Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Η μάνα του Κριτσμή


Ποιος δε θυμάται τη Μάνα του Κριτσμή, που όταν μοιρολογούσε μακρόσυρτα και γοερά αχολογούσε η άγρια χαράδρα του Τσιμόβου και το Σκλουπιώτικο στενό; Ενα σύγκρυο διαπερνούσε τα κορμιά των στρατοκόπων, που ανεβοκατέβαιναν τη σταχτόχρωμη ανηφόρα του Τσιμόβου και τις μενεξεδένιες πλαγιές των Χουλιαράδων και του Πετροβουνιού. Οι αγωγιάτες της Πράμαντας του Σιράκου, των Καλαριτών, του Μιχαλιτσιού και των Μελισσουργών, όταν ανηφόριζαν το κακοτράχαλο Τσίμοβο βούλωναν τα κυπριά των καραβανιών για ν' ακούνε το μοιρολόγι της Μάνας του Κριτσμή. Κι ήταν τόσο θρηνητικό και σπαραχτικό το μοιρολόγι, που ριγούσε τα κορμιά, τη χλόη και τα φύλλα των δέντρων.

Σου παραγγέλνω, μαύρης γης κι αραχνιασμένο χώμα,
αυτόν τον νιο που σου 'στειλα να μην τον αραχνιάσεις,
γιατί χαλάν τα νιάτα του, χαλάει η ομορφιά του.
Τα νιάτα χώμα γίνονται κι η ομορφιά χορτάρια
κι αυτά τα ζωγραφίσματα λουλούδια στα λιβάδια.

Ηταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών η Μάνα του Κριτσμή μ' ένα φύτρο στην κοιλιά της όταν της έφεραν τον άντρα της, το Μητρο-Κιτσιο-Βασίλη, τσακισμένον σ' όλο το κορμί και με το κεφάλι θρύψαλα τυλιγμένο σε δυο πετσέτες. Είχαν τελειώσει τη λιθοδομή του τρίπατου σπιτιού του τσιορμπατζή της Φαρκαδώνας και δούλευαν το σκελετό της στέγης για να τον καλύψουν με τις σχιστόπλακες. Πατώντας ο Μητρο-Κιτσιο-Βασίλης σ' ένα σαρακοφαγωμένο καδρόνι, που δεν έδειχνε σημάδι από σαράκι, βρέθηκε στο κενό. Το σώμα του ανθρώπου είναι βαρύ απ' τη μέση και πάνω. Ετσι, ο Μητρο-Κιτσιο-Βασίλης ήρθε με το κεφάλι κάτω και καρφώθηκε στ' ασπρολίθαρα που 'χε κατεβάσει απ' τα νταμάρια του Κόζιακα ο τσιορμπατζής για το χτίσιμο τ' αρχοντικού του...

Σαράντα μέρες που κρατάει η «παρηγοριά» στα ηπειρωτικά χωριά η Μάνα του Κριτσμή δεν πάτησε το κατώφλι του σπιτιού της για να βγει στην αυλή. Ο ήλιος δεν την είδε. Ούτε και το λαμπερό αστέρι της αυγής. Μέσα στο σπίτι της σερνοκοπιούνταν σαν πληγωμένη ελαφίνα. Ολα τα μοιρολόγια της Ηπείρου, που κάνουν να κλαίνε τα βουνά και να ραγίζουν οι κάμποι τα 'πε μέσα απ' τα φυλλοκάρδια της. Η μάνα της κι η πεθερά της τη συμβούλευαν να σκέφτεται και το βλαστάρι, που μεγάλωνε μέσα της. Να μη βγει κανένα κακοσήμαδο, σιαπατηλό και κακόγνωμο. Ο παπάς των Χουλιαράδων, ο πάπα - Σιόντης, που 'ταν και ξομολόγος, προσπαθούσε κι αυτός με λόγια παραμυθίας να της καταπραΰνει τον πόνο.
- Ο Θεός είναι μεγάλος παιδί μου, της έλεγε. Είναι μεγάλος. Κανέναν δεν έχει για χάσιμο.
- Τον άντρα μου δεν τον έχασε, πάτερ; Απάντησε οργισμένα η Μάνα του Κριτσμή. Πού 'ναι η μεγαλοσύνη του; Πώς θα μεγαλώσει αυτό το βομπίρικο; Εννοώντας το βλαστάρι που 'χε μέσα της. Ποιον θα φωνάξει «πατέρα;».
- Το ότι θα μεγαλώσει και θα γίνει άντρακλας, σαν τον άντρα σου, δε θέλει κουβέντα, απάντησε ο πάπα - Σιόντης. Μόνο που δε θ' αρθρώσει τη λέξη «πατέρας». Αυτό είναι το λυπηρό... Τι να κάνουμε όμως;... Πέρα απ' το θέλημα του Θεού δεν μπορούμε να πάμε.
- Και το θέλημα του Θεού, πάτερ, είναι να χηρεύει γυναίκες και να ορφανεύει τα παιδιά; Ρώτησε αγανακτισμένη πάλι η Μάνα του Κριτσμή.
- Τέκνον μου, οι διαλογισμοί μας ας μην εμπεριέχουν το σπέρμα της αμφιβολίας. Ο Θεός είναι μεγάλος. Πολύ μεγάλος.
- Πάτερ, είπε η Μάνα του Κριτσμή, εγώ, εγώ ο άνθρωπος είμαι ο μεγάλος κι όχι ο Θεός. Εγώ είμαι ο μεγάλος, που θα μεγαλώσω ένα ορφανό παιδί. Και πώς θα το μεγαλώσω εδώ πάνω στον ξερόβραχο, που λέγεται Χουλιαράδες;... Το ριζικό μου ήταν αυτό. Να μεγαλώσω ένα ορφανό, θα το μεγαλώσω όμως και θα το παραδώσω στην κοινωνία με τις πανανθρώπινες ιδέες που 'ναι η Ισότητα, η Ειρήνη κι η Αδελφοσύνη.

Ο όρκος ήταν βαρύς κι η Μάνα του Κριτσμή τον τήρησε μ' ευλάβεια και στο ακέραιο. Μεγάλωσε το ορφανό και το παρέδωσε στην κοινωνία για να την υπηρετήσει. Το παρέδωσε ν' αγωνιστεί για την Ισότητα, για την Ειρήνη και για την Αδερφοσύνη. Το παράδωσε ν' αγωνιστεί για μια κοινωνία που να μην έχει την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο.

Ο Κριτσμής απόδειξε τα πιστεύω του. Αυτά που του 'χε μάθει η χήρα μάνα του. Τα χρόνια της τριπλής Κατοχής ήταν η δοκιμασία. Στα χρόνια της Κατοχής δοκιμάστηκαν οι χαρακτήρες κι οι συνειδήσεις των ανθρώπων. Ο Κριτσμής δεν πήγε με τον Ζέρβα, που μοίραζε τις λίρες των Εγγλέζων. Μ' ένα σακούλι λίρες τον θυμιάτιζε ο υπεύθυνος της οργάνωσης του Ζέρβα στην πλατεία του χωριού για να τον δελεάσει. Ο Κριτσμής όμως στεκόταν βράχος στις πεποιθήσεις του. Στο σχολειό είχε μάθει απ' το δάσκαλό του, τον Βασίλη Σούλη που στη Μικρασιατική Καταστροφή είδε κατάματα την προδοσία των Αγγλογαλλοϊταλών σε βάρος της Ελλάδας, ότι το χρήμα πουλάει τον άνθρωπο. Τον εξευτελίζει, τον ξεγυμνώνει και τον αφήνει χωρίς υπόληψη.

«Τριάντα αργύρια πούλησαν και το Χριστό, έλεγε. Κι ο Ιούδας τι απόγινε; Χάθηκε από το πρόσωπο της γης». Γι' αυτό κι ο Κριτσμής ακολούθησε την πρώτη ομάδα του ΕΛΑΣ που 'φτιαξε ο Κώστας Μίντζας απ' τους Καλαρίτες. Στην ομάδα αυτή ο Κριτσμής διακρίθηκε για τις θυελλώδεις εξορμήσεις του κατά των Γερμανών. Γι' αυτό τον είπαν και «θύελλα». Διακρίθηκε για την αφοβιά του. Γι' αυτό τον είπαν κι «Αφοβο». Οι δε Γερμανοί που 'χαν μάθει τ' όνομά του τον φώναζαν «Κριτσμ, Κριτσμ, Κριτσμ!».

Σαν Διγενής Ακρίτας φάνταζε πάνω στα κοτρόνια του Τσιμόβου με τ' οπλοπολυβόλο στον ώμο ν' ανιχνεύει τις δημοσιές του Κουτσελιού, του Χαροκόπου και των Κατσανοχωρίων, απ' όπου θα μπορούσαν να ξεμυτίσουν οι Ναζίδες.

Στον τρίχρονο πόλεμο με τους Γερμανούς φασίστες και στις συγκρούσεις με τον Ζέρβα, ο Κριτσμής έδωσε τον καλύτερο εαυτό του. Ανάδειξε την παλικαριά του, την ευφυία του, τη στρατηγική του. Για τις ανδραγαθίες του αυτές το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ τον προήγαγε σ' ανθυπολοχαγό.

Με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, που όριζε την παράδοση των όπλων, ο Κριτσμής δε συμφώνησε.
- Μπορεί να συμφώνησαν αυτοί που συμφώνησαν, είπε, αλλ' ο Κριτσμής δε συμφώνησε... Εσκασε ένα οπλοπολυβόλο στην πλάτη κι έγινε άφαντος μαζί με τους Μιντζαίους. Οι αντάρτες έμειναν σαστισμένοι να τον κοιτάζουν....

Οι Μιντζαίοι κι ο Παλιούρας απ' τα Θοδώριανα συγκρότησαν την πρώτη ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού στα Τζουμέρκα....

Αύγουστος αδελφοκτόνος, που τον επέβαλαν Αγγλοι, Αμερικανοί και βασιλιάς. Οι μάχες στο Γράμμο έδιναν κι έπαιρναν. Σταματημό δεν είχαν. Τη μέρα ο Γράμμος βούλιαζε στους καπνούς και στον κουρνιαχτό. Τη νύχτα λαμπάδιαζε απ' τις φλόγες, που ξερνούσαν οι όλμοι και τα κανόνια. Νύχτα και μέρα καίγονταν το πελεκούδι. Η κόλαση, που κόνεψε στην Ελλάδα, ωχριούσε μπροστά σ' αυτό το καθημαγμένο τοπίο. Ενας τέτοιος Αύγουστος ρήμαξε πριν από είκοσι εφτά χρόνια τη μενεξεδένια γη της ευφορίας, τη Μικρασία, ύστερα απ' την προδοσία των Αγγλογαλλοϊταλών, που ύφαιναν μαστορικά στους αργαλειούς της προδοσίας.

Η καυτή λάβα που ξερνούσαν τ' αμερικάνικα κανόνια, οι όλμοι, τα μυδράλια κι οι βόμβες ναπάλμ, λύγισαν το Γράμμο.
«Ο Γράμμος έπεσε. Επεσε ο Γράμμος».
Αυτή τη θλιβερή είδηση την άπλωσαν πάνω σ' όλη τη χώρα τα σκιαγμένα πουλιά της αυγής. Αυτό το βαρύ, τ' ασήκωτο πένθος δεν ταίριαζε στον ελληνικό λαό. Το ταίριαξαν όμως οι πουλημένοι της χώρας μαζί με τους «συμμάχους». Το ταίριαξαν αυτοί που πουλούν και την ψυχή τους.

Οι μαχητές του Γράμμου μπαρουτοκαπνισμένοι, τσακισμένοι κι αλλόφρονες διάβηκαν τις οριοθετημένες γραμμές των συνόρων και πέρασαν σε φιλόξενες χώρες κοντινές και μακρινές.

Χρειάστηκαν χρόνια, ώσπου να 'ρθουν τα πρώτα μηνύματα των Πολιτικών Προσφύγων; Το πρώτο μήνυμα, που 'φεραν οι χιονισμένοι βοριάδες απ' τις στέπες της Ρωσίας ήταν για τους Μιχαλιτσιώτες.
«Οι Λαγαίοι κι ο Μπουμπουγιάννης, έλεγε, είναι στη μακρινή Τασκέντη».
«Πού 'ναι η Τασκέντη; Πού 'ναι; Αναρωτιόνταν οι Μιχαλιτσιώτες».
Κανένας όμως δεν ήξερε να πει. Ο δάσκαλος, ο Σωτήρης Παπαγεωργίου, ξεδίπλωσε έναν παγκόσμιο χάρτη και ψάχνοντας μαζί με τον γραμματέα της κοινότητας το Μήτσιο Γεώργαινα, όλο κατά τ' ανατολικά, βρήκαν στα βάθη της Ανατολής την Τασκέντη.
- Μα αυτή ήταν κι η πορεία του Μέγα Αλέξαντρου, είπε ο Γιώργος Δ. Κοσμάς που 'χε απομνημονεύσει τη φυλλάδα του Μέγα Αλέξαντρου.
- Τα χνάρια δε σβήνουν ποτές κι οι νεότερες γενιές τα 'χουν για οδηγό, απάντησε ο δάσκαλος.

Δεύτερο μήνυμα, πάλι για το Μιχαλίτσι.
«Ο Γιώργος Νίκο Κώστας, είναι στη βορινή Πολωνία. Αυτός, έλεγε το μήνυμα, έχει το μέτωπο κομματιασμένο, από θραύσματα όλμου και συναρμολογημένο ανάκατα απ' το μεγάλο χειρουργό, τον Πέτρο Κόκκαλη, που 'σωσε εκατοντάδες μαχητές απ' το θάνατο της σηψαιμίας».

Το τρίτο μήνυμα ήταν για τους Καλαρίτες.
«Οι Μιντζαίοι, ο Μπελεβέντης, ο Περιστέρης κι άλλοι Καλαριτιώτες, έλεγε, είναι κι αυτοί στη μακρινή Τασκέντη».

Τέταρτο μήνυμα, δέκατο μήνυμα, εκατοστό μήνυμα, χιλιοστό μήνυμα. Χιλιάδες μηνύματα πέταξαν άλλα απ' τη Βουλγαρία, άλλα απ' τη Ρουμανία, άλλα απ' την Ουγγαρία, άλλα απ' την Τσεχοσλοβακία, άλλα απ' την Πολωνία, άλλα απ' τη Ρωσία και σα χελιδόνια γέμισαν τον ουρανό της Ελλάδας.
Ανακουφίστηκε ο κόσμος, αναθάρρησε κι απόθεσε την ελπίδα του στον επαναπατρισμό των μαχητών.

Στη μάνα του Κριτσμή κανένα μήνυμα δε φέρνουν οι βοριάδες και τα χιόνια, που κατεβαίνουν μ' ορμή πάνω απ' τις στέπες της Ρωσίας. Αυτή, όμως, απαντέχει. Η απαντοχή της είναι ψηλό βουνό, σαν το Γράμμο. Οπου βρεθεί, όπου σταθεί κι όπου συναντήσει τους στρατοκόπους και τους αγωγιάτες των Τζουμέρκων, ρωτάει:
- Μην είδατε το γιο μου, τον Κριτσμή;
- Οχι. Δεν τον είδαμε, της απαντούν.
Αυτή τότε κατεβάζει το μαύρο τσεμπέρι στα μάτια της κι αρχίζει το κλάμα και το μοιρολόι. Οσοι ξέρουν το δράμα της της απαντούν:
- Οπου να 'ναι έρχεται.
Αμέσως σηκώνει το τσεμπέρι. Και με φωτεινό πρόσωπο και λαχταριστή φωνή ρωτάει:
- Αλήθεια;
- Ναι, ναι. Αλήθεια της απαντούν και ταχύνουν το βήμα τους για να την αποφύγουν.

Μια μέρα Τρίτη, μέρα σημαδιακή και φαρμακερή ήρθε και σ' αυτήν το μήνυμα απ' τη μακρινή Τασκέντη. Το 'στειλε ο Γιώργος Αναγνωστάκης, ο καπετάν Καταχνιάς, σ' εφτασφράγιστο γράμμα του, στον πρόεδρο της Κοινότητας Χουλιαράδων.

«Σύντροφε πρόεδρε:
Τον Κριτσμή να μην τον ψάχνετε και να μην τον καρτερείτε. Τον είδαμε από 'να μετερίζι να τον κλαδεύει μια ομάδα μαυροσκούφηδων, που 'χαν γι' αρχηγό τους έναν ξανθόμαλλο Εγγλέζο, στην αυλή μιας σκύλας γριάς, κατά της Μεσοχώρας τα μέρη. Η γριά που τον έκρυβε στο ταβάνι του σπιτιού της τον πρόδωσε για πέντε λίρες. Πρώτα του κλάδεψαν τα χέρια στους αγκώνες. Υστερα στους ώμους. Μετά του πριόνισαν τα πόδια στα γόνατα. Κι ύστερα άρχισαν να κλοτσούν το κουφάρι του, που καθώς σφάδαζε πότιζε με το αίμα του την πλακόστρωτη αυλή. Εμείς, πρόεδρε, θα γυρίσουμε στην πατρίδα. Προσωρινή είναι η υπερορία μας. Οι ρίζες μας είναι αυτού, στη γλυκιά πατρίδα. Τα δέοντα σ' όλους τους Τζουμερκιώτες. Καλή αντάμωση.
Συντροφικά
Γ. Καταχνιάς»

... Η μάνα του Κριτσμή δεν άντεξε το μαρτύριο του γιου της, που 'φερε το μήνυμα του καπετάν Καταχνιά. Σάλεψαν τα λογικά της. Μια νύχτα άναστρη, με πηχτό σκοτάδι, σκαρφάλωσε στην κορφή του καμπαναριού της Αγια - Παρασκευής, χωρίς να την πάρουν είδηση ούτε τα νυχτοπούλια. Εκεί μαζεύτηκε κουβάρι. Κι όταν στο σκόλασμα της εκκλησιάς η πλατεία γέμισε από χωριανούς η Μάνα του Κριτσμή όρθωσε τη μαύρη σιλουέτα της, άνοιξε διάπλατα τα χέρια της, σαν το καπλάνι του Ολύμπου στα μεσούρανα και φώναξε:

- Ε! Χωριανοί! Πάω να βρω το γιο μου, τον Κριτσμή. Καλή αντάμωση στον Κάτω Κόσμο...

Νίκος Κοσμάς

Ο Νίκος Β. Κοσμάς γεννήθηκε στο Μιχαλίτσι Ιωαννίνων το 1920. Τελείωσε το Γυμνάσιο «Ζωσιμαία Σχολή» και τη «Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία» Ιωαννίνων. Μαθητής δημοσίευσε ποιήματα και φιλολογικές συνεργασίες στο Γιαννιώτικο Τύπο.
Από μαθητής στο Γυμνάσιο προσχώρησε στο προοδευτικό κίνημα. Ελαβε μέρος στη μεγάλη μαθητική απεργία της «Ζωσιμαίας Σχολής» το Μάρτη του 1936. Στην Κατοχή πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Υπηρέτησε δάσκαλος στη Θεσσαλονίκη, στη Χίο, στον Πειραιά και στην Αθήνα.
Η αγάπη του για το λαό, απ' τον οποίο προέρχεται, τον έσπρωξε στη μελέτη του λαϊκού βίου.
Τα βιβλία Λαογραφικά, Ιστορικά, Γλωσσικά και Λογοτεχνικά που εξέδωσαν διάφοροι Εκδοτικοί Οίκοι ανέρχονται στον αριθμό 25. Οχτώ από το χώρο της Ηπείρου, εννιά από το χώρο της Μακεδονίας και εννιά μελέτες του είναι δημοσιευμένες σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά.
Για την επίδοσή του αυτή βραβεύτηκε το 1983 από την Ακαδημία Αθηνών. Είναι μέλος της «Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας», της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών» και της «Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών». (Ριζοσπάστης, 12/10/2003)

---Στη φωτογραφία η Βέρα Μπαρανόφσκαγια σε στιγμιότυπο από την ταινία του Β. Πουντόβκιν "Η Μάνα" (1926).

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Ο Γιάννης Ρίτσος και το "Ημερολόγιο" του Πολυτεχνείου


Ο Γιάννης Ρίτσος και το Πολυτεχνείο


Ο Νοέμβριος του 1973 ήταν γλυκός. Ενα λεπτό, κόκκινο, ζακετάκι πάνω απ’ τη μαθητική ποδιά αρκούσε. Η Ανθούλα σε ξεσήκωσε να πάτε από το Νυχτερινό Γυμνάσιο της Χέυδεν, όπου φοιτούσε (νυν «κατάληψη» και ερείπιο) στο Πολυτεχνείο. Είχε ακούσει πως εκεί λάμβαναν χώρα σπουδαία πράγματα.

Όχι ότι δεν φοβόσασταν. Όλα «τα ‘σκιαζ’ η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» με τη χούντα. Αλλά ήσασταν παιδιά. Μόλις αναπνεύσατε το αεράκι ελευθερίας- το μόνο αληθινό και πριν και μέχρι σήμερα- ο φόβος πέταξε. Ήταν η πρώτη φορά που αισθανόσουν ωραία με τους άλλους. Και σίγουρη.

Ξεκινήσαμε όμως να πούμε για τον Γιάννη Ρίτσο. Δεν τον ήξερες τότε. Μονάχα τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» είχες διαβάσει. Και δάκρυζες με το «Κυκλάμινο, κυκλάμινο στου βράχου της σχισμάδα/ πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις;». Άλλοι καιροί, κι αυτοί οι στίχοι, που σήμερα ακούγονται σε κάθε γιορτή Πολυτεχνείου, έλεγαν πολλά. 
Ο Γιάννης Ρίτσος είχε συλληφθεί τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, όπως χιλιάδες άλλοι Αριστεροί και δημοκράτες σε όλη τη χώρα. Εϊχε μεταφερθεί στον Ιππόδρομο, όμηρος του στρατιωτικού καθεστώτος, και από εκεί στη Γυάρο και στη συνέχεια στη Λέρο.

Αρχές καλοκαιριού του 1968 ο καρκίνος έκανε την εμφάνισή του. Μεταφέρθηκε τον Αύγουστο φρουρούμενος στον Άγιο Σάββα και μετά τον έστειλαν πίσω στο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων, στο Παρθένι. Η διεθνής κατακραυγή, ανάγκασε τους δεσμώτες του να τον απελευθερώσουν. Φοβόντουσαν μήπως και πεθάνει στα χέρια τους...

Τέλη Οκτωβρίου του 1968 τον έστειλαν στο Καρλόβασι Σάμου, πατρίδα της γυναίκας του Φαλίτσας. Σε κατ’ οίκον περιορισμό. Που σήμαινε, καμία επαφή με κανέναν. Μόνη του παρέα η Φαλίτσα, η κόρη τους Έρη, κανένας τολμηρός που κατάφερνε να ξεγλιστρήσει και τα γράμματα των φίλων του (για να μην μπερδεύουμε τους νεώτερους επισημαίνουμε πως τότε δεν υπήρχαν, βέβαια, κινητά τηλέφωνα ή μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). Πλήρης απομόνωση.

Δύο χρόνια μετά, και με πολλές ενδιάμεσες περιπέτειες, αίρεται η έντολη για κατ’ οίκον περιορισμό και ο Γιάννης Ρίτσος επιστρέφει στην Αθήνα. Με την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, το 1972, αρχίζουν και κυκλοφορούν κάποια βιβλία του- κάτι απαγορευμένο ως τότε. Και η χούντα δεν άφηνε, και οι ποιητές- συγγραφείς δεν επέτρεπαν να γίνει ώσπου να αρθεί η λογοκρισία. Και έτσι, πάντως, ο κίνδυνος να συλληφθεί όχι μόνο εκείνος που έγραψε το έργο αλλά και εκείνος που το εξέδωσε, είναι μεγάλος. Αλλά η Νανά Καλλιανέση, των εκδόσεων Κέδρος, δεν φοβάται. Αυτή η γενναία γυναίκα, που έχει ζήσει στην εξορία μετά τον εμφύλιο, έχει συλληφθεί και βασανιστεί και από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Δεν λύγισε. Επιμένει. Βρίσκει τρόπο να βοηθήσει ώστε να φύγουν έργα του Ρίτσου στο εξωτερικό, μέσα από τους «δρόμους» των αντιστασιακών.

Στη Γαλλία η Χρύσα Προκοπάκη έχει λάβει τα ποιήματα από τις συλλογές Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, με την παράκληση του ποιητή να κυκλοφορήσουν σε δίγλωσση έκδοση- πράγμα που γίνεται με πρόλογο του Αραγκόν. Μέσω της ομάδας της Αμαλίας Φλέμινγκ η Μαρία Δεληβορριά δίνει στον Μίκη Θεοδωράκη τα χειρόγραφα από τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα» που εκείνος μελοποιεί και τραγουδά στις συναυλίες του ανά τον κόσμο.

Αυτή είναι η κατάσταση όταν γίνεται το Πολυτεχνείο. Η καρδιά του ποιητή, φυσικά, είναι με τους εξεγερμένους. Στις 14 ή 15 Νοεμβρίου (δεν το έχω εξακριβώσει) γίνεται μια μεγάλη διαδήλωση στους δρόμους της πρωτεύουσας, από οικοδόμους, φοιτητές και άλλους. Ο ποιητής την «οδηγεί». Όταν φτάνουν στην πλατεία Κλαυθμώνος, η αστυνομία τους διαλύει με καδρόνια και γκλομπς. Ο ίδιος δεν χτυπήθηκε. Πιθανολογούσε ότι τον γνώρισαν και το απέφυγαν.

Δεν τον είχα ποτέ ρωτήσει γιατί, στη συνέχεια, δεν πήγε στο Πολυτεχνείο. Θεωρώ εξαιρετικά πιθανό να το απέφυγε ο ίδιος, καθώς ήταν και πολιτικά ενταγμένος (και δεν ήταν από εκείνους που θα επεδίωκαν να «καπελώσουν» οτιδήποτε), αλλά, το κυριότερο, πρώην εξόριστος. Μάλλον θεώρησε καλύτερο να αφήσει τα παιδιά να εκφραστούν, χωρίς να τους κολήσουν «ρετσινιές» εξαιτίας της παρουσίας του. Παρακολουθούσε, πάντως, άγρυπνος τα γεγονότα, ακούγοντας τον παράνομο ραδιοσταθμό.

Για όσους είχαν ζήσει την Αντίσταση κατά των Γερμανών αλλά και για τους νεότερους, που μόλις μπουσουλούσαν στην πολιτική, ο ραδιοσταθμός αυτός ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Ένα θαύμα (θυμίζω και πάλι για τους σύγχρονους νέους ότι δεν υπήρχε ελεύθερη ραδιοφωνία, παρά μόνο τα κρατικά κανάλια, από τα οποία δεν περνούσε ούτε μισή φράση χωρίς έλεγχο). Συνθήματα φρέσκα, λόγια δυνατά, ατμόσφαιρα που μύριζε επανάσταση. Και τραγούδια. Πολλά τραγούδια.

Εκεί πρωτοακούσαμε πολλοί από εμάς τη «Ρωμιοσύνη», μελοποιημένη από τον Μίκη Θεοδωράκη. Αυτοί οι υπέροχοι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου, μάς συντρόφευαν όλη την ημέρα της 16ης Νοεμβρίου, οπότε και το Πολυτεχνείο κορυφώθηκε. Οι ρωμαλέοι, αδροί στίχοι με τα υπέροχα νοήματα και την σπουδαία ποίηση. Αλήθεια, η φυσική παρουσία του ποιητή ήταν περιττή, όταν τα ποιήματά του συγκλόνιζαν την πρωτεύουσα όπως ποτέ άλλοτε.
Ξενύχτησε το βράδυ στο σπίτι της Νανάς Καλλιανέση, στα Εξάρχεια, ακούγοντας τον πομπό από ένα ραδιοφωνάκι. Το πρωί, στις 17 του μηνός, όλα είχαν τελειώσει. Ο ποιητής έφυγε για τον Κάλαμο έχοντας ήδη ξεκινήσει το «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας» για το Πολυτεχνείο. Στην πρώτη γραφή, αυτή που σήμερα παραθέτουμε, το ποίημα είναι ατελές. Προέχει η σύλληψη της στιγμής, η αιχμαλωσία των συναισθημάτων, οι μικρές λεπτομέρειες. Στην επόμενη γραφή, όλα μπορούν να διορθωθούν.


Ο Γιάννης Ρίτσος έλεγε πως για να είναι σωστό το ποίημα πρέπει η μνήμη να ανακληθεί δια της νοσταλγίας. Να περάσει, δηλαδή, χρόνος. Ο κάθε κανόνας, όμως, έχει τις εξαιρέσεις του. Όπως στον «Επιτάφιο» (έστω και με διαφορετικό αποτέλεσμα) έτσι κι εδώ, η γραφή ήταν αστραπιαία. Και δεν έχασε σε τίποτα.

******


  
Ημερολόγιο μιας βδομάδας


ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου

 
17 Νοεμβρίου
Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ το μέσα μαύρο.
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
 κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
 ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
 πάνω απ΄τα τανκς  μέσα στους σκόρπιους  πυροβολισμούς..
Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

 
ΚΑΛΑΜΟΣ  18 Νοεμβρίου
Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα
α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα
μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας
κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο
στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας.  Τιποτ΄άλλο.
Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
-μ΄ακούς;  άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω,
δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.

 
ΑΘΗΝΑ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες
ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο
κι η φωνή τους ακόμα.. - Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους
πάνω από την  αγρυπνισμένη Αθήνα
Πως μπορείτε λοιπόν; Πως μπορείτε;

 
20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο
οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο
πλύναν τα ρούχα τ΄απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες
κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι
το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ΄αλεύρι,
μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ΄όλα του τα φτερά
Απ΄το θάνατο αρχίζουμε - έτσι έλεγε- απ΄το θάνατο αρχίζουμε πάλι
επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα
“τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι;
Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια
λίγο λίγο θα βγάλεις το ΄να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι
αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι.
 Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο
 μια τεράστια κίτρινη αφίσα
Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ΄την δειλή μακροθυμία των στίχων
εδώ ό,τι πια θα πει θα ΄ναι το αίμα
Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη


22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί
δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει
δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο,  η ακρίδα στο ποτήρι
είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Πηγές:

"Ο Γιάννης Ρίτσος και το Πολυτεχνείο", κείμενο: Εαρινή Συμφωνία
"Ημερολόγιο μιας βδομάδας", ποίημα: Επιμέλεια Μάνος Ορφανουδάκης, ποιείν
Το βίντεο από το κανάλι Μάνος Ορφανουδάκης στο youtube

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Το ποίημα τη χαράς και της κρεμάλας (Γιώργος Κακουλίδης)


Το ποίημα τη χαράς και της κρεμάλας

στον Θάνο Μικρούτσικο

Να κρεμαστείς
και συμφωνούν μπροστά
σε κάθε τάφο

Να κρεμαστείς
γέλια γλυκά
μάγια από στόμα πεθαμένων

Να κρεμαστείς
να είσαι καλός
θρίαμβος σκουληκιών και απογόνων

Να κρεμαστείς
σαν το κακό σε φάρσα
το καλό ανταποδίδει

Να κρεμαστείς
σαν φυλαχτό ενός τρελού όταν σφυρίζει
στις προσδοκίες των νεκρών
για την παράσταση που αρχίζει.

Γιώργος Κακουλίδης

Από την έκδοση «ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ - 7», με 7 πίνακες του Γιώργου Λαζόγκα και 7 ποιήματα του Γιώργου Κακουλίδη. Εκδ. Γαβριηλίδης

Η έκδοση περιλαμβάνει cd με 7 κομμάτια «που ανήκουν στην “τζαζ” πλευρά του Θάνου» Μικρούτσικου. 7 αυτοσχεδιασμούς που ο συνθέτης μοιράζεται με φίλους και στενούς συνεργάτες του μουσικούς.

Εικόνα: Έργο του Γιώργου Λαζόγκα (από την έκδοση).

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Αδέλφι μου... (Γ. Ρίτσος)

Έργο του Γ. Ρίτσου

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Στον φίλο μου
Κώστα Γκοβόστη

Αδέλφι μου
εδώ βαθειά μου ανθίζει
ένας κήπος για σένα.

Καθώς έπεφτε η βροχή
και δεν ήταν ένα πράσινο φύλλο
για να με μάθει πώς χαμογελούνε
εσύ χτύπησες το τζάμι μου
και μου ’βαλες  κρυφά και σιωπηλά
στην έρημη παλάμη
τους σπόρους της αγάπης.

Είναι δικός σου ο κήπος μου.

Πόσο κρύωνα τότε!

Σα χελιδόνι
μουσκεμένο απ’ τη βροχή
που δεν πρόφτασε να φύγει
κρυμμένο κάτω απ’ τη γαλάζια ομπρέλλα
της Άνοιξης,
δίπλωνα τα φτερά μου
και σώπαινα.

Ω, μήτε το τραγούδι
δε μπορούσε να ντύσει
τη γύμνια μου.

Άναψες τη λάμπα
με το τριανταφυλλί αμπαζούρ
και με τάϊσες τρυφερά
μέσα στη φούχτα σου.

Το φως εμύριζε λουλούδια
και νοτισμένη χλόη αγρού.

Τα φοβισμένα μάτια μου
πίναν τον ουρανό
μέσα στα μάτια σου.

Μ’ έμαθες να χαμογελώ.

Με το χαμόγελό μας
φέραμε πάλι την Άνοιξη
κι απ’ τα χρυσά μαλλιά της
πλέκουμε δαχτυλίδια
για τα λεπτά μας δάχτυλα.

Αθώοι, αθώοι σαν παιδιά
παίζουμε με τα κρόσια του φωτός.

Οδεύουμε
κάτω απ’ το λυκαυγές
των ματιών μας
κρατώντας φιλικά
ο ένας του άλλου την παλάμη.

Ανάμεσα
στα σφιγμένα μας χέρια
ακούμε να κελαϊδάει
ζεστό πουλάκι
ο παλμός όλου του κόσμου.

Οι σταγόνες της βροχής
που μουσκέψαν τα μαλλιά
και τους ώμους μου
ανάβουν μες τη ζέστα της αγάπης
καθώς ανάβουν ένα-ένα τ’ άστρα
στο βραδυνό ουρανό του θέρους.

Ακούω την ακτινοβολία
της φωνής μου
μέσα στο βλέμμα σου.
Γι’ αυτό τραγουδώ.

Η ομορφιά μου που έδυε
άγονη, ερημική, φυλακισμένη
στο ρόδινο ίσκιο του Ναρκίσσου,
κυττάχθηκε μες την καρδιά σου
κ’ έλαμψε φως, τραγούδι κ’ αίμα.

Ντυμένος την αγάπη σου
αγάπησα την πλάση.

Τις νύχτες
πάνω στο σοβαρό σου μέτωπο
κυττάζω να περνούνε
τ’ αστέρια, οι πολιτείες, οι άνθρωποι
κ’ οι θεοί.

Κουρντίζω τότε μαγεμμένος
την κουρασμένη μου άρπα
και τραγουδώ για σένα
και για τα πλήθη που περνούνε
στο σοβαρό σου μέτωπο.

Τα ματωμένα δάχτυλά μου ανθίζουν
στις χόρδες της ακοής σου
σα φωτεινά κυανά λουλούδια
στις ακτίνες του ηλίου.

Μαζύ ακκουμπάμε
στο μικρό ξύλινο τραπέζι
με τ’ ανοιχτά βιβλία
καθώς τα βράδυα οι άρρωστοι ακκουμπούν
επάνω στ’ ανοιχτά παράθυρα
λευκού νοσοκομείου
για να κυττάξουν τον απέραντο ουρανό.

Μαζύ ταξιδεύουμε
με τα σκιώδη πλοία των ποιημάτων
σε χώρες διάφανες
χτισμένες με δακρύων αρώματα
και ρεμβασμούς λουλουδιών.

Ακούμε
ως και στα πιο μικρά κοχύλια
των φιλντισένιων στίχων
τη φωτεινή θρηνωδία
των γαλανών ωκεανών.

Ανεμίζουμε
απ’ τα ύψη των βουνών
τ’ άσπρα μαντήλια μας
χαιρετώντας τους έφιππους ορίζοντες
και την επέλαση του ήλιου
εμείς που ατενίσαμε μια νύχτα
μες απ’ την πυρκαϊά των άστρων
την αυστηρή μορφή της αιωνιότητας.

Αδέλφι μου
πώς να ’μαστε θλιμμένοι
για το θάνατο του κήπου μας
εμείς που ακούσαμε μια νύχτα
το λυγμό της ανθρωπότητος;

Το δάκρυ του κόσμου
σφούγγισε το δικό μας δάκρυ.

Δεν κλαίμε.

Άγρυπνοι ακούμε το καρδιοχτύπι
του σύμπαντος.

Φωνές φιλικές
πλημμυρίζουν τον αγέρα.
Αιώνια, σιωπηλή γνωριμία
στην ποδιά της βραδυάς
καθώς ο μικρούλης Ιησούς
αποκοιμιέται στα γόνατα
της θλιμμένης Παρθένου.

Όμως εμείς
δε θα κοιμηθούμε.

Θα πλάθουμε τραγούδι
το λυγμό μας
και θα ζούμε.

Αδέλφι
πόσο γλυκός και μέγας
είναι ο κόσμος
όταν τον βλέπουνε μαζύ
δυο φίλοι!

Αδέλφι
πόσο λαμπρός κι απέραντος
θα γίνει ο κόσμος
όταν θα τον βλέπουν μαζύ
όλοι οι ανθρώποι!

Άγρυπνοι
σφίγγοντας τις παλάμες μας
αγαπούμε και πιστεύουμε.

Αύριο
ίσως γελάει ο δρόμος
κάτω απ’ τα πάμφωτα πέλματα
της νέας ημέρας.

Γιάννης Ρίτσος

Γράφτηκε στην Αθήνα
τον Μάρτη του 1937

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Τα πουλιά στα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή

Louise Upperton, “The Birds”

"Mια φορά, ένας φίλος μου, ο Aρίστος Παυλίδης, μου λέει: «Xθες άκουσα ένα τραγούδι σου, πολύ ωραίο. Ήταν το Όταν ανθίζουν πασχαλιές». «Πώς το κατάλαβες ότι είναι δικό μου;», τον ρώτησα. «Έχει πουλιά μέσα». «Έχει πουλιά;». «Nαι». «E, και;» «Kαλά, ρε, δεν ξέρεις πως όταν γράφεις και τα λόγια στα τραγούδια σου, όλο και θα ’χεις μέσα κανένα πουλί; Kανένα περιστεράκι, κανένα χελιδονάκι, από κει το καταλαβαίνω», μου είπε γελώντας. Άρχισα να σκέφτομαι τα τραγούδια μου με δικούς μου στίχους. Tο πρώτο είναι Tο περιστεράκι, το δεύτερο, το Aν δεις στον ύπνο σου ερημιά. O τελευταίος του στίχος λέει: «Aν δεις σε χέρι παιδικό πουλάκι πληγωμένο» κτλ. Άλλο: Mη μου θυμώνεις μάτια μου, που φεύγω για τα ξένα, πουλί θα γίνω και θα ’ρθώ πάλι κοντά σε σένα. Στο «Όταν ανθίζουν πασχαλιές»: «Eίπες πως θά ’ρθεις να με βρεις, μα γέρασε η καρδιά μου, κι ούτε πουλί φτερούγισε μέσα στην ερημιά μου». Tο Ήθελα να ’μουνα πουλί, να ’μουν χελιδονάκι και άλλα. Kοίτα, ρε, πλάκα, λέω από μέσα μου, τόσα πουλιά κι εγώ χαμπάρι δεν πήρα. Προσπάθησα να βρω μια εξήγηση, αλλά δε βρήκα. 

Πέρασε καιρός. Mια μέρα θυμήθηκα ένα περιστατικό από τις πρώτες μέρες στο στρατό. Tι γίνεται τώρα δεν ξέρω. Tότε όμως μας κλείναν για σαράντα μέρες μέσα στο στρατόπεδο, για τη βασική εκπαίδευση. Όταν τελείωνε η βασική εκπαίδευση, γινόταν η ορκωμοσία και μόνο τότε μπορούσαμε να βγαίνουμε τα βράδια έξω στην πόλη, για καμιά βόλτα. Όταν βρέθηκα στο στρατόπεδο της Kαλαμάτας κλεισμένος για σαράντα μέρες, κόντεψα να τρελαθώ. Δεν ήμουν πειθαρχημένο άτομο, γιατί εκεί πάνω στο Eπταπύργιο μεγαλώναμε ελεύθερα. Δεν μπαίναμε εύκολα σε καλούπια. Δεν ήμασταν του ορνιθοτροφείου, ούτε του ιχθυοτροφείου. Mε μια λέξη, ήμασταν αλανιάρηδες. 

Ένα μεσημέρι είχαμε μια ώρα ανάπαυση. Kάθησα σε μια σκιά και σκεφτόμουν το χάλι μου. Πιο πέρα, στα πενήντα μέτρα περίπου, ήταν ο τοίχος που μάντρωνε το στρατόπεδο. Kοντά στον τοίχο, από τη μέσα μεριά είχε ένα δέντρο κι ένα έξω από τον τοίχο. H απόσταση από το μέσα δέντρο με το έξω, ήταν καμιά δεκαριά μέτρα. Kαθώς χάζευα προς τον ουρανό και τα δέντρα, βλέπω ένα πουλάκι, που πήγε και κάθησε σ’ ένα κλαδί στο μέσα δέντρο. Aφού κοίταξε μια αριστερά μια δεξιά, δίνει μια και πάει στο έξω δέντρο. Aυτό έγινε δυο-τρεις φορές. Kαι τελικά πέταξε προς την πόλη. Kοίταξε, λέω, με πόση ευκολία βγαίνει έξω από το στρατόπεδο το πουλάκι κι εγώ δεν μπορώ να κάνω ούτε ένα βήμα.
      
Tο ζήλεψα και ήθελα να ’μουν κι εγώ πουλί, να πετάξω και να γυρίσω πίσω στις αγάπες μου. Στη Θεσσαλονίκη, στη μουσική, στους φίλους μου. Ποιος ξέρει; σκέφτηκα. Ίσως από κείνο το περιστατικό να μπήκαν μέσα μου τα πουλιά."

Σταύρος Kουγιουμτζής, «Aνοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια», εκδόσεις Eντευκτήριο, 1998.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

"Τον ξέρομε τον ένοχο, είναι γνωστή η αιτία…"


Francis Bacon : “Three Studies For Portrait of Lucian Freud”

Στην ιστορία

Έλληνες ήρθαν πάλι…
Η θάλασσα τούς ξέβρασε στις ανατολικές αχτές,
προχτές.

Βγήκαν πνιγμένοι στη στεριά και παραμορφωμένοι,
πρησμένοι σαν τουμπιά και μελανοί,
μα όσο κι αν τo ’κρυψε η νυχτιά το δράμα τους να μη φανεί,
το νόημα βγαίνει.

Τον ξέρομε τον ένοχο, είναι γνωστή η αιτία…
Στα φαγωμένα μάτια τους κοίταξε μέσα και θα δεις
μια χαλασμένη πολιτεία.

Μα μην τους θάψετε, γιατί, θα χάσει σχήμα η Φρίκη.
Κι όταν γραφτεί η ευγενικιά φασιστικιά ιστορία,
έτσι, πρησμένους, βάλτε τους κι αυτούς σε μια προθήκη.

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

«... Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση» ― Οδυσσέας Ελύτης


ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΤΑ ΠΑΘΗ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
―Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
―Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
―Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα
που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.
―Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.
―Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
―Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ' ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

―Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
―Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
―Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
―Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Kαι θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ’ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ’χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ’ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

(ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, δέκατη τρίτη έκδοση, Ίκαρος, Γενάρης 1980)

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Τάσος Λειβαδίτης, ο αξέχαστος ποιητής του αγώνα και της φτωχογειτονιάς


«Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν/ για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα από τον άμμο./ Γράφω να διαβάζουν αυτοί που μαζεύουνε τα χαρτιά απ' τους δρόμους»

Νύχτα. Περπατάς κάτω από τα κίτρινα φώτα της πόλης. Ελαφρύς θόρυβος, σαν κάποιος να περπατάει πίσω σου. Γυρνάς. Κανείς. Και όμως. Ηταν ένας ποιητής, εκείνος που στέκεται εμπρός σου τώρα, στη γωνιά και ανάβει το τσιγάρο του και που, πριν προλάβεις να πλησιάσεις, θα χαθεί πάλι μέσα στη νύχτα. Ενας ποιητής. Ο Τάσος Λειβαδίτης.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1922. Μεγάλωσε στην καρδιά της πολιτείας, στο Μεταξουργείο. Από πολύ νεαρή ηλικία, από το Γυμνάσιο της οδού Αγησιλάου κιόλας, είναι και δηλώνει ποιητής. Η νύχτα της Κατοχής τον βρίσκει στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Στη Νομική Σχολή, που δεν την τέλειωσε. Μαζί με άλλους της γενιάς του, θα αφήσει τα πρώτα του γραπτά ίχνη, πάνω στους τοίχους της αδούλωτης πολιτείας, γράφοντας συνθήματα, παλεύοντας μέσα από τις γραμμές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Ενας περήφανος λαός, πεινασμένος, ξυπόλυτος, ρακένδυτος, αλλά πάντα όρθιος, προσπαθεί, με το όπλο στο χέρι, με την καθημερινή του πάλη, με τη δημιουργία του, να ορίζει αυτός τα πεπρωμένα του. Κάποιοι δεν το ήθελαν αυτό. Μα, ο ποιητής επιμένει να τραγουδά:

«Τραγουδάω εσάς, αδέρφια μου/
εσάς που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις/
τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια/
που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα/
εσάς που φοράτε εφημερίδες κάτω απ' τα τριμμένα σας σακάκια/
τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή/
κουβαλώντας κάτω απ' το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί/
κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».

Ο πηγεμός στην «κόλαση»

1947 «Οποιος διαβαίνει τούτη την πύλη ας αφήσει απ' έξω κάθε ελπίδα» (Δάντε Αλλιγκιέρι: «Κόλαση»)
ΣΤΓ 902. Αυτά τα αρχικά και αυτός ο αριθμός ήταν ο επίσημος κωδικός της «κόλασης», που τη λέγανε Μακρόνησο. Ο Τάσος Λειβαδίτης εξορίστηκε εκεί το 1947. Ακολούθησαν η Λήμνος και ο Αϊ - Στράτης, μέχρι το 1952. Στην ποίησή του αποτυπώνεται καθαρά, γυμνή, η Υβρις προς τον Ανθρωπο.
Σκίτσο του Τάσου Λειβαδίτη, φιλοτεχνημένο από τον Γιάννη Ρίτσο

«Πέντε δίκοχα γύρω/Ο λοχαγός δίχως όνομα/
ένα παιδί γυμνό/
κρεμασμένο από τα χέρια/
αυλακωμένο το σώμα του/
κουρελιασμένο απ' τις βουρδουλιές/
μόλις πατάν' τα νύχια του στο πάτωμα/
όπως σηκώνεται κανείς να δει/
ένα κορίτσι που γελάει πίσ' απ' το φράχτη./
Ο λοχαγός τον ρωτάει./
Ο βούρδουλας καίει το πετσί/
ο πόνος γίνεται ένα με το σώμα/
ο πόνος γίνεται ο ίδιος σώμα/
ύστερα θυμάται/
ένα μισοχτισμένο σπίτι στη γωνιά/
το παιδί στη σκαλωσιά ανεβάζει πέτρες/
μα γιατί ένα τόσο μικρό παιδί/
για τόσο μεγάλες πέτρες/
τα ποδαράκια του λυγίσαν ξαφνικά/
δεν πρόφτασε να πιαστεί/
το παιδικό κρανίο κάτω στις πλάκες/
άνοιξε/
μια γυναίκα αλαλιασμένη/
φώναζε μονάχα: μη/
Τώρα πρέπει να μιλήσει/
για να σωθεί/
πρέπει να πάψει να θυμάται/
και να ζήσει./
Θέλει να ζήσει/
όπως θέλετε κι εσείς./
Τώρα πρέπει να μιλήσει/
για να σωθεί/
πρέπει να πάψει ν' αγαπάει/
και να ζήσει./
Ο λοχαγός λέει: μίλησε/
Ο βούρδουλας λέει: μίλησε/
η νύχτα του λέει: μίλησε/
μα η νύχτα είναι λίγη/
οι συντρόφοι πολλοί/
κι έκοψε με τα δόντια του τη γλώσσα/
όπως θα κάνατε κι εσείς.»
(από το ποίημα «Μάχη στην άκρη της νύχτας»).

Μέσα στη «μεγάλη νύχτα» της Μακρονήσου, ο ποιητής, ανάμεσα στα χτυπήματα του βούρδουλα, θα μιλήσει για τους συντρόφους του:

«Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων!
Οταν καμιά φορά λιποψυχάμε/
νιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας/
η ανάμνηση του χεριού τους./
Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας/
νιώθουμε κάτω απ' την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο/
σα να κρατάμε μες στα χέρια μας /
ολάκερο τον κόσμο».
(«Κάτω απ' την παλάμη μας»).

Και καθώς χτυπά ο βούρδουλας, ο ποιητής βρίσκει και τον τρόπο για να φτιάξει ένα κόκκινο γαρίφαλο από στίχους και να το προσφέρει στον βασανιστή του. Ενα γαρίφαλο φτιαγμένο από περηφάνια, από περπατησιά λαϊκής γειτονιάς, από μόχθο ανθρώπων.
Με την μοναχοκόρη του, Βάσω, στη Μακρόνησο

«Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των/ υπουργείων/το βράδυ σταματάει στη γωνιά/
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου/
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε/
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου/
κι' ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις./
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις/
χτύπα με αλλού/
μη σημαδέψεις την καρδιά μου./
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο./
Δε θα 'θελα να το λαβώσεις.»
(«Μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Τρία Ποιήματα»).
Ο πόνος και το αίμα των συντρόφων του γεννούν και την «Κριτική της ποίησης»:
«Ε! τι κάθεστε, λοιπόν, ποιητές/
βγείτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβείτε/
στις αμαξοστοιχίες
θα δείτε καθώς θ' απαγγέλλετε τα τραγούδια σας/
ν' ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη, σαν έν' άσπρο τριαντάφυλλο/
το γέλιο των μηχανοδηγών».
(Η «επιστροφή» στη ζωή).

1951. Επιστροφή στην πολιτεία που προσπαθεί να δέσει τις πληγές της. Ορθιες οι γειτονιές, δένουν κρυφά τις πληγές τους και σφίγγουν τα δόντια για να μην δείξουν ότι πονάνε, στον δεσμοφύλακα, που στηριγμένος στο ξένο δεκανίκι του... κρακ... κρακ... τριζοβολώντας απαίσια τις περιδιαβαίνει.

«Ο δεσμοφύλακας κοιμήθηκε/
στην πόρτα/
η νύχτα προχωράει στη νύχτα/
αδέρφια/
βασανισμένα μου αδέρφια/
χαμηλώστε/
Βάλτε τ' αυτί σας στον τοίχο/
σ' όλους τους τοίχους του κόσμου/
ν' ακούσετε αυτά τα χτυπήματα/
ν' ακούσετε την ίδια σας φωνή./
Ο ήλιος για όλους τους ανθρώπους/
η μέρα είναι κοντά./
Θα βαδίσουμε.»
(«Μάχη στην άκρη της νύχτας»).

Κρακ. κρακ. Το δεκανίκι και το ξυλοπόδαρο του δεσμοφύλακα, της πόλης και της ζωής μας. Η ανάσα του φόβου. Και όταν φύγει, με το αυτί ακουμπισμένο στο χώμα, προσπαθούμε να ακούσουμε από πού περνάει το ρυάκι της ζωής, πού χτυπάνε οι μυστικές φλέβες του νερού. Ενα αστέρι από πάνω μας γλυκαίνει την αγωνία της αναζήτησης. Τακ - τακ η φλέβα του νερού χτυπάει ρυθμικά. Ηχος ευγενικός, όπως η ελπίδα, η αξιοπρέπεια και ο έρωτας.

«Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω/
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα./
Σαν ήμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου/
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;/
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της/
έναν κόσμο άδειο από σένα./
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι/
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.»
(«Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»).

Τραγούδια των ονείρων

«Για να μάθω να γράφω τραγούδια», λέει στο παραπάνω ποίημα ο Τάσος Λειβαδίτης. Κι έγραψε μέγιστα, αθάνατα τραγούδια: «Σαββατόβραδο», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Δραπετσώνα», «Μάνα μου και Παναγιά», «Εχω μια αγάπη», «Λυρικά».
Βρέχει στη φτωχογειτονιά, και είναι παγωμένη τούτη η βροχή. Πάντα παγωμένη ήταν η βροχή στις φτωχογειτονιές. Δεν πειράζει. Οι άνθρωποι ζεσταίνονταν από τα όνειρα.

«Θυμάμαι το '36/
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρνει ένα καρβέλι/
ψωμί./
Αχνίζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες./
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε/
τ' άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα,/
τραγούδια/
νιώθαμε να χορταίνουμε.»
(«Ο Ανθρωπος με το Ταμπούρλο»).

Και ξανά «ανοίξαμε την πόρτα το βράδυ, τη λάμπα κρατήσαμε ψηλά», πορευόμενοι. Και ύστερα πάλι η νύχτα. Στη διάρκεια της δικτατορίας, ο Τάσος Λειβαδίτης, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, δουλεύει σε λαϊκό περιοδικό, μεταφράζοντας σε συνέχειες τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι. Κρακ, κρακ, το κουτσό πόδι του δεσμοφύλακα με το δεκανίκι, η ανάσα του φόβου και πάλι στις γειτονιές.

«Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ' έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, και αυτό αρκούσε. Υστερα, κάνοντας ένα κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.
Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ' όλα αξιαγάπητος κύριος».
(Από τον «Νυχτερινό Επισκέπτη»).

Η πόλη, η φτωχογειτονιά, τα ξεκοιλιασμένα από τις σφαίρες κτίρια, τα πρησμένα πόδια αυτών «που τους έλεγαν αλήτες», τα κουρελιασμένα ντρίλινα παντελόνια των εργατών, η μνήμη του αίματος, η εξευτελιστική για τον Ανθρωπο μυρωδιά του φόβου, άμμος στα γρανάζια του «συστήματος» στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια.

Μέρες και άλλης «κόλασης»

Μια μικρή «ανάσα» κι ύστερα, πάλι σκοτάδι, αίμα, φόβος. Χούντα και Πολυτεχνείο. Ετος 1973.

«Στον δρόμο περπατούνε αγκαλιασμένοι/
σιγομιλούνε σε κάποιο καφενείο/
κι όλοι οι νεκροί είναι πάλι αναστημένοι/
σαν γονατίζουν στο Πολυτεχνείο».

Στην οθόνη της πόλης, η ταινία της Ελλάδας - πάντα ασπρόμαυρη - εξακολουθεί να προβάλλεται. Χωρίς ήχο. «Θα πρέπει να συνηθίσετε να βλέπετε ξανά εφημερίδες με σφυροδρέπανα αναρτημένες στα περίπτερα», γράφει η Ελένη Βλάχου, προετοιμάζοντας τους αναγνώστες της «Καθημερινής» για την κυκλοφορία, προσεχώς, του νόμιμου, πλέον, «Ριζοσπάστη». Σιωπή, επικρατεί ακόμα. Σιωπή στα σταυροδρόμια, σιωπή στην πόλη, και το μόνο που ακούγεται είναι η ανεπαίσθητη, σαν θρόισμα φύλλου, μουσική, που βγάζει ένα χέρι, καθώς χαϊδεύει τα σημάδια που άφησαν οι χειροπέδες πάνω στο άλλο και αντίστροφα.

«Αιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι από παντού, και μόνο το τραγούδι/
μας, καμιά φορά, θλιμμένο/
μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως/
σε σιωπηλή γυναίκα./
Γέρναμε, ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν./
Κι αλήθεια, κατά πού πέφτει η βασιλεία,/
και μόνος ο καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου,/
αργά, τη νύχτα.»
(«Σκοτεινή Πράξη»)

Αχός μέγας ακούγεται στην πόλη. Εχει φθάσει ο πολιτικός ...«μάγος». Χρόνια περιπλανιόταν ψάχνοντας τις μαγικές συνταγές για πάσα νόσο. Και ιδού, λοιπόν, έρχεται φορτωμένος «δώρα». Σαλπιγκτές πολιορκούν τα τραγούδια. Βαρβαρισμοί πολιορκούν τη γλώσσα. Ημίγυμνες οδαλίσκες μοιράζουν λωτούς και με λάγνα βλέμματα υπόσχονται τη λήθη. Αερόστατα, ουράνια υπερωκεάνια και ολόφωτα διαστημόπλοια κάνουν τη μέρα νύχτα για να διευκολύνεται και πάλι το τσάκισμα των «ιστών» της κοινωνίας.

«Οραμα μεγάλο πάνω απ' τους δρόμους, σα φύλλα του φθινοπώρου/
σκόρπιζαν οι ζητωκραυγές./
Η πόλη είχε χαθεί κάτω απ' τα φώτα, τις σημαίες, τη βουή./
Γιορτάζαμε τη νίκη./
Ομως, την ίδια ώρα, κάποιος σηκώνεται μες στο σιωπηλό σπίτι, δεν/
ανάβει φως, ντύνεται και κάθεται στο σκοτάδι./
Κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει.»
(«Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Ονειρα»)

Ο ποιητής δεν μπορεί να μεθύσει με ψεύτικο κρασί. Και στρέφεται να πιαστεί από τον εαυτό του, να αποκαταστήσει τα νοήματα εντός του. Θα ψάξει να βρει ένα συνομιλητή, ή μάλλον κάποιον που να τον εμπιστεύεται για να ανοίξει την καρδιά του. Να καταθέσει την πίκρα του, να αφήσει τα δάκρυά του να κυλήσουν ελεύθερα, να λυτρωθεί.
«Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα 'ναι από μια άλλη εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι αμήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ακόμα ξένοι, οι λέξεις θα 'χουν γίνει φαντάσματα, στο δρόμο θα βρίσκεις καμιά φορά ένα επισκεπτήριο, αλλά δε θα 'χουμε μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του υπερπέραν - και μόνο εγώ, τότε, ο τρελός θα σηκωθώ και θα φωνάξω: "σύντροφοι" σαν ν' απαντάω στην ατέλειωτη αυτή σιωπή.
Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο - με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις.»
(«Ο τυφλός με το λύχνο»)

Πίκρα. Ωρες - ώρες αβάσταχτη. Δεν μπορείς να μένεις κλεισμένος μέσα. Πλένεις το πρόσωπό σου και βγαίνεις στον δρόμο.

«Υστερα έρχονται και σου λένε "τα χρόνια έφυγαν", αλλά εγώ θέλω να μου απαριθμήσετε κι εκείνα που έφυγαν μαζί με τα χρόνια - αυτό ποιος θα τ' αντέξει; Ετσι εκείνο το βράδυ έστριβα σε μια πάροδο, όταν είδα έναν άνθρωπο να τον τραβολογάνε οι αστυφύλακες, ήταν μεσόκοπος, με γενάκι "πως λέγεσαι;" τον ρωτούσαν, τσιμουδιά αυτός "αφήστε τον", είπα, "πλήρωσα εγώ με την ψυχή μου γι' αυτόν. Λέγεται Λένιν". (Παλιές ιστορίες - για να περάσει κι αυτό το βράδυ)».
(«Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου»).

Ο Τάσος Λειβαδίτης έφυγε από την πόλη φθινόπωρο, Οκτώβρη. Στις 30 του Οκτώβρη 1988. «Επιστρέφει», όμως, κάθε βράδυ στις λαϊκές γειτονιές που τραγούδησε. Ανάβει το τσιγάρο του από τα πυρακτωμένα όνειρά τους. Φτιάχνει ποιήματα από πεσμένα στο δρόμο όνειρα. Ονειρα, που τα πατούν ακόμα και ανύποπτοι περαστικοί.

«Κάποτε, καθώς φεύγεις/
πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη/
θα σου 'τυχε ν' ακούσεις ξαφνικά από 'να παράθυρο/
ένα πιάνο να παίζει./
Ισως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα/
ή ένας άντρας με δυνατά χέρια/
να παίζουν αυτόν τον λυπημένο σκοπό/
που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες/
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/
την καρδιά σου που την ποδοπατήσαν./
Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο/
ακούγοντας κάτω απ' τη βροχή-/
μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι/
χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου./
Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα/
τα παιδικά σου χρόνια/
οι χαμένοι έρωτες/
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/
η καρδιά σου που την ποδοπατήσαν/
ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου -/
να πολεμήσουν/
μαζί σου.»

Βιβλιογραφία:
  • Τάσος Λειβαδίτης: Ποίηση, 1, 2, 3 (εκδόσεις «Κέδρος»)
  • Σόνια Ιλίνσκαγια: «Η Μοίρα Μιας Γενιάς» (εκδόσεις «Κέδρος»)
  • «Η Ελληνική Ποίηση: Η Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά» (εκδόσεις «Σοκόλη»).

Γιώργος Μηλιώνης
(Το κείμενο αυτό του Γ. Μηλιώνη προέρχεται από ραδιοφωνική ποιητική εκπομπή του, στο ραδιόφωνο του «902 Αριστερά στα FM», και αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη της 14 Γενάρη του 2001).