Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Για το κάθαρμα ή… Περί σκουπιδιών (Βλ. Μαγιακόφσκι)


Στις 14 Απρίλη του 1930 έβαλε τέλος στη ζωή του ο μεγάλος Σοβιετικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και λογοτέχνης Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι. Άνθρωπος της δράσης, ανυπόταχτος και παθιασμένος υπερασπιστής της επανάστασης και των οραμάτων του φωτεινού μέλλοντος, πολέμησε με ολιγωρίες και αδυναμίες ασκώντας κριτική και με το έργο του χτύπησε ό,τι επέμενε να κρατά τον άνθρωπο δεμένο με το παλιό. Έζησε μια σύντομη μα γεμάτη ζωή και άφησε έργο πλούσιο και ζωντανό, παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές.

Παραθέτουμε κατά χρονολογική σειρά όπως δημοσιεύτηκαν, δυο μεταφράσεις του ίδιου ποιήματος που έγραψε ο Μαγιακόφσκι την άνοιξη του 1921.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ  
(Μετάφραση Χρήστος Τρικαλινός)

Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!

Όμως,
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.


Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστισμός.


(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).


Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,
γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.


Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που απ’ το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!»
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται.
Και κάτω από την οροφούλα
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.


Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!»


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
[Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ», αρ.τ. 36-38, Οκτ./Δεκ. 1986]


magiak2

ΠΕΡΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ  
(Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος)

Δόξα, δόξα, δόξα στους ήρωες!!!

Εδώ που τα λέμε
αρκετά τους τιμήσαμε.
Ας πούμε
τώρα
και κάτι περί σκουπιδιών.


Πάνε, περάσανε των επαναστάσεων οι μπόρες.
Μούχλες πετάει ο σοβιετικός αναβρασμός.
Πίσω από τις πλάτες της Ερ-Εσ-Εφε-Σερ*
πάνω-πάνω βγήκε
του μικροαστού n μούρη


(Όχι, μην το πάρετ’ έτσι –
με την τάξη δεν τα έχω των μικρών αστών.
Σ’ αυτούς
δίχως διάκριση τάξεις, στρώματα
«Εύγε!» απ’ όλα τα στόματα.)


Στης Ρωσίας τις απέραντες εκτάσεις
απ’ τη μέρα που η σοβιετική
γεννήθηκε υφήλιος
βγήκανε στους δρόμους
κι αλλάζοντας ενδύματα
σ’ όλα μέσα χώθηκαν τα ιδρύματα.
Πέντε χρόνια στην καρέκλα ρόζους βγάλανε
τα πισινά τους,
βασταγερά σαν τις λεκάνες του νιφτήρα
ζουν ως τα σήμερα και βασιλεύουν.
Μουλωχτοί σαν το νερό
ζεστούτσικες χτίσανε φωλιές
σε γραφεία σε κρεβατοκάμαρες.


Το βράδυ
τούτος ή ο άλλος τενεκές
έφαγ’ ήπιε
την κυρά του τώρα κάθεται και καμαρώνει
στο πιάνο να γυμνάζεται.
Μια λιγούρα
του “φερε το σαμοβάρι:
«Συντρόφισσα Νάντια!
Τώρα με την ευκαιρία των γιορτώνε
αυξήσεις πρέπει να μας κάμουνε στα μιστά
χιλιαδούλες
κάπου 24
η δική μου αναλογία.
Εχ!
Περισκελίδες απωανατολίτικες
θα πάω ν’ αγοράσω
έτσι που μέσ’ από το παντελόνι
σπόγγος να φαίνομαι
από κοράλλι».
Η Νάντια:
«Κι ένα φόρεμα για μένα
με τα εμβλήματα απάνω σταμπωμένα.
Χωρίς δρεπάνι και χωρίς σφυρί
στον κόσμο πώς κανείς να παρουσιαστεί;
Απόψε κιόλας
να βγω με τι
στον μπάλο που οργανώνει η Επαναστατική
Επιτροπή!»


Στον τοίχο ο Μαρξ.
Κάδρο άλικο.
Στο φύλλο πάνω της «Ιζβέστια»
ένα γατσούλι ζεσταίνεται
κι από το ταβάνι ψηλά
στα μεράκια της η καναρίνα
τσιρίζει.
Από τον τοίχο του κοιτάει και κοιτάει ο Μαρξ…
Ώσπου το στόμα του
ανοίγει ξαφνικά
και μπήγει τις φωνές:
«Τυλίξανε την επανάσταση στων μικροαστών τα
δίχτυα
Χειρότερος κι από τον Βράνγκελ ο μικροαστός.
Εμπρός,
τα καναρινάκια ευθύς στραμπουλήχτε,
των καναρινιών
να μην πέσει θύμα ο κομμουνισμός».


ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

*Τα αρχικά του ρωσικού σοβιετικού κράτους.

[Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ, ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2011]

Πρώτη δημοσίευση ανάρτησης 14/4/2015 στο Ατέχνως

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Ένα ποίημα του Ερνστ Σουμάχερ για τον Νίκο Μπελογιάννη


Ο Ερνστ Σουμάχερ (1921-2012) γεννήθηκε στη Βαυαρία. Υπήρξε καθηγητής της Θεατρολογίας  στο πανεπιστήμιο Χούμπολτ (Βερολίνο) της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας (πρώην Ανατολική Γερμανία). Θεωρείται ο σημαντικότερος μαρξιστής μελετητής του Μπρεχτ. Η βιογραφία του για τον Μπρεχτ αποτελεί βασικό βοήθημα κάθε ερευνητή. Υπήρξε μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου της ΓΛΔ. Έγραψε πέρα από πολυάριθμες μελέτες και δοκίμια, μια σειρά από αφηγήματα, ποιήματα και θεατρικά έργα. Το ποίημά του «Μπελογιάννης» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πολιτιστική» (αρ.τ. 21) τον Ιούλη του 1985.

Μπελογιάννης (1952)

Όταν ο Δίας στη Δήμητρα δίνει
ό,τι η καρδιά και ο κόλπος της κλει
σένα σε τρύπησαν οι μαύρες σφαίρες·
σταμάτα, καρδιά μου, και γνώρισε:
ανθεί η Περσεφόνη!

Σκύψε μονάχος, ω Άδη, στη θολή σου σπηλιά
και τρόμαξε: να, ο Ήφαιστος, ο κόκκινος, άναψε!
Με σφυρί και δρεπάνι σου στέκει φρουρός.
Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Κι όμως
ανθεί η Περσεφόνη!

Χοροπήδησε, ω Κύκλωπα, στη χώρα της Ηπείρου
τόσο που οι έγκυες να χάσουν τον καρπό της κοιλιάς τους·
με γροθιά ματωμένη γράφεις στον τοίχο
Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός, κι όμως
ανθεί η Περσεφόνη!

Η δρυς της Δωδώνης θροΐζει στον άνεμο,
το αίμα του νεκρού γίνεται ανθός.
Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός, για να ζήσει
αύριο ειρηνικά το λιοντάρι δίπλα στο αρνί, για να
ανθεί η Περσεφόνη!

Κι όπως στ’ αρχαία τα χρόνια, θροΐζουν στον άνεμο
τα περιστέρια από κορφή σε κορφή, αναγγέλλοντας:
Τολμήστε, τολμήστε και σεις, μιμηθείτε το θάρρος του
για ν’ ανθεί η περσεφόνη!

Ernst Schumacher

(Μετάφραση: Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος)

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

«Η ζωή μου όλη»…


Μάρτης 1990. Στο στούντιο του 2ου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ο Στέλιος Καζαντζίδης φιλοξενούμενος του αξέχαστου Πάνου Γεραμάνη σε μια συνέντευξη που μεταδόθηκε σε 10 εκπομπές, εγκαινιάζοντας τη θρυλική εκπομπή του Πάνου «Λαϊκοί Βάρδοι». Η συνέντευξη φτάνει στο τέλος, και ο Πάνος ρωτά τον Στέλιο:

«ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ: (…) θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου τραγούδι και ποιο αφιερώνεις αυτή τη στιγμή, στο κλείσιμο της σειράς αυτών των εκπομπών (…) Και να αφιερώσεις δυο απ’ τα τραγούδια σου στα εκατομμύρια των θαυμαστών σου και των ακροατών μας.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ: Ε, αυτό, Παναγιώτη, είναι γνωστό, το ’χω πει εκατοντάδες φορές και θα το ξαναπώ. «Η ζωή μου όλη» είναι το τραγούδι που αγάπησα περισσότερο. Του Άκη Πάνου. Αυτού του μεγάλου συνθέτη. Στον οποίο εύχομαι να μην παραδώσει και αυτός τα όπλα όπως εγώ, κι αν μπορεί να συνεχίσει.
Π.Γ.: Κι ένα άλλο τραγούδι σου;
Σ.Κ.: Όλα τ’ άλλα μαζί κάνουν το τραγούδι αυτό…»

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ
(Στίχοι-μουσική: ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ)

Η ζωή μου όλη είναι μια ευθύνη
όλα μου τα παίρνει τίποτα δε δίνει
η ζωή μου όλη είναι ένα καμίνι
που 'χω πέσει μέσα και με σιγοψήνει

Η ζωή μου όλη μια ανοησία
κι η μοναδική μου η περιουσία
η ζωή μου όλη είναι μια θυσία
που σκοπό δεν έχει ούτε σημασία

Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο
που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω
κι όταν γίνει η γόπα κέρασμα στο χάρο
όταν έρθει η ώρα και τόνε τρακάρω


―Απόσπασμα συνέντευξης: Από το βιβλίο του Βασίλη Καρδάση «ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ, σε δρόμους λαϊκούς», εκδόσεις Άγκυρα, 2010.

―Φωτογραφία (Τ. Πανανανίδη): Ο Άκης Πάνου με το Στέλιο Καζαντζίδη (λεπτομέρεια). Από το βιβλίο-λεύκωμα του Πάνου Γεραμάνη «ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ, όταν η φωνή φτάνει το θρύλο», εκδόσεις Άγκυρα, 2001.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

«Νύχτωσε και στο Γεντί το σκοτάδι είναι βαθύ…»


«Ήταν λίγο μετά τη γερμανική κατοχή. Τότε που οι διώξεις, οι εκτελέσεις, οι εκτοπίσεις των αριστερών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήμουν τότε στη Θεσσαλονίκη. Και ένα σούρουπο βλέπω στα κάστρα του Γεντί Κουλέ μερικές σιλουέτες κρατουμένων… Αυτό ήταν! Έτσι γράφτηκε το "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι". Όμως οι στίχοι ήταν διαφορετικοί από αυτούς που ξέρουμε τώρα. Λέγανε: "Νύχτωσε και στο Γεντί το σκοτάδι είναι βαθύ… άραγε τι περιμένει όλη νύχτα ως το πρωί, στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί…" και όχι το "κερί" όπως το έβαλε η λογοκρισία. Και παρακάτω: "Πόρτα ανοίγει, πόρτα κλείνει μα διπλό είναι το κλειδί τι έχει κάνει και το ρίξαν το παιδί στη φυλακή;" Γιατί βέβαια τότε μόνο οι αριστεροί γέμιζαν τα κελιά των φυλακών.

Μ' αυτούς τους τρόπους περνάγαμε τότε τα τραγούδια μας. Ακόμα και πολλά τραγούδια που με την πρώτη ματιά φαίνονται ερωτηματικά, κατά βάθος εκφράζουν βαθύτερα κοινωνικά νοήματα…».(1)

Ο Απόστολος Καλδάρας, όταν τον ρωτούσαν ποιο τραγούδι ξεχωρίζει από όλα τα «παιδιά» του, αναφερόταν πάντα με συγκίνηση στο "Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι".

«Αυτό το αγαπώ γιατί είναι ζωντανό. Δε μου έδωσε κάποιος το στίχο, να βάλω τη μελωδία εγώ. Το έζησα, τότε με τις συλλήψεις του 1945, μετά τους Γερμανούς, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος. (…) Θέλω να πω ότι αυτό το τραγούδι το αγαπώ πολύ, γιατί είναι ζωντανό για μένα».(2)

 
ΝΥΧΤΩΣΕ ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ (1948)

(Νύχτωσε και στο Γεντί)
Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
το σκοτάδι είναι βαθύ
κι όμως ένα παλληκάρι
δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει
απ’ το βράδυ ως το πρωί
στο στενό το παραθύρι
(που φωτίζει το κελί)
που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει
(μα διπλό είναι το κλειδί
τι έχει κάνει και το ρίξαν
το παιδί στη φυλακή;)
με βαρύ αναστεναγμό
ας μπορούσα να μαντέψω
της καρδιάς του τον καημό

(Σε παρένθεση οι στίχοι πριν λογοκριθούν).

Κορυφαία μορφή του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, ο μουσικοσυνθέτης και στιχουργός Απόστολος Καλδάρας γεννήθηκε στις 7 Απρίλη του 1922 και έφυγε από τη ζωή στις 8 του ίδιου μήνα του 1990. Τα τραγούδια του ξεχωρίζουν για την αυθεντικότητά τους και την αμεσότητα με την οποία αγγίζουν τις ψυχές των λαϊκών ανθρώπων μέχρι τις μέρες μας. Ο ίδιος εξάλλου συνήθιζε να λέει: «Όσο υπάρχει λαός θα υπάρχει λαϊκό τραγούδι. Το στίχο που έχει το λαϊκό τραγούδι δεν θα το βρείτε πουθενά».(3)

Ο με έντιμη, περήφανη διαδρομή και αγωνιστική δράση σπουδαίος δημιουργός ξεχώριζε ένα ακόμα από τα τραγούδια του: «Ένα αυτό ("Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι") και ένα το "Σ' ένα βράχο φαγωμένο/ από κύμα αγριωπό". Έχω και άλλα τραγούδια που αγαπώ, αλλά αυτά τα δυο τα ξεχωρίζω, λόγω αναμνήσεων».(4)

«Θυμάμαι τώρα που είχα πάρει συγχαρητήρια από το μεγάλο δάσκαλο τον Κ. Βάρναλη, και είναι τιμή αυτό για μένα, για το τραγούδι μου "Σε ένα βράχο φαγωμένο": "Σ' ένα βράχο φαγωμένο από κύμα αγριωπό ένα σούρουπο είχα κάτσει λίγο να ξεκουραστώ…" Και εδώ ο τελευταίος στίχος έλεγε "Έτσι μ' έχει καταντήσει των ανθρώπων η οργή" και όχι "μιας γυναίκας η οργή" που το ξέρετε σήμερα. Ο κόσμος όμως το τραγουδούσε στην αρχική του μορφή και έτσι διασώθηκε ο στίχος μέχρι σήμερα…».(5)


Σ’ ΕΝΑ ΒΡΑΧΟ ΦΑΓΩΜΕΝΟ (1948)

Σ' ένα βράχο φαγωμένο
από κύμα αγριωπό
ένα σούρουπο είχα κάτσει
(λίγο να ξεκουραστώ)
λίγο να συλλογιστώ.

Κάθε βήμα στη ζωή μου
είναι πόνος και συμφορά,
θέλω ο δόλιος να πετάξω
μα δεν έχω τα φτερά.

Έτσι μ' έχει καταντήσει
(των ανθρώπων η οργή)
μιας γυναίκας η οργή,
στρώμα να 'χω τα χορτάρια
και προσκέφαλο τη γη.

(Σε παρένθεση οι στίχοι πριν λογοκριθούν).

Σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε το 1986,(6) βλέποντας προς τα που πήγαινε η κατάσταση, ο Απόστολος Καλδάρας θα προβλέψει:

«Εύχομαι να διαψευστώ αλλά φοβάμαι ότι θα φτάσει μια μέρα που το Ελληνόπουλο θα ακούει ξένο τραγούδι που θα του σερβίρουν οι αμερικάνικες εταιρίες και θα το νομίζει ελληνικό… Πρέπει η νεολαία να διαμορφώσει μια άλλη σχέση με το λαϊκό τραγούδι. Να γνωρίσει τους δημιουργούς. Είναι αξιέπαινη κάθε προσπάθεια που συμβάλλει σ' αυτή την κατεύθυνση… Όταν η πολιτεία αφήνει από το πρωί μέχρι το βράδυ να ακούγονται από το ράδιο και την τηλεόραση όλα αυτά τα ξενόφερτα και από την άλλη πλευρά τα "καψουροτράγουδα" τι περιμένεις;…».

Ο αναγνώστης είναι αυτός που θα απαντήσει αν η παραπάνω πρόβλεψη βγήκε αληθινή…

[1,3,5,6: «Για το κοινωνικό λαϊκό τραγούδι», έκδοση του 12ου Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, Αθήνα 1986
2,4: Από αφιέρωμα της Σοφίας Αδαμίδου στο Ριζοσπάστη, 18/4/2010]

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ένα ποίημα για τον Γιάννη Ζέβγο

Γιάννης Ζέβγος
(Σκίτσο του Τ.Α.Φ. στην πρώτη σελίδα
του Ρίζου της Δευτέρας – 24/3/1947)

Γιάννης Ζέβγος

Ακόμα εν’ άστρο κύλησε
να πάει να βρει τον ήλιο!

Κι ένας αητός απ’ το Μωριά,
κι ένας αητός λεβέντης

ανέβηκε στα σύγνεφα
για να το μολογήσει.

―Χάιντε λεβέντες μου, καρδιά,
να φέρουμε τον ήλιο.

Κι ο σπόρος τούτος πώπεσε
γερό καρπό θα δέσει.

Και θα φυτρώσει πλατανιά
και θα λαλήσει ανάβρα.

Κι όντας χαράξ’ η Ανατολή
κι όντας ανθίσει ο ήλιος,

θάρχουνται κόρες για νερό,
λεβέντες για τραγούδια,

θάρχουνται γεροσύντροφοι
ν’ ανιστοράν τις μάχες.

Χάιντε, λεβέντες μου, καρδιά
να φέρουμε τον ήλιο.

Τη στράτα του τη φώτισε
κει πώπεσε τ’ αστέρι.

―Πέρα πάνου απ’ τον Όλυμπο
φεγγοβολούν οι τόποι.

Κι ένα αστέρ’ ήρθε και κύλησε
μες στην καρδιά σου Ελλάδα!

Ν. ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ


(«ΡΙΖΟΣ της Δευτέρας», 24/3/1947)


Ο δάσκαλος Γιάννης Ταλαγάνης – Ζέβγος ήταν μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και ηγετικό στέλέχος του ΕΑΜ. Φωτισμένος επαναστάτης, κοφτερό μυαλό με σημαντικό συγγραφικό έργο σε μελέτες και πλούσια αρθρογραφία πάνω σε φιλοσοφικά, ιστορικά και ιδεολογικοπολιτικά ζητήματα. Δολοφονήθηκε στις 20 Μάρτη του 1947 στη Θεσσαλονίκη από το παρακράτος της «μετα-Βάρκιζας» εποχής. Η δολοφονία του δεν ήταν «τυχαία», ούτε «ξεκαθάρισμα λογαριασμών στους κόλπους της Αριστεράς», όπως ισχυρίστηκαν οι τότε κονδυλοφόροι της Δεξιάς. Ούτε η επιλογή του προσώπου ήταν τυχαία…

Περισσότερα για τον Γιάννη Ζέβγο

1) Η δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου ήταν μια εκδήλωση μίσους της αστικής τάξης απέναντι στην κομμουνιστική προσωπικότητα και συνείδηση:

2) 68 χρόνια από τη δολοφονία του Γιάννη Ζεβγου:

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Ναζίμ Χικμέτ, Ο άνθρωπος με το γαρούφαλο


Έχω απάνω στό τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με το άσπρο γαρούφαλο—
που τον ντουφέκισαν
στό μισοσκόταδο
πριν απ’ την αυγή,
κάτω απ, το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατάει ένα γαρούφαλο
πούναι σα μια φούχτα φως
απ’ την ελληνική θάλασσα.
Τα μάτια του τα τολμηρά,
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ’ τα βαριά μαύρα τους φρύδια.
Έτσι άδολα—
όπως ανεβαίνει τό τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα—
ο Μπελογιάννης γελά.

Και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πούπε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς—
τη μέρα της ντροπής.
Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ’ απ’ την καταδίκη σε θάνατο.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σοβιετική Γυναίκα” τον  Απρίλη του 1952)

Από το βιβλίο «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, ποιήματα» (δεν αναφέρεται ποιος έκανε τη μετάφραση), εκδόσεις ΜΟΣΧΟΣ («Ανατύπωση από την Ελληνική έκδοση που έγινε στις Λαϊκές Δημοκρατίες»).

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

"Αχ βρε Νικόλα"... Το (άγνωστο) τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα για τον Νικόλα Άσιμο



Το τελευταίο τραγούδι του ο Πάνος Τζαβέλλας το έγραψε για τον Νικόλα Άσιμο. Δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε δίσκο. Διασώθηκε χάρη σε ερασιτεχνική ηχογράφηση.


Σε χάσαν τα Εξάρχεια
Τα στέκια τα γνωστά
Οι στράτες του Διαβόλου
Οι Ανάρχες τα φρικιά
Σαλπάρισες στον Άδη
Τι να’κανες στη γη
Αφού σ είχαν σκοτώσει
Πριν να τους φτύσεις τη ζωή
Αχ βρε Νικόλα, η επανάσταση
Δεν είναι άρπα κόλλα
Ούτε αγανάκτηση, τυφλή οργή

Μόνος οδοιπορούσες
Στις στράτες του ντουνιά
Και ποιος τον πόνο σου να νιώσει
Κι αγάπης λόγια να σου πει
Κρατούσες την ουσία
Οι αστοί την μοναξιά
Εσύ ονειρευόσουν
Αυτοί κάνουν λεφτά
Αχ βρε Νικόλα, με την ανάσταση
Που παίζουν οι θεοί μας
Μένουν αθάνατοι και κυβερνούν

Τον έγραψες τον κόσμο
Πέρασες τη θηλιά
Κι άστραψε η αλήθεια
Πεφτάστρι στη νυχτιά
Δεν είναι πια οι μπόμπες
Μα η σκέψη το σπαθί
Που σφάζει εξουσίες
Μας πάει για την κορφή
Αχ βρε Νικόλα, η επανάσταση
Δεν είναι μια αγχόνη
Μα αιώνια Ανάσταση
Είναι το Παν.

Πάνος Τζαβέλλας

Για το πώς διασώθηκε το τραγούδι, και ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Πάνο Τζαβέλλα και τον Νικόλα Άσιμο, μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

«Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει ν’ αλλάζεις το πετσί σου, γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι»…


ΑΝΤΙΤΙΜΟ

Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
ν’ αλλάζεις το πετσί σου,
γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΛΕΣ…

Η Ελλάδα, που λες, δεν είναι μόνο πληγή.
Στην μπόσικη ώρα καφές με καϊμάκι,
ραδιόφωνα και Τι-Βι στις βεράντες,
μπρούντζινο χρώμα, μπρούντζινο σώμα,
μπρούντζινο πώμα η Ελλάδα στα χείλη μου.
Στις μάντρες η ψαρόκολλα του ήλιου
πιάνει σαν έντομα τα μάτια.
Πίσω απ' τις μάντρες τα ξεκοιλιασμένα σπίτια,
γήπεδα, φυλακές, νοσοκομεία,
άνθρωποι του Θεού και ρόπτρα του Διαβόλου,
κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι
κρασάκι της Αράχωβας στυφό.

Εδώ κοιμήθηκαν παλικαράδες
με το ντουφέκι στο 'να τους πλευρό,
με τα ξυπόλητα παιδιά στον ύπνο τους.
Τσεμπέρια καλοτάξιδα περνούσαν κι έφευγαν,
κιλίμια και βελέντζες της νεροτρουβιάς.
Τώρα γαρμπίλι κι άρβυλα
σε τούτο το εκκοκκιστήριο των βράχων
κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι
κρασάκι της Αράχωβας στυφό.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ


Ακάθιστος Δείπνος, 1978

[Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα 1978-2012, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013]

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Πού πήγαν οι ήρωες των παιδικών βιβλίων;

Ο Πινόκιο (εικ. Susanna Campillo)
Κάποτε, πολύ παλιά (πριν από είκοσι - τριάντα χρόνια!...), τα βιβλία ήταν οι πιο πιστοί κι αγαπητοί σύντροφοι της παιδικής ηλικίας, μετά το παιχνίδι φυσικά. Μέσ' από τα βιβλία, τα παιδιά μυούνταν στα μυστήρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας μ' έναν τρόπο συναρπαστικό. Ανακάλυπταν τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις του κόσμου των ενηλίκων από έναν δρόμο προσιτό. Οδηγούνταν στο σχηματισμό συνειρμών, συλλογισμών και κρίσεων με ερέθισμα έναν λόγο μεστό. Οι Ηρωες των βιβλίων μπορούσαν να γίνουν για τους αναγνώστες σύντροφοι ολόκληρης ζωής. Βαθιά χαραγμένοι στις ψυχές, όταν αυτές ήταν ακόμα ολάνοιχτες, οι χάρτινοι ήρωες αναδύονταν από τα κατάβαθα της σκέψης, για να παρηγορήσουν, να εμπνεύσουν, να εμψυχώσουν αυτούς που, σαν παιδιά, μοιράστηκαν μαζί τους δοκιμασίες, επιτυχίες και περιπέτειες.

Τα τελευταία χρόνια οι χάρτινοι ήρωες σωπαίνουν. Ηχοι πιο δυνατοί από το γύρισμα των φύλλων, και επιφάνειες πιο λαμπερές από το λευκό των σελίδων, τους απωθούν στο σκοτάδι.

- Η αληθοφάνεια των τηλεοπτικών αφηγήσεων συνηθίζει τους νεαρούς τηλεθεατές σε μια πλαστή αλήθεια, σε μια επίφαση ρεαλισμού που φαντάζει εξαιρετικά έγκυρος. Αντίθετα, η αλήθεια που επιδέξια κρύβεται στον πυρήνα της λογοτεχνίας, εγκαταλείπεται ανεκμετάλλευτη στο έρημο χρυσωρυχείο της.

- Η αίσθηση της παντοδυναμίας που παρέχεται από τα πλήκτρα και τα κουμπιά της σύγχρονης τεχνολογίας, η αίσθηση της παντογνωσίας που διαχέεται από τον καταιγισμό των πληροφοριών, δημιουργούν μια μέθη αυτάρκειας, τη στιγμή που το διάβασμα γεννάει συνεχώς αμφιβολίες και, αντί για ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις, προσφέρει πολυδαίδαλες διαδρομές.

- Εξάλλου, η ανάγνωση, που έτσι κι αλλιώς είναι πολύπλοκη εξερεύνηση, φαίνεται κουραστική σ' ένα κοινό που ζει μέσα στη βιασύνη, κάτω από την πίεση της χρησιμοθηρίας, παραπατώντας στην έξαψη των βίαιων ρυθμών. Η αποκρυπτογράφηση των τυπογραφικών συμβόλων και των νοημάτων είναι διαδικασία επίπονη, και κυρίως χρονοβόρα, άρα απορριπτέα σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη περί των σχέσεων χρόνου και χρήματος.
Ο Ροβινσώνας Κρούσος (εικ. J. J. Grandville)
Αλλά δεν είναι, σήμερα, μόνο ο χρόνος χρήμα. Και το βιβλίο μπορεί να είναι.
Αν η κοινωνία της αγοράς πρέπει να έχει άλλοθι, γιατί αυτό να μην είναι το βιβλίο; Προώθηση, λοιπόν, βιβλίων με τα χαρακτηριστικά και με τους μηχανισμούς της προώθησης καταναλωτικών προϊόντων: Διαφήμιση, προσφορές, δολώματα, ενισχυτικά κανάλια διάδοσης όπως, φιλμ, σίριαλ, εξαρτήματα ένδυσης, παιχνίδια κ.λπ. Βιβλία κατ' επίφαση λογοτεχνικά, που δημιουργούν οπαδούς και καταναλωτές, αντί αναγνώστες.
Μέρα του Παιδικού Βιβλίου σήμερα, ας δώσουμε το λόγο στους ήρωες της λογοτεχνικής φαντασίας, κι ας θυμηθούμε αυτούς που θα ονομάζαμε άλλοτε αξέχαστους και σήμερα ξεχασμένους.

Τα πιο πολλά από τα πρόσωπα που αγαπήθηκαν κατά τις αναγνώσεις της παιδικής ηλικίας έχουν γεννηθεί μέσα σε σελίδες μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα είναι το λογοτεχνικό είδος που προτιμούν τα παιδιά, αυτό που τα προσελκύει περισσότερο στο πάθος της ανάγνωσης.

Αν και το μυθιστόρημα για παιδιά γεννήθηκε ουσιαστικά τον ΙΘ΄ αιώνα, έργα και από προηγούμενους αιώνες συγκαταλέγονται στα πιο επιφανή της νεανικής βιβλιοθήκης και μάλιστα έργα που δε στόχευαν πάντα σε νεανικό κοινό. Παράδειγμα, το βιβλίο του Θερβάντες με τις ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗ(1605) πολυσέλιδο έργο για ενήλικους που διασκευάστηκε από νωρίς για παιδιά. Ετσι, οι περιπέτειες του ιδεολόγου ήρωα σ' έναν κόσμο χωρίς ευγένεια, ανθρωπιά, δικαιοσύνη, προκαλούν συχνά γέλιο αντί προβληματισμό, αλλά πάντα συμπάθεια.
Αντίθετα, ο ΡΟΒΙΝΣΩΝΑΣ ΚΡΟΥΣΟΣ (1719), του Δανιήλ Δεφόε αναδείχτηκε σε κάτι παραπάνω από έναν μυθιστορηματικό ήρωα: έγινε σύμβολο του αξιοθαύμαστου ανθρώπου που αντιμετωπίζει τη γιγάντια φύση με τη δύναμη του μυαλού του και την επιδεξιότητα των χεριών του. Μοναχικός ναυαγός που καταφέρνει να επιζήσει στο ερημονήσι του, συγκινεί και συναρπάζει ιδιαίτερα τους νέους. Γιατί ο Ροβινσώνας, στη σκέψη του νεανικού κοινού, είναι ένα παιδί που ενηλικιώνεται καθώς αναγκάζεται να αντιμετωπίσει θεμελιώδεις προκλήσεις, ένα παιδί που διδάσκεται όχι με σχολαστικές γνώσεις, αλλά ελεύθερα από την ίδια τη ζωή. 
Ο Χωκ Φιν (εικ. αγνώστου)
Ο ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ (1726), ο πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του Ιωνάθαν Σουίφτ, με τα ταξίδια του στα απίστευτα μέρη, παρ' όλο που μοιάζει να απευθύνεται κυρίως στους μεγάλους, με την απροκάλυπτη πολιτική κριτική που παρεμβάλλει συχνά, μένει στη φαντασία των νεαρών αναγνωστών ένας ήρωας εξαιρετικά οικείος. Ποιο είναι το μυστικό της φιλίας με έναν ήρωα φαινομενικά τόσο άσχετο με την παιδική ηλικία;

Ισως είναι το παιχνίδι του μικρού - μεγάλου που κυριαρχεί στο μύθο του, παιχνίδι πολύ σοβαρό σε μια ηλικία όπου ο άνθρωπος αναζητεί ακριβώς τη θέση του και την ταυτότητά του. Ισως είναι το παιχνίδι των ανατροπών που προκαλούν όχι μόνο έκπληξη ή ιλαρότητα, αλλά και μια κρυφή ικανοποίηση στα παιδιά: αυτός ο κόσμος των γιγάντων σίγουρα είναι ανάποδα, ας τον αναποδογυρίσουμε για να 'ρθει στα σωστά!

Μιλώντας για τα παιχνίδια ταυτότητας και μικρού - μεγάλου, δεν είναι δυνατόν να μη θυμηθούμε την ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ (1863) του Λιούις Κάρολ. Αυτό το κοριτσάκι που από μια μυστηριώδη σήραγγα φτάνει σ' έναν κόσμο αλλόκοτο, ασυνάρτητο, όπου συνεχώς μικραίνει και μεγαλώνει, ζει μέσα στο παράλογο, και συγχρωτίζεται με το απρόβλεπτο.

Ενας ανήσυχος λαγός, ένας ανεκδιήγητος καπελάς, μια βασίλισσα - κούπα σε παρωδία δίκης, μωρά που μεταμορφώνονται σε γουρουνάκια, γάτες που γελάνε, μεταξοσκώληκας που καπνίζει ενώ φιλοσοφεί ...δίνουν αφορμή για μια γελοιοποίηση του διδακτικού σχολαστικισμού, των κανόνων και των απαγορεύσεων, των οριοθετήσεων και της σοβαροφάνειας.
Ο ΤΟΜ ΣΩΓΕΡ (1876) και ο ΧΩΚ ΦΙΝ (1884) του Μαρκ Τουαίν, είναι οι απόλυτοι ήρωες της παιδικής ηλικίας. Παιδιά που καταπιέζονται από όλα τα στερεότυπα των ενηλίκων - πληκτικό σχολείο, κοινωνική υποκρισία, ρατσισμός, δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις - πετυχαίνουν να τα γελοιοποιήσουν όλα και να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους την περιπέτεια και για τα όνειρά τους την ελευθερία. 
Ο Μικρός Πρίγκιπας (εικ. A. de Saint-Exupιry)
Στο ίδιο κλίμα της αμφισβήτησης του ενήλικου ορθολογισμού, αλλά με ποιητικό τρόπο, κινείται ένας από τους πιο πρόσφατους κλασικούς ήρωες, ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ (1943) του Σαιντ Εξυπερύ. Τρυφερός, ανυπεράσπιστος, ονειροπόλος, μεγαλώνει μαζί με τον αναγνώστη, βοηθώντας τον να καταλάβει αξίες που η κοινωνία πασκίζει να χαρακτηρίσει ξεπερασμένες.
Φυσικά, υπάρχουν πολλοί ακόμη φανταστικοί σύντροφοι της ψυχής. Κάθε αναγνώστης έχει - ή μάλλον είχε - τους αγαπημένους του στη μαγική «βαλίτσα του ναυαγού»... Ομως, η μετατροπή των επιτυχημένων βιβλίων σε κινηματογραφικά έργα ή σε τηλεοπτικές παραγωγές κινουμένων σχεδίων, έχει αφαιρέσει απ' τους λογοτεχνικούς τύπους την αυθεντικότητα με την οποία τους είχαμε αγαπήσει. Τα περισσότερα παιδιά σήμερα δεν έχουν διαβάσει ποτέ τη ΧΑΪΝΤΙ (Γιοχάνα Σπίρι), τους ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ (Δουμάς), το ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (Εκτωρ Μαλό) ή το ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ (Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον), τη ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ ΝΗΣΟ (Βερν) και τον ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ (Κάρολος Ντίκενς), τον ΠΙΝΟΚΙΟ (Κάρλο Κολόντι), τον ΝΙΛΣ ΧΟΛΓΚΕΡΣΟΝ (Σέλμα Λάνγκερλεφ), τον ΒΑΡΟΝΟ ΜΥΝΧΑΟΥΖΕΝ(Μπύργκερ) και τον ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ (Τζ. Μπάρρυ) ή τον ΜΑΓΟ ΤΟΥ ΟΖ (Φρανκ Μπάουμ)!

Οι γεμάτοι πάθος ήρωες που καθήλωσαν γενιές αναγνωστών είναι τώρα γνωστοί στο κοινό - αν είναι - μόνο από την ανάσυρσή τους στην επιφάνεια με την ευκαιρία διαφόρων επετείων, ή χάρη στην κινούμενη σε οθόνη εκδοχή τους.

Οι ήρωες των κλασικών παιδικών βιβλίων λοιπόν σιωπούν. «Προτιμότερο από το να τους αναλύουν στο σχολείο...», έλεγε ένας εξαίρετος Γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας (Μαρκ Σοριανό).

Αλλά γιατί να μιλήσουν; Τι έχουν να πουν;

Οσοι υπήρξαν παθιασμένοι αναγνώστες στα παιδικά τους χρόνια γνωρίζουν καλά την απάντηση. Οσοι βυθίστηκαν στο ρωμαλέο, γεμάτο εικόνες λόγο, όσοι αφέθηκαν στη γοητεία του λυρισμού και της ονειροπόλησης, όσοι ένιωσαν τις σελίδες να γίνονται στους ώμους τους φτερά, όσοι γέλασαν και δάκρυσαν, όσοι έμειναν ξάγρυπνοι, νηστικοί, κρυμμένοι για να διαβάσουν, αυτοί ξέρουν πόσο ένα καλό βιβλίο πλουτίζει και πολλαπλασιάζει την ύπαρξη και φωτίζει και την πιο πεζή καθημερινότητα.

Δρ Ζωή Βαλάση, συγγραφέας
Ριζοσπάστης, 2/4/2006

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Ένα ποίημα και μια φωτογραφία για τη σιωπή


Πολλές φορές η σιωπή μιλά και έχει πολλά να μάς πει, φτάνει οι κεραίες μας να είναι ευαίσθητες και δεκτικές. Πάντα θαύμαζα τους ποιητές που με μια χούφτα λέξεις μπορούν να γεμίσουν τις πιο απόμερες γωνιές της ανθρώπινης ψυχής. Ο Τάσος Λειβαδίτης κατέχει μια θέση ξεχωριστή ανάμεσά τους. Ποιητής της σιωπής, της πληγωμένης αισιοδοξίας και των πιο ―ίσως― άπιαστων ονείρων.

Ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι ποιητής των εικόνων. Από τους λίγους που με μαεστρία καταφέρνουν να ντύσουν τη σιωπή με τους πιο δυνατούς «ήχους» των πλάνων τους. Στην ταινία του Ταξίδι στα Κύθηρα, ο πρωταγωνιστής Σπύρος (Μάνος Κατράκης) επιστρέφει στην πατρίδα που τον έδιωξε, μετά από 32 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά. Και συναντά τη σιωπή.

Ένα ποίημα και μια φωτογραφία για τη σιωπή, που όταν τρέφεται από ψυχικές καταστάσεις όπως η απουσία, η στέρηση και ―κάποτε― η προδοσία, γίνεται εκκωφαντική…

Αυτός που σωπαίνει

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατελείωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο πού…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
πού αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ᾿ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ᾿ τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια.

Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

[Το ποίημα από τη συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου». Διευθυντής φωτογραφίας στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984) ο Γιώργος Αρβανίτης.]


Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Αντί να φωνασκώ… (Μαν. Αναγνωστάκης)


Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).  
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο θάνατος ενός λογοτέχνη και ο ρόλος του στην εκμάθηση της Ιστορίας – Ένα αφιέρωμα στον Αντρέ Μπρινκ


Στις 6 Φεβρουαρίου πέθανε ο Νοτιαφρικανός συγγραφέας Αντρέ Μπρινκ (1935-2015). Μόλις είχε λάβει ένα τιμητικό ντοκτορά από το Πανεπιστήμιο της Λουβέν του Βελγίου. Στο αεροπλάνο της επιστροφής στην πατρίδα του, τη Νότια Αφρική, άφησε την τελευταία του πνοή αυτός ο φλογερός μαχητής κατά του απαρτχάιτ στο πλευρό του Νέλσον Μαντέλα. Ο Αντρέ Μπρινκ ήταν καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν. Έγραφε τα βιβλία του σε δύο γλώσσες, στα αφρικάανς (γλώσσα της ολλανδικής καταγωγής λευκής μειοψηφίας) και στα αγγλικά και ήταν ένας των βασικών εκπροσώπων του αφρικανικού λογοτεχνικού κινήματος ενάντια στην απαρτχάιτ «Η γενιά του ‘60». Έγραψε πάνω από εξήντα βιβλία με αντιαποικιοκρατικό και αντιρατσιστικό περιεχόμενο, από τα οποία έντεκα μεταφράστηκαν στα ελληνικά και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Χατζηνικολή». Στο παρόν άρθρο θα σταθούμε στο βιβλίο Η άλλη πλευρά της Σιωπής που μιλάει για τη Ναμίμπια και τη γερμανική αποικιοκρατία εκεί.

Λίγα ιστορικά γεγονότα

Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να μάθουμε ιστορία, τόπους και τρόπους από τη λογοτεχνία χωρίς να απαιτούμε ακριβή ιστορικά στοιχεία, εφόσον ο συγγραφέας σέβεται τα βασικά γεγονότα και δεν τα γυρίζει ανάποδα για να δημιουργήσει αντίθετες εντυπώσεις. Τα βιβλία του Αντρέ Μπρινκ είναι στρατευμένα στην υπόθεση του αντιρατσισμού και της αντιαποικιοκρατίας. Θα σταθούμε σ’ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από κοντά δύο χώρες σε μια ιστορική συνάντηση θύματος-θύτη. Η μία ως κατακτητή, η άλλη ως κατακτημένη. Η μία ως εκμεταλλευτή, η άλλη ως υφιστάμενη την εκμετάλλευση: η λιγότερο γνωστή ως αποικιοκρατική δύναμη Γερμανία και η Νοτιοδυτική Αφρική. Η Νοτιοδυτική Αφρική, η σημερινή Ναμίμπια, ήταν κάποτε γερμανική αποικία. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Νότια Αφρική κατέλαβε τη χώρα και η τότε Κοινότητα των Εθνών – πρόδρομος του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών – της ανάθεσε τη διοίκηση μέχρι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Νότια Αφρική προσάρτησε τη Ναμίμπια χωρίς διεθνή αναγνώριση. Τη δεκαετία του ’60 ξεκίνησε και στη Ναμίμπια ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, όπως σε πολλές χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» και όχι μόνο στην Αφρική. Ήταν η εποχή της διάλυσης του παλαιού τύπου αποικιοκρατίας. Ο λαός οργανώθηκε στη SWAPO (South-West Africa’s People’s Organization: Οργάνωση του Λαού της Νοτιοδυτικής Αφρικής) που είχε εξελιχθεί από το OPC (Owamboland People’s Congress: Λαϊκό Κονγκρέσο της Οούμπολαντ* ) που είχε ιδρυθεί το 1957 στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Ο ηγέτης του ήταν ο Σαμ Νουγιόμα που το 1959 είχε εξοριστεί στην Τανζανία όπου τον υποδέχθηκε ο Ιούλιους Νιγιερέρε. Το 1960 διασπάστηκε και δημιουργήθηκε η SWANU (South West African National Union: Νοτιοδυτική Αφρικανική Εθνική Ένωση με βάση τη φυλή των Χερέρο**).Τα στελέχη της SWAPO έλαβαν τη στρατιωτική τους εκπαίδευση στην Αίγυπτο του Νάσσερ. Το 1966 η στρατιωτική πτέρυγα της SWAPO ξεκίνησε έναν ανεξάρτητο ανταρτοπόλεμο. Η στρατιωτική αυτή πτέρυγα λεγόταν PLAN (People’s Liberation Army of Namibia: Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Ναμίμπια) και είχε ιδρυθεί το 1962.

*Το Οουάμπολαντ βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ναμίμπιας
** Οι Χερέρο είναι φυλή του νότιου τμήματος της Ναμίμπιας. Το 1904 οι Χερέρο και οι Νάμα (αναφέρονται στο βιβλίο) αφού είχαν εξεγερθεί κατά της αποικιοκρατίας, σφαγιάστηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα του Λόταρ φον Τρόττα που είχε δόσει εντολή «να πυροβοληθεί κάθε Χερέρο που τον συναντούν μέσα στα γερμανικά (!) σύνορα» . Ο ΟΗΕ χαρακτήρισε τη γενοκτονία αυτή ως «πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα» ( η λεγόμενη Γενοκτονία της Ναμίμπιας).

Το 1988 η Νότια Αφρική συμφώνησε στον τερματισμό της διοίκησής της στη Ναμίμπια στη βάση ενός σχεδίου «ειρήνευσης» του ΟΗΕ για όλη την περιοχή. Το 1990 η Ναμίμπια «ανεξαρτητοποιήθηκε» από τη Νότια Αφρική. Με τον τερματισμό της απαρτχάιτ στη Ν. Αφρική το 1994 ο Κόλπος των Φάλαινων (Walvis Bay) που ήταν κάτω από βρετανικό έλεγχο, παραχωρήθηκε κι αυτός στη Ναμίμπια. Από το 2008 περίπου η Ναμίμπια κατακλύζεται από επενδυτές και διευθυντικά στελέχη εταιριών μεταλλευμάτων και παραγωγής ουρανίου απ’ όλο τον κόσμο. Η χώρα αυτή των δύο εκατομμυρίων κατοίκων ετοιμάζεται να γίνει η πρώτη χώρα παραγωγής και εξαγωγής ουρανίου στον κόσμο. Πάνω από 8% των παγκόσμιων αποθεμάτων ουρανίου βρίσκονται στο έδαφός της. Πλήθος εταιριών έχουν εξασφαλίσει άδειες αποκλειστικής εκμετάλλευσης περιοχών με τεράστια κοιτάσματα ουρανίου. Και η Ναμίμπια, όπως τόσες άλλες της εξαιρετικά πλούσιας σε πρώτες ύλες για τις μεγάλες βιομηχανίες αφρικανικής ηπείρου δεν μπορούσε παρά να γίνει βορά στον μεγάλο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό.

Μια λογοτεχνία που αποκαλύπτει

Το βιβλίο λοιπόν του Αντρέ Μπρινκ που επικεντρώνεται σ’ αυτήν τη χώρα της αφρικανικής ηπείρου, το Η άλλη πλευρά της Σιωπής, διαδραματίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα κυρίως στη Ναμίμπια, αλλά και στη Γερμανία. Το βιβλίο προβάλλει διεισδυτικά το εποικοδόμημα μιας αποικιοκρατίας, καθώς και τη σύνθλιψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που επιφέρει αυτή και στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα της γυναίκας με πάντα από πίσω το φόντο των οικονομικών σχέσεων.Το κεντρικό πρόσωπο είναι μια Γερμανίδα, η Χάννα. Η ιστορία της είναι μια ιστορία που την έζησαν πολλές γυναίκες «απόβλητες» από τη γερμανική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα. Το βιβλίο δεν είναι μονάχα ένα κατηγορώ κατά της στυγνής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, αλλά και κατά της ταξικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο στη μητρόπολη, την ίδια τη Γερμανία. Ο συγγραφέας μας εξηγεί την πορεία της συγγραφής του βιβλίου. Ξεκινώντας από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και μια ατομική ιστορία μαθαίνουμε το αίσχος ενός ολόκληρου συστήματος. Η πρωταγωνίστρια τοποθετείται σε συγκεκριμένο χωρόχρονο και ανεβαίνει «πάνω από κάθε ατομικότητα και ταυτότητα» με τα λόγια του συγγγραφέα και γίνεται σύμβολο βάναυσης φυλετικής και ταξικής καταπίεσης τοποθετημένο στο φόντο μιας εξίσου βάναυσης αποιοκιοκρατικής καταλήστευσης. Η εικόνα της πατρίδας είναι εχθρική και βλοσυρή, ακόμα και νοσηρή σε πολλές περιπτώσεις. Μέσα από την πορεία της προς τη μεγάλη συμβολική εκδίκηση-κάθαρση το μίσος είναι μια φοβερή κινητήρια δύναμη. Η Χάννα κοιτάζοντας το από τα βασανιστήρια παραμορφωμένο της πρόσωπο στον καθρέφτη συλλογάται: «…Όχι, ποτέ δεν φανταζόταν ότι το μίσος θα ήταν έτσι. Τόσο όμορφο. Τόσο μοναδικό. Τόσο καθάριο. Τόσο γεμάτο ζωή. Νιώθει σαν να είχε πάντοτε ένα κενό μέσα της, όπου μερικές φορές εισέβαλλαν προσωρινά ο φόβος, ο τρόμος, η αβεβαιότητα και η ανησυχία, άλλες φορές ένα ξέσπασμα αγάπης, ή κάθε είδους ταραχώδη και σκοτεινά συναισθήματα, αλλά κυρίως έμενε άδειο. Το οποίο τώρα έχει γεμίσει από αυτό το περίλαμπρο μίσος. Είναι σαν μεγεθυντικός φακός που ενώνει πολλές ακτίνες φωτός και τις εστιάζει με τρομακτική ακρίβεια σε ένα μόνο σημείο κάνοντάς το να αναφλεγεί, και μέσα σε μια εκπληκτική στιγμή δίνει κατεύθυνση και νόημα σε όλη της τη ζωή. Καμιά αγάπη δεν θα μπορούσε ποτέ να της χαρίσει αυτό το μίσος…».

brink1

Το «άγιο» μίσος των καταπιεσμένων

Το «άγιο» μίσος λοιπόν που παραγκωνίζει όλες τις χριστιανικές αρχές της υποκριτικής αγάπης που το καθεστώς συνιστά και επιβάλλει στο καταπατημένο, ματωμένο θύμα προς το θύτη του. Το μίσος που έχει θρέψει «δίκαιους» πολέμους, ανατρεπτικές επαναστάσεις από τους «της γης κολασμένους» σαν μοναδικό μέσο για μια καλύτερη ζωή. Ο Μπρινκ έχει δει στην πατρίδα του τη φοβερή εκμετάλλευση εις βάρος κυρίως του μαύρου πληθυσμού και τη μαζική οργή που ήταν το αποτέλεσμά της και τη δικαιολογεί. Έτσι, στο στόχαστρο του συγγραφέα βρίσκεται και η θρησκεία και δη το χριστιανισμό. Ξεγυμνώνεται αμείλιχτα ο πάστορας Ούλριχ στον οποίο στέλνουν τη μικρή ορφανή Χάννα. Μέσα από τις σκηνές στο πρεσβυτέριο στη διάρκεια της διαμονής της Χάννας στο ορφανοτροφείο στη Γερμανία ξεπροβάλλει οδυνηρά και ξεδιάντροπα η κατάχρηση της εξουσίας στο όνομα του Θεού. Η ζωή της στο ορφανοτροφείο «Τα μικρά παιδιά του Ιησού» ήταν θλιβερή. Οι ξυλοδαρμοί και τα βασανιστήρια των παιδιών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Μια καλή δασκάλα είχε δανείσει στη Χάννα Τα πάθη του νέου Βέρτερ του Βόλφγκανγκ Γκαίτε, αλλά η διεθύντρια απαιτεί από τη Χάννα να το κάψει. Η Χάννα αρνείται και για τιμωρία τη στέλνουν στον πάστορα…Το κορίτσι «τα μαζεύει» μέσα της και μετά από διάφορες δουλειές σε σπίτια όπου το ορφανοτροφείο στέλνει τη Χάννα υπηρέτρια και όπου εκτός από μία εξαίρεση ζει την αισχρή εκμετάλλευση – ό , τι κατορθώνει να μαζέψει από «θελήματα» του κυρίου του σπιτιού της παίρνεται πίσω με αθέμιτους τρόπους – αποφασίζει τελικά να παει στο γραφείο που οργανώνει αποστολές γυναικών στην Αφρική. Η Χάννα τα βλέπει αγνά και ρομαντικά – ονειρεύεται τους φοίνικες που έχει γνωρίσει από βιβλία – και προπαντώς θέλει να φύγει, να φύγει, να φύγει από την πατρίδα που τόσο την πλήγωσε και να παει «εκεί που γεννιέται ο άνεμος που κάνει τους φοίνικες να λυγίζουν».

Το όνειρο που γίνεται εφιάλτης

Η Χάννα λοιπόν μαζί με πολλές άλλες γυναίκες επιβιβάζεται στο πλοίο της ελπίδας προς την Αφρική για μια καινούργια ζωή. Αλλά η Γερμανία στέλνει γυναίκες εκεί για τις ανάγκες του αντρικού πληθυσμού της στη Νοτιοδυτική Αφρική. Πάνε σαν νύφες, αλλά αν απορριφθούν , τις πάνε στο ίδρυμα-φυλακή-μπουρντέλο Φράουενσταϊν (Frauenstein, «τόπος γυναικών»).
 
Μετά από ένα ταξίδι βδομάδων στη θάλασσα οι γυναίκες επιβιβάζονται σε τραίνο από την πρωτεύουσα Βίντχουκ στην ενδοχώρα. Στο ταξίδι αυτό των 4 ημερών πραγματοποιούνται βιασμοί και κάθε λογής ξευτελισμοί των εγκλωβισμένων γυναικών. Η Χάννα, μια κοπέλα με σπάνια αξιοπρέπεια και τόλμη, αρνείται να υποταχτεί στις ορέξεις των αξιωματικών αποκρούοντας κάθε προσπάθεια ξευτελισμού. Τελικά ακρωτηριάζεται βάναυσα και στέλνεται παραμορφωμένη στο ως άνω ίδρυμα. Αφού της έκοψαν τη γλώσσα, δεν μπορεί ούτε πια να μιλήσει, αλλά συνεννοείται μέσω μιας φίλης που έχει μάθει να την καταλαβαίνει . Η Χάννα πριν φτάσει στο Φράουενσταϊν, θα πέσει από τη βοϊδάμαξα και θα σωθεί από μια φυλή ιθαγενών – τους Νάμα – που τη φροντίζει και γιατρεύει τις πληγές της. Τη συνοδεύουν στο Φράουενσταϊν, αλλά η διευθύντρια τους ενοχοποιεί για τον ακρωτηριασμό της Χάννας με αποτέλεσμα ένα απόσπασμα του γερμανικού αποικιοκρατικού στρατού να εξοντώσει ολόκληρη τη φυλή (δείτε τα ιστορικά στοιχεία, μυθευμένα και πραγματικότητα διαπλέκονται). Σαν αντίποινα γι αυτά που υποτίθεται ότι έκαναν σε μια λευκή οι «άγριοι»!

Το άκρο άωτον της υποκρισίας γίνεται σαφές στον αναγνώστη που έχει διαβάσει τί τράβηξε η Χάννα από τους αξιωματικούς και στρατιώτες συμπατριώτες της στο τραίνο…Οι πραγματικά πολιτισμένοι είναι οι «άγριοι». Χωρίς αμφιβολία υπάρχει στο βιβλίο μια γεύση νοσταλγικής εξιδανίκευσης της πρωτόγονης φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, όπως τη συναντάμε στη φυλή Νάμα που σε πλήρη αντίθεση με τους βάναυσους λευκούς κατακτητές είναι αγνή και καλή.

Εκδίκηση και κάθαρση

Η Χάννα αποφασίζει μια μέρα να δραπετεύσει από το Φράουενσταϊν για να αρχίσει την εκστρατεία εκδίκησης και μαζί μ’ αυτή την πορεία κάθαρσης. Από τη φυλή Νάμα έχει μάθει να επιβιώνει στην έρημο. Οι περιγραφές της ερήμου είναι γλαφυρές, σκληρά ποιητικές. Προφανώς ο συγγραφέας είναι γνώστης της περιοχής…Η Χάννα βρίσκει συμμάχους, μαύρους και λευκούς, κολασμένους της γης και σχηματίζει ένα μικρό, πολύ μικρό στρατό που συμβολίζει ωστόσο μια μεγάλη πράξη αντίστασης. Η γενναία δράση της οδηγεί τελικά στην τιμωρία και το δημόσιο ξευτελισμό του αξιωματικού Μπέλκε που τον βρίσκει μετά από χρόνια και που σύμφωνα με μια είδηση στο African Post αυτοκτονεί ματαιώνοντας έτσι τη δίκη.

Η ψυχογραφία που δίνει ο συγγραφέας της εσωτερικής πορείας της πρωταγωνίστριας είναι βαθιά και χωρίς σημάδια ηθικολογίας. Αντίθετα , καταγγέλλεται η βαθύτατη υποκρισία των Γερμανών κληρικών, είτε μέσα στη Γερμανία είτε στα ιδρύματά τους στην Αφρική. Ο συγγραφέας έκανε έρευνα, είδε τους καταλόγους των ονομάτων του «γραφείου» αποστολής γυναικών, πήγε και στη Γερμανία για να εντοπίσει τα ίχνη της Χάννας. Η πορεία της Χάννας μπορεί να ήταν ατομική, αλλά ήταν πολλές οι «Χάννα» και μ’ αυτή την έννοια η ιστορία της είναι συλλογική και κοινωνική. Έμμεσα τονίζεται η σημασία της ατομικής ανάγκης και ικανότητας για εξέγερση που για να έχει επιτυχία πρέπει να την ακολουθήσουν οι στρατιές των καταπιεσμένων.

Ο αναγνώστης μπορεί να μάθει πολλά διαβάζοντας αυτό – και τα άλλα – έργα του Αντρέ Μπρινκ που η προσφορά του στα γράμματα ήταν εμβληματική.

Άννεκε Ιωαννάτου