Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου (Δεύτερο μέρος)



Μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που συνθέτουν τη σχέση του Κώστα Βάρναλη με την Αλεξανδρινή διανόηση, γίνεται με τις δυο αυτές αναρτήσεις μας. Πρόκειται σαφώς για ένα θέμα που χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση, και που ξεπερνά τις περιορισμένες δυνατότητες της μικρής στηθάγχης ― κάτι που θα πρέπει να πάρει υπόψη του ο αναγνώστης της προσπάθειας αυτής.(Για το πρώτο μέρος πατήστε ΕΔΩ).

Ο Βάρναλης στις «όχθες» του Νείλου  

(Δεύτερο και τελευταίο μέρος) - Αν δούμε τη σχέση του Βάρναλη με την αλεξανδρινή διανόηση ως μια  σημαντική διαδρομή της συνολικής πορείας του, τότε το όνομα «Κ. Π. Καβάφης» αποτελεί έναν ξεχωριστό, μεγάλο σταθμό της διαδρομής αυτής. Ο Βάρναλης όσες φορές γράφει για τον  Καβάφη χρησιμοποιεί εγκωμιαστικά λόγια, τονίζοντας όμως ταυτόχρονα πως εκπροσωπούσε την παρακμή.

Όπως είδαμε πιο πάνω, ο Καβάφης ήταν ανάμεσα στους αλεξανδρινούς διανοούμενους που υπέγραψαν τη διαμαρτυρία υπέρ του Βάρναλη στα «Μαρασλειακά». Σύμφωνα με τον Μαν. Γιαλουράκη δεν πρόσφερε με ευκολία την υπογραφή του. «Όταν οι αλεξανδρινοί διανοούμενοι υπογράψανε μια διαμαρτυρία για την παύση του ποιητή Κ. Βάρναλη από το υπουργείο Παιδείας, ο μόνος που αρνήθηκε να την συνυπογράψει ήταν ο Καβάφης. Και μόνο όταν του εκφράσανε την υπόνοια ότι θα δυσαρεστούσε τον ποιητή των ‘Μοιραίων’, «που έχει εκφραστεί με θαυμασμό για το έργο σας», δέχτηκε να υπογράψει αφού προηγουμένως έθεσε όρο την άμβλυνση του κειμένου, που το ‘διόρθωσε’ ο ίδιος», γράφει ο  Γιαλουράκης το 1976.[20]

Ο Βάρναλης εκτιμώντας την κίνηση αυτή, μέσω ευχαριστήριας επιστολής του στον εκδότη του στην Αλεξάνδρεια Στέφανο Πάργα αναφέρεται με  ιδιαιτέρως κολακευτικά λόγια για τον Καβάφη: «Σε σας αποτείνομαι για να εκφράσω τη βαθύτατη συγκίνηση κ’ ευγνωμοσύνη, που μ’ έκαμε να δοκιμάσω σε στιγμές ηθικής κούρασης η ευγενικιά διαμαρτυρία των διανοουμένων της Αλεξάνδρειας, για την τιμωρία μου. Κάμετέ μου την χάριν να ευχαριστήσετε όλους από μέρους μου και ξεχωριστά το μοναδικό ποιητή Κ. Π. Καβάφη, για τον οποίον ο θαυμασμός μου είναι αδιάπτωτος από την πρώτη στιγμή που γνωρίσθηκα παιδί ακόμα με την τέχνη του… Μέσα στην ομοιόμορφη νεοελληνική ποίησι, που κ’ εγώ είναι ένας σαν τους άλλους, κανείς δεν μίλησε οικειότερον στην ψυχή μου από τον κ. Καβάφη. Φαίνεται πως, αν δεν ζούσα και μεγάλωνα στη ρητορική Αθήνα, η φύση μου λεύτερη θα μου έδειχνε άλλους τρόπους έκφρασης».[21] Ενώ απαντώντας σε έρευνα για τον Καβάφη που έκανε η εφημερίδα «Ανεξάρτητος Τύπος» (16/12/1959), ο Βάρναλης γράφει: «Μέσα στο έργο του Καβάφη, άμεση και απ’ ευθείας απήχηση των εξωτερικών γεγονότων δυσκολεύομαι να εύρω. Άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής είναι ένας ποιητής φυγής. Ανατρέχει στο παρελθόν και με τα ιστορικά σύμβολα προσπαθεί να εκφράσει τα σύγχρονα ατομικά αισθήματα και ιδέες και γενικά την εποχή του, που είναι άλλωστε εποχή ηθικής πτώσεως.»

Σε αντίθεση με τον Γιάννη Κορδάτο που απορρίπτει τον Καβάφη («Δεν το κρύβω λοιπόν και το τονίζω μάλιστα, πως ο καβαφισμός είναι απόστημα της λογοτεχνίας μας, γι’ αυτό και πρέπει να αποκοπεί»[22]) ο Βάρναλης θεωρεί τον Αλεξανδρινό ποιητή ως μια από τις κορυφές της ελληνικής ποίησης, αλλά δεν παραλείπει να λέει πως ανήκει στην παρακμή. Όπως γράφει στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ ο Γιαλουράκης, ο Βάρναλης «είδε τον Καβάφη όπως ήταν και τον παραδεχόταν όπως ήταν».

Η αναφορά μας στο Κορδάτο δεν γίνεται τυχαία. Στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του παραθέτει ένα απόσπασμα από άρθρο του Βάρναλη για τον Καβάφη που δημοσιεύτηκε στην Πρωΐα το 1937. Η εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντας το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι πως ο Βάρναλης συμπλέει με την απορριπτική  άποψη του Κορδάτου για τον Αλεξανδρινό. Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Κορδάτου: «Xωρίs αμφιβολία ο Καβάφης ―γράφει ο Βάρναλης― είναι ένας μοναδικά ιδιότυπος ποιητής. Ασεβής σε όλα από τη μορφή ίσαμε την ουσία. Η τεχνική του ελαττωματική. Ο στίχος του έχει χασμωδίες, κακές τομές, περισσευούμενες συλλαβές και ρίμες ή καθόλου ή παρηχητικές ή ομοιολεχτικές. Μουσικότητα καμιά. Η γλώσσα του ψεύτικη (κακή καθαρεύουσα ή κακή δημοτική), το λεξιλόγιο του φτωχό, χωρίς επίθετα, χωρίς σύνθετα, χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς μεταφορές. Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι σχεδόν (πάντα) ένα επεισόδιο ιστορικό ή προσωπικό του ποιητή —κι αυτό το τελευταίο συχνά σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο, άρα απρόσωπο. Κι αυτό το επεισόδιο περιγράφεται ή σκηνοθετείται χωρίς λυρική έξαρση, χωρίς πάθος, με χρονογραφική ξηρότητα. Δε φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό.»[23]

Διαβάζοντας όμως (στην Πρωΐα) τη συνέχεια  του αποσπάσματος του άρθρου του Βάρναλη η αρχική εντύπωση του αναγνώστη αλλάζει. Αντιγράφουμε από την Πρωΐα μερικές γραμμές που ακολουθούν το απόσπασμα που δημοσιεύει ο Κορδάτος, από εκεί ακριβώς που σταματάει στο βιβλίο του: «Πώς λοιπόν μας συγκινεί; Γιατί η ποίηση αυτή φαίνεται μεν λυρική στο σχήμα, αλλά στο βάθος της είνε δραματική. Έχει κίνηση, ηθοποιία, ζωντάνια, επιγραμματική λιτότητα, έχει πολλή σκέψη και πικρήν ειρωνεία και «περαίνει δι’ ελέου και φόβου την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Και το δράμα αυτών των ποιημάτων έχει ένα μεγάλο προσόν, την καθολικότητα. Δεν είνε το δράμα ενός ατομικού «ήρωα», μα ολάκερης της ανθρωπότητας.»  Και λίγο πιο κάτω ο Βάρναλης γράφει: «Η «ιδέα» του Καβάφη μπορεί να καθαρίζεται μέσα στο μυαλό του, μα βγαίνει από την καρδιά του κι αποστέκεται στην καρδιά του «θεατή». Κι αυτή η ιδέα, επειδή δεν προσφέρεται δογματικά, σα μια γνωσιολογική σύλληψη, μα «δραματοποιείται», μετουσιώνεται από αναισθητική (διανοητική) σε αισθητική (ποιητική), γίνεται δηλαδή «ωραία» και συγκινεί. Όταν τα ποιήματα αυτά τα πάρουμε για μινιατούρες δραμάτων, τότε θα καταλάβουμε γιατί δεν τα βλάφτει ούτε η αντιλυρική τους στιχουργία και διάθεση, ούτε η πεζολογική διατύπωσή τους ούτε η καθαρεύουσα, η γλώσσα της… ιστορίας και της φιλοσοφίας και των παλιών κειμένων.»[24]

***

Μεταξύ Καβάφη και Βάρναλη υπάρχει μια ποιητική επικοινωνία από παλιά. Μια περιληπτική αναφορά κάνει ο Ηρ. Κακαβάνης στο βιβλίο του.[25] Ανάλογη «επικοινωνία» ο Βάρναλης είχε και με άλλους ποιητές  (πχ. Κίπλινγκ). Τον Ιούνη του 1906 στην πόλη Ντενσουάι της Αιγύπτου οι δυνάμεις κατοχής των Άγγλων αποικιοκρατών εκτελούν με απαγχονισμό τέσσερις Αιγύπτιους αγωνιστές που παλεύουν για τη λευτεριά και την εθνική ανεξαρτησία της πατρίδας τους. Με αφορμή το γεγονός αυτό ο Καβάφης γράφει το ποίημα:

Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906 2 μ.μ.

Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαεφτά χρόνια μοναχά με τάζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κ’ επέρασαν το το σκοινί και τόπνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαεφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαεφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1908)

Την ημερομηνία που αναφέρεται ως τίτλος στο ποίημα εκδόθηκε από το «δικαστήριο» των Άγγλων καταχτητών η απόφαση για τον απαγχονισμό των αγωνιστών (η εκτέλεση έγινε μερικές μέρες αργότερα). Με τον τρόπο αυτό ο Καβάφης τονίζει το άδικο της απόφασης, την αδικία  που όχι μόνο δεν την ανέχεται, αλλά νιώθοντας και ενοχή για το τραγικό αυτό γεγονός ζητάει «συγγνώμη» με το ποίημά του.

Αντίθετα ο Βάρναλης με το δικό του ποίημα εστιάζει στο γεγονός, στην αιτία και στον ένοχο που δε είναι άλλος από τους  «αδικητάδες» που τα θέλουν όλα δικά τους και ο μόνος τρόπος για να τ’ αποχτήσουν είναι με τη βία.  Ο Βάρναλης αφιερώνει  το ποίημά του στον Στρατή Τσίρκα απαντώντας παράλληλα και στην άποψή του για τον «πολιτικό» Καβάφη, πως δηλαδή δεν είναι αδιάφορος για τα σύγχρονα γεγονότα και το έργο του έχει κοινωνικές αναφορές:

Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906
ΗΓΟΥΝ
ΠΑΝΤΟΥ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΙ ΟΠΟΙΟΙ

Στο φίλο μου Στρατή Τσίρκα

Τι κλάματα, κατάρες, ουρλιαχτά κι αντάρα!
Ήλιος - φωτιά, μεσημεριάτης τ’ Αλωνάρη
φλέγει την άμμο, την ανάσα και τα μάτια.
Μανάδες αραπίνες μαβρομαντηλούσες
χτυπιούνται χάμου και δαγκώνουνε τα χέρια.
Γέροι και γράδες και μωρά και σκύλοι ουρλιάζουν.

Παντόγυρα ομορφόπαιδα στα γιορτινά τους
καβάλα και πεζούρα ― κι όλα τους καινούρια:
νιάτα, στολή, σπαθιά, ντουφέκια ― αθανασία!
Χαρούμενα και λέφτερα κ’ ερωτευμένα
σε ξένον τόπο ξένοι αφέντες σταβροφόροι,
στο πανηγύρι του Θανάτου χορεφτάδες.

Στη μέση ο λόρδος καπετάνπασας, κολόνα
πάνου στον άσπρο βουκεφάλα του, φαρμάκι
κατάχρυσο, θαμπώνει πιότερο απ’ τον ήλιο.
Άσπρα χέρια και μάγουλα, μοσκομυρίζει,
γαλάζιον αίμ’, αλλού κοιτάει, μακριά βιγλίζει.
Άντρας και δυο και τρεις φορές μπρος σε δεμένα
παλιόσκυλα, μα σαν κουρνιάζουνε στο πάρκο
τα κοτσύφια, στον μπάγκο γυναικούλα ― μέλι!

Τέζα οι ξυπόλυτοι φελλάχοι στη θελιά τους
με μάτια πεταμένα, κρεμασμένη γλώσσα
ντροπιάζουνε την άγια εικόνα του Κυρίου!
Και στα παλούκια δίπλ’ άλλοι δεμένοι φταίχτες
τους κομματιάζει ο βούρδουλας κι αφτοί σπαράζουν,
στην αρχή ξεφωνάνε κ’ ύστερα σωπαίνουν...
Και τα μάβρα καθάρματα, που τους προδώσαν,
τους βαράνε περσότερο και χαχανίζουν.

Όντας ανάσκελα η ξανθή χαρά του Γκαίτε,
η παιδούλα Μπετίνα, κλώτσαγε τον ήλιο,
από τον Έλυμπο ψηλά ο μουρντάρης Δίας
κρυφογελώντας χάηδεβε τ’ άσπρα του γένια.
Όμοια ο τριπλός των χριστιανώνε Πηλοπλάστης
χαιρότανε να βλέπει τους αδικητάδες
να τους κουνάει ο Αιώνιος Νόμος στον αγέρα
κι άλλους να τους σωριάζει χάμου, κρέας κομμένο.
Μεγάλοι αμαρτωλοί, που θέλανε δικά τους
τα περιστέρια, τα καλύβια, την πατρίδα!

Κι ο Σατανάς, π’ όλο γελάει και μοναχός του,
έκλαιγε τώρ’ απ’ το κακό του: ― «Οι σατανάδες
του Κάτου Κόσμου τρισχειρότεροι από μένα»!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Γενάρης του 1964)

Το 1910 ο Καβάφης γράφει το «Πόλις», ένα ποίημα όπου η διάχυτη απαισιοδοξία του ποιητή καταλήγει σε  απελπισία:
         
ΠΟΛΙΣ

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γή, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν' η καρδιά μου ― σαν νεκρός ― θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού ― μη ελπίζεις ―
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γή την χάλασες.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Ο Βάρναλης «απαντά» με το ποίημα «Ελευθερίης φάος ιρόν…» το 1968. Στην απελπισία του Καβάφη («δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό») αντιπαραθέτει την «αλλαγή πορείας»: «Να αλλάξεις δρόμο»!

ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ ΦΑΟΣ ΙΡΟΝ…
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό
ΚΑΒΑΦΗΣ

Χαρισμένο του σοφού μου φίλου Γ. Σαββίδη


— Πια δεν μπορώ! Θα φύγω φτερωτός
στον «ελεύθερον κόσμο του φωτός»!
Όχι Άφρικα κι Ασία! Καθημερνά
φωτιά κι ατσάλι ο Αθάνατος κερνά.

Θα γεννηθώ ξανά, όπως θέλω, κι όσο
μπορώ και θέλω εγώ θα μεγαλώσω!
(Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!)

— Αν απ’ εδώ σ’ αφήσουν κι αν εκεί
σε δεχτούνε, θ’ αλλάξεις φυλακή.
Ανάσα πουθενά του δουλευτή
που προσκυνά, ο φτωχός, να βολευτεί!

Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω,
φτηνά το κρέας πουλιέται τ’ ανθρωπίσο!
Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι»!

Όπου να πας, ξένος και δούλος, κι όπου
σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία τ’ ανθρώπου.
Αλλού να γεννηθείς κι αλλού να πας,
παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!

Πουθενά δε θα μείνεις. Κάθε λίγο
θα παίρνεις το δισάκι σου: «Θα φύγω!»
Οι αλυσίδες σου στο ’να το σακί,
στ’ άλλο ο τάφος σου — κι ώρα σου κακή!

Τί τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό;
Ο «ελεύθερός σου κόσμος» είν’ εδώ,
κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού!
Όλα τα ’χεις, γιατί να πας αλλού;
(ψιθυριστά)
Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκιο νόμο,
δεν είν’ εκεί που πας. Ν’ αλλάξεις δρόμο!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Νοέμβρης 1968)



Βιβλιογραφία-πηγές

[1] Στρατής Τσίρκας: «ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ 3 – Η ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ, μυθιστόρημα», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 302.

[2] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΗΝΟΣ: «Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης», περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Φλεβάρης 1935. Αναδημοσίευση στο βιβλίο ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΛΗΝΟΥ ΕΚΛΕΚΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ, τόμος δεύτερος, εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, σελ. 130

[3] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΚΟΣ: «Τα γεγονότα και τα ζητήματα – Στρατής Τσίρκας», ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1263 (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου – Αρχείο Λογοτεχνικών Περιοδικών).

[4],[5] ΜΑΝ. ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ: «Ο Κ. Βάρναλης και η Αλεξάνδρεια», ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1163 (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου – Αρχείο Λογοτεχνικών Περιοδικών).

[6] ΤΑΚΗ ΑΔΑΜΟΥ: «Η λογοτεχνική κληρονομιά μας (από μια άλλη σκοπιά), Βιβλίο Β΄- ποιητές», εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, σελ. 96.

[7] Γ. Δάλλας: "Το “Φως που καίει” του Βάρναλη: Η πρώτη έκδοση του έργου και ο αντίκτυπός της", “Πόρφυρας”, τεύχος 99-102, σελίδες 17-36.

[8] ΜΑΝ. ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ: ό.π.

[9] ΤΙΜΟΣ ΜΑΛΑΝΟΣ: «Βάρναλης – Αυγέρης - Καρυωτάκης», εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, σελ. 34.

[10] ΜΑΝ. ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ: όπ.

[11],[12],[13] Ηρακλής Κακαβάνης: «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, σελ. 55 και 57.

[14] ΜΑΝ. ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ: ό.π.

[15] Πάροικος Καΐρου και  αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο «ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ – Τα πενηντάχρονα του έργου του», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 123.

[16] ΣΩΤΗΡΗΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥ: «Ένας απλός άνθρωπος, ένας μεγάλος ποιητής», εφημερίδα ΠΑΡΟΙΚΟΣ Καΐρου. Στο βιβλίο «ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ – Τα πενηντάχρονα του έργου του», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 112-113.

[17] ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ελεύθερος Κόσμος», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 94.

[18],[19] Δες περιγραφή των γεγονότων, αντιδράσεις και παράθεση αποσπασμάτων από τον τύπο της εποχής, στο: Ηρακλής Κακαβάνης: «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, σελ. 140-160.

[20] (Βαρναλικά) «Μια προσθήκη» -  ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1166 (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου – Αρχείο Λογοτεχνικών Περιοδικών)

[21] Ηρακλής Κακαβάνης, ό.π. σελ. 154-155.

[22] ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΡΔΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (Από το 1453 ως το 1961) ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, εκδόσεις Επικαιρότητα, σελ. 608.

[23] ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΡΔΑΤΟΥ, ό.π. σελ. 603

[24]Εφημερίδα ΠΡΩЇΑ, Δευτέρα 19 Ιουλίου 1937 (Αρχείο Ψηφιακής Βιβλιοθήκης της Βουλής)

[25] Τα ιστορικά στοιχεία και τον «διάλογο» των δυο ποιητών (τα τέσσερα ποιήματά τους) τα πήραμε από το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη  «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του».

Τρίτη 3 Δεκέμβρη 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: