Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ




Ένα ποίημα, ένα μπλοκ, κομμάτια δυο από μια λόγχη, στην καρδιά, ένας αντάρτης νεκρός. Μια μεραρχία νεκρή.
«Νεκρή Μεραρχία» ονόμασαν τη 3η Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού που έδρασε στην Πελοπόννησο, στάθηκε πιο ηρωική και συνάμα η πιο τραγική από όλες τις άλλες γιατί όλοι οι μαχητές της γνώριζαν ότι εάν δεν κατάφερναν να κρατήσουν τον Μοριά , αυτό θα σήμαινε τον θάνατό τους . Κι αυτό συνέβη.
Το 1949 έρχεται το τέλος της. Οι νικητές όμως δεν αρκούνται στη νίκη. Θέλουν να διαπομπεύσουν, να διασύρουν, να ευτελίσουν όσο γίνεται τον αντίπαλο. Γυρνούν με τα κομμένα κεφάλια σε πόλεις και χωριά και τα επιδεικνύουν περήφανα. Σκυλεύουν το σώμα αλλά και το πνεύμα.
Ανασκαλεύουν τα προσωπικά αντικείμενα των νεκρών κι ανακαλύπτουν στίχους! Θεωρούν αδιανόητο ένας «κατσαπλιάς» να έχει ευαισθησίες. Τα ποιήματα γίνονται αντικείμενο χλευασμού. Ο δημοσιογράφου της ΒραδυνήςΒενιζέλος Ζερβέας μέσα από άγνωστη διαδικασία γίνεται κάτοχος κάποιων εγγράφων. Σε δυο συνέχειες, 20 και 31 Μαΐου 1949, παρουσιάζει τα «ευρήματά» του κάτω από τον τίτλο «Αλληλογραφία και… ερωτικά ποιήματα των συμμοριτών»:
« Κρατώ στα χέρια μου όχι μόνο «έγγραφα» των συμμοριτών της Πελοποννήσου, τα οποία απέκτησα κατά την εν Τριπόλει διαμονήν μου αλλά και συμμοριτικά τετράδια ως και μπλοκ εις τα οποία αναγράφονται πως είχον συγκροτηθή διάφοροι συμμοριτικαί διμοιρίαι και ποίοι κατσαπλιάδες μετείχον εις αυτάς. Ένα μεγάλο μπλοκ φέρει καταφανή ίχνη λογχισμού, με τον οποίον, φαίνεται εξοντώθη εις πάλην σώματος προς σώμα με στρατιώτην ή με χωροφύλακα ο κατέχων αυτό συμμορίτης.»
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΙ
Ο Βενιζέλος Ζερβέας αναπαράγει πολλά έγγραφα και αναφορές του ΔΣ και του ΚΚΕ καθώς και γράμματα ανταρτών. Περιοριζόμαστε σε αυτά που αποκαλύπτουν κάποιες άγνωστες πλευρές του αντάρτικου αγώνα.
Σ ‘ένα τετράδιο, μάλλον ημερολόγιο,  άγνωστου αντάρτη , ανάμεσα σε σημειώσεις για μάχες βρίσκει το παρακάτω σχεδίασμα ποιήματος και το αντιγράφει – ακολουθούμε την ορθογραφία του δημοσιεύματος :
Μια στη ζωή για καθένα χτυπάει καμπάνα
Μια φορά στη ζωή αποχτάει κανένας τη μάννα
Μια φορά στη ζωή η πνοή του ανθρώπου τελειώνει-σβύνει
Μια φορά μονάχα της αγάπης το φαρμάκι πίνει
Την πρωτόειδα εκεί στης Καρίτσας τα βράχια, τα ελάτια
κι η καρδιά μου ευθύς χίλια γίνηκε κομμάτια.
Στο μυαλό μου περνά και φουντώνει η σκέψι κι απλώνει
Πως κρατά γερά ευτυχίας κι αγάπης τιμόνι
Μα του κάκου όλ’ αυτά, δεν αργούν μου ξεφεύγουν και πάνε
Πάνε πάνε ψηλά και μαζί  της αντάμα πετάνε
Κι εγώ μένω ξανά μ’ ένα πόνο βαρύ στο κεφάλι
Γιατί δίχως χαρά θα περάσω τη θύελλα πάλι.
5-5-1949
Άξια σημασίας είναι οι σημειώσεις που προηγούνται και έπονται του παραπάνω ποιήματος.
Πριν: «Το βράδυ της 29-3-49 φάγαμε τις ριπές στου Φλώρου το μαντρί στο Πόρο».
Μετά:  «Στις 5-4-49 σκότωσαν τον Αντζακλήν».


ΔΣΠ_ΑΤΖΑΚΛΗΣ


Ο Γιώργος Ατζακλής ήτανε Διοικητής του Αρχηγείου Πάρνωνα του ΔΣΕ. Σκοτώθηκε στις 5 Απριλίου του 1949 στη θέση Τσίλια του Βρονταμά Λακωνίας.  Το πτώμα του εκτέθηκε σε δημόσια θέα μαζί με κομένα κεφάλια ανταρτών κι οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στον τύπο της εποχής.
Στις παραπάνω σημειώσεις κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ο ανώνυμος αντάρτης  καταγράφει το θάνατο του Γιώργου Ατζακλή σχεδόν ένα μήνα αργότερα. Άραγε άργησε τόσο πολύ να τον μάθει;

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

«…δεν είναι τίποτα να λείπεις. Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει...»


Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις,

να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις,

να 'ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,

οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι,
και συ να λείπεις,

Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις.

Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει
η κάμαρα να 'ναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο,
και συ να λείπεις.

Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται,
και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται,
και συ να κοιμάσαι κάτου απ' το χώμα,
και τα κουμπιά του σακακιού σου ν' αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ' το χώμα,
κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει

όταν η καρδιά σου,
που τόσο αγάπησε τον κόσμο,
θα 'χει λιώσει.

Να λείπεις ― δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ήταν 28 Ιούλη του 1980 όταν η νεαρή αγωνίστρια, φοιτήτρια, μέλος της ΚΝΕ, Σωτηρία Βασιλακοπούλου (φωτογραφία) δολοφονούταν με φριχτό τρόπο έξω από την πύλη του εργοστασίου της ΕΤΜΑ, επειδή μοίραζε προκηρύξεις στους εργάτες. Η Σωτηρία πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί ν' αλλάξει, ότι οι εργάτες μπορούν να γκρεμίσουν το σύστημα της καταπίεσης και εκμετάλλευσης και πάλευε για αυτό. Η θυσία της δεν πήγε χαμένη. Ο καλύτερος φόρος τιμής στο πρόσωπό της είναι η συνέχιση του αγώνα.

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Αλέχο Καρπεντιέρ - «Ο καθαγιασμός της άνοιξης»


Ο Αλέχο Καρπεντιέρ (1904 - 1980) θεωρείται ο σημαντικότερος πεζογράφος της Κούβας του 20ού αιώνα. Είναι παγκόσμια γνωστός και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες. Οι συνεχείς επανεκδόσεις του συνόλου του έργου του, αποδεικνύουν ότι είναι κλασικός συγγραφέας. Ο στοχασμός του ξεπερνάει τα σύνορα της Κούβας και έχει αποκτήσει πανανθρώπινη διάσταση.
Ο Αλέχο Καρπεντιέρ με την τέχνη του υπηρέτησε την Κουβανέζικη Επανάσταση, συνέβαλε στην απόκτηση νοτιοαμερικάνικης πολιτιστικής συνείδησης, πάλεψε για την ενότητα των λαών της Νότιας Αμερικής. Παρέμεινε μαρξιστής - κομμουνιστής μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1979 έγραψε το τελευταίο του έργο ο «Καθαγιασμός της Ανοιξης». Μέσα από την ιστορία των ηρώων, ενός Κουβανέζου και μιας Ρωσίδας, περνάει όλη η ιστορία της προεπαναστατικής Κούβας, καθώς και η ιστορία της Ευρώπης του 20ού αιώνα. Το έργο τελειώνει με το θρίαμβο της Κουβανέζικης Επανάστασης. Η «Ανοιξη» είναι η επανάσταση που άλλαξε όχι μόνο τις συνειδήσεις των ηρώων, αλλά και ολόκληρου του κουβανέζικου λαού.
Τα αποσπάσματα είναι από το τελευταίο κεφάλαιο του έργου.
Περιγράφει την αποτυχημένη επέμβαση των Αμερικανών το 1961 στον Κόλπο των Χοίρων, προκειμένου ν' ανατρέψουν την Επανάσταση. Ο συγγραφέας περιγράφει το αγωνιστικό φρόνημα του λαού, το οποίο σήμερα είναι ανάλογο με το φρόνημα εκείνης της εποχής.

«Ο καθαγιασμός της άνοιξης»


Παπαγεωργίου Βασίλης
Επειδή γνωρίζω λίγο αυτόν το δρόμο, υπολογίζω ότι γύρω στις 10 το βράδυ θα φτάσουμε στο Jagiley Grande, όπου εκδόθηκε η πρώτη πολεμική ανακοίνωση της επαναστατικής κυβέρνησης...
«Δυνάμεις απόβασης σε στεριά και σε θάλασσα, χτυπούν πολλά μέρη του εδάφους στο νότιο της επαρχίας de Las Villas, υποστηριζόμενες από αεροπλάνα και πολεμικά πλοία».
Περιτριγυρισμένος από άνδρες της πολιτοφυλακής μου, εδώ και ώρες ταξιδεύω σ' αυτό το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, που πρέπει να μαζεύεται στη μια πλευρά του δρόμου για να αφήσει ελεύθερο το βήμα σε καμιόνια, που με κορναρίσματα μας ζητούν το δρόμο, γεμάτα από νέους αγωνιστές, που τραγουδώντας τραγούδια και ύμνους μας πλησιάζουν και μας αφήνουν πίσω. Μόλις μας πλησιάσουν και δουν πως πάμε για τον ίδιο σκοπό μ' αυτούς, μας χαιρετούν με αστεία, ενθαρρυντικές κραυγές και το σύνθημα «θάνατος στον εχθρό». Εναν εχθρό που έχει γελοιοποιηθεί εδώ και τρεις γενιές.
Τραγουδώντας μέσα στο σκοτάδι φτάνουμε στο πρώτο σπιτάκι που είναι περιτριγυρισμένο με σύρμα. Ολο είναι αφορμή για γέλια: Ο σοφέρ που άσχημα απέφυγε μια λακκούβα, ο άνθρωπος που έρχεται να μας συναντήσει επάνω σε ένα σκελετωμένο άλογο (ζήτω το ένδοξο ιππικό!). Ενα ζευγάρι αγκαλιασμένο κάτω από ένα δέντρο (αφήστε κάτι για μετά!.. Μην τη φας!..).
Δεν ξέρω πώς χωράμε σ' αυτό το αυτοκίνητο που έχει μεταμορφωθεί σε στρατιωτικό. Οι νεαροί που με συνοδεύουν πάνε να πολεμήσουν, όπως θα πήγαιναν σε μια γιορτή ή καλύτερα σ' έναν αθλητικό αγώνα, όπου είναι σίγουρο πως θα νικήσουν. Και τι διαφορά ανάμεσα σ' αυτούς και τους στρατιώτες της δικτατορίας, που όπως είναι γνωστό πήγαιναν μέχρι τη Sierra Maestra με έναν φοβερό φόβο, γαντζωμένοι στο γρανάζι της στρατιωτικής δουλείας από την οποία ήταν αδύνατο να ξεφύγουν.
Δεν μπορούν ν' αγνοούν αυτά τα παιδιά πως ο πόλεμος δεν είναι κάτι αστείο. Ομως το φρόνημά τους είναι το ίδιο που παρατηρώ σ' αυτούς όταν δουλεύουν, συγκεντρώνονται, διαφωνούν, στα εργοστάσια, στα συνεργεία, στα γραφεία, στα σχολεία. Θέλουν να πάνε μπροστά, να νικήσουν τη δυσκολία, με την προσωπική προσπάθεια, την επιμονή, τη θέληση. Κάτι καινούριο για έναν κρεολό, που για πολλά χρόνια είχε συνηθίσει να πετυχαίνει προνόμια και ευεργετήματα μέσω της πονηριάς και της απάτης. Εγώ ποτέ δεν περίμενα τέτοια μεταβολή στους συμπατριώτες μου. Δεν έχασαν, όμως, το χιούμορ τους, την προσήλωσή τους στο χορό, την τάση τους να δημιουργούν μουσική με όλα. Γι' αυτό χαιρόμουνα αυτή τη νύχτα να βλέπω τον κόσμο μας τόσο χαρούμενο, εγώ που καλύτερα από τον καθένα (σαν πολεμιστής άλλου πολέμου) γνώριζα αυτό που μας περίμενε στο τέλος του δρόμου....
Τελικά μπήκαμε, σε ένα χωριό πλούσιο και δραστήριο, από παλιά κέντρο τραπεζικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Υπάρχει μεγάλη κίνηση στους δρόμους. Τα φώτα είναι όλα αναμμένα. Ενα μικρό καφενείο είναι γεμάτο από πολιτοφύλακες - μου φαίνεται πως μερικοί δεν πρέπει να είναι μεγαλύτεροι από 14 ή 15 ετών. Φαίνεται ότι εδώ, μόλις έγινε γνωστή η απόβαση του εχθρού, όλος ο κόσμος έπεσε πάνω στο οπλοστάσιο ζητώντας όπλα. Ολος ο κόσμος φαίνεται πως έχει κινητοποιηθεί. Στις γωνίες, στο πάρκο... Μερικοί που επέστρεψαν από τον τόπο της μάχης αφηγούνται τις πρώτες τους εντυπώσεις. Λένε πως εκεί (και δείχνουν μέχρι το νότο) οι δυνάμεις εισβολής έφτασαν με πολλά πλοία. Διαθέτουν ελαφρά τανκ, έχουν όπλα κάθε είδους και υποστηρίζονται από αεροπλάνα (εγώ βλέπω τα όπλα που φέρνουμε: όλμους, μπαζούκας, τρία πυροβολικά. Είναι λίγα για να αντιμετωπίσουμε αυτό που έρχεται εναντίον μας).
Περασμένα μεσάνυχτα μεταφέραμε τον οπλισμό μας σε ένα μεγάλο καμιόνι, όπου στοιβαγμένοι με άλλους πολιτοφύλακες, έχοντας όλα τα φώτα σβησμένα, αρχίσαμε να κυλάμε προς την έδρα της διοίκησης των δυνάμεων του μετώπου της Playa Larga. Εδώ, το νιώθαμε, είμαστε στον προθάλαμο της ζώνης των επιχειρήσεων. Υπήρχε μόνο ένα κτίριο φωτισμένο, το κτίριο της διοίκησης. Ξαφνικά είδα να φτάνει, σαν να έβγαινε από τη σκιά, ο κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος επέστρεφε από τη γραμμή της μάχης ακολουθούμενος από πολλούς αξιωματούχους.
Στο νου μου ήρθανε τα λόγια που είπε στην κηδεία των θυμάτων του βομβαρδισμού της 16ης του Ιούλη. «Εμείς, με την επανάστασή μας, όχι μόνο έχουμε ξεριζώσει την εκμετάλλευση του έθνους από άλλο έθνος, αλλά επίσης την εκμετάλλευση κάποιων ανθρώπων από άλλους ανθρώπους! Εμείς έχουμε καταδικάσει την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο και επίσης θα ξεριζώσουμε στην πατρίδα μας την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο... Σύντροφοι, εργάτες και αγρότες! Αυτή είναι η σοσιαλιστική και δημοκρατική επανάσταση των ταπεινών, με τους ταπεινούς και για τους ταπεινούς. Και γι' αυτή την επανάσταση των ταπεινών, με τους ταπεινούς και για τους ταπεινούς, είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε τη ζωή μας (...)».
Συνέρχομαι όταν νιώθω ότι με φέρνουν σε ένα καμιόνι, στου οποίου το πάτωμα με ξαπλώνουν ανάμεσα σε άλλους τραυματίες. Ο πόνος φτάνει μέχρι στο στήθος μου. Πρέπει να έχω χάσει πολύ αίμα. Το πόδι μου δεν μπορώ να το κουνήσω. Στο νοσοκομείο με περιμένει ο Caspar.... «Caspar λέω, Caspar», χωρίς να μπορώ να πω τίποτα περισσότερο. Και με το ελεύθερο χέρι μου, του δείχνω το πόδι που δε φαίνεται, που πια δε νιώθω. «Οχι, άνθρωπε, όχι. Μη το φαντάζεσαι αυτό - λέει ο Caspar γελώντας, πολλά απλά σπασίματα.... Τώρα θα σου δώσουν ένα ηρεμιστικό για να κοιμηθείς».
Και ξημερώνει... Η μέρα με βρίσκει σε κατάσταση καλύτερη. «Και ο πόλεμος;», «ο πόλεμος;» - ρωτάω πολλές φορές τις νοσοκόμες. Και εκείνες μου απαντούν: «φαίνεται πως τον έχουμε κερδίσει» (...) Το βράδυ ο Caspar ήρθε να με δει φέρνοντας ένα μικρό ραδιόφωνο.
«Ακου» μου λέει. «Δυνάμεις του επαναστατικού στρατού και των εθνικών επαναστατικών πολιτοφυλακών κατέλαβαν με επίθεση τις τελευταίες θέσεις, που οι μισθοφορικές δυνάμεις εισβολής είχαν καταλάβει στο εθνικό έδαφος. Η Playa Giron, που ήταν το τελευταίο σημείο των μισθοφόρων έπεσε στις 5.30 το απόγευμα. (...) Η επανάσταση νίκησε, αν και πλήρωσε ένα βαρύ τίμημα ανθρώπινων ζωών, αγωνιστών που αντιμετώπισαν τους εισβολείς ασταμάτητα, χωρίς μια στιγμή ανακωχής, καταστρέφοντας έτσι, σε λιγότερο από 75 ώρες, τον στρατό που οργάνωσε κατά τη διάρκεια πολλών μηνών, η ιμπεριαλιστική κυβέρνηση των ΗΠΑ. (...) Ο εχθρός έχει υποστεί συντριπτική ήττα».
«Τον κερδίσαμε», λέει ο Gaspar χαμογελώντας. Ηδη όμως, έφτασαν οι τραυματιοφορείς. Με οδηγούν στο διάδρομο της εξόδου. Στο δρόμο πανηγυρίζουν μαζί μαθητές, αγρότες και πολιτοφύλακες. Πρέπει να φέρνουν τους πρώτους αιχμαλώτους. «Ολοι τους θα παριστάνουν τους αγγέλους») λέει ο Gaspar γελώντας. Ομως, αν είχαν νικήσει αυτοί... Αχ μάνα μου, αν είχαν νικήσει αυτοί... Αυτοί δεν ξέρουν να συγχωρούν. (...)

Αλέχο Καρμπεντιέρ
(Μετάφραση: Κική Αεξοπούλου)
Ριζοσπάστης, 27 Φλεβάρη 2005

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Η σχέση της Οχτωβριανής Επανάστασης με τη λογοτεχνία


"Την παραμονή της Οχτωβριανής Επανάστασης"
πίνακας του D. Nalbandyan

«Είναι βέβαιο. Με τη μεγάλη επανάσταση αρχίζει μια μεγάλη εποχή για τις τέχνες. Πόσο μεγάλες θα γίνουν αυτές;»
Μπέρτολντ Μπρεχτ

Η Οχτωβριανή Επανάσταση εγκαινίασε ένα νέο τύπο σχέσεων ανάμεσα στις τέχνες και τον καλλιτέχνη, από τη μια, και τον εργαζόμενο λαό, από την άλλη. Αυτός ο νέος τύπος σχέσεων κινήθηκε σε πολλά πεδία: στο πεδίο της διαμόρφωσης νέας θεματολογίας, νέου περιεχομένου, πολλές φορές και νέων μορφών στο έργο τέχνης. Στο πεδίο της παραγωγής και της διάδοσης του πολιτιστικού προϊόντος και της συμμετοχής του κοινού στην απόλαυσή του. Τέλος, στο πεδίο της ανάπτυξης νέων μορφών τέχνης (κυρίως του κινηματογράφου) που τέθηκαν, όπως και όλες οι παλιότερες, στην υπηρεσία της διαμόρφωσης του νέου τύπου ανθρώπου που θα οικοδομεί το σοσιαλισμό.

Η λογοτεχνία δεν υστέρησε, σε σχέση με τις άλλες τέχνες, ως προς τις επιδράσεις που δέχτηκε από την επανάσταση του Οχτώβρη, αλλά και ως προς τα αριστουργήματα που γέννησε, εμπνευσμένα από το νέο κόσμο που χάραζε, εντός και εκτός της επαναστατημένης Ρωσίας.

Το νεαρό εργατικό κράτος στη Σοβιετική Ενωση έχει να αντιμετωπίσει, και όσον αφορά τον πολιτισμό, προβλήματα πολύ πραγματικά και πολύ υλικά. Πρέπει να καταπολεμηθεί ο διάχυτος αναλφαβητισμός, η γενικευμένη θρησκοληψία, η απόλυτη απαξίωση των - πλην της ρωσικής - γλωσσών που μιλιούνταν στην αχανή χώρα. Είναι «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση, όχι μόνο για να γραφτούν μεγάλα έργα τέχνης, αλλά και για να γίνουν κτήμα του σοβιετικού λαού. Παράλληλα με τις τιτάνιες αυτές προσπάθειες, γράφονται έργα υψηλής αισθητικής που προπαγανδίζουν τις προλεταριακές αξίες. Στις γραμμές των σοβιετικών διανοούμενων αναπτύσσεται πλούσια και γόνιμη συζήτηση - που, συχνά, εξελίσσεται σε διαπάλη με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά - σε σχέση με τις αισθητικές μορφές από τις οποίες μπορούν να εκφραστούν καλύτερα οι προλεταριακές αξίες. Αναπτύσσεται το ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με κύριο εκπρόσωπο, στη λογοτεχνία, το Μαξίμ Γκόρκι. Το ρεύμα αυτό στηρίζεται και στην πλουσιότατη παράδοση της ρώσικης λογοτεχνίας, λαϊκής και λόγιας: στους θρύλους, στα παραμύθια, στα τραγούδια της αγροτικής Ρωσίας, αλλά επίσης και στις λογοτεχνικές επιτεύξεις της ρώσικης γλώσσας, έτσι όπως πραγματώθηκαν μέσα από την ποίηση του Πούσκιν, ή μέσα από το ρώσικο μυθιστόρημα. Ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι και ο κύκλος του περιοδικού «ΛΕΦ» καταθέτουν τη δική τους αισθητική πρόταση: ρήξη με τις παλιές αισθητικές φόρμες, ώστε το καινούριο, η προλεταριακή επανάσταση, να εκφραστεί αποκλειστικά και μόνο από καινούριες μορφές.

Η σοβιετική λογοτεχνία δίνει προτεραιότητα στο περιεχόμενο που, με τη σειρά του, επαναδιαμορφώνει τη φόρμα. Στην πορεία προς την ωρίμανσή της, παραμερίζονται οι ιδιαίτερα ρηξικέλευθες φόρμες και κυριαρχεί ο ρεαλισμός και ο λυρισμός. Η θεματολογία αντλείται κυρίως από τον «άνθρωπο νέου τύπου», από την προσπάθεια της εργατικής τάξης να σπάσει τα δεσμά των ταξικών κοινωνιών και να οικοδομήσει το σοσιαλισμό. Η επική αυτή προσπάθεια αποτυπώνεται άρτια, για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα - ποταμός του Μιχαήλ Σολόχοφ «Ο ήρεμος Ντον», όπου ο μέγιστος σοβιετικός συγγραφέας περιγράφει με εξαιρετικά ψύχραιμη ματιά το πέρασμα μιας κοινότητας κοζάκων του Ντον, με τις ιδιαιτερότητες και τις παλινωδίες που χαρακτηρίζουν μια κλειστή κοινωνία, από ένα ημιφεουδαρχικό καθεστώς πατριάς στο σοσιαλισμό. Από μια άλλη πλευρά, το έντονα φιλειρηνικό περιεχόμενο των έργων που γράφονται αμέσως μετά την επανάσταση και κατά το μεσοπόλεμο, θα εμπλουτιστεί, κατά το Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, με το πνεύμα της υπεράσπισης της σοσιαλιστικής πατρίδας και των θυσιών που αυτό συνεπαγόταν.

Στις λοιπές, πλην Ρωσίας, Δημοκρατίες της Ενωσης (κυρίως στις ασιατικές) για πρώτη φορά στην ιστορία αυτών των λαών, η γλώσσα τους καθίσταται γραπτή, γίνεται αντικείμενο λογοτεχνικής επεξεργασίας και δίνει λαμπρά έργα: ανεξάρτητα από την πολιτική κατάληξη του συγκεκριμένου συγγραφέα, δεν μπορεί να μην αναφερθεί κανείς στο έργο του Κιργίζιου Τενγκίζ Αϊτμάτοφ που, με έργα όπως η «Τζαμίλια» («Η ωραιότερη ερωτική ιστορία του κόσμου», σύμφωνα με το Λουί Αραγκόν), «Το χωράφι της μάνας», «Ο πρώτος δάσκαλος», καταγράφει την αγωνία και την προσπάθεια ενός ολόκληρου κόσμου, ιδιαίτερα των γυναικών του, να δηλώσει την παρουσία του στην ιστορία.

Σημαντικότατη είναι η επίδραση της Οχτωβριανής Επανάστασης στα Γράμματα και στις Τέχνες των χωρών του υπόλοιπου κόσμου. Η ίδρυση του πρώτου εργατικού κράτους στην ιστορία, απελευθερώνει μια ολόκληρη γενιά διανοούμενων από τις ψευδαισθήσεις τους, τις μεταφυσικές αγωνίες τους, τα αδιέξοδά τους και τους κάνει να στρέψουν το βλέμμα στο κοινωνικό τοπίο του καιρού και του τόπου τους: να αναδείξουν τις υλικές αιτίες των δεινών της ανθρωπότητας και να διακηρύξουν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Από τους δικούς μας, τον Κώστα Βάρναλη και, αργότερα, το Γιάννη Ρίτσο (για να αναφερθούμε σε δύο μόνο από τα πολλά και σημαντικά ονόματα Ελλήνων κομμουνιστών λογοτεχνών), στο «γείτονα» Ναζίμ Χικμέτ: περνώντας στον Πολ Ελιάρ και το Λουί Αραγκόν, κορυφαία ονόματα της γαλλικής διανόησης που ξεκινούν από το σουρεαλισμό για να γίνουν κομμουνιστές και να υμνήσουν τους αγώνες των λαών: ας καταλήξουμε, έχοντας πλήρη επίγνωση των ονομάτων που ο χώρος δε μας επιτρέπει να αναφέρουμε, στην άκρη του κόσμου, στη Χιλή, όπου ο Πάμπλο Νερούδα μιλά για τη λατινόφωνη Αμερική, ρημαγμένη από τις ντόπιες αστικές τάξεις και το βόρειο γείτονα, με μόνη ελπίδα, για να ξεφύγει από αιώνες μοναξιάς, το σοσιαλισμό.

Δε φιλοδοξούμε να εξαντλήσουμε εδώ το θέμα της πολύπλευρης σχέσης της Οχτωβριανής Επανάστασης με τη λογοτεχνία, σε σοβιετικό και παγκόσμιο επίπεδο. Εξάλλου, ζητήματα όπως η ιδεολογική, πολιτική και αισθητική διαπάλη που αναπτύχθηκε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της σοβιετικής λογοτεχνίας, χρήζουν ιδιαίτερης εμβάθυνσης και συζήτησης. Ωστόσο, ας κρατήσουμε, ως μνήμη ακριβή για ολόκληρη την ανθρωπότητα, ως παράδειγμα και απόδειξη της σχέσης που η σοβιετική εξουσία οικοδόμησε ανάμεσα στο λογοτέχνημα και στο λαό, την όμορφη εικόνα των λουλουδιών, με τα οποία οι σοβιετικοί πολίτες στόλιζαν τα αγάλματα των ποιητών τους. Κι ακόμα, τούτη τη θέση του μεγάλου μαρξιστή φιλολόγου Τζορτς Τόμσον (κι ας ξεφεύγει από τα στενά όρια της λογοτεχνίας, αφού αφορά κυρίως το θέατρο): την οργανική ενότητα ανάμεσα στην κοινότητα και το δράμα (ας βάλουμε στη θέση του δράματος κάθε καλλιτεχνικό έργο), την «τέλεια αρμονία ανάμεσα στην ποίηση και τη ζωή», βασικό συστατικό στοιχείο της αρχαίου ελληνικού θεάτρου, τη βίωσε και την κατανόησε μόνο όταν παρακολούθησε, στη Μόσχα, μαζί με ένα «ξύπνιο και δύσκολο στην κριτική του ακροατήριο εργαζομένων» και μέσα σε ατμόσφαιρα γιορτής, την παράσταση μιας νέας όπερας, που μιλούσε για τη χειραφέτηση της γυναίκας, ως αποτέλεσμα της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο!

Δώρα Μόσχου
Ριζοσπάστης, 27-28 Οχτώβρη 2007

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Με διεθνές λογοτεχνικό βραβείο τιμήθηκε ο Αλέξης Πάρνης


Με το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο «Yugra» για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τιμήθηκε ο 90χρονος Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Αλέξης Πάρνης, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Το βραβείο απονεμήθηκε από τον πρόεδρο της Τράπεζας του Χάντι Μάνσισκ και μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της Ρωσίας, ποιητή και κάτοχο πολλών διεθνών λογοτεχνικών βραβείων, Δημήτρη Μιζγκούλιν.
 

Ο Αλέξης Πάρνης - ψευδώνυμο του Σωτήριου Λεωνιδάκη - γεννήθηκε στον Πειραιά στις 24 Μαΐου του 1924. Αποφοίτησε από το Α΄ Γυμνάσιο Πειραιώς (Ιωνίδειος Σχολή) το 1942, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό ναζιστική κατοχή. Πριν ακόμα οργανωθεί στην ΕΑΜική Αντίσταση, κρύβει και σώζει μαζί με τον πατέρα του μια εβραϊκή οικογένεια. Για την πράξη τους αυτή το Ίδρυμα Γιαν Βάνσεν τίμησε και τους δύο μεταγενέστερα, με τον τίτλο «Δίκαιος των Εθνών».

Οργανώθηκε από μικρός στην Εθνική Αντίσταση, πήρε μέρος στην τελευταία μάχη κατά των Γερμανών στην Αθήνα και τραυματίστηκε στα Δεκεμβριανά. Έμαθε για το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο νοσοκομείο της Κορυτσάς όπου νοσηλευόταν. Τον Μάιο του 1945 μεταφέρθηκε στο Ρουμπίκ της Αλβανίας. Εκεί ξεκίνησε και η καριέρα του ως θεατρικός συγγραφέας με το μονόπρακτο «Τελευταία νύχτα», έργο που αναφέρεται στα Δεκεμβριανά και παίχτηκε από τον θίασο των ανταρτών.

Στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην τοπική εφημερίδα των Ελλήνων και το 1951 ξεκίνησε τις σπουδές του στο Λογοτεχνικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας «Μαξίμ Γκόρκυ». Κατά την περίοδο παραμονής του στην Μόσχα,  συνδέθηκε φιλικά με προσωπικότητες των γραμμάτων όπως ο Μπορίς Πάστερνακ και ο Ναζίμ Χικμέτ. Εκεί έγραψε και το επικό ποίημα «Μπελογιάννης»,  το οποίο του έδωσε το πρώτο παγκόσμιο βραβείο ποίησης στο Φεστιβάλ της Βαρσοβίας του 1955.

Το 1960 το θεατρικό του έργο «Το νησί της Αφροδίτης» γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε 180 θέατρα της Σοβιετικής Ένωσης με πάνω από 22.000 παραστάσεις. Η επιτυχία αυτή του έδωσε την δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1963, και να ανεβάσει το έργο του στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με σκηνοθέτη τον Αλέξη Σολομό και πρωταγωνίστρια την Κυβέλη. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η γραφή του προσανατολίζεται προς το ψυχογραφικό μυθιστόρημα με στοιχεία από τον ρώσικο ρεαλισμό. Από τις εκδόσεις Εστία εκδόθηκαν τα έργα του «Ο διορθωτής» (1978), «Λεωφόρος Πάστερνακ» (1979), «Μια Πράγα στον καθένα» (1979), «Ο μαφιόζος» (1980) και «Ο κινηματίας» (1990). Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχει εκδοθεί, το 2009,  το μυθιστόρημά του «Η οδύσσεια των διδύμων».

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Ηλίας Ι. Προκοπίου - ΔΕΝ ΠΡΟΦΤΑΣΑ...


Έκλεισα τα μάτια
ελπίζοντας
να γυρίσω το χρόνο
πίσω,
μάταια,
αυτός συνέχιζε
να αλαργεύει,
όχι,
δεν ήθελα κάτι για μένα,
εγώ συνήθισα
και αντέχω
εδώ στην άβυσσο,
ένα μεγάλο υπόλοιπο αγάπης
ήθελα να δώσω,
γιατί δεν πρόφτασα!

Ηλίας Ι. Προκοπίου

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Ήθελε να τον θεωρούν ποιητή της Παλαιστίνης: Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008) - Δυο ποιήματα

[…]Ηθελε να τον θεωρούν ποιητή της Παλαιστίνης και όχι Παλαιστίνιο ποιητή, της Παλαιστίνης της καρδιάς του, την οποία έχασε παιδί έξι ετών, μαζί με την παιδική του ηλικία: «Οι πυροβολισμοί μέσα στην καλοκαιρινή νύχτα του 1948 στο ήσυχο χωριό Αλ Μπιρουά δεν ξεχώριζαν μεγάλους και μικρούς. Ημουν δεν ήμουν έξι χρονών. Ετρεξα προς τους λόφους με τις μελανές ελιές, περπατώντας και έρποντας. Μετά από μια νύχτα αίματος, τρόμου και δίψας, βρεθήκαμε σε μια χώρα που λεγόταν Λίβανος», θα πει αργότερα. Οταν θα γυρίσει με τους γονείς του πίσω, θα βρει στη θέση του χωριού του ένα εβραϊκό κιμπούτς και όλοι τους θα 'ναι «προσωρινά απόντες», Ισραηλινοί πολίτες που δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν την περιουσία τους. Ετσι εισέβαλαν η πολιτική κι η Ιστορία στη ζωή του, ρίζωσαν κι έγιναν λόγος από τα μικράτα του, όταν στο σχολείο μάθαινε την Τορά αντί για το Κοράνι και τους Εβραίους ποιητές αντί για τους Αραβες. Κι ας χρωστάει σ' αυτά ακριβώς τα εβραϊκά την επαφή του με όλους τους ποιητές που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να διαβάσει στα αραβικά, τον Μαγιακόφσκι και τον Χικμέτ, τον Ελιάρ και τον Αραγκόν, τον Λόρκα και τον Νερούδα.

Γύρω στα είκοσί του γράφει το διάσημο παλαιστινιακό ποίημα, την «Ταυτότητα», που ανοίγει με την προσταγή: «Γράψε. / Είμαι Αραβας.» Και κλείνει με την προειδοποίηση: «Φυλάξου. / Από την πείνα μου φυλάξου / κι απ' την οργή μου» [ολόκληρο το ποίημα στην έκδοση www. poiein. gr/archives /12990/index. html» \o «Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, (Μαχμούντ Νταρουίς, Ταουφίκ Ζαγιάντ, Σαχίμ αλ Κάσεμ), επιμέλεια μετάφρασης: Καμάλ Καττάν» Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, (Μαχμούντ Νταρουίς, Ταουφίκ Ζαγιάντ, Σαχίμ αλ Κάσεμ), επιμ. μετ. Καμάλ Καττάν, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας «Ελευσις», 2006].

Με αυτό το ποίημα αλλά και με όλη την πρώιμη ποιητική παραγωγή του, ο Νταρουίς τοποθετείται ως στρατευμένος ποιητής που διακηρύσσει ότι «δεν υπάρχει αισθητική / πέρα από την ελευθερία», όπως γράφει, έγκλειστος, στην «Κατάσταση πολιορκίας». Κι ας είναι η αισθητική όρος για την ουσιαστική απελευθέρωση του ανθρώπου, κι ας είναι η ποίηση αυτή που θα λύσει τελικά την πολιορκία: «Αυτή η πολιορκία θα κρατήσει / ώσπου να τους διδάξουμε να γράφουν / όμορφη ποίηση: την ποίησή μας».

Ο Νταρουίς προσχώρησε πολύ νέος στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Ισραήλ, διώχθηκε, φυλακίστηκε, ενεπλάκη στα πολιτικά πράγματα ενεργά ως στέλεχος της PLO και αρνήθηκε ανυποχώρητος τα αξιώματα, ξενιτεύτηκε, έγραψε για την κηδεία του πολύ πριν αρρωστήσει και ξαναέγραψε για τον θάνατό του μετά τη «νεκρανάστασή» του στο πρώτο καρδιακό του επεισόδιο. Εγραφε για τη ζωή και τον έρωτα, την πατρίδα και τον θάνατο, τα λουλούδια της αμυγδαλιάς που επιμένουν, αφοσιωμένος όλο και περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου στον ρυθμό και στη μελωδία του στίχου, στο σύμβολο που πρέπει να βαθαίνει, σαν τις ελιές και τα πορτοκάλια της γενέθλιας γης που συμβολίζουν ακόμα και τη νύχτα («Μολύβι όλη μέρα ο ουρανός / πύρινο τη νύχτα πορτοκάλι», μετ. Γιώργου  Μπλάνα), τον πανανθρώπινο μύθο που ενώνει πάνω από τον χώρο και τον χρόνο. Εφυγε από τη χώρα του για να έρθει, σαν τόσους άλλους ποιητές, ακόμα πιο κοντά της κι άνοιξε τους ορίζοντες της ποίησής του, και της σύγχρονης αραβικής ποίησης, στην ετερότητα του ήθους, του ύφους και του μέτρου, έχοντας πάντα επίγνωση της κοινής ανθρώπινης μοίρας κάτω από το αφόρητο βάρος της Ιστορίας - παρότι «λίγο απ' το απόλυτο το μπλε το ατέλειωτο αρκεί / για να ελαφρύνει το φορτίο τούτων των καιρών» (μετ. Αγγελικής Σιγούρου).

Υπήρξε ένας ποιητής λαϊκός, έντονα προφορικός, που απάγγελλε σε κάθε ευκαιρία τα ποιήματά του -σύμφωνα με τη ζώσα αραβική παράδοση- μπροστά σε χιλιάδες κόσμο. Ενας ποιητής που δεν ξεχώριζε τη ζωή και τον έρωτα από την πολιτική, που έψαλλε στην Παλαιστίνη ύμνους ερωτικούς και τραγουδούσε τη γυναίκα ως μητέρα-φύση, ως ομορφιά και συνέχεια, όντας βαθύτατα λυρικός ακόμα και στις πλέον επικές στιγμές του.[…]

Ταυτότητα

Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Αριθμός ταυτότητος: 50.000
Τα παιδιά μου είναι οχτώ
Το ένατο θα ΄ρθει μετά από το καλοκαίρι.
Θυμώνεις;

……………….
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Δουλεύω με τ΄ αδέλφια μου του μόχθου σ’ ένα νταμάρι
τα παιδιά μου είναι οκτώ
τραβάω από την πέτρα
τα ρούχα, το ψωμιί και τα βιβλία τους, αλλά
στην πόρτα σου δε ζητιανεύω
Θυμώνεις;

………………
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Όνομα δίχως τίτλο υπομονετικός
σ’ ένα τόπο που βράζει,
οι ρίζες μου
αγκυροβόλησαν
πριν απ΄ τη γέννηση του χρόνου
πριν απ΄των αιώνων το ξετύλιγμα
πριν από τις ελιές κι από τα κυπαρίσσια
και πριν φυτρώσει το χορτάρι.
Ο πατέρας μου
απ΄τη φαμίλια είναι τ’ αλετριού
ο παππούς μου
αγρότης δίχως αξίωμα,
το σπίτι μου καλύβα από καλάμια.
Όνομα είμαι δίχως τίτλο.

………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Το χρώμα των μαλλιών μου είναι μαύρο
το χρώμα των ματιών μου καστανό.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μου:
«κουφίε» πάνω στο κεφάλι μου,
Σκληρή να ‘ναι σαν πέτρα η παλάμη μου
που γρατζουνάει όποιον την αγγίζει,
ό,τι αγαπάω για φαί
είναι το θυμάρι και το λάδι.
Η διεύθυνσή μου:
χωριό απόμακρο και ξεχασμένο
δίχως ονόματα οι δρόμοι του
κι όλοι οι άντρες του
στο νταμάρι και στο χωράφι.
Θυμώνεις;

…………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Λήστεψες τ’ αμπέλια των προγόνων μου
και τα χωράφια που τα δούλευα με όλα τα παιδιά μου.
Δεν άφησες στους απογόνους μου
παρά αυτές τις πέτρες.
Μήπως θα τις πάρει η Κυβέρνησή σας
όπως λένε;
Λοιπόν,
Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:
εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους
κανέναν δεν κλέβω
μα αν πεινάσω
τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.
Φυλάξου.
Από την πείνα μου φυλάξου
κι απ’ την οργή μου.


Σχόλιο στο τραγούδι

Σου πήρανε το ξύλινο άλογό σου,
σου πήρανε – ας είναι- τον ίσκιο του άστρου
παιδί μου, λουλούδι του ηφαιστείου
παλμέ του χεριού μου
στα μάτια σου θωρώ τη γέννηση του αύριο
κι ένα άλογο βουλιαγμένο
στη σάρκα του πατέρα μου.
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε σου ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη δωσ’ μου.
Σου πήρανε μια πόρτα…
για να σου δώσουνε ανέμους…
Σου άνοιξαν μια πληγή…
Για να σου δώσουν μιαν αυγή.
Σου γκρέμισαν ένα σπίτι
Για να χτίσεις πατρίδα.
Καλά….καλά…
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη σου ζητώ.

Μαχμούντ Νταρουίς


Κείμενο: Τιτίκα Δημητρούλια - Καθημερινή
Τα ποιήματα από το ποιείν

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Γ. ΡΙΤΣΟΣ – Μικρό δοξαστικό ελεγείο, στο Σωτήρη Πέτρουλα


 Είχες το κάλλος  και το φως, το δίκιο και τα νιάτα
κι ορθός τη στράτα τράβαγες κι ας σου ‘κραζαν «σταμάτα».
Σπαθάκι- λεϊμονόφυλλο στο χέρι σου όλο κι όλο,
μπρος στη δαγκάνα του σκορπιού και της οχιάς το δόλο.
Μα η λεβεντιά σου βρόνταγε ψηλά στα χρυσαλώνια
χίλια κανόνια κι άλλα δυο- της λευτεριάς κανόνια.
Κι αγάλλονταν οι κορασιές στα ρόδινα περγιάλια
και μες στις σκοτεινές μονιές λουφάζαν τα τσακάλια.
Αχ, πώς σε βρήκε το κακό με το καυτό μολύβι
και τ’ ανθισμένο θώρι σου μ’ ωχρόν αχνό μας κρύβει;
Για δες, καλέ μας, γύρω σου τι γήλιος και τι μύρα
και τι σημαίες και τι καρδιές- τη νίκησες τη μοίρα.
Γιατί όποιος πράττει το καλό κι όποιος γι αυτό πεθαίνει,
πίνει τ’ αθάνατο νερό και στο καλό απομένει.
Και με τα νιάτα η νιότη σου ζυμώνεται κι αντρειεύει,
σπαθί- δαφνόφυλλο από φως που καταλύει τα ερέβη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

(Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σ. Ε.)

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιάροσλαβ Σέιφρτ



ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ

Λευκό κουνάς μαντίλι από πέρα
σ' αυτόν που φεύγει, να τον χαιρετάει.
Ναι, κάτι τελειώνει κάθε μέρα·
τελειώνει πάντα κάτι ωραίο, πάει.

Το ταχυδρομικό το περιστέρι
γυρνά φτεροκοπώντας στη φωλιά του.
Ελπίδα ή απελπισία θα μας φέρει
καθέναν μας εκεί που 'ν' η χαρά του.

Τα δάκρυα σκούπισε και δες τη μέρα.
Κι αν κλαις, το μάτι σου ας χαμογελάει.
Ναι, κάτι αρχίζει ωραίο κάθε μέρα·
ωραίο πάντα κάτι ξεκινάει.


ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΑ

Μεταξύ δύο πόλων εκτείνεται ο κόσμος
όπως και το γαϊδουροτόμαρο.
Και η ζωή μεταξύ δύο πραγμάτων:
ανάμεσα ψωμί και τριαντάφυλλα.

Βοά ο κόσμος και τα τύμπανα επαναλαμβάνουν.
Για πράγματα μικρά, μεγάλος πόλεμος και μάχες.
Οι νικητές κι οι νικημένοι δρόμο αφήνουν-πιάνουν,
στα σπίτια τους γυρνούν από φαράγγια κι από ράχες.

Δυο ζάρια, δύο λόγια θαυμαστά στο σύνολό τους
της Ιστορίας παίζει η σάλπιγγα: ψωμί και ρόδα.
Γυρνάς, τ' ανάποδο για να χτυπήσεις τύμπανό τους,
και σείεις την κορνέτα που 'χες όπλο παρά πόδα.

Και στο γαϊδουροτόμαρο, του έρωτά μας που 'ναι
πολέμου τύμπανο, λιμοί και χάροι καρτερούνε.


ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Μπορώ ν' ακούω αυτό που οι άλλοι δεν ακούνε·
γυμνές πατούσες σε βελούδο να πατούνε·

το χνότο κάτω από τη σφραγισμένη κόλλα·
και των χορδών τα τρέμολα αδόνητα όλα.

Διωγμένος απ' του κόσμου τη βουή, τη ζάλη
μπορώ να δω ό,τι αδυνατούν να δούνε οι άλλοι:

τον έρωτα να 'χει ντυθεί γέλιου κομμάτια
που κρύβονταν στα βλέφαρα, πάνω απ' τα μάτια.

Ακόμα και χιονιού νιφάδες αν τα σκέπουν,
τα μάτια μου ροδώνες ανθισμένους βλέπουν.

Τον έρωτα άκουσα από δίπλα μου να φεύγει,
σαν έγιναν τα χείλη μας του πόθου ζεύγη.

Μα ποιος ωστόσο θα μου κόψει την ελπίδα
(ο φόβος ή η απογοήτευση που είδα)

γονατιστός να σε ικετεύω; Πες μου, έλα!
Τις καλλονές συνήθως τις χτυπάει η τρέλα.

Jaroslav Seifert

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Ο Τσέχος δημοσιογράφος και ποιητής Γιάροσλαβ Σέιφρτ (1901-1986) είναι κορυφαίος εκπρόσωπος της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στην πατρίδα του. Ίδρυσε μαζί με άλλους ποιητές την επιθεώρηση Ντεβιέτσιλ, ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά περιοδικά που «έγραψαν ιστορία». Υπήρξε υπερρεαλιστής και ταυτόχρονα κομμουνιστής με την καρδιά του. Μετά το 1968 περιέπεσε σε κομματική δυσμένεια. Το 1977 υπέγραψε την περίφημη Χάρτα. Το 1984 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νομπέλ.

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

«Μην πεθαίνεις ποιητή!» (Ο ταχυδρόμος του Νερούντα)

Ο ταχυδρόμος του Νερούντα

Κοντά στο σπίτι του Νερούντα μια ομάδα στρατιωτών είχε υψώσει ένα οδόφραγμα και πιο μακριά ένα καμιόνι στριφογύριζε, χωρίς θόρυβο, το φως της σειρήνας. Εβρεχε ελαφρά. Ηταν μια κρύα νύχτα, πληκτική.
Ο ταχυδρόμος σταμάτησε και από την κορυφή του λόφου, ενώ τα μάγουλά του ήταν βυθισμένα στη λάσπη, έκανε μια εκτίμηση της κατάστασης. Το σπίτι του ποιητή είχε περικυκλωθεί μέχρι το βορρά και φρουρούνταν από τρεις νεοσύλλεκτους κοντά στο αρτοποιείο. Οσοι αναγκαστικά έπρεπε να διασχίσουν αυτήν την απόσταση έρχονταν σ' επαφή με τους στρατιωτικούς. Εάν ο περαστικός είχε μια τσάντα, τον απειλούσαν με βιαιότητα να δείξει ένα - ένα τα προϊόντα. Μετά, του επέτρεπαν να περάσει. Παρόλο που ήταν όλα πρωτόγνωρα, φάνηκε στον Μάριο πως η συμπεριφορά των στρατιωτών είχε μια γεύση ρουτίνας. Οι νεοσύλλεκτοι σκλήραιναν μόνο, όταν, κατά διαστήματα, ερχόταν ένας υπολοχαγός με μουστάκια και απειλητική φωνή.
Ο Μάριο μέχρι το μεσημέρι εξέταζε τις κινήσεις του. Μετά κατέβηκε με προφύλαξη και διέτρεξε το πίσω μέρος των ανώνυμων σπιτιών. Εφτασε στην ακτή, στο ύψος της προκυμαίας, και προχώρησε μέχρι το σπίτι του Νερούντα, ξυπόλυτος μέσα στην άμμο. Σε μια σπηλιά έβαλε την τσάντα πίσω από ένα βράχο και με μεγάλη προφύλαξη, όσο του επέτρεπαν οι συνεχείς πτήσεις του ελικοπτέρου που ερευνούσαν την ακτή, άπλωσε το ρολό των τηλεγραφημάτων και επί μία ώρα τα διάβαζε. Μετά έστριψε το χαρτί μέσα στις παλάμες του και το τοποθέτησε κάτω από μια πέτρα. Η απόσταση μέχρι το καμπαναριό, μολονότι επικίνδυνη, δεν ήτανε μεγάλη. Ομως, τον σταμάτησε για μια ακόμη φορά η κίνηση των αεροπλάνων και των ελικοπτέρων, που έδιωχναν βάναυσα τους γλάρους και τους πελεκάνους. Φοβήθηκε και ματαίωσε το σχέδιό του να σκαρφαλώσει το λόφο, τόσο από το να τσακιστεί, όσο από το φόβο να συλληφθεί από τη φρουρά του δρόμου.
Εψαξε την παρηγοριά της σκιάς, για να κινηθεί. Αν και δεν είχε σκοτεινιάσει, με κανένα τρόπο δεν τον προστάτευε ο ήλιος, που έδειχνε μέχρι και τα υπόλοιπα των σπασμένων μπουκαλιών, καθώς και τα αστραφτερά βότσαλα πάνω στην ακτή. Στο καμπαναριό έριξε λίγο νερό πάνω του, για να πλύνει τις γρατζουνιές στα μάγουλα και στα χέρια του.
Ξεμυτίζοντας στην ταράτσα, είδε τη Ματίλδη με τα μπράτσα σταυρωμένα και τη ματιά καρφωμένη στη θάλασσα. Η γυναίκα γύρισε το βλέμμα της και ο ταχυδρόμος της έκανε ένα νόημα και φέρνοντας ένα δάχτυλο στο στόμα ικέτευε σιγή. Η Ματίλδη, φροντίζοντας να μη γίνει αντιληπτή από τη φρουρά του δρόμου, με ένα βλεφάρισμα, του έκανε νόημα να κατέβει. Επρεπε ν' αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη για να μπορέσει να διακρίνει τον Νερούντα μέσα σ' ένα περιβάλλον ποτισμένο από τη μυρωδιά των φαρμάκων και την υγρασία των ξύλων.
Πάτησε το χαλί και έφτασε μέχρι το κρεβάτι του Νερούντα. Είχε τη συστολή του επισκέπτη ενός ναού. Ο ποιητής ανέπνεε βαριά και φαινόταν ότι πνιγόταν. Ντον Πάμπλο, ψιθύρισε... Η σιλουέτα του Νερούντα ορθώθηκε με δυσκολία πάνω στο κρεβάτι και τα άψυχα μάτια του ερεύνησαν τη σκιά.
- Μάριε;
- Ναι, ντον Πάμπλο...
- Πλησίασε μικρέ...
Κοντά στο κρεβάτι, ο ποιητής έπιασε τον καρπό του χεριού του, με ένα σφίξιμο που του φάνηκε πυρετικό, και τον έβαλε να καθίσει κοντά στο προσκεφάλι.
- Αυτό το πρωινό προσπάθησα να μπω στο σπίτι, αλλά δεν μπόρεσα. Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από στρατιώτες. Μόνο το γιατρό άφησαν να μπει. Ενα αδύναμο χαμόγελο έσκασε στα χείλη του ποιητή. Πια δε χρειάζομαι γιατρό, γιε μου. Θα ήταν καλύτερο να με έστελναν απ' ευθείας στο νεκροθάφτη.
- Μη μιλάς έτσι, ποιητή...
- Ο νεκροθάφτης είναι ένα καλό επάγγελμα, Μάριε. Σε μαθαίνει φιλοσοφία...
- Πώς αισθάνεσαι ντον Πάμπλο;
- Ετοιμοθάνατος... εκτός από αυτό τίποτα το ιδιαίτερα βαρύ.
- Ξέρεις αυτό που γίνεται;
- Η Ματίλδη προσπαθεί να μου το κρύψει.
- Ομως, εγώ έχω ένα μικρό ραδιοφωνάκι κάτω από το μαξιλάρι.
Κατάπιε λίγο αέρα και εν συνεχεία τον ξεφύσηξε τρέμοντας.
- Ανθρωπέ μου, μ' αυτό τον πυρετό αισθάνομαι σαν το ψάρι στο τηγάνι.
- Ηδη, φεύγει ο πυρετός, ποιητή.
- Οχι, γιε μου. Δε φεύγει ο πυρετός. Εγώ φεύγω μαζί του.
- Είναι βαρύ αυτό που έχεις, ντον Πάμπλο;
- Αφού αναφερθούμε στον Σαίξπηρ, θα σου απαντηθώ, όπως ο Μερκούτιο όταν τον διαπερνάει το σπαθί του Τιπάλντο. «Η πληγή δεν είναι τόσο βαθιά όπως ένα πηγάδι, ούτε τόσο πλατιά όπως η πόρτα μιας εκκλησίας, όμως βρίσκει το στόχο της. Ρώτα για μένα αύριο και θα δεις πόσο ευθαρσής είμαι».
- Παρακαλώ, κάθισε ποιητή.
- Βοήθησέ με να φτάσω μέχρι το παράθυρο.
- Δεν μπορώ. Η κυρία Ματίλδη με άφησε να μπω γιατί...
- Είμαι ο κουμπάρος σου, ο κερατάς σου και ο νονός του γιου σου. Χάρη σ' αυτούς τους τίτλους, κερδισμένους με τον ιδρώτα της πένας μου, απαιτώ να με πας μέχρι το παράθυρο.
- Φυσάει κρύος αέρας, ντον Πάμπλο.
- Ο κρύος αέρας είναι κάτι σχετικό. Εάν έβλεπες τι παγωμένος αέρας φυσάει στα κόκαλά μου... Οδήγησέ με μέχρι το παράθυρο.
- Περίμενε εδώ, ποιητή.
- Τι θέλεις να μου κρύψεις; Μήπως, όταν ανοίξω το παράθυρο, δε θα υπάρχει εκεί κάτω η θάλασσα; Επίσης, την πήραν; Επίσης, την έβαλαν σε ένα κλουβί;
Η φωνή του ποιητή βράχνιασε περισσότερο. Από τις κόρες των ματιών του, άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Ο Μάριο χάιδεψε αργά τα μάγουλά του και μετά έβαλε τα δάχτυλα στο στόμα, όπως σ' ένα μικρό παιδί.
- Η θάλασσα είναι εκεί, ντον Πάμπλο.
- Τότε τι σου συμβαίνει; βρυχήθηκε ο Νερούντα με τα μάτια γεμάτα ικεσία.
- Οδήγησέ με μέχρι το παράθυρο.
Ο Μάριο βύθισε τα δάχτυλά του κάτω από τα μπράτσα του ποιητή και τον σήκωσε μέχρι που τον έφερε στο πλάι του. Σαν ένας μόνο άνθρωπος προχώρησαν μέχρι το παράθυρο. Τράβηξε τη γαλάζια κουρτίνα. Δε θέλησε, όμως, να δει αυτό που έβλεπε ο ποιητής. Το κόκκινο φως της σειρήνας μαστίγωσε διαδοχικά τα μαγουλά του.
- Ενα ασθενοφόρο, γέλασε ο ποιητής με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Γιατί όχι ένα φέρετρο;
- Θα σε πάνε σ' ένα νοσοκομείο του Σαντιάγκο. Η κυρία Ματίλδη ετοιμάζει τα πράγματά σου.
- Στο Σαντιάγκο δεν υπάρχει θάλασσα. Μόνο ράφτες και χειρούργοι. Ο ποιητής άφησε να πέσει το κεφάλι του πάνω στο τζάμι, που θόλωσε από την ανάσα του.
- Είσαι πολύ ζεστός, ντον Πάμπλο...
Ο Νερούντα προσπάθησε να περπατήσει μέχρι το άλλο παράθυρο. Βοηθώντας τον, ο ταχυδρόμος κατάλαβε πως η μοναδική δύναμη αυτού του σώματος κατοικούσε στο κεφάλι.
- Πες μου μια καλή μεταφορά, για να πεθάνω ήρεμος, νεαρέ.
- Δε μου έρχεται καμιά μεταφορά, ποιητή, όμως άκουσε καλά αυτά που έχω να σου πω.
- Σε ακούω, γιε μου.
- Καλά. Σήμερα έφτασαν παραπάνω από 20 τηλεγραφήματα για σένα. Θέλησα να στα φέρω, όμως το σπίτι ήταν περικυκλωμένο και έπρεπε να επιστρέψω, θα μου συγχωρήσεις αυτό που έκανα, όμως δεν υπήρχε άλλη λύση.
- Τι έκανες;
- Διάβασα όλα τα τηλεγραφήματα και τα έμαθα από μνήμης, για να μπορέσω να στα πω.
- Από πού έρχονται;
- Από πολλά μέρη. Αρχίζω μ' αυτό της Σουηδίας.
- Προχώρα.
Ο Μάριο, κοιτάζοντας ένα μαραμένο λουλούδι στο βάζο του τραπεζιού, προσπάθησε να θυμηθεί το πρώτο κείμενο.
«Πόνος και αγανάκτηση για τη δολοφονία του Προέδρου Αλιέντε. Κυβέρνηση και λαός προσφέρουν άσυλο στον ποιητή Πάμπλο Νερούντα - Σουηδία».
Αλλο, είπε ο ποιητής, νιώθοντας πως ανέβαιναν σκιές στα μάτια του, οι οποίες πήγαιναν να ενωθούν με κάποια θολά σώματα που φαίνονταν να σηκώνονται από την άμμο. «Το Μεξικό θέτει στη διάθεση του ποιητή Νερούντα και της οικογένειάς του αεροπλάνο που θα φτάσει γρήγορα εκεί». Ο Μάριο δεν ήταν σίγουρος ότι είχε ακουστεί...
Το χέρι του Νερούντα έτρεμε πάνω στο πόμολο του παραθύρου. Ταυτόχρονα, ένιωσε ότι άγγιξε ανάμεσα στα κολλημένα χέρια του το ίδιο υλικό που έτρεχε στις φλέβες του και γέμιζε το στόμα του. Πίστεψε ότι έβλεπε να κατασκευάζεται στην παραλία ένα σπίτι από βροχή, ένα υγρό από υλικό που ήταν όλο δέρμα και που ήταν αυτός ο ίδιος.
Ενα τρομερό μυστικό αποκαλυπτόταν τώρα. Αυτό το μαύρο νερό ήταν σπόρος, ήταν η σκοτεινή χειροτεχνία των ριζών, η μυστική χρυσοχοΐα των γόνιμων νυχτών του. Ηταν ένα μάγμα, στο οποίο όλα ανήκουν. Αυτό που όλες οι λέξεις έψαχναν, καταδίωκαν, τριγύριζαν χωρίς να το ονομάζουν ή το ονόμαζαν σιωπώντας. (Το μόνο σίγουρο είναι ότι αναπνέουμε και ότι παύουμε να αναπνέουμε, είχε πει ο νέος ποιητής αποχαιρετώντας τον νεκρό).
Το σπίτι του απέναντι στη θάλασσα. Τα μάτια του ήταν το σπίτι των πραγμάτων. Τα χείλη του ήταν το σπίτι των λέξεων. Ολα βρέχονταν από το ίδιο νερό. Το νερό που φλόγισε τη ζωή και το θάνατο του ποιητή.
Από τα χείλη του ακούστηκε ένα ποίημα.
«Εγώ επιστρέφω στη θάλασσα, ντυμένος με τον ουρανό
η σιγή ανάμεσα στο ένα ή στο άλλο κύμα
εγκαθιστά ένα επικίνδυνο σταμάτημα
πεθαίνει η ζωή, ηρεμεί το αίμα
μέχρι που αρχίζει η καινούρια κίνηση
και ξαναηχεί η φωνή του ατελείωτου».
Ο Μάριο τον αγκάλιασε και κλείνοντας τα φλογισμένα μάτια του, του είπε: «Μην πεθαίνεις ποιητή!».

ΑΝΤΟΝΙΟ ΣΚΑΡΜΕΤΑ
(Μετάφραση: Κική Αλεξοπούλου)

Ο Αντόνιο Σκάρμετα γεννήθηκε το 1940 στη Χιλή. Το 1973 έζησε τα δραματικά γεγονότα του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Πρόεδρο Αλιέντε και αναγκάστηκε να εξοριστεί.Είχε γνωρίσει προσωπικά τον μεγάλο ποιητή Πάμπλο Νερούντα, όταν σαν δημοσιογράφος πήγε να του ζητήσει συνέντευξη. Οι εμπειρίες απ' αυτήν τη φιλία τον ενέπνευσαν να γράψει το έργο «Ο ταχυδρόμος του Νερούντα».
Σ' αυτό το απόσπασμα, ο συγγραφέας περιγράφει το μεγαλείο του ποιητή μπροστά στο θάνατο, την ειρωνεία του απέναντι στους πραξικοπηματίες και τη βαθιά του πίστη ότι τίποτα δε χάνεται και ότι όλα ξαναγεννιούνται. Ο μαρξιστής ποιητής, ο οποίος με την τέχνη του υπηρέτησε τον χιλιανό λαό, στις τελευταίες του στιγμές, εκφράζει την πεποίθηση ότι η χώρα του θα βρει πάλι την ελευθερία της.

Ριζοσπάστης, 4 Φλεβάρη 2007

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

"Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα." - Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ


(Ο κ. Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο)
5. Άντρας

Από τότες είδα πολλά καινούρια τοπία· πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το σπόρο, μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία· πλατάνια και έλατα· λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους γιατί έχασαν τη φωνή τους — σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφός μου, ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ. Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα· τη θαύμαζε πολύς λαός. Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου. Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ’ ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του μ’ ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι. Αυτός ο κύριος της «Αναγέννησης» μ’ έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία…

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τί δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τί κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τί μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει· α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος αποκεί που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούριο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα· ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τί πρέπει να πω ή τί πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα ’ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ’ έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.

Ποιός θα μας βοηθούσε; Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μού έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι, που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπαχτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σ’ όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν’ ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ’ ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιληθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πώς είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου…

Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνουνται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούριος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.

Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο.

Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

(ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ)