Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

«Η αλυσίδα μας πήρε να βογγά και να τρίζει»… (Θοδόσης Πιερίδης)


Κυπριακή συμφωνία
(αποσπάσματα)

ΙΧ

[...] Λογαριάσατε λάθος με το νου σας, έμποροι,
δεν μετριέται πατρίδα, λευτεριά με τον πήχη!
Κι αν μικρός είν' ο τόπος και το θέλει και μπόρει
τον ασήκωτο βράχο να τον φάει με το νύχι.
Τούτη η δίψα δεν σβήνει, τούτη η μάχη δεν παύει,
χίλια χρόνια αν περάσουν, δεν πεθαίνουμε σκλάβοι!

[...] Αψηλά τις καρδιές μας! Μεσ' στης γης μας το χώμα
πιο βαθιά ριζωμένοι ―κι ας μανίζουν οι ανέμοι.
Τούτο ακόμα το χρόνο, τούτ' την άνοιξη ακόμα...
Στον ορίζοντα πέρα κάποιο φως κιόλας τρέμει.
Αψηλά τις καρδιές μας κι αρχινά να ροδίζει
η αλυσίδα μας πήρε να βογγά και να τρίζει. [...]

Θοδόσης Πιερίδης

Κείμενα Κυπριακής λογοτεχνίας (τόμος β΄)


Ο Κύπριος κομμουνιστής αγωνιστής ποιητής Θοδόσης Πιερίδης γεννήθηκε στο χωριό Τσέρι και έζησε πολλά χρόνια στην Αίγυπτο, στη Γαλλία και τη Ρουμανία ως πολιτικός πρόσφυγας. Στην Κύπρο επέστρεψε το 1962, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Το έργο του, που άρχισε το 1928, περιλαμβάνει πλήθος άρθρων, μελετών και ποιητικών συλλογών, μεταξύ των οποίων η "Κυπριακή Συμφωνία".
Έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 23 Γενάρη του 1968.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Τράτα Κουλουριώτικη (Μνήμη Γιάννη Σκαρίμπα)

Νίκος Λύτρας: Βάρκα με πανί, Πάνορμος

Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ' αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα.
Δούλευε μεροδούλι στην τράτα. Μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ' αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εφτά καλάδες απ' τη νύχτα, τριάντα δυο οκάδες μαρίδα κι άλλες εξήμισυ καθαρά, αυτά ούλα - ούλα. Αναψαριά και των γονέων. Εννιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ' ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα.
Αντε τώρα βρες να την πουλήσεις. Πέντ' εξ δραμές η οκά κι ο κόσμος ούλος. Πέντ' εξ δραμές και μια τηγανιά για το κονάκι. Ούτε τον καπνό και το καρβέλι.
Αντε ζήσε. Δουλεύεις τα παραγάδια σου, τα ίδια. Ούτε το δόλωμα δε βγαίνει. Ρίχτα ούλη νύχτα κι άμε μπονώρα να τα σηκώσεις για να πάρεις τα σχαρίκια. Ούλο χάνοι και σαλιάρες. Πού και πού κάνα καθερό κάνα λιθρίνι.
Θες και δυο οκάδες καλαμάρι να δολώσεις τρακόσα αγκίστρια. Και πού να τάβρεις. Πας στην τράτα περικαλώντας. Χασομεράς μισή μέρα στους γιαλούς. Αν βγάλουνε κανένα κι αν στο δώσουν. Τα καπαρώνουν γλέπεις οι δασκάλοι για ελόγου τους. Προ πάντων κείνος ο κυρ-Βίκος, ο ληξίαρχος, που ξεκαλοκαιρεύει φαμελικώς του στην Αλέτρια. Τρελλαίνεται λέει για δαύτα. Σου λέει αν θες και πώς γίνονται. Θες τηγανιτά, θες με σπανάκι, θες πιλάφι. Οπως θες, όπως η ψυχούλα σου αγαπάει. Μηδά κοιτάει κανείς τη φτώχεια σου. Ας είν' καλά ο καπτ' Αλέκος ο πλεονέχτης. Προτιμάει να τα δίνει στους δασκάλους για τη γούλη, πέρι σ' εμένα για δουλειά, για το ψωμάκι.
Ας είν' καλά πόχει την τράτα μου και τη χαίρεται. Και τι τράτα! Κουλουριώτικη! Αχ! τέτοιο σκαρί, τέτοια τράτα...
Σα νάχει τη γυναίκα σου στην αγκαλιά του άλλος...
***
Βαθιά πικραμένος τα σκεφτόταν.
Είχε και δίκιο ο δόλιος.
Φουκαράς, φτωχαδάκι, τον είχε πάρ' η κάτω βόλτα.
Ψαράς, χταποδάς και τρατάρης, κι αργάτης ακόμα κι οξωμάχος. Οπως λάχαινε, όπως ερχόταν.
Κυνηγός του καρβελιού και του μπακέτου, όπου νάταν βρισκούμενο, στο γιαλό, στη στεριά, ή του πελάου. Χρόνια 'χε να κοιμηθεί με 'κοσπεντάρικο στην τσέπη.
Με μια σαπόβαρκα παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως. Το χειμώνα λιοτρουβιάρης ούλη νύχτα και τη μέρα δούλευε το παραγάδι. Και σαν έπιανε ο Απρίλης, ξανά πάλε στην τράτα. Στην ίδια κείνη πούταν αυτός αφεντικό και καπετάνιος της, πούταν αυτός ψυχή και καύχημά της και που τώρα τού τη χαίρονταν ο οχτρός του.
Πεντάμορφη σκλάβα χριστιανή αυτή, σ' αφέντη Τούρκο. Σκλάβος κι αυτός ο έρμος... αδερφός της.
Αχ! τύχη κακιά, μαγκούφα... Σβάρνα τον είχαν πάρει η φτώχεια και τα χρόνια... Ασπρισαν τα μαλλιά του και καμπούριασε... Να του σβαρνάν αρχίσαν και τα πόδια.
Πικρά τα συλλογιόταν ούλα.
Τον κατάλυσαν τα βάσανα και το μεράκι.
Κακομοίρη, ταπεινό τον είχε κάμει η φτώχεια. Ψωμί και δάχτυλο κι αυτός κ' η δόλια η γριά του.
***
Μ' όλα ταύτα δεν ήταν έτσι.
Οταν παντρεύτηκε, δω και εικοσιπέντε χρόνια - σαν ψες το θυμόταν - ήταν ούλος λεβεντιά και ούλος νιάτα. Είχε τη μέση δαχτυλίδι και την πορπατησιά περήφανη και κορδωμένη. Πολύτιμη αντίκα - κειμήλιο του μακαρίτη του πατέρα του - άστραφτε στο μικρό δαχτυλάκι του ζερβού χεριού του, κι ολόχρυσο ρολόι δούλευε πάντα στο τσεπάκι του γελέκου του. Μίλαγαν τα κοστούμια του και οι μπότες του έτριζαν πάντα.
Τέτοιον, γιομάτον λεβεντιά κι αρχοντικό αέρα, τον δέχτηκε γαμπρό στο πλάι της - κούκλα κι αυτή και καλομοίρα - η Βιελέττα, η γυναικούλα του.
Να εκεί μέσα - στην κρεβατοκάμαρη - πάνω απ' το κρεβάτι τους, μέσ' σε κάρυνη κορνίζα, ήταν το κάδρο του. Δέκα μερών γαμπρός με την κυρά του.
Αχ, τι χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα. Τι σαρανταφτερουγούσα ήταν κ' η τράτα του - καύχημα των γιαλών και του κυμάτου...
Πόσες φορές τώρα βουβός αψήλωνε πάνω στο κάδρο τη ματιά του.
Ενα τραπεζάκι με γλάστρα ήταν στο πλάι κι αυτός στο κάθισμα, με ρούχα γαμπριάτικα και με έως τα γόνατα λαδιές μπότες τριζάτες απ' την πόλη.
Αστραφτε η νιόφορη βέρα στο χέρι του - από εγγλέζικη λίρα - και τα χρυσά μπιχλιμπίδια της καδένας στο γελέκο του.
Ομοια κι αυτή, η Βιελέττα του, ολάσπρη και πασίχαρη, στέκονταν στο πλάι του. Γοργόνα. Το χέρι της, ακουμπισμένο πα στον ώμο του, τού φαίνονταν πως ακόμα το αιστάνονταν κει πάνω.
Αχ! Τι χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα !
Μοσκοβόλαε το σπιτάκι τους απ' το μαγέρεμα κι άστραφταν τα μάτια της Βιελέττας του σαν απόμεναν οι δυο τους. Φίλοι, μουσαφιραίοι ποτές δεν του απόλειπαν, πότε ο κουνιάδος του, πότε ο πεθερός του, πότε τα ξαδέρφια. Καλόκαρδη και προκομμένη τούς έφερνε όλους βόλτα η Βιελέττα του. Καμάρωνε και δαύτος μέσα του, φούσκωνε η καρδιά του από έρωτα. Μαγνήτη είχ' η ματιά της και τον έλκυζε, μαγνήτη είχε το σπίτι και τον ετράβα.
Αχ! πούναι κείνα τα χρόνια τα χρυσά, τα βλογημένα. Είχε και τη Φλώρα του, την τράτα, που την πούλησε για τον ανεπρόκοφτον υγιό του. Τώρα την είχε ο οχτρός του και την χαίρονταν.
Αχ! τι τράτα ήταν εκείνη, τι θαλασσοπούλα γλυκοθώρητη, τι δωδεκαποδαρούσα των γιαλώνε;... Σκαρί κουλουριώτικο ήταν η Φλώρα του, μπακίρι μοναχό 'ταν το καρφί της.
Ο Μεγαλέξαντρος ο Μακεδόνας ήταν στην πλώρη της σκαλιστός, με το χρυσό κοντάρι του στη χέρα.
Σπαθάτη ήταν μπρος - πίσω. Σπαθάτη, γοργοτάξιδη, σαΐτα. Ομόρφαιν' ο γιαλός από τα νιάτα της, μάγια 'χαν τ' άρματά της και τα δίχτυα.
Αχ, ανταγιάντιστος καϋμός τούχε μείνει η Φλώρα του. Μ' οχτώ νομάτους κι αυτός εννιά κι άστα να πάνε... «να γλέπ' ο γιαλός να χαίρεται, να γλέπ' η στεριά να χαιρετάει...». Φτερό κουπί, λεπίδι η πλώρη της. Αχ! τύχη μαγκούφα... τι να σου πρωτοθυμηθεί και τι να πρωτοκλάψει.
Κι αυτός ολόρθος πα στην πρύμη της, με τα βρακιά ανασκουμπωμένα και περαστό το διάκι μες στα σκέλια του, να δίνει τις διαταγές του στους σγαρίλιους.
- Μόλα, μόλα, καλό παιδί, μόλα σκοινί και δόστου νάχει.
Κι όταν πάσα βραδάκι - το λιοβασίλεμα - με τη γλυκιά ανάμνηση της Βιελέττας στην καρδιά του, με τη νοστιμάδα των φιλιών της μες στις φλέβες του, έμπαινε στ' απάνεμο λιμανάκι της Αλέτριας, πόσο προαπολαυστικά ατένιζε το ντερσέκι και τα κεραμίδια του σπιτιού του και πόσο γαργαλιστικά του ερέθιζε τους πόθους της καρδιάς του αυτό το οκνό τραγουδάκι των τρατάρηδων:
Εγια μόλα
έγια λέσα
άιντε όλοι
όλοι μαζί...
{...}

Γιάννης Σκαρίμπας

Από τη συλλογή διηγημάτων Καϋμοί στο Γρηπονήσι (αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη 5/9/2010)

(Ο λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος Γιάννης Σκαρίμπας έφυγε από τη ζωή μια μέρα σαν σήμερα, το 1984).

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Η Τράπεζα του Μέλλοντος (Κ. Π. Καβάφης)


Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

        Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Ν. Καββαδίας - WILLIAM GEORGE ALLUM


Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία·
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές…
Του κάκου· γνώριζεν αυτός ―καθώς το ξέρουμ’ όλοι―
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Βay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: «Θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

(Μαραμπού, Άγρα 1995)

Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Ερμηνεύει η Αρλέτα 

 

Ο ποιητής των πιο μακρινών μας ταξιδιών, γεννήθηκε σαν σήμερα στις 11 Γενάρη του 1910.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Δημήτρης Τατάκης

Ο ηρωϊκός Δημήτρης (Μήτσος) Τατάκης

«Ω μητέρα μου εσύ σεβαστή, κι ω εσύ που με φως γεμίζεις αιθέρα το παν, ω, για δέστε με πόσο άδικα πάσχω!»
(Από τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου)

«Πέρσι τέτοια μέρα, 16 του Δεκέμβρη, πέθαινε στις φυλακές του Μακρονησιού ο Δημήτρης Τατάκης. Ετσι ξαφνικά ήρθε το μεγάλο κακό, δεν το περίμενε κανένας, δεν το πίστευε κανένας. Και πώς μπορούσε να πεθάνει ο Τατάκης; Ενάμιση χρόνο στεκόταν όρθιος, πάνω στο βράχο, ακίνητος, με το πρόσωπο αντίκρυ στην Ανατολή, με τη σκέψη και την καρδιά του δοσμένη σ' όλον τον κόσμο - και να τον δέρνει ο άνεμος και να τον μουσκέβει η βροχή, και να κρουσταλιάζει η παγωνιά το βασανισμένο κορμί του.

Ολοι τόνε ξέρανε πια στο νησί τον Δημήτρη Τατάκη. Κοντά του όμως λίγοι μπορούσαν να φτάσουν: Εκείνοι που είχαν τη δική του παλικαριά - ήταν μεγάλος ο δρόμος ίσαμε το βράχο... - κι εκείνοι που ερχόντουσαν να τον βασανίσουν. Οι άλλοι τόνε βλέπανε από μακριά, όρθιο πάντα, όλες τις ώρες.
- Ποιος είναι; ρωτούσαν.
- Ο Τατάκης.

Περνούσε η νύχτα μέσα στα βογγητά και το αίμα. Ο άνεμος ήταν άγριος. Η θάλασσα χτυπούσε δυνατά το νησί κι έφευγε σφυρίζοντας αναδιπλωμένη, στο σκοτάδι. Κάτι φωνές. Ποδοβολητά. Οι σκηνές των φυλακισμένων αγρυπνούσαν. Ψυχή δεν ξεμυτούσε. Ο θάνατος παραμόνευε. Πότε θα τελειώσει τούτη η νύχτα; Πριν χαράξει έπαυαν τα βογγητά, η θάλασσα ημέρευε, ο άνεμος έπεφτε - τραγουδούσε η σάλπιγγα εγερτήριο.

Εβγαιναν απ' τις σκηνές οι φυλακισμένοι. Ολοι κοιτούσαν προς τα κει. Στην "απομόνωση". Να, ένας ίσκιος - μόλις που τον αγγίζει ο Αυγερινός. Ορθιος πάλι. Δεν έπεσε. Στέκεται ακίνητος. Νίκησε. Αυτός μοναχός, μες στη νύχτα. Ο Τατάκης. Εφευγε ο χειμώνας, έφευγε το καλοκαίρι, ερχόταν δεύτερος χειμώνας, εκεί ο Τατάκης, εκεί κι ο βράχος.

Μια φορά είχε πάει ο γιατρός της φυλακής να τον δει. Ακουσε πως είχε μείνει τριανταδυό μέρες και τριανταδυό νύχτες άγρυπνος, γυμνός, χειμώνα καιρό να σπρώχνεται στην παγωμένη θάλασσα, να στεγνώνει με τον άνεμο, να βασανίζεται, να ματώνει, χωρίς μια στιγμή να πει "αφήστε με", χωρίς να πλαγιάσει. Δεν τον πίστευε ο γιατρός. Πήγε κοντά του. Είδε ένα νέο άντρα, να χαμογελάει...
- Εσύ ανέτρεψες την επιστήμη, του είπε.

Ο Τατάκης όλο χαμογελούσε. Οχι τώρα. Κι όταν βασανιζόταν ακόμα. Δεν μπορούσε να κάνει εξαίρεση στο γιατρό. Λίγο - λίγο άρχισαν να τον παραδέχονται κι οι βασανιστές του. Καταλάβαιναν πια πως δεν μπορούσαν να τον κάνουν να λυγίσει. Αυτό βέβαια δε σήμαινε πως θα σταματούσε ο παιδεμός. Η διαταγή, διαταγή. Αλλά να, τις άλλες ώρες, έρχονταν να του προσφέρουν δειλά ένα τσιγάρο, να τον ρωτήσουν "πώς παν τα κέφια", "πώς τα περνάει".
- Καλά, καλά, τους απαντούσε ο Τατάκης με το ίδιο, τ' ακίνητο χαμόγελό του. Καμιά πίκρα δεν είχε στα μάτια. Κανένα παράπονο στα χείλη. Ξέρει πως έτσι έπρεπε να σταθεί. Δε γινόταν αλλιώς. Ηταν κάτι πολύ φυσικό γι' αυτόν νάναι ο Ανθρωπος, δυνατότερος κι απ' την πιο ανελέητη βία.

Είχε τη θάλασσα συντροφιά του όλη τη μέρα και τη νύχτα. Κάποτε δούλευε στη θάλασσα: Δεύτερος πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Γιατί τον φέρανε στο Μακρόνησο; Αν είχε καμιά "κατηγορία" δε θα τον κρατούσαν τόσον καιρό υπόδικο στις φυλακές. Θα δικαζόταν όπως χιλιάδες άλλοι. Για να τον βαστάνε λοιπόν έτσι, θα πει ότι δεν υπάρχει "υπόθεση". Μπορούσε και να τον άφηναν "ελεύθερο", φτάνει νάλεγε μόνο πως τα βασανιστήρια, οι σκοτωμοί, η τυραννία, που δοκίμαζαν τα παιδιά του λαού, το αίμα, η φωτιά, ήταν σωστά πράγματα - πως το θηρίο που τον παίδευε είχε μεγαλύτερη ανθρωπιά απ' τον ίδιο που μαρτυρούσε.

Ο Δημήτρης Τατάκης, ο καπετάνιος, είπε δε γίνεται αυτό. Μέτρησε τη ζωή, μέτρησε το θάνατο - θα ζούσε για να πεθάνει. Δε θα πέθαινε για να ζήσει. Από κει και πέρα, ό,τι και να ερχόταν, το περίμενε όπως η γη το νερό. Και στεκόταν όρθιος πάνω στο Βράχο. Πότε τον φόρτωναν και με πέτρες. Πότε του λέγανε να σηκώνει το ένα του πόδι.
- Από τέτοια, παιδιά, έννοια σας. Μη στενοχωριόσαστε...

Χαμογελούσε. Κι αγνάντευε τη θάλασσα. Ενα καράβι στον ορίζοντα. Κατά πού να πέφτει το σπίτι του; τι να συλλογιέται τάχα η μητέρα; Η γειτονιά του θάναι ήσυχη τούτη την ώρα; Τα μεγάφωνα του Μακρονησιού έπαιζαν τραγούδια. Κάθε τόσο, τάκοβε ο σπήκερ. "Η Μακρόνησος είναι ο φάρος της ελευθερίας". Φάνηκε μπροστά του ο βασανιστής.
- Απόψε θα υπογράψεις Τατάκη, του είπε. Πρέπει να τη διαλύσουμε την απομόνωση. Κι όταν υπογράψεις εσύ θα τη διαλύσουμε...
Πάλι το χαμόγελο.
- Βάζουμε στοίχημα πως θα υπογράψεις;
- Θα το χάσεις το στοίχημα.
- Ρε βάζεις στοίχημα;
- Θα το χάσεις.

Επεσε πάνω του ο βασανιστής. Τόνε χτυπούσε με το "μπαμπού", με τις αρβύλες, με τις γροθιές, τον γκρέμιζε στους βράχους, του έσφιγγε το λαιμό. Απόκαμε το θηρίο. Ανάσαινε βαριά. Εσταζε ιδρώτα. Ο άλλος χαμογελούσε πάντα μέσα στα αίματα. Τότε χυμάει ο βασανιστής μ' ένα ουρλιαχτό, του δαγκώνει τ' αφτί, να το κόψει. Σηκώνεται αφρισμένος. Πνίγεται. Τρέμει. Δεν μπορεί πια να μη φωνάζει:
- Τη μάνα μου να μου λέγανε, την πατρίδα μου να μου λέγανε, το θεό να μου λέγανε, θα τους πρόδινα για να γλιτώσω...
Φεύγει σκουντουφλώντας με σκυμένο το κεφάλι. Κι ο Τατάκης, ο καπετάνιος, καθώς είναι πεσμένος μπρούμητα στο σκληρό χώμα του Μακρονησιού, με τις πληγές και με τη χαρά της νίκης στο πρόσωπο, του φωνάζει ήρεμα.
- Ψιτ. Τόχασες το στοίχημα...

Ενάμιση χρόνο στάθηκε ο νέος Προμηθέας στο Βράχο του. Οι Αγγελιοφόροι του Δία των φυλακών, του φέρνανε κάθε τόσο μηνύματα. Εστελνε κι αυτός το δικό του. "Θα μείνω εδώ, πέστε του". Και πλήθαινε η απομόνωση και μ' άλλα παλικάρια. Τον χαιρετούσαν μ' εμπιστοσύνη, "Μαζί σου κι εμείς".

Πέρσι, τέτοια μέρα, 16 Δεκεμβρίου, η Διοίκηση των φυλακών πήρε τη μεγάλη απόφαση. Με κάθε τρόπο θάσβυνε η Απομόνωση. Εφταναν οι εκλογές. Το μεγάλο κακό θα σταματούσε. Δεν έπρεπε να γλιτώσει έτσι ο Τατάκης κι η συντροφιά του. Είχαν γίνει πολλοί.

Οδήγησε λοιπόν σε συγκέντρωση τους φυλακισμένους. Θα έβγαζε λόγο κάποιος του "Γραφείου Ηθικής Αγωγής". Ολα ήταν προμελετημένα. Χασισοπότες απ' τις Στρατιωτικές Φυλακές βρίσκονταν εκεί, εφοδιασμένοι με σύρματα, με κοτρόνια, με πέτρες. Δίνεται το σύνθημα. Ορμούν πάνω στα παιδιά της Απομόνωσης. Ποτέ δεν ξανάγινε σ' εκείνη τη σκληρή γη, την αιματοποτισμένη, αυτός ο χαλασμός. Γκρέμιζαν παλικάρια από ψηλούς βράχους στη θάλασσα. Χτυπούσαν όπου βρίσκανε. Γδέρνανε οι αρβύλες τα στήθια των παλικαριών. Γέμισε βογγητό πάλι ο τόπος.

Οι άλλοι φυλακισμένοι σάστισαν μπροστά στο κακό. Ακούστηκε μια φωνή άγρια: "Οι πολίτες να τραβήξουν πάνω στις σκηνές τους! Γρήγορα"! Σε λίγο οι βασανιστές μάζευαν τα πληγιασμένα κορμιά από τους βράχους, από τη θάλασσα, και τα πήγαν στην Απομόνωση. Ρίξανε το καθένα στ' ατομικό του αντίσκηνο. Η νύχτα σκέπασε το Μακρονήσι. Μια φωνή ακουγόταν, εκεί γύρω. "Πεθαίνω... πεθαίνω...".

Ηταν η φωνή του Τατάκη. Την άκουσε μέσα στον πονεμένο της ύπνο η συντροφιά του. Υστερα έσβυσε. Ενα σούσουρο ακολούθησε. Ποδοβολητό. Σα να κουβαλούσανε κάποιον. Δεν μπορούσε κανένας να δει. Την άλλη μέρα τ' αντίσκηνο του Τατάκη ήταν άδειο, με το μπογαλάκι του και το παγούρι πεταμένο σε μιαν άκρη. Τον πήραν και τον θάψανε στο Λαύριο - οι δικοί του το έμαθαν αργότερα, μ' ένα "συλλυπητήριο" τηλεγράφημα του διοικητή της Σ.Φ.Α.

Ετσι πέθανε ο νέος Προμηθέας του Μακρονησιού. Ομως στο βράχο, στάθηκαν άλλα παλικάρια, με το πρόσωπο αντίκρυ στην Ανατολή, ν' αγναντεύουν τη θάλασσα και να χαμογελούν σ' όλον τον κόσμο, καθώς ο Τατάκης, ο Δημήτρης Τατάκης - ο Καπετάνιος».

Γ.Σ.

* Σύμφωνα με κείμενα - μαρτυρίες των συγκρατουμένων στη Μακρόνησο συντρόφων του Διονύση Γεωργάτου και του αξέχαστου Γιάννη Παλαβού (βλέπε «Ρ» 26/1/2003), ο ηρωϊκός Δημήτρης (Μήτσος) Τατάκης, μετά από βασανιστήρια 33 ημερών, υπέκυψε στις 9 προς 10 Γενάρη 1950, ενώ ο υπογράφων με τα αρχικά Γ. Σ. συγγραφέας του διηγήματος χρονολογεί το θάνατο του «προμηθεϊκού» κομμουνιστή Δ. Τατάκη, στις 16/12/1949. Οι προσπάθειές μας να μάθουμε από επιζώντες συγγραφείς - αγωνιστές του ΔΣΕ, ποιος μπορεί να υπέγραφε με τα αρχικά Γ. Σ. δεν είχαν αποτέλεσμα. Μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε: Μήπως πρόκειται για τα αρχικά του Γιαννακόπουλου Σταμάτη («Πέτρος Ανταίος»); Μήπως, για κάποιον, επίσης μακρονησιώτη, συγκρατούμενο του Τατάκη; Μήπως τα αρχικά «Γ. Σ.», όπως και το «Γρηγόρης» και άλλα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε στην ΕΠΟΝίτικη «Νέα Γενιά» και άλλα ΕΑΜογενή έντυπα, ο αγωνιστής, γνωστός πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γεράσιμος (Μεμάς) Σταύρου; Μήπως, τα αρχικά παραπέμπουν στον αλησμόνητο, συγγραφέα, δραματουργό, σκηνοθέτη, μεταφραστή, επικεφαλής του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ, και μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ μέλος της πρώτης εκδοτικής επιτροπής των εκδόσεων «Νέα Ελλάδα» στο Βουκουρέστι, Γιώργο Σεβαστίκογλου; Σημειώνουμε, τέλος, ότι το διήγημα αυτό περιλήφθηκε στη συλλογή «Πεζογράφοι της Αντίστασης», που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», το 1952.

(Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη την Κυριακή 17 Δεκέμβρη του 2006)

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

70 χρόνια μετά: ΕΠΟΝίτικα κάλαντα στην Αθήνα του 1944


Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
Λαοκρατία Λευτεριά
Στη χώρα μας θ' ανθίσει
Και το φασισμό θα σβήσει

Αγιος Βασίλης έρχεται
Κι ο βασιλιάς δεν έρχεται
Να μείνει στην Αγγλία
Και ας φτιάξει εκεί δικτατορία

Ο Παπανδρέου ο χαλβάς
Λένε πως ντύθηκε τσολιάς
Και ζήτησε απ' το Ράλλη
Τα τσαρούχια του να βάλει

Ερχεται ο Σκόμπυ ο τρυφερός
Του Ντούτσε διάδοχος σωστός
Απ' τη Μεγάλη Βρετανία
Μα κωλώνει στα Χαυτεία

Κει πέρα βρίσκει τον ΕΛΑΣ
Του λέει «Σκόμπυ δεν περνάς»
Κι αυτός μαζεύει την ουρά του
Οπως μάζευε ο Ντούτσε τα φτερά του.

Με μια συγκινητική και ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τα αγωνιστικά κάλαντα που έψαλλε η ΕΠΟΝ 70 χρόνια πριν, μέσα στην ηρωική μάχη του Δεκέμβρη του 1944, υποδέχτηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι του στον Άλιμο, ο Κώστας Ξένος, παλαίμαχος ΕΠΟΝίτης, τα νέα παιδιά μέλη της ΚΝΕ που έψαλλαν τα κάλαντα της δικής τους οργάνωσης. Η μαρτυρία και οι στίχοι από τα κάλαντα, όπως τους συγκράτησε ο Κ. Ξένος δημοσιεύτηκαν στο σημερινό Ριζοσπάστη.

Αφηγείται ο Κ. Ξένος: «Πλησίασαν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά 1945 και ένας έριξε την ιδέα να βγούμε να πούμε τα κάλαντα, να μαζέψουμε γλυκά και βιβλία για να τα πάμε στα νοσοκομεία Δαφνίου και Ελευσίνας που νοσηλεύονταν τραυματίες του ΕΛΑΣ και άμαχοι από τους καθημερινούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Δε θυμάμαι ποιος έφτιαξε τους στίχους και τους προσάρμοσε στο σκοπό, είχαν όμως επίκαιρο πνεύμα, ταιριαστό στην κατάσταση των ημερών και άρεσαν πολύ.  Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά κάναμε με τους τραυματίες στα νοσοκομεία που ανέφερα». Και προσθέτει δίνοντας την ευχή του για το σήμερα: «Οι ΚΝίτες μας, η νέα γενιά κομμουνιστών, να συνεχίσετε τον αγώνα μέχρι την ανατροπή του καπιταλισμού, να μας φτάσετε και να μας ξεπεράσετε!»

[Φωτογραφία (ΑΣΚΙ): Χριστούγεννα του 1944. ΕΠΟΝίτες της Πρέβεζας τραγουδούν τα Κάλαντα.]

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

«Έχω αρκετό κουράγιο για να δίνω στ’ όνειρο τη θέση μοναχά του ονείρου»


ΙΙΙ

Θα σου πω κάτι
εξαιρετικά σπουδαίο
Ο άνθρωπος αλλάζει φύση
όταν αλλάζει τόπο.
Εδώ αγαπώ τρομερά
τον ύπνο που έρχεται σαν ένα χέρι φιλικό
ν’ ανοίξει την κλειδαριά της πόρτας μου
να ρίξει τους τοίχους που με κλείνουν.
Όπως λέει μια κοινή παρομοίωση
αφήνομαι στον ύπνο
καθώς γλυστράει το φως σε ατάραχα νερά.

Τα όνειρά μου είναι εξαίσια
Βρίσκομαι πάντοτε όξω.
Ο κόσμος είναι ολόφωτος, ο κόσμος είναι ωραίος
Ούτε για μια στιγμή
Δεν ήμουνα φυλακισμένος.
Ούτε για μια στιγμή μες στα όνειρά μου
Δεν έπεσα από την κορφή στην άβυσσο.
Θα πεις πως είναι τα όνειρά μου τρομερά
Όχι, καλή μου.
Έχω αρκετό κουράγιο για να δίνω στ’ όνειρο τη θέση μοναχά του ονείρου.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

(Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)

«Επιστολές και ποιήματα (1942-1946)», ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Κέδρος

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

24 προτάσεις για να χαρίσετε ένα βιβλίο ― Πράξη αντίστασης και… πλάνα αυτομόρφωσης


Διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο δίνουμε στη σκέψη την κινητήρια δύναμη να δουλέψει τα γρανάζια της, να αναπνεύσει μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον που δημιουργεί η αδυσώπητη καθημερινότητα του αγώνα για την επιβίωση και να ανοίξει ρωγμές στα ―φαινομενικά― αδιαπέραστα τείχη που χτίζει τριγύρω η κυρίαρχη προπαγάνδα.
Χαρίζοντας ένα καλό βιβλίο… στον εαυτό μας ή στους φίλους μας, συμμετέχουμε σε μια πράξη αντίστασης απέναντι στην πολτοποίηση των συνειδήσεων, απέναντι στον καταναγκασμό της τηλεοπτικής αποχαύνωσης και στη μιζέρια που μάς έχουν φυλαγμένη για  «αποκούμπι» όταν και τα τελευταία αποθέματα κουράγιου στερέψουν. Αυτά τα αποθέματα δεν στερεύουν όσο τα χωράφια της ανθρώπινης ψυχής καλλιεργούνται με τα εργαλεία που χάραξαν την πορεία του λαού μας και την μπόλιασαν με τα ιδανικά της εργατικής τάξης. Τότε οι ορίζοντες μένουν ανοιχτοί και φωτίζουν την ελπίδα.

Το βιβλίο αντί να αντιμετωπίζεται από την πολιτεία (όχι βέβαια από αυτή την πολιτεία) ως κοινωνικό αγαθό και να είναι προσιτό σε όλους, πέρα από βαλάντια, έχει γίνει σήμερα κάτι σαν είδος πολυτελείας. Παρά το γεγονός ότι το κόστος της έκδοσης συρρικνώνεται ―η τεχνολογική εξέλιξη βοηθά― η τιμή του παραμένει ψηλή και απαγορευτική για τους περισσότερους. Απέναντι σε αυτό το δεδομένο δεν μένουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Αξιοποιούμε τις όποιες δυνατότητες μάς δίνει ο εμπορικός ανταγωνισμός για χαμηλότερες  τιμές στις νέες κυκλοφορίες, επισκεπτόμαστε εκθέσεις και παζάρια, κάνουμε μια βόλτα στα παλαιοβιβλιοπωλεία ή σταματάμε μπροστά στους βαρυφορτωμένους υπαίθριους πάγκους όπου με λίγη τύχη μπορούμε να ανακαλύψουμε πραγματικά διαμάντια (και όχι απαραίτητα πολύ παλιές εκδόσεις) σε τιμές αντίστοιχες μιας τυρόπιτας ή μιας επίσκεψής μας σε ένα καφέ! Χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε πως για να διαβάσεις ένα βιβλίο δεν είναι απαραίτητο σώνει και καλά να το αγοράσεις. Μπορείς και να το δανειστείς.

Οι μέρες των γιορτών είναι πάντα μια αφορμή ―για όσους έχουν τη δυνατότητα― για να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας ή στα αγαπημένα μας πρόσωπα. Το δώρο αυτό ας είναι ένα βιβλίο.

Στη λίστα που ακολουθεί προτείνουμε βιβλία (με τυχαία σειρά) που κατά τη γνώμη μας αξίζει να αλλάξουν χέρια και να διαβαστούν. Επιλέξαμε μια λίστα από 24 βιβλία που διαβάσαμε (τα περισσότερα τους τελευταίους μήνες) και κάποια (5) που ξεχωρίσαμε και σκοπεύουμε να διαβάσουμε σύντομα. Δεν θα βρείτε εδώ πολυδιαφημισμένες και «ευπώλητες» εκδόσεις με φανταχτερά εξώφυλλα, χώρια που κάποιους συγγραφείς ούτε που θα τους έχετε ακουστά, αλλά μερικά από αυτά τα ταπεινά «εργαλεία» που λέγαμε πιο πάνω.

Όλα τα βιβλία κυκλοφορούν στο εμπόριο. Αν έχετε σκοπό να μπείτε σε κάποιο βιβλιοπωλείο, τότε φροντίστε αυτό να μη συμβεί Κυριακή. Η πράξη αντίστασης που συνιστά η αγορά και μελέτη ενός καλού βιβλίου αποχτάει μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική σημασία όταν συνοδεύεται από την ταξική αλληλεγγύη στους εργαζόμενους των εμπορικών καταστημάτων που απεργούν τις Κυριακές κόντρα στις επιταγές του σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα που πάνε να επιβάλλουν Ευρωπαϊκή Ένωση, τρόικες και κυβέρνηση.

ΥΓ. Η προτεινόμενη λίστα θα μπορούσε ―καλό και χρήσιμο θα ήταν― να μεγαλώσει με τη συμβολή των αναγνωστών. Αναμένονται προτάσεις στα σχόλια.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής (1925-1996) ― Ο δημιουργός αγωνίζεται στο πεζοδρόμιο

Ο Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής
Η εποχή μας δεν είναι επική και μεγαλειώδης, έχει πολλή σκληρότητα, πολλή πεζότητα, θέλει υπομονή και επιμονή, η φλόγα της ψυχής πρέπει να ζεσταίνει και να φωτίζει τη σκέψη και, από την άλλη, η «ψυχρή» ανάσα της σκέψης δεν πρέπει να σβήνει αυτή τη φλόγα.

Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής το κατάφερε με τη στάση ζωής του και με το σύνολο του έργου του, προτρέποντας ταυτόχρονα: «Συνεχίστε...»

Του ήταν αρκετά μερικά μέτρα ενός ταπεινού δρομάκου για να δείξει το πολύπλευρο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, «πίσω» από τα πρόσωπα των έργων του, τα οποία παρακολούθησε στην «κίνησή» τους στη ζωή, αλλά κυρίως στις μεταβολές τους και στις αιτίες τους.

Ενιαία και αδιαίρετη με την πολιτική στράτευσή του στο ΚΚΕ, όχι ως άθροισμα, αλλά με την κάθε πλευρά να πηγάζει και να δένεται με την άλλη, η δημιουργία του διακρίνεται από την αταλάντευτη πίστη στη δυνατότητα της εργατικής τάξης και του λαού να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα και να μετατρέψει αυτήν τη γνώση σε δύναμη, για να αλλάξει τον κόσμο.

Πέρα από τη συναισθηματική δόνηση, ωθεί τον αναγνώστη σε βαθιές σκέψεις και τον καλεί σε συνειδητή δράση κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Είναι τρομακτικού βάθους, η «φωνή που βγάζει» στο θεατρικό του έργο «Η Σκοπιά», γραμμένο για την τελευταία μάχη στο Γράμμο, όταν ο ασυρματιστής αγωνιά «να μη χαθεί η σύνδεση...», δηλαδή η σύνδεση με το αύριο, καθώς ο αγώνας παίρνει νέα μορφή, αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος.

Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα, στο «Δρομάκο με την Πιπεριά» στην πλατεία Βικτωρίας, από όπου ξεκίνησε τους αγώνες του με την ΕΠΟΝ αρχικά και στη συνέχεια με το ΚΚΕ.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, γράφει τη σατιρική επιθεώρηση «Ο Αρχικένταυρος» που ανέβηκε, αργότερα, από ερασιτεχνικό θίασο, για την προπαγάνδιση του ΕΑΜ.



Το 1942 συνεργάζεται με τον Γρηγόρη Ξενόπουλο στη «Διάπλαση των Παίδων» και δημοσιεύει αντιστασιακούς στίχους στον ΕΑΜικό, και στον ΕΠΟΝίτικο Τύπο.

Εντάσσεται στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Νεανική φωνή», μαζί με την Αλκη Ζέη, τον Τάσο Λιγνάδη και άλλους, όπου δημοσιεύει ποιήματά του με το ψευδώνυμο «Στέφος Ροδάνθης», το πρώτο από μια σειρά καλλιτεχνικών ψευδωνύμων (Φώτης Αθηναίος, Δήμος Ροδάς, Φους - Φους κ.ά.), που θα χρησιμοποιήσει όλα τα επόμενα χρόνια είτε για να προστατευθεί στα χρόνια της παρανομίας είτε απλά για λόγους σεμνότητας και χιούμορ.
Ως υπεύθυνος Πολιτισμού στα Αετόπουλα και στην ΕΠΟΝ συμβάλλει αποφασιστικά στην πολιτιστική έκρηξη της Εθνικής Αντίστασης με το «Θέατρο του Δρόμου» στις γειτονιές και αργότερα με έργα στο Βουνό και το καλλιτεχνικό συγκρότημα του ΔΣΕ.
Για την προσφορά του θα προλάβει ήδη μέχρι το 1949 να ...τιμηθεί από το αστικό κράτος με δύο καταδίκες σε θάνατο!

Γράφοντας για τον πόλεμο, ο Ρεντής ξεγύμνωσε τις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στις συνθήκες της Κατοχής, ανέδειξε τον αγώνα του ΕΑΜ, ψυχή και κύριος αιμοδότης του οποίου ήταν το ΚΚΕ, και υπογράμμισε τη σημασία της οργανωμένης πάλης.

Η θεματολογία του ήταν πρωτότυπη, όπως το έργο του «10 ατέλειωτες ώρες» που αφορά τη δράση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, από την επιχειρούμενη αρπαγή της εκ μέρους των ναζί και των συνεργατών τους.

Απέδειξε έτσι, πόσο ολοκληρωμένος ήταν και πρέπει να είναι ο αγώνας των κομμουνιστών, συμπεριλαμβάνοντας στην πάλη για το «καθημερινό ψωμί», και όλα όσα είναι αναγκαία για την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου, όπως ο Πολιτισμός.

Στα έργα του σκιαγραφείται επίσης, το «πρόπλασμα» του αυριανού ανθρώπου, έτσι όπως γεννιέται, συμμετέχοντας με όλο του το είναι στον αγώνα του σήμερα.

Η πένα του πάντοτε ανέδειξε το μεγαλείο του Ανθρώπου: Σε μια εκπληκτική σκηνή στον «Δρομάκο με την Πιπεριά», η νίκη της ανθρώπινης προσωπικότητας επί του αφρισμένου φασιστικού κτήνους έχει το πρόσωπο ενός δασκάλου κρατούμενου των ναζί στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου στα παιδιά της γειτονιάς που τον επισκέφθηκαν είπε ότι εκτός από τα φρικτά σωματικά βασανιστήρια, οι ναζί εφάρμοζαν και ψυχολογικά βασανιστήρια, όπως το άσκοπο κουβάλημα τόνων πέτρας.

Οι κρατούμενοι, όμως, σώρευαν τις πέτρες σχηματίζοντας πυραμίδα, ένα γεωμετρικό σχήμα με μορφή, δηλαδή, για να «μη χάσουν το μυαλό τους».

Καμιά πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας δεν απουσιάζει από το έργο του Ρεντή, στο οποίο ιδιαίτερα «γόνιμο», κοινωνικά, πρόσωπο αναδεικνύεται η Γυναίκα.

Πρόκειται για τα ντροπαλά κορίτσια που προπολεμικά περίμεναν στο σπίτι να τους φέρει ο πατέρας το «γαμπρό» και έφθασαν να καθοδηγούν με το αυτόματο στο χέρι, ολόκληρα τμήματα στο Γράμμο.

Αλλά και οι «βαριοί» σύντροφοι μαθαίνουν να εκδηλώνουν τα αισθήματά τους.

Βαθιά ανθρώπινες σελίδες για όλα εκείνα τα παιδιά που περπάτησαν το θάνατο δίχως να σκοντάψουν, χωρίς προηγουμένως να γνωρίσουν τη γλύκα του φιλιού και τον έρωτα που «σταματά το χρόνο».

Μετά τον αγώνα του ΔΣΕ, ακολούθησε η πολιτική προσφυγιά - κυρίως στη Ρουμανία - για δεκαεννιά έτη, από τα πλέον δημιουργικά της ζωής του.

Το 1962 τού απονέμεται το Πρώτο Βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για τον επαναπατρισμό του, που επικυρώθηκε με κυβερνητική απόφαση του 1966, αλλά υλοποιήθηκε το 1968.

Η επιστροφή του κατά τη διάρκεια της χούντας σήμανε - για ακόμα μια φορά - μια ζωή μέσα στο κυνηγητό και την παρανομία. Αρχικά συλλαμβάνεται και αργότερα αφήνεται ελεύθερος, αφού πρώτα του αφαιρούνται η ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα προς εργασία.

Αδυνατώντας να εκδώσει οποιοδήποτε έργο του, κερδίζει το ψωμί του γράφοντας με ψευδώνυμα επιτυχημένες σειρές για το ραδιόφωνο («Το σπίτι των ανέμων» κ.ά.) αλλά και βραβευμένες διαφημίσεις, την αμοιβή των οποίων εισέπρατταν γνωστοί και φίλοι για λογαριασμό του.

Μετά την πτώση της χούντας, συνεχίζει την πετυχημένη δουλειά σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές σειρές, ενώ το 1974 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του στην Ελλάδα, την ποιητική συλλογή «Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη», που γράφτηκε μέσα στην καρδιά των γεγονότων του Πολυτεχνείου και αρχικά μοιράστηκε σε χειρόγραφα από χέρι σε χέρι.

Το 1976 μετακομίζει στην Καλλιθέα όπου θα μείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Θα στηρίξει τη δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου και θα αφιερωθεί στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας.

Παρά τις απίστευτες δυσκολίες, την παρανομία και τα οικονομικά προβλήματα, η λογοτεχνική παραγωγή του Ρεντή είναι εξαιρετική τόσο σε όγκο όσο και σε ποιότητα, αφού αποτελείται συνολικά από 32 εκδομένα έργα, 15 ανέκδοτα, 21 ποιητικές συλλογές, 24 θεατρικά, 50 μονόπρακτα, σενάρια για πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, 10 ραδιοφωνικές εκπομπές με 1.000 συνολικά επεισόδια και 22 τηλεοπτικές εκπομπές.

Αναπόσπαστο κομμάτι του έργου του η δημοσιογραφία μέσω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με το «Ριζοσπάστη» και τον «902» και η απλόχερη βοήθειά του σε πολλούς νέους δημοσιογράφους.

Η πένα του αναμετρήθηκε με όλους όσοι ήθελαν να βάλει το ΚΚΕ «λίγο νερό στο κρασί του», να χάσει δηλαδή την επαναστατική του ψυχή.

Τιμήθηκε πολλές φορές για το έργο και την ανεκτίμητη προσφορά του. Ανάμεσα στα βραβεία αυτό της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών, το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης στη Ρουμανία και το Πρώτο βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού για το έργο του «Νεκρή Γραμμή» το 1962 και εκ νέου από το Φεστιβάλ Ιθάκης το 1980 και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1993. Επίσης, έλαβε το πρώτο βραβείο «Κώστα Ελευθερουδάκη» για το παιδικό βιβλίο «Το πιο παράξενο ταξίδι».

Ηταν ο άνθρωπος που έγραψε το «Σαν ατσάλινο τείχος», το «Παιδιά σηκωθείτε», το «Βροντάει ο Ολυμπος και πάλι» για τον ΔΣΕ και το τραγούδι για τον Νίκο Μπελογιάννη.

Στη διαθήκη του, με την οποία άφησε όλο του το έργο στο Κόμμα, έγραψε πως «ο δημιουργός, όπως με δίδαξε το ΚΚΕ δεν μπορεί να μένει κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, παρατηρητής και "κριτής", αλλά ν' αγωνίζεται στα πεζοδρόμια, τον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού».

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης, Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής με τα χέρια του ποτισμένα από τον ιδρώτα του ανθρώπινου μόχθου, μια στάλα τρίμμα πιπεριάς και την αψιά μυρωδιά της μπαρούτης, αγωνίστηκε στον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού.

Ν. Α.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα εξορίας ― Χριστούγεννα του 1948


Χριστός γεννάται σήμερον εδώ στην εξορία
αλλά με τρόπο ανώμαλο και με ταλαιπωρία
γιατί σαν το έμαθε ο «Βαν Φλιτ» έγινε θηριώδης
κι αφρίζων και μαινόμενος σαν βασιλεύς Ηρώδης
συνέλαβε αυτοστιγμεί χωρίς κανέναν λόγον
τον Ιωσήφ, την Παναγιά, την φάτνη των αλόγων
και τελικά της γένεσης εφέτος το μυστήριον
συνετελέσθη στου σχολειού μέσα το κρατητήριον!

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ο ορισμός σας
Χριστού την Θείαν γένεση να πω στ' αρχοντικό σας
Καλήν εσπέραν άρχοντα γέρο Κατσουλιδάκη
που με την άλλη αλεπού, με τον Παπουτσιδάκη
κι οι δυο χριστουγεννιάτικα κι oι δυο πάνω στην ώρα
ήρθατε στους εξόριστους σαν μάγοι με τα δώρα
κι αντί λιβάνου και χροσού, αντί χαράς κι ελπίδας
φέρατε ως δώρο την γνωστή περικοπή μερίδας...

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίση όλη
και τα φτωχά στομάχια μας αγάλλονται επίσης
γιατί ύστερα από βάσανα και πόνους και στερήσεις
θα κάνουμε Χριστούγεννα με μια γενναία μάσα
ογδόντα δράμια χοιρινό μαγειρευτό με πράσα!

«Το 1946 στήθηκε στον Αϊ-Στράτη ένα από τα πρώτα μεταπολεμικά Στρατόπεδα Συγκέντρωσης των αντιφρονούντων στο καθεστώς. Ακολούθησαν δεκαπέντε χρόνια κράτησης χωρίς δίκη και καταδίκη. Δεκαπέντε ατέλειωτα χρόνια, να οργανώσουμε τη ζωή μας, να ανεβάσουμε το μορφωτικό-πολιτιστικό μας επίπεδο.

Όσο φουντώνει ο εμφύλιος πόλεμος τόσο αυξάνουν και οι πολύωρες καταμετρήσεις, καψόνια, έρευνες, ξυλοδαρμοί, κρατητήρια. Σύντροφοί μας,  αγωνιστές της Αντίστασης, φεύγουν για πάντα από το πλάι μας,  ν’ αντιμετωπίσουν στρατοδικεία κι εκτελεστικά αποσπάσματα.

Τις ζοφερές επιπτώσεις του εμφυλιοπολεμικού κλίματος και τις δυσοίωνες προοπτικές μιας επικείμενης μεταγωγής μας στο Μακρονήσι, τις αντιπαλεύουμε με το χιούμορ, το καλαμπούρι, το πείραγμα. Με τους στίχους και τις γελοιογραφίες που φιλοξενεί (με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή μας) το παράνομο στρατοπεδικό μας περιοδικό.»

Γιώργος Φαρσακίδης

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα δημοσιεύτηκαν στο παράνομο στρατοπεδικό περιοδικό των εξορίστων του Αη Στράτη. Περιέχονται στο βιβλίο του αγωνιστή εικαστικού καλλιτέχνη και συγγραφέα Γιώργου Φαρσακίδη Πολιτιστικά και ευτράπελα από τα στρατόπεδα εξορίστων που κυκλοφόρησε πριν λίγες βδομάδες.

Στη φωτογραφία: Κάρτα που φιλοτέχνησε  εξόριστος   και βρίσκεται στο Μουσείο Δημοκρατίας  Άγιος Ευστράτιος (δωρεά Α. Κούρου).

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΝΤΖΗ ΘΩΔΑ: “Ευτυχία Πρίντζου”

Ευτυχία Πρίντζου

Τον Ιούλιο, ακούμπησαν σπονδές τα μαλλιά σου στο χώμα
και του μίσους το πρόσωπο κέρωσε.
Μια δέσμη ήλιου
φλόγισε τα λουλούδια στο Σταυράκι
και μοιρολόγησαν σα μάνες
γοερά οι αχτίδες της.
Αυτές οι αχτίδες
ορμήνεψαν τη γη να βλαστήσει
και παπαρούνες χιλιάδες ξεπλήρωσαν το χρέος τους,
μέσα στις αρτηρίες του αιώνα
που κυλά αίμα ιερό
κι ακούν τα ελάφια της μνήμης τον αγέραστο άνεμο
π’ όλο λικνίζει κι όλο ποτίζει τη συγκομιδή.
Εκεί άνθισαν κρίνα
που κράτησαν με πείσμα τον καρπό
και τα λιθάρια διάβασαν της λεβεντιάς τον όρκο
ανοίγοντας μια θύρα στον ορίζοντα.
Παρθένες ώρες,
σεργιάνι βγήκαν στον ουρανό με φλογέρες
κι έκλαψαν τα μάτια της Πίνδου
καθώς μια ομίχλη τα σκούπιζε
δορυφορούσα.

(Νέα Μάκρη)

ΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΝΤΖΗ ΘΩΔΑ

(Η Ευτυχία Πρίντζου, φιλόλογος της Ζωσιμαίας Σχολής, υπήρξε μια μαρτυρική μορφή των Γιαννίνων, δούλεψε σκληρά για την Αντίσταση, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε μετά από μια δίκη σκοπιμότητας, με στρατοδίκη τον Παττακό, που έγινε στα Γιάννενα για 114 πατριώτες. Το 1948 είχε καταδικαστεί πεντάκις σε θάνατο. Μετά από φριχτά βασανιστήρια οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα στο Σταυράκι μαζί με άλλους 16 πατριώτες ― Α. Μπ. Θ.)


Το δημοσιεύτηκε ως ανέκδοτο στο περιοδικό ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ, αρ. τεύχους 24, Οκτώβρης 1985.

Αφιέρωμα στην Ευτυχία Πρίντζου μπορείτε να δείτε εδώ.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

«Η ίδια η εποχή μας οδηγεί στην πολιτική τέχνη» ― Μια συνέντευξη με τον Φώντα Λάδη


Το τραγούδι ο «Φασισμός» του Φώντα Λάδη, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, αποδεικνύεται ότι παραμένει επίκαιρο 36 χρόνια μετά από τότε που ο ποιητής έγραψε τους στίχους. Ο «Ριζοσπάστης» μίλησε γι' αυτό με τον Φώντα Λάδη, ο οποίος έχει δώσει μερικά από τα σημαντικότερα εργατικού περιεχομένου τραγούδια, όπως το: «Λιώνουν τα νιάτα μας», «Το δέντρο», «Πάγωσ' η τσιμινιέρα», «Στη δουλειά και στον αγώνα»...

-- «Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δεν θα πεθάνει μόνος τσάκισέ τον...». Πριν από 36 χρόνια γράψατε αυτούς τους στίχους που έχουν σημαδέψει το λαό μας, την εργατική τάξη και την πάλη τους ενάντια στο φασισμό και τις αιτίες που τον γεννούν. Σήμερα, εξακολουθούν να είναι επίκαιροι.....
-- Ηταν σίγουρα μια ευτυχής στιγμή όταν γράφτηκε αυτό το ποίημα, κι αυτό φαίνεται από το αποτέλεσμα. Αν ξαναήρθε ακόμα περισσότερο στη επικαιρότητα εξαιτίας της συζήτησης για την ...πατρότητά του, αυτό είναι συγκυριακό και δευτερεύον. Συχνά έχω πει, πως σημασία έχει να ακούγονται οι στίχοι και όχι το να αναφέρεται το όνομα του ποιητή. Γι' αυτό δεν είχα ποτέ παρέμβει στο διαδίκτυο -απ' όπου ξεκίνησε αυτή η σύγχυση και οι σχετικές συζητήσεις- για να δηλώσω ή να τονίσω πως οι στίχοι είναι δικοί μου. Θα ήταν κάτι υπερβολικό. Ασε, που με κολάκευε στην αρχή να με μπερδεύουν με τον ...Μπρεχτ. Η στιγμή ωστόσο γι' αυτή τη διευκρίνιση έφτασε, μιας και -με την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα- οι στίχοι έγιναν και πάλι τραγικά επίκαιροι.

-- Πιστεύετε ότι ο φασισμός μπορεί να ξαναζωντανεύει και να απειλεί, μέσα σε κάποιες συνθήκες, αν δεν ξεριζωθούν οι κοινωνικές και οι πολιτικές αιτίες που τον γεννούν;
-- Αν δεν το πίστευα, δε θα είχα γράψει αυτό τον στίχο πριν από 36 χρόνια. Μετά τη δραστηριοποίηση των νεοναζί στην Ελλάδα, το πιστεύω ακόμα περισσότερο. Αν δεν απαλειφθούν οι αιτίες που τροφοδοτούν το φασισμό και το ναζισμό, είναι πιθανό -ακόμα κι αν κοπούν κάποια από τα κεφάλια της Λερναίας Υδρας- να ξαναδούμε παρόμοια φαινόμενα και στο μέλλον. Αυτό θα γίνει, αν το σύστημα, μέσα στην κρίση του, δε βρει άλλες μορφές για να διατηρήσει την κυριαρχία του. Αυτό, βέβαια, δε γίνεται μηχανιστικά, πάντα -ή μόνο- βάσει προδιαγεγραμμένων σχεδίων. Το θεριό τρέφεται αυτόματα από την εξαθλίωση στην οποία οδηγούνται τα λαϊκά στρώματα και από την απελπισία που την συνοδεύει. Τη λύση όμως ποτέ δεν μπορεί να την δώσει ένα καινούριο πρόβλημα.

-- Στο πλαίσιο της Εκθεσης «Ανθρωποι Χρώμα + Σίδερο» που διοργανώνουν σωματεία και Λαϊκές Επιτροπές στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη στο Πέραμα, έχει προγραμματιστεί για σήμερα Κυριακή, συναυλία με τίτλο τους στίχους σας. Τι έχετε να πείτε σ' αυτούς τους ανθρώπους;
-- Θυμίζω απλώς τους στίχους του τραγουδιού: «Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, μα όχι και το μίσος του για μένα». Η τέχνη είναι ένα πολυσύνθετο και πολύπλευρο φαινόμενο. Ετσι κι αλλιώς, μπορούμε να τραγουδήσουμε τα πιστεύω μας με χίλιους τρόπους. Ξεκινώντας από ένα λουλούδι, διηγούμενοι μια ιστορία αγάπης, σατιρίζοντας μια κατάσταση, αφηγούμενοι μια παραβολή και ούτω καθ' εξής. Εδώ ξαναβρίσκουμε μπροστά μας τον Μπρεχτ. Αναφέρομαι στο κλασικό κείμενο του «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια».

-- Στη δεκαετία του '70, σε μια ατμόσφαιρα που στιγματιζόταν από την εμπειρία της χούντας, τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής και τις βομβιστικές επιθέσεις πρωτοεμφανιζόμενων τότε φασιστικών ομάδων, γράψατε μια ενότητα τραγουδιών με τον γενικό τίτλο «Καθημερινός φασισμός». Κάποια από αυτά μελοποίησε ο Γιώργος Τσαγκάρης, αλλά δεν είχαν την τύχη να βγουν σε δίσκο. Σκέφτεστε να κάνετε κάτι μ' αυτό το υλικό;
-- Πρόκειται για 30 περίπου ποιήματα, που τα περισσότερα σκιτσάρουν καταστάσεις από τη δικτατορία στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες στη δεκαετία του '60 και του '70 αλλά και από τη δράση νεοφασιστικών ομάδων, την επιβίωση φασιστικών καταλοίπων στην Ισπανία, καθώς επίσης και κάποιες μορφές του συστήματος που μπορεί κανείς να τις ονομάσει «καθημερινό φασισμό». Καμιά δισκογραφική εταιρεία δε θέλησε να βγάλει αυτά τα τραγούδια. Ωστόσο, έστω και σαν στίχοι, χωρίς την επιπρόσθετη δύναμη της μουσικής, νομίζω πως δείχνουν αρκετά και μπορεί να βοηθήσουν, εμάς να θυμηθούμε, και τους νεότερους να καταλάβουν πώς φτάσαμε διαδοχικά ως εδώ. Θα βγουν, λοιπόν, σύντομα σε ένα μικρό βιβλίο από τις εκδόσεις «Μετρονόμος». Αυτό είχε αποφασιστεί και ξεκινήσει πολύ πριν από τις πρόσφατες εξελίξεις.

-- Το πολιτικό τραγούδι, ως τραγούδι αντίστασης και διαρκούς πάλης ενάντια σε κάθε μορφή πολιτικής και κοινωνικής αδικίας, υπάρχει σήμερα;
-- Σίγουρα υπάρχουν δείγματα πολιτικού τραγουδιού στο μεσοδιάστημα από τις δεκαετίες αυτές ως σήμερα. Η ζωή προχωράει. Ωστόσο, υπάρχει μια εμφανής μείωση της παρουσίας του πολιτικού τραγουδιού. Κυρίως είναι φανερή η έλλειψη της εκρηκτικής εκείνης ενότητας πολιτικού και πολιτιστικού στοιχείου, που χαρακτήρισε τη δεκαετία του '60. Γι αυτό «καταφεύγουμε» κάθε τόσο, ίσως υπερβολικά, σε παλαιότερα τραγούδια. Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι επιστρέφουμε στις μεγάλες στιγμές και στα μεγάλα γεγονότα. Ζούμε μια εποχή δημιουργική, που ίσως δώσει και καλλιτεχνικά δημιουργήματα αντίστοιχα. Η εποχή είναι τέτοια που θα πολιτικοποιήσει την τέχνη. Προσωπικά το ελπίζω...

-- Τι άλλο ετοιμάζετε;
-- Τα τελευταία χρόνια το έργο μου είναι κυρίως πεζογραφικό. Ετοιμάζω, λοιπόν, παράλληλα δυο - τρία βιβλία πεζογραφίας. Κάποια βιβλία μου κυκλοφόρησαν και στο εξωτερικό: το θεατρικό-ποιητικό έργο «Ο Νέος των Αθηνών», που εκδόθηκε στη Γαλλία, τα διηγήματά μου «Μπίρα και γρεναδίνη» που βγήκαν στα σέρβικα, ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσουν στα κινέζικα, από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Χουνάν, τα ποιήματά μου «Διαδρομές στην Αθήνα», που ήδη έχουν βγει σε άλλες τρεις γλώσσες. Τέλος, σκέφτομαι να συγκεντρώσω για έκδοση όλους τους στίχους τραγουδιών που έχω γράψει.

Σοφία Αδαμίδου
(Δημοσιεύητηκε στο Ριζοσπάστη - 13/10/2013)

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Η Γεωργία Λαδογιάννη γράφει για τον «άγνωστο Βάρναλη»

Σαν σήμερα, στις 16 Δεκέμβρη του 1974 έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Βάρναλης. Εκπαιδευτικός, ποιητής, κριτικός, δημοσιογράφος, ο κομμουνιστής Κ. Βάρναλης στρατεύτηκε με την πένα του και τη δράση του στην υπόθεση της εργατικής τάξης, αγαπήθηκε, τιμήθηκε  και τραγουδήθηκε από το λαό.

Το εξαιρετικό βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” αποτελεί πια σημείο αναφοράς για όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν το έργο αλλά και τη ζωή του Κ. Βάρναλη έξω από τα πολυπερπατημένα μονοπάτια της ευκολίας και της αναπαρωγής στερεοτύπων, και έχει απασχολήσει και άλλες φορές στο παρελθόν τις σελίδες της "στηθάγχης".

Σήμερα παρουσιάζουμε την κριτική-παρουσίαση της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Γεωργίας Λαδογιάννη που  δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέματα Παιδείας (τ. 51-52).


Ηρακλής Κακαβάνης: “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” – Εκδόσεις Εντός, Αθήνα 2012.

Η έκδοση ξαφνιάζει θετικά  τους φιλολόγους που το θέμα Βάρναλης τους έχει απασχολήσει πολλά χρόνια, είτε ως αντικείμενο διδασκαλίας είτε της έρευνας. Και αυτό οφείλεται, πρώτα, στο σημαντικό υλικό που παρουσιάζει η έκδοση, αλλά και στη σοβαρή εργασία του μελετητή, άγνωστου ως τώρα στη βιβλιογραφία Βάρναλη. Δύο προηγούμενες  εργασίες του κ. Ηρακλή Κακαβάνη (Ο δαίμων του τυπογραφείου, 2008, και η εισαγωγή στο Λεύκωμα Ομήρου Ιλιάδα  με λιθογραφίες του H. Motte, 2008) φανέρωναν τον ανήσυχο ερευνητή και τον ευαίσθητο φιλόλογο. Οι αρετές αυτές τού χρειάστηκαν με το παραπάνω στην παρούσα εργασία. Όμως  στον Αγνωστο Βάρναλη οι φιλολογικές απαιτήσεις, που έθεσε ο ίδιος ο μελετητής, είναι μεγάλες. Χρειάστηκε καλή γνώση της βιβλιογραφίας Βάρναλη και ιδιαίτερα της εκδοτικής ιστορίας και των διαδρομών που έχουν κάνει τα ποιήματά του, σε έντυπα, συλλογές, επαναδημοσιεύσεις.

Ο Βάρναλης του H. Κακαβάνη (H.K.) είναι «ο άγνωστος», γιατί ο μελετητής του προβαίνει στην ανασύσταση του ποιητή και διανοούμενο Βάρναλη επανελέγχοντας ό,τι ήταν γνωστό και αξιολογώντας από το Αρχείο του ό,τι έκρινε πως ωφελεί την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς να προσβάλλει τη βούληση του ίδιου του ποιητή, που την ξέρουμε από το άρθρο «Καταλοιποθήραι» (1942). Το άρθρο το παραθέτει ο H.Κ.  από το αρχείο της εφημερίδας Πρωία και σε αυτό ο Βάρναλης έθετε το γενικότερο ζήτημα για τα όρια της φιλολογικής έρευνας σε σχέση με την προσωπικότητα του ποιητή
και του ανθρώπου. Ο μελετητής θέτει τις απόψεις αυτές ως όρια για τη δική του εργασία, όταν αποφασίζει να αξιοποιήσει μέρος του αρχείου.  

Ο Η.Κ. τα είδε όλα από την αρχή. Έκανε έναν πολύμοχθο και λεπτολόγο επανέλεγχο σε ό,τι αφορά στον ποιητή: το Αρχείο του Βάρναλη, τα έντυπα που συνεργάστηκε -και ανάμεσά τους εξαιρετικά σπάνια φύλλα λογοτεχνικών περιοδικών-, τις εκδόσεις που γίνανε όσο ζούσε και εκείνες μετά τον θάνατό του, τις δημοσιεύσεις ποιημάτων από τον ίδιο ή από άλλους, εργοβιογραφικές εργασίες και προηγούμενες εκδόσεις αρχειακού υλικού. Ο επανέλεγχος και η συγκέντρωση του νέου υλικού αξιοποιείται στη διασταύρωση στοιχείων, π.χ. για τις διαφορετικές μορφές στις οποίες έχουμε τα κείμενα, και στην τεκμηρίωση χρονολογιών που μερικές φορές ακόμα και οι αβλεψίες περνούσαν ως φιλολογικό δεδομένο με συνέπειες στην ερμηνεία της ποιητικής προσωπικότητας του Βάρναλη.

Αξίζει να δώσουμε το παράδειγμα από το πολύ σημαντικό ποίημα «Το φεγγάρι», δημοσιευμένο στην Ηγησώ, 1907,  που εξακολουθούσε όμως να θεωρείται ποίημα του 1927, σε εποχή δηλαδή όπου το ποιητικό περιβάλλον του Βάρναλη, με όριο αφετηρίας Το Φως που καίει, έχει αλλάξει ριζικά και με τους Σκλάβους Πολιορκημένους (1927) να έχει περάσει σε μια δημιουργηκή αναχώνευση και σύνθεση της μαρξιστικής ιδεολογίας και της σολωμικής παράδοσης. Το ποίημα εκείνο, ωστόσο, αντιπροσωπευτικό του καλύτερου λυρισμού της πρώτης περιόδου εμπεριέχει και τους ποιητικούς θύλακες που θα αναπτυχθούν στο μεταγενέστερο έργο. Η ορθή χρονολόγησή του αλλάζει την ερμηνευτική συμβολή του ποιήματος. 

Χαρακτηριστικό της νέας ματιάς του Η. Κ. είναι και το  χρονολόγιο Βάρναλη. Δεν είναι μια συνηθισμένη παράθεση βιογραφίας δίπλα από μια χρονολογία, αλλά είναι ένας πρωτότυπος τρόπος, όπου η κάθε χρονία σημαδεύεται συνοδευόμενη από την παράθεση κειμένων, είτε γραμμένων στον συγεκριμένο χρόνο είτε αναφερόμενων σε αυτόν. Με τον τρόπο αυτό έχουμε την ανασύσταση της πορείας που διαγράφει η συγγραφική δραστηριότητα του διανοούμενου Βάρναλη. Το αποτέλεσμα είναι να παρακολουθούμε βήμα βήμα το ξετύλιγμα της δημιουργικής και της γενικότερης πνευματικής δράσης μιας προσωπικότητας που χάραξε με το έργο του τον πολιτισμό του 20ού αιώνα και σηματοδότησε την ανταπόκριση της διανόησης, καθώς και την αισθητική της συγκίνηση απέναντι στο κίνημα για κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη.

Ο κομμουνιστής Βάρναλης αποτελεί κεφάλαιο και η επιστήμη που δεν φοβάται δεν το κρύβει ούτε λοξοδρομεί για να το παρακάμψει. Η επιστημονική υπευθυνότητα της εργασίας του  Η.Κ. κρίνεται και σε αυτό το σημείο. Ο μελετητής προβάλλει τις πλευρές του αγωνιστή ποιητή και διανοούμενου που έχουν ατονήσει στη συνείδηση της νεότερης γενιάς, στην οποία ανήκει και ο ίδιος. Και αυτό είναι ένα από τα σημαντικά στοιχεία της παρούσας έκδοσης. Το κεφάλαιο «Ο δημοτικιστής Βάρναλης» περιέχει κείμενα που δεν πρέπει να αγνοεί κανένας μαθητής ή φοιτητής, τουλάχιστον. Είναι μέρος αναπόσπαστο της γενικότερης ιστορίας, της ιστορίας της γλώσσας, της εκπαίδευσης και της ελληνικής διανόησης. Ιδιαίτερα, η διανόηση της αριστεράς του μεσοπολέμου είναι εκείνη που σήκωσε μεγάλο μέρος του γλωσσο-κοινωνικού αγώνα. Ο Βάρναλης, που επιπλέον είναι και με το ΚΚΕ –όπως και ο Δ. Γληνός και η Ρ. Ιμβριώτη που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα- θα χάσει για πάντα τη δουλειά του (οριστική απόλυση 1926), μέσα στο φανατισμό και τη μισαλλοδοξία των Μαρασλειακών (1925), μιας περιόδου που ετοιμάζει το έδαφος για το «Ιδιώνυμο» (1929) και για τη δικτατορία του Μεταξά (1936). Οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου προσφέρουν πολυτιμότατο υλικό που σχεδόν εξαντλούν από την άποψη του αρχειακού υλικού το θέμα. 

 
Η αντίδραση –κοινωνική και πολιτική, κύκλοι του Τύπου, της εκκλησίας και εγκάθετων φορέων-  στις δύο δεκαετίες του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα μετά το 1925, φτιάχνει ανοιχτό αντικομμουνιστικό μέτωπο. Τον Βάρναλη τον έχει για σύμβολο για να χτυπηθεί η τέχνη, η ελευθερία της σκέψης και η ελευθερία του λόγου, για να συκοφαντηθούν διανοούμενοι με κοινωνική ευαισθησία και να τρομοκρατηθούν οι υπόλοιποι, για να δημιουργηθεί το διχαστικό ιδεολόγημα τι είναι «εθνικό» και τι «αντεθνικό». Όπως είπαμε, το έδαφος στρώνεται για τις πολιτικές της φασιστικής διολίσθησης του αστικού φιλελευθερισμού της δεκαετίας του 1930. Ο ποιητής θα είναι και από τους πρώτους διανοούμενους (μαζί με τον Γληνό) που εξορίζονται.

Η πένα του Βάρναλη, ωστόσο, δεν χαριζόταν. Στα αδημοσίευτα κείμενα που παρουσιάζει ο Η.Κ. ανήκει και ένα καταπληκτικής σατιρικής ευστοχίας και αισθητικής ευφορίας κείμενο, γραμμένο στο περιθώριο της διαμάχης με τον πρώην συνοδοιπόρο σε θέματα γλώσσας και εκπαίδευσης Αλέξανδρο Δελμούζο, αλλά και με τον Γιάννη Αποστολάκη, στη μεταφυσική κριτική του οποίου απαντούσε με το δοκίμιο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925). Πρόκειται για το θεατρόμορφο «Ο Αντρας και η Γυναίκα. Λόγια και Πράξις. Ενας Διάλογος υπό Κ. Βάρναλη» (σ. 200 κ.εξ.), που πολύ σωστά ανασύρει από το Αρχείο ο Η.Κ. Στις ιδιαιτερότητες του βιβλίου θέλω να υπογραμμίσω και ένα γεγονός που είναι ενδεικτικό των νέων μέσων και της επωφελούς χρήσης τους, που μπορούν να βοηθούν και τη φιλολογία. Εννοώ, εδώ, τη συνεργασία του φιλολόγου Η.Κ. με μπλόγκερς. Ο μελετητής έχει ψάξει και αυτόν τον χώρο και έχει συνεργαστεί για τις δημοσιεύσεις και για τις εκδοχές γραφής πολλών ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της συνεργασίας με το μπλογκ του Νίκου Σαραντάκου (σ. 40). 

Σημαντική θέση μέσα στο βιβλίο έχουν οι αναφορές στον κριτικό και στον μεταφραστή Βάρναλη. Οι μεταφράσεις του τόσο από κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας όσο και από της ξένης λογοτεχνίας σημαίνουν πολλά πράγματα για τον πολιτισμό μας και πρώτα της γλώσσας. Γιατί οι μεταφράσεις, ειδικά του αρχαίου δράματος, έχουν ακουστεί από τις παραστάσεις του Εθνικού, που τις χρησιμοποίησε, και αυτό σημαίνει ότι είχαν την ευκαιρία να επηρεάσουν κι άλλους μεταφραστές. Ύστερα, δεν είναι οι μεταφράσεις του Βάρναλη μια «τεχνική» γλώσσα. Είναι γλώσσα που έχει προκύψει μετά από πολύχρονη τριβή της με τον λυρισμό, και με αυτή την σκευή έρχεται να συναντήσει τον γλωσσικό πολιτισμό άλλων εποχών ή χωρών. Στην ιστορία του γλωσσικού μας πολιτισμού, ο Βάρναλης κληροδοτεί και τη γλώσσα που ενσωματώσει τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ποιητές άλλων εποχών και άλλων περιβαλλόντων, άλλων πολιτισμών, άλλων νοοτροπιών και άλλου στοχασμού.Το μεταφραστικό έργο του Βάρναλη μας δείχνει και την ευρύτητα και την ποιότητα της δικής του πολιτισμικής επικοινωνίας. Ας απαριθμήσουμε τις μεταφράσεις του: Μολιέρος, Φλωμπέρ, Ευριπίδης, Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Ξενοφώντας, παραμύθια και δημοτικά τραγούδια, λαϊκά, της Κίνας, παραμύθια από βαλκανικούς και από άλλους λαούς. Έπειτα, το γεγονός ότι οι μεταφράσεις του οι θεατρικές ακόμα χρησιμοποιούνται στο θέατρο, σημαίνει ότι η γλώσσα του ανταποκρίνεται στις δικές μας αναπαραστατικές απαιτήσεις.

Κλείνοντας, να αναφέρουμε τη δημοσίευση στο βιβλίο του Η.Κ. μεγάλου αριθμού  συνεντεύξεων που έδωσε ο ποιητής σε διάφορες εποχές. Τις βρίσκουμε στο βιβλίο συγκεντρωμένες, αφού ο ερευνητής έψαξε για πολύ καιρό σε πολλά και σπάνια έντυπα. Σε αυτές (όπως και στις «Επιστολές από την εξορία», σ. 227 κ.εξ.) ακούμε τον ίδιο τον Βάρναλη να μας μιλά και σκέφτομαι πώς έχουμε κείμενα που συγκροτούν μια μορφή αυτοβιογραφίας, κοντά στην «επίσημη» αυτοβιογραφία του. Νομίζω ότι αυτό το υλικό προσφέρεται και για μια θεατρική του αξιοποίηση, για έναν  θατροποιημένο αυτοβιογραφικό (πολυγλωσσικό) μονόλογο.

Τελειώνω με μια σκέψη σχετικά με όσα ποιήματα άφησε «αδημοσίευτα» ο Βάρναλης. Θα έλεγα πως πρόκειται για ποιήματα που αποτέλεσαν τα «φαντάσματα» του ποιητή. Δηλαδή όσα ως «αυτοτιμωρούμενος» έπρεπε ο ίδιος να τους επιβάλει την ποινή του σκότους και να μην πάρουν το δρόμο για τη δημοσιότητα. Ποιήματα που τον φέρανε αντιμέτωπο με υπαρξιακά και αισθητικά ζητήματα. Είναι επιτυχημένο το μότο από αδημοσίευτο κείμενο του Βάρναλη που βάζει ο Η.Κ. στο κεφ. «Αγνωστα και ξαναδουλεμένα ποιήματα» (σ. 295) : «Τραγούδι [...] επιθυμία άσβηστη του θανάτου». Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ανάμεσά τους υπάρχουν ποιήματα που μας επιτρέπουν να απευθύνουμε ένα παράπονο προς τον ποιητή γιατί μάς στέρησε ποιήματα όπως «Το μυστικό του», «Το Οχι του λαού» ή από στίχους που βγάζουν τον ορχούμενο, παιγνιώντα, μεστό από τρεμάμενη συγκίνηση και από καλλιτεχνική έξαψη αισθησιασμό: Ευρυδίκη μου, Ευρυδίκη,/ να με κάψ’ η Θεία Δίκη,/ αν δε σ’ αγαπώ πιστά./.../Να πλερώνω να σ’ ακώ,/ να πλερώνω να βυθώ/ στης Λησμόνιας το βυθό («Δεν είναι παίξε γέλασε», σ. 306). Το ίδιο:  Με το παίζω, παίζεις, παίζει/ του μπαμπά και της μαμάς,/ ήρθε στο ντουνιά να παίζει/ η κορούλα του Βενέζη («Στην κορούλα του Βενέζη», σ. 307). Επίσης, το ποίημα «Το μυστικό του» (σ. 310), με τον σπαραγμό που δεν βγαίνει ή τη βαθιά ‘ανάγνωση’ που κάνει το «φώς που καίει» στο ψέμα, καθώς αποκαλύπτει: Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι/ πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη/ μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη/ του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη (σ. 314).

Το υλικό που συγκεντρώνει και θέτει στη διάθεσή μας ο Η.Κ. ξαναθέτει το εκδοτικό πρόβλημα. Κάνει φανερό ότι μάς χρειάζεται μία έκδοση με φιλολογικό έλεγχο εξαντλητικό πάνω σε όσα νομίζαμε ότι ισχύουν, με τη διασταύρωση των στοιχείων με τις ίδιες τις πηγές τους (Αρχείο, έντυπα πρώτης δημοσίευσης) και με την συμπερίληψη κειμένων (πεζών και ποιητικών) που παρουσιάζει για πρώτη φορά ο Η.Κ. Το βιβλίο είναι μια ουσιαστική συμβολή και οι δυνατότητές της θα ήταν περισσότερες αν αξιοποιούσε πιο αυστηρά τη μέθοδο παρουσίασης του πολύ σημαντικού υλικού.
 
ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ
Καθηγήτρια Πανεπιστημίου ιωαννίνων