Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

“ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ” - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στον «Ρίζο της Δευτέρας» (5/12)

Συνεχίζουμε την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», με τη μεταφορά στο διαδίκτυο του πέμπτου από τα δώδεκα συνολικά άρθρα που έγραψε ο ποιητής-συγγραφέας στην εφημερίδα.

Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Γιώργο Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο (αξιοσημείωτο είναι πάντως πως τον τελευταίο καιρό επανακυκλοφορούν με ενθαρρυντικό ρυθμό παλαιότερα έργα του και κάποια άλλα κυκλοφορούν για πρώτη φορά). Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα μεταφέρουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Στο σημερινό μας άρθρο ο Γ. Κοτζιούλας καταπιάνεται με το ζήτημα της στρατευμένης τέχνης που τόσο χτυπιέται διαχρονικά από την αστική διανόηση και τους εχθρούς  της εργατικής τάξης ευρύτερα, ως τέχνη υποδεέστερη, χωρίς ιδιαίτερη ποιοτική αξία φορτωμένη με συνθηματολογία και το βάρος μιας ιδεολογίας, παρεμπιπτόντως, επικίνδυνης για τα συμφέροντα  της καθεστηκυίας τάξης. Ο Γ. Κοτζιούλας αποδομεί τα τέτοια «επιχειρήματα» με κατανοητά από τον αναγνώστη παραδείγματα και βάζει τη σχέση διανοουμένων-πολιτικής στη σωστή της βάση που δεν είναι άλλη από την υπηρέτηση των συμφερόντων του λαού.

(Για να δείτε και τα προηγούμενα άρθρα, πατήστε ΕΔΩ.)

Καλή ανάγνωση!

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

"Το ποίημα-Ποζιτάνο" (Γ. Ρίτσος)


Ώχρα, κεραμίδι, λευκό, μέσα στο άφθονο πράσινο των φυλλωμάτων,
μέσα στο γαλανό τ' ουρανού και της θάλασσας. Ωραίες αναλογίες,
κι αυτή η χαρά της φιλικής συμμετοχής, σαν να 'χαμε
συντελέσει κι εμείς στη διαλογή και στη διάταξη χρωμάτων και σχημάτων
κρατώντας μιαν ευγενικήν ανωνυμία.
  Ωστόσο,
αυτά τα πέντε θολωτά παράθυρα, όπου πέντε κορίτσια
παραμέρισαν τις άσπρες κουρτίνες να κοιτάξουν τη θάλασσα, -
η μια κρατούσε ένα σταφύλι ραμφίζοντας μία μία
τις μαβιές ρώγες˙ η άλλη χτένιζε τα μαύρα μαλλιά της˙
η τρίτη κρατούσε ένα μαντίλι - κι ίσως ένευε στην άσπρη βάρκα˙
οι δυο άλλες στρογγύλευαν τα χείλη τους, σαν να 'ταν
να σφυρίξουν ένα μικρό τραγούδι ερωτικό.
  Λοιπόν
αυτά τα πέντε παράθυρα θα 'θελα, σαν ένα πεντάστιχο ποίημα,
να τα υπογράψω καλλιγραφικά και ολογράφως με τ' όνομά μου.

17. ΙΧ. 78
Γιάννης Ρίτσος

"Ο κόσμος είναι ένας" (1978) – Άπαντα τ. ΙΔ

(Στη φωτογραφία το Ποζιτάνο, κτισμένο σε βράχο στην ακτή Αμάλφι, στις δυτικές ακτές της Ιταλίας, κοντά στη Νάπολη).

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Τρία ποιήματα από τις “Παραλογαίς” του Μίλτου Σαχτούρη


Η πόρτα

Στον Γιώργο Λίκο

Η πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος
άνοιξε στο θάνατο
και δε μπορούν να τον σκεπάσουν τρία λουλούδια
και δε μπορούν να τον ξορκίσουν
τα ζαχαρένια μάγουλα του κοριτσιού
πίσω απ’ την πόρτα
πίσω απ’ την πόρτα το κορίτσι γδύνεται στον άνεμο
τα κυπαρίσσια ψιθυρίζουνε μια προσευχή χιονιού
βογκάει λυγάει τα κλαδιά ο βοριάς ο μαύρος
οι ξυλοκόποι χάθηκαν στη θάλασσα
χλωμά καΐκια κατεβάσαν τις σημαίες τους
σάλπιγγες στο βυθό σημάνανε το τέλος
ενώ στο λιμάνι βγαίνουν κυριακάτικο περίπατο
γυναίκες μες στα μαύρα σέρνουν τ’ αγόρια τους
πεταλωτές παιδεύουνε τ’ άμοιρα τ’ άλογά τους
άγριες λατέρνες μαχαιρώνουνε τα ντέφια τους
παιδιά πουλάνε κοκοράκια κόκκινα σα χιόνι
καράβια και πουλιά σφυρίζουν φεύγουνε
κατάρτια ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από τ’ άστρα
η πόρτα που άνοιξες με προσοχή
έχει άλλες χίλιες πόρτες πίσω της
πίσω από κάθε μια και μια κραυγή
πίσω από κάθε μια κι ένα στητό κορίτσι


Το σύνθημα

Η κιθάρα παίζει μόνη μες στη βάρκα
ενώ η σκιά του βαρκάρη βηματίζει στην ταράτσα
φώτα προδοτικά θ’ ανάψουνε σε λίγο
πνίξανε τις τρουμπέτες μες στα φύκια
η άγρια γυναίκα ξεπροβάλλει απ’ τα νερά
λάμπουνε τ’ άσπρα σκέλια της
δίνεται στο φεγγάρι και στο ναύτη μες στα βράχια

Οι άλλοι ναύτες προχωρούνε δύο δυο
είναι χλωμοί και παγωμένοι στον ιδρώτα
σε λίγο θ’ αντηχήσουν πυροβολισμοί
μία δυο τρεις τρεις
πρέπει να πηδήξουνε ταράτσες
τρεις πρέπει να σφυρίξουνε φορές
για να βρεθούν στην ώρα

Αν ένας άνθρωπος ριχτεί μες στο νερό
οι ναύτες θα τονε χτυπήσουν
τ’ άστρα θα του τσακίσουνε το μέτωπο
τα ψάρια θα τον αγαπήσουν
τα πρόβατα θα πέσουν αποπίσω του

Θα γεννηθεί και θα πεθάνει μες στους πόνους


Ο θάνατος

Αυτό τον άνθρωπο κανείς δε τον εσκότωσε
δεν ήταν φύλακας του λιμανιού
δεν ήτανε πολεμιστής στη μάχη
μέσα σε τρένα έφερνε θηρία σιδερόφραχτα
κι απάνω στα ψηλά βουνά φώλιαζεν η καρδιά του
κάποτε το αίμα του θα μιλήσει
και τότε μαύρα σκοτεινά πουλιά θα πνίξουνε τα σύννεφα
γενάτοι μαύροι αγέρηδες θα ζώσουνε τον κάμπο
θα τραγουδήσουν οι αχλαδιές την ιστορία του
μέσα στο σπίτι της φωτιάς με τ’ άγρια θεριά
τα φλιτζάνια του θανάτου πάνω στα τραπέζια
κουρτίνες δίχως ήλιο λυχνάρι και κρύα λόγια
λυχνάρι και κρύα φιλιά δίχως αγάπη
με τα αισχρά κορίτσια της σιωπής
που κάθε βράδυ κλείναν τα παράθυρα
που κάθε βράδυ σταύρωναν τον Ύπνο
που κάθε βράδυ σκίζαν τρώγαν τα φουστάνια τους
πέφταν ανάσκελα και φτύναν τα όνειρά τους

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

(Παραλογαίς, 1948)

―Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε σαν σήμερα, στις  29 Ιούλη του 1919.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

―Το ρήγμα ψάχνω να βρω σ’ αυτό το μπετόν― το ρήγμα… Μιχάλης Κατσαρός


IV

Μπήκα με άδεια τα χέρια στη σκήτη μου.
Τους καρπούς τώρα τους γεύεσαι γη ― εγώ δεν υπάρχω.
Δεν ακούς πια τη φωνή μου ― δεν ακούς
έχεις δικιά σου φωνή ― δικά σου τα τείχη.
Φυτεύεις τα δέντρα ― το στάρι ανθεί σε πελάγη.
Πάνω στο δικό μου το σώμα χτίζεις τις πόλεις.
Οι πόλεις έχουν δικό τους πια σώμα.
Καμιά σιωπή ― λάμψη καμιά.
Περπατάς στους μεγάλους σου δρόμους
ζεύεις τους ποταμούς ― τα βουνά
τρέχεις στα δάση
ανασταίνεις τους ήχους τους αυλούς τα νερά σε τραγούδια.

Τη νύχτα βγαίνω ― κοιτάζω μακριά στο γιαλό
κοιτάζω βαθιά μες στα δάση
ανάβω μια μικρή φλόγα στη γη ― ακούω τους ήχους
αυτούς που δεν θ’ ακούσει πια κανείς ― ακούω και τρέμω.
Ματώνω τα χέρια στους λόγγους ― ματώνω τα γόνατα
―Το ρήγμα ψάχνω να βρω σ’ αυτό το μπετόν―
το ρήγμα. ― Στο σκουλήκι της γης την φλόγα υψώνω.

Τρέχω μέσα στη νύχτα
τρέχω με τ’ άλογο μου
βάζω πασσάλους πάνω στα όρη ― σημαδεύω τους δρόμους
ακούω ούρλιασμα λύκων ―ακούω φωνές― ακούω βουή καταρράχτες βιάζομαι
βιάζομαι
Πριν αλέκτωρ λαλήσει
η νύχτα είναι μικρή ― μεγαλώνει
ο άνεμος ετοιμάζει την έφοδο ― οι φωνές
«κοίτα» ― «τώρα» ― «το άλλο βράδυ» ―
πρέπει πάλι να σας μιλήσω.

Μη με κοιτάτε παράξενα.
Κανένας δεν με γνωρίζει;


V

Δεν ήρθα να ξαφνιάσω τις μέρες σας ― δεν κρατώ τη ρομφαία.
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στο πλήθος σας
μαζεύοντας σκόρπιους σπόρους.

Δεν ήρθα να σταματήσω τους ποταμούς τα νερά
τους καρπούς ― δεν ήρθα.
Κυκλοφορούσα μέσα στους ήχους σας ― τόσους αιώνες.

Ανέμιζα μαύρα λάβαρα στις αρτηρίες των δρόμων
με την καρδιά μου καρφωμένη στο φοβερό πάσσαλο σας καλούσα ―
Δεν ήρθα να καταργήσω το νόμο.

Ανεβαίνω εδώ σ’ αυτή την αγχόνη ― αυτή τη στιγμή
σας δίνω το σχήμα σας ― σας καλώ.
Δεν ήρθα σαν ξένος ― δεν ήρθα.

Είμαι ο άνεμος η βροχή τα έρημα δάση
είμαι ο καταρράχτης το νερό το πουλί
αυτή η πόλη και η άλλη ―
είμαι ο δρόμος η αυγή το τελευταίο λιμάνι
η καρδιά μου
το πρόσωπο μου και το δικό σας
είμαι εδώ και αλλού και παντού
μέσα στ’ αγέρι ― μέσα στις παλιές ημερομηνίες
μέσα στα πλοία ―στους ήχους― στους αγρούς
στα εργοστάσια είμαι ― στις σκοτεινές αίθουσες
στ’ άδεια δωμάτια ―στους εραστές― στα ερείπια
στις καμπάνες
μόνος μόνος μόνος
απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου.

Και τώρα εδώ πάνω σ’ αυτό το οροπέδιο σας καλώ
τώρα που θα βυθίσω το μαχαίρι στο στήθος
να σας δώσω το αίμα μου ―
άνθη τεράστιες πόρτες ουρανοί τρέμουν κυλάνε
μπροστά στα πόδια σας στα όνειρά σας στο ψωμί
κρότοι καταστροφή και νέα αυγή κατεβαίνει.

Ο άνεμός μου κάθε νύχτα με παγώνει.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

«Οροπέδιο», ένα ποίημα σε επτά μέρη (απόσπασμα)
(Α΄ έκδοση 1956)
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες...


Γιάννη Γαΐτη, Άνθρωποι

Χωρίς σχόλιο. (Δύο ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη)

Ο ΣΤΟΧΟΣ
Το θέμα είναι τ ώ ρ α  τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τ ώ ρ α  τι λες.

H ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω

 
Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα (1941 -1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000
 
Επιμέλεια: ofisofi
ΑΤΕΧΝΩΣ

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Ναζίμ Χικμέτ: ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΣΕ ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΚΑΤΑΔΙΚΟ


Επειδή δεν έπαψες νάχεις ελπίδες,
απ’ τον κόσμο, την πατρίδα και τον συνάνθρωπό σου,
μπορεί να σε κρεμάσουν,
ή να σε ρίξουνε μέσα
για δέκα και δεκαπέντε χρόνια,
μπορεί και παραπάνω…
«Μακάρι να μ’ είχαν κρεμάσει στην άκρη του σχοινιού
σα λάβαρο!»
δε θα πεις ποτέ.
Θα επιμένεις στη ζωή.
Ίσως τούτο να μην είναι τύχη καλή για σε.
Υποχρέωσή σου όμως είναι,
για πείσμα του εχθρού,
να ζεις έστω και μια μέρα παραπάνω.
Μεσ’ τη φυλακή μπορεί το μισό σου κομμάτι ν’ απομονωθεί
ωσάν το λιθάρι στου πηγαδιού το βυθό.
Όμως τ’ άλλο σου μισό μέσα στις μάζες
να είναι, έτσι πως,
με φύλλου λαφροκούνημα σαράντα μέρες πιο μακρυά,
σύγκορμα να τρέμεις, συ, μέσα στο κελί σου.
Το να περιμένεις γράμματα στη φυλακή,
και να πεις τραγούδια λυπητερά,
να ξημερώνεσαι με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι,
όμορφα μα επικίνδυνα είναι.
Από ξούρισμα σε ξούρισμα να κοιτάς στον καθρέφτη,
ξέχνα την ηλικία σου,
φύλαγε τον εαυτό σου από τις ψείρες
και τις ανοιξιάτικες βραδυές.
Μη ξεχνάς να τρως το ψωμί σου και το τελευταίο ψύχουλο
και μη ξεχνάς να γελάς πάντα με την καρδιά σου.
Κάτι ακόμα – ποιος ξέρει;
η αγαπημένη σου ίσως έπαψε να σ’ αγαπά!
Μη πεις «δε βαριέσαι!»
τούτο για τον κατάδικο είναι
σα να σπάει μέσα του ένα ολόκληρο κλωνάρι!

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

(Μετάφραση: ΝΕΒΖΑΤ ΧΑΤΚΟ)

Αντιγραφή από το περιοδικό ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, αρ. τ. 1, Σεπτ. 1950

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Όλα έχουν αποδελτιωθεί ― Μαν. Αναγνωστάκης


"Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει
για την αγωνία της εποχής το αδιέξοδο
την απανθρωπία του αιώνα
τη χρεωκοπία των ιδεολογιών τη βαρβαρότητα της μηχανής
για δίκες για ρήγματα για φράγματα
για ενοχές για γρανάζια
όλα έχουν κωδικοποιηθεί
ταξινομηθεί
αποδελτιωθεί"...

Μανόλης Αναγνωστάκης

Επιμέλεια βίντεο: Οικοδόμος
 
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης "έφυγε" σαν σήμερα, στις 23 Ιούνη του 2005.


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Μανιάτη «Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση»


Την Τετάρτη 24 Ιούνη 2015, στις 20:00, στη Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου), θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Μανιάτη, «Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Γεωργία Μαχαίρα, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών και Φίλων της Ε.Π.Ο.Ν. (Π.Ε.Α.Φ.Ε.)
Παύλος Χαραμής, Πρόεδρος του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης της Ο.Λ.Μ.Ε.

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, ως το μεγαλύτερο γεγονός στον 20ό αιώνα, εγκαινίασε μια νέα εποχή όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και στον τομέα του πολιτισμού. H πολιτιστική επανάσταση, ως αναπόσπαστο στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έδωσε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να γνωρίσουν τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και να συμμετέχουν στην πολιτιστική ζωή. H ριζική εξάλειψη της τραγικής κληρονομιάς του αναλφαβητισμού μαζί με την άνοδο του γενικού επιπέδου μόρφωσης αποτελούν κάτι το πρωτόγνωρο στην πνευματική εξέλιξη της ανθρωπότητας.


Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μιας σειράς που πραγματεύεται το ζήτημα της σοβιετικής πρωτοπορίας στον τομέα της κουλτούρας και είναι το μοναδικό στην Ελλάδα που εμβαθύνει στον σχηματισμό και στην ανάπτυξη της σοβιετικής ποίησης από την προεπαναστατική στη μετεπαναστατική περίοδο και συγκεκριμένα μέχρι και τα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πρωταγωνιστές, τα κινήματα, η διαπάλη καθώς και άγνωστες πτυχές της ποιητικής δημιουργίας ιστορούνται μέσα από ένα ταξίδι σε εκείνη την εποχή που η Ιστορία θα διατηρήσει ακέραια την εικόνα της. Επίσης, για την ανάδειξη του θέματος χρησιμοποιήθηκαν μεταφράσεις σοβιετικών ποιημάτων που ανακαλύφθηκαν έπειτα από έρευνα στις ελληνικές κομμουνιστικές, αριστερές και προοδευτικές πολιτιστικές εκδόσεις.

«Η θύελλα! Ας έρθει!» Αυτό φωνάζει
ο περήφανος, ο αντάρτης
Άλμπατρος που τριγυρνώντας
στ’ οργισμένο κύμα ανάμεσα
και στο μαύρο αστροπελέκι
για τη νίκη προμηνά:
«Ω θύελλα! Ξέσπασε πια!»*

*Γκόρκυ Μ., «Το τραγούδι του Άλμπατρου», απόσπασμα, μτφρ. Αγκύλου Γ., «Νέα Επιθεώρηση», αρ. 5, Μάης 1928, σελ. 147.

Σύντομο βιογραφικό συγγραφέα:

Ο Παναγιώτης Μανιάτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986. Γράφει ποίηση και ασχολείται με τη μετάφραση κειμένων πρωτοποριακών καλλιτεχνικών κινημάτων. Έχει πραγματοποιήσει σεμινάρια για τον σοβιετικό και τον μοντερνιστικό κινηματογράφο και έχει δώσει διαλέξεις σε μια σειρά εργατικών χώρων. Σε εξέλιξη βρίσκεται και το φωτογραφικό του project «Αναζητώντας τον Σοσιαλισμό» με υλικό από τις περιηγήσεις του σε χώρες όπως Ρωσία, Γερμανία, Κίνα, Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία ενώ συμμετείχε, ως μέλος του Ελληνοκουβανικού Συνδέσμου Φιλίας, στην Πρωτομαγιάτικη μπριγάδα αλληλεγγύης για την Κούβα το 2013. Από το 2011 διατηρεί το ιστολόγιο mauroflight.wordpress.com, ενώ από το 2015 αρθρογραφεί στο διαδικτυακό περιοδικό atexnos.gr.

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Χοσέ Μαρτί: «Θα πεθάνω με το πρόσωπο στον ήλιο!»


Στις 19 Μάη του 1895 έχασε τη ζωή του σε μάχη, στον πόλεμο κατά της ισπανικής αποικιοκρατίας, ο ποιητής, στοχαστής, πολιτικός, συγγραφέας, και δημοσιογράφος, ο Κουβανός επαναστάτης Χοσέ Μαρτί. Ο εθνικός ήρωας της Κούβας, ο Απόστολος της Κουβανικής Ανεξαρτησίας όπως τον αποκαλούν οι Κουβανοί, αφιέρωσε τη ζωή του στην πάλη για την ανεξαρτησία και την ενότητα όλων των λαών της Λατινικής Αμερικής κατά του ισπανικού και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

«Η αγάπη, μάνα, για την πατρίδα
δεν είναι η γελοία αγάπη για τη γη
ούτε για το χορτάρι που πατάνε τα πόδια μας
είναι το άσβεστο μίσος γι’ αυτόν που την καταπιέζει
είναι η αιώνια έχθρα γι’ αυτόν που της επιτίθεται…»
Χοσέ Μαρτί, Στίχοι Απλοί

Στα 42 χρόνια της ζωής του, ο Μαρτί περπάτησε στο δρόμο της ανθρωπιάς, της δικαιοσύνης, της τιμής, της αξιοπρέπειας, της φιλίας και της αλληλεγγύης. Οι αρχές της ιδεολογίας του συνοδεύουν την κουβανική επανάσταση σε όλη τη διαδρομή της, από το ξεκίνημά της μέχρι και σήμερα. Ο Φιντέλ, ο Τσε, ο Καμίλο, ο Ραούλ αναφέρονται στον Μαρτί ως πηγή έμπνευσης και φάρο φωτεινό της πορείας που οδήγησε την Κούβα στο δρόμο της πλήρους και οριστικής ανεξαρτησίας της.

marti18
«…Ήδη διατρέχω κάθε μέρα τον κίνδυνο να δώσω τη ζωή μου για την πατρίδα και για το καθήκον μου – δεδομένου ότι το καταλαβαίνω κι έχω το κουράγιο που χρειάζεται για να το κάνω – το καθήκον να εμποδίσω έγκαιρα για την ανεξαρτησία της Κούβας την επέκταση των Ηνωμένων Πολιτειών στις Αντίλες και το να ριχτούν μ’ αυτή την περίσσεια δύναμη στα εδάφη μας της Αμερικής. Όσα έκανα μέχρι τώρα, και όσα θα κάνω, γι’ αυτό το σκοπό είναι…»
[Απόσπασμα από επιστολή στον Μανουέλ Α. Μερκάντο ―«τον πιο αγαπημένο μου αδελφό»―, που έγραψε ο Μαρτί στις 18 Μάη του 1895, μια μέρα πριν πέσει νεκρός στη μάχη. Η επιστολή και άλλες επιστολές του Χοσέ Μαρτί ΕΔΩ]

Με την ομορφιά της σκέψης του και την αποφασιστικότητα της δράσης του ο Χοσέ Μαρτί ξεπέρασε την εποχή του και πρόσθεσε στην ιστορία της ανθρωπότητας το δικό του ανεξίτηλο σημάδι, σ’ αυτά που οι μελλοντικές γενιές πάντα θα αναζητούν ως πηγή έμπνευσης για να μπορέσουν να πετύχουν τους μεγάλους τους στόχους.


«Οι Απλοί Στίχοι, εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1891. Σε αυτούς ο Μαρτί μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, προσφέροντας μας όλες τις ενδόμυχες σκέψεις του και το πνευματικό του περίγραμμα, με τόση ειλικρίνεια που πολλές φορές αγγίζει την εκμυστηρίευση. Αυτοί συνθέτουν σε καλό μέτρο, μια αυτοβιογραφική καταγραφή, σε τέτοιο βαθμό που αποτελούν ένα ντοκουμέντο απαραίτητο για όποιον θελήσει να παρουσιάσει το πορτραίτο του ποιητή.


marti18c

«Βάσανα! Ποιος τολμά να πει
Πως έχω εγώ βάσανα; Αργότερα,
Μετά από τον κεραυνό και τη φωτιά
Θα έχω χρόνο για να υποφέρω.
Εγώ ξέρω για ένα μεγάλο πόνο
Ανάμεσα στα βάσανα τα ανείπωτα:
Η σκλαβιά των ανθρώπων
Είναι η μεγάλη δυστυχία του κόσμου!
Υπάρχουν βουνά και πρέπει να σκαρφαλώσεις
Στα ψηλά βουνά. Μετά
Θα δούμε, ψυχή, ποιος είναι
Αυτός που σε έχει καταδικάσει να μου πεθάνεις!»
Χοσέ Μαρτί, Στίχοι Απλοί

Στην εισαγωγή του βιβλίου των Απλών Στίχων, ο Μαρτί δηλώνει πως το δημοσιεύει «γιατί αγαπάει την ειλικρίνεια και πιστεύει στην αναγκαιότητα να εκφράζεται το συναίσθημα με τρόπο απλό και ειλικρινή». Με την απλότητα τους ο Μαρτί είχε την πρόθεση να έχει πρόσβαση στο ευρύτερο δυνατό ακροατήριο και να πλησιάσει τη φωνή του σε αυτή των καταπιεσμένων. Η σοφία των Απλών Στίχων, το μεγαλείο τους, δίνεται από τη χρήση της γλώσσας του λαού, του απλού ανθρώπου, για να του μεταδώσει με αυτή, ένα μήνυμα ωραιότητας.»*


marti18a

Σήμερα, 120 χρόνια από τον θάνατό του, η πατριωτική και αντιιμπεριαλιστική σκέψη του Χοσέ Μαρτί, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό συστατικό της κουβανικής επανασταστικής ιδεολογίας ενάντια στις επιθετικές πολιτικές του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και στις πολιτικές αποκλεισμού, που για πάνω από πενήντα χρόνια ασκούνται ενάντια στη σοσιαλιστική Κούβα. Σήμερα που το αποκρουστικό πρόσωπο του ιμπεριαλισμού προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από μάσκες «φιλίας», η μνήμη του Χοσέ Μαρτί αποτελεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, πηγή διαρκούς έμπνευσης στην ηρωική αντίσταση του κουβανικού λαού και στην υπεράσπιση της Επανάστασής του.


*Απόσπασμα από εισήγηση του χιλιανού ποιητή, Χάιμε Σβαρτ, σε εκδήλωση για την λατινοαμερικάνικη ποίηση. Ολόκληρη η εισήγηση ΕΔΩ.


Ο στίχος του τίτλου καθώς και όλοι οι στίχοι της ανάρτησης περιέχονται στην έκδοση «VERSOS SENCILLOS – ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΛΟΙ, Χοσέ Μαρτί, Κούβα», (μετάφραση: Άννα Καράπα, Χάιμε Σβαρτ), Αθήνα 2010.

Τρίτη 19 Μάη 2015

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

«Τι έχουνε να κάμουνε οι άνθρωποι μπροστά στα άγια λείψανα;»… (Χαμένη ελπίδα, Κ. Παρορίτης)


Διήγημα του Κώστα Παρορίτη από τη συλλογή του «Οι νεκροί της ζωής» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή). Μας το έστειλε ο αναγνώστης μας Φάνης Πάρης, με αφορμή την πρόσφατη περιφορά «αγίων λειψάνων» σε δημόσια νοσοκομεία…

Χαμένη ελπίδα

Η γριά βγήκε από τη μικρή καμαρούλα πατώντας στα νύχια κι ήρθε και κάθισε σταυροπόδι δίπλα στο τζάκι. Η φωτιά λαμποκοπούσε κι όξω ο αέρας σφύριζε· στα κεραμίδια δυο γάτες κυνηγιόντανε νιαουρίζοντας. Ο γέρος Κωσταντής έσκυβε το κεφάλι σταβρώνοντας τα χέρια στο στήθος του. Ανάμεσά τους καθότανε ο Γιάννης, τ’ όμορφο παληκάρι που τον είχανε πάρει από μικρό και θα τον κάνανε και γαμπρό στην κόρη τους, την Καλομοίρα.
– Τι κάνει; ρώτησε σιγαλά ο γερο-Κωσταντής.
– Ήσυχη είναι τώρα, αποκρίθηκε η γριά.
Η γριά ανασκάλεψε τη φωτιά· η αγωνία είτανε ζουγραφιστή στα πρόσωπα ολωνών. Όλοι σκυμμένοι κοιτάζανε τις σπίθες των ξύλων και τη στάχτη την ασημένια που λίγη-λίγη σωριαζότανε χάμω με άπειρα διαμαντάκια στη μέση. Άξαφνα ακούστηκε από τη μέσα κάμαρα ένα βογγητό. Η γριά σηκώθηκε σα να τηνε κούνησε μηχανή κι έτρεξε βιαστική μέσα. Τα βογγητά επαναληφτήκανε κι έπειτα πάψανε· η γριά ήρθε και ξανακάθισε στη θέση της αμίλητη.
– Δεν πάει καλά, μουρμούρισε ο Γιάννης.
– Χωρίς γιατρό τόσες μέρες…
Ο γέρος τονε κοίταξε μια στιγμή και πάλε ξανάσκυψε το κεφάλι· ο Γιάννης σώπασε· έπειτα ξανάρχισε.
– Χωρίς γιατρό… κι η κάψα να μην πέφτη… πού θα καταντήσει έτσι…
Ακούστηκε ένα τσιτσιριτό· ο γέρος ανασήκωσε τα μάτια του, είδε το καντήλι που ζύγωνε να σβήση κι είπε στη γριά:
– Το καντήλι τσιτσιρίζει. Δε σηκώνεσαι να του ρίξης λίγο λάδι;
Η γριά κατέβασε το καντήλι μπροστά από τη μαυροκαπνισμένη εικόνα, πέταξε την κάφτρα, έχυσε λάδι στο ποτήρι κι η φλόγα ξαναζωντάνεψε.
– Χωρίς γιατρό… –μουρμούρισε πάλε ο Γιάννης– κρίμα στο κορίτσι.
Ο γέρος πάλε δεν αποκρίθηκε.
– Δε λες τίποτα, πατέρα, και συ; Έτσι θα την αφήσουμε, χωρίς γιατρό; ξανάπε ο Γιάννης.
– Τι να πω; –μουρμούρισε ο γέρος– ό,τι είναι θέλημα Κυρίου να γίνη θα γίνη.
– Θέλημα Κυρίου, στέναξε ο Γιάννης και, αφού σηκώθηκε από χάμω, άρχισε να περπατάη μέσα στην κάμαρα.
Έπειτα στάθηκε στο παραθύρι και μέσα από το ραγισμένο τζάμι κοίταζε τον κατάμαυρο ουρανό. Έπειτα ζύγωσε στη διπλανή κάμαρα και αφουγκράστηκε προσεχτικά κάμποση ώρα.
– Δε μου ’πες, αλήθεια, τι θέλει ο παπα-Ηλίας που πάει κι έρχεται; ρώτησε ο Γιάννης.
– Από τη μέρα που ’πεσε χάμω η Καλομοίρα μας δεν πέρασε μέρα που να μη μας επισκεφτή.
Ο γερο-Κωσταντής τον κοίταξε στα μάτια.
– Ο παπα-Ηλίας είναι άγιος άνθρωπος, παιδί μου. Κι αν έρχεται στο σπίτι μας, για καλό μας έρχεται.
– Δε λέω όχι, πατέρα. Μα θα ’θελα να ξέρω τι λέτε. Συχνά σας βλέπω να κρυφωκουβεντιάζετε. Τρέχει τίποτα;
– Τι άλλο θες να τρέχη; Η Καλομοίρα μας είναι άρρωστη.
– Γι’ αυτήν, το λοιπό, λέτε;
– Για ποιόνε θέλεις να λέμε, παιδί μου; Ο παπα-Ηλίας είναι αληθινά άγιος. Αν είναι να γιάνη η Καλομοίρα μας, μόνο ο παπα-Ηλίας μπορεί να τηνε γιάνη. Από γιατρούς δεν είναι προκοπή. Ο Θεός άμα θέλει… και τη μακαρίτισα την αδερφή μου οι γιατροί την φάγανε… Μα ανάθεμα τη φτώχεια, παιδί μου!
Ο Γιάννης σκέφτηκε λίγο.
– Αν είναι για την Καλομοίρα, πατέρα, να σκίσω τη γις να βρω τα λεφτά που χρειάζουνται. Μα πες μου, τι τρέχει; Έχει τίποτις γιατρικά ο παπα-Ηλίας που κουστίζουνε;
Τη στιγμή κείνη, οι γάτες που μαλλώνανε στα κεραμίδια ουρλιάξανε άγρια. Κομματάκια ασβέστι πέσανε από το νταβάνι στο κεφάλι του γέρου. Ο αέρας που κατέβαινε από την καμινάδα σκορπίζανε τον καπνό μέσα στην κάμαρα. Τα μάτια ολωνών είτανε δακρυσμένα. Η γριά κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά σαν απελπισμένη.
– Έχει, παιδί μου. Γιατρικά που είναι ένα κι ένα. Έχει άγια λείψανα, τίμιο ξύλο από τον Άγιο Τάφο και σταυρολούλουδα από τον τάφο του Χριστού. Μα χρειάζουνται παράδες για όλα αυτά και πού να βρεθούνε.
Ο γέρος αναστέναξε.
– Για διακόσιες δραχμές χάνω το παιδί μου, μουρμούρισε και τα μάτια του βουρκώσανε.
Ο Γιάννης σωπούσε.
– Δεν είναι καλίτερα, πατέρα, να τις δώσουμε στους γιατρούς αυτές τις δραχμές, αν έδινε ο Θεός και τις οικονομούσαμε;
Ο γέρος τονε κοίταξε με έκπληξη.
– Κουνήσου από τη θέση σου, παιδί μου! Κάνε το σταυρό σου! Αυτό που λες είναι βλαστήμια! Τι έχουνε να κάμουνε οι άνθρωποι μπροστά στα άγια λείψανα;
Και λέγοντας αυτά, ο γερο-Κωσταντής σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια.
Η γριά έρριξε λίγα κλήματα στη φωτιά. Έκανε κρύο μέσα στην κάμαρα. Ένα τζάμι είτανε σπασμένο κι ο αέρας έμπαινε σφυριχτά· η γριά σηκώθηκε, πήρε ένα ρούχο και στούπωσε με αυτό την τρύπα για να μην μπαίνη το κρύο. Ο Γιάννης σηκώθηκε από χάμω.

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ο Θάνος Μικρούτσικος γράφει για τον Ναζίμ Χικμέτ


«Για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με το έργο του Χικμέτ ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1966. Φοιτητής στο Πανεπιστήμιο είχα γυρίσει το βράδυ στο σπίτι μου εξαντλημένος από μία διαδήλωση από τις πολλές που γίνονταν τότε καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας. Μας είχαν επιτεθεί οι ακροδεξιοί της ΕΚΟΦ με καδρόνια, σίδερα και ξύλα στα Προπύλαια με τη συμπαράσταση της αστυνομίας. Κάποιος αστυνομικός με έβαλε στο μάτι και άρχισε να με κυνηγάει. 

Μπροστά εγώ, πίσω αυτός περάσαμε την Ακαδημίας, στρίψαμε στην Πατησίων και μετά από 2 χιλιόμετρα στο ύψος της οδού Κεφαλληνίας με πλησίασε επικίνδυνα αλλά γλίστρησε και έφαγε το ξύλο της χρονιάς του από διερχόμενους δημοκρατικούς πολίτες. Κατέληξα στο σπίτι μου στην Κυψέλη. Ψόφιος απ' την κούραση, έπεσα στο κρεβάτι για να κοιμηθώ. Πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο για να το ξεφυλλίσω και να κλείσουν τα μάτια μου. Ολη τη νύχτα διάβαζα. Με είχε συνταράξει. Ηταν "Οι Ρομαντικοί" του Ναζίμ Χικμέτ. Στις 7 το πρωί το είχα τελειώσει και από τότε παρέμεινα αιώνιος θαυμαστής του.



Το 1970, στην πιο σκληρή περίοδο της χούντας αρχίζω να μελοποιώ ποιήματά του. Τελείωσα σχεδόν αμέσως την "Πιο όμορφη θάλασσα", το "Αυτό είναι" και τη "Μαδρίτη" στη μετάφραση του Γιώργου Παπαλεονάρδου και συνέχισα με τις μεταφράσεις του Ρίτσου.

Τα τραγούδια μου στην ποίηση του Χικμέτ ήταν αδύνατο να κυκλοφορήσουν στην περίοδο της δικτατορίας. Κομμουνιστής ποιητής, κομμουνιστής μεταφραστής, αναρχοκομμουνιστής ο νεαρός συνθέτης.

Ηρθε η μεταπολίτευση το καλοκαίρι του 1974. Ενα πρωί άρχισα να μελοποιώ το τελευταίο ποίημα του Ναζίμ που μέχρι τότε μου αντιστεκόταν. Ηταν το "Αν η μισή μου καρδιά". Και έφτιαξα την πιο ωραία μελωδία απ' όσα τραγούδια είχα συνθέσει μέχρι τότε. Απλή, κυκλική, άμεση. Ημουνα πολύ χαρούμενος, ευτυχισμένος θα έλεγα. Το απόγευμα πήρα το λεωφορείο για να πάω στο Σύνταγμα, τόπος συνάντησης όλων μας με καθημερινές συναυλίες, διαδηλώσεις και έντονες συζητήσεις.

Οταν πλησίασα ακούω ένα τραγούδι από μια άγνωστη σε μένα γυναικεία φωνή που με άλλη, πιο περίπλοκη μελωδία τραγουδούσε το "Αν η μισή μου καρδιά". Βιάστηκα να πάω στην εξέδρα και είδα όρθιο τον Μάνο Λοΐζο να διευθύνει το τραγούδι. Σοκαρίστηκα! Ο Μάνος - καλός μου φίλος - ήταν πολύ γνωστός συνθέτης και σίγουρα είχε προτεραιότητα στην έκδοση του τραγουδιού σε δίσκο. Σιχτίριζα την τύχη μου που ενώ είχα γράψει το πιο ωραίο μου τραγούδι έπεφτα πάνω στον Λοΐζο, που είχε όλες τις δυνατότητες στα χέρια του.

Πέρασαν κάμποσοι μήνες και ο Λοΐζος δεν εξέδιδε τον Χικμέτ. Η Μαρία Δημητριάδη με παρακάλεσε να κάνουμε ένα δίσκο 45 στροφών με το "Αν η μισή μου καρδιά" και το "Αυτό είναι". Οταν τελειώσαμε την ηχογράφηση πήγε τη δουλειά στον Αλέκο Πατσιφά, ο οποίος ενθουσιάστηκε και μου πρότεινε ένα μεγάλο ολοκληρωμένο δίσκο με τα τραγούδια του Χικμέτ αλλά και του Μπίρμαν, που είχα εν τω μεταξύ μελοποιήσει. Τα "Πολιτικά Τραγούδια" πήραν το δρόμο τους.

Λίγα χρόνια μετά η φιλία μου με τον Λοΐζο δυνάμωσε και οι συναντήσεις μας ήταν καθημερινές και πολύωρες. Μια μέρα μου εξομολογήθηκε ότι ήμουν η αιτία που δεν ξαναδούλεψε και δεν ολοκλήρωσε τη δουλειά του στον Χικμέτ. "Μπήκες στο μεδούλι του", μου είπε, "ενώ εγώ έμεινα στην αρχή της διαδρομής". Ο πιο σπουδαίος μελωδός της γενιάς μου ήταν γενναιόδωρος, χωρίς κόμπλεξ και μικροκακίες. Είναι, λοιπόν, χρέος μου να παρουσιάσω μερικά από τα τραγούδια του που επί της ουσίας μείνανε στο συρτάρι.

Τον Χικμέτ μπορείς να τον γνωρίσεις από τα τραγούδια του γιατί αν και το έργο του είναι απέραντο σε έκταση και ποικιλία - ποίηση, θέατρο, κοινωνικοπολιτικές μπροσούρες, άρθρα, δημοσιογραφία - πρώτα απ' όλα είναι το τραγούδι. Τραγούδι επικολυρικό σε μια κατευθείαν ανταπόκριση με τα γεγονότα της εποχής του.

Η ποίησή του είναι βαθιά λαϊκή όχι μόνο γιατί ακουμπάει τις λαϊκές πηγές, τις λαϊκές καλλιτεχνικές παραδόσεις αλλά γιατί ανανεώνει την παράδοση προτείνοντας καινούργια στοιχεία. Δεν είναι αντιγραφή και μίμηση της λαϊκής τέχνης αλλά συμπορεύεται με τις λαϊκές δυνάμεις, που τις εκφράζει δυναμικά και όχι στατικά με τυποποιημένες μορφές. Και ακριβώς γι' αυτό η Τέχνη του είναι πρωτοποριακή και μοντέρνα. Δεν παρακολουθεί το λαό - όπως αναφέρει ο Ρίτσος - σε μια σταματημένη ιστορική στιγμή αλλά στη διαρκή του κίνηση. Η ποίηση του Χικμέτ περιέχει ταυτοχρόνως και το ΟΛΟΝ και τον ΑΛΛΟ. Βαθιά κοινωνική, βαθιά ανθρώπινη, απέριττη και δίδαγμα ευθύνης του καλλιτέχνη μπροστά στην εποχή του και μπροστά στον κόσμο.

Και κάτι τελευταίο προσωπικό. Κάλεσαν την Μαρία Δημητριάδη κι εμένα στην Κωνσταντινούπολη το 1978 σε μια βραδιά αφιερωμένη στον Ναζίμ Χικμέτ για τα 15 χρόνια από το θάνατό του. Στο θέατρο "Ταξίμ" 8 χιλιάδες θεατές άρχισαν να τραγουδάνε στα ελληνικά το "Αν η μισή μου καρδιά". Ηταν η πιο συγκινητική στιγμή της ζωής μου που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Και αυτή η στιγμή, που για μένα κρατάει 37 χρόνια, αποδεικνύει ότι δεν γίνεται να μην έρθει κάποτε εκείνη η κοινωνία στην οποία ο Ποιητής θα ψαρεύει και ο Ψαράς θα γράφει ποιήματα. Στο χέρι μας είναι».

Θάνος Μικρούτσικος

(Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη συναυλία του Θ. Μικρούτσικου στην αίθουσα συνεδρίων του ΚΚΕ το Σάββατο 16 Μάη. Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη της  10/2/2015)

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ - ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ: Δύο ανέκδοτα ποιήματα από το αρχείο του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909 Ηπειρος - 1956 Αθήνα) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και πολυγραφότερους Ελληνες δημιουργούς. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη της λογοτεχνίας. Το έργο του, σημαντικό και πληθωρικό, παραμένει σε μεγάλο τμήμα του ανέκδοτο. Δύο ανέκδοτα ποιήματα από το αρχείο του παρουσιάζονται σήμερα. Αναφέρονται στην εργατική Πρωτομαγιά και στην εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. Το πρώτο γράφτηκε στις 30 Απρίλη του 1944, δηλαδή μια μέρα πριν απ' την εκτέλεση των διακοσίων, κι έχει τίτλο «Πρωτομαγιά». Το δεύτερο μια βδομάδα αργότερα, στις 7-5-1944, με τίτλο «Θυσιαστήριο». Είναι γραμμένα στην Ηπειρο, όπου ο Κοτζιούλας βρισκόταν με τους αντάρτες του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Το «Θυσιαστήριο» έχει μελοποιηθεί (όπως και άλλα 5 ποιήματα του Κοτζιούλα) από τον Αλέκο Ξένο, γνωστό συνθέτη - και της Εθνικής Αντίστασης. Τα παραθέτουμε κρατώντας την ορθογραφία του ποιητή:

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Χέρια ξαμώνουν αλύγιστα, μύριες φωνές στον αέρα,
τα πεζοδρόμια φλογίζουνται πάλι με ράντισμα αχνό,
πέφτουν, πεθαίνουν στυλώνοντας βλέμμα πυρό στην παντιέρα.
Βόγγοι, κατάρες, ανάθεμα φτάσαν ως τον ουρανό.
Α πούθ' αυτή η ανθρωποθάλασσα νάχει η βαρειά ξεκινήσει;
Ποιος θ' αντισκόψει τη φόρα σου κατεβασιά της οργής;
Ηρθε του χρόνου το πλήρωμα, ζύγωσ' η αλύπητη κρίση,
κι ω τέρας που μας δυνάστευες, στο αίμα σου πια θα πνιγείς.
Πούν' η δροσιά, η κοκινάδα σας κλώστρες, μοδίστρες, υφάντρες;
Ρέβουνε μέσα στις φάμπρικες κι οι καπνεργάτριες, αυτές
που τα σκυλιά τα λυσσάρικα σύραν αδέρφια τους, άντρες
μες σε κελλιά πεντασκότεινα, σ' αφορεσμένες αχτές.
Μα όσοι γλυτώσαν, απόμειναν, μ' ατσαλωμένη τη γνώμη,
τόσον καιρό που το θρέφανε το μίσος θέριεψε πια
και καταλύτες εγίνηκαν, ψηλά η γροθιά, οι οικοδόμοι
π' ως τώρα κοψομεσιάζονταν όλο σε ξένα γιαπιά.
Αλλοι που κοίτα! μουντζούρηδες βγήκαν από τα καζάνια
με μαυρισμένο το βλέμμα τους τραβούν κι αυτοί στη σειρά
κι έρχονται πίσω τους, έρχονται, πείνα κι ανέχεια κι ορφάνια,
χιλιάδες πλάσματα αγλύκαντα π' όλοι διψούν για χαρά.
Οσο κι αυτοί που δεν έβλεπαν ήλιο στης γης τα λαγούμια
πέταξαν σήμερα ομόγνωμοι σύνεργα π' άλλους πλουτούν,
να τους ιδεί απ' το μπαλκόνι του να σκάσει ο αφέντης, η μούμια,
με τις κοκόνες του που έγνια τους είχαν το πώς να σιαχτούν.
Πιότερο εγώ αναλογίζουμαι, πάνω κι απ' όλους κι απ' όλα,
τους προλετάριους τους άτρομους, την ψυχωμένη αργατιά,
που διόλου μη λογαριάζοντας των δήμιων τα πολυβόλα
βάδιζαν σα νεομάρτυρες ίσια και μες στη φωτιά.
Για το ψωμί τους παλεύοντας και για τα δίκια του εργάτη
πιάστηκαν, δάρθηκαν, έπαθαν από χαφιέδες φριχτούς/
κάθε γενίτσαρος άτιμος νόμο παράνομο εκράτει
κι οι πληρωμένοι θρασύδειλοι κράζαν τους ήρωες βαλτούς.
Ω Αθήνα, αρχή του κινήματος, Θεσσαλονίκη, Καβάλλα,
Σέρρες και Βόλος κι Αγρίνιο, Καισαριανή, Κοκκινιά,
σφηκοφωλιές, προμαχώνες μας, κάστρα μικρά και μεγάλα,
να τα πρωιμάδια του αγώνα μας, σύντροφοι, η πρώτη γενιά.
Τώρα που φούντωσαν, άστραψαν γλώσσες ολούθε φλογάτες
κι όλα τα σάπια απορίχνονται σ' ευλογητή πυρκαγιά,
το δάκρι, αδέρφια, στεγνώνοντας για τους νεαρούς πρωτοστάτες απ' άκρη σ' άκρη ας γιορτάσουμε δική μας Πρωτομαγιά.

ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ

Κάθε σου πέτρα και βωμός.
Κάθε σου χούφτα χώμα
ποτίστηκε αίμα ελληνικό.
Χρόνια και χρόνια στεναγμός
θα φτερουγίζει ακόμα
στο χώρο σου το φτωχικό.
Χρόνια και χρόνια οι ψυχές
θα τριγυρνούν στον τόπο
π' άφησαν σφριγηλά κορμιά.
Κι όμως δε θα 'ναι μοναχές!
Χίλιες ευχές ανθρώπων
θα υψώνονται για κάθε μια.

Η «Πρωτομαγιά», γραμμένη σε δέκα στροφές, αποτελεί έναν ύμνο στην ελληνική εργατική Πρωτομαγιά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ως ποιητικό μέτρο το δακτυλικό εξάμετρο. Η επιλογή αυτή ίσως να μην είναι τυχαία, αφού πρόκειται για το μέτρο των ομηρικών επών και ύμνων. Επος και ύμνο της εργατιάς στιχουργεί κι ο Κοτζιούλας. Εξάλλου, αυτός ο ρυθμός (-υυ, -υυ, -υυ κλπ.) τού επιτρέπει να δώσει στο ποίημα εύρος, ταχύτητα κι ορμή, που ταιριάζουν στο θέμα του: τη δυναμική κίνηση των διαδηλωτών. Οι εναλλασσόμενοι δεκαεξασύλλαβοι και δεκαεφτασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι ενισχύουν την ένταση και την αρμονία του τραγουδιού. Θεματικά το ποίημα χωρίζεται σε τρία μέρη: παραστατική εικόνα της εργατικής πρωτομαγιάτικης διαδήλωσης (στροφές 1-6), αδρή αλλά εμφαντική αναφορά στο εργατικό κίνημα (στροφές 7-9) κι επιστροφή στο χρέος του παρόντος (στροφή 10).

Ο ποιητής ξεκινά απ' τη μέση των πραγμάτων, τη διαδήλωση στο κορύφωμά της: τα χέρια τεντωμένα («ξαμώνουν») με οργή προς το δυνάστη, οι βόγκοι κι οι κραυγές των εργατών στους δρόμους, οι πρώτοι νεκροί και τ' ανάθεμα. Ακολουθεί η «ανθρωποκατεβασιά» που θα παρασύρει στο διάβα της κάθε δυνάστη. Με ρητορικές ερωτήσεις και μ' έναν υποθετικό διάλογο, τόσο με το πλήθος όσο και με τον αναγνώστη, ο ποιητής σκιτσάρει την κοινωνική ανθρωπογραφία: κλώστρες, μοδίστρες, υφάντρες, καπνεργάτριες, σύζυγοι, αδέρφια, φυλακισμένοι, εξόριστοι, θερμαστές κι οικοδόμοι, ο αδικημένος και καταπιεσμένος λαός, στο δρόμο για να «σπάσει το χαλκά», απέναντι στον εκμεταλλευτή του, που παριστάνεται σχηματικά μαζί με τις «μυρωδάτες κυρίες» του.

Με το ρήμα «αναλογίζουμαι» γίνεται η μετατόπιση στην ιστορική αναφορά: πάνω απ' όλους οι προλετάριοι, πρωτοστάτες με τις θυσίες τους, όπως έγινε το Μάη του 1936, κατόπι η περιγραφή του κατατρεγμού τους κι η κατασυκοφάντηση του εργατικού κινήματος και τέλος το σφυρηλάτημα της εργατικής πάλης στις πρωτοπόρες εργατουπόλεις της πατρίδας μας.
Η επαναφορά στο παρόν - το δικό του παρόν του 1944 - αλλά και στο διηνεκές γίνεται με μια προτροπή: τιμή στους νεκρούς και συνέχιση του αγώνα.

Παρόλο που το ποίημα είναι γραμμένο το 1944, μέσα στην κατοχή του ξένου δυνάστη και μετά από τη δικτατορία του Μεταξά, παραμένει επίκαιρο, γιατί συναιρούνται, συγχωνεύονται σ' αυτό όλα τα πάθη, οι αγώνες κι οι προσδοκίες των εργατικών και λαϊκών κινημάτων σε κάθε ιστορική στιγμή. Δεν είναι έπος μνημοσύνης αλλά παιάνας εγερτήριος. Είναι ο ελληνικός ύμνος της εργατικής Πρωτομαγιάς.

Στο επόμενο ποίημα, το «Θυσιαστήριο», ο Κοτζιούλας από ραψωδός - υμνητής μεταβάλλεται σε προσκυνητή - υμνωδό. Μαχόμενος με τους άλλους στα Τζουμέρκα τον καταχτητή, πληροφορείται την εκτέλεση των διακοσίων. Χρησιμοποιεί τον τίτλο - όρο «Θυσιαστήριο» παρομοιώνοντας το «Σκοπευτήριο» και τους εκτελεσμένους με βωμό αρχαίων θυσιών, που ποτίζεται με το αίμα αθώων και ιερών αμνών. Στέκεται με δέος στην ιερότητα του χώρου και των νεκρών. Το φτερούγισμα των ψυχών ολόγυρα υποβάλλει αυτή τη μυστηριακή επικοινωνία με τους ζωντανούς. Αυτές οι ψυχές είναι που δεν αφήνουν το χώρο να νεκρώσει και τη μνήμη να ατονήσει, να σβηστεί. Οι ευχές - υποσχέσεις των μελλούμενων γενιών για συνέχιση των αγώνων και των θυσιών των ηρώων θα είναι πολλαπλάσιες. «Θυσιαστήριο», για τον Κοτζιούλα, δεν είναι μόνο το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, αλλά και κάθε τόπος, όπου πατριώτες έπεσαν για τις ιδέες τους.

Ο Κοτζιούλας παραμένει επίκαιρος και προφητικός ποιητής:

«Σύρματα αγκαθερά
μπηγμένα μια φορά
μένουν ακόμα.
Δεν άλλαξε παρά
τυράννων η φρουρά
σ' αυτό το χώμα».

(«Συρματοπλέγματα», 1947 - μελοποίηση Α. Ξένου)

Κ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ