Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ο Αρθούρος Ρεμπώ και η Παρισινή Κομμούνα


Η Κομμούνα του Παρισιού είναι η πρώτη προλεταριακή επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Για πρώτη φορά, οι εργάτες του Παρισιού ανατρέπουν την αστική κυβέρνηση και αρχίζουν να οικοδομούν το δικό τους κράτος, διακηρύσσοντας την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Είχε σύντομη ζωή, 10 βδομάδες ή 72 μέρες (18 Μάρτη – 28 Μάη 1871), ήταν όμως αρκετή  για να σφραγίσει ολόκληρη την κοινωνική και πολιτική ζωή.

Σαν σήμερα, στις 28 του Μάη 1871, η Παρισινή Κομμούνα πνίγεται στο αίμα, με την αγριότητα των νικητών να ξεπερνάει κάθε προηγούμενο. Σχεδόν 100.000 Παριζιάνοι καταλήγουν στη φυλακή ή εξόριστοι, εκτοπίζονται, εκτελούνται.

Αν τα ματωμένα ίχνη της Κομμούνας του Παρισιού αποτελούν ταυτόχρονα και διδάγματα για το πώς (δεν) πρέπει να διεξάγεται η πάλη των εργατών με τους ταξικούς εχθρούς τους, η ανάρτηση αυτή έχει σκοπό να προσθέσει μια σελίδα σ’ αυτό που ήταν και υπηρέτησε ο Αρθούρος Ρεμπώ, κόντρα σ’ αυτό που βολεύει κάποιους να παρουσιάζεται ότι ήταν. Το να εντάσσεται ο Ρεμπώ, από ειδικούς και «ειδικούς», στους καταραμένους ποιητές και τέλος, σίγουρα βολεύει τους εκπροσώπους της τάξης που ο ποιητής πολέμησε με τη δύναμη των στίχων του.

Ο Ρεμπώ δεν αντιτάχτηκε απλά στους εκμεταλλευτές, όπως θα έκανε ίσως μια «συνηθισμένη» αντισυμβατική προσωπικότητα. Πήρε ξεκάθαρα το μέρος των εξεγερμένων προλετάριων και θρήνησε το ματωμένο τέλος αυτού του υπέροχου και πρωτοφανούς εγχειρήματος.

Οι «καταραμένοι ποιητές» ζούσαν αντισυμβατικά, έξω ή και ενάντια στα κοινωνικά πλαίσια, μέσα στις καταχρήσεις (αλκοόλ, ναρκωτικά) και την παραβατική συμπεριφορά. «Καταραμένος» ποιητής, ο Ρεμπώ, που όμως με την ποίησή του εξύμνησε τον πόθο του για ένα νέο κόσμο, της κοινωνικής ισότητας και της αδελφοσύνης. Έναν κόσμο για τον οποίο πάλεψαν και έπεσαν οι Παριζιάνοι Κομμουνάροι, που αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή της καταραμένης για τους αστούς εργατικής τάξης.................. Διαβάστε το ολόκληρο στην ΚΑΤΙΟΥΣΑ (κλικ!)

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

«Ένας δεν είμαι μα χιλιάδες…» ― Αφιέρωμα στο εργατικό – επαναστατικό τραγούδι του μεσοπολέμου (1918-1935)


Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των τραγουδιών, αν και στον καιρό τους ήταν πολύ αγαπητά ειδικά στους νέους της ΟΚΝΕ, στις μέρες μας είναι άγνωστα. Ήρθαν για πρώτη φορά στην επιφάνεια, μετά από περίπου 95 χρόνια, στις 21 του Νοέμβρη 2015, στο πλαίσιο της Ημερίδας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ με θέμα: «Η εμφάνιση της εργατικής τάξης, ο ρόλος της στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στον 20ο αιώνα και η στρατηγική του ΚΚΕ».

Τα περισσότερα προέρχονται από συλλογές των κομματικών εκδοτικών οργανισμών του μεσοπολέμου, που φυλάσσονται στο ιστορικό αρχείο του Κόμματος: του Εκδοτικού Τμήματος του ΣΕΚΕ (Κόκκινα Τραγούδια, 1921), του Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου (Επαναστατικά Τραγούδια, 1928) και του Ριζοσπάστη (Κόκκινο Ημερολόγιο, 1935).

Οι εκδόσεις αυτές μαρτυρούν ότι το ΚΚΕ από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την ίδρυσή του, στο φως της νικηφόρας Οκτωβριανής Επανάστασης, αγκαλιάζει και ενθαρρύνει την τέχνη που συμβάλει στην εργατική - επαναστατική πάλη ως απαραίτητο κι αναπόσπαστο όπλο στη δράση του.

Τα ονόματα των συνθετών και των ποιητών μερικών τραγουδιών δυστυχώς δεν μπόρεσαν να βρεθούν. Στο τραγούδι «Κόκκινοι αθλητές» γνωρίζουμε ότι οι στίχοι είναι του Γιάννη Ρίτσου, που υπογράφει με το ψευδώνυμό του εκείνα τα χρόνια Γ. Σοστίρ και η μουσική του συνθέτη Αχιλλέα Χαλκιόπουλου, μέλος του ΚΚΕ από την εποχή του ΣΕΚΕ. Αυτοί οι δυο μαζί με τον Μενέλαο Λουντέμη, είχαν δημιουργήσει εκείνα τα χρόνια πολιτιστική ομάδα σε μια εργατική λέσχη του Πειραιά.

Ανάμεσα στ’ άλλα, παρουσιάζονται και άγνωστοι στίχοι της Διεθνούς, καθώς και του τραγουδιού «Ανεμοι, θύελλες» (Βαρσαβιάνκα). Το τραγούδι «Ο Οδηγητής» -σε στίχους Κώστα Βάρναλη- είναι το μόνο που μουσικά δεν ανήκει στην περίοδο του μεσοπολέμου, αφού μελοποιήθηκε το 1981 από τον Χρήστο Λεοντή.

Τα θέματα των τραγουδιών αντλούνται από τα συνταρακτικά γεγονότα της νέας ιστορικής περιόδου μετά την είσοδο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, όπως ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, η Οχτωβριανή Επανάσταση, το «ξύπνημα» των προλετάριων και οι αγώνες τους, η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η δολοφονία των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ κ.ά. και εκφράζουν την πάλη της ανερχόμενης εργατικής τάξης για να διαχωριστεί από την αστική διεκδικώντας την εξουσία της.

Τα τραγούδια

1. Ύμνος στη Ρωσία!
Μετάφραση Α.Δ από το ρωσικό, Κόκκινα Τραγούδια

Ρωσσία, χαίρε, δοξασμένη,
Ελπίδα του Βορηά!
Τώρα περήφανη, ορθωμένη
Σκορπάς τη Λευτεριά.

Ένα τραγούδι ας αντηχήσει
Σε κάθε ακρογιαλιά
Κι όλο τον κόσμο ας πλημμυρίσει
Που σκύβει στη σκλαβιά.

Ρωσσία, χαίρε, δοξασμένη
Ελπίδα του Βορηά!
Παντού περήφανη ορθωμένη
Σκόρπα τη Λευτεριά!

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος: ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ


Την Μεγάλη Παρασκευή, 14 του Απρίλη 1944, οι Γερμανοί κατακτητές και οι ντόπιοι γερμανοτσολιάδες συνεργάτες τους, αντιδρώντας με αντίποινα στο σαμποτάζ πατριωτών της αντίστασης, εκτελούν στο Αγρίνιο 120 κρατούμενους αγωνιστές. Τρεις, τον Πάνο Σούλο, τον Χρήστο Σαλάκο και τον Αβραάμ Αναστασιάδη τους κρέμασαν στην πλατεία Μπέλλου (τη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας). Οι δύο πρώτοι ήσαν μέλη της ΕΠΟΝ, ο τρίτος συνταξιούχος της Αγροτικής Τραπέζης.

Στην κεντρική φωτογραφία βλέπουμε το άψυχο σώμα του ήρωα Αβραάμ Αναστασιάδη να κρέμεται από  κολώνα στην πλατεία του Αγρινίου. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη τον άφησαν εκτεθειμένο στη θέα των περαστικών της πλατείας, μέσα σε συνεχή βροχή, μέχρι το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου. Τότε επέτρεψαν στους συγγενείς του να αποκαθηλώσουν το νεκρό κορμί του.

Πάνος Σούλος - Χρήστος Σαλάκος

Αυτή η πατρίδα ένα απέραντο μνημείο θυσίας και ηρωισμού. Αυτός ο λαός πηγή αστείρευτη, αντίστασης και περηφάνιας…

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Για τους πεσόντες στην κατοχή Αγρινιώτες
Και
Για όλους τους Ρωμιούς – θύματα του ναζισμού

Τόπος ιερός, εδώ που οι αντίχριστοι ξανασταύρωσαν το Χριστό και την Ελλάδα,
κ’ είταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 του Απρίλη,
και κει που η γης ανάβρυζε κρινάκια, παπαρούνες χαμομήλια για το Πάσχα
σκάφτηκαν τάφοι και στους τάφους δε χωρούσαν οι λεβέντες,
και μες στα σπλάχνα δε χωρούσε τόσος πόνος.

Κι’ είταν το Αγρίνι ολάκερο ένας Επιτάφιος μ’ όλα του τα κεριά σβησμένα
Κι αντίς καμπάνες απ’ τον όρθρο ως το σπερνό, ντουφεκιές ακούγονταν,
κ’ οι κρεμασμένοι σάλευαν σαν καβαλάρηδες του ανέμου κ’ έφευγαν πάνω απ’ το χρόνο
και μες στο απόβροχο, τη νύχτα της Ανάστασης, τ’ άστρα που βγήκανε, λάμψη δεν είχαν
κ’ είτανε τ’ άστρα σα βρασμένο στάρι για τα κόλλυβα των σκοτωμένων,
στάρι πιτσιλισμένο μαύρη ζάχαρη, μαύρη σταφίδα, μαύρο ρόϊδι,
και στις αυλές, την άλλη μέρα, αντίς αρνιά να ψήνονται, τραγούδια ν΄αντηχούνε,
κ’ ήλιοι τα πορτοκάλια, μες απ’ τα πλυμένα φύλλα, να φωτίζουν του χορού τις δίπλες,
μουγκός ο θρήνος και μουγκή η κατάρα πνίγονταν μες στης σκλαβιάς το μαύρο φόβο,

‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, τι μαύρο πουν’ το μαύρο χρώμα,
η μαύρη νύχτα και το μαύρο σας σταυροδετό τσεμπέρι,
το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι
ως και της λεμονίτσας τ’ άσπρα λουλουδάκια μαύρισαν κ’ εκείνα
ως και το κόκκινο αίμα των παιδιών σας μαυρολογούσε πάνω στα λιθάρια.

‘Αϊ, μανάδες Αγρινιώτισσες, μαύρος καημός που βόσκησε τα φύλλα της καρδιάς σας,
όμως το γαίμα των παιδιώνε σας βγαίνει πάνω απ’ το μαύρο
κόκκινο της θυσίας, της αγρύπνιας κόκκινο,
κόκκινο της αυγής και της ελπίδας,
το κόκκινο της λευτεριάς, κόκκινο κατακόκκινο.

Βάφει τ’ αυγά της νέας Λαμπρής και του μπαξέ σας τα τριανταφυλλάκια,
βάφει και τα πουκαμισάκια τους τα τρυπημένα από τα βόλια
και τα πουκαμισάκια τους πλατειές σημαίες αγερολάμνουν
κ’ οι νιοι λεβέντες τα κρατούν και παν μπροστά στην ιστορία.

Και νάτοι ολόμπροστα, να ο Χρήστος, κι ο Αβραάμ, νάτος κι ο Πάνος,
Νάτος κι ο κάπταν Λίας, να κι ο Πάσχος, 19 χρονώ παλληκαράκι,
νάτοι οι 120 Αγρινιώτες μπρος στην μάντρα της Αγιά Τριάδας,
να κ’ οι 55 εκεί στο σταυροδρόμι που περνάει το τραίνο Αγρίνι-Μεσολόγγι, φορτωμένο μήλα,
να κ’ οι 200 της Πρωτομαγιάς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής με τις αγριομολόχες,
να το προσφυγολόι της Κοκκινιάς με τα μεγάλα δαφνοκλάδια της Δημοκρατίας
να και το Δίστομο, το Κούρνοβο, και τα Καλάβρυτα με τα κομμένα σπίτια,
νάτος κι ο Γοργοπόταμος- με το γιοφύρι του σαν κόκκινο άλογο ορθωμένο,
να κ’ οι αγωνιστές του21
και οι άλλοι πριν, κ’ οι άλλοι μετά,
παιδιά μας, τα παιδιά μας με σημαίες μεγάλες.

Μπροστά, μπροστά, κατάμπροστα,
μέσα στο φως που πρόβαλε μεγάλο απ’ τις πληγές τους,
μπροστά, μπροστά, φωνάζοντας:
εκεί που η Λευτεριά ανατέλλει απ’ το αίμα μας, θάνατος δεν υπάρχει.

Λοιπόν μην κλαίτε μάνες Αγρινιώτισσες, θάνατος δεν υπάρχει
μόνο τα χέρια δώστε, αδέλφια μου, να βασιλέψει ειρήνη,
ν’ ανθίσει γέλιο στις ματιές, να λάμψει ο κόσμος όλος,
κι όλος ο κόσμος μια φωνή να τραγουδήσει: Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη.

Αθήνα, 4 V 80
Γιάννης Ρίτσος

Το ποίημα το πήρα από τον «τοίχο» της Έρης Ρίτσου στο facebook, εδώ.
Επίσης, σε αυτόν τον σύνδεσμο, εδώ, θα βρείτε συγκεντρωμένα όλα τα άρθρα του εξαιρετικού ιστολογίου "Αγρίνιο, γλυκές μνήμες" για τους 120 Αγρινιώτες ήρωες.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

«Σαββάτο του λαού θ’ αναστηθούμε…»

Έργο του Βάλια Σεμερτζίδη
Μεγάλη Δευτέρα, ο λαός με την μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη, λευτεριά στη γειτονιά σκάει μύτη
Μεγάλη Τετάρτη, μες το νου μου τον αντάρτη
Μεγάλη Πέμπτη, η καρδιά μου είναι ψηλά,
είναι ψηλά και δε πέφτει.

Παρασκευή το βράδυ μάς προδώσανε,
μας κάρφωσαν στο ψέμα να χαθούμε,
Σαββάτο του λαού ξεσηκωνόμαστε
σαν τ’ άγριο ποτάμι να χυθούμε.

Μεγάλη Δευτέρα, ο λαός με την μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη, λευτεριά στη γειτονιά σκάει μύτη
Μεγάλη Τετάρτη, μες το νου μου τον αντάρτη
Μεγάλη Πέμπτη, η καρδιά μου είναι ψηλά,
είναι ψηλά και δεν πέφτει.

Παρασκευή το βράδυ μάς προδώσανε
Σαββάτο του λαού θ’ αναστηθούμε
Παρασκευή το βράδυ μας προδώσανε
Σαββάτο του λαού θ’ αναστηθούμε.

Τραγούδι του αντιδικτατορικού αγώνα. Οι στίχοι του, όπως και άλλων τραγουδιών, συντρόφεψαν τον αγωνιζόμενο λαό μας στην πάλη του ενάντια στη χούντα και τους ξένους προστάτες της. Δείτε περισσότερα εδώ.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Γιώργος Σεφέρης, Τελευταίος σταθμός


Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη·
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι·
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία·
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που ’σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας, 
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ’λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη, 
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν·
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τί θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να ’θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν·
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες·
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου 1944

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

(Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄)

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

ΟΥ ΤΟΠΟΣ
                     Καιρός να διαλέγουμε τους αναγνώστες μας
                                                                Βύρων Λεοντάρης

Ι
Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες να
Γράφουμε ποιήματα κυκλοφορώντας τα χέρι - χέρι
Όπως τις προκηρύξεις στους δύσκολους καιρούς καιρός
Ν' ανταμώνουμε στα παλιά μαγέρικα βουτηγμένα
Στη μυρωδιά του κάρβουνου και της ρετσίνας με τα
Βαρέλια σε δύο σειρές στο βορεινό τοίχο να βρέχει
Και το ταβάνι να στάζει παλιά ρεμπέτικα κι
Ηπειρώτικα μοιρολόγια κι οι στίχοι μας μουλιασμένοι
Στο ψωμί και το κρασί μεταλαβιά στους λιγοστούς
Αμετανόητους Θαμώνες
"Λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μας
Πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μας".

ΙΙ
Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες
Να κτίζουμε σπίτια πέτρινα με πολεμίστρες και
Λούκια για ζεματιστό νερό και καυτό λάδι
Παράθυρα με σιδεριές κι από μέσα το τροχισμένο
Σπαθί να λαμποκοπάει με ήλιο ή φεγγάρι
Η μεγάλη πόρτα ν' ανοίγει μονάχα με τη χλωρίδα
Της πατρίδας που ανθίζει απ' την ανάσα μας
Κι η νύχτα να βυζαίνει στον κόρφο της τ' αγριμάκια
Με συντροφιά τη θαλπωρή των άστρων που
Πέφτουν στο ποτάμι οδηγώντας τις πέστροφες
Μακρυά απ' τα πλεμάτια στους καταρράκτες
Των πρωινών αδιαπραγμάτευτων ονείρων μας.

                                       Τάσος Πορφύρης

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ο Ταχυδρόμος φέρνει Γράμματα Ποιήματα (Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2017)


Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, η Εταιρεία Συγγραφέων και η ΕΡΤ συνεορτάζουν την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης στις 21 Μαρτίου, στην Παλαιά Βουλή στις 19:30, με μια μεγάλη εκδήλωση βασισμένη στην ανθολογία του ποιητή Ηλία Γκρή

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΦΕΡΝΕΙ  ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

            Θα απευθύνουν χαιρετισμό η Πρόεδρος των ΕΛΤΑ Ευφροσύνη Σταυράκη, ο Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων Δημήτρης Καλοκύρης, και ο Πρόεδρος της ΕΡΤ Διονύσης Τσακνής.

            Την ανθολογία που εξέδωσαν τα ΕΛΤΑ, και περιλαμβάνει σχεδόν 160 ποιητές, θα παρουσιάσει ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας.

            Θα διαβάσουν τα ανθολογούμενα ποιήματά τους, ποιήτριες και ποιητές από όλο το φάσμα της νεότερης ποίησης, αρχής γενομένης απ’τη γενιά του ’50 (Γιάννης Δάλλας, Τίτος Πατρίκιος), μέχρι και πολύ νεότερους ποιητές της εποχής μας.

            Θα προλογίσει και θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Γιάννης Τζανετάκος και θα παίξει μουσική το περίφημο κουαρτέτο εγχόρδων Lanima, σε έργα λόγιας μουσικής Θωμά Μπακαλάκου.

            Οι σαράντα εν συνόλω συμμετέχοντες ποιητές που θα διαβάσουν ποιήματά τους από την ανθολογία είναι :  Κατερίνα Αυγέρη, Τίτος Πατρίκιος, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Λευτέρης Πούλιος, Αθηνά Παπαδάκη, Λουκάς Αξελός, Δημήτρης Καλοκύρης, Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Γιάννης Ευσταθιάδης, Άννα Γρίβα, Τάσος Πορφύρης, Γιώργος Χουλιάρας, Αχιλλέας Κατσαρός, Δημήτρης Αλεξίου, Νίκος Αντωνάτος, Μάνος Ελευθερίου, Μαριγώ Αλεξοπούλου, Γιάννης Δάλλας, Αλέξιος Μάινας, Νάσος Βαγενάς, Παναγιώτης Μηλιώτης, Ηρώ Νικοπούλου, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Γιάννης Κουβαράς, Γιάννης Τζανετάκης, Ειρήνη Μαργαρίτη, Γιώργος Μπλάνας, Κώστας Καναβούρης, Αργύρης Μαρνέρος, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Ιωσήφ Βεντούρας (το ποίημά του θα διαβάσει η συγγραφέας Αγγελική Στρατηγοπούλου),  Ανδρέας Μιχαηλίδης, Βάγια Κάλφα, Κώστας Μαρδάς, Νίκος Κατσαλίδας, Ελένη Χωρεάνθη, Πάνος Καπώνης, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Κωστής Τριανταφύλλου, Πόλυ Μαμακάκη και Ηλίας Γκρής.
            Την εκδήλωση θα μεταδώσει απευθείας το «Τρίτο Πρόγραμμα».

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Βασίλης Ρώτας: Μικρή μοιρολογήτρα


Όταν πρωτοδιάβασα αυτούς τους στίχους του σπουδαίου μας ποιητή και  συγγραφέα Βασίλη Ρώτα, ο νους μου «πέταξε» αυθόρμητα προς τη φωτογραφία που συνδέθηκε ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με τον πόνο που βίωσε ο λαός μας, και ποτίστηκε κάθε τετραγωνικό εκατοστό αυτού του τόπου, από τις θηριωδίες και τα εγκλήματα των γερμανών ναζί καταχτητών που, όσο κι αν ψάξει, όμοιά του ελάχιστα θα βρει κανείς σ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η εικονιζόμενη Μαρία Παντίσκα - Μίχα απαθανατίστηκε από τον φωτογράφο Ντμίτρι Κέσελ να θρηνεί το ολοκαύτωμα του Διστόμου (10 του Ιούνη 1944), την ανείπωτη σφαγή εκατοντάδων αμάχων (ανάμεσά τους και συγγενείς της) και το ξεθεμέλιωμα του χωριού της. Η φωτογραφία πρωτοδημοσιεύθηκε στο αμερικανικό περιοδικό Life το Νοέμβρη του 1944 και από τότε «ταξίδεψε» και «ταξιδεύει» μεταφέροντας το μήνυμα Ποτέ πια φασισμός!

Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Μνημόσυνο (Αθήνα, 1961), όπου ο Βασίλης Ρώτας και η Βούλα Δαμιανάκου (σύντροφοι στη ζωή) μνημονεύουν με ποιήματα και μικρά πεζά κείμενα πολλούς «αδικοσκοτωμένους κι αδικοχαμένους»· κάποιους με τα ονόματά τους («όσους έτυχε να ’χουμε γνωρίσει ή ακούσει γι’ αυτούς»), αλλά «κι εκεί που ο λόγος μας δεν αναφέρει όνομα, πάλι αναφέρεται σε κάποιον απ’ τους πολλούς, που μας έμειναν άγνωστα τα ονόματά τους».

Ίσως, ο ποιητής να είχε αυτή την εικόνα στο νου όταν δώριζε στο λαό μας αυτούς τους υπέροχους στίχους…

ΜΙΚΡΗ ΜΟΙΡΟΛΟΓΗΤΡΑ

Με σκυφτά πνιγμένα βήματα
μικρή μοιρολογήτρα,
τον τοίχο τοίχο περπατάς κλεφτά σαν ίσκιος
πας να κρυφτείς σε απόμερη άκρη
σ’ όχτον έρημο, γκρεμό βαθύν
για να κλάψεις τους λεβέντες
που ούτε η στάχτη τους, την πήρε ο αέρας,
ούτε ο ίσκιος τους κάτω απ’ τα δέντρα.

Κάτσε, ακούμπησε χάμω στο χώμα,
που ολουνών είν, ο έρημος τάφος,
λύσ’ τη μαύρη μαντίλα,
λύσ’ τα μαύρα μαλλιά σου
που τα χιόνισε πρώιμος βοριάς,
τρυφερή κόρη, που έγινες τόσο νωρίς
μοιρολογήτρα
κι άρχισε μόνη σου, εκεί που κανείς δε σ’ ακούει
το πικρό μοιρολόι σου, χύνοντας
δάκρυα ζεστά
να σου βρέχουν τα χέρια
την ποδιά σου,
το χώμα.

Βασίλης Ρώτας

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Γιώργος Κοτζιούλας: «…έτσι θα βγάλεις, άνθρωπε, για σε και γι’ άλλους τ’ άχτι» (Τρία «μικρά» μεγάλα ποιήματα )


Τρία «μικρά» μεγάλα ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα για τη διαχρονική σύγκρουση των καταπιεσμένων με την τυραννική εξουσία του συστήματος της εκμετάλλευσης, που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, ακόμα και τον πόλεμο, για να επιβιώσει και να εδραιώσει την κυριαρχία του. Και τα τρία είναι γραμμένα στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου (1946-47).

Ο ποιητής με τα Συρματοπλέγματα κάνει σαφή αναφορά στη στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων (και στη συνέχεια των Αμερικανών) στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση· θέτει τον καθένα μπροστά στις ευθύνες του απέναντι στη νέα κατάσταση, με την Αυτοκριτική και φωτίζει τη νικηφόρα για το λαό προοπτική που θα βρει διέξοδο με το σπάσιμο του φόβου (Ο φόβος).

Χάρισμα όλων των μεγάλων ποιητών που υπηρετούν το λαό είναι με τους στίχους τους όχι μόνο να περιγράφουν τα προβλήματά του αλλά να του δείχνουν και το δρόμο για τη λύση. Ο ΕΛΑΣίτης ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας (φωτογραφία) πετυχαίνοντάς το αυτό με μόλις λίγες λέξεις, όπως στα τρία ποιήματα που παρουσιάζουμε σήμερα, απλά επιβεβαιώνει το μέγεθος της σπουδαιότητάς του.

Συρματοπλέγματα

Σύρματα αγκαθερά
μπηγμένα μια φορά
μένουν ακόμα.
Δεν άλλαξε παρά
τυράννων η φρουρά
σ' αυτό το χώμα.

Αυτοκριτική

Μπορείς, μωρέ, για την αλήθεια να πεθάνεις;
Μονάχα τότε δε θα ειπώ κι εγώ πως είσαι
χάρτινος ήρωας, παλληκάρι της μελάνης.
Βούλωσ’ το στόμα, αλλιώς το καλαμάρι κλείσε.

Ο φόβος

Το ζούδι π’ όλο μέσα σου μαζώνεται κουβάρι,
φαρμακερό, σιχαμερό, δίχως ζωντάνιας χάρη,
που κι αν απλώνει κάποτες αναδευτά πλοκάμια,
δείχνει μ’ αυτό χειρότερη την άψυχή του αχάμνια,
των ζωντανών πιλάτεμα, φοβέρισμα του αγνώστου,
στη μέση πάτα το καλά και το κεφάλι λυώσ’ του
και ματαδός του με δαρμό ποδιών να γίνει λυώμα,
να μείνει τρίμματα, κι αν δεις πως θέλει κάτι ακόμα,
ρίξε πετρόλαδο, φωτιά βάλε, να γίνει στάχτη,
κι έτσι θα βγάλεις, άνθρωπε, για σε και γι’ άλλους τ’ άχτι.

Γιώργος Κοτζιούλας

Κυριακή 26 Φλεβάρη 2017. 

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Γιάννης Βαρβέρης, Το γράμμα


Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδια φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.
Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.

Γιάννης Βαρβέρης

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Θοδόσης Πιερίδης: Για τους δεκατρείς της Κεντρικής Επιτροπής


Από το 1946 ως το 1949, τα παρακάτω μέλη της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. έπεσαν στις επάλξεις του λαϊκού αγώνα:

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΒΓΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΡΗΓΑΣ
ΝΙΚΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ
ΑΔΑΜ ΜΟΥΖΕΝΙΔΗΣ
ΑΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΤΗΛΟΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΚΙΟΥΖΕΛΗΣ
ΝΙΚΟΣ ΖΑΓΟΥΡΤΖΗΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΦΑΡΜΑΚΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

(Οι εφημερίδες της Ελεύθερης Ελλάδας)

Όχι πως κρατούσατε μαχαίρι στα δόντια.
Όχι πως σβήσατε απ’ την πλάκα της καρδιάς σας
τις νταντέλες που γράφουν τα πουλιά και τα σύννεφα.
Όχι πως κλείσατε τα παραθύρια των ματιών σας
στων λουλουδιών τα γελούμενα μηνύματα.
Όχι πως κλείσατε της ακοής σας τους δρόμους
να μην περάσουν των δέντρων οι ψίθυροι,
οι φλοίσβοι των πηγών,
οι μαλακές φωνές των ανθρώπων.

Γιατί πολύ τη ζωή αγαπήσατε
γιατί αγαπήσατε πολύ τους ανθρώπους
γιατί διψάσατε πολύ
για τη ζωή, για τους ανθρώπους,
ρίζωσε μέσα σας
από καλό σποριά ριγμένος σπόρος:
«Γερό μυαλό, γερή καρδιά.
Αυτοί νικούνε κι όταν πέφτουν».

Εσείς ηξέρατε να σκύβετε στη γη
και να μαζεύετε στις φούχτες σας
τα ονείρατα που αφήσαμε να πέσουν
εμείς, οι αδύνατοι αδελφοί σας.

Εσείς ηξέρατε να μας πείτε
από ένα ζυμάρι πώς γίνονται
το ψωμί, τα ποιήματα.
Εσείς ηξέρατε να μας μάθετε
τις αλυσίδες που δένουν ολόσωμα
τη βασιλοπούλα τη Ζωή.

Κι όταν σας κάλεσε ο μιναδόρος της Αστουρίας
που στολίστη για πάντα με μια δέσμη δυναμίτες στη ζώνη του,
όταν σας κάλεσε ο κούλης της Σαγκάης
που χαμογελούσε σαν τον άγγιζε το πιστόλι στο σβέρκο,
όταν σας κάλεσε ο φοιτητής απ’ το Παρίσι
που τραγουδούσε, τραγουδούσε, τραγουδούσε,
πριν η νύχτα του γιομίσει το στόμα,
όταν σας κάλεσε ο λεβέντης της Ελλάδας
με μια φωνή που μέσα της ο ανθός της λεβεντιάς ανθούσε
«στο θάνατο της λεβεντιάς μόνο ο χορός ταιριάζει»
εσείς ηξέρατε να βάλετε ένα κόκκινο γαρούφαλλο στ’ αυτί
και στο χορό να μπείτε.

Γιατί πολύ τη ζωήν αγαπήσατε
γιατί αγαπήσατε πολύ τους ανθρώπους
γιατί μέσα σας ρίζωσε, μέστωσε,
από καλό σποριά σπαρμένος σπόρος.

Καλόδεχτος στο χώμα της ύπαρξής μας
ο σπόρος που σπείρατε
σποριάδες καλοί…

Θοδόσης Πιερίδης
(Ριζοσπάστης, Μάης 1978)

Μαθεύτηκε αργότερα ότι ο Τιμογιαννάκης δεν είχε εκτελεστεί, όπως αναγγέλθηκε. Έγιναν όλες οι προετοιμασίες για την εκτέλεσή του, αλλά την τελευταία στιγμή αναβλήθηκε. Ωστόσο ο ποιητής δε σβήνει το όνομα απ’ το ματωμένο κατάλογο που του ’δωσε την έμπνευση. Για να θυμίζει πως εκείνο τον καιρό τόσο είχε προστυχέψει η ψυχή των δημίων, ώστε μια ανθρώπινη ζωή να μη τη λογαριάζουν για πιο βαριά από ένα λάθος της πένας. Εκείνο τον καιρό εκτελούσαν ανθρώπους χωρίς να πουν τ’ όνομά τους. Ανακοίνωσαν εκτελέσεις προτού τις κάνουν. Συνέβαινε να εκτελέσουν άλλον αντ’ άλλου. Και μια φορά έγινε τούτο: Ύστερα από μια ομαδική εκτέλεση, μετρήσανε τα κουφάρια και βρήκαν πως δε συμφωνούσαν με τον κατάλογο, είχε ένα παραπάνω. Τότε, είπαν πως έγινε «παρεξήγηση» και γράψαν οι εφημερίδες τους πως λυπήθηκαν πολύ (!)…

―Στη μνήμη του Μήτσου Παπαρήγα, που δολοφονήθηκε σαν σήμερα…

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Λιουμπομίρ Λέβτσεφ: «Οι Έλληνες που φεύγουν»


«Είχα τη χαρά ν’ ακούσω για πρώτη φορά το ωραίο ποίημα του φίλου Βούλγαρου ποιητή Λιουμπομίρ Λέβτσεφ, με τον τίτλο «Οι Έλληνες που φεύγουν», πρώτα στα βουλγάρικα από τον ίδιο τον ποιητή και ελληνικά μετά, σε μετάφραση του συνεργάτη της ελληνικής εκπομπής του ραδιοφωνικού σταθμού της Σόφιας, επίσης εκλεκτού φίλου Μίλκο Τσόνεφ.

Αυτά έγιναν πρόσφατα σε μια επίσκεψη της ελληνικής αντιπροσωπείας της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, για την υπογραφή μορφωτικής συμφωνίας ανάμεσα στις δυο εταιρίες.

Είμαστε στο Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη) φιλοξενούμενοι στο γνωστό θαυμάσιο σπίτι του Λαμαρτίνου, ιδιοκτησίας τώρα των Βουλγάρων συγγραφέων, στην παραπάνω πόλη.

Μου έκανε εντύπωση πρώτα αυτό το ποίημα, γιατί έδειχνε τη βαθιά γνώση του Ελληνα γενικά, δηλαδή της ψυχοβιολογίας του, από το γειτονικό μας λαό, και ειδικά από τον ποιητή του έργου, τον έγκριτο πρόεδρο της Ένωσης Βουλγάρων συγγραφέων και υφυπουργό Πολιτισμού της φίλης Βουλγαρίας Λιουμπομίρ Λέβτσεφ.

Μετά με χαρά μου επίσης διαπίστωσα, τη σπουδαιότητα της γραφής του φίλου ποιητή, σημαντικού κι από τους πρώτους δημιουργούς στο χώρο της ποίησης στη Βουλγαρία, που και από τη σύνθεσή του αυτή, αποκαλύπτεται το δυνατό του ταλέντο. Βέβαια είχα διαβάσει κι άλλοτε  ωραίους στίχους  του  Λέβτσεφ, σε ελληνικές μεταφράσεις κι είχα εκτιμήσει την ποιητική του γραφή. Ωστόσο το ποίημα «Οι Έλληνες που φεύγουν», μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί αναφέρεται στη φυλή μας, στον  ιστορικό  ρόλο της στη Βαλκανική,  στα προτερήματα, αλλά και τα ελαττώματά της, ακόμα στις παλιές πνευματικές διασυνδέσεις, αλλά και αντιθέσεις πολιτικές, στα Βαλκάνια, των δύο λαών μας. Ευτυχώς επικράτησε η λογική και η ειρηνική αγάπη και φιλία, ασφαλιστική δικλείδα για τους δυο λαούς μας σε όλη τη Βαλκανική.

Το ποίημα αναφέρεται σε πρόσωπα, Ελληνες, που έζησαν το δράμα της φυγής, μετά τον ανταρτοπόλεμο στην Ελλάδα κι ιδιαίτερα σ’ έναν Έλληνα αντάρτη, τον Κωστάκη, που έχασε την ηρωική μάνα του, αντάρτισσα στο Γράμμο. Από αυτό το πρόσωπο παίρνει αφορμή ο ποιητής για να συνθέσει την ποιητική του αυτή σύνθεση και να αναφερθεί, όπως είπαμε, γενικά στην πορεία του Έλληνα.

Θα σημειώσει ακόμα τις εντυπώσεις του ο ποιητής από τον ιστορικό και αισθητικό χώρο των Δελφών και θα τον διασυνδέσει με τον αρχαίο και σύγχρονο Έλληνα. Μα η ποίηση του Λέβτσεφ θα περάσει πιο πέρα, θα εισχωρήσει σε πολλές απόψεις και επόψεις του θέματός του και θα μας δώσει ποιητικά και μεθοδικά πολλά ελληνικά στοιχεία, που κάνουν εντύπωση στον Έλληνα.

Η εντύπωση προκαλείται από τη δυνατή πένα του Λιουμπομίρ Λέβτσεφ, από το βάθος των σκέψεών του, από τη σπουδαία αρχιτεκτονική της γραφής του, από τη γνώση και την αγάπη που έχει ο ποιητής για τους Έλληνες.

Αλλά η ανάγνωση του ποιήματος θα δώσει με ενάργεια την αλήθεια των όσων παραπάνω σημειώνουμε».

Οι Έλληνες που φεύγουν

Όταν τον είδα για τελευταία φορά
ήταν ξαπλωμένος, καταληστεμένος από τον ίδιο τον εαυτό του, φυγάδας.
Μάτια γεμάτος να φλογίζουν ξεχασμένα
σα φάροι μακριά στο αρχιπέλαγο.

Ήπιαμε για το χωρισμό χωρίς μελαγχολία.
Ε, καλά — ήρθε λοιπόν ο χάρος — και τι μ’ αυτό!...
Για θυμητάρι θα σου βάλω ένα καθήκον.
Να σκέφτεσαι — αντί για μένα — τον Μιχάλη Γαρούδη.

Ο Κωστάκης, ο αντάρτης, δεν ήταν αισθηματίας.
Γνώριζε να πυροβολεί, να κλαίει δεν ήξερε.
Κι απλά σα σύνθημα την τελευταίαν ώρα
μου εμπιστεύτηκε τη μοίρα του ορφανού.

Η μάνα του χάθηκε στο Βίτσι - Γράμμο.
Δεν τη θυμάται ο γιος της. Δεν έχει φωτογραφία της.
Ήταν όμορφη και καλή, την αγαπούσε η λευτεριά
καθώς η λάσπη νεκρή στο χαντάκι τη φιλούσε.

Αυτοί είναι οι Έλληνες, ξενιτεύονται, μάχονται
και σκληρά αλληλοτρώγονται.
Μπροστά στο θάνατο και για τη λευτεριά όμως ενώνονται
όπως οι δυο κόψεις του σπαθιού.

Και τον θυμάμαι!... Μα πώς να σκέφτομαι το Μιχάλη,
τον σκέφτεται κι ο κουτσός εκεί στον Όλυμπο.
Ο Μιχάλης ζωγράφος έγινε. Αυτοπυρπολήθηκε,
και καίγεται τώρα βουλγάρικα κι ελληνικά.

Και σ’ αυτό το κράμα το πανανθρώπινο υπάρχει
το αγαθό σαν την ελπίδα και τον ορίζοντα.
Μακάρι πιο ισχυρό να ’ναι απ τις βαριές κατάρες
για το φοβερό χάνο Κρούμο και το Βασίλειο το Β'.

Γιατί οι Βούλγαροι κι οι Έλληνες πέρα από τις σφαγές,
τα Γράμματα διέδωσαν κι έκαναν ειρήνη.
Και για Ελληνίδες έκαναν προπόσεις, και για Βουλγάρες
ψαλμωδούσαν τα αγγελόφωνα εγκώμια του Ιωάννη.

Αν αυτό δεν είναι Ποίηση, αλλά πολιτική
θα προσευχόμουνα όλη τη ζωή μου έτσι να ήταν.
Και θέλω αθόρυβα, χωρίς κανένας να με βλέπει
να δω λίγο το Μιχάλη πώς ζωγραφίζει.

Όμως αυτά δεν είναι πίνακες, παγίδες
είναι για τον εφιάλτη του αισθήματος. Μωσαϊκά μαγικά.
Αχτίνες από δίχτυα που το πνεύμα θα παγιδέψουν.
Κι ο Μιχάλης όλο ζωγραφίζει τη μάνα του που δε γνώρισε.

Σαν αντάρτισσα τη ζωγραφίζει, σα νεράιδα κι αμαζόνα.
Μα χωρίς πρόσωπο, πάντα το κορμί της είναι φτερωτό.
Κι ενώ του λέγανε πως πράγματι της μοιάζει
ζωγραφίζει τα μάτια της, κοιτώντας τα δικά του στον καθρέφτη…

Μην απορείτε έτσι κάνουμε όλοι
τους χαμένους κόσμους ανασταίνουμε.
Πάντοτε μ’ αυτή την ελπίδα είμαστε ίδιοι.
Και μοιάζουμε σε θεούς αγράμματους.

Το πορτρέτο της εποχής μας δεν μπορούμε να συλλάβουμε
χωρίς τα χαρακτηριστικά εκείνων που μια έστω φωτογραφία δεν άφησαν.
Κι είναι αυτοί εκατομμύρια. Ζούνε μέσα στα όνειρά μας
με τις αόρατες τραγιάσκες τους στο κεφάλι.

Στο Μουσείο - άδειες κορνίζες. Στις σκέψεις μας τα ίδια.
Πιες φλόγα αιώνια γι’ ανώνυμους κι αγνοούμενους.
Ο θάνατος όμως δεν επιστρέφει τα χαμένα πρόσωπα,
για να μας δελεάζει σε μυστικούς κόσμους τα παρασέρνει.

Κοιτάζουμε όλοι το φωτεινό καθρέφτη των κοινών ιδανικών
και ζωγραφίζουμε χωρίς επιστροφή σαν τον Γαρούδη.
Ομοιότητα ιερή. Αλλά δεν είναι μόνο αυτή
που λέγεται το θαύμα της ζωής.

Γιατί εμείς διακρινόμαστε κι από τον ίδιο εαυτό μας.
Απ’ αυτή τη διάκριση ξεκινούν οι δρόμοι κι οι μοίρες.
Αυτές της ωρίμανσής μας είναι οι πληγές.
Αυτά είναι τα μάτια των προφητών…

Ήμουνα στους Δελφούς. Κάτω από τον Παρνασσό. Μαγεύτηκα,
απ’ την απλότητα του κόσμου που ζούμε.
Τα ερωτήματά μας μόνο είναι μπλεγμένα:
Ποιος είναι ο αληθινός δρόμος, η ευτυχία μας πού
είναι. Πού;

Την τελευταία την πιο ασυγχώρητη
προφητεία της Πυθίας διαβάζουμε στον κατάλογο:
«Στέρεψε η πηγή κι είχε να πει
τόσα πολλά ακόμα».

Αιχμηρά τα κυπαρίσσια, αρχαία, πολυδιάστατα
σαν καρφιά υψώνονται στην άπλα του θάμπους.
Προτού χωριστούν ο ουρανός κι η γη
ήταν καθηλωμένοι στο κυπαρίσσι.

Τώρα οι Δελφοί πουλάνε σουβενίρ.
Και μετά πίνουν λευκό κρασί στις ταράτσες.
Χαιρετιούνται με το Λόρδο Βύρωνα και
αγναντεύουν στο άπειρο τις ανταύγειες του Αιγαίου.

Τα πάντα γνωρίζουν. Γι' αυτό τίποτε δεν λένε
το ίδιο όπως δεν προφητεύουν πια τα πουλιά.
Στοιχηματίζουν μονάχα στα γήπεδα.
Λησμονήθηκαν της φλόγας οι γλώσσες.

Ο ήλιος μόνο δεν έπαψε να προφητεύει
μαντεύει σε αίμα και σε αϋπνίες.
Αγάπη έρχεται, ή μίσος πάλι
είτε στη χλιδή θα βουλιάζουμε αδιάφορα.

Συγνώμη, υποτιμώντας την ποίηση
άρχισα να εξηγώ, θέλω να με καταλάβουν.
Γιατί μου μένει πολύ λίγος χρόνος.
Κι έχω τόσο πολύ δρόμο μπροστά μου!

Λιουμπομίρ Λέβτσεβ - Любомир Левчев - Lyubomir Levchev

Μετάφραση: Μίλκο Τσόνεφ
Παρουσίαση - λογοτεχνική απόδοση: Πάνος Ν. Παναγιωτούνης
(Πολιτιστική, Μάρτης 1985)


Μεγάλος ποιητής, από τους σημαντικότερους της Βουλγαρίας και με φήμη που δραπετεύει απ’ τα σύνορα της γειτονικής σε μας πατρίδα του, πολυδιαβασμένος (σύμφωνα με τη βουλγαρική Βικιπαίδεια συνολικά 58 από τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 36 χώρες) και πολυβραβευμένος, ο Λιουμπομίρ Λέβτσεφ γεννήθηκε το 1935 στο Τρογιάν.

«Παρόλο που χαρακτηρίζεται σαν αντιλυρικός ποιητής, εντούτοις το λυρικό στοιχείο δεν λείπει από την ποίησή του, κοντά στην αγάπη του και την αγωνία του για τον άνθρωπο. Με το έργο του ανανέωσε τα σύγχρονα εκφραστικά μέσα της βουλγάρικης ποίησης. Είναι φίλος της Ελλάδας και της ελληνικής λογοτεχνίας γνώστης», σημειώνει το 1985 ο Πάνος Παναγιωτούνης. Ο Λ. Λέβτσεφ εκείνη την περίοδο είναι πρόεδρος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και υφυπουργός Πολιτισμού της Λαϊκής Δημοκρατίας Βουλγαρίας.

Και ο Άρης Δικταίος γράφει στην «Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως» του (εκδ. Δωδώνη, 1971): «Ο φίλος μου Lioubomir Levtchev είναι ο ποιητής που εξέφρασε πληρέστερα τον νέο που ανδρώθηκε μέσα στον σοσιαλισμό, ―που η σοσιαλιστική πίστη του έγινε η δεύτερη φύση του―, γι’ αυτό κι ό,τι πει έχει πάντα αποκαλυπτική σημασία,  για έναν ξένο, αναφορικά με την ψυχολογία του πολίτη της σημερινής Βουλγαρίας. Εκπρόσωπος της γενιάς του, η ποίησή του έχει έναν έντονα διαλεκτικό χαρακτήρα, σα να συζητά με αόρατα πρόσωπα, ―ένας, άλλου είδους, Kafka, μέσα στην περιοχή της ποίησης και του μαρξισμού».