Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ο Θάνος Μικρούτσικος γράφει για τον Ναζίμ Χικμέτ


«Για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με το έργο του Χικμέτ ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1966. Φοιτητής στο Πανεπιστήμιο είχα γυρίσει το βράδυ στο σπίτι μου εξαντλημένος από μία διαδήλωση από τις πολλές που γίνονταν τότε καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας. Μας είχαν επιτεθεί οι ακροδεξιοί της ΕΚΟΦ με καδρόνια, σίδερα και ξύλα στα Προπύλαια με τη συμπαράσταση της αστυνομίας. Κάποιος αστυνομικός με έβαλε στο μάτι και άρχισε να με κυνηγάει. 

Μπροστά εγώ, πίσω αυτός περάσαμε την Ακαδημίας, στρίψαμε στην Πατησίων και μετά από 2 χιλιόμετρα στο ύψος της οδού Κεφαλληνίας με πλησίασε επικίνδυνα αλλά γλίστρησε και έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από διερχόμενους δημοκρατικούς πολίτες. Κατέληξα στο σπίτι μου στην Κυψέλη. Ψόφιος απ' την κούραση, έπεσα στο κρεβάτι για να κοιμηθώ. Πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο για να το ξεφυλλίσω και να κλείσουν τα μάτια μου. Ολη τη νύχτα διάβαζα. Με είχε συνταράξει. Ηταν "Οι Ρομαντικοί" του Ναζίμ Χικμέτ. Στις 7 το πρωί το είχα τελειώσει και από τότε παρέμεινα αιώνιος θαυμαστής του.



Το 1970, στην πιο σκληρή περίοδο της χούντας αρχίζω να μελοποιώ ποιήματά του. Τελείωσα σχεδόν αμέσως την "Πιο όμορφη θάλασσα", το "Αυτό είναι" και τη "Μαδρίτη" στη μετάφραση του Γιώργου Παπαλεονάρδου και συνέχισα με τις μεταφράσεις του Ρίτσου.

Τα τραγούδια μου στην ποίηση του Χικμέτ ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσουν στην περίοδο της δικτατορίας. Κομμουνιστής ποιητής, κομμουνιστής μεταφραστής, αναρχοκομμουνιστής ο νεαρός συνθέτης.

Ηρθε η μεταπολίτευση το καλοκαίρι του 1974. Ενα πρωί άρχισα να μελοποιώ το τελευταίο ποίημα του Ναζίμ που μέχρι τότε μου αντιστεκόταν. Ηταν το "Αν η μισή μου καρδιά". Και έφτιαξα την πιο ωραία μελωδία απ' όσα τραγούδια είχα συνθέσει μέχρι τότε. Απλή, κυκλική, άμεση. Ημουνα πολύ χαρούμενος, ευτυχισμένος θα έλεγα. Το απόγευμα πήρα το λεωφορείο για να πάω στο Σύνταγμα, τόπος συνάντησης όλων μας με καθημερινές συναυλίες, διαδηλώσεις και έντονες συζητήσεις.

Οταν πλησίασα ακούω ένα τραγούδι από μια άγνωστη σε μένα γυναικεία φωνή που με άλλη, πιο περίπλοκη μελωδία τραγουδούσε το "Αν η μισή μου καρδιά". Βιάστηκα να πάω στην εξέδρα και είδα όρθιο τον Μάνο Λοΐζο να διευθύνει το τραγούδι. Σοκαρίστηκα! Ο Μάνος - καλός μου φίλος - ήταν πολύ γνωστός συνθέτης και σίγουρα είχε προτεραιότητα στην έκδοση του τραγουδιού σε δίσκο. Σιχτίριζα την τύχη μου που ενώ είχα γράψει το πιο ωραίο μου τραγούδι έπεφτα πάνω στον Λοΐζο, που είχε όλες τις δυνατότητες στα χέρια του.

Πέρασαν κάμποσοι μήνες και ο Λοΐζος δεν εξέδιδε τον Χικμέτ. Η Μαρία Δημητριάδη με παρακάλεσε να κάνουμε ένα δίσκο 45 στροφών με το "Αν η μισή μου καρδιά" και το "Αυτό είναι". Οταν τελειώσαμε την ηχογράφηση πήγε τη δουλειά στον Αλέκο Πατσιφά, ο οποίος ενθουσιάστηκε και μου πρότεινε ένα μεγάλο ολοκληρωμένο δίσκο με τα τραγούδια του Χικμέτ αλλά και του Μπίρμαν, που είχα εν τω μεταξύ μελοποιήσει. Τα "Πολιτικά Τραγούδια" πήραν το δρόμο τους.

Λίγα χρόνια μετά η φιλία μου με τον Λοΐζο δυνάμωσε και οι συναντήσεις μας ήταν καθημερινές και πολύωρες. Μια μέρα μου εξομολογήθηκε ότι ήμουν η αιτία που δεν ξαναδούλεψε και δεν ολοκλήρωσε τη δουλειά του στον Χικμέτ. "Μπήκες στο μεδούλι του", μου είπε, "ενώ εγώ έμεινα στην αρχή της διαδρομής". Ο πιο σπουδαίος μελωδός της γενιάς μου ήταν γενναιόδωρος, χωρίς κόμπλεξ και μικροκακίες. Είναι, λοιπόν, χρέος μου να παρουσιάσω μερικά από τα τραγούδια του που επί της ουσίας μείνανε στο συρτάρι.

Τον Χικμέτ μπορείς να τον γνωρίσεις από τα τραγούδια του γιατί αν και το έργο του είναι απέραντο σε έκταση και ποικιλία - ποίηση, θέατρο, κοινωνικοπολιτικές μπροσούρες, άρθρα, δημοσιογραφία - πρώτα απ' όλα είναι το τραγούδι. Τραγούδι επικολυρικό σε μια κατευθείαν ανταπόκριση με τα γεγονότα της εποχής του.

Η ποίησή του είναι βαθιά λαϊκή όχι μόνο γιατί ακουμπάει τις λαϊκές πηγές, τις λαϊκές καλλιτεχνικές παραδόσεις αλλά γιατί ανανεώνει την παράδοση προτείνοντας καινούργια στοιχεία. Δεν είναι αντιγραφή και μίμηση της λαϊκής τέχνης αλλά συμπορεύεται με τις λαϊκές δυνάμεις, που τις εκφράζει δυναμικά και όχι στατικά με τυποποιημένες μορφές. Και ακριβώς γι' αυτό η Τέχνη του είναι πρωτοποριακή και μοντέρνα. Δεν παρακολουθεί το λαό - όπως αναφέρει ο Ρίτσος - σε μια σταματημένη ιστορική στιγμή αλλά στη διαρκή του κίνηση. Η ποίηση του Χικμέτ περιέχει ταυτοχρόνως και το ΟΛΟΝ και τον ΑΛΛΟ. Βαθιά κοινωνική, βαθιά ανθρώπινη, απέριττη και δίδαγμα ευθύνης του καλλιτέχνη μπροστά στην εποχή του και μπροστά στον κόσμο.

Και κάτι τελευταίο προσωπικό. Κάλεσαν την Μαρία Δημητριάδη κι εμένα στην Κωνσταντινούπολη το 1978 σε μια βραδιά αφιερωμένη στον Ναζίμ Χικμέτ για τα 15 χρόνια από το θάνατό του. Στο θέατρο "Ταξίμ" 8 χιλιάδες θεατές άρχισαν να τραγουδάνε στα ελληνικά το "Αν η μισή μου καρδιά". Ηταν η πιο συγκινητική στιγμή της ζωής μου που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Και αυτή η στιγμή, που για μένα κρατάει 37 χρόνια, αποδεικνύει ότι δεν γίνεται να μην έρθει κάποτε εκείνη η κοινωνία στην οποία ο Ποιητής θα ψαρεύει και ο Ψαράς θα γράφει ποιήματα. Στο χέρι μας είναι».

Θάνος Μικρούτσικος

(Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη συναυλία του Θ. Μικρούτσικου στην αίθουσα συνεδρίων του ΚΚΕ το Σάββατο 16 Μάη. Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη της  10/2/2015)

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ - ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ: Δύο ανέκδοτα ποιήματα από το αρχείο του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909 Ηπειρος - 1956 Αθήνα) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και πολυγραφότερους Ελληνες δημιουργούς. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη της λογοτεχνίας. Το έργο του, σημαντικό και πληθωρικό, παραμένει σε μεγάλο τμήμα του ανέκδοτο. Δύο ανέκδοτα ποιήματα από το αρχείο του παρουσιάζονται σήμερα. Αναφέρονται στην εργατική Πρωτομαγιά και στην εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. Το πρώτο γράφτηκε στις 30 Απρίλη του 1944, δηλαδή μια μέρα πριν απ' την εκτέλεση των διακοσίων, κι έχει τίτλο «Πρωτομαγιά». Το δεύτερο μια βδομάδα αργότερα, στις 7-5-1944, με τίτλο «Θυσιαστήριο». Είναι γραμμένα στην Ηπειρο, όπου ο Κοτζιούλας βρισκόταν με τους αντάρτες του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Το «Θυσιαστήριο» έχει μελοποιηθεί (όπως και άλλα 5 ποιήματα του Κοτζιούλα) από τον Αλέκο Ξένο, γνωστό συνθέτη - και της Εθνικής Αντίστασης. Τα παραθέτουμε κρατώντας την ορθογραφία του ποιητή:

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Χέρια ξαμώνουν αλύγιστα, μύριες φωνές στον αέρα,
τα πεζοδρόμια φλογίζουνται πάλι με ράντισμα αχνό,
πέφτουν, πεθαίνουν στυλώνοντας βλέμμα πυρό στην παντιέρα.
Βόγγοι, κατάρες, ανάθεμα φτάσαν ως τον ουρανό.
Α πούθ' αυτή η ανθρωποθάλασσα νάχει η βαρειά ξεκινήσει;
Ποιος θ' αντισκόψει τη φόρα σου κατεβασιά της οργής;
Ηρθε του χρόνου το πλήρωμα, ζύγωσ' η αλύπητη κρίση,
κι ω τέρας που μας δυνάστευες, στο αίμα σου πια θα πνιγείς.
Πούν' η δροσιά, η κοκινάδα σας κλώστρες, μοδίστρες, υφάντρες;
Ρέβουνε μέσα στις φάμπρικες κι οι καπνεργάτριες, αυτές
που τα σκυλιά τα λυσσάρικα σύραν αδέρφια τους, άντρες
μες σε κελλιά πεντασκότεινα, σ' αφορεσμένες αχτές.
Μα όσοι γλυτώσαν, απόμειναν, μ' ατσαλωμένη τη γνώμη,
τόσον καιρό που το θρέφανε το μίσος θέριεψε πια
και καταλύτες εγίνηκαν, ψηλά η γροθιά, οι οικοδόμοι
π' ως τώρα κοψομεσιάζονταν όλο σε ξένα γιαπιά.
Αλλοι που κοίτα! μουντζούρηδες βγήκαν από τα καζάνια
με μαυρισμένο το βλέμμα τους τραβούν κι αυτοί στη σειρά
κι έρχονται πίσω τους, έρχονται, πείνα κι ανέχεια κι ορφάνια,
χιλιάδες πλάσματα αγλύκαντα π' όλοι διψούν για χαρά.
Οσο κι αυτοί που δεν έβλεπαν ήλιο στης γης τα λαγούμια
πέταξαν σήμερα ομόγνωμοι σύνεργα π' άλλους πλουτούν,
να τους ιδεί απ' το μπαλκόνι του να σκάσει ο αφέντης, η μούμια,
με τις κοκόνες του που έγνια τους είχαν το πώς να σιαχτούν.
Πιότερο εγώ αναλογίζουμαι, πάνω κι απ' όλους κι απ' όλα,
τους προλετάριους τους άτρομους, την ψυχωμένη αργατιά,
που διόλου μη λογαριάζοντας των δήμιων τα πολυβόλα
βάδιζαν σα νεομάρτυρες ίσια και μες στη φωτιά.
Για το ψωμί τους παλεύοντας και για τα δίκια του εργάτη
πιάστηκαν, δάρθηκαν, έπαθαν από χαφιέδες φριχτούς/
κάθε γενίτσαρος άτιμος νόμο παράνομο εκράτει
κι οι πληρωμένοι θρασύδειλοι κράζαν τους ήρωες βαλτούς.
Ω Αθήνα, αρχή του κινήματος, Θεσσαλονίκη, Καβάλλα,
Σέρρες και Βόλος κι Αγρίνιο, Καισαριανή, Κοκκινιά,
σφηκοφωλιές, προμαχώνες μας, κάστρα μικρά και μεγάλα,
να τα πρωιμάδια του αγώνα μας, σύντροφοι, η πρώτη γενιά.
Τώρα που φούντωσαν, άστραψαν γλώσσες ολούθε φλογάτες
κι όλα τα σάπια απορίχνονται σ' ευλογητή πυρκαγιά,
το δάκρι, αδέρφια, στεγνώνοντας για τους νεαρούς πρωτοστάτες απ' άκρη σ' άκρη ας γιορτάσουμε δική μας Πρωτομαγιά.

ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ

Κάθε σου πέτρα και βωμός.
Κάθε σου χούφτα χώμα
ποτίστηκε αίμα ελληνικό.
Χρόνια και χρόνια στεναγμός
θα φτερουγίζει ακόμα
στο χώρο σου το φτωχικό.
Χρόνια και χρόνια οι ψυχές
θα τριγυρνούν στον τόπο
π' άφησαν σφριγηλά κορμιά.
Κι όμως δε θα 'ναι μοναχές!
Χίλιες ευχές ανθρώπων
θα υψώνονται για κάθε μια.

Η «Πρωτομαγιά», γραμμένη σε δέκα στροφές, αποτελεί έναν ύμνο στην ελληνική εργατική Πρωτομαγιά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ως ποιητικό μέτρο το δακτυλικό εξάμετρο. Η επιλογή αυτή ίσως να μην είναι τυχαία, αφού πρόκειται για το μέτρο των ομηρικών επών και ύμνων. Επος και ύμνο της εργατιάς στιχουργεί κι ο Κοτζιούλας. Εξάλλου, αυτός ο ρυθμός (-υυ, -υυ, -υυ κλπ.) τού επιτρέπει να δώσει στο ποίημα εύρος, ταχύτητα κι ορμή, που ταιριάζουν στο θέμα του: τη δυναμική κίνηση των διαδηλωτών. Οι εναλλασσόμενοι δεκαεξασύλλαβοι και δεκαεφτασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι ενισχύουν την ένταση και την αρμονία του τραγουδιού. Θεματικά το ποίημα χωρίζεται σε τρία μέρη: παραστατική εικόνα της εργατικής πρωτομαγιάτικης διαδήλωσης (στροφές 1-6), αδρή αλλά εμφαντική αναφορά στο εργατικό κίνημα (στροφές 7-9) κι επιστροφή στο χρέος του παρόντος (στροφή 10).

Ο ποιητής ξεκινά απ' τη μέση των πραγμάτων, τη διαδήλωση στο κορύφωμά της: τα χέρια τεντωμένα («ξαμώνουν») με οργή προς το δυνάστη, οι βόγκοι κι οι κραυγές των εργατών στους δρόμους, οι πρώτοι νεκροί και τ' ανάθεμα. Ακολουθεί η «ανθρωποκατεβασιά» που θα παρασύρει στο διάβα της κάθε δυνάστη. Με ρητορικές ερωτήσεις και μ' έναν υποθετικό διάλογο, τόσο με το πλήθος όσο και με τον αναγνώστη, ο ποιητής σκιτσάρει την κοινωνική ανθρωπογραφία: κλώστρες, μοδίστρες, υφάντρες, καπνεργάτριες, σύζυγοι, αδέρφια, φυλακισμένοι, εξόριστοι, θερμαστές κι οικοδόμοι, ο αδικημένος και καταπιεσμένος λαός, στο δρόμο για να «σπάσει το χαλκά», απέναντι στον εκμεταλλευτή του, που παριστάνεται σχηματικά μαζί με τις «μυρωδάτες κυρίες» του.

Με το ρήμα «αναλογίζουμαι» γίνεται η μετατόπιση στην ιστορική αναφορά: πάνω απ' όλους οι προλετάριοι, πρωτοστάτες με τις θυσίες τους, όπως έγινε το Μάη του 1936, κατόπι η περιγραφή του κατατρεγμού τους κι η κατασυκοφάντηση του εργατικού κινήματος και τέλος το σφυρηλάτημα της εργατικής πάλης στις πρωτοπόρες εργατουπόλεις της πατρίδας μας.
Η επαναφορά στο παρόν - το δικό του παρόν του 1944 - αλλά και στο διηνεκές γίνεται με μια προτροπή: τιμή στους νεκρούς και συνέχιση του αγώνα.

Παρόλο που το ποίημα είναι γραμμένο το 1944, μέσα στην κατοχή του ξένου δυνάστη και μετά από τη δικτατορία του Μεταξά, παραμένει επίκαιρο, γιατί συναιρούνται, συγχωνεύονται σ' αυτό όλα τα πάθη, οι αγώνες κι οι προσδοκίες των εργατικών και λαϊκών κινημάτων σε κάθε ιστορική στιγμή. Δεν είναι έπος μνημοσύνης αλλά παιάνας εγερτήριος. Είναι ο ελληνικός ύμνος της εργατικής Πρωτομαγιάς.

Στο επόμενο ποίημα, το «Θυσιαστήριο», ο Κοτζιούλας από ραψωδός - υμνητής μεταβάλλεται σε προσκυνητή - υμνωδό. Μαχόμενος με τους άλλους στα Τζουμέρκα τον καταχτητή, πληροφορείται την εκτέλεση των διακοσίων. Χρησιμοποιεί τον τίτλο - όρο «Θυσιαστήριο» παρομοιώνοντας το «Σκοπευτήριο» και τους εκτελεσμένους με βωμό αρχαίων θυσιών, που ποτίζεται με το αίμα αθώων και ιερών αμνών. Στέκεται με δέος στην ιερότητα του χώρου και των νεκρών. Το φτερούγισμα των ψυχών ολόγυρα υποβάλλει αυτή τη μυστηριακή επικοινωνία με τους ζωντανούς. Αυτές οι ψυχές είναι που δεν αφήνουν το χώρο να νεκρώσει και τη μνήμη να ατονήσει, να σβηστεί. Οι ευχές - υποσχέσεις των μελλούμενων γενιών για συνέχιση των αγώνων και των θυσιών των ηρώων θα είναι πολλαπλάσιες. «Θυσιαστήριο», για τον Κοτζιούλα, δεν είναι μόνο το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, αλλά και κάθε τόπος, όπου πατριώτες έπεσαν για τις ιδέες τους.

Ο Κοτζιούλας παραμένει επίκαιρος και προφητικός ποιητής:

«Σύρματα αγκαθερά
μπηγμένα μια φορά
μένουν ακόμα.
Δεν άλλαξε παρά
τυράννων η φρουρά
σ' αυτό το χώμα».

(«Συρματοπλέγματα», 1947 - μελοποίηση Α. Ξένου)

Κ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Ω, κόκκινη σημαία μας!


Ω, κόκκινη σημαία μας!
χρώμα αγάπης και τιμής
πόσες φορές εσκέπασες
τους μάρτυρές μας καταγής.

Μας ενθυμίζεις νίκες μας
αγώνες και καταδρομές
κι ανάβεις μες στα στήθια μας
λαμπρές ελπίδες φλογερές…

Κι αν πέσω θύμα φασιστών
μ’ αυτή σκεπάστε με νεκρό
ψηλά κρατάτε σύντροφοι
το λάβαρο το ερυθρό.

[«Το αντάρτικο και το επαναστατικό τραγούδι», εκδόσεις ΜΝΗΜΗ]

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Γ. Ρίτσος – Θ. Κορνάρος, Ένα ποίημα και ένα γράμμα από την εξορία



ΚΟΥΜΠΑΡΕ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ

                                                               Στον Θέμο ΚΟΡΝΑΡΟ
Κουμπάρε,
σου γράφω σ' ένα φαρδύ πλατανόφυλλο της Κρήτης,
ζωγραφίζω με γαλάζιο και κόκκινο το θυμό και το έλεος των χεριών σου
πάνω στα πήλινα κανάτια που ανασαίνουν στα παράθυρα των χωριατόσπιτων.
Όλοι ρωτάνε για σένα, κουμπάρε.
Οι ελιές ανθίζουν και σε χαιρετάνε.
Οι πορτοκαλιές φυλάνε τα πιο καλά φεγγάρια τους να φέγγουνε τη θύμησή σου.
Όλος ο λαός κρατάει μ' ευλάβεια μες στα δυο φύλλα της καρδιάς του το όνομα σου
όπως εσύ κρατάς στα δυνατά σου χέρια το Ευαγγέλιο τις Πατρίδας.
Μη μας συνεριστείς, κουμπάρε, που δε σου γράφουμε συχνά.
Εσύ ξέρεις τη σωστή ηλικία των αισθημάτων μας. Δύσκολες μέρες περνάμε.
Πολύ θα το ' θελα να σεργιανούσαμε μαζί την έναστρη ποίηση
μ' ένα μαντιλάκι ειρήνη στην τσέπη μας για να σκουπίζουμε τα μέτωπά μας
που ιδρώνουν στοχασμό και θαυμασμό στο καλοκαίρι της αδελφοσύνης μας.
Πολύ θα το' θελα να σεργιανάμε λεύτεροι τον κόσμο
χωρίς να γδέρνονται τα γόνατά μας στα συρματοπλέγματα
χωρίς να σκοντάφτουμε στα πεσμένα δοκάρια των ίσκιων.
Κουμπάρε των βουνών και των πουλιών και των απλών ανθρώπων,
τα χρόνια σου περνάνε από διωγμό σε διωγμό
απ' το Χαϊδάρι στα μπουντρούμια του Μεσολογγιού
απ' τη Μακρόνησο στον Άη - Στράτη
δίπλα στο θάνατο με μια μπουκιά χαμόγελο στο στόμα σου
με δυο αστραπές απόφαση στη νύχτα των ματιών σου.
Πολλά αντίσκηνα τρύπησαν απ' τις βροχές και τους ήλιους
πολλές ψυχές τρύπησαν απ' τις σφαίρες
πολλές στέγες γκρεμίστηκαν στη λύπη.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Για το κάθαρμα ή… Περί σκουπιδιών (Βλ. Μαγιακόφσκι)


Στις 14 Απρίλη του 1930 έβαλε τέλος στη ζωή του ο μεγάλος Σοβιετικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και λογοτέχνης Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι. Άνθρωπος της δράσης, ανυπόταχτος και παθιασμένος υπερασπιστής της επανάστασης και των οραμάτων του φωτεινού μέλλοντος, πολέμησε με ολιγωρίες και αδυναμίες ασκώντας κριτική και με το έργο του χτύπησε ό,τι επέμενε να κρατά τον άνθρωπο δεμένο με το παλιό. Έζησε μια σύντομη μα γεμάτη ζωή και άφησε έργο πλούσιο και ζωντανό, παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές.

Παραθέτουμε κατά χρονολογική σειρά όπως δημοσιεύτηκαν, δυο μεταφράσεις του ίδιου ποιήματος που έγραψε ο Μαγιακόφσκι την άνοιξη του 1921.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ  
(Μετάφραση Χρήστος Τρικαλινός)

Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!

Όμως,
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.


Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστισμός.


(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).


Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,
γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.


Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που απ’ το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!»
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται.
Και κάτω από την οροφούλα
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.


Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!»


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
[Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ», αρ.τ. 36-38, Οκτ./Δεκ. 1986]


magiak2

ΠΕΡΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ  
(Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος)

Δόξα, δόξα, δόξα στους ήρωες!!!

Εδώ που τα λέμε
αρκετά τους τιμήσαμε.
Ας πούμε
τώρα
και κάτι περί σκουπιδιών.


Πάνε, περάσανε των επαναστάσεων οι μπόρες.
Μούχλες πετάει ο σοβιετικός αναβρασμός.
Πίσω από τις πλάτες της Ερ-Εσ-Εφε-Σερ*
πάνω-πάνω βγήκε
του μικροαστού n μούρη


(Όχι, μην το πάρετ’ έτσι –
με την τάξη δεν τα έχω των μικρών αστών.
Σ’ αυτούς
δίχως διάκριση τάξεις, στρώματα
«Εύγε!» απ’ όλα τα στόματα.)


Στης Ρωσίας τις απέραντες εκτάσεις
απ’ τη μέρα που η σοβιετική
γεννήθηκε υφήλιος
βγήκανε στους δρόμους
κι αλλάζοντας ενδύματα
σ’ όλα μέσα χώθηκαν τα ιδρύματα.
Πέντε χρόνια στην καρέκλα ρόζους βγάλανε
τα πισινά τους,
βασταγερά σαν τις λεκάνες του νιφτήρα
ζουν ως τα σήμερα και βασιλεύουν.
Μουλωχτοί σαν το νερό
ζεστούτσικες χτίσανε φωλιές
σε γραφεία σε κρεβατοκάμαρες.


Το βράδυ
τούτος ή ο άλλος τενεκές
έφαγ’ ήπιε
την κυρά του τώρα κάθεται και καμαρώνει
στο πιάνο να γυμνάζεται.
Μια λιγούρα
του “φερε το σαμοβάρι:
«Συντρόφισσα Νάντια!
Τώρα με την ευκαιρία των γιορτώνε
αυξήσεις πρέπει να μας κάμουνε στα μιστά
χιλιαδούλες
κάπου 24
η δική μου αναλογία.
Εχ!
Περισκελίδες απωανατολίτικες
θα πάω ν’ αγοράσω
έτσι που μέσ’ από το παντελόνι
σπόγγος να φαίνομαι
από κοράλλι».
Η Νάντια:
«Κι ένα φόρεμα για μένα
με τα εμβλήματα απάνω σταμπωμένα.
Χωρίς δρεπάνι και χωρίς σφυρί
στον κόσμο πώς κανείς να παρουσιαστεί;
Απόψε κιόλας
να βγω με τι
στον μπάλο που οργανώνει η Επαναστατική
Επιτροπή!»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Κάδρο άλικο.
Στο φύλλο πάνω της «Ιζβέστια»
ένα γατσούλι ζεσταίνεται
κι από το ταβάνι ψηλά
στα μεράκια της η καναρίνα
τσιρίζει.
Από τον τοίχο του κοιτάει και κοιτάει ο Μαρξ…
Ώσπου το στόμα του
ανοίγει ξαφνικά
και μπήγει τις φωνές:
«Τυλίξανε την επανάσταση στων μικροαστών τα
δίχτυα
Χειρότερος κι από τον Βράνγκελ ο μικροαστός.
Εμπρός,
τα καναρινάκια ευθύς στραμπουλήχτε,
των καναρινιών
να μην πέσει θύμα ο κομμουνισμός».


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

*Τα αρχικά του ρωσικού σοβιετικού κράτους.

[Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2011]

Πρώτη δημοσίευση ανάρτησης 14/4/2015 στο Ατέχνως

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Ένα ποίημα του Ερνστ Σουμάχερ για τον Νίκο Μπελογιάννη


Ο Ερνστ Σουμάχερ (1921-2012) γεννήθηκε στη Βαυαρία. Υπήρξε καθηγητής της Θεατρολογίας  στο πανεπιστήμιο Χούμπολτ (Βερολίνο) της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (πρώην Ανατολική Γερμανία). Θεωρείται ο σημαντικότερος μαρξιστής μελετητής του Μπρεχτ. Η βιογραφία του για τον Μπρεχτ αποτελεί βασικό βοήθημα κάθε ερευνητή. Υπήρξε μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου της ΓΛΔ. Έγραψε πέρα από πολυάριθμες μελέτες και δοκίμια, μια σειρά από αφηγήματα, ποιήματα και θεατρικά έργα. Το ποίημά του «Μπελογιάννης» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πολιτιστική» (αρ.τ. 21) τον Ιούλη του 1985.

Μπελογιάννης (1952)

Όταν ο Δίας στη Δήμητρα δίνει
ό,τι η καρδιά και ο κόλπος της κλει
σένα σε τρύπησαν οι μαύρες σφαίρες·
σταμάτα, καρδιά μου, και γνώρισε:
ανθεί η Περσεφόνη!

Σκύψε μονάχος, ω Άδη, στη θολή σου σπηλιά
και τρόμαξε: να, ο Ήφαιστος, ο κόκκινος, άναψε!
Με σφυρί και δρεπάνι σου στέκει φρουρός.
Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Κι όμως
ανθεί η Περσεφόνη!

Χοροπήδησε, ω Κύκλωπα, στη χώρα της Ηπείρου
τόσο που οι έγκυες να χάσουν τον καρπό της κοιλιάς τους·
με γροθιά ματωμένη γράφεις στον τοίχο
Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός, κι όμως
ανθεί η Περσεφόνη!

Η δρυς της Δωδώνης θροΐζει στον άνεμο,
το αίμα του νεκρού γίνεται ανθός.
Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός, για να ζήσει
αύριο ειρηνικά το λιοντάρι δίπλα στο αρνί, για να
ανθεί η Περσεφόνη!

Κι όπως στ’ αρχαία τα χρόνια, θροΐζουν στον άνεμο
τα περιστέρια από κορφή σε κορφή, αναγγέλλοντας:
Τολμήστε, τολμήστε και σεις, μιμηθείτε το θάρρος του
για ν’ ανθεί η περσεφόνη!

Ernst Schumacher

(Μετάφραση: Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος)

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

«Η ζωή μου όλη»…


Μάρτης 1990. Στο στούντιο του 2ου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ο Στέλιος Καζαντζίδης φιλοξενούμενος του αξέχαστου Πάνου Γεραμάνη σε μια συνέντευξη που μεταδόθηκε σε 10 εκπομπές, εγκαινιάζοντας τη θρυλική εκπομπή του Πάνου «Λαϊκοί Βάρδοι». Η συνέντευξη φτάνει στο τέλος, και ο Πάνος ρωτά τον Στέλιο:

«ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ: (…) θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου τραγούδι και ποιο αφιερώνεις αυτή τη στιγμή, στο κλείσιμο της σειράς αυτών των εκπομπών (…) Και να αφιερώσεις δυο απ’ τα τραγούδια σου στα εκατομμύρια των θαυμαστών σου και των ακροατών μας.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ: Ε, αυτό, Παναγιώτη, είναι γνωστό, το ’χω πει εκατοντάδες φορές και θα το ξαναπώ. «Η ζωή μου όλη» είναι το τραγούδι που αγάπησα περισσότερο. Του Άκη Πάνου. Αυτού του μεγάλου συνθέτη. Στον οποίο εύχομαι να μην παραδώσει και αυτός τα όπλα όπως εγώ, κι αν μπορεί να συνεχίσει.
Π.Γ.: Κι ένα άλλο τραγούδι σου;
Σ.Κ.: Όλα τ’ άλλα μαζί κάνουν το τραγούδι αυτό…»

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ
(Στίχοι-μουσική: ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ)

Η ζωή μου όλη είναι μια ευθύνη
όλα μου τα παίρνει τίποτα δε δίνει
η ζωή μου όλη είναι ένα καμίνι
που 'χω πέσει μέσα και με σιγοψήνει

Η ζωή μου όλη μια ανοησία
κι η μοναδική μου η περιουσία
η ζωή μου όλη είναι μια θυσία
που σκοπό δεν έχει ούτε σημασία

Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο
που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω
κι όταν γίνει η γόπα κέρασμα στο χάρο
όταν έρθει η ώρα και τόνε τρακάρω


―Απόσπασμα συνέντευξης: Από το βιβλίο του Βασίλη Καρδάση «ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ, σε δρόμους λαϊκούς», εκδόσεις Άγκυρα, 2010.

―Φωτογραφία (Τ. Πανανανίδη): Ο Άκης Πάνου με το Στέλιο Καζαντζίδη (λεπτομέρεια). Από το βιβλίο-λεύκωμα του Πάνου Γεραμάνη «ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ, όταν η φωνή φτάνει το θρύλο», εκδόσεις Άγκυρα, 2001.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

«Νύχτωσε και στο Γεντί το σκοτάδι είναι βαθύ…»


«Ήταν λίγο μετά τη γερμανική κατοχή. Τότε που οι διώξεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπίσεις των αριστερών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήμουν τότε στη Θεσσαλονίκη. Και ένα σούρουπο βλέπω στα κάστρα του Γεντί Κουλέ μερικές σιλουέτες κρατουμένων… Αυτό ήταν! Έτσι γράφτηκε το "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι". Όμως οι στίχοι ήταν διαφορετικοί από αυτούς που ξέρουμε τώρα. Λέγανε: "Νύχτωσε και στο Γεντί το σκοτάδι είναι βαθύ… άραγε τι περιμένει όλη νύχτα ως το πρωί, στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί…" και όχι το "κερί" όπως το έβαλε η λογοκρισία. Και παρακάτω: "Πόρτα ανοίγει, πόρτα κλείνει μα διπλό είναι το κλειδί τι έχει κάνει και το ρίξαν το παιδί στη φυλακή;" Γιατί βέβαια τότε μόνο οι αριστεροί γέμιζαν τα κελιά των φυλακών.

Μ' αυτούς τους τρόπους περνάγαμε τότε τα τραγούδια μας. Ακόμα και πολλά τραγούδια που με την πρώτη ματιά φαίνονται ερωτηματικά, κατά βάθος εκφράζουν βαθύτερα κοινωνικά νοήματα…».(1)

Ο Απόστολος Καλδάρας, όταν τον ρωτούσαν ποιο τραγούδι ξεχωρίζει από όλα τα «παιδιά» του, αναφερόταν πάντα με συγκίνηση στο "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι".

«Αυτό το αγαπώ γιατί είναι ζωντανό. Δε μου έδωσε κάποιος το στίχο, να βάλω τη μελωδία εγώ. Το έζησα, τότε με τις συλλήψεις του 1945, μετά τους Γερμανούς, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος. (…) Θέλω να πω ότι αυτό το τραγούδι το αγαπώ πολύ, γιατί είναι ζωντανό για μένα».(2)

 
ΝΥΧΤΩΣΕ ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ (1948)

(Νύχτωσε και στο Γεντί)
Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
το σκοτάδι είναι βαθύ
κι όμως ένα παλληκάρι
δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει
απ’ το βράδυ ως το πρωί
στο στενό το παραθύρι
(που φωτίζει το κελί)
που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει
(μα διπλό είναι το κλειδί
τι έχει κάνει και το ρίξαν
το παιδί στη φυλακή;)
με βαρύ αναστεναγμό
ας μπορούσα να μαντέψω
της καρδιάς του τον καημό

(Σε παρένθεση οι στίχοι πριν λογοκριθούν).

Κορυφαία μορφή του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, ο μουσικοσυνθέτης και στιχουργός Απόστολος Καλδάρας γεννήθηκε στις 7 Απρίλη του 1922 και έφυγε από τη ζωή στις 8 του ίδιου μήνα του 1990. Τα τραγούδια του ξεχωρίζουν για την αυθεντικότητά τους και την αμεσότητα με την οποία αγγίζουν τις ψυχές των λαϊκών ανθρώπων μέχρι τις μέρες μας. Ο ίδιος εξάλλου συνήθιζε να λέει: «Όσο υπάρχει λαός θα υπάρχει λαϊκό τραγούδι. Το στίχο που έχει το λαϊκό τραγούδι δεν θα το βρείτε πουθενά».(3)

Ο με έντιμη, περήφανη διαδρομή και αγωνιστική δράση σπουδαίος δημιουργός ξεχώριζε ένα ακόμα από τα τραγούδια του: «Ένα αυτό ("Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι") και ένα το "Σ' ένα βράχο φαγωμένο/ από κύμα αγριωπό". Έχω και άλλα τραγούδια που αγαπώ, αλλά αυτά τα δυο τα ξεχωρίζω, λόγω αναμνήσεων».(4)

«Θυμάμαι τώρα που είχα πάρει συγχαρητήρια από το μεγάλο δάσκαλο τον Κ. Βάρναλη, και είναι τιμή αυτό για μένα, για το τραγούδι μου "Σε ένα βράχο φαγωμένο": "Σ' ένα βράχο φαγωμένο από κύμα αγριωπό ένα σούρουπο είχα κάτσει λίγο να ξεκουραστώ…" Και εδώ ο τελευταίος στίχος έλεγε "Έτσι μ' έχει καταντήσει των ανθρώπων η οργή" και όχι "μιας γυναίκας η οργή" που το ξέρετε σήμερα. Ο κόσμος όμως το τραγουδούσε στην αρχική του μορφή και έτσι διασώθηκε ο στίχος μέχρι σήμερα…».(5)


Σ’ ΕΝΑ ΒΡΑΧΟ ΦΑΓΩΜΕΝΟ (1948)

Σ' ένα βράχο φαγωμένο
από κύμα αγριωπό
ένα σούρουπο είχα κάτσει
(λίγο να ξεκουραστώ)
λίγο να συλλογιστώ.

Κάθε βήμα στη ζωή μου
είναι πόνος και συμφορά,
θέλω ο δόλιος να πετάξω
μα δεν έχω τα φτερά.

Έτσι μ' έχει καταντήσει
(των ανθρώπων η οργή)
μιας γυναίκας η οργή,
στρώμα να 'χω τα χορτάρια
και προσκέφαλο τη γη.

(Σε παρένθεση οι στίχοι πριν λογοκριθούν).

Σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε το 1986,(6) βλέποντας προς τα που πήγαινε η κατάσταση, ο Απόστολος Καλδάρας θα προβλέψει:

«Εύχομαι να διαψευστώ αλλά φοβάμαι ότι θα φτάσει μια μέρα που το Ελληνόπουλο θα ακούει ξένο τραγούδι που θα του σερβίρουν οι αμερικάνικες εταιρίες και θα το νομίζει ελληνικό… Πρέπει η νεολαία να διαμορφώσει μια άλλη σχέση με το λαϊκό τραγούδι. Να γνωρίσει τους δημιουργούς. Είναι αξιέπαινη κάθε προσπάθεια που συμβάλλει σ' αυτή την κατεύθυνση… Όταν η πολιτεία αφήνει από το πρωί μέχρι το βράδυ να ακούγονται από το ράδιο και την τηλεόραση όλα αυτά τα ξενόφερτα και από την άλλη πλευρά τα "καψουροτράγουδα" τι περιμένεις;…».

Ο αναγνώστης είναι αυτός που θα απαντήσει αν η παραπάνω πρόβλεψη βγήκε αληθινή…

[1,3,5,6: «Για το κοινωνικό λαϊκό τραγούδι», έκδοση του 12ου Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, Αθήνα 1986
2,4: Από αφιέρωμα της Σοφίας Αδαμίδου στο Ριζοσπάστη, 18/4/2010]

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ένα ποίημα για τον Γιάννη Ζέβγο

Γιάννης Ζέβγος
(Σκίτσο του Τ.Α.Φ. στην πρώτη σελίδα
του Ρίζου της Δευτέρας – 24/3/1947)

Γιάννης Ζέβγος

Ακόμα εν’ άστρο κύλησε
να πάει να βρει τον ήλιο!

Κι ένας αητός απ’ το Μωριά,
κι ένας αητός λεβέντης

ανέβηκε στα σύγνεφα
για να το μολογήσει.

―Χάιντε λεβέντες μου, καρδιά,
να φέρουμε τον ήλιο.

Κι ο σπόρος τούτος πώπεσε
γερό καρπό θα δέσει.

Και θα φυτρώσει πλατανιά
και θα λαλήσει ανάβρα.

Κι όντας χαράξ’ η Ανατολή
κι όντας ανθίσει ο ήλιος,

θάρχουνται κόρες για νερό,
λεβέντες για τραγούδια,

θάρχουνται γεροσύντροφοι
ν’ ανιστοράν τις μάχες.

Χάιντε, λεβέντες μου, καρδιά
να φέρουμε τον ήλιο.

Τη στράτα του τη φώτισε
κει πώπεσε τ’ αστέρι.

―Πέρα πάνου απ’ τον Όλυμπο
φεγγοβολούν οι τόποι.

Κι ένα αστέρ’ ήρθε και κύλησε
μες στην καρδιά σου Ελλάδα!

Ν. ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ


(«ΡΙΖΟΣ της Δευτέρας», 24/3/1947)


Ο δάσκαλος Γιάννης Ταλαγάνης – Ζέβγος ήταν μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και ηγετικό στέλέχος του ΕΑΜ. Φωτισμένος επαναστάτης, κοφτερό μυαλό με σημαντικό συγγραφικό έργο σε μελέτες και πλούσια αρθρογραφία πάνω σε φιλοσοφικά, ιστορικά και ιδεολογικοπολιτικά ζητήματα. Δολοφονήθηκε στις 20 Μάρτη του 1947 στη Θεσσαλονίκη από το παρακράτος της «μετα-Βάρκιζας» εποχής. Η δολοφονία του δεν ήταν «τυχαία», ούτε «ξεκαθάρισμα λογαριασμών στους κόλπους της Αριστεράς», όπως ισχυρίστηκαν οι τότε κονδυλοφόροι της Δεξιάς. Ούτε η επιλογή του προσώπου ήταν τυχαία…

Περισσότερα για τον Γιάννη Ζέβγο

1) Η δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου ήταν μια εκδήλωση μίσους της αστικής τάξης απέναντι στην κομμουνιστική προσωπικότητα και συνείδηση:

2) 68 χρόνια από τη δολοφονία του Γιάννη Ζεβγου:

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Ναζίμ Χικμέτ, Ο άνθρωπος με το γαρούφαλο


Έχω απάνω στό τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με το άσπρο γαρούφαλο—
που τον ντουφέκισαν
στό μισοσκόταδο
πριν απ’ την αυγή,
κάτω απ, το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατάει ένα γαρούφαλο
πούναι σα μια φούχτα φως
απ’ την ελληνική θάλασσα.
Τα μάτια του τα τολμηρά,
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ’ τα βαριά μαύρα τους φρύδια.
Έτσι άδολα—
όπως ανεβαίνει τό τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα—
ο Μπελογιάννης γελά.

Και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πούπε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς—
τη μέρα της ντροπής.
Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ’ απ’ την καταδίκη σε θάνατο.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σοβιετική Γυναίκα” τον  Απρίλη του 1952)

Από το βιβλίο «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, ποιήματα» (δεν αναφέρεται ποιος έκανε τη μετάφραση), εκδόσεις ΜΟΣΧΟΣ («Ανατύπωση από την Ελληνική έκδοση που έγινε στις Λαϊκές Δημοκρατίες»).

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

"Αχ βρε Νικόλα"... Το (άγνωστο) τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα για τον Νικόλα Άσιμο



Το τελευταίο τραγούδι του ο Πάνος Τζαβέλλας το έγραψε για τον Νικόλα Άσιμο. Δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε δίσκο. Διασώθηκε χάρη σε ερασιτεχνική ηχογράφηση.


Σε χάσαν τα Εξάρχεια
Τα στέκια τα γνωστά
Οι στράτες του Διαβόλου
Οι Ανάρχες τα φρικιά
Σαλπάρισες στον Άδη
Τι να’κανες στη γη
Αφού σ είχαν σκοτώσει
Πριν να τους φτύσεις τη ζωή
Αχ βρε Νικόλα, η επανάσταση
Δεν είναι άρπα κόλλα
Ούτε αγανάκτηση, τυφλή οργή

Μόνος οδοιπορούσες
Στις στράτες του ντουνιά
Και ποιος τον πόνο σου να νιώσει
Κι αγάπης λόγια να σου πει
Κρατούσες την ουσία
Οι αστοί την μοναξιά
Εσύ ονειρευόσουν
Αυτοί κάνουν λεφτά
Αχ βρε Νικόλα, με την ανάσταση
Που παίζουν οι θεοί μας
Μένουν αθάνατοι και κυβερνούν

Τον έγραψες τον κόσμο
Πέρασες τη θηλιά
Κι άστραψε η αλήθεια
Πεφτάστρι στη νυχτιά
Δεν είναι πια οι μπόμπες
Μα η σκέψη το σπαθί
Που σφάζει εξουσίες
Μας πάει για την κορφή
Αχ βρε Νικόλα, η επανάσταση
Δεν είναι μια αγχόνη
Μα αιώνια Ανάσταση
Είναι το Παν.

Πάνος Τζαβέλλας

Για το πώς διασώθηκε το τραγούδι, και ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Πάνο Τζαβέλλα και τον Νικόλα Άσιμο, μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

«Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει ν’ αλλάζεις το πετσί σου, γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι»…


ΑΝΤΙΤΙΜΟ

Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
ν’ αλλάζεις το πετσί σου,
γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΛΕΣ…

Η Ελλάδα, που λες, δεν είναι μόνο πληγή.
Στην μπόσικη ώρα καφές με καϊμάκι,
ραδιόφωνα και Τι-Βι στις βεράντες,
μπρούντζινο χρώμα, μπρούντζινο σώμα,
μπρούντζινο πώμα η Ελλάδα στα χείλη μου.
Στις μάντρες η ψαρόκολλα του ήλιου
πιάνει σαν έντομα τα μάτια.
Πίσω απ' τις μάντρες τα ξεκοιλιασμένα σπίτια,
γήπεδα, φυλακές, νοσοκομεία,
άνθρωποι του Θεού και ρόπτρα του Διαβόλου,
κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι
κρασάκι της Αράχωβας στυφό.

Εδώ κοιμήθηκαν παλικαράδες
με το ντουφέκι στο 'να τους πλευρό,
με τα ξυπόλητα παιδιά στον ύπνο τους.
Τσεμπέρια καλοτάξιδα περνούσαν κι έφευγαν,
κιλίμια και βελέντζες της νεροτρουβιάς.
Τώρα γαρμπίλι κι άρβυλα
σε τούτο το εκκοκκιστήριο των βράχων
κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι
κρασάκι της Αράχωβας στυφό.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ


Ακάθιστος Δείπνος, 1978

[Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα 1978-2012, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013]

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Πού πήγαν οι ήρωες των παιδικών βιβλίων;

Ο Πινόκιο (εικ. Susanna Campillo)
Κάποτε, πολύ παλιά (πριν από είκοσι - τριάντα χρόνια!...), τα βιβλία ήταν οι πιο πιστοί κι αγαπητοί σύντροφοι της παιδικής ηλικίας, μετά το παιχνίδι φυσικά. Μέσ' από τα βιβλία, τα παιδιά μυούνταν στα μυστήρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας μ' έναν τρόπο συναρπαστικό. Ανακάλυπταν τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις του κόσμου των ενηλίκων από έναν δρόμο προσιτό. Οδηγούνταν στο σχηματισμό συνειρμών, συλλογισμών και κρίσεων με ερέθισμα έναν λόγο μεστό. Οι Ηρωες των βιβλίων μπορούσαν να γίνουν για τους αναγνώστες σύντροφοι ολόκληρης ζωής. Βαθιά χαραγμένοι στις ψυχές, όταν αυτές ήταν ακόμα ολάνοιχτες, οι χάρτινοι ήρωες αναδύονταν από τα κατάβαθα της σκέψης, για να παρηγορήσουν, να εμπνεύσουν, να εμψυχώσουν αυτούς που, σαν παιδιά, μοιράστηκαν μαζί τους δοκιμασίες, επιτυχίες και περιπέτειες.

Τα τελευταία χρόνια οι χάρτινοι ήρωες σωπαίνουν. Ηχοι πιο δυνατοί από το γύρισμα των φύλλων, και επιφάνειες πιο λαμπερές από το λευκό των σελίδων, τους απωθούν στο σκοτάδι.

- Η αληθοφάνεια των τηλεοπτικών αφηγήσεων συνηθίζει τους νεαρούς τηλεθεατές σε μια πλαστή αλήθεια, σε μια επίφαση ρεαλισμού που φαντάζει εξαιρετικά έγκυρος. Αντίθετα, η αλήθεια που επιδέξια κρύβεται στον πυρήνα της λογοτεχνίας, εγκαταλείπεται ανεκμετάλλευτη στο έρημο χρυσωρυχείο της.

- Η αίσθηση της παντοδυναμίας που παρέχεται από τα πλήκτρα και τα κουμπιά της σύγχρονης τεχνολογίας, η αίσθηση της παντογνωσίας που διαχέεται από τον καταιγισμό των πληροφοριών, δημιουργούν μια μέθη αυτάρκειας, τη στιγμή που το διάβασμα γεννάει συνεχώς αμφιβολίες και, αντί για ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις, προσφέρει πολυδαίδαλες διαδρομές.

- Εξάλλου, η ανάγνωση, που έτσι κι αλλιώς είναι πολύπλοκη εξερεύνηση, φαίνεται κουραστική σ' ένα κοινό που ζει μέσα στη βιασύνη, κάτω από την πίεση της χρησιμοθηρίας, παραπατώντας στην έξαψη των βίαιων ρυθμών. Η αποκρυπτογράφηση των τυπογραφικών συμβόλων και των νοημάτων είναι διαδικασία επίπονη, και κυρίως χρονοβόρα, άρα απορριπτέα σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη περί των σχέσεων χρόνου και χρήματος.
Ο Ροβινσώνας Κρούσος (εικ. J. J. Grandville)
Αλλά δεν είναι, σήμερα, μόνο ο χρόνος χρήμα. Και το βιβλίο μπορεί να είναι.
Αν η κοινωνία της αγοράς πρέπει να έχει άλλοθι, γιατί αυτό να μην είναι το βιβλίο; Προώθηση, λοιπόν, βιβλίων με τα χαρακτηριστικά και με τους μηχανισμούς της προώθησης καταναλωτικών προϊόντων: Διαφήμιση, προσφορές, δολώματα, ενισχυτικά κανάλια διάδοσης όπως, φιλμ, σίριαλ, εξαρτήματα ένδυσης, παιχνίδια κ.λπ. Βιβλία κατ' επίφαση λογοτεχνικά, που δημιουργούν οπαδούς και καταναλωτές, αντί αναγνώστες.
Μέρα του Παιδικού Βιβλίου σήμερα, ας δώσουμε το λόγο στους ήρωες της λογοτεχνικής φαντασίας, κι ας θυμηθούμε αυτούς που θα ονομάζαμε άλλοτε αξέχαστους και σήμερα ξεχασμένους.

Τα πιο πολλά από τα πρόσωπα που αγαπήθηκαν κατά τις αναγνώσεις της παιδικής ηλικίας έχουν γεννηθεί μέσα σε σελίδες μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα είναι το λογοτεχνικό είδος που προτιμούν τα παιδιά, αυτό που τα προσελκύει περισσότερο στο πάθος της ανάγνωσης.

Αν και το μυθιστόρημα για παιδιά γεννήθηκε ουσιαστικά τον ΙΘ΄ αιώνα, έργα και από προηγούμενους αιώνες συγκαταλέγονται στα πιο επιφανή της νεανικής βιβλιοθήκης και μάλιστα έργα που δε στόχευαν πάντα σε νεανικό κοινό. Παράδειγμα, το βιβλίο του Θερβάντες με τις ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗ(1605) πολυσέλιδο έργο για ενήλικους που διασκευάστηκε από νωρίς για παιδιά. Ετσι, οι περιπέτειες του ιδεολόγου ήρωα σ' έναν κόσμο χωρίς ευγένεια, ανθρωπιά, δικαιοσύνη, προκαλούν συχνά γέλιο αντί προβληματισμό, αλλά πάντα συμπάθεια.
Αντίθετα, ο ΡΟΒΙΝΣΩΝΑΣ ΚΡΟΥΣΟΣ (1719), του Δανιήλ Δεφόε αναδείχτηκε σε κάτι παραπάνω από έναν μυθιστορηματικό ήρωα: έγινε σύμβολο του αξιοθαύμαστου ανθρώπου που αντιμετωπίζει τη γιγάντια φύση με τη δύναμη του μυαλού του και την επιδεξιότητα των χεριών του. Μοναχικός ναυαγός που καταφέρνει να επιζήσει στο ερημονήσι του, συγκινεί και συναρπάζει ιδιαίτερα τους νέους. Γιατί ο Ροβινσώνας, στη σκέψη του νεανικού κοινού, είναι ένα παιδί που ενηλικιώνεται καθώς αναγκάζεται να αντιμετωπίσει θεμελιώδεις προκλήσεις, ένα παιδί που διδάσκεται όχι με σχολαστικές γνώσεις, αλλά ελεύθερα από την ίδια τη ζωή. 
Ο Χωκ Φιν (εικ. αγνώστου)
Ο ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ (1726), ο πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του Ιωνάθαν Σουίφτ, με τα ταξίδια του στα απίστευτα μέρη, παρ' όλο που μοιάζει να απευθύνεται κυρίως στους μεγάλους, με την απροκάλυπτη πολιτική κριτική που παρεμβάλλει συχνά, μένει στη φαντασία των νεαρών αναγνωστών ένας ήρωας εξαιρετικά οικείος. Ποιο είναι το μυστικό της φιλίας με έναν ήρωα φαινομενικά τόσο άσχετο με την παιδική ηλικία;

Ισως είναι το παιχνίδι του μικρού - μεγάλου που κυριαρχεί στο μύθο του, παιχνίδι πολύ σοβαρό σε μια ηλικία όπου ο άνθρωπος αναζητεί ακριβώς τη θέση του και την ταυτότητά του. Ισως είναι το παιχνίδι των ανατροπών που προκαλούν όχι μόνο έκπληξη ή ιλαρότητα, αλλά και μια κρυφή ικανοποίηση στα παιδιά: αυτός ο κόσμος των γιγάντων σίγουρα είναι ανάποδα, ας τον αναποδογυρίσουμε για να 'ρθει στα σωστά!

Μιλώντας για τα παιχνίδια ταυτότητας και μικρού - μεγάλου, δεν είναι δυνατόν να μη θυμηθούμε την ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ (1863) του Λιούις Κάρολ. Αυτό το κοριτσάκι που από μια μυστηριώδη σήραγγα φτάνει σ' έναν κόσμο αλλόκοτο, ασυνάρτητο, όπου συνεχώς μικραίνει και μεγαλώνει, ζει μέσα στο παράλογο, και συγχρωτίζεται με το απρόβλεπτο.

Ενας ανήσυχος λαγός, ένας ανεκδιήγητος καπελάς, μια βασίλισσα - κούπα σε παρωδία δίκης, μωρά που μεταμορφώνονται σε γουρουνάκια, γάτες που γελάνε, μεταξοσκώληκας που καπνίζει ενώ φιλοσοφεί ...δίνουν αφορμή για μια γελοιοποίηση του διδακτικού σχολαστικισμού, των κανόνων και των απαγορεύσεων, των οριοθετήσεων και της σοβαροφάνειας.
Ο ΤΟΜ ΣΩΓΕΡ (1876) και ο ΧΩΚ ΦΙΝ (1884) του Μαρκ Τουαίν, είναι οι απόλυτοι ήρωες της παιδικής ηλικίας. Παιδιά που καταπιέζονται από όλα τα στερεότυπα των ενηλίκων - πληκτικό σχολείο, κοινωνική υποκρισία, ρατσισμός, δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις - πετυχαίνουν να τα γελοιοποιήσουν όλα και να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους την περιπέτεια και για τα όνειρά τους την ελευθερία. 
Ο Μικρός Πρίγκιπας (εικ. A. de Saint-Exupιry)
Στο ίδιο κλίμα της αμφισβήτησης του ενήλικου ορθολογισμού, αλλά με ποιητικό τρόπο, κινείται ένας από τους πιο πρόσφατους κλασικούς ήρωες, ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ (1943) του Σαιντ Εξυπερύ. Τρυφερός, ανυπεράσπιστος, ονειροπόλος, μεγαλώνει μαζί με τον αναγνώστη, βοηθώντας τον να καταλάβει αξίες που η κοινωνία πασκίζει να χαρακτηρίσει ξεπερασμένες.
Φυσικά, υπάρχουν πολλοί ακόμη φανταστικοί σύντροφοι της ψυχής. Κάθε αναγνώστης έχει - ή μάλλον είχε - τους αγαπημένους του στη μαγική «βαλίτσα του ναυαγού»... Ομως, η μετατροπή των επιτυχημένων βιβλίων σε κινηματογραφικά έργα ή σε τηλεοπτικές παραγωγές κινουμένων σχεδίων, έχει αφαιρέσει απ' τους λογοτεχνικούς τύπους την αυθεντικότητα με την οποία τους είχαμε αγαπήσει. Τα περισσότερα παιδιά σήμερα δεν έχουν διαβάσει ποτέ τη ΧΑΪΝΤΙ (Γιοχάνα Σπίρι), τους ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ (Δουμάς), το ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (Εκτωρ Μαλό) ή το ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ (Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον), τη ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ ΝΗΣΟ (Βερν) και τον ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ (Κάρολος Ντίκενς), τον ΠΙΝΟΚΙΟ (Κάρλο Κολόντι), τον ΝΙΛΣ ΧΟΛΓΚΕΡΣΟΝ (Σέλμα Λάνγκερλεφ), τον ΒΑΡΟΝΟ ΜΥΝΧΑΟΥΖΕΝ(Μπύργκερ) και τον ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ (Τζ. Μπάρρυ) ή τον ΜΑΓΟ ΤΟΥ ΟΖ (Φρανκ Μπάουμ)!

Οι γεμάτοι πάθος ήρωες που καθήλωσαν γενιές αναγνωστών είναι τώρα γνωστοί στο κοινό - αν είναι - μόνο από την ανάσυρσή τους στην επιφάνεια με την ευκαιρία διαφόρων επετείων, ή χάρη στην κινούμενη σε οθόνη εκδοχή τους.

Οι ήρωες των κλασικών παιδικών βιβλίων λοιπόν σιωπούν. «Προτιμότερο από το να τους αναλύουν στο σχολείο...», έλεγε ένας εξαίρετος Γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας (Μαρκ Σοριανό).

Αλλά γιατί να μιλήσουν; Τι έχουν να πουν;

Οσοι υπήρξαν παθιασμένοι αναγνώστες στα παιδικά τους χρόνια γνωρίζουν καλά την απάντηση. Οσοι βυθίστηκαν στο ρωμαλέο, γεμάτο εικόνες λόγο, όσοι αφέθηκαν στη γοητεία του λυρισμού και της ονειροπόλησης, όσοι ένιωσαν τις σελίδες να γίνονται στους ώμους τους φτερά, όσοι γέλασαν και δάκρυσαν, όσοι έμειναν ξάγρυπνοι, νηστικοί, κρυμμένοι για να διαβάσουν, αυτοί ξέρουν πόσο ένα καλό βιβλίο πλουτίζει και πολλαπλασιάζει την ύπαρξη και φωτίζει και την πιο πεζή καθημερινότητα.

Δρ Ζωή Βαλάση, συγγραφέας
Ριζοσπάστης, 2/4/2006