Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ – Ο βράχος και το κύμα



«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που 'ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν' αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,

εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»
«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.

Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,

ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ' αχνάρια...
Μ' έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου

τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να 'ταν από χιόνι.

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ


(Ευχαριστούμε τη  Villy Kakaflika που μας το έστειλε στη σελίδα μας στο facebook)


Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα, την πρώτη του Σεπτέμβρη του 1824. Ηταν ο πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας Τυπάλδου Φορέστη. Παρακολούθησε τα βασικά του μαθήματα στη Λευκάδα πριν βρεθεί το 1838 οικότροφος στην Κέρκυρα, υπό την εποπτεία του ελληνιστή Ιωάννη Οικονομίδη. Στη συνέχεια σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία, με την επίβλεψη του Κωνσταντίνου Ασώπιου. Τελείωσε την Ακαδημία 17 ετών, και κατά τα συνήθη των ευκατάστατων επτανησίων της εποχής, ταξίδεψε στη βόρεια Ιταλία και Ελβετία με τον πατέρα του.

Ο Βαλαωρίτης παρακολούθησε μαθήματα στο γνωστό «Κολλέγιο» της Γενεύης, και από το 1844 έως το 1846 βρίσκεται στο Παρίσι, όπου σπουδάζει Νομικά. Κατόπιν πηγαίνει στην Πίζα, συνεχίζοντας τις νομικές σπουδές αλλά και αναπτύσσοντας πολιτική δραστηριότητα, στο πλευρό των φιλελεύθερων επαναστατών. Είναι η περίοδος που οι Ιταλοί δίνουν το δικό τους αγώνα για την απελευθέρωση από τους Αυστριακούς και την εθνική συγκρότηση. Το 1847 συλλαμβάνεται στη Βενετία, για αντιστασιακή δράση.

Το 1852 επιστρέφει στη Λευκάδα και μπαίνει στο στίβο της πολιτικής. Οι σχέσεις που δημιούργησε με την οικογένεια του Αιμίλιου Τυπάλδου τον φέρνουν συχνά στη Βενετία όπου το ενδιαφέρον του κερδίζει η Ελοϊσία, μοναχοκόρη του ζεύγους με την οποία θα παντρευτούν το 1852. Η ριζοσπαστική του στάση γύρω από την αγγλική κυριαρχία στα Επτάνησα τον φέρνει σε ρήξη με την εξουσία. Παράλληλα αρχίζει η ενασχόλησή του με την ποίηση. (Τα βιογραφικά στοιχεία από τον Ριζοσπάστη.)

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Ηρακλής Κακαβάνης, «Η θρησκευτικότητα του Βάρναλη(;!)»

Προκειμένου να εξυπηρετηθεί η τρέχουσα πολιτική σκοπιμότητα, εκτός από τα συμφέροντα του λαού, θυσιάζονται ακόμα και ποιητές. «Όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω» κατά την έκφραση του πλανόδιου μικροπωλητή.
Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Άγιο Όρος προκάλεσε ένα κύμα κριτικής για το αν αυτό συνάδει με την αριστεροσύνη του. Και τα δύο από μόνα τους, χρίζουν συζήτησης αλλά δεν είναι της παρούσης.
Οι υπερασπιστές του Αλέξη Τσίπρα για να «απενοχοποιήσουν» την ενέργεια του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στράφηκαν στην αναζήτηση παράλληλων παραδειγμάτων. Και νόμισαν ότι το βρήκαν στα πρόσωπα κομμουνιστών ποιητών:
«Φοβάμαι όμως ότι δεν έχουν καν ακουστά για κάποιους κομμουνιστές ποιητές όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης που έγραψαν αριστουργήματα για την Παναγία και το Χριστό και που μελοποιημένα τραγουδήθηκαν από χιλιάδες αριστερούς. Ή για τους ανταρτοπαπάδες της Εθνικής μας Αντίστασης.
Δυστυχώς λεπτομέρειες! Σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό κατάντιας του δημόσιου λόγου και της συλλογικής μνήμης…».

`

Προσπερνώντας το ύφος του σχολίου, και επειδή η συλλογική μνήμη δεν έχει εξασθενίσει, υπενθυμίζουμε ότι οι ανταρτοπαπάδες, παιδιά του λαού, σε μια στιγμή που λαός μάχονταν για την ελευθερία του, άφησαν το ευαγγέλιο και έπιασαν το ντουφέκι. Και είμαστε σίγουροι πως αν ο λαός ξαναβρεθεί στο δρόμο να διεκδικεί το δίκιο του αρκετοί κληρικοί, παιδιά του λαού, θα συμπορευτούν μαζί του. Είναι αυτές οι στιγμές σταυροδρόμια για τους ανθρώπους που επιλέγουν ποιον δρόμο θα πάρουν. Είναι στιγμές επαναπροσδιορισμού. Και σε αυτές τις στιγμές κληρικοί θα αφήσουν το ευαγγέλιο και θα πιάσουν μέχρι και το σφυροδρέπανο.
Όσον αφορά τους ποιητές τώρα. Καθένας τους είναι ξεχωριστή περίπτωση. Θα αρκεστούμε στο Βάρναλη για τον οποίο αρκούσε μόνο το απόσπασμα από τα «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του για να απαντήσει στην υπαινισσόμενη θρησκευτικότητα του Βάρναλη (στα 1935):
`

«Πρώτα - πρώτα θα ήτανε πολύ γελοίος ανθρωπάκος εκείνος, που θα μπορούσε να έχει προηγούμενα με τα υπερφυσικά όντα κάθε θρησκείας και κάθε μυθολογίας! Όσο για μένα όλες οι υπερφυσικότητες και οι μεταφυσικότητες είναι έξω από την πνευματική και από τη συναισθηματική ζωή μου. Αν η Παναγία μου κίνησε το ποιητικό μου ενδιαφέρο, είναι γιατί μπορούσε εύκολα να γίνει η Μανα-Σύμβολο, ο τύπος όλων των μανάδων, που κλαίνε και δέρνονται, όταν τους αδικοσκοτώνουνε τα παιδιά τους, ο τύπος και το σύμβολο της πραγματικής μητρότητας, που μπορεί να φτάσει ίσαμε την έσχατη προστυχιά και ίσαμε το έγκλημα για να σώσει το πλάσμα της. Αυτό δεν ήτανε βρισιά ούτε ενάντια της μάνας ούτε ενάντια στα θεία!
Ένας άθρησκος άνθρωπος δε βρίζει τα θεία (πώς να τα βρί σει, αφού δεν τα πιστεύει!). Εκείνοι τα βρίζουνε, που και τα καπηλεύονται. Οι γνωστές βλαστήμιες: «το Χριστό σου! την Παναγία σου! τα πεθαμένα σου!» είναι αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο εκείνων, που «πιστεύουνε» στα θεία και φοβούνται το θάνατο, όσο και την Αλήθεια!
Αν ζούσαμε στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες, δηλαδή στον καιρό της πιο τυφλής θεοκρατίας, θα ήτανε ζήτημα ζωής ή θανάτου η «καλή» ή «κακή» ερμηνεία των Γραφών. Τι άβυσσο από προσωπικά μίση και πάθη ανάμεσα στους καλογέρους, τι λυσσασμένη σύγκρουση των συμφερόντων τους, τι αιρέσεις, τι σύνοδοι, τι παρασύνοδοι, τι βλαστήμιες, τι αναθεματίσματα των αντιθέτων, τι οχλαγωγίες στους δρόμους, τι ξυλοδαρμοί, τι δολοφονίες! Τότε! Μα στον 20ό τον αιώνα, στον αιώνα που ο Χίτλερ απόδειξε πως ο Χριστός δεν είναι Εβραίος, αλλά Άριος (πολύ σωστά! Αν ήτανε Εβραίος, δε θα μπορούσε, κατά τη γνώμη του, να είναι άνθρωπος, όχι Θεός!), χωρίς κανένας να συγκινηθεί, να το συζητούμε εμείς, αν ο Χριστός λεγότανε «πρωτότοκος» χωρίς να έχει άλλους αδερ φούς ή σε περίπτωση, που είχε, αν αυτοί ήτανε φυσικοί αδερφοί του ή απλώς «λεγόμενοι αδελφοί αυτού» δεν είναι καθόλου της μόδας!
Κι όμως εδώ και δέκα χρόνια κατηγορήθηκα, πως βλαστήμησα την Παναγία, επειδής την παράστησα να λέγει στο σταυρωμένο Χριστό:
Ωσάν τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα, κι αλάργα από μίση!
`

Μα τούτος ο καημός της Μάνας του Χριστού μπορεί να μην είναι πολύ ορθόδοξος, όμως είναι ανθρώπινος και δεν είναι βλαστήμια. Αν δε συμφωνεί με τα δόγματα της Γ’ οικουμενικής συνόδου, μα με το γράμμα της Βίβλου και με την πίστη πολλών προτεσταντι κών εκκλησιών, αυτό δεν είναι απιστία!
Δεν είναι υπονόμευση της χριστιανικής πίστης. Ομολογώ, πως εγώ δε μπορώ να την υπονομεύσω τόσο με τα λόγια μου, όσο μερικοί αρχηγοί της εκκλησίας και οι καλόγεροι τού Αγίου Όρους με τα έργα τους.
Εγώ έγραψα ό,τι έγραψα σαν ποιητής. Ήθελα να ολοκληρώσω τη Μάνα - Σύμβολο. Να της δώσω (το κατά δύναμη) όλο εκείνο το απέραντο βάθος, που έχει η πραγματική μητρότητα, που είναι ο πρώτος και έσχατος νόμος της ζωής και όχι θάμα. Αυτό άλλωστε κάνουνε κι οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ύμνοι. Απ’ αυτούς πήρα τον τόνο και μάλιστα του Ρωμανού του Μελωδού. Μοναχά έτσι μας φέρνουνε όλοι αυτοί πιο κοντά στην ανθρώπινη αισθαντικότητά μας τη Μάνα - Σύμβολο, τον τελειωμένο τύπο όλων των πονεμένων μανάδων!
Κανένας ποιητής, που καταπιάνεται με βιβλικά θέματα δεν είναι δεμένος από τους… «απόλυτους» νόμους της Τέχνης του, ούτε με τα κείμενα με τις διάφορες δογματικές τους ερμηνείες. Ας αφήσουμε τους ξένους. Από τους δικούς μας ούτε ό Σικελιανός («Πά σχα των Ελλήνων»), ούτε ο Μελάς («Ιούδας») ζητήσανε να συμφωνήσουνε με τη γνώμη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Αλί μονο τότε στην Ποίηση, «το βασίλειο της ελευθερίας», όπως την ονομάζει ο Σίλερ»   (1.
)
`

Αυτά έγραψε σχολιάζοντας την εμπλοκή και δίωξή του την περίοδο των Μαρασλειακών (1925), αιτία των οποίων ήταν το έργο του «Το φως που καίει» με το οποίο υποτίθεται προσβάλλεται η Παναγιά (όπως και η πατρίδα και η σημαία). Ναι το ποίημα «Η μάνα του Χριστού» (όπως και «Οι πόνοι της Παναγιάς» από τους «Σκλάβους Πολιορκημένους») που τότε ήταν τεκμήριο της αθεΐας του, σήμερα από κάποιους λογίζεται τεκμήριο της θρησκευτικότητάς του. Λίγο αργότερα, στα τέλη του 1929, συνέχεια των Μαρασλειακών, με μια προκλητική εγκύκλιο η Ιερά Σύνοδος ουσιαστικά τον αφορίζει και ο Βάρναλης απαντά με το σατιρικό ποίημα «Μποναμάς» (στα «Ποιητικά» έχει τον τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο»). Στο στόχαστρό του δεν είναι η θρησκεία αλλά οι εκπρόσωποί της επί της Γης: Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.
(Η πρώτη στροφή του ποιήματος)

`

Είχε ήδη …βεβαρυμμένο παρελθόν ως μέλος της σπείρας των Αθεϊστών όταν στα 1911 Τύπος και Εκκλησία ξεσήκωσαν το λαό του Βόλου υπέρ της θρησκείας και της γλώσσας. Του ασκήθηκε δίωξη και αρκετοί κάτοικοι της Αργαλαστής ήταν πρόθυμοι να καταθέσουν: «Μα με τις απαντήσεις αυτές δεν έφτανε ν’ αποδειχτώ απλώς άθεος. Έπρεπε να αποδειχτώ άθεος ‘’εκ συστάσεως’’. Οτι δηλαδή επεδίωξα σκόπιμα και ύπουλα να κλονίσω την πίστη και τον πατριωτισμό των χωριατών.
Σύμφωνα μ’ αυτή τη στροφή των ερωτήσεων, αποδείχτηκα αληθινός συνωμότης. Π.χ. ένας θυμήθηκε πως με είδε πολλές φορές να βγαίνω περίπατο έξω από το χωριό βαστώντας από κάτου από την αμασκάλη μου το ‘’Νουμά’’, το Δαρβίνο, το Ρενάν ή τον Πλάτωνα! Αρα έκανα δημόσια επίδειξη μαλλιαρισμού ή αθεϊσμού, με σκοπό να τους διαδώσω. Αλλοι θυμηθήκανε πως την Καθαρή Δευτέρα το μεσημέρι ρώτησα μία παρέα γνωστούς μου στο παζάρι: ‘’πού πουλάνε σαρδέλες του βαρελιού!’’. Αυτό το ρώτησα φωναχτά για ν’ ακουστώ από όλους τους ανθρώπους του παζαριού, (‘’η γαρ αγορά ην πλήθουσα’’), πως εγώ ο σχολάρχης, ο επίσημος ‘’θεματοφύλαξ των ιερών θεσμίων’’, δεν εσεβόμουνα την πίστη των πατέρων, αφού ζητούσα να φάγω ψάρι την Καθαρή Δευτέρα, που δεν τρώνε ούτε λάδι! Ενας άλλος κατάθεσε πως συχνά με είδε στην εκκλησία, την ώρα που περνούνε τα άγια των αγίων, να στρίβω το… μουστάκι μου. Κι ένας τελευταίος πρόστεσε σ’ όλα αυτά μου τα εγκλήματα και τούτο: πως τη νύχτα της Ανάστασης άναψα τη λαμπάδα μου με ένα σπίρτο αντίς να την ανάψω από το ανέσπερον φως, που έδωσε ο παπάς από την Ωραία Πύλη!»   (2.
)
`

Η θέση του Βάρναλη για το ρόλο της θρησκείας ως στήριγμα της εξουσίες είναι καθαρή και διατυπωμένη ήδη από «Το φως που καεί». Τα πρόσωπα του Προμηθέα και του Ιησού γίνονται τα σύμβολα για να δείξει ο Βάρναλης το ρόλο της φιλοσοφίας και της θρησκείας ως στηρίγματα της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας (μαζί με την Τέχνη, Αριστέα). Από την άλλη, ο Μώμος εκφράζει το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο της εποχής και πιστεύει ότι τόσο η θρησκευτική «πρόληψη» όσο και ο θεϊκός «μύθος» θα εκπέσουν οριστικά όταν ανατραπούν οι εξουσίες που τα δημιούργησαν. Απευθύνεται ο Μώμος στον Προμηθέα και στον Ιησού: (…)
θα πέσετε μοναχοί σας, χωρίς να μεταχειριστούν ενάντιά σας ούτε σαγίτες ούτε σφεντόνες ούτε αστροπελέκια.
Αυτά θα τα μεταχειριστούν ενάντια στους αφέντες της Γης!
Άμα ρίξουν αφτουνούς, θα πέσετε και σεις ο επουράνιος ίσκιος τους…

`


Στο ρόλο της θρησκείας αναφέρεται και σε άλλα ποιήματα του μεταγενέστερα:

`
Δούλος τρίδουλος


Λαφρί στομάχι, ξάπλα στο σανό
(δυο φαγιά την ημέρα είναι πολύ!)
Ξυπνούσε τα χαράματα πουλί
με τα φτερά των είκοσι χρονώ.

Η πλάση θάμ’, ανθρώποι και στοιχεία,
τα πάντ’ αγάπη, λευτεριά, ησυχία.
Κελαηδάνε πουλιά, νερά κι αγέρας
και στα ψηλά Πανάγαθος Πατέρας.

Δούλευε δωδεκάωρο με χαρά του,
για να γίνει κι αυτός με τη σειρά του
συνάρχοντας, μεγάλη κεφαλή,
και γι’ αυτόν να δουλεύουνε πολλοί.

Μα γέρασε και σώμα και ψυχή
κι έμεινε δούλος, όπως στην αρχή.
Δεν κελαηδάει πουλί, νερό κι αγέρας
κι απάνου σ’ όλα Θάνατος Πατέρας.

Πώς γίνεται ο ραγιάς αφεντικό,
δεν το ’μαθε. Κι αν του το λέγαν άλλοι,
θα μπορούσε να κάνει φονικό
για μιαν Ελλάδα θρήσκα και Μεγάλη!

Χαροπαλεύει τώρα στο σανό του
κι ένα μονάχα το παράπονό του:
δεν πρόλαβε να δει την οικουμένη
μια κι όξω Χιροσίμα κανωμένη


`

Εκτός από το ποίημα «Δούλος τρίδουλος» που το συμπεριέλαβε στα «Ποιητικά» (1958) και σε δύο ποιήματα της μεταθανάτιας συλλογής «Οργή λαού» αναφέρεται στο ρόλο της θρησκείας. Στο ποίημα με τίτλο (από τον επιμελητή) «Γρήγορα πας» και «Στο γιο του»:

Δε λυπάμαι τα γερατειά που φεύγουν —
τα μωράκια που έρχονται αθέλητά τους
να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι,
σ’ έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων.
Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος
εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!…
Πότε θ’ αναστηθούν οι σκοτωμένοι;
(Απόσπασμα από το ποίημα «Γρήγορα πας», γραμμένο στις 20.10.1973)

`

Στο στόχαστρο του Βάρναλη η θρησκεία και στην «Αληθινή απολογία του Σωκράτη», ως μορφή ηθικής, κοινωνικής και πολιτικής αλλοτρίωσης και στήριγμα «του κρείττονος συμφέρον». Ενας θεσμός που αιχμαλωτίζει τη σκέψη και τη βούληση του λαού συγκαλύπτει την εκμετάλλευση και προβάλλει ως διέξοδο τη βασιλεία των ουρανών.
`
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

`
1. «Κώστας Βάρναλης Φιλολογικά Από,μημονεύματα», σελ. 279-281 (εκδόσεις «Κέδρος», 1980)
2. Στο ίδιο, σελ. αελ 134

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω»...

Μια αθάνατη μορφή του 20ού αιώνα

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτονικά σκουτί το πορφυρό
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
Κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό»
(Απόσπασμα από το ποίημα «Federico Garcia Lorca- 1979» του Ν. Καββαδία)
Το 1936, είναι η χρονιά που μόνο στην περιοχή γύρω από τη Γρανάδα η φασιστική φάλαγγα εξετέλεσε 30.000 άτομα, αφού ο Φράνκο είχε διακηρύξει ότι θα «προστάτευε» την Ισπανία από «τη διεθνή κομμουνιστική, εβραϊκή και μασονική συνωμοσία». Και το πρωινό της 19ης Αυγούστου 1936, κοντά στη Γρανάδα, στο χωριό Βιθνάρ, κοντά στην «Πηγή των Δακρύων» ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα βρίσκει τραγικό θάνατο, δολοφονημένος από τους φαλαγγίτες του δικτάτορα Φράνκο. Το φασιστικό καθεστώς δε δίστασε να εκτελέσει έναν διάσημο ποιητή, που προερχόταν από μια πολύ γνωστή οικογένεια της περιοχής, έναν κορυφαίο, παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητή, τον ποιητή του «ντουέντε».
Ο Λόρκα είχε προειδοποιηθεί από τους φίλους του τον Ιούλιο του 1936, όταν ήταν ήδη γνωστό ότι ο Φράνκο ετοίμαζε τα στρατεύματά του στο ισπανικό Μαρόκο και θα ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, να μην πάει στην Ανδαλουσία. Δύο μέρες μετά την άφιξή του στη Γρανάδα ξέσπασε ο πόλεμος. Η περιοχή ήταν η πρώτη που κατελήφθη από τους φρανκιστές. Ο γαμπρός του Λόρκα και δήμαρχος της Γρανάδας συνελήφθη στις 16 Αυγούστου και την επομένη εκτελέστηκε. Την ίδια ημέρα συνελήφθη και ο Λόρκα.
Παρόλο που ο ποιητής ποτέ δεν εντάχθηκε στο εργατικό επαναστατικό κίνημα, οι κοινωνικές και πολιτικές του θέσεις ήταν τόσο εμφανείς, που για τον Φράνκο και τους υποστηρικτές του δεν είχε καμιά διαφορά από έναν κομμουνιστή. Ο Λόρκα καταδίκαζε την καπιταλιστική κοινωνία και όλα όσα είχε σαν συνέπειες - την αδιαφορία για τη δυστυχία, την αποξένωση, τη φτώχεια και το ρατσισμό. «Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν».

Ορθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας

Για τους δεξιούς ήταν ένας κομμουνιστής και εχθρός της Εκκλησίας. Λίγο πριν τον Εμφύλιο είχε συντάξει μία προκήρυξη κατά του φασισμού. Δεν άργησε να θεωρηθεί ένοχος στα μάτια της τοπικής φασιστικής οργάνωσης των οπαδών του δικτάτορα Φράνκο. Κάνει το λάθος να κυκλοφορεί ελεύθερα στη Γρανάδα, μέρος που ελέγχουν ακροδεξιοί στασιαστές. Ο ποιητής, μέσα από την ποίησή του, «τραγούδησε» την αγάπη αλλά και το θάνατο, μίσησε το δεσποτισμό και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και όρθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας.
«Δε μας ανήκει τίποτα. Δε μας ανήκει τίποτα
Είναι όλα δανεικά απ' τα παιδιά μας.
Το ξέρω, κάποτε θα γίνει ένα θαύμα
Μόνο έχοντας διδαχθεί από την πραγματικότητα, μπορούμε την πραγματικότητα ν' αλλάξουμε.
Δε μας ανήκει τίποτα. Τίποτα δεν είναι δικό μας. Αυτό τον πλανήτη μας τον εμπιστεύτηκαν τα παιδιά μας και πρέπει να τους τον επιστρέψουμε ακέραιο»...
Ο Λόρκα πρωτοείδε το φως στις 5 Ιούνη 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Γρανάδα. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος κτηματίας και η μητέρα του δασκάλα. Από τους πρώτους μήνες της ζωής του υπέστη την ταλαιπωρία σοβαρής ασθένειας, η οποία μάλιστα θα του αφήσει και μια μικρή χωλότητα. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στον τόπο που γεννήθηκε. Στη συνέχεια θα φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας όπου θα σπουδάσει Φιλοσοφία και Δίκαιο, ενώ παράλληλα παίρνει μαθήματα κιθάρας και πιάνου με δάσκαλο τον Μανουέλ ντε Φάλια. Το 1918 εγκαθίσταται στη Μαδρίτη. Μένει στη Φοιτητική Εστία και εκεί έχει την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Λουίς Μπουνιουέλ, Σαλβαδόρ Νταλί, Μιγέλ Ουναμούνο και άλλους. Το 1920 ανεβαίνει στη Μαδρίτη το έργο του «Τα μάγια της πεταλούδας». Την επομένη χρονιά κυκλοφορεί στη Μαδρίτη η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Βιβλίο ποιημάτων», ενώ παράλληλα γράφει το «Ποίημα του Κάντε Χόντο». Το 1925 ο θίασος της Μαργαρίτας Σίργκου ανεβάζει στη Βαρκελώνη το έργο «Μαριάνα Πινέδα» με σκηνικά του Σαλβαδόρ Νταλί. Το 1928 εκδίδει μαζί με φίλους του από τη Γρανάδα το περιοδικό «El Gallo» («O πετεινός»), όπου και δημοσιεύονται τα μονόπρακτά του «Η παρθένος, ο ναύτης και ο σπουδαστής» και «Ο περίπατος του Μπάστερ Κήτον». Την ίδια χρονιά εκδίδει το πρώτο μέρος του «Ρομανθέρο Χιτάνο», με ποιήματα της περιόδου 1924 - 1927. Μετά τα ταξίδια του στην Νέα Υόρκη και την Κούβα ο Λόρκα επιστρέφει το 1930 στη Μαδρίτη, όπου ανεβαίνει στο θέατρο Εσπανιόλ το έργο του «Η θαυμαστή μπαλωματού». Το 1933 ανεβαίνουν στη Μαδρίτη τα έργα «Ματωμένος γάμος» και «Δον Περλιμπλίν», ενώ την επόμενη χρονιά ανεβαίνει στο Τεάτρο Εσπανιόλ η «Γέρμα» με την Μαργκαρίτα Σίργου. Το θέατρο «Λα Μπαράκα» δίνει παραστάσεις στη Νότια Αμερική, και ο Λόρκα γράφει το «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας». Τον επόμενο χρόνο, θα παιχτούν τα έργα του «Η παραστασούλα του Δον Κριστόμπαλ» και «Δόνια Ροζίτα η ανύπαντρη»...

Θέατρο και επανάσταση

Στο θέατρο, ο Λόρκα ανακάλυψε ένα ισχυρό μέσο να συνδέεται με το κοινό και να το προκαλεί. Το θέατρο, έγραφε, «είναι ποίηση που σηκώνεται από το βιβλίο και γίνεται ανθρώπινη. Κι όσο γίνεται ανθρώπινη, μιλάει και φωνάζει, κλαίει και απελπίζεται». Αυτή τη σχέση του με το κοινό καταγράφει στο τελευταίο του έργο το «Κοινό» και στο μονόπρακτο «Κωμωδία χωρίς τίτλο». Το «Κοινό», δράμα υπερρεαλιστικό, δίνει μια άλλη εικόνα για το έργο του Λόρκα. Τολμηρή αναζήτηση ενός ονειρικού θεάτρου με ποιητικές εκλάμψεις, προβληματίζεται πάνω στη φύση του θεάτρου, στις σχέσεις συγγραφέα - έργου - θεατή. Η «Κωμωδία χωρίς τίτλο», απόηχος των ταραγμένων χρόνων 1935 - 36, κινείται σ' ένα κλίμα ανησυχητικό κι απειλητικό, κι έχει σαν θέμα την τέχνη, το θέατρο και την επανάσταση.
«Τολμηρότατο και με μια εντελώς νέα τεχνική. Είναι το καλύτερο που έχω γράψει για το θέατρο. (...) Δεν αντιλήφτηκαν τίποτα ή τρόμαξαν - το καταλαβαίνω. Το έργο είναι πολύ δύσκολο και για την ώρα δεν μπορεί να παιχτεί. Εχουν δίκιο. Αλλά σε δέκα ή είκοσι χρόνια θα γίνει τρομερή επιτυχία. Θα δεις».
Αυτά είναι τα λόγια του Λόρκα, μετά την πρώτη ανάγνωση του έργου, σε φίλους του, το φθινόπωρο του 1931. Από τότε το έργο ξαναδουλεύτηκε αλλά δεν εκδόθηκε ποτέ ολόκληρο. Σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας - ήρωας του έργου λέει «...Tο να δεις την πραγματικότητα είναι δύσκολο. Και να την διδάξεις, ακόμη περισσότερο. Είναι σα να προφητεύεις στην έρημο. Αλλά δεν πειράζει. Ιδίως σε σας, άνθρωποι της πόλης, που ζείτε με την πιο φτωχή και λυπητερή φαντασία. Ολο, κι όλο που κάνετε είναι να επιζητάτε τέτοιους δρόμους που να μη μαθαίνετε τίποτε. Οταν σφυρίζει ο αέρας, για να μη καταλάβετε τι λέει, παίζετε πιανόλα, για να μη δείτε τον τεράστιο χείμαρρο από δάκρυα που μας κυκλώνει, κλείνετε με σκούρα τα παράθυρα,για να μπορείτε να κοιμηθείτε ήσυχα και να σωπάσετε τον επίμονο γρύλλο της συνείδησής σας, εφευρίσκετε τα ιδρύματα φιλανθρωπίας. Κήρυγμα! Ναι, κήρυγμα! Γιατί να πηγαίνουμε στο θέατρο πάντα για να δούμε τι γίνεται κι όχι τι μας γίνεται»;
Οσοι ανεβάζουν, λοιπόν, έργο του Λόρκα, καλό θα ήταν να διαβάζανε το έργο αυτό! Ισως καταλάβαιναν το μεγαλείο του δημιουργού αυτού και θα απέφευγαν τη μόδα της «αποδόμησης».

«Ποτέ δε με βρήκαν»...

Εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά τη δολοφονία του και ο τάφος του μεγαλύτερου Ισπανού ποιητή του 20ού αιώνα παραμένει άγνωστος, όχι όμως και οι συνθήκες του θανάτου του. Βιογράφοι, μελετητές και ερευνητές μπορεί να διαφωνούν στις λεπτομέρειες, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία για το πώς περίπου συνέβη το έγκλημα. Οι προσπάθειες να αποκαλυφθεί ο τάφος του Λόρκα παραμένουν άκαρπες.
«Επειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί. Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες...αλλά δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ; Οχι. Ποτέ δε με βρήκαν» (από τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη»).
Προφητικό; Ποιος ξέρει. Πάντως, σ' ολόκληρο το έργο του Λόρκα, ο θάνατος πλανάται επίμονα. Ενας ισπανικός θάνατος «διαφορετικός» από τους άλλους. Γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο τον ποιητή, στη διάλεξή του το 1933 για την «Πρακτική και Θεωρία του duende»: «Σε όλες τις χώρες ο θάνατος είναι το τέλος. Οταν έρχεται, οι κουρτίνες κλείνουν. Οχι όμως στην Ισπανία... Εκεί ο νεκρός είναι περισσότερο ζωντανός απ' ό,τι ένας νεκρός οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».

Σοφία Αδαμίδου

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

58 χρόνια από τον θάνατο του Μπρέχτ: «Όταν μιλάμε για τον Μπρέχτ είμαστε σε θέση μάχης»


Πολλοί ρωτούν τους ποιητές τι είναι το ποίημα.
Είναι ενθύμιο φρίκης, απαντά ο ένας.
Είναι το καταφύγιο που φθονούμε, απαντάει ο άλλος.
Είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας, απαντάει ένας τρίτος.
Είναι ένα δέντρο που οφείλουμε να φτιάξουμε, για ένα πουλί που εκκρεμεί στην ερημιά.
Είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος, λέει κάποιος άλλος.
«Σας βλέπω να βοσκάτε σε ένα μικρό λιβάδι που πια δεν φυτρώνει χορτάρι. Σας είναι όμως πιο εύκολο να αλλάξετε τα στομάχια σας και το πεπτικό σας σύστημα, από το να παραχωρήσετε το λιβάδι στο καινούργιο χορτάρι, που με τις οπλές σας εμποδίζετε να μεγαλώσει».
Αυτό θα απαντούσε ο Μπέρτολτ Μπρέχτ, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα 14 Αυγούστου 1956,  στα ανώφελα ερωτήματα των ποιητών του καιρού μας, σε αυτούς τους συλλογισμούς, ρίχνοντας τη στάχτη από το πούρο του.
«Δεν μου άρεσε ούτε να διατάζω ούτε να με υπηρετούν».
«Ψάξε τον άνθρωπο και προσπάθησε να τον γνωρίσεις. Προσπάθησε να νοιώσεις το δέρμα του και πώς αυτό συμπεριφέρεται στις αλλαγές του αέρα. Κούρασέ τον, και μετά εξέτασε τι αντέχει η καρδιά του. Άφησε τη φωνή του να ηχήσει αλλά μην ξεχνάς το ψιθύρισμα. Φάε μαζί του, χειροκρότησε τις μικρές του σκέψεις, κοίταξε μέσα από τα μάτια του. Όταν στα έργα σου πρέπει να πιει μπύρα, πρέπει εσύ να ξέρεις πώς τρώει αυγά, πώς διαβάζει εφημερίδα, πώς κοιμάται με τη γυναίκα του, και πώς πεθαίνει. Οι απόψεις σου να έρχονται σε δεύτερη μοίρα από τις δικές του. Έτσι και αλλιώς δεν ανήκουν στα δικά του χαρακτηριστικά».
Έτσι ήθελε ο Μπρεχτ τους ανθρώπους της τέχνης. Πλάι και μέσα στους ανθρώπους. Να είναι το καρδιογράφημα της πάλλουσας καρδιάς του πλήθους. Και κυρίως να είναι αληθινά μέσα στο πλήθος. Και μέσα από αυτή τη σχέση να αναδύεται η δημιουργία και η τέχνη.
Ο Μπρεχτ δεν γεννήθηκε με αυτές τις απόψεις. Τράβηξε το δρόμο του μέσα στον κόσμο και τις ανακάλυψε μέσα από την ιστορική κίνηση των καιρών του. Μέσα από τη «Μεγάλη των Tάξεων Πάλη».
Γράφτηκε στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου του Μονάχου, και λίγο αργότερα στην Ιατρική. Ποτέ όμως δεν ολοκλήρωσε τον κύκλο των σπουδών του. Ήταν τα χρόνια που μαινόταν ο πόλεμος στην Ευρώπη, προκαλώντας τις συνειδήσεις των προοδευτικών ανθρώπων.
Ο νεαρός Μπρεχτ επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Πάνω στα κρεβάτια των χειρουργείων αποκαλύφθηκε στα μάτια του η ανελέητη ανθρωποσφαγή. Τότε άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Ανάμεσά τους ένα ποίημα που φανέρωσε με αχνές γραμμές αυτό που θα γινόταν ο Μπρεχτ. Το ποίημα είχε τον τίτλο «Ο Θρύλος του Νεκρού Στρατιώτη», και αρχικά ήταν τραγούδι.
Αργότερα αυτό το τραγούδι πήρε τον τίτλο «Η Μπαλάντα του Νεκρού Στρατιώτη».
Μέσα από αυτό το τραγούδι ο εικοσάχρονος Μπρεχτ στηλίτευε με δριμύτητα την Ανωτάτη Γερμανική διοίκηση, η οποία διέταζε τους Γερμανούς στρατιώτες να κρατήσουν τις θέσεις τους, χωρίς να υπολογίσουν το αίμα που θα χυνόταν.
Και όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι όλα είχαν τελειώσει για τη Γερμανία.
Η μακάβρια ιστορία του σκοτωμένου στον πόλεμο στρατιώτη, που είχε πεθάνει ηρωικά και τον ξεθάβουν για να πολεμήσει ξανά, είχε γίνει δημοφιλές τραγούδι στα γερμανικά καμπαρέ.
Το τραγούδι απαγορεύτηκε από την περίφημη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που δεν ήταν και τόσο δημοκρατία.
Μάλιστα το ποίημα αναφέρθηκε λίγα χρόνια αργότερα ως επιχείρημα από τους εθνικοσοσιαλιστές, που δικαίωνε κατά αυτούς την αφαίρεση της γερμανικής ιθαγένειας από τον Μπέρτολτ Μπρεχτ.
Ο πόλεμος έδωσε τη σκυτάλη στην επαναστατική αφύπνιση του γερμανικού προλεταριάτου.
Ξεκίνησε η δραματική περίοδος της Γερμανικής Επανάστασης.
Ο Μπρεχτ εκείνες τις θυελλώδεις μέρες ήταν αντιπρόσωπος στα Σοβιέτ των εργατών και έγινε μέλος του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Από πολιτική ομολογεί πως τότε δεν γνώριζε ούτε την αλφαβήτα. Ακόμα και για τα δημόσια πράγματα της χώρας, ήξερε όσα ένας αγρότης για το χωραφάκι του. Και στη λογοτεχνία, όπως ο ίδιος άλλωστε έλεγε, πέρα από μία μάλλον μηδενιστική κριτική της αστικής κοινωνίας δεν κατάφερε να προχωρήσει.
«Σαν πλουσιόπαιδο μεγάλωσα», έγραφε αργότερα, στα 1938, στο ποίημα «Δίκαια Κυνηγημένος».
«Οι γονείς μου κολάρο μου φόρεσαν.
Με έμαθαν υπηρέτες να έχω.
Και μου διδάξανε την τέχνη να δίνω διαταγές.
Όταν μεγάλωσα όμως, κι ολόγυρά μου κοίταξα, δεν μου άρεσαν της τάξης μου οι άνθρωποι.
Δεν μου άρεσε ούτε να διατάζω ούτε να με υπηρετούν».
Ο Μπρέχτ ξεκίνησε γράφοντας τραγούδια που τα έντυνε με δημοφιλή μουσική της εποχής του.
Και τα έπαιζε ο ίδιος στην κιθάρα του. Πηγή της έμπνευσής του ήταν το καμπαρέ.
Ήταν οι σατυρικές μπαλάντες του Φρανσουά Βιγιόν, του πρώτου καταραμένου ποιητή της Ιστορίας, που ήταν ο πιο διάσημος και σημαντικός ποιητής της μεσαιωνικής Ευρώπης. Ακόμα, το νεαρό Μπρεχτ επηρέασε ο παρακμιακός ρομαντισμός των καταραμένων ποιητών της Γαλλίας, και κυρίως του Αρθούρου Ρεμπώ. Έγραφε μπαλάντες για πειρατές και τυχοδιώκτες, για μπεκρήδες και ατέλειωτες ηδονές.
«Να ζεις με υπερβολή τη νιότη σου και με φιληδονία τα γηρατειά σου», έγραφε εκείνα τα χρόνια ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, και χαρακτήριζε τη Γερμανία «λάκκο για τα ψοφίμια της Ευρώπης».
Όμως εκείνα τα ποιήματα εγκυμονούσαν, άλλοτε φανερά και άλλοτε συγκαλυμμένα, την αντικαπιταλιστική του ανταρσία, ενάντια στον ηθικό και υλικό ξεπεσμό του ανθρώπου, και την αστική υποκρισία. Το 1922 έγραψε το σπαρακτικό ποίημα «Για την παιδοκτόνο Μαρία Φαράρ».
«Η Μαρία Φαράρ, ανήλικη υπηρέτρια, ορφανή, ραχιτική, και όψεως κοινής, σκότωσε το παιδί της μόλις γεννήθηκε, γιατί ήταν νόθο».
Φοβήθηκε η φτωχή Μαρία την κοινωνική κατακραυγή, αλλά περισσότερο φοβήθηκε την απόλυση και το γέννησε κρυφά, σε ένα πλυσταριό.
Είχε κάνει πρώτα όλες τις προσπάθειες να απαλλαγεί από αυτό το αβάσταχτο βάρος. Και αυτές οι προσπάθειες περιγράφονται από τον Μπρέχτ με συγκλονιστικό ρεαλισμό, και ακόμα συγκλονιστικότερο ανθρωπισμό. Μέσα από το ποίημά του ο Μπρέχτ δεν κρίνει τη Μαρία αλλά την κοινωνική βάση που σε αυτήν αναπτύχθηκε η κυρίαρχη ηθική που οδήγησε τη Μαρία να σκοτώσει το νεογέννητο.
«Μαρία Φαράρ, γεννημένη έναν Απρίλη, στου Μάινσεν πέθανε τη φυλακή, κοριτσομάνα, καταδικασμένη του κάθε ανθρώπου τις ιστορίες να ανιστορεί.
Εσείς που γεννάτε σε κρεβάτια πεντακάθαρα και ευλογημένος λέτε της κοιλιάς σου ο καρπός, μη ρίχνετε στους αδύναμους το ανάθεμα.
Βαρύ ήταν το αμάρτημά της, μα ο πόνος της πικρός.
Γι' αυτό παρακαλώ μη δείξετε καταφρόνια, γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνια».
Γνωριμία με το Μαρξισμό.
Η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση, που με τη σειρά της προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη άνοδο του επαναστατικού κινήματος, ώθησε εκείνα τα χρόνια σπουδαίους Γερμανούς διανοούμενους και καλλιτέχνες, να ζητήσουν σημεία επαφής με την εργατική τάξη και τη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία.
Για τον Μπρέχτ αυτή η επαφή ήρθε με τον παρακάτω τρόπο.
Έπρεπε να γράψει ένα θεατρικό έργο με τίτλο « Ο Τζόε Φλάις Χάκερ από το Σικάγο».
Σκοπός του έργου ήταν να απαντήσει γιατί ο Τζόε έτρωγε το ψωμί πανάκριβα. Ήταν τότε η εποχή της μεγάλης κρίσης. Αυτή η κρίση έκρυβε ένα παράδοξο.
Ενώ τα μεροκάματα μειώνονταν το ψωμί γινόταν όλο και πιο ακριβό.
Τότε ο Μπρέχτ άρχισε να γράφει ένα έργο με ήρωα το σιτάρι. Έπρεπε για τις ανάγκες του έργου να περιγράψει την αγορά σιτηρών στο Σικάγο, έλεγε μερικά χρόνια αργότερα γι αυτό το έργο.
«Νόμιζα τότε ότι γρήγορα θα μπορούσα να αποκτήσω τις απαραίτητες γνώσεις, ρωτώντας μερικούς ειδικούς και μερικούς χρηματιστές. Μάλιστα ένα χρηματιστή, που είχε ξοδέψει τη ζωή του στο χρηματιστήριο του Σικάγο, τον πήρα επί ώρες από πίσω ταξιδεύοντας από το Βερολίνο μέχρι τη Βιέννη. Όμως ούτε αυτός ούτε κανένας από όσους ρώτησα, δεν μπόρεσε να μου εξηγήσει τους νόμους που κυβερνούν το χρηματιστήριο. Άρχισα τότε να πιστεύω ότι το πράγμα ήταν ανεξήγητο, άπιαστο από το νου, άρα παράλογο. Ο τρόπος που διετίθετο δηλαδή η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών, ήταν απλούστατα ακατανόητος. Κατάσταση ανυπόφορη για όλους, έξω από μια χούφτα κερδοσκόπους. Εκείνο το έργο δυστυχώς δεν το έγραψα ποτέ, όμως τότε ήταν που άρχισα να διαβάζω Μάρξ».
Το σιτάρι είχε φέρει τον Μπρέχτ στο Μάρξ.
Και ο Μάρξ στο Λένιν.
Τότε ήταν που εγκατέλειψε το «δεν ανήκω πουθενά», και εντάχθηκε στις γραμμές των Κομμουνιστών Εργατών της Τέχνης.  «Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα να αποφύγει», έγραψε μερικά χρόνια αργότερα. «Γιατί θα αγωνιστεί για την υπόθεση του εχθρού, όποιος για τη δική του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί». Έλεγε τότε σε φίλους του πως ήταν βυθισμένος «οκτώ πόδια μέσα στο Κεφάλαιο» του Κ. Μάρξ.
Ο Μπρέχτ για το Θέατρο.
«Διαβάζοντας το "Κεφάλαιο" κατάλαβα τα θεατρικά μου έργα», έλεγε συχνά ο Μπρέχτ.
«Πολλοί θεωρούν το θέατρο σαν έναν τόπο παραγωγής ονείρων» έγραφε, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, «και εσάς τους ηθοποιούς, σας θεωρούν πωλητές μεθυστικών ναρκωτικών.
Τα όνειρα καλόδεχτα. Πώς να αντέξουμε αυτή τη ζωή χωρίς όνειρα.
Μα έτσι, ηθοποιοί  το θέατρο σας δεν γίνεται  τίποτα άλλο από ένας τόπος όπου μαθαίνει κανένας να αντέχει την ασήμαντη και ομοιόμορφη ζωή.  Τους δείχνετε έναν κόσμο ψεύτικο, απρόσεχτα ανακατωμένο, έτσι όπως τον δείχνουν τα όνειρα».
Ο Μπρέχτ κοίταξε το θέατρο από άλλη οπτική γωνία.
Περιέγραψε στα θεατρικά του έργα τον κόσμο σαν κόσμο που μπορεί να αλλάξει. Έτσι έκλεισε το χάσμα ανάμεσα στο θεατή και τον ηθοποιό, επαναστατικοποιώντας τη δραματουργία. Ή ακριβέστερα, εξελίσσοντας την επαναστατική κατάσταση στην οποία την είχε βάλει ο Μέγιερχολντ σκηνοθετώντας τον Μαγιακόφσκι, και ο Έρβιν Πισκάτορ, κομμουνιστής σκηνοθέτης, που δίδασκε στους ηθοποιούς πως το κέντρο της προσοχής τους δεν πρέπει να είναι η σκηνή και η μορφή, αλλά το κοινό και το περιεχόμενο.
Χρειαζόταν ένα ξαφνικό τράνταγμα για να στραφεί το θέατρο σε μια νέα κατεύθυνση. Οι απόψεις του Μπρεχτ για το θέατρο συνοψίζονται σε αυτό που στα ελληνικά αποδόθηκε ως αποστασιοποίηση. Δίνοντας ο ίδιος ένα παράδειγμα αποστασιοποίησης όταν ρωτήθηκε, απάντησε:
«Αν σας ρωτήσει κάποιος πώς είναι το δέντρο στη γωνιά του δρόμου του σπιτιού σας, παρόλο που περνάτε χρόνια κάθε μέρα δίπλα του, δεν θα μπορέσετε να το περιγράψετε. Αποστασιοποίηση είναι η χρησιμοποίηση εκείνων των μέσων και ερεθισμάτων, που θα σας οδηγήσουν στην προσεκτική παρατήρηση του δέντρου και τη δυνατότητα να προβείτε στη λεπτομερή περιγραφή του».
Ο Μπρεχτ με το θέατρό του κατέλυσε τους κανόνες και τις φόρμες της δραματουργίας που γνώρισε μέχρι εκείνη τη στιγμή το παγκόσμιο θέατρο.
Από την εποχή του Αριστοτέλη και την εποχή του Στανισλάφσκι. Για τον Μπρεχτ, ο κόσμος, ο άνθρωπος, δεν είναι κάποιες ενότητες αιώνιες και αμετάβλητες. Είναι κάποιες πραγματικότητες που αλλάζουν, και στην ιστορική προοπτική είναι συνεχώς μεταβαλλόμενες. Συνεπώς, ο ηθοποιός δεν πρέπει να παίζει ανελικτικά και με πάθος. Πρέπει να αποκαλύπτεται, και να αποκαλύπτει τόσο τον «ήρωα» όσο και τις καταστάσεις μέσα στις οποίες διαδραματίζονται όσα ιστορούνται επί σκηνής. Όταν παίζει ένα δαιμονισμένο, δεν πρέπει ο ίδιος να φαίνεται δαιμονισμένος, γιατί τότε πώς θα καταλάβουν οι θεατές ποιοι είναι οι δαίμονες;
Ο ηθοποιός δεν εξαφανίζεται μέσα στη φιγούρα του ήρωα, δείχνει τον ήρωα, γι' αυτό το θέατρο του Μπρέχτ ονομάστηκε επικό. Όπως έλεγε:
«Το θέατρο, όπως το έχουμε βρει, δείχνει τη δομή της κοινωνίας σαν κάτι που η κοινωνία δεν μπορεί να επηρεάσει. Ο Οιδίποδας, που αμάρτησε ενάντια σε μερικές αρχές που στηρίζουν την κοινωνία της εποχής, τιμωρείται. Οι θεοί φροντίζουν γι' αυτό.
Και οι θεοί δεν υπόκεινται σε κριτική. Οι μεγάλοι μοναχικοί του Σαίξπηρ, που έχουν κρεμασμένο στο λαιμό τους το άστρο της μοίρας τους, εκτελούν τις μάταιες και θανατηφόρες πορείες τους, όπου τους σπρώχνει ο δαιμονισμός τους, φέρνουν τον εαυτό τους στην καταστροφή. Στην πτώση τους δεν γίνεται χυδαίος ο θάνατος, αλλά η ζωή, η κατάρρευσή τους δεν υπόκειται σε κριτική.
Ανθρώπινα θύματα παντού. Βάρβαρες διασκεδάσεις.
Ξέρουμε πως οι βάρβαροι έχουν τέχνη. Ας φτιάξουμε μια άλλη».
Και την έφτιαξε ο Μπρεχτ. Το 1949 ίδρυσε το θίασό του.
Στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ συστηματοποίησε τις απόψεις του για το επικό θέατρο και την αποστασιοποίηση. Φρέσκαρε τα παλιότερα έργα του, έγραψε καινούργια, διασκεύασε Σοφοκλή, Σαίξπηρ, Γκότζι, κ.ά.
Έγραψε την «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων».
Όπως έγραψε στο φινάλε της, όταν η Ιωάννα πέθαινε, «σιγουρέψου σαν φεύγεις από τον κόσμο, όχι απλά πως ήσουνα καλός, μα πως πίσω σου αφήνεις έναν κόσμο καλό». Μέσα από αυτό το έργο εμφάνισε για πρώτη φορά στο θέατρο την καπιταλιστική πραγματικότητα ως ικανή να αλλάξει.
«Τρόμος και αθλιότητα στο Γ΄ Ράιχ», «Τα τουφέκια της κυρά - Καράρ», «Η μάνα Κουράγιο», «Γαλιλαίος», «Ο κύκλος με την κιμωλία»,  είναι μερικά ακόμα θεατρικά αριστουργήματα που παρουσιάζουν την καπιταλιστική πραγματικότητα ως ικανή να αλλάξει.
Ο Μπρέχτ δίπλα στο Μαγιακόφσκι και το Λόρκα, συμπλήρωσε το τρίπτυχο των ποιητών που έγραψαν ένα γνήσια λαϊκό θέατρο.
Ο Φασισμός είναι Καπιταλισμός και ως τέτοιος πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Ο Μπρέχτ ήταν μια ολόκληρη πυροβολαρχία  ενάντια στη ναζιστική βαρβαρότητα. Όταν ο «μπογιατζής», όπως αποκαλούσε το Χίτλερ, ανέβηκε στην εξουσία, ο Μπρέχτ πέρασε στην παρανομία και κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό.
Κάτω από την αχυρένια στέγη της εξορίας του και μέσα στη ζεστή καρδιά του, έκλεισε αυτούς που δεν μπορούσαν να φύγουν. Παντού όπου μπορούσε, αποκάλυπτε στους συναδέλφους του -που πίστευαν μέσα στις αισθητικές τους αυταπάτες πως ο φασισμός ήταν μια έκρηξη βαρβαρότητας, που έτσι κι αλλιώς υπάρχει μέσα στον άνθρωπο ενάντια στον πολιτισμό και την καλοσύνη- τι ήταν ο πραγματικός φασισμός.
Και τι ήταν αυτοί που πίστευαν πως η πάλη κατά του φασισμού, ήταν η πάλη του καλού κατά του κακού.
«Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη» έλεγε στα 1934 μιλώντας σε ένα συνέδριο συγγραφέων, «ο φασισμός είναι ένα κύμα βαρβαρότητας που ξέσπασε σε ορισμένες χώρες με φυσική δύναμη.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη θα μπορούσε να υπάρχει καπιταλισμός, χωρίς φασισμό.
Πολλοί από εμάς πιστεύουν πως για την υπεράσπιση των σχέσεων ιδιοκτησίας, δεν είναι αναγκαίες οι θηριωδίες του φασισμού.
Αυτές όμως οι θηριωδίες είναι αναγκαίες για τη διατήρηση των σχέσεων ιδιοκτησίας που επικρατούν.
Όσοι από τους φίλους μας νιώθουν φρίκη με αυτές τις θηριωδίες αλλά θέλουν να διατηρήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας, δεν μπορούν να κάνουν ένα μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα, που εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ.
Και δεν μπορούν να κάνουν αυτό τον αγώνα γιατί δεν είναι σε θέση να καθορίσουν και να επιφέρουν τις κοινωνικές εκείνες συνθήκες, κάτω από τις οποίες η βαρβαρότητα θα ήταν περιττή.
Αυτοί που είναι ενάντια στο φασισμό χωρίς να είναι ενάντια στον καπιταλισμό, μοιάζουν με εκείνους που θέλουν να έχουν μερίδιο στο μοσχάρι, είναι όμως ενάντια στη σφαγή του.
Θέλουν να φάνε το κρέας αλλά δεν θέλουν να δουν το αίμα.
Είναι ικανοποιημένοι αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του πριν τους το παραδώσει. Αυτοί δεν είναι ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας που γεννούν τη βαρβαρότητα.
Είναι μόνο ενάντια στη βαρβαρότητα.
Και υψώνουν τη φωνή τους ενάντιά της.
Και το κάνουν στις χώρες εκείνες που κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όμως οι χασάπηδες πλένουν τα χέρια τους πριν παραδώσουν το κρέας».
Αντί επιλόγου.
Αντί για επίλογο, ας θυμηθούμε τα λόγια του συνθέτη των μπρεχτικών τραγουδιών και φίλου του Μπρεχτ, Χανς Αϊσλερ:
«Όταν μιλάμε για τον Μπρεχτ, είμαστε σε θέση μάχης, ιδιαίτερα στις καπιταλιστικές χώρες. Αγωνιζόμαστε για τον Μπρεχτ. Είναι αναγκασμένοι να καταπιούν τον Μπρεχτ, και δεν πρέπει να τους επιτρέψουμε να τον καταπιούν παρά μονάχα ολόκληρο, μαζί με τ' αγκάθια».

902

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΓΛΥΚΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ


Σαν σήμερα εκτελέστηκε το 1936 ο Λόρκα. Σου στέλνω μια μεταφρασούλα από τα "Σονέτα του σκοτεινού έρωτα - Sonetos del amor oscuro". Το σχέδιο είναι του Λόρκα.
Ειρήνη Φιλιππίδου


Soneto de la dulce queja

Tengo miedo a perder la maravilla
de tus ojos de estatua, y el acento
que de noche me pone en la mejilla
la solitaria rosa de tu aliento.

Tengo pena de ser en esta orilla
tronco sin ramas, y lo que más siento
es no tener la flor, pulpa o arcilla,
para el gusano de mi sufrimiento.

Si tú eres el tesoro oculto mío,
si eres mi cruz y mi dolor mojado,
si soy el perro de tu señorío,

no me dejes perder lo que he ganado
y decora las aguas de tu río
con hojas de mi οtoño enajenado


***

Σονέτο του γλυκού παράπονου

Φοβάμαι μήπως χάσω το θαύμα
των γλυπτών ματιών σου, και τη μελωδία
που τη νύχτα στο μάγουλό μου ακουμπά
το μοναχικό ρόδο της αναπνοής σου.

Πονάω που βρίσκομαι σε τούτη την ακτή,
κορμός χωρίς κλαδιά, κι η λύπη μου είναι
που δεν έχω  λουλούδι, λάσπη ή πηλό
για το σαράκι της θλίψης μου.

Αν ο κρυμμένος θησαυρός μου είσαι συ,
αν είσαι εσύ ο σταυρός κι ο νωπός μου πόνος,
αν είμαι εγώ το σκυλί του αρχοντικού σου,

μη μ΄αφήσεις να χάσω ό,τι κέρδισα
και στολίζει τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα απ’ το  χαμένο μου φθινόπωρο.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

ΟΙ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΙ

17 Αυγούστου 1944. Το μπλόκο της Κοκκινιάς
(Χαρακτικό του Τάσσου)

Γιατί, καημένε πλάτανε, βογγάς κι αναστενάζεις;
λυπάσαι που χειμώνιασε και σου ’φυγαν τ’ αηδόνια
για μήπως παραγέρασες και κοψοκουφαλιάστης;
Δε θλίβομαι που γέρασα, δεν κλαίω για τον χειμώνα,
μον’ κλαίω για τούτ’ τα σκέλεθρα που τα τραβάν οι σάρες.
Πιάνονται από τις ρίζες μου και μου παρακαλιώνται:
«Ρίξε μας φύλλα, πλάτανε, κλαριά σαβάνωσέ μας,
και πιάσε με τις ρίζες σου βαθιά παράχωσέ μας,
μη μας τραβάν τα ρέματα σε σάρες και λαγκάδια,
γιατ’ ανεμοσκορπίζονται τα δόλια κόκκαλά μας
κι έχουμε μάνες που μας κλαιν, δικούς που μας θυμούνται».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Νίκος Πλουμπίδης


Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς,
τη δόξα σου γονατιστός να ζητιανεύω,
και να χτυπώ την πόρτα σου στους ουρανούς.

Σαν ψίχουλα είναι τούτα τα στιχάκια,
από συμπόσια και ξενύχτια ποιητών,
τα ψιθυρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ.

Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι
κι η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά
ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι
απόψε που δικάζουν τον Πλουμπίδη.
Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά,
οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά.

Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς.

Μάνος Ελευθερίου

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδη