Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Μπροστά στο νεκρό φοιτητή που έπεσε για τη Δημοκρατία


ΛΟΓΟΣ    ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Μπροστά στο νεκρό φοιτητή που έπεσε για τη Δημοκρατία

Όταν ένας γελωτοποιός κυβερνά,
χρέος έχει ένας ποιητής αληθινός να μιλήσει.
Δικαίωμα έχει από ψηλά δοσμένο να ραπίσει
τους δήμιους, να   παραμερίσει την κουστωδία, εκείνους,
πού όπως στ’ αρχαία χρόνια οι Βάρβαροι
δικαίωμα δεν έχουν κανένα στο χώμα μας,
και να πετάξει στον νεκρόν αυτόν ένα τριαντάφυλλο
σαν έναν όρκο στην  Ελλάδα.

Γιατί αν ένας ποιητής
δεν έχει έργο του την αλήθεια, έργο δεν έχει τότε, ούτε
θέση κάτω από τον ήλιο, τον λαμπρό πατέρα,
πού τροφοδότησε και στέγασε το  Ελληνικό Πνεύμα· εκπίπτει τότε
και γίνεται ένα με τους εισβολείς Βαρβάρους, τους τυράννους,
ένα με τους ανεύθυνους, τους προδότες
της πατρικής μας γης, που ό,τι φυτρώνει,
απ’ το χορτάρι ως το έλατο πάνω της, μεγαλώνει
θηλάζοντας κόκαλα.

Εκείνοι που δώσαν
τη διαταγή ανοιχτή να σε δολοφονήσουν,
αξίζουν όλοι τους μαζί πιο λίγο απ’ όσο αξίζει
μια τρίχα απ’ το κεφάλι σου. Δεν αντιπροσωπεύουν
ούτε μια στάλα ελληνικού αίματος. Δεν γνωρίζουν
πατριωτική γραφή να διαβάσουν τα αισθήματά σου.

Παράσιτα είναι δίχως ρίζες. Στον πάνλαμπρο ανάμεσα
ήλιο μας, είναι: το σκότος κι ο φόνος.
Ξεναγοί των Ες-Ες στις ιερές μας λειψανοθήκες.
Εγκάθετοι του Πρυτανείου. Μόνιμοι λογχοφόροι
του Εσταυρωμένου. Κατάσκοποι της Ανάστασης.

Σε στραγγάλισαν όπως την όμορφη
στραγγαλίζουνε μοίρα της χώρας μας ― άρπαγες
που η παρουσία τους προσβάλλει ακόμη και τα ζώα μας
και μας μολύνει τον αέρα. Όμως, ανδρείε, εμείς,
γνωρίζουμε πόσο πιάνεις ξαπλωμένος στο χώμα.
Γνωρίζουμε τι στοίχισες για να γίνεις.
Γνωρίζουμε από ποιους αιώνες μακρινούς ήρθες, μας από ποια
διαδοχικά μαρτύρια πέρασες. Είσαι το Έθνος.
Η Ελλάδα είσαι. Μέσα στην καρδιά σου,
σαν από δέντρο κάτω κάθεται ο Καραϊσκάκης,
ο Διάκος και τα παλικάρια τους και τραγουδάει ο Σολωμός,
ενώ περιίπταται
του Ανδρέα Κάλβου ο αετός, αστραφτερός, απάνω τους.

Συ είσαι η Ελλάδα που σηκώνεται
να πατήσει στο βάθρο του πεπρωμένου της
με «ελευθερία» και «γλώσσα» και αξιοπρέπεια.
Συ είσαι η Ελλάδα που δολοφονούν
κάθε χρόνο, κάθε άνοιξη, κάθε Πάσχα.
Η Ελλάδα που είναι ολόκληρη ένα ιερό
που οι πέτρες της όλες είναι εξαπτέρυγα.

Συ είσαι η Ελλάδα που δημοπρατούν
το αίμα της και το μέλλον της.
Που με τα μπουκωμένα τους στόματα, ασεβείς
κι αναίσχυντοι συλητές της, της βρωμίζουν
τ’ όνομα, το λευκόν ως άνθος. Εσύ είσαι!

Σε σένα οι δάφνες και τα δάκρυά μου κι οι στίχοι μου κι η ζωή μου.
Ό,τι πιο ωραίο στη χώρα μας υπάρχει, τα βουνά μας,
ας γινούν μνημείο και άγαλμα, γιατί,
δολοφονώντας κάθε μέρα το παρόν, δεν άφησαν
να γεννηθεί κανείς Φειδίας· γιατί το φως
το σκοτώνουν από βρέφος ακόμη,
βάζοντας χοίρους να θηλάζουν το βυζί της πατρίδας.

Τρέμουν τα λόγια μου σαν τον ήλιο και σαν τον αγέρα της.
Γιομάτοι από αγανάχτηση οι στίχοι μου κι από ελπίδα,
είναι, σαν της μάνας τα δάκρυα, δίχως ειρμό,
γιομάτοι αστραπές που συγκρούονται μέσα τους να φωτίσουν
τ’ ωραίο πρόσωπό σου. Γιατί όταν
ένας ποιητής μιλά, είναι η Πατρίδα ολόκληρη.
Ο Όλυμπος και ο Ταΰγετο μέσα μου συνοριάζουν·
το Ιόνιο και το Κρητικό πέλαγος και το Αιγαίο·
ο Περικλής και ο Μακρυγιάννης. Τα κοράκια κρώζουν
όσο ποτέ τους αιμοβόρα, όμως, εγώ, η Πατρίδα,
με μια φωνή, που όταν αυτοί θα ’χουν χαθεί στη σκόνη,
θ’ ακούγεται, μες στους αιώνες ίδια, σου το λέω:
Για ό,τι έπεσες, ήταν αλήθεια.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Στις 21 Ιούλη του 1965, εν μέσω λαϊκών κινητοποιήσεων κατά των ανακτόρων («Ιουλιανά») δολοφονείται από την αστυνομία ο φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας, ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης τον ίδιο μήνα.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Γ. Κοτζιούλας: Τρία ποιήματα στον “Ρίζο της Δευτέρας”


Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Γιώργο Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο (αξιοσημείωτο είναι πάντως πως τον τελευταίο καιρό επανακυκλοφορούν με ενθαρρυντικό ρυθμό παλαιότερα έργα του και κάποια άλλα κυκλοφορούν για πρώτη φορά). Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Ένα από τα έντυπα που φιλοξένησαν κείμενα του Γ. Κοτζιούλα είναι η εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας» που έφερε ως υπότιτλο: «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική». Την έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η εφημερίδα βγήκε σε 62 μόλις φύλλα, μέχρι την απαγόρευσή της, την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα (την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης).

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και μεταφέρουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Γιώργου Κοτζιούλα. Μέχρι στιγμής  έχουμε δημοσιεύσει έξι από αυτά, και μπορείτε να τα βρείτε εδώ.

Σήμερα αναρτούμε τα τρία ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα, που δημοσιεύτηκαν στο Ρίζο της Δευτέρας. Τα παρουσιάζουμε με τη χρονολογική σειρά δημοσίευσης.


ΣΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΜΑΣ ΤΟ ΞΟΔΙ
(στίχοι 56, όσα και τα χρόνια του)

Στου Γέρου μας το ξόδι έπρεπε νάναι πίσω
―Μούσα, για βόηθα με κι’ εσύ να τους μετρήσω:
βοσκοί απ’ τα Χάσια του με τις μακριές αγκλίτσες,
γελαδαραίοι με τις πλατύγυρές τους ντρίτσες,
ζευγίτες απ’ τον κάμπο έχει στη Θεσσαλία
με της δουλιάς τους όλο χώμα τα εργαλεία,
προβάλλοντας από λασπόχτιστα κονάκια
σαν τις γουστέρες που γλιστράνε στα ρουπάκια,
και καραγκούνες, ω, των βάλτων πεταλούδες,
χαμοπετούμενες του τόπου καλιακούδες,
λαός λασπιάδων που του αφέντη το κουρμπάτσι
τον ζόριζε ως τα χτες πιο φρόνιμα να κάτσει,
μα αρμόζει ξέχωρη μέσα στους άλλους θέση
(γιατί και του ιδιανού πολύ θα τούχε αρέσει)
για τους όμοιούς του απού και της καρδιάς τα φύλλα
καμμένα του καπνού θα τάχε η φαρμακίλα,
σα δε σηκώνονταν αυτός ανάμεσά τους,
πολέμαρχο να ιδείς καπνιάδων απ’ τους πρώτους,
που κάνοντας κομμάτια άτιμες αλυσίδες
καθώς τον φύλαγαν δεμένο, οι σταυρωτήδες,
μ’ όλο πρωτοπαλήκαρα απ’ τα ξερονήσια
που δίψα λευτεριάς τους φλόγιζε περίσσια,
μ’ απόφαση για νίκη ή ο ίδιος να πεθάνει
βγήκε μ’ αδρασκελιές μεγάλες στο μεïντάνι,
βγήκε σα Διγενής Ακρίτας να παλέψει,
με την παλάμη σκέπη ισιώνοντας τη βλέψη
για να ζυγιάσει τον αντίμαχο, στα χέρια
πριν έρθουνε κι’ η γης ανατρομάξει ακέρια,
γιατ’ ήτανε και το στοιχιό φωτιά μονάχη,
που φούντωνε, άψιωνε, πεισμάτωνε η αμάχη,
τόσο που τρέξανε να ιδούν κι’ οι ξωμερίτες
τα πράτα αφήνοντας να πίνουν στις κουρίτες
κι άλλοι απαράτησαν μεμιάς τη χερολάβα
να φτάσουν γλήγορα, και στων ωρών το διάβα,
καθώς αχολογούσαν γύρω τα ρουμάνια
τώρα που του ραγιά ξανάρθε η περηφάνια,
φερμένοι απ’ τα χωριά κι από τις πολιτείες
φορώντας άλλοι κοντοκάπια, άλλες μαντύες,
έρχονταν, έρχονταν, από ψηλά, από κάτω,
τόσοι που γίνηκαν ολάκερο φουσάτο,
κι είχαν απάνω τους ό,τι κι αν βάλει ο νους σου
στο πλάι κι αχώριστα ο πεντάφτωχος του πλούσιου,
τα ξύλα κούτσουρα μαζί με σπουδαγμένους,
έτσι που οι ντόπιοι δείχναν ένα με τους ξένους,
κι ήταν γυναίκες στα σουλούπια αυτά τα χίλια
που απ’ τους παπούληδες κρατάγαν καριοφίλια,
κι όλοι τους τούτοι, σαν αργάτες μέσ’ στο θέρο,
φώναζαν κι έδιναν κουράγιο! «Βάστα, Γέρο!
Μην τον αφήνεις τον οχτρό να ξανασάνει!»
και τέτιο αγώνα με παρόμοιον μπεχλιβάνη
δεν είχε κουρνιαχτός  ελληνικός κυκλώσει,
Γιατί στον έναν πλάι παράστεκαν οι τόσοι.
― Τι απόγινε;  Ρωτάει μια μάνα τον υγιό της.
― βαρύς σωριάστηκε κι’ ο δέντρος ο Αγραφιώτης,
αλλά στο πέσιμό του είδα, θαρρώ, συντρόφοι,
σαν άψυχο είδα, οργιές του μάκρου, και τον Όφη.
22-5-47                    

(Δημοσιεύτηκε στις 23/6/1947)

***

Ανθρωπομάζωμα

Σαν εκείνους τους σκασμένους που γενήκαν άρατοι
κι άλλοι τους, θροφή των όρνιων, μείναν στις λακκούβες,
μας σηκώσαν απ’ το στρώμα νύχτα οι τρισκάρατοι
και μας σάκιασαν οι μπόηδες τσούρμο μεσ’ στις κλούβες.

Άιντε, μωρέ παιδιά δεν είναι τίποτα·
ποιος θα σκιαχτεί από μας μούτρα ξετσίπωτα!

Δίχως φταίξη, δίχως κρίση (βρε τους αλειτούργητους!)
μεσ’ στις φυλακές  μας ρίχνουν και στα ξερονήσια,
καταπώς τους ορμηνεύουν οι τρανοί οι κακούργοι τους
που κοπιάσαν στην Ελλάδα φορτωμένοι αλύσια.

Μωρ’ ξένα αφεντικά πότε μας άρεσαν;
Όσοι άπλωσαν εδώ, μας εμαγάρισαν!

Έρχεται καιρός, αδέρφια, κι όλοι τον ξανοίγουνε,
που στην άφοβη γροθιά μας μπρος την οργισμένη
κι’ οι αλλόφερτοι ένας – ένας παν καπνός ―θ α  φ ύ γ ο υ ν ε―
κι ούτε για σπορά δικός μας τύραννος δε μένει.
           
Μ’ ανασυρμένα, βάι, μαχαιροθήκαρα,
τραβάμε το χορό πρωτοπαλήκαρα!

(Δημοσιεύτηκε στις 18/8/1947)

***

Απολογία μελλοθανάτων

«Όποιο κι αν έχουμε όνομα, λεγόμαστε Ελληνίδες,
φύτρα της γης που δόξασαν Τζαβέλαινες και Διάκοι.
Τέτιαν αντρίκια απόφαση, πες μας πού αλλού την είδες,
χλωμέ κριτή, που στάζουνε τα λόγια σου φαρμάκι;

»Και τι μας έφερες εδώ, για τι να μας δικάσεις;
Κοίτα πώς λάμπουν ξάστερα τα μέτωπά μας, κοίτα.
Για των λαών την άνοιξη γίναμε ανθός της πλάσης,
τόση δροσιά ούτε το πρωί δεν έχει η μαργαρίτα.

»Ποιος, Λευτεριά, το πίστευε πώς σάβανο μας θάσουν;
Αμάλαγο· αν δεν πρόφτασαν τα στήθη τα παρθένα
με γάλα αγνό της σάρκας μας παιδιά να προστηλάσουν,
μα όπου θα πέσουμε θα βγει των αντρειωμένων η γέννα».

(Δημοσιεύτηκε στη 1/9/1947)

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Μίκης Θεοδωράκης: «Αφιερωμένο στο 80% του ελληνικού λαού»...


Το ποίημα αυτό το έγραψα το 1969, όταν εγώ και η οικογένειά μου βρισκόμασταν εξορία στην Ζάτουνα. Όπως βλέπετε, είχα χάσει κάθε ελπίδα ότι μπορώ να περιμένω κάτι από τους ζωντανούς Έλληνες και γι’ αυτό ζήτησα βοήθεια από τους νεκρούς Ποιητές μας.

Στο τέλος απευθύνομαι στον Άγνωστο Ποιητή και τον παρακαλώ να μας σώσει. Είναι φανερό, ύστερα από τόσα χρόνια αναμονής, ότι το 80% του ελληνικού λαού  δεν θέλει να σωθεί.

Έτσι, ο Άγνωστος Ποιητής μπορεί να περιμένει για πολλά χρόνια ακόμα…

Στον άγνωστο ποιητή

(Από την «Αρκαδία VI»
  Ζάτουνα, 1969)

Ρήγα Φεραίε, σε σέ κράζω.
Από την Αυστραλία στον Καναδά
κι από την Γερμανία στην Τασκένδη
σε φυλακές, σε βουνά και σε νησιά
διασκορπισμένοι οι Έλληνες.

Διονύσιε Σολωμέ, σε σέ κράζω.
Κρατούμενοι και κρατούντες
δέροντες και δερόμενοι
διατάσσοντες και διατασσόμενοι
τρομοκρατούντες και τρομοκρατούμενοι
κατέχοντες και κατεχόμενοι
διηρημένοι οι Έλληνες.

Ανδρέα Κάλβε, σε σέ κράζω.
Λαμπερότατος ο ήλιος απορεί
απορούν τα βουνά και τα έλατα
οι ακρογιαλιές και τ’ αηδόνια
λίκνο ομορφιάς και μέτρου η πατρίς μου
σήμερα τόπος θανάτου.

Κωστή Παλαμά, σε σέ κράζω.
Ποτέ άλλοτε τόσο φως δεν έγινε σκότος
τόση ανδρεία φόβος
τόση αδυναμία η δύναμη
τόσοι ήρωες μαρμάρινες προτομές
πατρίς του Διγενή και του Διάκου η πατρίς μου
σήμερα χώρα υποτελών.

Νίκο Καζαντζάκη, σε σέ κράζω.
Όμως αν λησμονούν οι θνητοί
που μιλούν ακόμα τη γλώσσα του Ανδρούτσου
η μνήμη κατοικεί πίσω από τα σίδερα
και τις σκοπιές.
Η μνήμη κατοικεί μέσα στα λιθάρια,
φωλιάζει μες στα κίτρινα φύλλα
που σκεπάζουν το κορμί σου, Ελλάδα.

Άγγελε Σικελιανέ, σε σέ κράζω.
Η ψυχή της πατρίδας μου είσαι συ
πολύμορφο ποτάμι
τυφλό από το αίμα
κουφό από το βόγκο
ανήμπορο από το μέγα μίσος
και τη μεγάλη αγάπη
που εξ ίσου εξουσιάζουν την ψυχή σου.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι δυο χειροπέδες
σφιγμένες σε δυο ποτάμια
δυο βουνά δεμένα με σκοινιά
στον πάγκο της ταράτσας.
Ο Αργίτικος κάμπος φουσκωμένος από το μαστίγιο
και ο Όλυμπος κρεμασμένος πισθάγκωνα
από το κατάρτι του αεροπλανοφόρου για να ομολογήσει.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι αυτός ο σπόρος
π’ άπλωσε ρίζες πάνω στο βράχο.
Είσαι συ μάνα, γυναίκα, κόρη
που αγναντεύεις τη θάλασσα και τα βουνά
και κρυφά βάφεις μ’ αίμα
τα κόκκινα αυγά της Αναστάσεως
που εγκυμονούν οι καιροί και οι άντρες.

Άμποτες νά ‘ρθει στη δύστυχη χώρα μου
Πάσχα Ελλήνων.

Άγνωστε Ποιητή, σε σέ κράζω.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Τα δικά μας φεγγάρια

Moon II, Anna Wojtczak

Τα δικά μας φεγγάρια
δεν είναι ανιαρές ρομαντικές εικόνες.
Στάζουν απ’ τον ιδρώτα του εργάτη,
αντηχούν τους πόνους του,
ομορφαίνουν απ’ τον έρωτά του.
Τα δικά μας φεγγάρια φέγγουν εκεί που βλασταίνει η ελπίδα,
λάμπουν εκεί που γεννιέται η νέα ζωή...

Θ.Κ.Ν. 

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος: Νύχτα στο ίδιο τραπέζι


Όταν έπεσε η νύχτα ― μαζεύτηκες.
Κ' ήρθες τόσο κοντά, που δεν άφησες χώρο
ν' απλώνω τα χέρια μου. (Πλάθω πέτρες να φτιάξω
κεριά της ανάστασης). Μα δεν βλέπεις λοιπόν
πως η ώρα περνά, πως ο Θεός μου μετρά
τις μέρες, και βιάζομαι;
Πότε νάβγει ο ήλιος,
να σε στείλω, στο σύμπαν να μαζεύεις λουλούδια.


Να σε στείλω στην άνοιξη να μου φέρεις νερό.

Νικηφόρος Βρεττάκος 

 

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης: Απ’ τη Μακρόνησο στον Αη Στράτη


Το ποίημα αναφέρεται στη μεταφορά των πολιτικών εξορίστων από τη Μακρόνησο στον Αη Στράτη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ) στις 31 του Μάη 1953.

ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ

Χτες την αυγή φουντάραμε
στο νέο Πετρονήσι μας.
Ο «Αλφειός» («Μεταγωγόν ο Αλφειός»),
εσύρθηκε νωθρά στ’ ακροθαλάσσι,
άνοιξε τις μασέλες του. Και ξέρασε-
μιαν αμπαριά καινούργιους Ιωνάδες.

Βαρύ ήταν το ταξίδι μας. Ενάντιο.
Κι’ η θάλασσα ένα πέλαγο χολή.
Το πλοίο οκνό, π’ ολονυχτίς μάς εσεργιάνιζε
στα βορινά σοκάκια του Αιγαίου.
― μεταλλικό κιβούρι ―
που έψαχνε για το νεκροταφείο μας.

Είμαστ’ ένα φορτίο αγύριστα μυαλά,
παραδομένα με το μέτρο.
Ένα φορτίο αντίγνωμοι,
φερέοικοι Ροβινσώνες του Αιγαίου,
που ζαλωθήκαμε στην πλάτη την τιμή μας,
και πάμε στης θυσίας το Μαραθώνιο.

… Πίσω στο βράχο του Μακρονησιού
ακόμη κυματίζει
η διψασμένη ανάσα μας.
Και στο γιαλό απ’ την πέτρινη εξέδρα της
μ’ ένα γυμνό κλαρί,
μας ξεπροβόδισε ξεσκούφωτη η Ιστορία.
Είχαμε κάτι μάτια θεονήστικα για πράσινο.
Κάτι χείλια ραγισμένα για νερό.
Και κάτι χέρια κόκαλα…

Και χτες αυγή φουντάραμε στον Κ ό σ μ ο μας
σε νέο καταστρωμένο ανθρωποστάσι,
νησί μικρό, χαμένο στα νερά
(«κλωβός επικινδύνων»).
Μα ο Κόσμος ήταν πάλι χωροφύλακες…
Αμπαρωμένα σπίτια και τουφέκια.
Σπίτια τεφρά. Και βράχοι κυματόδαρτοι.
Βράχοι ξανά. Όλο βράχοι. Και βοριάδες.
(Η Μακρόνησο μας πήρε το κατόπι…)

Μα σαν επήραμε σιγά τη ρεματιά,
πατώντας στο εμβατήριο που μας έψελναν
οι ραψωδοί της ζέστης, τα τζιτζίκια…
Σαν πήραμε το ρέμα για το πλάτωμα,
εκεί που βούιζε το πάνινο χωριό μας.
Εκεί που πρασινίζαν και μας πρόσμεναν
κάτι γριούλες μυγδαλιές ― ζητιάνες του νερού…
Σαν πήραμε το ρέμα-ρέμα για το πλάτωμα…
Μια λυγαριά καταμεσίς στη στράτα,
(προσκυνητάρι της Πανώριας Άνοιξης)
αγκάλιασε τη μέση μας σαν αδερφή
και μας θυμιάτισε με τη μοσχοβολιά της…

Κι’ εκεί… Αυτή η ψυχή,
αυτή η ψυχή που ελύγισε τα σίδερα.
Αυτή η ψυχή η ορθή, αυτή η ψυχή μας,
(μπροστά στο τέμπλο της Πανώριας Άνοιξης).
Ανάσανε βαθιά. Βαθιά πολύ.
Ανάσανε για όλες τις ανάσες.
Και π ρ ο σ κ ύ ν η σ ε.
Ήταν η πρώτη φορά.

Μενέλαος Λουντέμης

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

"... καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει..."

Άρια Κομιανού

Είδα μια νύχτα το Χριστό
μέσα σ' αιφνίδια λάμψη κι απροσδόκητη.
Αν ήταν στ' όνειρο μου που τον είδα
ή στης αγρύπνιας μου το βύθος,
δύσκολο μού είναι τώρα να ορκιστώ.
Τον είδα όμως μια νύχτα το Χριστό.
Σα να' χε αποκαθηλωθεί λίγο πρωτύτερα,
έσταζε ακόμα το αίμα απ' τις πληγές του.
Τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Αν ήταν η φωνή του που μου μίλησε
κι όχι του γείτονά μου ο πνιχτός θρήνος
που τρία μερόνυχτα τον πόνο του άλεθε
για το μοναχογιό του που εκτελέστηκε,
δύσκολο μου είναι πάλι να ορκιστώ.
Τον άκουσα όμως το Χριστό που μούπε:
" Κι αν έπαψες να με πιστεύεις καθώς άλλοτε,
ακόμα αστράφτω σαν κοχύλι μαγικό
στης παιδικής σου μνήμης το ακρογιάλι.
Μα εγώ δε σου ζητώ την ώρα ετούτη
να ξαναφέρεις την ξενιτεμένη σου ψυχή
στα πράσινα λειβάδια των οχτώ σου  χρόνων
όπου σαν άυλο Χερουβίμ πάντα σου μ' έβλεπες
κάτασπρα αρνάκια και σγουρά να βόσκω.

Έτσι όπως τώρα σου ζητώ να με κοιτάς,
άντρα θλιμμένο, με σφιγμένα δόντια,
με τρυπημένα χέρια απ' τα καρφιά του σταυρωμού,
με λογχισμένα τα πλευρά μου,
με πληγιασμένο μέτωπο απ' τ' αγκάθια.
Το ξέρω , ναι το ξέρω πως πονείς
και συ κι ο γείτονας σου που του σκότωσαν το γυιο του
( Πριν έρθω εδώ, στο σπίτι του σταμάτησα).
Ακούω τις μάνες που παρακαλούνε
να ξεψυχήσουν πριν από τα βρέφη τους.
Βλέπω τον κόσμο που ζητώντας λυτρωμό,
είτε θερίζεται απ' το σίδερο,
είτε σα λύχνος δίχως λάδι αργοπεθαίνει.
Μα όλοι όπως είμαι τώρα όταν με βλέπετε,
χνούδι θα νιώθετε το βάρος του σταυρού σας.
Γιατί του μύθου μου το νόημα είναι τούτο:
πως δίχως σκότος δεν υπάρχει φως
και πως καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο
ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει".

Έτσι θαρρώ μου μίλησε ο Χριστός.
Έτσι τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Κι όταν σαν ίσκιος πάλι χάθηκε άπιαστος,
άνθισε ξάφνου μέσα μου ένας κρίνος.
Βαριά της νύχτας γύρω μου έγινε σιωπή,
βαριά από προσδοκία,
κι έπαψε πια του γείτονα ο πνιχτός θρήνος.

Λέων Κουκούλας
Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην Ανθολογία Ελληνικής Αντιστασιακής Λογοτεχνίας 1941 - 1944, τ.2 Ποίηση , EDITEX Geneve 1970, επιμέλεια Έλλη Αλεξίου.

Ο Λέων Κουκούλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Πραγματοποίησε θεατρικές και φιλοσοφικές σπουδές, αλλά και σπουδές καλών τεχνών στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του Νουμά. Το 1915 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Της ζωής και του θανάτου και το 1923 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Ένας – ένας. Ακολούθησαν κι άλλες ποιητικές συλλογές του, γνωστός ωστόσο στο λογοτεχνικό χώρο έγινε κυρίως για το μεταφραστικό έργο του, κυρίως θεατρικό, από έργα των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Σίλλερ, Μολιέρου και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες και δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, και άλλες δραματικές σχολές. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε στην Αθήνα( 17 Οκτωβρίου 1967) ( ΕΚΕΒΙ )
 Ο Λέων Κουκούλας πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ 
" Τι τεράστια δύναμη, αλήθεια, η ποίηση! Όταν γράφονταν και δημοσιεύονταν τα ποιήματα του Λέοντα Κουκούλα, αυθόρμητα ο φανατικός ή και ο καλοπροαίρετος αναγνώστης της ποίησης θα τα συνέκρινε, ή απλώς θα τα συσχέτιζε, με άλλα ομόχρονά τους, λ.χ. του Κώστα Βάρναλη ή του Τάκη Παπατσώνη. (. . .) Σήμερα, όμως, εβδομήντα και εξήντα και πενήντα χρόνια μετά το γράψιμό τους, τα ποιήματα του Κουκούλα εξακολουθούν να ισχύουν και να συγκινούν; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Ανεπιφύλακτα ναι. Αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ τα διαβάζει κανείς, όποια γνώμη και αν σχηματίζει για την ιδεολογική ή την αισθητική τους ένταξη, μια έγνοια αισθάνεται να τον κυριεύει: να προσανατολιστεί, όσο γίνεται επιμελέστερα και πιο ακριβοδίκαια, στον κόσμο τους, να μην αδικήσει ούτε τον ποιητή που τα έγραψε, ούτε τα ίδια τα ποιήματα. Επειδή δε ο δημιουργός τους έχει υπάρξει στον καιρό του μια πληθωρική και συγγραφικά ακαταπόνητη φυσιογνωμία, τα ποιήματά του πρέπει και μπορούν να διαβαστούν κάτω από έναν πολυπρισματικό φωτισμό..." ( Θανάσης Νιάρχος)

ofisofi

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

CHE FECE…. IL GRAN RIFIUTO


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τo ’χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του.
Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’  όχι ― το σωστό ― εις όλην την ζωή του.

[1899,1901]

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Εικόνα: Γκράφιτι φιλοτεχνημένο από τον καλλιτέχνη Κώστα  Λούζη (πιο γνωστό με το ψευδώνυμο «Σκιτσοφρενής»).

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Ποιήματα έρωτα και νοσταλγίας, με τον χιλιανό ποιητή Χάιμε Σβαρτ, την Τετάρτη 18 Μάη


POEMAS DE AMOR  Y  NOSTALGIA – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

του χιλιανού ποιητή Χάιμε Σβαρτ, κάτοικου Αθηνών

Τετάρτη 18 Μάη, ώρα 20:30

Επιπλέον, κονσέρτο πιάνου με τον Χοσέ Ριβέρος που έρχεται ειδικά από τη Χιλή.

Μουσική και ποιήματα των Πάμπλο Νερούδα, Νικολάς Γκιγιέν, Βιολέτα Πάρα, Βίκτορ Χάρα και Χάιμε Σβαρτ.

Προσφέρεται ποτό μετά την εκδήλωση.
Με τη συμμετοχή της Πρεσβείας της Χιλής στην Ελλάδα.

Είσοδος ελεύθερη και δωρεάν

Δελφικό Ωδείο
Κορινθίας 6, Αμπελόκηποι
τηλ. 210 7719803

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Γ. Ανατολίτης, Έλληνας ποιητής της Σοβιετικής Ρωσσίας


«Στο Δνείπερο φτιάνουμε παλάτια της τέχνης στο Βόλχοβ γιγάντους της νέας ζωής. Στους κάμπους, στις στέπες που χώριζαν φράχτες απέραντη μια κολεχτίβα γης…»

Αν αναζητήσει κανείς στοιχεία για κάποιον Έλληνα της ΕΣΣΔ των δεκαετιών 1920-40  θα βρεθεί αντιμέτωπος με αναφορές για  εκκαθαρίσεις, διώξεις και εκτοπισμούς χιλιάδων Ελλήνων Ποντίων από το «σταλινικό καθεστώς».

Αναφορές που με μια πρώτη ματιά, (που συνήθως παραμένει «πρώτη» και δεν ακολουθεί μια πιο ερευνητική δεύτερη ή και τρίτη…) μοιάζουν να στηρίζονται σε «ατράνταχτα επιχειρήματα». Αν όμως ακολουθήσουν και άλλες «ματιές» τότε γίνονται διακριτές  οι μέθοδοι και οι πηγές διαφόρων «ποντιολόγων» και της σχολής των σύγχρονων ιστοριογράφων που διαστρεβλώνουν την ιστορική πραγματικότητα και  που, ανεξαρτήτως της αφετηρίας του καθένα, όλοι  «τερματίζουν» στην  αναθεώρηση της Ιστορίας μέσα από την αναβίωση του αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού και την εξίσωση του φασισμού με τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Αφορμή για αυτή την εισαγωγή μας έδωσαν δυο ποιήματα που ανακαλύψαμε ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του Ριζοσπάστη της δεκαετίας του ΄30 και η έρευνα που ακολούθησε για να βρούμε στοιχεία για τον ποιητή που τα έγραψε. Το πρώτο ποίημα δημοσιεύτηκε στο φύλλο του Σαββάτου 21 Απρίλη 1934. Ακριβώς από κάτω υπήρχε η σημείωση: «Του Έλληνα ποιητή της Σοβιετικής Ένωσης Γ. Ανατολίτη. (Από την εφημερίδα «Κομμουνιστής» του Ροστόβ)».
ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΙΕΤΑΙ
Σωπαίνουν τα όπλα βουβά τα κανόνια
τη γη δε βαράνε αλόγων οπλές
μα έτοιμοι οι λόχοι προσμένουν σινιάλο
για νέους αγώνες και μάχες σκληρές.
Στους κάμπους, στις στέπες τ’ ατσάλινα [τζέτια;]
γκρεμίζουν τους φράχτες δεσμά της δουλειάς
κι ο φαντάρος απάνω στα τράχτορα κει πέρα,
τις πρόληψες ρίχνει, τους θρύλους πετά.
Στο Δνείπερο φτιάνουμε παλάτια της τέχνης
στο Βόλχοβ γιγάντους της νέας ζωής.
Στους κάμπους, στις στέπες που χώριζαν φράχτες
απέραντη μια κολεχτίβα γης.
Βουβά τα κανόνια, βουβά τα ντουφέκια,
μιλάει το μοτόρ, τραγουδάει το σφυρί
και πλάστες και χτίστες τα χέρια μας τώρα
πανώρια την πλάθουν τη νέα ζωή.
Δεν θέλουμε αίμα, πολύνεκρες μάχες
που παίρνουν εργάτη κι αγρότη παιδιά,
μ’ αν είνε ανάγκη, σαν δοθεί το σινιάλο,
στα άλογα πάλι, στα όπλα ξανά.
Από τα λίγα στοιχεία που μπορέσαμε να βρούμε, την εφημερίδα «Κομμουνιστής» την έβγαζε εκδοτικός οίκος με το ίδιο όνομα, που μαζί με τον οίκο «Κολεκτιβιστής» ήταν οι δυο μεγαλύτεροι ελληνόγλωσσοι εκδοτικοί οίκοι στην ΕΣΣΔ εκείνη την περίοδο, με παραγωγή εκατοντάδων βιβλίων  πολιτικοοικονομικού περιεχομένου, αγροτικής οικονομίας και υγιεινής, λογοτεχνικά, σχολικά κ.ά. Ο «Κομμουνιστής» συσπείρωνε πολλούς λογοτέχνες και ποιητές και φιλοξενούσε τα έργα τους σε βιβλία αλλά και σε φιλολογικά και λογοτεχνικά  περιοδικά. Ανάμεσα στους λογοτέχνες αυτούς ήταν και ο ποιητής Γ. Ανατολίτης.

Ένα ακόμα ποίημά του, δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της Κυριακής 22 Απρίλη 1934, με την υπογραφή «Γ. Ανατολίτης. Έλληνας ποιητής της Σοβιετικής Ρωσσίας»:
Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ
Από τα σπλάχνα του Οχτώβρη
φρουρός εγώ κ’ εγώ παιδί του
ψηλά το λάβαρο κρατώ·
του αρχηγού μας του μεγάλου
πιστά εδώ τη διαθήκη,
τις εντολές πιστά φρουρώ.

Οι θρόνοι γύρω μου συντρίμμια,
για δες: κουρέλια τις πορφύρες,
ράκη τις πρόληψες πατώ,
τον τίμιο κόπο σου αγρότη
στα σύνορ’ άγρυπνος φρουρώ.

Ας παν’ ν’ ουρλιάζουνε τ’ αγρίμια,
ας παν να σκούζουνε τα όρνια,
εγώ στον όρκο μου πιστός,
της εργατιάς όλου του κόσμου,
της αγροτιάς του κόσμου όλου
στέκω ακοίμητος φρουρός.

Ήλιος η λόγχη μου, αχτίδες
ελπίδας στέλνει στα μπουντρούμια
κει που στενάζει η εργατιά·
και κόκκινοι ξυπνάνε οι φαντάροι
κι οι πρωτοπόροι της ιδέας
μες στου οχτρού μου την καρδιά.

Από τα σπλάχνα του Οχτώβρη
γέννημα θρέμμα και παιδί του
στέκω στον όρκο μου πιστός,
του Οχτώβρη να που πλησιάζει,
να, του παγκόσμιου Οχτώβρη
φρουρός εγώ και οδηγός.

Πάντως, ενώ δυσκολευτήκαμε να βρούμε περισσότερα στοιχεία για τον ποιητή Γ. Ανατολίτη δεν συνέβη το ίδιο για να συμπεράνουμε ότι όπως δεν είναι σώνει και καλά έγκυρα τα συμπεράσματα-βιβλία όλων των ιστορικών επιστημόνων, επειδή και μόνο τα έγραψαν ιστορικοί, έτσι δεν είναι αναγκαίο  κιόλας να σπουδάσει κάποιος ιστορία για να αποχτήσει μια πιο σαφή και έγκυρη εικόνα για μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Σημασία έχει πόσο ανήσυχος είναι (αν είναι) ο αναγνώστης κάθε φορά και που θα απευθυνθεί για να αποχτήσει την  αληθινή -άρα πολύτιμη-  γνώση που θα τον βοηθήσει να γυρίσει την πλάτη στους επιστήμονες αυτούς που, χρησιμοποιώντας αντιεπιστημονικά εργαλεία, διαστρεβλώνουν «επιστημονικά», παραχαράσσουν ή και ξαναγράφουν κάποιες φορές την ιστορία όταν δεν τους βολεύει, δηλαδή όταν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης των «νικητών» που οι ίδιοι υπηρετούν.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Κώστας Καρυωτάκης, Του αδελφού μου

Francisco Goya, The Drowning Dog

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω·
τα χρόνια που περάσανε με αφίσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Και δεν ποθώ πια τίποτε, αδελφέ μου·
τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν
και τάδωκα, ροδόφυλλα, του ανέμου.
Ω, πότε θα μπορέσης να ξεχάσης
τις έγνιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν
νάρθης από κειπέρα, να περάσης
τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος
ν’ ακούσης όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σούναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σούλεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα,
διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους,
μην ξέροντας ποιοι τόποι μ’ εκρατήσαν,
μην ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους.
Κι ως είσαι ο λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,
και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βώλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου ’λεγα, μα εσβύσαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Ποιήματα, εκδόσεις Συλλογή, 1996

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης, Απλή Κουβέντα


Απλή Κουβέντα
(αποσπάσματα)

Θα 'θελα να μιλήσω
απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι
όπως κρυώνει ο αγκώνας σου
γυρίζεις
και βλέπεις ότι είναι τρύπιος
όπως κάθεται στην πέτρα ένας σύντροφος και μπαλώνει τη φανέλλα του.
Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω
κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενητειά
κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες
να μιλήσω
απλά-
μονάχα μια στιγμή ν' ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.

Κάποτε ονειρευόμαστε να γίνουμε μεγάλοι ποιητές
μιλούσαμε για τον ήλιο.
Τώρα μας τρυπάει η καρδιά
σαν μια πρόκα στην αρβύλα μας.
Εκεί που άλλοτε λέγαμε ουρανός, τώρα λέμε: κουράγιο.
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

(...)

Απόψε λέμε να σου γράψουμε, μάνα
μήπως ακούσουμε τη βροχή
να περπατάει με τα λυωμένα σου τσόκαρα
μήπως δούμε το χαμόγελό σου
να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ' τη δίψα μας.
Μας ταΐζουν σάπιες πατάτες: μην ανησυχείς
μας βρίζουν και μας χτυπάνε: να μας αγαπάς
Ίσως να μη γυρίσουμε - μα εσύ ν' ανάψεις τη λάμπα, μάνα
θα 'ρθουν άλλοι...

(...)

Αγαπημένη
μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου που κάποτε σε κρατήσαν,
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν' αρνηθώ το ξεροκόμματο που μοιράσαμε είκοσι άνθρωποι
πώς ν' αρνηθώ τη μητέρα μου που καρτεράει μια κούπα φασκόμηλο
πώς ν' αρνηθώ το παιδί μας που του τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό
πώς ν' αρνηθώ τον Νικόλα -
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν.

Αν γυρίσω δε θάχουμε λάμπα, δε θάχουμε που
ν' ακουμπήσουμε τ' όνειρό μας.
Θα καθόμαστε αμίλητοι.
Κι όταν θα θέλω να σε κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα.
Να μ' αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθήσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δεν σ' αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια - θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Εν’ άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
και να κλάψω.

(...)

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟΜΟΣ 1, Κέδρος