις, τότε μια «νέα τυρρανία» είναι η τιμωρία σου. Πιο σκληρή, πιο αδυσώπητη, πιο βάναυση από την προσμονή: η αίσθηση μιας ακόμα ήττας. (Με αφορμή τα τελευταία γεγονότα στον χώρο των εκπαιδευτικών).


ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για να ΄βρω τα παράθυρα. — Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θα ΄ναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τα ΄βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θα ΄ναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.

[1897, 1903]

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


«ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδόσεις ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, Αθήνα 2003

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη γράφει για τον Κ. Π. Καβάφη




Διπλή επέτειος η σημερινή. Ημέρα γέννησης (29 Απριλίου 1863) και  ημέρα θανάτου (29 Απριλίου 1933) του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη
  
Το δειλινό μιας μέρας χλωμής, μέσα στη μυστηριακή μελαγχολία της μισοφωτισμένης σάλας, άκουσα για πρώτη φορά τους στίχους του κ. Καβάφη - με τη θλίψη τη συγκρατημένη που απλώνει η χειμωνιάτικη δύση, όμορφης μέρας, στα κουρασμένα δέντρα, απλωθήκανε κ' οι στίχοι του στην ψυχή μου και σκεπάσαν μ' ένα ανατριχιαστικό πέπλο μυστηρίου την Πραγματικότητα.
   
Ποτέ μου ως τότε δεν είχα ακούσει τ' όνομα του κ. Καβάφη. Κ' είτανε φυσικό, σε μια τόσο ταιριασμένη ώρα δειλινή, βαθύτατα κ' εξαιρετικά να με συγκινήσουν, τα ωραία σιγοπρόφερτα λόγια.
    
Την ποίηση του κ. Καβάφη δυο μού φάνηκαν από τότε πως την ξεχωρίζουν χαρακτηριστικά: Η βαθειά φιλοσοφική αντίληψη του Ανθρώπου που πολλά ξέρει, κ' η αισθαντικότητα του Ποιητή. Από το ένα μέρος η κουρασμένη σκέψη που όλα τα ξέρει μάταια κι ανώφελα, κι από το άλλο η ευαίσθητη ψυχή που είδε το φριχτό θέαμα της ζωής και δεν μπορεί να βαστάξει κ' έσπασε. Δεν έσπασε ολότελα, λύγισε. Κι ανάμεσα στα γόνατά της τώρα, με κλειστά τα μάτια, κρύβει το κεφάλι της, θυμάται τα όσα είδε  και θρηνεί. Πολλά μελέτησε φαίνεται ο κ. Καβάφης. Τα αιστήματα μήνες πολλούς και χρόνια μένουν μέσα και σιγοσταλάζουν και πετρώνονται στο νου του κι αποκρυσταλλώνουνται σε μια σκέψη. Έτσι τα ποιήματα του κ.Καβάφη, αργά και σταλαχτά μάς έρχουνται και σα σταλαχτίτες του υπομονετικού καιρού φαντάζουνε. Ιδίως, συναιστήματα του λογισμού και του κορμιού τραντάγματα, που σε πολυσέλιδους λυρισμούς θα μας ξέχυνε κάποιος άλλος ποιητής, θορυβώδης και πληβείος , σεμνά κι αριστοκρατικά μάς δείχνει ο κ. Καβάφης.

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.
   
Βαθύτερη , δραματικότερη σκέψη, αδύνατο πιο λιγόλογα και πιο αριστοκρατικά να μας δοθεί.   
Τι είναι λοιπόν εκείνο το που το φιλοσοφικό αυτό κομμάτι το αλλάζει σε ποίημα αισταντικό και βαθύ; Είναι ο βουβός σπαραγμός της καρδιάς που θέλει να ξεσπάει και δεν την αφήνει ο νους , γιατί τη φοβάται. Ρυτιδώνεται λες η ηρεμία η φαινομενική της επιφάνειας από το σιγαληνό , το αιώνιο θαρρείς πέρασμα του πόνου του φριχτού, του διπλά φριχτού γιατ' είναι αθώρητος. Έτσι λένε πως ρυτιδώνεται κ΄η επιφάνεια της ήρεμης θάλασσας , σαν κάτω από τα νερά περνά καρχαρίας. Πάντα τέτοιο αθώρητο θεριό περνά κάτω απ' όλους τους στίχους του κ. Καβάφη. Ένας ρυθμός περιώδυνος. Μιλεί σα να παραμιλεί. Δεν προσπαθεί, φαίνεται πως δεν προσπαθεί, αρμονικά να πλέξει τις λέξεις κι ομοιόμορφα τη γλώσσα. Κ' έχει τι το βαθειά αισταντικό αυτή του η τεχνοτροπία. Θαρρείς κι ο πόνος ο κρυφός τον έχει τόσο κουράσει που δεν του είναι δυνατό να στολίζεται με φράσεις. Κάποτε οι ρίμες του τελειώνουν με την ίδια λέξη. Και δείχνει αυτό σαν idee fixe, που έρχεται και ξανάρχεται το ίδιο και απαράλλαχτο επίμονα και δεν έχει διωγμό. Ο ρυθμός του κ. Καβάφη, μας δείχνει τέλεια την ψυχή του την τόσο υποταγμένη, μα και τόσο περίλυπη. Καμιά θερμή έκφραση επαναστατημένου λυρισμού, καμιά απότομη, αποφασιστική χειρονομία. Η Αγάπη, ο Πόνος, τα Πάθη, η Φύση, συναιστήματα πολύ βαριά, θα σπούσαν το στίχο του ποιητή. Συναιστήματα τόσο υποκειμενικά, θα τον οδηγούσαν άθελα σε καμιά διαμαρτυρία, σε κανένα ανατίναγμα, σε καμιά πρόκληση στη Μοίρα. Τα πάθη αυτά τα φοβάται ο κ. Καβάφης. Τα κυτάζει να περνούν και να τον σκανιάζουν και συμαζώνεται σε μια γωνιά και ανησυχεί μήπως τον δουν και τον προκαλέσουν και τον αναγκάσουν να πει μες σ' αυτά τη σκέψη του. Αν έπαιρνε την αγάπη - την αγάπη που ή μας σπα ή μας κάνει θεούς, το ξέρει, θάπεφτε από τη συγκρατημένη αριστοκρατοσύνη και θα μιλούσε με το θόρυβο λυρικής χαράς ή αγωνίας. Ακούσετε:

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για  νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.

Είναι το πιο χαρακτηριστικό απ' όλα του τα τραγούδια...

Κι έτσι οι στίχοι του κ. Καβάφη έρχονται τόσο τρομαχτικά ήρεμοι που νιώθεις πριν νάρθουν να μας βρουν - μέσα σε μια μεγάλη κάμαρα έρημη, αγρύπνησαν και κλάψανε πολύ - και μας ήρθαν μόνο, σαν είδαν πως μπορούν να μας πουν τον πόνο τους, δίχως με κανένα μελοδραματικό κίνημα, να τον θεαματοποιήσουν ή με καμιά πομπώδικη έκφραση να εγγίσουν την ιερότατη θλίψη του. Προσπαθεί να μας παρηγορήσει για τη ζωή, να μας χαμογελάσει , είναι ήρεμος και κρύβει όσο μπορεί και πιο σπαρτιάτικα, το μυστικό πόνο που του ξεσκίζει τα στήθια ο κ. Καβάφης.
  
 Ένα από τα ωραιότερα έργα του Μιχαήλ Αγγέλου είναι μέσα στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης το άγαλμα της Παρθένου Μαρίας όταν σηκώνει τον πεθαμένο γιο της απάνω από τον τάφο. Είχε τόσο κλάψει τις φριχτές μέρες των Παθών, που τώρα πια την ημέρα τη στερνή του Ενταφιασμού κουράστηκε, καταβλήθηκε , έλυωσε. Κρατεί πεθαμένο τη Ζωή της απάνω στα χέρια της κ' είναι τόσο ήρεμη από την πολλή κούραση που θαρρείς και χαμογελά. Αριστοκρατικότερη έκφραση πόνου δεν υπάρχει, μου φαίνεται. Και τραγικώτερη. Και μου φαίνεται ακόμα τίποτα άλλο στον κόσμο στον κόσμο δεν ξέρω να μοιάζει τόσο πολύ με την ψυχή του κ. Καβάφη. Έτσι θλιμμένη, έτσι σεμνά απαλπισμένη μάς παρουσιάζεται ύστερα από ανάκουστο μοιρολόι η ψυχή του κ. Καβάφη, κρατώντας στα χέρια της σεμνά και υπομονετικά τη χαρά της ζωής του. Όλη η ποίηση του κ. Καβάφη μας διηγάται για κάποια μερόνυχτα, πολύ μακρυνά, πολύ μακρυνά, που ο ποιητής πολλή χαρά και πολλή θλίψη θα αιστάνθηκε. Ως ότου που μια μέρα:

 Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

"Νέα Ζωή" 1910        

Δημοσιευμένο στη Νέα Τέχνη του Ιουλίου - Οκτωβρίου 1924

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Μονοτονία




Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

[1898,1908]

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


 «Κ. Π. Καβάφης – ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, Αθήνα 2003.


Το 1983 ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί οχτώ ποιήματα του Καβάφη, ανάμεσά τους και τη «Μονοτονία», που κυκλοφορούν στον δίσκο Ο ΓΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ. Το ομώνυμο τραγούδι ερμηνεύει ο Γιώργος Μεράντζας:


Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ – Καβάφης




(«Έτος Κ.Π. Καβάφη» το 2013 με αφορμή την επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννηση του ποιητή.)

Νύχτες ακόλαστες, πιοτά, σφοδρά συμπλέγματα, γιγάντιες
σα θόλοι ναού, ηδονές. Κι άγνωστες, πέρ’ από κάθε πρόσχημα,
τραχειές, σα νίκες, αμαρτίες.
Και το πρωί επέστρεφε μόνος κι εξαντλημένος κι ώριμος
κομίζοντας, σα μια καινούργια αγνότητα, το νέο αμαρτωλό του
ποίημα.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Ποιήματα 1958-1964, ΠΟΙΗΣΗ [ΤΟΜΟΣ 1] Κέδρος

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Βροχή




................................
έχει λιγνά δυο δένδρα
μικρό ένα περιβόλι·
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερό —
μπαίνοντας σε κλωνάρια
οπού δεν έχουν μυστικά·
ποτίζοντας τες ρίζες
που έχουν ασθενικό χυμό·
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωστές δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια·
και πλένοντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστρες
τα ’στησ’ αράδα-αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.

Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κοιτάζουνε χαρούμενα
μέσ’ από κάμαρη ζεστή,
κι όσο πληθαίνει το νερό
και πέφτει πιο μεγάλα,
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι ανία·
γιατί εκείνοι από ένστικτον
δεν αγαπούνε διόλου
βρεμμένο χώμα και σκιές.

Βροχή, βροχή — εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχει.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ’ απ’ τα πολλά νερά
του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονται
κι ανεβοκατεβαίνουν
ρανίδες σκορπισμένες
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θολά-θολά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ’ αμάξια.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Ένας γέρος




Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

.... Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ