Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Αντί να φωνασκώ… (Μαν. Αναγνωστάκης)


Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).  
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο θάνατος ενός λογοτέχνη και ο ρόλος του στην εκμάθηση της Ιστορίας – Ένα αφιέρωμα στον Αντρέ Μπρινκ


Στις 6 Φεβρουαρίου πέθανε ο Νοτιαφρικανός συγγραφέας Αντρέ Μπρινκ (1935-2015). Μόλις είχε λάβει ένα τιμητικό ντοκτορά από το Πανεπιστήμιο της Λουβέν του Βελγίου. Στο αεροπλάνο της επιστροφής στην πατρίδα του, τη Νότια Αφρική, άφησε την τελευταία του πνοή αυτός ο φλογερός μαχητής κατά του απαρτχάιτ στο πλευρό του Νέλσον Μαντέλα. Ο Αντρέ Μπρινκ ήταν καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν. Έγραφε τα βιβλία του σε δύο γλώσσες, στα αφρικάανς (γλώσσα της ολλανδικής καταγωγής λευκής μειοψηφίας) και στα αγγλικά και ήταν ένας των βασικών εκπροσώπων του αφρικανικού λογοτεχνικού κινήματος ενάντια στην απαρτχάιτ «Η γενιά του ‘60». Έγραψε πάνω από εξήντα βιβλία με αντιαποικιοκρατικό και αντιρατσιστικό περιεχόμενο, από τα οποία έντεκα μεταφράστηκαν στα ελληνικά και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Χατζηνικολή». Στο παρόν άρθρο θα σταθούμε στο βιβλίο Η άλλη πλευρά της Σιωπής που μιλάει για τη Ναμίμπια και τη γερμανική αποικιοκρατία εκεί.

Λίγα ιστορικά γεγονότα

Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να μάθουμε ιστορία, τόπους και τρόπους από τη λογοτεχνία χωρίς να απαιτούμε ακριβή ιστορικά στοιχεία, εφόσον ο συγγραφέας σέβεται τα βασικά γεγονότα και δεν τα γυρίζει ανάποδα για να δημιουργήσει αντίθετες εντυπώσεις. Τα βιβλία του Αντρέ Μπρινκ είναι στρατευμένα στην υπόθεση του αντιρατσισμού και της αντιαποικιοκρατίας. Θα σταθούμε σ’ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από κοντά δύο χώρες σε μια ιστορική συνάντηση θύματος-θύτη. Η μία ως κατακτητή, η άλλη ως κατακτημένη. Η μία ως εκμεταλλευτή, η άλλη ως υφιστάμενη την εκμετάλλευση: η λιγότερο γνωστή ως αποικιοκρατική δύναμη Γερμανία και η Νοτιοδυτική Αφρική. Η Νοτιοδυτική Αφρική, η σημερινή Ναμίμπια, ήταν κάποτε γερμανική αποικία. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Νότια Αφρική κατέλαβε τη χώρα και η τότε Κοινότητα των Εθνών – πρόδρομος του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών – της ανάθεσε τη διοίκηση μέχρι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Νότια Αφρική προσάρτησε τη Ναμίμπια χωρίς διεθνή αναγνώριση. Τη δεκαετία του ’60 ξεκίνησε και στη Ναμίμπια ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, όπως σε πολλές χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» και όχι μόνο στην Αφρική. Ήταν η εποχή της διάλυσης του παλαιού τύπου αποικιοκρατίας. Ο λαός οργανώθηκε στη SWAPO (South-West Africa’s People’s Organization: Οργάνωση του Λαού της Νοτιοδυτικής Αφρικής) που είχε εξελιχθεί από το OPC (Owamboland People’s Congress: Λαϊκό Κονγκρέσο της Οούμπολαντ* ) που είχε ιδρυθεί το 1957 στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Ο ηγέτης του ήταν ο Σαμ Νουγιόμα που το 1959 είχε εξοριστεί στην Τανζανία όπου τον υποδέχθηκε ο Ιούλιους Νιγιερέρε. Το 1960 διασπάστηκε και δημιουργήθηκε η SWANU (South West African National Union: Νοτιοδυτική Αφρικανική Εθνική Ένωση με βάση τη φυλή των Χερέρο**).Τα στελέχη της SWAPO έλαβαν τη στρατιωτική τους εκπαίδευση στην Αίγυπτο του Νάσσερ. Το 1966 η στρατιωτική πτέρυγα της SWAPO ξεκίνησε έναν ανεξάρτητο ανταρτοπόλεμο. Η στρατιωτική αυτή πτέρυγα λεγόταν PLAN (People’s Liberation Army of Namibia: Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Ναμίμπια) και είχε ιδρυθεί το 1962.

*Το Οουάμπολαντ βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ναμίμπιας
** Οι Χερέρο είναι φυλή του νότιου τμήματος της Ναμίμπιας. Το 1904 οι Χερέρο και οι Νάμα (αναφέρονται στο βιβλίο) αφού είχαν εξεγερθεί κατά της αποικιοκρατίας, σφαγιάστηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα του Λόταρ φον Τρόττα που είχε δόσει εντολή «να πυροβοληθεί κάθε Χερέρο που τον συναντούν μέσα στα γερμανικά (!) σύνορα» . Ο ΟΗΕ χαρακτήρισε τη γενοκτονία αυτή ως «πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα» ( η λεγόμενη Γενοκτονία της Ναμίμπιας).

Το 1988 η Νότια Αφρική συμφώνησε στον τερματισμό της διοίκησής της στη Ναμίμπια στη βάση ενός σχεδίου «ειρήνευσης» του ΟΗΕ για όλη την περιοχή. Το 1990 η Ναμίμπια «ανεξαρτητοποιήθηκε» από τη Νότια Αφρική. Με τον τερματισμό της απαρτχάιτ στη Ν. Αφρική το 1994 ο Κόλπος των Φάλαινων (Walvis Bay) που ήταν κάτω από βρετανικό έλεγχο, παραχωρήθηκε κι αυτός στη Ναμίμπια. Από το 2008 περίπου η Ναμίμπια κατακλύζεται από επενδυτές και διευθυντικά στελέχη εταιριών μεταλλευμάτων και παραγωγής ουρανίου απ’ όλο τον κόσμο. Η χώρα αυτή των δύο εκατομμυρίων κατοίκων ετοιμάζεται να γίνει η πρώτη χώρα παραγωγής και εξαγωγής ουρανίου στον κόσμο. Πάνω από 8% των παγκόσμιων αποθεμάτων ουρανίου βρίσκονται στο έδαφός της. Πλήθος εταιριών έχουν εξασφαλίσει άδειες αποκλειστικής εκμετάλλευσης περιοχών με τεράστια κοιτάσματα ουρανίου. Και η Ναμίμπια, όπως τόσες άλλες της εξαιρετικά πλούσιας σε πρώτες ύλες για τις μεγάλες βιομηχανίες αφρικανικής ηπείρου δεν μπορούσε παρά να γίνει βορά στον μεγάλο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό.

Μια λογοτεχνία που αποκαλύπτει

Το βιβλίο λοιπόν του Αντρέ Μπρινκ που επικεντρώνεται σ’ αυτήν τη χώρα της αφρικανικής ηπείρου, το Η άλλη πλευρά της Σιωπής, διαδραματίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα κυρίως στη Ναμίμπια, αλλά και στη Γερμανία. Το βιβλίο προβάλλει διεισδυτικά το εποικοδόμημα μιας αποικιοκρατίας, καθώς και τη σύνθλιψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που επιφέρει αυτή και στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα της γυναίκας με πάντα από πίσω το φόντο των οικονομικών σχέσεων.Το κεντρικό πρόσωπο είναι μια Γερμανίδα, η Χάννα. Η ιστορία της είναι μια ιστορία που την έζησαν πολλές γυναίκες «απόβλητες» από τη γερμανική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα. Το βιβλίο δεν είναι μονάχα ένα κατηγορώ κατά της στυγνής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, αλλά και κατά της ταξικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο στη μητρόπολη, την ίδια τη Γερμανία. Ο συγγραφέας μας εξηγεί την πορεία της συγγραφής του βιβλίου. Ξεκινώντας από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και μια ατομική ιστορία μαθαίνουμε το αίσχος ενός ολόκληρου συστήματος. Η πρωταγωνίστρια τοποθετείται σε συγκεκριμένο χωρόχρονο και ανεβαίνει «πάνω από κάθε ατομικότητα και ταυτότητα» με τα λόγια του συγγγραφέα και γίνεται σύμβολο βάναυσης φυλετικής και ταξικής καταπίεσης τοποθετημένο στο φόντο μιας εξίσου βάναυσης αποιοκιοκρατικής καταλήστευσης. Η εικόνα της πατρίδας είναι εχθρική και βλοσυρή, ακόμα και νοσηρή σε πολλές περιπτώσεις. Μέσα από την πορεία της προς τη μεγάλη συμβολική εκδίκηση-κάθαρση το μίσος είναι μια φοβερή κινητήρια δύναμη. Η Χάννα κοιτάζοντας το από τα βασανιστήρια παραμορφωμένο της πρόσωπο στον καθρέφτη συλλογάται: «…Όχι, ποτέ δεν φανταζόταν ότι το μίσος θα ήταν έτσι. Τόσο όμορφο. Τόσο μοναδικό. Τόσο καθάριο. Τόσο γεμάτο ζωή. Νιώθει σαν να είχε πάντοτε ένα κενό μέσα της, όπου μερικές φορές εισέβαλλαν προσωρινά ο φόβος, ο τρόμος, η αβεβαιότητα και η ανησυχία, άλλες φορές ένα ξέσπασμα αγάπης, ή κάθε είδους ταραχώδη και σκοτεινά συναισθήματα, αλλά κυρίως έμενε άδειο. Το οποίο τώρα έχει γεμίσει από αυτό το περίλαμπρο μίσος. Είναι σαν μεγεθυντικός φακός που ενώνει πολλές ακτίνες φωτός και τις εστιάζει με τρομακτική ακρίβεια σε ένα μόνο σημείο κάνοντάς το να αναφλεγεί, και μέσα σε μια εκπληκτική στιγμή δίνει κατεύθυνση και νόημα σε όλη της τη ζωή. Καμιά αγάπη δεν θα μπορούσε ποτέ να της χαρίσει αυτό το μίσος…».

brink1

Το «άγιο» μίσος των καταπιεσμένων

Το «άγιο» μίσος λοιπόν που παραγκωνίζει όλες τις χριστιανικές αρχές της υποκριτικής αγάπης που το καθεστώς συνιστά και επιβάλλει στο καταπατημένο, ματωμένο θύμα προς το θύτη του. Το μίσος που έχει θρέψει «δίκαιους» πολέμους, ανατρεπτικές επαναστάσεις από τους «της γης κολασμένους» σαν μοναδικό μέσο για μια καλύτερη ζωή. Ο Μπρινκ έχει δει στην πατρίδα του τη φοβερή εκμετάλλευση εις βάρος κυρίως του μαύρου πληθυσμού και τη μαζική οργή που ήταν το αποτέλεσμά της και τη δικαιολογεί. Έτσι, στο στόχαστρο του συγγραφέα βρίσκεται και η θρησκεία και δη το χριστιανισμό. Ξεγυμνώνεται αμείλιχτα ο πάστορας Ούλριχ στον οποίο στέλνουν τη μικρή ορφανή Χάννα. Μέσα από τις σκηνές στο πρεσβυτέριο στη διάρκεια της διαμονής της Χάννας στο ορφανοτροφείο στη Γερμανία ξεπροβάλλει οδυνηρά και ξεδιάντροπα η κατάχρηση της εξουσίας στο όνομα του Θεού. Η ζωή της στο ορφανοτροφείο «Τα μικρά παιδιά του Ιησού» ήταν θλιβερή. Οι ξυλοδαρμοί και τα βασανιστήρια των παιδιών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Μια καλή δασκάλα είχε δανείσει στη Χάννα Τα πάθη του νέου Βέρτερ του Βόλφγκανγκ Γκαίτε, αλλά η διεθύντρια απαιτεί από τη Χάννα να το κάψει. Η Χάννα αρνείται και για τιμωρία τη στέλνουν στον πάστορα…Το κορίτσι «τα μαζεύει» μέσα της και μετά από διάφορες δουλειές σε σπίτια όπου το ορφανοτροφείο στέλνει τη Χάννα υπηρέτρια και όπου εκτός από μία εξαίρεση ζει την αισχρή εκμετάλλευση – ό , τι κατορθώνει να μαζέψει από «θελήματα» του κυρίου του σπιτιού της παίρνεται πίσω με αθέμιτους τρόπους – αποφασίζει τελικά να παει στο γραφείο που οργανώνει αποστολές γυναικών στην Αφρική. Η Χάννα τα βλέπει αγνά και ρομαντικά – ονειρεύεται τους φοίνικες που έχει γνωρίσει από βιβλία – και προπαντώς θέλει να φύγει, να φύγει, να φύγει από την πατρίδα που τόσο την πλήγωσε και να παει «εκεί που γεννιέται ο άνεμος που κάνει τους φοίνικες να λυγίζουν».

Το όνειρο που γίνεται εφιάλτης

Η Χάννα λοιπόν μαζί με πολλές άλλες γυναίκες επιβιβάζεται στο πλοίο της ελπίδας προς την Αφρική για μια καινούργια ζωή. Αλλά η Γερμανία στέλνει γυναίκες εκεί για τις ανάγκες του αντρικού πληθυσμού της στη Νοτιοδυτική Αφρική. Πάνε σαν νύφες, αλλά αν απορριφθούν , τις πάνε στο ίδρυμα-φυλακή-μπουρντέλο Φράουενσταϊν (Frauenstein, «τόπος γυναικών»).
 
Μετά από ένα ταξίδι βδομάδων στη θάλασσα οι γυναίκες επιβιβάζονται σε τραίνο από την πρωτεύουσα Βίντχουκ στην ενδοχώρα. Στο ταξίδι αυτό των 4 ημερών πραγματοποιούνται βιασμοί και κάθε λογής ξευτελισμοί των εγκλωβισμένων γυναικών. Η Χάννα, μια κοπέλα με σπάνια αξιοπρέπεια και τόλμη, αρνείται να υποταχτεί στις ορέξεις των αξιωματικών αποκρούοντας κάθε προσπάθεια ξευτελισμού. Τελικά ακρωτηριάζεται βάναυσα και στέλνεται παραμορφωμένη στο ως άνω ίδρυμα. Αφού της έκοψαν τη γλώσσα, δεν μπορεί ούτε πια να μιλήσει, αλλά συνεννοείται μέσω μιας φίλης που έχει μάθει να την καταλαβαίνει . Η Χάννα πριν φτάσει στο Φράουενσταϊν, θα πέσει από τη βοϊδάμαξα και θα σωθεί από μια φυλή ιθαγενών – τους Νάμα – που τη φροντίζει και γιατρεύει τις πληγές της. Τη συνοδεύουν στο Φράουενσταϊν, αλλά η διευθύντρια τους ενοχοποιεί για τον ακρωτηριασμό της Χάννας με αποτέλεσμα ένα απόσπασμα του γερμανικού αποικιοκρατικού στρατού να εξοντώσει ολόκληρη τη φυλή (δείτε τα ιστορικά στοιχεία, μυθευμένα και πραγματικότητα διαπλέκονται). Σαν αντίποινα γι αυτά που υποτίθεται ότι έκαναν σε μια λευκή οι «άγριοι»!

Το άκρο άωτον της υποκρισίας γίνεται σαφές στον αναγνώστη που έχει διαβάσει τί τράβηξε η Χάννα από τους αξιωματικούς και στρατιώτες συμπατριώτες της στο τραίνο…Οι πραγματικά πολιτισμένοι είναι οι «άγριοι». Χωρίς αμφιβολία υπάρχει στο βιβλίο μια γεύση νοσταλγικής εξιδανίκευσης της πρωτόγονης φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, όπως τη συναντάμε στη φυλή Νάμα που σε πλήρη αντίθεση με τους βάναυσους λευκούς κατακτητές είναι αγνή και καλή.

Εκδίκηση και κάθαρση

Η Χάννα αποφασίζει μια μέρα να δραπετεύσει από το Φράουενσταϊν για να αρχίσει την εκστρατεία εκδίκησης και μαζί μ’ αυτή την πορεία κάθαρσης. Από τη φυλή Νάμα έχει μάθει να επιβιώνει στην έρημο. Οι περιγραφές της ερήμου είναι γλαφυρές, σκληρά ποιητικές. Προφανώς ο συγγραφέας είναι γνώστης της περιοχής…Η Χάννα βρίσκει συμμάχους, μαύρους και λευκούς, κολασμένους της γης και σχηματίζει ένα μικρό, πολύ μικρό στρατό που συμβολίζει ωστόσο μια μεγάλη πράξη αντίστασης. Η γενναία δράση της οδηγεί τελικά στην τιμωρία και το δημόσιο ξευτελισμό του αξιωματικού Μπέλκε που τον βρίσκει μετά από χρόνια και που σύμφωνα με μια είδηση στο African Post αυτοκτονεί ματαιώνοντας έτσι τη δίκη.

Η ψυχογραφία που δίνει ο συγγραφέας της εσωτερικής πορείας της πρωταγωνίστριας είναι βαθιά και χωρίς σημάδια ηθικολογίας. Αντίθετα , καταγγέλλεται η βαθύτατη υποκρισία των Γερμανών κληρικών, είτε μέσα στη Γερμανία είτε στα ιδρύματά τους στην Αφρική. Ο συγγραφέας έκανε έρευνα, είδε τους καταλόγους των ονομάτων του «γραφείου» αποστολής γυναικών, πήγε και στη Γερμανία για να εντοπίσει τα ίχνη της Χάννας. Η πορεία της Χάννας μπορεί να ήταν ατομική, αλλά ήταν πολλές οι «Χάννα» και μ’ αυτή την έννοια η ιστορία της είναι συλλογική και κοινωνική. Έμμεσα τονίζεται η σημασία της ατομικής ανάγκης και ικανότητας για εξέγερση που για να έχει επιτυχία πρέπει να την ακολουθήσουν οι στρατιές των καταπιεσμένων.

Ο αναγνώστης μπορεί να μάθει πολλά διαβάζοντας αυτό – και τα άλλα – έργα του Αντρέ Μπρινκ που η προσφορά του στα γράμματα ήταν εμβληματική.

Άννεκε Ιωαννάτου

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Τι μας διδάσκει ο Μπ. Μπρεχτ - Μια συνέντευξη του Γιώργου Κεντρωτή

Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό έκδοση με 500 ποιήματα του Μπ. Μπρεχτ, με τίτλο «Η Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα», σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας - Πράξης της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Οπως σημειώνει ο ίδιος στον πρόλογο της έκδοσης, «ο προσεκτικός αναγνώστης θα συναντήσει σχεδόν όλα τα πασίγνωστα ποιήματά του (σε νέα μετάφραση εννοείται), αλλά θα ανακαλύψει και πάρα πολλά που κακώς δεν τα γνώριζε. Τα 500 ποιήματα, που απαρτίζουν τούτη την έκδοση, είναι άκρως αντιπροσωπευτικά του όλου έργου του ποιητή. Αντανακλούν, βέβαια, ως προς την επιλογή τους το προσωπικό μου γούστο ως ανθολόγου και μεταφραστή, αλλά πρωτίστως αποτελούν ένα πυκνό ρεζουμέ της ποίησης του Μπρεχτ ως καλλιτεχνικής δημιουργίας, συνθέτοντας την εικόνα του σε όλες τις περιόδους της δράσης του».

-- Παρότι η ποίηση του Μπρεχτ είναι κατ' εξοχήν επικαιρική, δεν φαίνεται να την προσπερνά ο χρόνος. Πώς το ερμηνεύετε;
-- Δεν υπάρχει ποίηση που να μην είναι με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο επικαιρική. Από την επικαιρότητα, από κάτι «επίκαιρο» ξεκινούν όλοι οι μεγάλοι ποιητές. Δεν γράφεται ποίηση σε κενό χρόνου - ούτε με αναμνήσεις τρέφεται η μεγάλη ποίηση ούτε με μαντικές και μελλοντολογίες ικανοποιείται ο αξιωματικός σκοπός της: Το να συγκινεί διαχρονικά. Σε ένα διαρκές τώρα αποσκοπούν οι ποιητές. Τονίζω αυτό το σημαδιακό «διαρκές». Ο Μπρεχτ επιδίωξε με όλες του τις δυνάμεις να εκφράζει έγκυρα την εποχή του προβάλλοντας διαλεκτικά το τώρα της στην οθόνη του κάθε «αύριο». Διαλέγει πάντα από το τώρα όσα στοιχεία συνιστούν την ουσία του κοινωνικού είναι και τα περνάει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Γι' αυτό και ο χρόνος όπως διαβαίνει δεν τον προσπερνά, αλλά τον παίρνει μαζί του: Τον δικαιώνει.

Το εξώφυλλο της έκδοσης
-- Ποια ήταν η αφορμή που σας ώθησε να ασχοληθείτε με μετάφραση έργων του Μπρεχτ; Πόσο καιρό κράτησε αυτή η προσπάθεια μετάφρασης - απόδοσης των ποιημάτων του Μπρεχτ;
-- Η αγάπη μου για τον Μπρεχτ είναι πολύ παλιά. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που να βιώνει την κοινωνική αδικία και να νιώθει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο ως μη φυσική κατάσταση και ως κατ' εξοχήν ανωμαλία, και να μη συγκινείται από τον μπρεχτικό λόγο. Ετσι κι εγώ. Πρώτα τον γνώρισα μέσω μεταφράσεων και κατόπιν στο πρωτότυπο. Η μεταφραστική ενασχόλησή μου με τα ποιήματά του είναι σχετικά πρόσφατη. Δεν πάει πιο πίσω από τα δέκα χρόνια. Αραιά στην αρχή και συστηματικά κατά τα τρία τελευταία έτη ασχολήθηκα με τη μετάφραση των ποιημάτων του προτείνοντας στον εαυτό μου ένα - επιτρέψτε μου να πω - αποκούμπι συντροφικού λόγου μέσα στη θυελλώδη επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Ακόμα και εκείνα τα ποιήματα που, όντας ερωτικά ή παιδικά ή σκωπτικά, δεν είναι ακριβώς πολιτικά (αν και δεν υπάρχει μη πολιτική ποίηση) αποδεικνύονταν ανάσα πολιτισμού στην εποχή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Θα έλεγα ότι η στενότερη ενασχόλησή μου με τον ποιητικό λόγο του Μπρεχτ οφείλεται στο ότι στις ζοφερές μέρες που βιώνουμε αναζητούσα έγκυρες απαντήσεις σε ερωτήματα ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο, την κοινωνία και την προοπτική του ανθρώπινου πολιτισμού, χωρίς τις αλυσίδες των καταπιεστών. Και στον Μπρεχτ όχι μόνο βρήκα ό,τι ζητούσα, αλλά βρήκα και εκείνο που μας ζητάει ο Μπρεχτ να κάνουμε: Να αμφισβητούμε, να είμαστε σε διαρκή κίνηση, σε αέναη πάλη για το εκάστοτε ανώτερο και καλύτερο που αρμόζει στον άνθρωπο και τιμά την ανθρώπινη ύπαρξη. Από την άλλη μεριά, επειδή ασχολούμαι ο ίδιος με την ποίηση, και δη με τις έμμετρες μορφές της, βρήκα ευκαιρία στο πολυποίκιλο ρυθμικό και μετρικό σύμπαν του Μπρεχτ να δοκιμάσω και να ασκήσω τις δικές μου δυνάμεις στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία, συμμορφούμενος στις αυστηρά ποιητικές επιταγές του πρωτοτύπου. Μετέφρασα, δηλαδή, όλα τα έμμετρα ποιήματά του με αυστηρότητα μέτρου και ομοιοκαταληξίας.

-- Γράφετε στον πρόλογο της έκδοσης ότι σε αυτό το βιβλίο οι αναγνώστες θα συναντήσουν πασίγνωστα ποιήματα του Μπρεχτ, αλλά και νέα. Πείτε μας κάτι παραπάνω γι' αυτά. Ποια είναι αυτά που μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά; Ποιο ξεχωρίζετε;
-- Ο Μπρεχτ είναι από παλιά γνωστός και πολύ αγαπητός στην Ελλάδα. Είναι δημοφιλέστατος - πιο πολύ βέβαια λόγω των θεατρικών έργων και των μελοποιημένων τραγουδιών του που έχουν ερμηνευθεί αριστουργηματικά από κορυφαίους καλλιτέχνες. Αλλά τα ερωτικά (μερικές φορές και πέραν του άσεμνου) σονέτα του, τα νανουρίσματα, τα παιδικά και τα σατιρικά του ποιήματα, οι ψαλμοί και τα χορικά του (κατευθείαν επηρεασμένα από τη βιβλική γλώσσα), τα πολιτικά του ποιήματα που αποσκοπούν στην «κατήχηση» των μαζών στον αγώνα κατά του ναζισμού και του καπιταλισμού είναι έργα άγνωστα στη γλώσσα μας. Στην έκδοση που επιμελήθηκα φρόντισα να υπάρχουν ποιήματα από όλες τις περιόδους της μπρεχτικής δημιουργίας, έτσι ώστε να προκύπτει στο τέλος όχι μόνο μια ευρύτατη χρηστική ανθολογία «όλου» του Μπρεχτ, αλλά και να απεικάζεται μια αποκαλυπτική νωπογραφία σαν λυρική μαρτυρία για το πρώτο μισό του 20ού αιώνα και για τους ταξικούς αγώνες του προλεταριάτου τόσο κατά τους «πολέμους» όσο και κατά την «ειρήνη» των κεφαλαιοκρατών. Από τα ποιήματα του Μπρεχτ που πολύ αγαπώ είναι το «Οσοι τρέφονται με ελπίδες»: Δηλαδή τώρα τι περιμένετε; / Οτι οι κουφοί θα σας αφήσουν να μιλήσετε / και ότι οι αχόρταγοι / όλο και κάτι θα σας δώσουν;! / Οτι οι λύκοι θα σας βάλουνε να φάτε / και δεν θα σας καταπιούν αμάσητους;! / Οτι από αίσθημα φιλίας / κινούμενες οι τίγρεις / κοπιάστε θα σας πουν / τα δόντια να μας βγάλετε;! / Τέτοια μού περιμένετε;! / Τέτοια μού προσδοκάτε;!

-- Γράφει κάπου ο Μπρεχτ «ο καπιταλισμός δεν απανθρωποποιεί μόνο, αλλά και δημιουργεί ανθρωπιά και συγκεκριμένα με τον ενεργό αγώνα ενάντια στον απανθρωπισμό».
-- Σωστά το επισημαίνετε αυτό. Ο Μπρεχτ, ως μέγας διαλεκτικός που ήταν, έκρινε αποκλειστικά με το νυστέρι του διαλεκτικού υλισμού. Η δε κριτική που ασκούσε ήταν ανελέητη: Δεν επέτρεπε ούτε κουκουλώματα ούτε υπεκφυγές ούτε μερεμέτια ούτε συγυρίσματα της πραγματικότητας. Ετσι κατακτούσε την - όπως έλεγε - περιστασιακή αλήθεια που του χρησίμευε να αναζητήσει και να βρει τις ανώτερες μορφές της. Πρότεινε την αμφισβήτηση στους πάντες και στα πάντα, αλλά όχι την οποιαδήποτε οπορτουνιστική ή επιπόλαιη αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση. Πρότεινε τη διαλεκτική αμφισβήτηση που επιτρέπει (αν δεν επιβάλλει κιόλας) την εύρεση της αλήθειας όχι μόνο μέσω των δικών μας αντιλήψεων, αλλά και μέσω όλων των ελλόγων πραγματικών προτάσεων. Να το πω με άλλα λόγια: Για να νικήσεις τον καπιταλισμό πρέπει να τον μάθεις, πρέπει να τον βάλεις να μιλήσει, να τον κατανοήσεις, να τον καταστήσεις κατανοητό στις μάζες, να τον αμφισβητήσεις από θέση ισχύος. Υστερα θα τον νικήσεις. Αυτό μας διδάσκει ο Μπρεχτ.

Α. Πρ.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

«…κι από την ήττα κάνε να πυργώσει νίκη περήφανη τρανή»…


Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου

Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου χρόνια
Είσαι παιδί μα στα μαλλιά σου χιόνια
μας ήρθαν δύσκολοι καιροί.

Στην κόψη των κυμάτων θα βαδίσεις
καθώς φουσκώνει η θάλασσα πολύ
μα απ’ τις κραυγές του πλήθους μη μεθύσεις
κράτα τη σκέψη καθαρή,
μα απ’ τις κραυγές του πλήθους μη μεθύσεις
κράτα τη σκέψη καθαρή.

Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου χρόνια.

Μη καρτεράς απ’ τους θεούς βοήθεια,
μη καρτεράς απ’ άλλους την αλήθεια
συ θ’ ανεβείς στο Γολγοθά.

Μοσχοβολούν τα λούλουδα τη νύχτα
όμως σκορπούν στης αύρας την πνοή
γίνε πουρνάρι πoυ αντέχει και ριζώνει
σε βράχια ξέρα, χέρσα γη,
γίνε πουρνάρι που αντέχει και ριζώνει
σε βράχια ξέρα, χέρσα γη.

Μη καρτεράς απ’ τους θεούς βοήθεια.

Κράτα καλά στη δύσκολη την ώρα,
κράτα καλά στου φασισμού τη μπόρα,
σ’ έχει ο λαός οδηγητή.

Τη σκέψη αρμάτωσε με νου και γνώση,
την πείρα των παλιών κάνε μυστρί
κι από την ήττα κάνε να πυργώσει
νίκη περήφανη τρανή,
κι από την ήττα κάνε να πυργώσει
νίκη περήφανη τρανή.

Κράτα καλά στη δύσκολη την ώρα.



Τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα (φωτο), ερμηνευμένο από τη Νατάσσα Παπαδοπούλου. Ζωντανή ηχογράφηση από τη μπουάτ Λήδρα (δίσκος «Τραγούδια από το Αντάρτικο Λημέρι του», 1975).

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

«Η αλυσίδα μας πήρε να βογγά και να τρίζει»… (Θοδόσης Πιερίδης)


Κυπριακή συμφωνία
(αποσπάσματα)

ΙΧ

[...] Λογαριάσατε λάθος με το νου σας, έμποροι,
δεν μετριέται πατρίδα, λευτεριά με τον πήχη!
Κι αν μικρός είν' ο τόπος και το θέλει και μπόρει
τον ασήκωτο βράχο να τον φάει με το νύχι.
Τούτη η δίψα δεν σβήνει, τούτη η μάχη δεν παύει,
χίλια χρόνια αν περάσουν, δεν πεθαίνουμε σκλάβοι!

[...] Αψηλά τις καρδιές μας! Μεσ' στης γης μας το χώμα
πιο βαθιά ριζωμένοι ―κι ας μανίζουν οι ανέμοι.
Τούτο ακόμα το χρόνο, τούτ' την άνοιξη ακόμα...
Στον ορίζοντα πέρα κάποιο φως κιόλας τρέμει.
Αψηλά τις καρδιές μας κι αρχινά να ροδίζει
η αλυσίδα μας πήρε να βογγά και να τρίζει. [...]

Θοδόσης Πιερίδης

Κείμενα Κυπριακής λογοτεχνίας (τόμος β΄)


Ο Κύπριος κομμουνιστής αγωνιστής ποιητής Θοδόσης Πιερίδης γεννήθηκε στο χωριό Τσέρι και έζησε πολλά χρόνια στην Αίγυπτο, στη Γαλλία και τη Ρουμανία ως πολιτικός πρόσφυγας. Στην Κύπρο επέστρεψε το 1962, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Το έργο του, που άρχισε το 1928, περιλαμβάνει πλήθος άρθρων, μελετών και ποιητικών συλλογών, μεταξύ των οποίων η "Κυπριακή Συμφωνία".
Έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 23 Γενάρη του 1968.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Τράτα Κουλουριώτικη (Μνήμη Γιάννη Σκαρίμπα)

Νίκος Λύτρας: Βάρκα με πανί, Πάνορμος

Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ' αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα.
Δούλευε μεροδούλι στην τράτα. Μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ' αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εφτά καλάδες απ' τη νύχτα, τριάντα δυο οκάδες μαρίδα κι άλλες εξήμισυ καθαρά, αυτά ούλα - ούλα. Αναψαριά και των γονέων. Εννιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ' ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα.
Αντε τώρα βρες να την πουλήσεις. Πέντ' εξ δραμές η οκά κι ο κόσμος ούλος. Πέντ' εξ δραμές και μια τηγανιά για το κονάκι. Ούτε τον καπνό και το καρβέλι.
Αντε ζήσε. Δουλεύεις τα παραγάδια σου, τα ίδια. Ούτε το δόλωμα δε βγαίνει. Ρίχτα ούλη νύχτα κι άμε μπονώρα να τα σηκώσεις για να πάρεις τα σχαρίκια. Ούλο χάνοι και σαλιάρες. Πού και πού κάνα καθερό κάνα λιθρίνι.
Θες και δυο οκάδες καλαμάρι να δολώσεις τρακόσα αγκίστρια. Και πού να τάβρεις. Πας στην τράτα περικαλώντας. Χασομεράς μισή μέρα στους γιαλούς. Αν βγάλουνε κανένα κι αν στο δώσουν. Τα καπαρώνουν γλέπεις οι δασκάλοι για ελόγου τους. Προ πάντων κείνος ο κυρ-Βίκος, ο ληξίαρχος, που ξεκαλοκαιρεύει φαμελικώς του στην Αλέτρια. Τρελλαίνεται λέει για δαύτα. Σου λέει αν θες και πώς γίνονται. Θες τηγανιτά, θες με σπανάκι, θες πιλάφι. Οπως θες, όπως η ψυχούλα σου αγαπάει. Μηδά κοιτάει κανείς τη φτώχεια σου. Ας είν' καλά ο καπτ' Αλέκος ο πλεονέχτης. Προτιμάει να τα δίνει στους δασκάλους για τη γούλη, πέρι σ' εμένα για δουλειά, για το ψωμάκι.
Ας είν' καλά πόχει την τράτα μου και τη χαίρεται. Και τι τράτα! Κουλουριώτικη! Αχ! τέτοιο σκαρί, τέτοια τράτα...
Σα νάχει τη γυναίκα σου στην αγκαλιά του άλλος...
***
Βαθιά πικραμένος τα σκεφτόταν.
Είχε και δίκιο ο δόλιος.
Φουκαράς, φτωχαδάκι, τον είχε πάρ' η κάτω βόλτα.
Ψαράς, χταποδάς και τρατάρης, κι αργάτης ακόμα κι οξωμάχος. Οπως λάχαινε, όπως ερχόταν.
Κυνηγός του καρβελιού και του μπακέτου, όπου νάταν βρισκούμενο, στο γιαλό, στη στεριά, ή του πελάου. Χρόνια 'χε να κοιμηθεί με 'κοσπεντάρικο στην τσέπη.
Με μια σαπόβαρκα παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως. Το χειμώνα λιοτρουβιάρης ούλη νύχτα και τη μέρα δούλευε το παραγάδι. Και σαν έπιανε ο Απρίλης, ξανά πάλε στην τράτα. Στην ίδια κείνη πούταν αυτός αφεντικό και καπετάνιος της, πούταν αυτός ψυχή και καύχημά της και που τώρα τού τη χαίρονταν ο οχτρός του.
Πεντάμορφη σκλάβα χριστιανή αυτή, σ' αφέντη Τούρκο. Σκλάβος κι αυτός ο έρμος... αδερφός της.
Αχ! τύχη κακιά, μαγκούφα... Σβάρνα τον είχαν πάρει η φτώχεια και τα χρόνια... Ασπρισαν τα μαλλιά του και καμπούριασε... Να του σβαρνάν αρχίσαν και τα πόδια.
Πικρά τα συλλογιόταν ούλα.
Τον κατάλυσαν τα βάσανα και το μεράκι.
Κακομοίρη, ταπεινό τον είχε κάμει η φτώχεια. Ψωμί και δάχτυλο κι αυτός κ' η δόλια η γριά του.
***
Μ' όλα ταύτα δεν ήταν έτσι.
Οταν παντρεύτηκε, δω και εικοσιπέντε χρόνια - σαν ψες το θυμόταν - ήταν ούλος λεβεντιά και ούλος νιάτα. Είχε τη μέση δαχτυλίδι και την πορπατησιά περήφανη και κορδωμένη. Πολύτιμη αντίκα - κειμήλιο του μακαρίτη του πατέρα του - άστραφτε στο μικρό δαχτυλάκι του ζερβού χεριού του, κι ολόχρυσο ρολόι δούλευε πάντα στο τσεπάκι του γελέκου του. Μίλαγαν τα κοστούμια του και οι μπότες του έτριζαν πάντα.
Τέτοιον, γιομάτον λεβεντιά κι αρχοντικό αέρα, τον δέχτηκε γαμπρό στο πλάι της - κούκλα κι αυτή και καλομοίρα - η Βιελέττα, η γυναικούλα του.
Να εκεί μέσα - στην κρεβατοκάμαρη - πάνω απ' το κρεβάτι τους, μέσ' σε κάρυνη κορνίζα, ήταν το κάδρο του. Δέκα μερών γαμπρός με την κυρά του.
Αχ, τι χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα. Τι σαρανταφτερουγούσα ήταν κ' η τράτα του - καύχημα των γιαλών και του κυμάτου...
Πόσες φορές τώρα βουβός αψήλωνε πάνω στο κάδρο τη ματιά του.
Ενα τραπεζάκι με γλάστρα ήταν στο πλάι κι αυτός στο κάθισμα, με ρούχα γαμπριάτικα και με έως τα γόνατα λαδιές μπότες τριζάτες απ' την πόλη.
Αστραφτε η νιόφορη βέρα στο χέρι του - από εγγλέζικη λίρα - και τα χρυσά μπιχλιμπίδια της καδένας στο γελέκο του.
Ομοια κι αυτή, η Βιελέττα του, ολάσπρη και πασίχαρη, στέκονταν στο πλάι του. Γοργόνα. Το χέρι της, ακουμπισμένο πα στον ώμο του, τού φαίνονταν πως ακόμα το αιστάνονταν κει πάνω.
Αχ! Τι χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα !
Μοσκοβόλαε το σπιτάκι τους απ' το μαγέρεμα κι άστραφταν τα μάτια της Βιελέττας του σαν απόμεναν οι δυο τους. Φίλοι, μουσαφιραίοι ποτές δεν του απόλειπαν, πότε ο κουνιάδος του, πότε ο πεθερός του, πότε τα ξαδέρφια. Καλόκαρδη και προκομμένη τούς έφερνε όλους βόλτα η Βιελέττα του. Καμάρωνε και δαύτος μέσα του, φούσκωνε η καρδιά του από έρωτα. Μαγνήτη είχ' η ματιά της και τον έλκυζε, μαγνήτη είχε το σπίτι και τον ετράβα.
Αχ! πούναι κείνα τα χρόνια τα χρυσά, τα βλογημένα. Είχε και τη Φλώρα του, την τράτα, που την πούλησε για τον ανεπρόκοφτον υγιό του. Τώρα την είχε ο οχτρός του και την χαίρονταν.
Αχ! τι τράτα ήταν εκείνη, τι θαλασσοπούλα γλυκοθώρητη, τι δωδεκαποδαρούσα των γιαλώνε;... Σκαρί κουλουριώτικο ήταν η Φλώρα του, μπακίρι μοναχό 'ταν το καρφί της.
Ο Μεγαλέξαντρος ο Μακεδόνας ήταν στην πλώρη της σκαλιστός, με το χρυσό κοντάρι του στη χέρα.
Σπαθάτη ήταν μπρος - πίσω. Σπαθάτη, γοργοτάξιδη, σαΐτα. Ομόρφαιν' ο γιαλός από τα νιάτα της, μάγια 'χαν τ' άρματά της και τα δίχτυα.
Αχ, ανταγιάντιστος καϋμός τούχε μείνει η Φλώρα του. Μ' οχτώ νομάτους κι αυτός εννιά κι άστα να πάνε... «να γλέπ' ο γιαλός να χαίρεται, να γλέπ' η στεριά να χαιρετάει...». Φτερό κουπί, λεπίδι η πλώρη της. Αχ! τύχη μαγκούφα... τι να σου πρωτοθυμηθεί και τι να πρωτοκλάψει.
Κι αυτός ολόρθος πα στην πρύμη της, με τα βρακιά ανασκουμπωμένα και περαστό το διάκι μες στα σκέλια του, να δίνει τις διαταγές του στους σγαρίλιους.
- Μόλα, μόλα, καλό παιδί, μόλα σκοινί και δόστου νάχει.
Κι όταν πάσα βραδάκι - το λιοβασίλεμα - με τη γλυκιά ανάμνηση της Βιελέττας στην καρδιά του, με τη νοστιμάδα των φιλιών της μες στις φλέβες του, έμπαινε στ' απάνεμο λιμανάκι της Αλέτριας, πόσο προαπολαυστικά ατένιζε το ντερσέκι και τα κεραμίδια του σπιτιού του και πόσο γαργαλιστικά του ερέθιζε τους πόθους της καρδιάς του αυτό το οκνό τραγουδάκι των τρατάρηδων:
Εγια μόλα
έγια λέσα
άιντε όλοι
όλοι μαζί...
{...}

Γιάννης Σκαρίμπας

Από τη συλλογή διηγημάτων Καϋμοί στο Γρηπονήσι (αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη 5/9/2010)

(Ο λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος Γιάννης Σκαρίμπας έφυγε από τη ζωή μια μέρα σαν σήμερα, το 1984).

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Η Τράπεζα του Μέλλοντος (Κ. Π. Καβάφης)


Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

        Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Ν. Καββαδίας - WILLIAM GEORGE ALLUM


Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία·
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές…
Του κάκου· γνώριζεν αυτός ―καθώς το ξέρουμ’ όλοι―
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Βay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: «Θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

(Μαραμπού, Άγρα 1995)

Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Ερμηνεύει η Αρλέτα 

 

Ο ποιητής των πιο μακρινών μας ταξιδιών, γεννήθηκε σαν σήμερα στις 11 Γενάρη του 1910.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Δημήτρης Τατάκης

Ο ηρωϊκός Δημήτρης (Μήτσος) Τατάκης

«Ω μητέρα μου εσύ σεβαστή, κι ω εσύ που με φως γεμίζεις αιθέρα το παν, ω, για δέστε με πόσο άδικα πάσχω!»
(Από τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου)

«Πέρσι τέτοια μέρα, 16 του Δεκέμβρη, πέθαινε στις φυλακές του Μακρονησιού ο Δημήτρης Τατάκης. Ετσι ξαφνικά ήρθε το μεγάλο κακό, δεν το περίμενε κανένας, δεν το πίστευε κανένας. Και πώς μπορούσε να πεθάνει ο Τατάκης; Ενάμιση χρόνο στεκόταν όρθιος, πάνω στο βράχο, ακίνητος, με το πρόσωπο αντίκρυ στην Ανατολή, με τη σκέψη και την καρδιά του δοσμένη σ' όλον τον κόσμο - και να τον δέρνει ο άνεμος και να τον μουσκέβει η βροχή, και να κρουσταλιάζει η παγωνιά το βασανισμένο κορμί του.

Ολοι τόνε ξέρανε πια στο νησί τον Δημήτρη Τατάκη. Κοντά του όμως λίγοι μπορούσαν να φτάσουν: Εκείνοι που είχαν τη δική του παλικαριά - ήταν μεγάλος ο δρόμος ίσαμε το βράχο... - κι εκείνοι που ερχόντουσαν να τον βασανίσουν. Οι άλλοι τόνε βλέπανε από μακριά, όρθιο πάντα, όλες τις ώρες.
- Ποιος είναι; ρωτούσαν.
- Ο Τατάκης.

Περνούσε η νύχτα μέσα στα βογγητά και το αίμα. Ο άνεμος ήταν άγριος. Η θάλασσα χτυπούσε δυνατά το νησί κι έφευγε σφυρίζοντας αναδιπλωμένη, στο σκοτάδι. Κάτι φωνές. Ποδοβολητά. Οι σκηνές των φυλακισμένων αγρυπνούσαν. Ψυχή δεν ξεμυτούσε. Ο θάνατος παραμόνευε. Πότε θα τελειώσει τούτη η νύχτα; Πριν χαράξει έπαυαν τα βογγητά, η θάλασσα ημέρευε, ο άνεμος έπεφτε - τραγουδούσε η σάλπιγγα εγερτήριο.

Εβγαιναν απ' τις σκηνές οι φυλακισμένοι. Ολοι κοιτούσαν προς τα κει. Στην "απομόνωση". Να, ένας ίσκιος - μόλις που τον αγγίζει ο Αυγερινός. Ορθιος πάλι. Δεν έπεσε. Στέκεται ακίνητος. Νίκησε. Αυτός μοναχός, μες στη νύχτα. Ο Τατάκης. Εφευγε ο χειμώνας, έφευγε το καλοκαίρι, ερχόταν δεύτερος χειμώνας, εκεί ο Τατάκης, εκεί κι ο βράχος.

Μια φορά είχε πάει ο γιατρός της φυλακής να τον δει. Ακουσε πως είχε μείνει τριανταδυό μέρες και τριανταδυό νύχτες άγρυπνος, γυμνός, χειμώνα καιρό να σπρώχνεται στην παγωμένη θάλασσα, να στεγνώνει με τον άνεμο, να βασανίζεται, να ματώνει, χωρίς μια στιγμή να πει "αφήστε με", χωρίς να πλαγιάσει. Δεν τον πίστευε ο γιατρός. Πήγε κοντά του. Είδε ένα νέο άντρα, να χαμογελάει...
- Εσύ ανέτρεψες την επιστήμη, του είπε.

Ο Τατάκης όλο χαμογελούσε. Οχι τώρα. Κι όταν βασανιζόταν ακόμα. Δεν μπορούσε να κάνει εξαίρεση στο γιατρό. Λίγο - λίγο άρχισαν να τον παραδέχονται κι οι βασανιστές του. Καταλάβαιναν πια πως δεν μπορούσαν να τον κάνουν να λυγίσει. Αυτό βέβαια δε σήμαινε πως θα σταματούσε ο παιδεμός. Η διαταγή, διαταγή. Αλλά να, τις άλλες ώρες, έρχονταν να του προσφέρουν δειλά ένα τσιγάρο, να τον ρωτήσουν "πώς παν τα κέφια", "πώς τα περνάει".
- Καλά, καλά, τους απαντούσε ο Τατάκης με το ίδιο, τ' ακίνητο χαμόγελό του. Καμιά πίκρα δεν είχε στα μάτια. Κανένα παράπονο στα χείλη. Ξέρει πως έτσι έπρεπε να σταθεί. Δε γινόταν αλλιώς. Ηταν κάτι πολύ φυσικό γι' αυτόν νάναι ο Ανθρωπος, δυνατότερος κι απ' την πιο ανελέητη βία.

Είχε τη θάλασσα συντροφιά του όλη τη μέρα και τη νύχτα. Κάποτε δούλευε στη θάλασσα: Δεύτερος πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Γιατί τον φέρανε στο Μακρόνησο; Αν είχε καμιά "κατηγορία" δε θα τον κρατούσαν τόσον καιρό υπόδικο στις φυλακές. Θα δικαζόταν όπως χιλιάδες άλλοι. Για να τον βαστάνε λοιπόν έτσι, θα πει ότι δεν υπάρχει "υπόθεση". Μπορούσε και να τον άφηναν "ελεύθερο", φτάνει νάλεγε μόνο πως τα βασανιστήρια, οι σκοτωμοί, η τυραννία, που δοκίμαζαν τα παιδιά του λαού, το αίμα, η φωτιά, ήταν σωστά πράγματα - πως το θηρίο που τον παίδευε είχε μεγαλύτερη ανθρωπιά απ' τον ίδιο που μαρτυρούσε.

Ο Δημήτρης Τατάκης, ο καπετάνιος, είπε δε γίνεται αυτό. Μέτρησε τη ζωή, μέτρησε το θάνατο - θα ζούσε για να πεθάνει. Δε θα πέθαινε για να ζήσει. Από κει και πέρα, ό,τι και να ερχόταν, το περίμενε όπως η γη το νερό. Και στεκόταν όρθιος πάνω στο Βράχο. Πότε τον φόρτωναν και με πέτρες. Πότε του λέγανε να σηκώνει το ένα του πόδι.
- Από τέτοια, παιδιά, έννοια σας. Μη στενοχωριόσαστε...

Χαμογελούσε. Κι αγνάντευε τη θάλασσα. Ενα καράβι στον ορίζοντα. Κατά πού να πέφτει το σπίτι του; τι να συλλογιέται τάχα η μητέρα; Η γειτονιά του θάναι ήσυχη τούτη την ώρα; Τα μεγάφωνα του Μακρονησιού έπαιζαν τραγούδια. Κάθε τόσο, τάκοβε ο σπήκερ. "Η Μακρόνησος είναι ο φάρος της ελευθερίας". Φάνηκε μπροστά του ο βασανιστής.
- Απόψε θα υπογράψεις Τατάκη, του είπε. Πρέπει να τη διαλύσουμε την απομόνωση. Κι όταν υπογράψεις εσύ θα τη διαλύσουμε...
Πάλι το χαμόγελο.
- Βάζουμε στοίχημα πως θα υπογράψεις;
- Θα το χάσεις το στοίχημα.
- Ρε βάζεις στοίχημα;
- Θα το χάσεις.

Επεσε πάνω του ο βασανιστής. Τόνε χτυπούσε με το "μπαμπού", με τις αρβύλες, με τις γροθιές, τον γκρέμιζε στους βράχους, του έσφιγγε το λαιμό. Απόκαμε το θηρίο. Ανάσαινε βαριά. Εσταζε ιδρώτα. Ο άλλος χαμογελούσε πάντα μέσα στα αίματα. Τότε χυμάει ο βασανιστής μ' ένα ουρλιαχτό, του δαγκώνει τ' αφτί, να το κόψει. Σηκώνεται αφρισμένος. Πνίγεται. Τρέμει. Δεν μπορεί πια να μη φωνάζει:
- Τη μάνα μου να μου λέγανε, την πατρίδα μου να μου λέγανε, το θεό να μου λέγανε, θα τους πρόδινα για να γλιτώσω...
Φεύγει σκουντουφλώντας με σκυμένο το κεφάλι. Κι ο Τατάκης, ο καπετάνιος, καθώς είναι πεσμένος μπρούμητα στο σκληρό χώμα του Μακρονησιού, με τις πληγές και με τη χαρά της νίκης στο πρόσωπο, του φωνάζει ήρεμα.
- Ψιτ. Τόχασες το στοίχημα...

Ενάμιση χρόνο στάθηκε ο νέος Προμηθέας στο Βράχο του. Οι Αγγελιοφόροι του Δία των φυλακών, του φέρνανε κάθε τόσο μηνύματα. Εστελνε κι αυτός το δικό του. "Θα μείνω εδώ, πέστε του". Και πλήθαινε η απομόνωση και μ' άλλα παλικάρια. Τον χαιρετούσαν μ' εμπιστοσύνη, "Μαζί σου κι εμείς".

Πέρσι, τέτοια μέρα, 16 Δεκεμβρίου, η Διοίκηση των φυλακών πήρε τη μεγάλη απόφαση. Με κάθε τρόπο θάσβυνε η Απομόνωση. Εφταναν οι εκλογές. Το μεγάλο κακό θα σταματούσε. Δεν έπρεπε να γλιτώσει έτσι ο Τατάκης κι η συντροφιά του. Είχαν γίνει πολλοί.

Οδήγησε λοιπόν σε συγκέντρωση τους φυλακισμένους. Θα έβγαζε λόγο κάποιος του "Γραφείου Ηθικής Αγωγής". Ολα ήταν προμελετημένα. Χασισοπότες απ' τις Στρατιωτικές Φυλακές βρίσκονταν εκεί, εφοδιασμένοι με σύρματα, με κοτρόνια, με πέτρες. Δίνεται το σύνθημα. Ορμούν πάνω στα παιδιά της Απομόνωσης. Ποτέ δεν ξανάγινε σ' εκείνη τη σκληρή γη, την αιματοποτισμένη, αυτός ο χαλασμός. Γκρέμιζαν παλικάρια από ψηλούς βράχους στη θάλασσα. Χτυπούσαν όπου βρίσκανε. Γδέρνανε οι αρβύλες τα στήθια των παλικαριών. Γέμισε βογγητό πάλι ο τόπος.

Οι άλλοι φυλακισμένοι σάστισαν μπροστά στο κακό. Ακούστηκε μια φωνή άγρια: "Οι πολίτες να τραβήξουν πάνω στις σκηνές τους! Γρήγορα"! Σε λίγο οι βασανιστές μάζευαν τα πληγιασμένα κορμιά από τους βράχους, από τη θάλασσα, και τα πήγαν στην Απομόνωση. Ρίξανε το καθένα στ' ατομικό του αντίσκηνο. Η νύχτα σκέπασε το Μακρονήσι. Μια φωνή ακουγόταν, εκεί γύρω. "Πεθαίνω... πεθαίνω...".

Ηταν η φωνή του Τατάκη. Την άκουσε μέσα στον πονεμένο της ύπνο η συντροφιά του. Υστερα έσβυσε. Ενα σούσουρο ακολούθησε. Ποδοβολητό. Σα να κουβαλούσανε κάποιον. Δεν μπορούσε κανένας να δει. Την άλλη μέρα τ' αντίσκηνο του Τατάκη ήταν άδειο, με το μπογαλάκι του και το παγούρι πεταμένο σε μιαν άκρη. Τον πήραν και τον θάψανε στο Λαύριο - οι δικοί του το έμαθαν αργότερα, μ' ένα "συλλυπητήριο" τηλεγράφημα του διοικητή της Σ.Φ.Α.

Ετσι πέθανε ο νέος Προμηθέας του Μακρονησιού. Ομως στο βράχο, στάθηκαν άλλα παλικάρια, με το πρόσωπο αντίκρυ στην Ανατολή, ν' αγναντεύουν τη θάλασσα και να χαμογελούν σ' όλον τον κόσμο, καθώς ο Τατάκης, ο Δημήτρης Τατάκης - ο Καπετάνιος».

Γ.Σ.

* Σύμφωνα με κείμενα - μαρτυρίες των συγκρατουμένων στη Μακρόνησο συντρόφων του Διονύση Γεωργάτου και του αξέχαστου Γιάννη Παλαβού (βλέπε «Ρ» 26/1/2003), ο ηρωϊκός Δημήτρης (Μήτσος) Τατάκης, μετά από βασανιστήρια 33 ημερών, υπέκυψε στις 9 προς 10 Γενάρη 1950, ενώ ο υπογράφων με τα αρχικά Γ. Σ. συγγραφέας του διηγήματος χρονολογεί το θάνατο του «προμηθεϊκού» κομμουνιστή Δ. Τατάκη, στις 16/12/1949. Οι προσπάθειές μας να μάθουμε από επιζώντες συγγραφείς - αγωνιστές του ΔΣΕ, ποιος μπορεί να υπέγραφε με τα αρχικά Γ. Σ. δεν είχαν αποτέλεσμα. Μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε: Μήπως πρόκειται για τα αρχικά του Γιαννακόπουλου Σταμάτη («Πέτρος Ανταίος»); Μήπως, για κάποιον, επίσης μακρονησιώτη, συγκρατούμενο του Τατάκη; Μήπως τα αρχικά «Γ. Σ.», όπως και το «Γρηγόρης» και άλλα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε στην ΕΠΟΝίτικη «Νέα Γενιά» και άλλα ΕΑΜογενή έντυπα, ο αγωνιστής, γνωστός πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γεράσιμος (Μεμάς) Σταύρου; Μήπως, τα αρχικά παραπέμπουν στον αλησμόνητο, συγγραφέα, δραματουργό, σκηνοθέτη, μεταφραστή, επικεφαλής του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ, και μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ μέλος της πρώτης εκδοτικής επιτροπής των εκδόσεων «Νέα Ελλάδα» στο Βουκουρέστι, Γιώργο Σεβαστίκογλου; Σημειώνουμε, τέλος, ότι το διήγημα αυτό περιλήφθηκε στη συλλογή «Πεζογράφοι της Αντίστασης», που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», το 1952.

(Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη την Κυριακή 17 Δεκέμβρη του 2006)

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

70 χρόνια μετά: ΕΠΟΝίτικα κάλαντα στην Αθήνα του 1944


Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
Λαοκρατία Λευτεριά
Στη χώρα μας θ' ανθίσει
Και το φασισμό θα σβήσει

Αγιος Βασίλης έρχεται
Κι ο βασιλιάς δεν έρχεται
Να μείνει στην Αγγλία
Και ας φτιάξει εκεί δικτατορία

Ο Παπανδρέου ο χαλβάς
Λένε πως ντύθηκε τσολιάς
Και ζήτησε απ' το Ράλλη
Τα τσαρούχια του να βάλει

Ερχεται ο Σκόμπυ ο τρυφερός
Του Ντούτσε διάδοχος σωστός
Απ' τη Μεγάλη Βρετανία
Μα κωλώνει στα Χαυτεία

Κει πέρα βρίσκει τον ΕΛΑΣ
Του λέει «Σκόμπυ δεν περνάς»
Κι αυτός μαζεύει την ουρά του
Οπως μάζευε ο Ντούτσε τα φτερά του.

Με μια συγκινητική και ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τα αγωνιστικά κάλαντα που έψαλλε η ΕΠΟΝ 70 χρόνια πριν, μέσα στην ηρωική μάχη του Δεκέμβρη του 1944, υποδέχτηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι του στον Άλιμο, ο Κώστας Ξένος, παλαίμαχος ΕΠΟΝίτης, τα νέα παιδιά μέλη της ΚΝΕ που έψαλλαν τα κάλαντα της δικής τους οργάνωσης. Η μαρτυρία και οι στίχοι από τα κάλαντα, όπως τους συγκράτησε ο Κ. Ξένος δημοσιεύτηκαν στο σημερινό Ριζοσπάστη.

Αφηγείται ο Κ. Ξένος: «Πλησίασαν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά 1945 και ένας έριξε την ιδέα να βγούμε να πούμε τα κάλαντα, να μαζέψουμε γλυκά και βιβλία για να τα πάμε στα νοσοκομεία Δαφνίου και Ελευσίνας που νοσηλεύονταν τραυματίες του ΕΛΑΣ και άμαχοι από τους καθημερινούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Δε θυμάμαι ποιος έφτιαξε τους στίχους και τους προσάρμοσε στο σκοπό, είχαν όμως επίκαιρο πνεύμα, ταιριαστό στην κατάσταση των ημερών και άρεσαν πολύ.  Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά κάναμε με τους τραυματίες στα νοσοκομεία που ανέφερα». Και προσθέτει δίνοντας την ευχή του για το σήμερα: «Οι ΚΝίτες μας, η νέα γενιά κομμουνιστών, να συνεχίσετε τον αγώνα μέχρι την ανατροπή του καπιταλισμού, να μας φτάσετε και να μας ξεπεράσετε!»

[Φωτογραφία (ΑΣΚΙ): Χριστούγεννα του 1944. ΕΠΟΝίτες της Πρέβεζας τραγουδούν τα Κάλαντα.]

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

«Έχω αρκετό κουράγιο για να δίνω στ’ όνειρο τη θέση μοναχά του ονείρου»


ΙΙΙ

Θα σου πω κάτι
εξαιρετικά σπουδαίο
Ο άνθρωπος αλλάζει φύση
όταν αλλάζει τόπο.
Εδώ αγαπώ τρομερά
τον ύπνο που έρχεται σαν ένα χέρι φιλικό
ν’ ανοίξει την κλειδαριά της πόρτας μου
να ρίξει τους τοίχους που με κλείνουν.
Όπως λέει μια κοινή παρομοίωση
αφήνομαι στον ύπνο
καθώς γλυστράει το φως σε ατάραχα νερά.

Τα όνειρά μου είναι εξαίσια
Βρίσκομαι πάντοτε όξω.
Ο κόσμος είναι ολόφωτος, ο κόσμος είναι ωραίος
Ούτε για μια στιγμή
Δεν ήμουνα φυλακισμένος.
Ούτε για μια στιγμή μες στα όνειρά μου
Δεν έπεσα από την κορφή στην άβυσσο.
Θα πεις πως είναι τα όνειρά μου τρομερά
Όχι, καλή μου.
Έχω αρκετό κουράγιο για να δίνω στ’ όνειρο τη θέση μοναχά του ονείρου.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

(Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)

«Επιστολές και ποιήματα (1942-1946)», ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Κέδρος

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

24 προτάσεις για να χαρίσετε ένα βιβλίο ― Πράξη αντίστασης και… πλάνα αυτομόρφωσης


Διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο δίνουμε στη σκέψη την κινητήρια δύναμη να δουλέψει τα γρανάζια της, να αναπνεύσει μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον που δημιουργεί η αδυσώπητη καθημερινότητα του αγώνα για την επιβίωση και να ανοίξει ρωγμές στα ―φαινομενικά― αδιαπέραστα τείχη που χτίζει τριγύρω η κυρίαρχη προπαγάνδα.
Χαρίζοντας ένα καλό βιβλίο… στον εαυτό μας ή στους φίλους μας, συμμετέχουμε σε μια πράξη αντίστασης απέναντι στην πολτοποίηση των συνειδήσεων, απέναντι στον καταναγκασμό της τηλεοπτικής αποχαύνωσης και στη μιζέρια που μάς έχουν φυλαγμένη για  «αποκούμπι» όταν και τα τελευταία αποθέματα κουράγιου στερέψουν. Αυτά τα αποθέματα δεν στερεύουν όσο τα χωράφια της ανθρώπινης ψυχής καλλιεργούνται με τα εργαλεία που χάραξαν την πορεία του λαού μας και την μπόλιασαν με τα ιδανικά της εργατικής τάξης. Τότε οι ορίζοντες μένουν ανοιχτοί και φωτίζουν την ελπίδα.

Το βιβλίο αντί να αντιμετωπίζεται από την πολιτεία (όχι βέβαια από αυτή την πολιτεία) ως κοινωνικό αγαθό και να είναι προσιτό σε όλους, πέρα από βαλάντια, έχει γίνει σήμερα κάτι σαν είδος πολυτελείας. Παρά το γεγονός ότι το κόστος της έκδοσης συρρικνώνεται ―η τεχνολογική εξέλιξη βοηθά― η τιμή του παραμένει ψηλή και απαγορευτική για τους περισσότερους. Απέναντι σε αυτό το δεδομένο δεν μένουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Αξιοποιούμε τις όποιες δυνατότητες μάς δίνει ο εμπορικός ανταγωνισμός για χαμηλότερες  τιμές στις νέες κυκλοφορίες, επισκεπτόμαστε εκθέσεις και παζάρια, κάνουμε μια βόλτα στα παλαιοβιβλιοπωλεία ή σταματάμε μπροστά στους βαρυφορτωμένους υπαίθριους πάγκους όπου με λίγη τύχη μπορούμε να ανακαλύψουμε πραγματικά διαμάντια (και όχι απαραίτητα πολύ παλιές εκδόσεις) σε τιμές αντίστοιχες μιας τυρόπιτας ή μιας επίσκεψής μας σε ένα καφέ! Χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε πως για να διαβάσεις ένα βιβλίο δεν είναι απαραίτητο σώνει και καλά να το αγοράσεις. Μπορείς και να το δανειστείς.

Οι μέρες των γιορτών είναι πάντα μια αφορμή ―για όσους έχουν τη δυνατότητα― για να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας ή στα αγαπημένα μας πρόσωπα. Το δώρο αυτό ας είναι ένα βιβλίο.

Στη λίστα που ακολουθεί προτείνουμε βιβλία (με τυχαία σειρά) που κατά τη γνώμη μας αξίζει να αλλάξουν χέρια και να διαβαστούν. Επιλέξαμε μια λίστα από 24 βιβλία που διαβάσαμε (τα περισσότερα τους τελευταίους μήνες) και κάποια (5) που ξεχωρίσαμε και σκοπεύουμε να διαβάσουμε σύντομα. Δεν θα βρείτε εδώ πολυδιαφημισμένες και «ευπώλητες» εκδόσεις με φανταχτερά εξώφυλλα, χώρια που κάποιους συγγραφείς ούτε που θα τους έχετε ακουστά, αλλά μερικά από αυτά τα ταπεινά «εργαλεία» που λέγαμε πιο πάνω.

Όλα τα βιβλία κυκλοφορούν στο εμπόριο. Αν έχετε σκοπό να μπείτε σε κάποιο βιβλιοπωλείο, τότε φροντίστε αυτό να μη συμβεί Κυριακή. Η πράξη αντίστασης που συνιστά η αγορά και μελέτη ενός καλού βιβλίου αποχτάει μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική σημασία όταν συνοδεύεται από την ταξική αλληλεγγύη στους εργαζόμενους των εμπορικών καταστημάτων που απεργούν τις Κυριακές κόντρα στις επιταγές του σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα που πάνε να επιβάλλουν Ευρωπαϊκή Ένωση, τρόικες και κυβέρνηση.

ΥΓ. Η προτεινόμενη λίστα θα μπορούσε ―καλό και χρήσιμο θα ήταν― να μεγαλώσει με τη συμβολή των αναγνωστών. Αναμένονται προτάσεις στα σχόλια.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής (1925-1996) ― Ο δημιουργός αγωνίζεται στο πεζοδρόμιο

Ο Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής
Η εποχή μας δεν είναι επική και μεγαλειώδης, έχει πολλή σκληρότητα, πολλή πεζότητα, θέλει υπομονή και επιμονή, η φλόγα της ψυχής πρέπει να ζεσταίνει και να φωτίζει τη σκέψη και, από την άλλη, η «ψυχρή» ανάσα της σκέψης δεν πρέπει να σβήνει αυτή τη φλόγα.

Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής το κατάφερε με τη στάση ζωής του και με το σύνολο του έργου του, προτρέποντας ταυτόχρονα: «Συνεχίστε...»

Του ήταν αρκετά μερικά μέτρα ενός ταπεινού δρομάκου για να δείξει το πολύπλευρο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, «πίσω» από τα πρόσωπα των έργων του, τα οποία παρακολούθησε στην «κίνησή» τους στη ζωή, αλλά κυρίως στις μεταβολές τους και στις αιτίες τους.

Ενιαία και αδιαίρετη με την πολιτική στράτευσή του στο ΚΚΕ, όχι ως άθροισμα, αλλά με την κάθε πλευρά να πηγάζει και να δένεται με την άλλη, η δημιουργία του διακρίνεται από την αταλάντευτη πίστη στη δυνατότητα της εργατικής τάξης και του λαού να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα και να μετατρέψει αυτήν τη γνώση σε δύναμη, για να αλλάξει τον κόσμο.

Πέρα από τη συναισθηματική δόνηση, ωθεί τον αναγνώστη σε βαθιές σκέψεις και τον καλεί σε συνειδητή δράση κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Είναι τρομακτικού βάθους, η «φωνή που βγάζει» στο θεατρικό του έργο «Η Σκοπιά», γραμμένο για την τελευταία μάχη στο Γράμμο, όταν ο ασυρματιστής αγωνιά «να μη χαθεί η σύνδεση...», δηλαδή η σύνδεση με το αύριο, καθώς ο αγώνας παίρνει νέα μορφή, αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος.

Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα, στο «Δρομάκο με την Πιπεριά» στην πλατεία Βικτωρίας, από όπου ξεκίνησε τους αγώνες του με την ΕΠΟΝ αρχικά και στη συνέχεια με το ΚΚΕ.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, γράφει τη σατιρική επιθεώρηση «Ο Αρχικένταυρος» που ανέβηκε, αργότερα, από ερασιτεχνικό θίασο, για την προπαγάνδιση του ΕΑΜ.



Το 1942 συνεργάζεται με τον Γρηγόρη Ξενόπουλο στη «Διάπλαση των Παίδων» και δημοσιεύει αντιστασιακούς στίχους στον ΕΑΜικό, και στον ΕΠΟΝίτικο Τύπο.

Εντάσσεται στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Νεανική φωνή», μαζί με την Αλκη Ζέη, τον Τάσο Λιγνάδη και άλλους, όπου δημοσιεύει ποιήματά του με το ψευδώνυμο «Στέφος Ροδάνθης», το πρώτο από μια σειρά καλλιτεχνικών ψευδωνύμων (Φώτης Αθηναίος, Δήμος Ροδάς, Φους - Φους κ.ά.), που θα χρησιμοποιήσει όλα τα επόμενα χρόνια είτε για να προστατευθεί στα χρόνια της παρανομίας είτε απλά για λόγους σεμνότητας και χιούμορ.
Ως υπεύθυνος Πολιτισμού στα Αετόπουλα και στην ΕΠΟΝ συμβάλλει αποφασιστικά στην πολιτιστική έκρηξη της Εθνικής Αντίστασης με το «Θέατρο του Δρόμου» στις γειτονιές και αργότερα με έργα στο Βουνό και το καλλιτεχνικό συγκρότημα του ΔΣΕ.
Για την προσφορά του θα προλάβει ήδη μέχρι το 1949 να ...τιμηθεί από το αστικό κράτος με δύο καταδίκες σε θάνατο!

Γράφοντας για τον πόλεμο, ο Ρεντής ξεγύμνωσε τις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στις συνθήκες της Κατοχής, ανέδειξε τον αγώνα του ΕΑΜ, ψυχή και κύριος αιμοδότης του οποίου ήταν το ΚΚΕ, και υπογράμμισε τη σημασία της οργανωμένης πάλης.

Η θεματολογία του ήταν πρωτότυπη, όπως το έργο του «10 ατέλειωτες ώρες» που αφορά τη δράση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, από την επιχειρούμενη αρπαγή της εκ μέρους των ναζί και των συνεργατών τους.

Απέδειξε έτσι, πόσο ολοκληρωμένος ήταν και πρέπει να είναι ο αγώνας των κομμουνιστών, συμπεριλαμβάνοντας στην πάλη για το «καθημερινό ψωμί», και όλα όσα είναι αναγκαία για την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου, όπως ο Πολιτισμός.

Στα έργα του σκιαγραφείται επίσης, το «πρόπλασμα» του αυριανού ανθρώπου, έτσι όπως γεννιέται, συμμετέχοντας με όλο του το είναι στον αγώνα του σήμερα.

Η πένα του πάντοτε ανέδειξε το μεγαλείο του Ανθρώπου: Σε μια εκπληκτική σκηνή στον «Δρομάκο με την Πιπεριά», η νίκη της ανθρώπινης προσωπικότητας επί του αφρισμένου φασιστικού κτήνους έχει το πρόσωπο ενός δασκάλου κρατούμενου των ναζί στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου στα παιδιά της γειτονιάς που τον επισκέφθηκαν είπε ότι εκτός από τα φρικτά σωματικά βασανιστήρια, οι ναζί εφάρμοζαν και ψυχολογικά βασανιστήρια, όπως το άσκοπο κουβάλημα τόνων πέτρας.

Οι κρατούμενοι, όμως, σώρευαν τις πέτρες σχηματίζοντας πυραμίδα, ένα γεωμετρικό σχήμα με μορφή, δηλαδή, για να «μη χάσουν το μυαλό τους».

Καμιά πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας δεν απουσιάζει από το έργο του Ρεντή, στο οποίο ιδιαίτερα «γόνιμο», κοινωνικά, πρόσωπο αναδεικνύεται η Γυναίκα.

Πρόκειται για τα ντροπαλά κορίτσια που προπολεμικά περίμεναν στο σπίτι να τους φέρει ο πατέρας το «γαμπρό» και έφθασαν να καθοδηγούν με το αυτόματο στο χέρι, ολόκληρα τμήματα στο Γράμμο.

Αλλά και οι «βαριοί» σύντροφοι μαθαίνουν να εκδηλώνουν τα αισθήματά τους.

Βαθιά ανθρώπινες σελίδες για όλα εκείνα τα παιδιά που περπάτησαν το θάνατο δίχως να σκοντάψουν, χωρίς προηγουμένως να γνωρίσουν τη γλύκα του φιλιού και τον έρωτα που «σταματά το χρόνο».

Μετά τον αγώνα του ΔΣΕ, ακολούθησε η πολιτική προσφυγιά - κυρίως στη Ρουμανία - για δεκαεννιά έτη, από τα πλέον δημιουργικά της ζωής του.

Το 1962 τού απονέμεται το Πρώτο Βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για τον επαναπατρισμό του, που επικυρώθηκε με κυβερνητική απόφαση του 1966, αλλά υλοποιήθηκε το 1968.

Η επιστροφή του κατά τη διάρκεια της χούντας σήμανε - για ακόμα μια φορά - μια ζωή μέσα στο κυνηγητό και την παρανομία. Αρχικά συλλαμβάνεται και αργότερα αφήνεται ελεύθερος, αφού πρώτα του αφαιρούνται η ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα προς εργασία.

Αδυνατώντας να εκδώσει οποιοδήποτε έργο του, κερδίζει το ψωμί του γράφοντας με ψευδώνυμα επιτυχημένες σειρές για το ραδιόφωνο («Το σπίτι των ανέμων» κ.ά.) αλλά και βραβευμένες διαφημίσεις, την αμοιβή των οποίων εισέπρατταν γνωστοί και φίλοι για λογαριασμό του.

Μετά την πτώση της χούντας, συνεχίζει την πετυχημένη δουλειά σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές σειρές, ενώ το 1974 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του στην Ελλάδα, την ποιητική συλλογή «Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη», που γράφτηκε μέσα στην καρδιά των γεγονότων του Πολυτεχνείου και αρχικά μοιράστηκε σε χειρόγραφα από χέρι σε χέρι.

Το 1976 μετακομίζει στην Καλλιθέα όπου θα μείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Θα στηρίξει τη δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου και θα αφιερωθεί στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας.

Παρά τις απίστευτες δυσκολίες, την παρανομία και τα οικονομικά προβλήματα, η λογοτεχνική παραγωγή του Ρεντή είναι εξαιρετική τόσο σε όγκο όσο και σε ποιότητα, αφού αποτελείται συνολικά από 32 εκδομένα έργα, 15 ανέκδοτα, 21 ποιητικές συλλογές, 24 θεατρικά, 50 μονόπρακτα, σενάρια για πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, 10 ραδιοφωνικές εκπομπές με 1.000 συνολικά επεισόδια και 22 τηλεοπτικές εκπομπές.

Αναπόσπαστο κομμάτι του έργου του η δημοσιογραφία μέσω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με το «Ριζοσπάστη» και τον «902» και η απλόχερη βοήθειά του σε πολλούς νέους δημοσιογράφους.

Η πένα του αναμετρήθηκε με όλους όσοι ήθελαν να βάλει το ΚΚΕ «λίγο νερό στο κρασί του», να χάσει δηλαδή την επαναστατική του ψυχή.

Τιμήθηκε πολλές φορές για το έργο και την ανεκτίμητη προσφορά του. Ανάμεσα στα βραβεία αυτό της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών, το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης στη Ρουμανία και το Πρώτο βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού για το έργο του «Νεκρή Γραμμή» το 1962 και εκ νέου από το Φεστιβάλ Ιθάκης το 1980 και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1993. Επίσης, έλαβε το πρώτο βραβείο «Κώστα Ελευθερουδάκη» για το παιδικό βιβλίο «Το πιο παράξενο ταξίδι».

Ηταν ο άνθρωπος που έγραψε το «Σαν ατσάλινο τείχος», το «Παιδιά σηκωθείτε», το «Βροντάει ο Ολυμπος και πάλι» για τον ΔΣΕ και το τραγούδι για τον Νίκο Μπελογιάννη.

Στη διαθήκη του, με την οποία άφησε όλο του το έργο στο Κόμμα, έγραψε πως «ο δημιουργός, όπως με δίδαξε το ΚΚΕ δεν μπορεί να μένει κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, παρατηρητής και "κριτής", αλλά ν' αγωνίζεται στα πεζοδρόμια, τον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού».

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης, Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής με τα χέρια του ποτισμένα από τον ιδρώτα του ανθρώπινου μόχθου, μια στάλα τρίμμα πιπεριάς και την αψιά μυρωδιά της μπαρούτης, αγωνίστηκε στον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού.

Ν. Α.