Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω»...

Μια αθάνατη μορφή του 20ού αιώνα

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτονικά σκουτί το πορφυρό
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
Κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό»
(Απόσπασμα από το ποίημα «Federico Garcia Lorca- 1979» του Ν. Καββαδία)
Το 1936, είναι η χρονιά που μόνο στην περιοχή γύρω από τη Γρανάδα η φασιστική φάλαγγα εξετέλεσε 30.000 άτομα, αφού ο Φράνκο είχε διακηρύξει ότι θα «προστάτευε» την Ισπανία από «τη διεθνή κομμουνιστική, εβραϊκή και μασονική συνωμοσία». Και το πρωινό της 19ης Αυγούστου 1936, κοντά στη Γρανάδα, στο χωριό Βιθνάρ, κοντά στην «Πηγή των Δακρύων» ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα βρίσκει τραγικό θάνατο, δολοφονημένος από τους φαλαγγίτες του δικτάτορα Φράνκο. Το φασιστικό καθεστώς δε δίστασε να εκτελέσει έναν διάσημο ποιητή, που προερχόταν από μια πολύ γνωστή οικογένεια της περιοχής, έναν κορυφαίο, παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητή, τον ποιητή του «ντουέντε».
Ο Λόρκα είχε προειδοποιηθεί από τους φίλους του τον Ιούλιο του 1936, όταν ήταν ήδη γνωστό ότι ο Φράνκο ετοίμαζε τα στρατεύματά του στο ισπανικό Μαρόκο και θα ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, να μην πάει στην Ανδαλουσία. Δύο μέρες μετά την άφιξή του στη Γρανάδα ξέσπασε ο πόλεμος. Η περιοχή ήταν η πρώτη που κατελήφθη από τους φρανκιστές. Ο γαμπρός του Λόρκα και δήμαρχος της Γρανάδας συνελήφθη στις 16 Αυγούστου και την επομένη εκτελέστηκε. Την ίδια ημέρα συνελήφθη και ο Λόρκα.
Παρόλο που ο ποιητής ποτέ δεν εντάχθηκε στο εργατικό επαναστατικό κίνημα, οι κοινωνικές και πολιτικές του θέσεις ήταν τόσο εμφανείς, που για τον Φράνκο και τους υποστηρικτές του δεν είχε καμιά διαφορά από έναν κομμουνιστή. Ο Λόρκα καταδίκαζε την καπιταλιστική κοινωνία και όλα όσα είχε σαν συνέπειες - την αδιαφορία για τη δυστυχία, την αποξένωση, τη φτώχεια και το ρατσισμό. «Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν».

Ορθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας

Για τους δεξιούς ήταν ένας κομμουνιστής και εχθρός της Εκκλησίας. Λίγο πριν τον Εμφύλιο είχε συντάξει μία προκήρυξη κατά του φασισμού. Δεν άργησε να θεωρηθεί ένοχος στα μάτια της τοπικής φασιστικής οργάνωσης των οπαδών του δικτάτορα Φράνκο. Κάνει το λάθος να κυκλοφορεί ελεύθερα στη Γρανάδα, μέρος που ελέγχουν ακροδεξιοί στασιαστές. Ο ποιητής, μέσα από την ποίησή του, «τραγούδησε» την αγάπη αλλά και το θάνατο, μίσησε το δεσποτισμό και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και όρθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας.
«Δε μας ανήκει τίποτα. Δε μας ανήκει τίποτα
Είναι όλα δανεικά απ' τα παιδιά μας.
Το ξέρω, κάποτε θα γίνει ένα θαύμα
Μόνο έχοντας διδαχθεί από την πραγματικότητα, μπορούμε την πραγματικότητα ν' αλλάξουμε.
Δε μας ανήκει τίποτα. Τίποτα δεν είναι δικό μας. Αυτό τον πλανήτη μας τον εμπιστεύτηκαν τα παιδιά μας και πρέπει να τους τον επιστρέψουμε ακέραιο»...
Ο Λόρκα πρωτοείδε το φως στις 5 Ιούνη 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Γρανάδα. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος κτηματίας και η μητέρα του δασκάλα. Από τους πρώτους μήνες της ζωής του υπέστη την ταλαιπωρία σοβαρής ασθένειας, η οποία μάλιστα θα του αφήσει και μια μικρή χωλότητα. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στον τόπο που γεννήθηκε. Στη συνέχεια θα φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας όπου θα σπουδάσει Φιλοσοφία και Δίκαιο, ενώ παράλληλα παίρνει μαθήματα κιθάρας και πιάνου με δάσκαλο τον Μανουέλ ντε Φάλια. Το 1918 εγκαθίσταται στη Μαδρίτη. Μένει στη Φοιτητική Εστία και εκεί έχει την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Λουίς Μπουνιουέλ, Σαλβαδόρ Νταλί, Μιγέλ Ουναμούνο και άλλους. Το 1920 ανεβαίνει στη Μαδρίτη το έργο του «Τα μάγια της πεταλούδας». Την επομένη χρονιά κυκλοφορεί στη Μαδρίτη η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Βιβλίο ποιημάτων», ενώ παράλληλα γράφει το «Ποίημα του Κάντε Χόντο». Το 1925 ο θίασος της Μαργαρίτας Σίργκου ανεβάζει στη Βαρκελώνη το έργο «Μαριάνα Πινέδα» με σκηνικά του Σαλβαδόρ Νταλί. Το 1928 εκδίδει μαζί με φίλους του από τη Γρανάδα το περιοδικό «El Gallo» («O πετεινός»), όπου και δημοσιεύονται τα μονόπρακτά του «Η παρθένος, ο ναύτης και ο σπουδαστής» και «Ο περίπατος του Μπάστερ Κήτον». Την ίδια χρονιά εκδίδει το πρώτο μέρος του «Ρομανθέρο Χιτάνο», με ποιήματα της περιόδου 1924 - 1927. Μετά τα ταξίδια του στην Νέα Υόρκη και την Κούβα ο Λόρκα επιστρέφει το 1930 στη Μαδρίτη, όπου ανεβαίνει στο θέατρο Εσπανιόλ το έργο του «Η θαυμαστή μπαλωματού». Το 1933 ανεβαίνουν στη Μαδρίτη τα έργα «Ματωμένος γάμος» και «Δον Περλιμπλίν», ενώ την επόμενη χρονιά ανεβαίνει στο Τεάτρο Εσπανιόλ η «Γέρμα» με την Μαργκαρίτα Σίργου. Το θέατρο «Λα Μπαράκα» δίνει παραστάσεις στη Νότια Αμερική, και ο Λόρκα γράφει το «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας». Τον επόμενο χρόνο, θα παιχτούν τα έργα του «Η παραστασούλα του Δον Κριστόμπαλ» και «Δόνια Ροζίτα η ανύπαντρη»...

Θέατρο και επανάσταση

Στο θέατρο, ο Λόρκα ανακάλυψε ένα ισχυρό μέσο να συνδέεται με το κοινό και να το προκαλεί. Το θέατρο, έγραφε, «είναι ποίηση που σηκώνεται από το βιβλίο και γίνεται ανθρώπινη. Κι όσο γίνεται ανθρώπινη, μιλάει και φωνάζει, κλαίει και απελπίζεται». Αυτή τη σχέση του με το κοινό καταγράφει στο τελευταίο του έργο το «Κοινό» και στο μονόπρακτο «Κωμωδία χωρίς τίτλο». Το «Κοινό», δράμα υπερρεαλιστικό, δίνει μια άλλη εικόνα για το έργο του Λόρκα. Τολμηρή αναζήτηση ενός ονειρικού θεάτρου με ποιητικές εκλάμψεις, προβληματίζεται πάνω στη φύση του θεάτρου, στις σχέσεις συγγραφέα - έργου - θεατή. Η «Κωμωδία χωρίς τίτλο», απόηχος των ταραγμένων χρόνων 1935 - 36, κινείται σ' ένα κλίμα ανησυχητικό κι απειλητικό, κι έχει σαν θέμα την τέχνη, το θέατρο και την επανάσταση.
«Τολμηρότατο και με μια εντελώς νέα τεχνική. Είναι το καλύτερο που έχω γράψει για το θέατρο. (...) Δεν αντιλήφτηκαν τίποτα ή τρόμαξαν - το καταλαβαίνω. Το έργο είναι πολύ δύσκολο και για την ώρα δεν μπορεί να παιχτεί. Εχουν δίκιο. Αλλά σε δέκα ή είκοσι χρόνια θα γίνει τρομερή επιτυχία. Θα δεις».
Αυτά είναι τα λόγια του Λόρκα, μετά την πρώτη ανάγνωση του έργου, σε φίλους του, το φθινόπωρο του 1931. Από τότε το έργο ξαναδουλεύτηκε αλλά δεν εκδόθηκε ποτέ ολόκληρο. Σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας - ήρωας του έργου λέει «...Tο να δεις την πραγματικότητα είναι δύσκολο. Και να την διδάξεις, ακόμη περισσότερο. Είναι σα να προφητεύεις στην έρημο. Αλλά δεν πειράζει. Ιδίως σε σας, άνθρωποι της πόλης, που ζείτε με την πιο φτωχή και λυπητερή φαντασία. Ολο, κι όλο που κάνετε είναι να επιζητάτε τέτοιους δρόμους που να μη μαθαίνετε τίποτε. Οταν σφυρίζει ο αέρας, για να μη καταλάβετε τι λέει, παίζετε πιανόλα, για να μη δείτε τον τεράστιο χείμαρρο από δάκρυα που μας κυκλώνει, κλείνετε με σκούρα τα παράθυρα,για να μπορείτε να κοιμηθείτε ήσυχα και να σωπάσετε τον επίμονο γρύλλο της συνείδησής σας, εφευρίσκετε τα ιδρύματα φιλανθρωπίας. Κήρυγμα! Ναι, κήρυγμα! Γιατί να πηγαίνουμε στο θέατρο πάντα για να δούμε τι γίνεται κι όχι τι μας γίνεται»;
Οσοι ανεβάζουν, λοιπόν, έργο του Λόρκα, καλό θα ήταν να διαβάζανε το έργο αυτό! Ισως καταλάβαιναν το μεγαλείο του δημιουργού αυτού και θα απέφευγαν τη μόδα της «αποδόμησης».

«Ποτέ δε με βρήκαν»...

Εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά τη δολοφονία του και ο τάφος του μεγαλύτερου Ισπανού ποιητή του 20ού αιώνα παραμένει άγνωστος, όχι όμως και οι συνθήκες του θανάτου του. Βιογράφοι, μελετητές και ερευνητές μπορεί να διαφωνούν στις λεπτομέρειες, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία για το πώς περίπου συνέβη το έγκλημα. Οι προσπάθειες να αποκαλυφθεί ο τάφος του Λόρκα παραμένουν άκαρπες.
«Επειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί. Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες...αλλά δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ; Οχι. Ποτέ δε με βρήκαν» (από τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη»).
Προφητικό; Ποιος ξέρει. Πάντως, σ' ολόκληρο το έργο του Λόρκα, ο θάνατος πλανάται επίμονα. Ενας ισπανικός θάνατος «διαφορετικός» από τους άλλους. Γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο τον ποιητή, στη διάλεξή του το 1933 για την «Πρακτική και Θεωρία του duende»: «Σε όλες τις χώρες ο θάνατος είναι το τέλος. Οταν έρχεται, οι κουρτίνες κλείνουν. Οχι όμως στην Ισπανία... Εκεί ο νεκρός είναι περισσότερο ζωντανός απ' ό,τι ένας νεκρός οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».

Σοφία Αδαμίδου

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

58 χρόνια από τον θάνατο του Μπρέχτ: «Όταν μιλάμε για τον Μπρέχτ είμαστε σε θέση μάχης»


Πολλοί ρωτούν τους ποιητές τι είναι το ποίημα.
Είναι ενθύμιο φρίκης, απαντά ο ένας.
Είναι το καταφύγιο που φθονούμε, απαντάει ο άλλος.
Είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας, απαντάει ένας τρίτος.
Είναι ένα δέντρο που οφείλουμε να φτιάξουμε, για ένα πουλί που εκκρεμεί στην ερημιά.
Είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος, λέει κάποιος άλλος.
«Σας βλέπω να βοσκάτε σε ένα μικρό λιβάδι που πια δεν φυτρώνει χορτάρι. Σας είναι όμως πιο εύκολο να αλλάξετε τα στομάχια σας και το πεπτικό σας σύστημα, από το να παραχωρήσετε το λιβάδι στο καινούργιο χορτάρι, που με τις οπλές σας εμποδίζετε να μεγαλώσει».
Αυτό θα απαντούσε ο Μπέρτολτ Μπρέχτ, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα 14 Αυγούστου 1956,  στα ανώφελα ερωτήματα των ποιητών του καιρού μας, σε αυτούς τους συλλογισμούς, ρίχνοντας τη στάχτη από το πούρο του.
«Δεν μου άρεσε ούτε να διατάζω ούτε να με υπηρετούν».
«Ψάξε τον άνθρωπο και προσπάθησε να τον γνωρίσεις. Προσπάθησε να νοιώσεις το δέρμα του και πώς αυτό συμπεριφέρεται στις αλλαγές του αέρα. Κούρασέ τον, και μετά εξέτασε τι αντέχει η καρδιά του. Άφησε τη φωνή του να ηχήσει αλλά μην ξεχνάς το ψιθύρισμα. Φάε μαζί του, χειροκρότησε τις μικρές του σκέψεις, κοίταξε μέσα από τα μάτια του. Όταν στα έργα σου πρέπει να πιει μπύρα, πρέπει εσύ να ξέρεις πώς τρώει αυγά, πώς διαβάζει εφημερίδα, πώς κοιμάται με τη γυναίκα του, και πώς πεθαίνει. Οι απόψεις σου να έρχονται σε δεύτερη μοίρα από τις δικές του. Έτσι και αλλιώς δεν ανήκουν στα δικά του χαρακτηριστικά».
Έτσι ήθελε ο Μπρεχτ τους ανθρώπους της τέχνης. Πλάι και μέσα στους ανθρώπους. Να είναι το καρδιογράφημα της πάλλουσας καρδιάς του πλήθους. Και κυρίως να είναι αληθινά μέσα στο πλήθος. Και μέσα από αυτή τη σχέση να αναδύεται η δημιουργία και η τέχνη.
Ο Μπρεχτ δεν γεννήθηκε με αυτές τις απόψεις. Τράβηξε το δρόμο του μέσα στον κόσμο και τις ανακάλυψε μέσα από την ιστορική κίνηση των καιρών του. Μέσα από τη «Μεγάλη των Tάξεων Πάλη».
Γράφτηκε στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου του Μονάχου, και λίγο αργότερα στην Ιατρική. Ποτέ όμως δεν ολοκλήρωσε τον κύκλο των σπουδών του. Ήταν τα χρόνια που μαινόταν ο πόλεμος στην Ευρώπη, προκαλώντας τις συνειδήσεις των προοδευτικών ανθρώπων.
Ο νεαρός Μπρεχτ επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Πάνω στα κρεβάτια των χειρουργείων αποκαλύφθηκε στα μάτια του η ανελέητη ανθρωποσφαγή. Τότε άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Ανάμεσά τους ένα ποίημα που φανέρωσε με αχνές γραμμές αυτό που θα γινόταν ο Μπρεχτ. Το ποίημα είχε τον τίτλο «Ο Θρύλος του Νεκρού Στρατιώτη», και αρχικά ήταν τραγούδι.
Αργότερα αυτό το τραγούδι πήρε τον τίτλο «Η Μπαλάντα του Νεκρού Στρατιώτη».
Μέσα από αυτό το τραγούδι ο εικοσάχρονος Μπρεχτ στηλίτευε με δριμύτητα την Ανωτάτη Γερμανική διοίκηση, η οποία διέταζε τους Γερμανούς στρατιώτες να κρατήσουν τις θέσεις τους, χωρίς να υπολογίσουν το αίμα που θα χυνόταν.
Και όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι όλα είχαν τελειώσει για τη Γερμανία.
Η μακάβρια ιστορία του σκοτωμένου στον πόλεμο στρατιώτη, που είχε πεθάνει ηρωικά και τον ξεθάβουν για να πολεμήσει ξανά, είχε γίνει δημοφιλές τραγούδι στα γερμανικά καμπαρέ.
Το τραγούδι απαγορεύτηκε από την περίφημη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που δεν ήταν και τόσο δημοκρατία.
Μάλιστα το ποίημα αναφέρθηκε λίγα χρόνια αργότερα ως επιχείρημα από τους εθνικοσοσιαλιστές, που δικαίωνε κατά αυτούς την αφαίρεση της γερμανικής ιθαγένειας από τον Μπέρτολτ Μπρεχτ.
Ο πόλεμος έδωσε τη σκυτάλη στην επαναστατική αφύπνιση του γερμανικού προλεταριάτου.
Ξεκίνησε η δραματική περίοδος της Γερμανικής Επανάστασης.
Ο Μπρεχτ εκείνες τις θυελλώδεις μέρες ήταν αντιπρόσωπος στα Σοβιέτ των εργατών και έγινε μέλος του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Από πολιτική ομολογεί πως τότε δεν γνώριζε ούτε την αλφαβήτα. Ακόμα και για τα δημόσια πράγματα της χώρας, ήξερε όσα ένας αγρότης για το χωραφάκι του. Και στη λογοτεχνία, όπως ο ίδιος άλλωστε έλεγε, πέρα από μία μάλλον μηδενιστική κριτική της αστικής κοινωνίας δεν κατάφερε να προχωρήσει.
«Σαν πλουσιόπαιδο μεγάλωσα», έγραφε αργότερα, στα 1938, στο ποίημα «Δίκαια Κυνηγημένος».
«Οι γονείς μου κολάρο μου φόρεσαν.
Με έμαθαν υπηρέτες να έχω.
Και μου διδάξανε την τέχνη να δίνω διαταγές.
Όταν μεγάλωσα όμως, κι ολόγυρά μου κοίταξα, δεν μου άρεσαν της τάξης μου οι άνθρωποι.
Δεν μου άρεσε ούτε να διατάζω ούτε να με υπηρετούν».
Ο Μπρέχτ ξεκίνησε γράφοντας τραγούδια που τα έντυνε με δημοφιλή μουσική της εποχής του.
Και τα έπαιζε ο ίδιος στην κιθάρα του. Πηγή της έμπνευσής του ήταν το καμπαρέ.
Ήταν οι σατυρικές μπαλάντες του Φρανσουά Βιγιόν, του πρώτου καταραμένου ποιητή της Ιστορίας, που ήταν ο πιο διάσημος και σημαντικός ποιητής της μεσαιωνικής Ευρώπης. Ακόμα, το νεαρό Μπρεχτ επηρέασε ο παρακμιακός ρομαντισμός των καταραμένων ποιητών της Γαλλίας, και κυρίως του Αρθούρου Ρεμπώ. Έγραφε μπαλάντες για πειρατές και τυχοδιώκτες, για μπεκρήδες και ατέλειωτες ηδονές.
«Να ζεις με υπερβολή τη νιότη σου και με φιληδονία τα γηρατειά σου», έγραφε εκείνα τα χρόνια ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, και χαρακτήριζε τη Γερμανία «λάκκο για τα ψοφίμια της Ευρώπης».
Όμως εκείνα τα ποιήματα εγκυμονούσαν, άλλοτε φανερά και άλλοτε συγκαλυμμένα, την αντικαπιταλιστική του ανταρσία, ενάντια στον ηθικό και υλικό ξεπεσμό του ανθρώπου, και την αστική υποκρισία. Το 1922 έγραψε το σπαρακτικό ποίημα «Για την παιδοκτόνο Μαρία Φαράρ».
«Η Μαρία Φαράρ, ανήλικη υπηρέτρια, ορφανή, ραχιτική, και όψεως κοινής, σκότωσε το παιδί της μόλις γεννήθηκε, γιατί ήταν νόθο».
Φοβήθηκε η φτωχή Μαρία την κοινωνική κατακραυγή, αλλά περισσότερο φοβήθηκε την απόλυση και το γέννησε κρυφά, σε ένα πλυσταριό.
Είχε κάνει πρώτα όλες τις προσπάθειες να απαλλαγεί από αυτό το αβάσταχτο βάρος. Και αυτές οι προσπάθειες περιγράφονται από τον Μπρέχτ με συγκλονιστικό ρεαλισμό, και ακόμα συγκλονιστικότερο ανθρωπισμό. Μέσα από το ποίημά του ο Μπρέχτ δεν κρίνει τη Μαρία αλλά την κοινωνική βάση που σε αυτήν αναπτύχθηκε η κυρίαρχη ηθική που οδήγησε τη Μαρία να σκοτώσει το νεογέννητο.
«Μαρία Φαράρ, γεννημένη έναν Απρίλη, στου Μάινσεν πέθανε τη φυλακή, κοριτσομάνα, καταδικασμένη του κάθε ανθρώπου τις ιστορίες να ανιστορεί.
Εσείς που γεννάτε σε κρεβάτια πεντακάθαρα και ευλογημένος λέτε της κοιλιάς σου ο καρπός, μη ρίχνετε στους αδύναμους το ανάθεμα.
Βαρύ ήταν το αμάρτημά της, μα ο πόνος της πικρός.
Γι' αυτό παρακαλώ μη δείξετε καταφρόνια, γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνια».
Γνωριμία με το Μαρξισμό.
Η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση, που με τη σειρά της προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη άνοδο του επαναστατικού κινήματος, ώθησε εκείνα τα χρόνια σπουδαίους Γερμανούς διανοούμενους και καλλιτέχνες, να ζητήσουν σημεία επαφής με την εργατική τάξη και τη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία.
Για τον Μπρέχτ αυτή η επαφή ήρθε με τον παρακάτω τρόπο.
Έπρεπε να γράψει ένα θεατρικό έργο με τίτλο « Ο Τζόε Φλάις Χάκερ από το Σικάγο».
Σκοπός του έργου ήταν να απαντήσει γιατί ο Τζόε έτρωγε το ψωμί πανάκριβα. Ήταν τότε η εποχή της μεγάλης κρίσης. Αυτή η κρίση έκρυβε ένα παράδοξο.
Ενώ τα μεροκάματα μειώνονταν το ψωμί γινόταν όλο και πιο ακριβό.
Τότε ο Μπρέχτ άρχισε να γράφει ένα έργο με ήρωα το σιτάρι. Έπρεπε για τις ανάγκες του έργου να περιγράψει την αγορά σιτηρών στο Σικάγο, έλεγε μερικά χρόνια αργότερα γι αυτό το έργο.
«Νόμιζα τότε ότι γρήγορα θα μπορούσα να αποκτήσω τις απαραίτητες γνώσεις, ρωτώντας μερικούς ειδικούς και μερικούς χρηματιστές. Μάλιστα ένα χρηματιστή, που είχε ξοδέψει τη ζωή του στο χρηματιστήριο του Σικάγο, τον πήρα επί ώρες από πίσω ταξιδεύοντας από το Βερολίνο μέχρι τη Βιέννη. Όμως ούτε αυτός ούτε κανένας από όσους ρώτησα, δεν μπόρεσε να μου εξηγήσει τους νόμους που κυβερνούν το χρηματιστήριο. Άρχισα τότε να πιστεύω ότι το πράγμα ήταν ανεξήγητο, άπιαστο από το νου, άρα παράλογο. Ο τρόπος που διετίθετο δηλαδή η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών, ήταν απλούστατα ακατανόητος. Κατάσταση ανυπόφορη για όλους, έξω από μια χούφτα κερδοσκόπους. Εκείνο το έργο δυστυχώς δεν το έγραψα ποτέ, όμως τότε ήταν που άρχισα να διαβάζω Μάρξ».
Το σιτάρι είχε φέρει τον Μπρέχτ στο Μάρξ.
Και ο Μάρξ στο Λένιν.
Τότε ήταν που εγκατέλειψε το «δεν ανήκω πουθενά», και εντάχθηκε στις γραμμές των Κομμουνιστών Εργατών της Τέχνης.  «Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα να αποφύγει», έγραψε μερικά χρόνια αργότερα. «Γιατί θα αγωνιστεί για την υπόθεση του εχθρού, όποιος για τη δική του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί». Έλεγε τότε σε φίλους του πως ήταν βυθισμένος «οκτώ πόδια μέσα στο Κεφάλαιο» του Κ. Μάρξ.
Ο Μπρέχτ για το Θέατρο.
«Διαβάζοντας το "Κεφάλαιο" κατάλαβα τα θεατρικά μου έργα», έλεγε συχνά ο Μπρέχτ.
«Πολλοί θεωρούν το θέατρο σαν έναν τόπο παραγωγής ονείρων» έγραφε, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, «και εσάς τους ηθοποιούς, σας θεωρούν πωλητές μεθυστικών ναρκωτικών.
Τα όνειρα καλόδεχτα. Πώς να αντέξουμε αυτή τη ζωή χωρίς όνειρα.
Μα έτσι, ηθοποιοί  το θέατρο σας δεν γίνεται  τίποτα άλλο από ένας τόπος όπου μαθαίνει κανένας να αντέχει την ασήμαντη και ομοιόμορφη ζωή.  Τους δείχνετε έναν κόσμο ψεύτικο, απρόσεχτα ανακατωμένο, έτσι όπως τον δείχνουν τα όνειρα».
Ο Μπρέχτ κοίταξε το θέατρο από άλλη οπτική γωνία.
Περιέγραψε στα θεατρικά του έργα τον κόσμο σαν κόσμο που μπορεί να αλλάξει. Έτσι έκλεισε το χάσμα ανάμεσα στο θεατή και τον ηθοποιό, επαναστατικοποιώντας τη δραματουργία. Ή ακριβέστερα, εξελίσσοντας την επαναστατική κατάσταση στην οποία την είχε βάλει ο Μέγιερχολντ σκηνοθετώντας τον Μαγιακόφσκι, και ο Έρβιν Πισκάτορ, κομμουνιστής σκηνοθέτης, που δίδασκε στους ηθοποιούς πως το κέντρο της προσοχής τους δεν πρέπει να είναι η σκηνή και η μορφή, αλλά το κοινό και το περιεχόμενο.
Χρειαζόταν ένα ξαφνικό τράνταγμα για να στραφεί το θέατρο σε μια νέα κατεύθυνση. Οι απόψεις του Μπρεχτ για το θέατρο συνοψίζονται σε αυτό που στα ελληνικά αποδόθηκε ως αποστασιοποίηση. Δίνοντας ο ίδιος ένα παράδειγμα αποστασιοποίησης όταν ρωτήθηκε, απάντησε:
«Αν σας ρωτήσει κάποιος πώς είναι το δέντρο στη γωνιά του δρόμου του σπιτιού σας, παρόλο που περνάτε χρόνια κάθε μέρα δίπλα του, δεν θα μπορέσετε να το περιγράψετε. Αποστασιοποίηση είναι η χρησιμοποίηση εκείνων των μέσων και ερεθισμάτων, που θα σας οδηγήσουν στην προσεκτική παρατήρηση του δέντρου και τη δυνατότητα να προβείτε στη λεπτομερή περιγραφή του».
Ο Μπρεχτ με το θέατρό του κατέλυσε τους κανόνες και τις φόρμες της δραματουργίας που γνώρισε μέχρι εκείνη τη στιγμή το παγκόσμιο θέατρο.
Από την εποχή του Αριστοτέλη και την εποχή του Στανισλάφσκι. Για τον Μπρεχτ, ο κόσμος, ο άνθρωπος, δεν είναι κάποιες ενότητες αιώνιες και αμετάβλητες. Είναι κάποιες πραγματικότητες που αλλάζουν, και στην ιστορική προοπτική είναι συνεχώς μεταβαλλόμενες. Συνεπώς, ο ηθοποιός δεν πρέπει να παίζει ανελικτικά και με πάθος. Πρέπει να αποκαλύπτεται, και να αποκαλύπτει τόσο τον «ήρωα» όσο και τις καταστάσεις μέσα στις οποίες διαδραματίζονται όσα ιστορούνται επί σκηνής. Όταν παίζει ένα δαιμονισμένο, δεν πρέπει ο ίδιος να φαίνεται δαιμονισμένος, γιατί τότε πώς θα καταλάβουν οι θεατές ποιοι είναι οι δαίμονες;
Ο ηθοποιός δεν εξαφανίζεται μέσα στη φιγούρα του ήρωα, δείχνει τον ήρωα, γι' αυτό το θέατρο του Μπρέχτ ονομάστηκε επικό. Όπως έλεγε:
«Το θέατρο, όπως το έχουμε βρει, δείχνει τη δομή της κοινωνίας σαν κάτι που η κοινωνία δεν μπορεί να επηρεάσει. Ο Οιδίποδας, που αμάρτησε ενάντια σε μερικές αρχές που στηρίζουν την κοινωνία της εποχής, τιμωρείται. Οι θεοί φροντίζουν γι' αυτό.
Και οι θεοί δεν υπόκεινται σε κριτική. Οι μεγάλοι μοναχικοί του Σαίξπηρ, που έχουν κρεμασμένο στο λαιμό τους το άστρο της μοίρας τους, εκτελούν τις μάταιες και θανατηφόρες πορείες τους, όπου τους σπρώχνει ο δαιμονισμός τους, φέρνουν τον εαυτό τους στην καταστροφή. Στην πτώση τους δεν γίνεται χυδαίος ο θάνατος, αλλά η ζωή, η κατάρρευσή τους δεν υπόκειται σε κριτική.
Ανθρώπινα θύματα παντού. Βάρβαρες διασκεδάσεις.
Ξέρουμε πως οι βάρβαροι έχουν τέχνη. Ας φτιάξουμε μια άλλη».
Και την έφτιαξε ο Μπρεχτ. Το 1949 ίδρυσε το θίασό του.
Στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ συστηματοποίησε τις απόψεις του για το επικό θέατρο και την αποστασιοποίηση. Φρέσκαρε τα παλιότερα έργα του, έγραψε καινούργια, διασκεύασε Σοφοκλή, Σαίξπηρ, Γκότζι, κ.ά.
Έγραψε την «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων».
Όπως έγραψε στο φινάλε της, όταν η Ιωάννα πέθαινε, «σιγουρέψου σαν φεύγεις από τον κόσμο, όχι απλά πως ήσουνα καλός, μα πως πίσω σου αφήνεις έναν κόσμο καλό». Μέσα από αυτό το έργο εμφάνισε για πρώτη φορά στο θέατρο την καπιταλιστική πραγματικότητα ως ικανή να αλλάξει.
«Τρόμος και αθλιότητα στο Γ΄ Ράιχ», «Τα τουφέκια της κυρά - Καράρ», «Η μάνα Κουράγιο», «Γαλιλαίος», «Ο κύκλος με την κιμωλία»,  είναι μερικά ακόμα θεατρικά αριστουργήματα που παρουσιάζουν την καπιταλιστική πραγματικότητα ως ικανή να αλλάξει.
Ο Μπρέχτ δίπλα στο Μαγιακόφσκι και το Λόρκα, συμπλήρωσε το τρίπτυχο των ποιητών που έγραψαν ένα γνήσια λαϊκό θέατρο.
Ο Φασισμός είναι Καπιταλισμός και ως τέτοιος πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Ο Μπρέχτ ήταν μια ολόκληρη πυροβολαρχία  ενάντια στη ναζιστική βαρβαρότητα. Όταν ο «μπογιατζής», όπως αποκαλούσε το Χίτλερ, ανέβηκε στην εξουσία, ο Μπρέχτ πέρασε στην παρανομία και κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό.
Κάτω από την αχυρένια στέγη της εξορίας του και μέσα στη ζεστή καρδιά του, έκλεισε αυτούς που δεν μπορούσαν να φύγουν. Παντού όπου μπορούσε, αποκάλυπτε στους συναδέλφους του -που πίστευαν μέσα στις αισθητικές τους αυταπάτες πως ο φασισμός ήταν μια έκρηξη βαρβαρότητας, που έτσι κι αλλιώς υπάρχει μέσα στον άνθρωπο ενάντια στον πολιτισμό και την καλοσύνη- τι ήταν ο πραγματικός φασισμός.
Και τι ήταν αυτοί που πίστευαν πως η πάλη κατά του φασισμού, ήταν η πάλη του καλού κατά του κακού.
«Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη» έλεγε στα 1934 μιλώντας σε ένα συνέδριο συγγραφέων, «ο φασισμός είναι ένα κύμα βαρβαρότητας που ξέσπασε σε ορισμένες χώρες με φυσική δύναμη.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη θα μπορούσε να υπάρχει καπιταλισμός, χωρίς φασισμό.
Πολλοί από εμάς πιστεύουν πως για την υπεράσπιση των σχέσεων ιδιοκτησίας, δεν είναι αναγκαίες οι θηριωδίες του φασισμού.
Αυτές όμως οι θηριωδίες είναι αναγκαίες για τη διατήρηση των σχέσεων ιδιοκτησίας που επικρατούν.
Όσοι από τους φίλους μας νιώθουν φρίκη με αυτές τις θηριωδίες αλλά θέλουν να διατηρήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας, δεν μπορούν να κάνουν ένα μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα, που εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ.
Και δεν μπορούν να κάνουν αυτό τον αγώνα γιατί δεν είναι σε θέση να καθορίσουν και να επιφέρουν τις κοινωνικές εκείνες συνθήκες, κάτω από τις οποίες η βαρβαρότητα θα ήταν περιττή.
Αυτοί που είναι ενάντια στο φασισμό χωρίς να είναι ενάντια στον καπιταλισμό, μοιάζουν με εκείνους που θέλουν να έχουν μερίδιο στο μοσχάρι, είναι όμως ενάντια στη σφαγή του.
Θέλουν να φάνε το κρέας αλλά δεν θέλουν να δουν το αίμα.
Είναι ικανοποιημένοι αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του πριν τους το παραδώσει. Αυτοί δεν είναι ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας που γεννούν τη βαρβαρότητα.
Είναι μόνο ενάντια στη βαρβαρότητα.
Και υψώνουν τη φωνή τους ενάντιά της.
Και το κάνουν στις χώρες εκείνες που κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όμως οι χασάπηδες πλένουν τα χέρια τους πριν παραδώσουν το κρέας».
Αντί επιλόγου.
Αντί για επίλογο, ας θυμηθούμε τα λόγια του συνθέτη των μπρεχτικών τραγουδιών και φίλου του Μπρεχτ, Χανς Αϊσλερ:
«Όταν μιλάμε για τον Μπρεχτ, είμαστε σε θέση μάχης, ιδιαίτερα στις καπιταλιστικές χώρες. Αγωνιζόμαστε για τον Μπρεχτ. Είναι αναγκασμένοι να καταπιούν τον Μπρεχτ, και δεν πρέπει να τους επιτρέψουμε να τον καταπιούν παρά μονάχα ολόκληρο, μαζί με τ' αγκάθια».

902

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΓΛΥΚΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ


Σαν σήμερα εκτελέστηκε το 1936 ο Λόρκα. Σου στέλνω μια μεταφρασούλα από τα "Σονέτα του σκοτεινού έρωτα - Sonetos del amor oscuro". Το σχέδιο είναι του Λόρκα.
Ειρήνη Φιλιππίδου


Soneto de la dulce queja

Tengo miedo a perder la maravilla
de tus ojos de estatua, y el acento
que de noche me pone en la mejilla
la solitaria rosa de tu aliento.

Tengo pena de ser en esta orilla
tronco sin ramas, y lo que más siento
es no tener la flor, pulpa o arcilla,
para el gusano de mi sufrimiento.

Si tú eres el tesoro oculto mío,
si eres mi cruz y mi dolor mojado,
si soy el perro de tu señorío,

no me dejes perder lo que he ganado
y decora las aguas de tu río
con hojas de mi οtoño enajenado


***

Σονέτο του γλυκού παράπονου

Φοβάμαι μήπως χάσω το θαύμα
των γλυπτών ματιών σου, και τη μελωδία
που τη νύχτα στο μάγουλό μου ακουμπά
το μοναχικό ρόδο της αναπνοής σου.

Πονάω που βρίσκομαι σε τούτη την ακτή,
κορμός χωρίς κλαδιά, κι η λύπη μου είναι
που δεν έχω  λουλούδι, λάσπη ή πηλό
για το σαράκι της θλίψης μου.

Αν ο κρυμμένος θησαυρός μου είσαι συ,
αν είσαι εσύ ο σταυρός κι ο νωπός μου πόνος,
αν είμαι εγώ το σκυλί του αρχοντικού σου,

μη μ΄αφήσεις να χάσω ό,τι κέρδισα
και στολίζει τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα απ’ το  χαμένο μου φθινόπωρο.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

ΟΙ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΙ

17 Αυγούστου 1944. Το μπλόκο της Κοκκινιάς
(Χαρακτικό του Τάσσου)

Γιατί, καημένε πλάτανε, βογγάς κι αναστενάζεις;
λυπάσαι που χειμώνιασε και σου ’φυγαν τ’ αηδόνια
για μήπως παραγέρασες και κοψοκουφαλιάστης;
Δε θλίβομαι που γέρασα, δεν κλαίω για τον χειμώνα,
μον’ κλαίω για τούτ’ τα σκέλεθρα που τα τραβάν οι σάρες.
Πιάνονται από τις ρίζες μου και μου παρακαλιώνται:
«Ρίξε μας φύλλα, πλάτανε, κλαριά σαβάνωσέ μας,
και πιάσε με τις ρίζες σου βαθιά παράχωσέ μας,
μη μας τραβάν τα ρέματα σε σάρες και λαγκάδια,
γιατ’ ανεμοσκορπίζονται τα δόλια κόκκαλά μας
κι έχουμε μάνες που μας κλαιν, δικούς που μας θυμούνται».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Νίκος Πλουμπίδης


Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς,
τη δόξα σου γονατιστός να ζητιανεύω,
και να χτυπώ την πόρτα σου στους ουρανούς.

Σαν ψίχουλα είναι τούτα τα στιχάκια,
από συμπόσια και ξενύχτια ποιητών,
τα ψιθυρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ.

Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι
κι η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά
ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι
απόψε που δικάζουν τον Πλουμπίδη.
Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά,
οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά.

Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς.

Μάνος Ελευθερίου

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδη

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Τα ουράνια σώματα εμπνέουν ονόματα

Γραφημα με ηλιακό σύστημα
 Φύσα, αεράκι βορινό, και σκόρπισε τα νέφη
να δούμε τον αυγερινό, του ήλιου το χρυσαδέρφι
Φ. Αγγουλές
Λίγο το ολόγιομο και όμορφο φεγγάρι του Αυγούστου, λίγο η γιορτή του Αστέρη στις 7 Αυγούστου μας δίνουν την ευκαιρία να μιλήσουμε για τα ονόματα που προέρχονται από τα ουράνια σώματα.
Τα ουράνια σώματα, τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα, τα γήινα στοιχεία ή η μεγαλοπρέπεια της φύσης είχαν από την αρχαιότητα επίδραση στην πνευματικότητα του λαού και έγιναν πλούσια πηγή της μυθολογίας του. Οι αρχαίοι λάτρεψαν τον χρυσαφένιο ζωοδότη ήλιο, το χάραμα, την αργυρόμορφη και αινιγματική Σελήνη, την πολύτροπη θάλασσα.
Τα ουράνια σώματα και φαινόμενα πολύ συχνά παίρνουν τη μορφή του όμορφου παλικαριού ή της όμορφης κοπέλας. Έτσι , ξέρουμε τον ήλιο σαν θεό Ήλιο, την αυγή ως Ηώ, το φεγγάρι ως θεά Σελήνη, την Πούλια ως Πλειόνη κλπ. Τα λάτρεψαν ως θεότητες. Τα χρησιμοποίησαν και ως πηγή ονομάτων. Αυτό συνεχίστηκε και στα νεότερα χρόνια. Όπως και τον ουρανό που τα «φιλοξενεί» για τη μεγαλοπρέπειά του. Από την αρχαιότητα ακόμη ενέπνευσε ονόματα όπως το Ουρανία (< ουρανός = αυτή που σχετίζεται με τον ουρανό), μία από τις 9 Μούσες. Υπάρχει και το αρσενικό Ουράνιος που δεν εμφανίζεται στην έρευνά μας. Στην έρευνά μας το δείγμα αντιπροσωπευτικό πανελλαδικά (στηρίζεται στους καταλόγους του ΟΤΕ) είναι 99.246 άνδρες και 52.927 γυναίκες.

Ήλιος και φεγγάρι
Ο ήλιος το λαμπρότερο αστέρι του ουρανού και το αμέσως επόμενο σε φωτεινότητα φεγγάρι. Ο Ήλιος για την λαμπρότητά του έδωσε το πρώτο συνθετικό για κάποια ονόματα, το ίδιο δεν εμφανίζεται στο δείγμα (χρησιμοποιείται όμως ως επίθετο). Ηλιοκράτης, Ηλιοδώρος, Ηλιοδώρα από 1 εμφάνιση και Ηλιοστάλακτη, Ηλιοφώτα, Ηλιογέννητη που δεν εμφανίζονται στο δείγμα μας, αλλά χρησιμοποιούνται. Ίσως να συνδέονται με τον ήλιο και τα Ηλιούλα 1, Ηλίτσα 3 (η επικρατέστερη εκδοχή τα θέλει υποκοριστικά του Ηλία). Μία εμφάνιση έχει και το όνομα της κόρης του Ήλιου, Ηλιάδα. Στην Ελληνική μυθολογία, οι Ηλιάδες («παιδιά του Ηλίου»), ήταν κόρες του Ηλίου και της Ωκεανίδας Κλυμένης.
Από τη λαμπρότητα, την ομορφιά και το σχήμα του φεγγαριού τα Φεγγαρένια, Φέγγω που έχουν από μία εμφάνιση και το Φεγγάρω που δεν εμφανίζεται στο δείγμα.
Το όνομα Σελήνη είναι ντυμένο με το πέπλο της μυθολογίας και γι’ αυτό εξετάζεται στην αντίστοιχη ενότητα, η οποία θα μας απασχολήσει σ΄ επόμενο σημείωμα.

Αστέρια
Κατ’ αρχήν η λαμπρότητα των άστρων μας έδωσε τα Αστέριος 163 εμφανίσεις (0,16%), Αστρινός 2, Αστέρω 5, Αστερούλα, Αστρινιώ, Αστρινή και ο ποιητικός τύπος Αστραδενή που χρησιμοποιείται στη Σύμη από μία εμφάνιση και Αστεριάδης. Το Αστέρης δεν εμφανίζεται στο δείγμα. Από το Αστέριος πιθανά και το Αστέργιος με μία εμφάνιση. Υπάρχουν ακόμη τα Αστερόπη, Αστυρόπη, που τα εξετάζουμε με τα μυθολογικά και ο άγνωστος σε εμάς τύπος Αστρολούπος που εμφανίζεται μια φορά στο δείγμα.
Το Αστέριος ήταν όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων. Από τη μυθολογία ξέρουμε ότι Αστέριος ήταν προσωνυμία του Μινώταυρου (λαμπρός φωτεινός). Αστέριος ή Αστερίων ή Αστρινός, γιος του Τεκτάμου και της Κρηθέας, ήταν το όνομα του πρώτου βασιλιά της Κρήτης, που δόθηκε σύζυγος της Ευρώπης από το Δία, αφού χόρτασε τον έρωτα της κόρης ο μεγάλος Θεός. Από αυτόν πήραν το όνομά τους τα Αστερούσια όρη της νότιας Κρήτης. Υπήρξε και επωνυμία του Δία: Αστρινός Ζευς, δηλαδή ουράνιος. Με αυτό το όνομα μάς είναι γνωστοί ένας αργοναύτης και ο αδελφός του Νέστορα.
Το όνομα συνδέεται και με τα ταφικά έθιμα των Ελλήνων. Υπάρχει στον ορφικό ύμνο για το ταξίδι της ψυχής και αφορά τις ψυχές που θα ενσαρκωθούν ξανά:
«Θα βρεις στα δεξιά του οίκου του Άδη μια πηγή, που δίπλα της στέκει λευκό κυπαρίσσι. Σε αυτή την πηγή καθόλου μην πλησιάσεις. Αλλά θα βρεις μπροστά μια άλλη στης Μνημοσύνης τη λίμνη από την οποία ρέει ψυχρό ύδωρ και φύλακες την φυλάνε, που θα σου πουν προς τα πού πρέπει να βαδίσεις. Σε αυτούς εδώ να πεις όλη την αλήθεια. Πες : “Της Γαίας παις είμαι και του έναστρου ουρανού, Αστέριος το όνομά μου. Από την δίψα φλέγομαι. Αλλά δώστε μου να πιώ από την πηγή”».

Η γέννηση της Αφροδίτης (Μποτιτσέλι)
Η γέννηση της Αφροδίτης (Μποτιτσέλι)


Πούλια και Αυγερινός
Τραγούδια για τον Αυγερινό και την Πούλια ακούγονται ακόμη και σήμερα, πολλοί άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι αυτά τα δύο ουράνια αντικείμενα είναι παρόμοια. Η πραγματικότητα είναι, βέβαια, εντελώς διαφορετική.
Ο Αυγερινός είναι το τελευταίο άστρο που αντικρίζει ο γεωργός ξυπνώντας το χάραμα (Αυγερινός) και το πρώτο όταν έρχεται η νύχτα (Αποσπερίτης), όπου προμηνύει το τέλος της ημερήσιας εργασίας και την αρχή της νυχτερινής ανάπαυσης. Αυγερινός είναι το δημώδες όνομα του πλανήτη Αφροδίτη. Αντίθετα, Πούλια ονομάζει ο λαός μας το ανοικτό σμήνος των Πλειάδων, μια ομάδα επτά αστεριών που, επειδή βρίσκονται κοντά, δίνουν την εντύπωση μιας λαμπερής πόρπης.
Όπως είναι προφανές, η Πούλια, όντας αστρικό σμήνος έχει σταθερή θέση στην ουράνια σφαίρα και επομένως είναι ορατή σε συγκεκριμένες εποχές του χρόνου. Αντίθετα, ο Αυγερινός και ο Αποσπερίτης (που στην ουσία είναι το ίδιο αντικείμενο) είναι πλανήτης που κινείται συνεχώς στον ουρανό σε σχέση με τα αστέρια του ουράνιου θόλου. Έτσι, η συνύπαρξη της Πούλιας και του Αυγερινού στην ίδια περιοχή του ουρανού είναι ένα όχι και τόσο συχνό φαινόμενο, αντίθετα με το ό,τι συνήθως πιστεύεται από το λαό.
Η ανατολή στα τέλη Μαϊου (τότε αρχίζει η πούλια να είναι ορατή λίγο πριν την ανατολή του ηλίου) και η δύση της στα μέσα Νοέμβρη (η Πούλια δύει λίγο πριν την ανατολή του ηλίου) σημαδεύουν αντίστοιχα την αρχή του καλοκαιριού και του χειμώνα. Ο αστερισμός της Πούλιας το Νοέμβρη οργάνωνε το χρόνο των γεωργών και των κτηνοτρόφων: «Όντας η Πούλια βασιλεύει ο καλός ο ζευγολάτης αποσπέρνει, κι ούτε τσοπάνος στα βουνά, κι ούτε ζευγάς στους κάμπους». Χαρακτηριστικές είναι και οι εκφράσεις: «Άμα σκάσει η Πούλια» ή «μέχρι να πέσει η Πούλια στη θάλασσα».
Η Πούλια (για τη μεγαλοπρέπειά της) με 2 εμφανίσεις, ο Αυγερινός (< αυγή (αναλογικά προς: εσπερινός, νυχτερινός)• ο φωτεινός) με 5, Αυγέριος και Αυγέρης από 1 και το Αυγερινή 1. Ίσως με την πούλια να σχετίζεται και το όνομα Πουλίκα που εμφανίζεται μία φορά.

* Όλα τα στοιχεία στηρίζονται σε έρευνα σε αντιπροσωπευτικό πανελλαδικό δείγμα. Συγκεκριμένα σε 99.246 ανδρικά και 52.927 γυναικεία ονόματα από τους τηλεφωνικούς καταλόγους του ΟΤΕ.

Η Μάγια
Οδυσσέας Ελύτης

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά μέσ” απ” τους ουρανούς περνά. Κάποτε λίγο σταματά στο φτωχικό μου και κοιτά. -Γειά σας τι κάνετε; Καλά;-Καλά. Πώς είναι τα παιδιά; -Τι να σας πω εκεί ψηλά τα τρώει τ” αγιάζι κι η ερημιά. -Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά, δε μου τα φέρνεις εδωνά; -Ευχαριστώ μα “ναι πολλά θα σου τη φάνε τη σοδειά. -Δώσε μου καν την πιο μικρή τη Μάγια την αστραφτερή. Λάμπουνε γύρω τα βουνά, τα χέρια μου βγάνουν φωτιά. Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά φεύγει και μ” αποχαιρετά.

Ηρακλής Κακαβάνης
fractal

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Οι πρώτοι σοσιαλιστές συγγραφείς στην Ελλάδα

Κ. Χατζόπουλος
Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς σ' αυτήν αντικατοπτρίζονται, άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, αφ' ενός οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις καθώς και τα διάφορα λογοτεχνικά ρεύματα, αφ' ετέρου οι ιδιομορφίες της ελληνικής οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Ιστορικά γεγονότα, όπως η Οχτωβριανή Επανάσταση του 1917, η Μικρασιατική καταστροφή του 1922, αλλά και η γέννηση και ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις πιο ανήσυχες, ευαίσθητες και πρωτοπόρες μορφές του λογοτεχνικού χώρου της Ελλάδας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.
Μέσα στο γενικό κλίμα της ηθογραφίας που χαρακτήριζε την ελληνική λογοτεχνία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. και χωρίς να αποσπαστούν εντελώς από αυτήν, εμφανίζονται, το διάστημα 1900-1920, συγγραφείς που επηρεάζονται έντονα από τη σοσιαλιστική ιδεολογία, από την ίδρυση των πρώτων εργατικών, σοσιαλιστικών ενώσεων και ομίλων, από τους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες και από τα μαρξιστικά θεωρητικά κείμενα. Πιστοί στο ρεύμα του ρεαλισμού, γράφουν διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα, επιχειρώντας να προβάλουν άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι τα κοινωνικά προβλήματα, φωτίζοντάς τα με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920) και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923), από το Αγρίνιο ο πρώτος, από την Κέρκυρα ο δεύτερος, ζουν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και σπουδάζουν στη Γερμανία, έρχονται εκεί σε επαφή με έργα των Μαρξ και Ενγκελς - μάλιστα, ο Χατζόπουλος μεταφράζει πρώτος στα ελληνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ως Κοινωνιστικό Μανιφέστο - και ενθουσιάζονται από τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Στα σημαντικότερα και αρτιότερα έργα τους, αντικατοπτρίζονται οι νέες ιδέες, περιγράφονται με γλαφυρότητα οι άθλιες συνθήκες ζωής των φτωχών ανθρώπων στα χωριά και τις πόλεις, προβάλλεται η δεινή θέση της γυναίκας, φωτίζεται η ιδεολογική διαπάλη μέσα στους κύκλους των διανοουμένων και δίνονται κάποτε αισιόδοξες προοπτικές μέσα από την αγωνιστικότητα κάποιων ηρώων. «Ο πύργος του Ακροπόταμου», «Στο σκοτάδι», «Τάσσω», είναι μερικά από τα πεζογραφήματα του Κ. Χατζόπουλου, στα οποία φαίνονται οι σοσιαλιστικοί του προσανατολισμοί. Επίσης δημοσιεύει πολλά θεωρητικά κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, σχετικά με το εργατικό κίνημα, το γυναικείο ζήτημα, το σοσιαλισμό, τη σχέση σοσιαλισμού και λογοτεχνίας. «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», «Η τιμή και το χρήμα», αρκετές από τις «Κορφιάτικες Ιστορίες» του Κ. Θεοτόκη απηχούν τις σοσιαλιστικές του ιδέες και ξεφεύγουν από το ασφυκτικό πλαίσιο της ηθογραφίας που μέχρι τότε χαρακτήριζε την πεζογραφία. Και οι δύο συγγραφείς συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά πράγματα, όσο βρίσκονται στη Γερμανία, αλλά και μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ως μέλη σοσιαλιστικών ομίλων.
Δ. Βουτυράς
Ο Κωνσταντίνος Παρορίτης (1878-1931) ίσως είναι από τους πιο συνεπείς σοσιαλιστές συγγραφείς της εποχής του. Στο έργο του «Μεγάλο Παιδί» απεικονίζονται οι πρώτοι εργατικοί αγώνες, ενώ η Οχτωβριανή Επανάσταση και ο Εθνικός Διχασμός στην Ελλάδα τον εμπνέουν να γράψει το έργο «Κόκκινος Τράγος» (1924), που είναι αφιερωμένο «σε όσους πιστεύουνε σε μια απολύτρωση». Στο τελευταίο του έργο, «Οι δυο δρόμοι» (1927), εμπνέεται από τους αγροτικούς αγώνες στη Θεσσαλία και παρουσιάζει την καθυστέρηση της ελληνικής υπαίθρου.
Ο Δημοσθένης Βουτυράς (1871-1958) μεταφέρει το περιβάλλον της ηθογραφίας από την ελληνική επαρχία στις φτωχικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά. Χαρακτηρίστηκε ως «ο προλετάριος συγγραφέας των προλεταρίων». Η λογοτεχνική παραγωγή του είναι πληθωρική, αλλά κάπως ατημέλητη. Οι ήρωές του είναι εργάτες, βιοτέχνες, άνεργοι, μικροαστοί, περιθωριακοί και εμφανίζονται άβουλοι, δυστυχισμένοι και «μοιραίοι», έτσι ακριβώς όπως μας τους παρουσιάζει ο Κ. Βάρναλης στο ομώνυμο ποίημα. Χαρακτηριστικός είναι και ο τίτλος του σημαντικότερου έργου του «Οι Αλανιάρηδες» (1921).
Ο αρκετά νεότερος Πέτρος Πικρός (1900-1957) - ενδεικτικό των επιρροών του είναι το γεγονός ότι το ψευδώνυμό του το δημιούργησε μεταφράζοντας στα ελληνικά το όνομα Γκόρκι (= πικρός στα ρωσικά) - παρουσιάζει στα διηγήματά του ανθρώπους του περιθωρίου. Τα έργα του «Χαμένα κορμιά» (1922), «Σα θα γίνουμε άνθρωποι» (1924) και «Τουμπεκί» (1927) αποτελούν ένα είδος τριλογίας, με ήρωες ανθρώπους του υποκόσμου και του περιθωρίου. Στο τελευταίο, που είναι και το αρτιότερο λογοτεχνικά, παρουσιάζει τον υπόκοσμο ως μια μικρογραφία της κοινωνίας, που φέρει τα ίδια ελαττώματα με το πρότυπό του. Ο Πικρός, στα θεωρητικά του κείμενα, χρησιμοποίησε τον όρο «l' art militant» ως προδρομικό όρο της στρατευμένης τέχνης, για να ορίσει την τέχνη που καθρεφτίζει τις πραγματικές τάσεις της εποχής της και που αντιστοιχεί με τον ίδιο τον αγώνα των τάξεων.
Κ. Παρορίτης
Τόσο ο Δ. Βουτυράς, όσο και ο Π. Πικρός επηρεάζονται από τη θεματολογία και το κλίμα της ρωσικής λογοτεχνίας (Γκόρκι, Αντρέγιεφ), καθώς και από τα έργα του Κνουτ Χάμσουν, που διαβάζονταν πολύ εκείνη την εποχή από την προοδευτική διανόηση και γι' αυτό οι περισσότεροι ήρωές τους ανήκουν στο «λούμπεν προλεταριάτο».
Αυτοί οι πρώτοι σοσιαλιστές συγγραφείς χάραξαν έναν πραγματικά νέο δρόμο στη Λογοτεχνία της εποχής τους και επηρέασαν σημαντικά και μεταγενέστερους δημιουργούς. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Κ. Παρορίτη από την εισαγωγή του στον «Κόκκινο Τράγο», σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο που οφείλει να έχει η τέχνη σε κάθε εποχή. «Γιατί πιστεύουμε πως η Τέχνη, σαν ένα καθαρό κι αυτή της ομαδικής ζωής φαινόμενο, δεν έχει σκοπό να ικανοποιήσει ορισμένες προσωπικές και αυθαίρετες ιδέες και αρρώστιες μας, που καμιά ανάγκη της ζωής δεν τις δικαιολογεί, παρά σαν ένας κοινωνικός κι αυτή παράγοντας, να κάνει το χρέος της κάθε φορά που η Ζωή νιώθει την ανάγκη να αναπλαστεί».

Βάσω Πετροπούλου
Ριζοσπάστης, 25 Νοέμβρη 2007

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Γιώργος Καγιαλίκος: Επτά ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου για φωνή, πιάνο & φλάουτο


Επτά ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου για φωνή, πιάνο & φλάουτο.  
Μουσική, ενορχήστρωση & ερμηνεία: Γιώργος Καγιαλίκος
 
1.Ώρα 12 τη νύχτα
 
Το χαρτί, το τραπέζι, το χέρι μου.
Περιμένω. Όπου νάναι, θ΄ αρχίσουν να πέφτουν.
Η ψυχή μου, δεν είναι παρά
ένα σπήλαιο σιωπής, που απο πάνω του κρέμονται
αμέτρητοι
φωτεινοί σταλαχτίτες. Πόσοι αιώνες χρειαστήκαν
για να γίνουν δεν ξέρω – είναι τα ποιήματα
που έχω να γράψω.
Ξέρω πως όσα
είναι τα κύματα κι όσα τα αστέρια
είναι τα ποιήματα που έχω να γράψω.

 
2.Ολονυχτία
 
Δε με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάϊ σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυό φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.

 
3.Η αναμονή και το όνειρο
 
Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.

Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
ουρανού στο κεφάλι σου.

 
4.Ο πράσινος κήπος
 
Έχω τρείς κόσμους. Μιά θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρείς, να σας
έλεγα
που φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ο ουρανός υποψιάζομαι.Για τον πράσινο κήπο μου,
μη με ρωτήσετε.

 
5.Μάλωμα
 
Κοίταξέ με στα μάτια. Τί έκανες;
Ανεβαίνοντας πάνω στο λόφο που βλέπει
πέρα απ΄ τον άνεμο, άργησες.
Κλαίς;
Γιατί δε μιλάς;

Τι σούλεγε ο ήλιος;
 
6.Και φέυγοντας έρχεσαι
 
Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δε μπορούνε
να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ΄ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.

 
7.Χορικό
 
Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει.
Υπάρχουνε βάθη που δεν τ΄ ανιχνεύει
ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.
Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε.
Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες
να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνεν όλα
τα δέντρα του κόσμου.

 
Σημείωμα του συνθέτη

Ακούστε τα τραγούδια στην ιστοσελίδα του Γιώργου Καγιαλίκου, ΕΔΩ.