Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Επιτάφιος για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ


Στις 15 του Γενάρη 1919 μια ομάδα στρατιωτών συλλαμβάνει στο Βερολίνο τους ηγέτες του νεοϊδρυμένου ΚΚ Γερμανίας, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ και τους δολοφονεί με κτηνώδη τρόπο. Οι δολοφόνοι θα παραδώσουν το άψυχο σώμα του Καρλ σ’ ένα σταθμό πρώτων βοηθειών ως «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ της Ρόζας θα το πετάξουν σε κανάλι. Ο εντοπισμός του θα γίνει δυνατός μόλις στις 31 του Μάη 1919, όταν τα νερά θα το βγάλουν στην ακτή…

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ

Η κόκκινη Ρόζα χάθηκε κι αυτή
Κανείς δεν ξέρει
Πού το κορμί της παραχώσαν
Έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς
Γι’αυτό κι οι πλούσιοι την σκοτώσαν.

Μπέρτολτ Μπρεχτ


«Αυτοί οι δήμιοι, αυτοί οι λακέδες της αστικής τάξης έβαλαν τους Γερμανούς λευκοφρουρίτες, τα μαντρόσκυλα της ιερής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, να λιντσάρουν την Ρόζα Λούξεμπουργκ, να τουφεκίσουν πισώπλατα τον Καρλ Λίμπκνεχτ με το ολοφάνερα ψεύτικο πρόσχημα ότι αποπειράθηκε "να αποδράσει"... και, ταυτόχρονα, οι δήμιοι αυτοί πήγαν να καλύψουν τους λευκοφρουρίτες με το κύρος της κυβέρνησης, που δεν έχει δήθεν καμία ευθύνη, που στέκεται τάχα πάνω από τάξεις!

»Δε βρίσκω λόγια να χαρακτηρίσω όλη την αποκρουστικότητα και την ποταπότητα αυτού του φρικτού εγκλήματος που διέπραξαν οι δήθεν σοσιαλιστές... Το αίμα των καλύτερων ανθρώπων της παγκόσμιας προλεταριακής Διεθνούς, των αξέχαστων ηγετών της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης, θα ατσαλώσει καινούριες μάζες εργατών για αγώνα ζωής και θανάτου. Και ο αγώνας αυτός θα οδηγήσει στη νίκη».

Β.Ι. Λένιν

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Ο Κ. Βάρναλης για τον Ν. Καββαδία: «παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού...»


Ο Νίκος Καββαδίας (11 Γενάρη 1910 – 10 Φλεβάρη 1975) ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας. Μετουσίωσε σε στίχους όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς, με τα μακρινά του ταξίδια, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής. Ο Ν. Καββαδίας θα τυπώσει το 1947  τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο Πούσι (εκδόσεις Α. Καραβία). Τα ποιήματά του θα γίνουν πολύ γνωστά όταν μελοποιηθούν και τραγουδηθούν και θα κάνουν τον ποιητή από τους πιο αγαπημένους, όλων των ηλικιών. 

Μεταφέρουμε στο διαδίκτυο τη βιβλιοκρισία του Κώστα Βάρναλη για το Πούσι, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρίζος της Δευτέρας πριν εβδομήντα χρόνια,  στις 27 του Γενάρη 1947. Ο εκτός από μεγάλος ποιητής και σπουδαίος κριτικός Βάρναλης έχει ήδη αναγνωρίσει τη λογοτεχνική αξία του νεαρού ποιητή και έχει εκφραστεί γι' αυτόν με θερμά λόγια, νωρίτερα, σε κριτική του για την πρώτη συλλογή του Ν. Καββαδία Μαραμπού (1933). Τελειώνει μάλιστα εκείνο το κείμενό του με τη φράση «Ας γίνει επί τέλους... γνωστός!». Διαβάζοντας την κριτική για το Πούσι ο αναγνώστης που έχει γνωρίσει την ποίηση του Καββαδία μπορεί να βγάλει συμπέρασμα αν δικαιώθηκε ο Βάρναλης και γιατί.

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ: «ΠΟΥΣΙ»

Είναι κοντά δεκατέσσερα χρόνια, που ο τότε μικρός το δέμας και την ηλικία ποιητής μάς ξάφνιασε με την πρώτη του ποιητική συλλογή: «Μαραμπού». Στον πολύ εγωιστικό και κάπως θορυβώδη και κρύον ελληνικό λυρισμό, ο νεαρός ποιητής έφερνε ένα καινούργιο ρίγος ξωτισμού ανθρωπιάς και πόνου. Καλά καλά δεν ήτανε ποιήματα· έμμετρες ιστορίες από τη ζωή των ναυτικών, που θαλασσοπνίγονται μήνες στους μεγάλους ωκεανούς ―και στο μεγαλύτερον απ’ όλους: το βίτσιο. Όλα όμως αυτά τα πράματα ήτανε τόσο πρωτοφανίσιμα κείνον τον καιρό και με τόσο αίσθημα κι αλήθεια ειπωμένα, που κι αυτός ο συστηματικός αρνητής και ζόρικος σε παλιούς και νέους ποιητάδες (προ πάντων στους νέους, τους «ποετάστρους»!) Φώτος Πολίτης συγκινήθηκε κι αναγνώρισε την αξία τους.

Ύστερ’ από τόσα χρόνια ο Καββαδίας μας έκανε ένα καινούργιο ξάφνιασμα, που δε θα το ξεχάσει ο νεοελληνικός Λόγος: το «Πούσι». Όλο όλο δεκατέσσερα ποιήματα. Αναλογούν από ένα σε κάθε χρόνο σιωπής. Κι όμως το βιβλίο αυτό είναι τ’ ωραιότερο σ’ εμφάνιση και περιεχόμενο της χρονιάς που μας πέρασε. Κι όχι μονάχα της χρονιάς που πέρασε. Σημειώνει σταθμό στην ιστορία της εκδοτικής και της ποιητικής μας τέχνης. Ήτανε και το κείμενο άξιο και παράξιο, μα και το διακοσμήσανε οι αξιότεροι νέοι ξυλογράφοι μας: ο Βακαλό, ο Βελισσαρίδης, ο Γιαννουκάκης, ο Μόραλης, ο Μόσχος, ο Τάσος, ο Κορογιαννάκης. Διαφορετικά βέβαια ταλέντα μα που η κοινή «αγάπη στο έργο ενός ποιητή» μπόρεσε να μη διασπάσει την καλλιτεχνική ενότητα του συνόλου.


Με το καινούργιο έργο ο ποιητής έχει κάνει τεράστιο άλμα εις ύψος. Η ποιητική του συνείδηση κι η τεχνική του σοφία έχουνε φτάσει σε ασυνήθιστη πληρότητα. Η διάθεση, τα θέματα και το πλαίσιό τους είναι περίπου τα ίδια με του «Μαραμπού» ―αλλά πόσο εξελιγμένα και τελειωμένα!

Το τοπίο δεν είναι τώρα εξωτερικό· είναι συνυφασμένο με την ψυχική ουσία ―εκφραστικό μέσο αυτής της ουσίας: τα εξωτικά στοιχεία δεν είναι καθόλου πρόσθετα και διακοσμητικά. Κι ο στίχος του δεν είναι πια περιγραφικός, είναι καθαρά λυρικός. Κι η ηχητική αυτού του στίχου εξαίσια κι υποβλητική.

Η μετάβαση από νόημα σε νόημα, από επίπεδο σ’ επίπεδο δε γίνεται μαλακά κι αφηγηματικά· γίνεται μ’ απότομα πηδήματα και τα κενά, που τα γεμίζει η ψυχή του αναγνώστη, πλουταίνουνε το νόημα κι ολοκληρώνουνε την αρμονία του.

Αλλά δε φαίνεται πως ο ποιητής θα σταματήσει σ’ αυτό το έργο. Μέσα του υπάρχουν οι αφετηρίες καινούργιων αλμάτων. Είναι τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα».

Με το πρώτο μεταφέρει το τοπίο του από τα ξένα στα δικά μας νερά. Και στα δικά μας ακόμα νερά βρίσκει ο ποιητής το ξωτικό στοιχείο. Και δεν φαίνεται απίθανο να τον τραβήξουνε μελλοντικά ο πόνος κι η αμαρτία των ντόπιων συνανθρώπων ―και των στεριανών.

Με το δεύτερο ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δε φαίνεται απίθανο να συνεχίσειι ο ποιητής των ηρωικό αυτό δρόμο.

Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι, είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός, που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θηρίο.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Διαβάστε τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», και ακούστε τα μελοποιημένα από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο έργο Σταυρός του Νότου (ολόκληρο το έργο σε δυο αναρτήσεις):
         
Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Β΄ μέρος
  
Στο Σταυρό του Νότου περιέχονται μελοποιημένα ποιήματα και από το Μαραμπού.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Τη νύχτα που το χιόνι σκέπασε την Αθήνα και τον Πειραιά…

Βίνσεντ Βαν Γκογκ: «Ανθρακωρύχοι στο χιόνι»

Τη νύχτα που το χιόνι σκέπασε την Αθήνα και τον Πειραιά, αυτό το λίγο χιόνι που δεν βάσταξε περισσότερο από μια μέρα, άκουσα μια διαμαρτυρία κι ένα παράπονο από τα πιο αυθεντικά. Ακριβώς έξω από το παράθυρο του δωματίου που κοιμάμαι είναι ένα δέντρο. Ίσως πάνω στο δέντρο αυτό, ίσως κάτω από το γείσο του παραθύρου μου ή της στέγης — δε μπορούσα να καταλάβω — άκουσα με το ξημέρωμα το κελάδημα ενός πουλιού. Μια φωνή παγωμένη, που ζητούσε έλεος. Όλα ήταν σκεπασμένα και τα πουλιά, όπως και τα άγρια ζώα, δεν έχουν σπίτια, δεν έχουν οικονομίες, δεν έχουν δική τους πρόνοια.

Και σκέφτηκα όλη τη γη σκεπασμένη — όπως και πραγματικά ήταν εκείνες τις μέρες — παγωμένη, αδύναμη να προσφέρει βοήθεια σ’ εκατομμύρια τέτοια πλάσματα, που τα πήγαινε και τα ’φερνε ο αγέρας μέσα στον λευκό αυτό θάνατο. Αν μπορούσε να συγκεντρώσει κανείς τις φωνές εκείνων των ημερών, θα συγκέντρωνε έναν απέραντο θρήνο από βελάσματα προβάτων, από ουρλιάσματα λύκων, από μουγκανίσματα βοδιών. Τίποτα δε θα μπορούσε να σώσει τις συμπαθητικές νυφίτσες, τα κουνάβια, τους σκίουρους, τους ασβούς, τα κοτσύφια, τις τσίχλες, τους καλογιάννους.

Μέσα στη βαριά αχλύ της φορτωμένης ατμόσφαιρας κοπάδια πουλιών πήγαιναν κι έρχονταν, συμβολίζοντας το αδιέξοδο της ζωής που παλεύει — που πάλεψε κυρίως — να ξεπεράσει τις φοβερές δυνάμεις των στοιχείων της φύσεως. Και σκέφτηκα τότε τα πολύ παλιά χρόνια που κι ο άνθρωπος δεν είχε σπίτια κι οικονομίες, τότε πού όλη η ζωή, στο σύνολό της ήταν εκτεθειμένη στο έλεος των παγετώνων. Πώς μπόρεσε και επέζησε αυτή η  ζωή; Πρόκειται για ένα θαύμα που μας πιστοποιεί πως η ίδια η ζωή είναι ένα θαύμα. Δεν είναι θαύμα μόνο η γέννησή της κι η διαμόρφωσή της. Το ίδιο θαύμα είναι κι η επιβίωσή της, ένα θαύμα που το κάνει επίκαιρο ο φοβερός αυτός χειμώνας, που όχι μόνον εδώ στην Ελλάδα, αλλά και στην άλλη Ευρώπη περικύκλωσε εφέτος ολόκληρη τη ζωή.

Γλάροι και κύκνοι, έμειναν με τα πόδια αγκιστρωμένα στους πάγους των θαλασσών ή των λιμνών, περιμένοντας τον ήλιο να ευδοκήσει να τους λυτρώσει από το μεγάλο αυτό μαρτύριο. Αλλά κι ο άνθρωπος, ο βασιλεύς αυτός των επινοήσεων και της προνοίας, δεν έμεινε έξω από την πολιορκία. Είχα πιει νερό στο Μικρό Χωριό, που το χόρεψε η γη κι οι βράχοι με τα έλατα έπεσαν πάνω του με πάταγο και το σκέπασαν. Απειλητικές βροχές κι απειλητικά ποτάμια, χιόνια που δεν άφηναν τίποτα ακάλυπτο, ξυπνούν μέσα στο αίμα μας φοβερές μνήμες, προγονικούς θορύβους, προγονικούς φόβους και προγονικές γενναιότητες.

Και μας θυμίζουν πως η ζωή πάνω στον πλανήτη μας υπήρξε μία, που αντεπεξήλθε νικήτρια εναντίον του κοινού εχθρού κι απορεί κανείς, πώς ένα τμήμα της, το τμήμα του ανθρώπινου γένους μπόρεσε κι έκαμε μεταξύ του χιλιάδες πολέμους, ματώνοντας τη γη, τα χιόνια και τα ποτάμια, ξεσκιζόμενο κι αλληλοσπαρασσόμενο μεταξύ του, ενώ απέναντι στον κοινό εχθρό, στη φύση, δεν θα είχε να αντιπαρατάξει παρά μόνο την ειρήνη και τη φιλία μεταξύ του, αυτή τη μόνη εκ βάθους και εξ ύψους βοήθεια στην οποία θα μπορούσε να υπολογίζει για την περισσότερή του ασφάλεια και για την πληρέστερη ευτυχία του.

Το πουλί που άκουσα στο παράθυρό μου το πρωί που το χιόνι σκέπασε την πόλη, δεν κελαηδούσε όπως τις άλλες μέρες. Έκανε μια αίτηση αγάπης προς τα συνάδελφα πλάσματα, όπως τόσες και τόσες ανθρώπινες υπάρξεις εγκατεσπαρμένες κατά μάζες απάνω σ’ αυτή την υδρόγειο, πού έχουν ν’ αντιμετωπίσουν δυο σκληρότητες: τον άνθρωπο και τη φύση. Και που κάναν αίτηση αγάπης και προς τους δύο, απευθυνόμενοι μόνο στον πρώτο.


Νικηφόρος Βρεττάκος
Δρόμοι της Ειρήνης, Φλεβάρης 1963

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Ναπολέων Λαπαθιώτης: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας…»


Τρυφερός, ευαίσθητος, ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, εκκεντρικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του και με τη ζωή του πήγε κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του. Γεννήθηκε στις 31 του Οκτώβρη 1888, από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια και σπούδασε νομικά, ζωγραφική και πιάνο. Το 1897 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων». Το 1905 όντας φοιτητής της Νομικής  και θαυμαστής του Όσκαρ Ουάιλντ εμφανίζεται στους λογοτεχνικούς κύκλους μέσα από το περιοδικό «Νουμάς».

"Ποιος ήταν ο κομμουνιστής Λαπαθιώτης;

Ο Λαπαθιώτης ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία τη δεκαετία του '20. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου ο ποιητής παρακολουθούσε ανοιχτά συγκεντρώσεις «παράνομων». Στα 1929 διαπληκτίστηκε με τον λόγιο φίλο του Χαρίλαο Παπαντωνίου για μια φράση του «επιπολαία και ανευλαβή προς την κομμουνιστική ιδεολογία», όπως αναφέρει σε επιστολή του στο περιοδικό Μπουκέτο. Συνεργάστηκε με τον παράνομο «Ριζοσπάστη»: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας. Αν αποτύχει και σ' αυτό, δεν της απομένει παρά η επιστροφή στο σκοτάδι και την αποκτήνωση». Στα 1932 δημοσίευσε στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το πεζό ποίημα «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».

Πέρα απ' όλα αυτά, ο Λαπαθιώτης έζησε με λαϊκό κόσμο, ανθρώπους της εργατικής τάξης και της βιοπάλης, σε όλη του τη ζωή, στις περιπλανήσεις του στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου, σύμφωνα με τον Γιώργο Τσουκαλά, «άφηνε στη μέση τη συζήτηση που είχε μ' έναν λόγιο φίλο του και γυρνούσε στον Μενιδιάτη φίλο του, ρωτώντας τον για τα αμπέλια και τα πρόβατά του». Στην Κατοχή, ο Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς του ΕΛΑΣ στο σπίτι του, και στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων έδωσε τα όπλα του πατέρα του, του στρατηγού."*

Το 1916 δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» το ποίημά του «Κραυγή», και στη συνέχεια ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου γνωρίζεται με τον Καβάφη. Το 1927 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσιοποιεί ότι ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία, ενώ με γράμμα του προς τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών (δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη) δηλώνει ότι «η χριστιανική θρησκεία όπως επίσης και κάθε άλλη θρησκεία μου έχει αποβή τελείως περιττή» και του ζητάει να τον αφορίσει.

"Τι ήταν αυτό που τον απωθούσε στην αστική τάξη;

Ο Λαπαθιώτης ανήκε σε μια αστική τάξη, που δεν είχε βαθιά παράδοση στην Ελλάδα. Καθώς στη χώρα μας δεν υπήρχε βιομηχανική επανάσταση και γνήσια αστική τάξη, αλλά μόνο εισαγωγή της ψυχολογίας του αστισμού, ακόμη και τα λίγα τζάκια στα οποία ανήκε η οικογένειά του, μαϊμούδιζαν τους Ευρωπαίους, Γάλλους και Ιταλούς. Το γούστο αυτής της τάξης τον απωθούσε, γι' αυτό και λαϊκοποίησε την ποίησή του."*

Ο θάνατος της μητέρας του το 1937 θα τον κλονίσει ψυχολογικά. Δυο χρόνια αργότερα τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή, ενώ έχουν ήδη  εμφανιστεί τα πρώτα του οικονομικά προβλήματα. Στην Κατοχή πάμφτωχος και εξουθενωμένος από τις καταχρήσεις δέχεται ένα ακόμα μεγάλο χτύπημα· πεθαίνει ο πατέρας του. Για να επιβιώσει αρχίζει να πουλά τα βιβλία του και άλλα προσωπικά του αντικείμενα.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ναπ. Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς ΕΛΑΣίτες πατριώτες στο σπίτι του, ενώ παρέδωσε τα όπλα του πατέρα του (ήταν στρατιωτικός) στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων. Στις 7 του Γενάρη 1944 αυτοκτόνησε με περίστροφο. Τα έξοδα της κηδείας του  καλύφθηκαν από έρανο μεταξύ των φίλων του λογοτεχνών.

* Το 1999 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του σκηνοθέτη-συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη «Χαίρε Ναπολέων», δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Σε συνομιλία του με τον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, 11/5/2000) ο Τ. Σπετσιώτης θα μιλήσει για τη ζωή και το έργο του ποιητή. Από αυτή τη συνομιλία τα δυο ένθετα της ανάρτησής μας.

Σάββατο 7 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Μαχμούντ Νταρουίς: Να σκέφτεσαι τους άλλους

Μαχμούντ Νταρουίς

Ο Παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008) βίωσε στην παιδική του ηλικία την καταστροφή του χωριού του και την κατοχή από τον ισραηλινό στρατό και στη συνέχεια πιάστηκε αρκετές φορές και φυλακίστηκε για τη δράση του. Έζησε 26 χρόνια εξόριστος, ενώ το έργο του μεταφράστηκε σε πολλές γωνιές του κόσμου.

Το ποίημα Να σκέφτεσαι τους άλλους (από αυτό οι παρακάτω στίχοι) είναι από το βιβλίο του με τον ομώνυμο τίτλο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται δώδεκα ποιήματά του (μετάφραση: Τζένη Καραβίτη, εκδόσεις Νήσος, 2009).


Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Όταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».


Αφορμή για να το θυμηθούμε μας έδωσε η καμπάνια της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ) που απευθύνεται σε Συλλόγους Γονέων και Εκπαιδευτικών, καλώντας τους να πάρουν πρωτοβουλίες ώστε οι μαθητές να δημιουργήσουν έργα ατομικά ή ομαδικά σε όλες τις μορφές της καλλιτεχνικής - πνευματικής δημιουργίας, αντλώντας έμπνευση από το συγκεκριμένο ποίημα (λεπτομέρειες εδώ).

«Πιστεύουμε πως το ποίημα αυτό, με το περιεχόμενό του, λειτουργεί θετικά και πολλαπλασιαστικά στα αισθήματα αλληλεγγύης, αγάπης και υποστήριξης που έχουν εκφράσει οι μαθητές στα χιλιάδες παιδιά που ξεριζώθηκαν βίαια από τις εστίες τους και ζουν κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Ταυτόχρονα, το ποίημα μάς υπενθυμίζει ότι ο "άλλος" είναι ο διπλανός μας, ο συμμαθητής με τους άνεργους γονείς, ο φίλος με την άρρωστη μάνα που δεν μπορεί να βρει νοσηλεία, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που ζούμε μέσα στην αβεβαιότητα, στην ανασφάλεια, στο άγχος για το αύριο», σημειώνει η ΕΕΔΥΕ στο κάλεσμά της.

Εμείς με τη σειρά μας σημειώνουμε ότι τέτοιες κινήσεις λειτουργούν σαν κεράκια αντίστασης στο σκοτάδι που μας περιβάλλει και αξίζει να τις αγκαλιάζουμε.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Η επεισοδιακή συνάντηση του Βάρναλη με τον Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 
(Ξυλογραφία του Ευθύμη Παπαδημητρίου)

Ο Κώστας Βάρναλης χαρακτήρισε τον Παπαδιαμάντη «μεγαλύτερο νεοέλληνα συγγραφέα»  και ως τον μόνο «που μπορεί κανείς να τον διαβάζει και πάντα να τόνε βρίσκει νέον κι αναπάντεχο», και τον υπερασπίστηκε απέναντι σε  επικρίσεις για τη γλώσσα του: «Οι ήρωές του, άνθρωποι του λαού μιλούνε σ' όλα του τα διηγήματα τη γλώσσα του λαού». Η πρώτη τους συνάντηση (όπως θα δείτε παρακάτω) ήταν επεισοδιακή και στον Παπαδιαμάντη κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση άφησε ο νεαρός τότε Βάρναλης… Δεν στάθηκε όμως καθοριστική για τη μετέπειτα γνωριμία τους.

«Ο κυρ Αλέξανδρος, ο πράος άνθρωπος με τη μεγάλη χριστιανική καρδιά, την κοσμοφοβία του, την αγάπη του για τα ταπεινά πλάσματα του θεού και τους λαϊκούς ανθρώπους, με το κανελί πανωφόρι του, το μπαστούνι του, το σκληρό καπέλο του, τη διχαλωτή κοντή γενειάδα του και τα ήμερα (δυσανάγνωστη λέξη) μάτια, περνά ανάμεσα στα πλάσματα της φαντασίας μας και τραβά ίσια για το εικονοστάσι της καρδιάς μας να καθίσει με σταυρωμένα χέρια και με κλειστά μάτια, σαν άγιος στο τέμπλο της εκκλησιάς, ψιθυρίζοντας τα αγαπημένα του «τραγούδια του θεού». Κάπως έτσι σώζεται στη φαντασία των νεώτερων γενιών η ειδή του Παπαδιαμάντη. Ασκητικός, πτωχαλαζών, αμίλητος με την ακινησία βυζαντινής τοιχογραφίας.» Αυτές οι γραμμές του Τάσου Βουρνά στην Επιθεώρηση Τέχνης προλόγιζαν την αναφορά του περιοδικού στην πεντηκοστή επέτειο από το θάνατο του σπουδαίου λογοτέχνη και θεμελιωτή του νεοελληνικού διηγήματος Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που έφυγε απ’ τη ζωή στις 3 Γενάρη του 1911.

Ο Τ. Βουρνάς με αφορμή την επέτειο θανάτου του Παπαδιαμάντη συνάντησε για λογαριασμό της «Επιθεώρησης Τέχνης» τον Μάρκο Αυγέρη (γιατρός, ποιητής, θεωρητικός και κριτικός της λογοτεχνίας ― περισσότερα για τον ίδιο μπορείτε να δείτε εδώ), ο οποίος του μίλησε για τη γνωριμία του με τον σπουδαίο λογοτέχνη και για τη φιλική σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων ο Αυγέρης διηγείται με τρόπο γλαφυρό και πώς ο Βάρναλης με την «ασεβή» συμπεριφορά του εξόργισε τον Παπαδιαμάντη.

Κατά τη μεταγραφή κάποιες δυσανάγνωστες λέξεις (ευτυχώς λίγες) παραλήφτηκαν.

«Πώς τον γνώρισα; Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήταν στα 1905. Νεαρός τότε φοιτητής, είχα έρθει τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα και η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γνωρίσω τον Παπαδιαμάντη που τον ήξερα από το έργο του και από τη φωτογραφία του Νιρβάνα, δημοσιευμένη στα «Παναθήναια». Ανέβηκα πολλές φορές στη Δεξαμενή, αλλά δεν στάθηκα τυχερός. Ώσπου ένα σούρουπο βροχερό, με δυνατό άνεμο που ξεμάλλιαζε τις πελώριες λεύκες της Δεξαμενής, τον πέτυχα. Μπαίνοντας στο καφενείο του κυρ Γιάννη τον είδα να κάθεται στο μισοσκόταδο τυλιγμένος στο παλτό του, με το μπαστούνι ανάμεσα στα γόνατά του και το πηγούνι στηριγμένο στη λαβή του μπαστουνιού που έμοιαζε με πατερίτσα ιερατική.

― Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης, μου ψιθύρισαν. Ένιωσα ένα ιερό δέος σα να έβλεπα κάτι το υπερφυσικό. Μέσα στη βροχή και τον άνεμο μου φάνηκε σαν μαύρο πουλί, διωγμένο από την καταιγίδα, που ήρθε ν’ απαγκιάσει στο φτωχό καφενεδάκι.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εντύπωση. Τις επόμενες μέρες με παρουσίασαν στον Παπαδιαμάντη ο Κονδυλάκης κι ο Βλαχογιάννης. Με δέχτηκε με ευμένεια και καλοσύνη. Αν και πολύ νέος ήμουν γνωστός κιόλας στους φιλολογικούς κύκλους από το δράμα μου «Ανάμεσα στους ανθρώπους» που είχε παίξει στη Νέα Σκηνή ο Χριστομάνος εκείνη τη χρονιά. Ο Ξενόπουλος και ο Τσακόπουλος είχαν γράψει πολύ επαινετικά για το έργο μου κι ο Παπαδιαμάντης τάχε διαβάσει.

Από τότε γίναμε φίλοι, ο πιτσιρίκος εγώ κι αυτός ο φτασμένος. Του φερόμουν με σεβασμό και πάντα σύμφωνα με την τραυματισμένη ψυχολογία του, γι’ αυτό με συμπαθούσε και με καλούσε να τον συντροφεύω στο καφενείο της Δεξαμενής, χώρια βέβαια από την θορυβώδη και ασεβέστατη παρέα μου, που ο Παπαδιαμάντης την έβλεπε με κάποιο δέος.

Εκείνες τις μέρες έτυχε να γράψει στο «Άστυ» ο Μαλακάσης κάτι εντυπώσεις του ποιητικές από μια εκδρομή του στο παλάτι της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Ο Παπαδιαμάντης, που τον αγαπούσε πολύ και ήθελε πάντα να τον προβάλλει, με ρώτησε το πρωί, καθώς πήγα να τον καλημερίσω στο καφενείο.

― Διάβασες το χρονογράφημα του Μίλτου στο «Άστυ»;

Δεν το είχα διαβάσει. Μούδωσε την εφημερίδα κι εγώ άρχισα να το διαβάζω. Όταν τελείωσα με ρώτησε:

― Ε, δεν είναι έκτακτο;

Δεν μου είχε πολυαρέσει. Ιδίως γιατί άρχιζε με κάτι αφόρητες γενικές. Από σεβασμό συμφώνησα μαζί του.

― Ωραίο είναι!

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βάρναλης. Με τον Παπαδιαμάντη δεν είχε προσωπική γνωριμία, ούτε ταίριαζαν τα χνώτα τους.

― Τι διαβάζεις; με ρώτησε.

Τούδωσα το «Άστυ» τρέμοντας ότι θα πει οπωσδήποτε κάτι πειραχτικό. Και πραγματικά, αφού διάβασε στις πρώτες γραμμές τις απανωτές γενικές, αγανάχτησε!

― (Η ίδια δυσανάγνωστη λέξη επαναλαμβάνεται τρεις φορές)! έκανε κοροϊδευτικά, μου πέταξε την εφημερίδα και απομακρύνθηκε. Έπρεπε νάβλεπες εκείνη τη στιγμή τον Παπαδιαμάντη! Πρώτη και τελευταία φορά τον είδα έτσι οργισμένο.

― Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε τρέμοντας.

― Γνωστός μου…ψέλλισα…ποιητής!...

Ο Παπαδιαμάντης σηκώθηκε όρθιος και φώναξε:

― Ορίστε φίλε μου νέοι!... Τι ασέβεια!... και απομακρύνθηκε αγαναχτισμένος.

Αργότερα, βέβαια, γνωρίστηκε με το Βάρναλη και τον είχε δεχτεί κοντά του καθώς και τους άλλους «οργισμένους νέους», που όμως μπροστά στον Παπαδιαμάντη γίνονταν αμίλητα πρόβατα. Τόσο σεβασμό ενέπνεε η παρουσία του, ώστε κι αυτή η αδίστακτη μποεμαρία  της Δεξαμενής, που δε λογάριαζε τίποτε και θορυβούσε ως τα ξημερώματα, λούφαζε και τον άκουγε με θρησκευτική προσήλωση, τόσο αυτόν, όσο και τους φίλους του και συμπότες του ανθρώπους του λαού, που κάθονταν στο τραπέζι του ― ένα σοβατζή και μερικούς πηγαδάδες, καταπληκτικούς λαϊκούς τύπους με μεγάλη καρδιά και αφηγηματικό ταλέντο ανυπέρβλητο.
Δευτέρα 2 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος 

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Η παρέλαση του παλιού καινούργιου


Σκίτσο: Πάνος Ζάχαρης

Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ  
Parade des alten Neues

Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα έρχονταν σα Νέο.

Σερνόταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί και βρωμούσε νέες μυρωδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε πριν ξαναμυρίσει.

Η πέτρα που πέρασε κατρακυλώντας ήταν η νεώτερη εφεύρεση και τα ουρλιαχτά απ’  τους γορίλες που βαράγανε τα στήθια τους συνθέτανε την πιο μοντέρνα μουσική.

Παντού να δεις μπορούσες τάφους ανοιχτούς που χάσκανε άδειοι καθώς το Νέο πλησίαζε την πρωτεύουσα.

Ολόγυρα στεκότανε όσοι εμπνεόταν απ’ τον τρόμο, κραυγάζοντας: Φτάνει Το Νέο, τ’  Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και σεις νέοι σαν κι εμάς! Κι αυτοί που ακούγανε, τίποτε άλλο δεν ακούγανε από τις κραυγές τους, μα αυτοί που βλέπανε, βλέπανε αυτά που δεν φωνάζονταν.

Έτσι το Παλιό έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο, μα έφερε το Νέο μαζί του στη θριαμβευτική του κατοχή να το παρουσιάσει σαν Παλιό.

Το νέο βάδιζε αλυσοδεμένο και ντυμένο με κουρέλια· αποκάλυπταν τα θεσπέσια μέλη του.

Κι η πομπή συνέχιζε να προχωράει μες στη νύχτα, μα αυτό που πήρανε για χάραμα ήταν το φως απ’ τις φωτιές στον ουρανό. Και η κραυγή: Φτάνει Το Νέο, τ’ Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και σεις νέοι σαν κι εμάς! πιο εύκολα θ’ ακουγότανε, αν όλα δεν είχανε πνιγεί μες τις ομοβροντίες των όπλων

1938
  
Μπέρτολτ Μπρεχτ

(Μετάφραση: Νάντια – Όλγα Βαλαβάνη)

Μπέρτολτ Μπρεχτ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ, εκδόσεις ΟΔΗΓΗΤΗΣ , Αθήνα, Γενάρης 1984

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Φώτης Αγγουλές: «Και φέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει…»

Ο Φώτης Αγγουλές πίσω απ’ τα κάγκελα της φυλακής
«Ο Αγγουλές βρέθηκε στη φυλακή όπως βρέθηκαν οι χιλιάδες αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης. Η κατηγορία σε βάρος του ήταν γελοία και φτιαχτή, όπως ήταν κι όλες oι κατηγορίες των συγκρατουμένων του. Η σύλληψή του προκάλεσε τη διεθνή αγανάκτηση. Την ίδια αγανάκτηση προκάλεσε και στον τόπο του, που γνώριζαν τα αισθήματά του και την αξία του. Μα που δυνατότητες κείνο τον καιρό, για να εμποδίσουνε μια ντροπή, όταν στην πατρίδα μας η δικαιοσύνη κυκλοφορούσε σαν μέγαιρα στους δρόμους κρατώντας το σχοινί της κρεμάλας κι όταν κι ο τελευταίος χωροφύλακας, ο πιο άσημος συνεργάτης των κατακτητών, μπορούσε σε μια κόλλα χαρτί να τυλίξει την ανθρωπιά σου, τη ζωή σου, την ελευθερία σου.»

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1956

Κι εφέτος η πρωτοχρονιά, στη φυλακή με βρίσκει,
κι άδειο κανίσκι ειν’ η καρδιά και μαύροι γύρω μου ίσκιοι.
Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι Χαρά που μούχεις λείψει,
μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη.

Προλετάριος ποιητής και αγωνιστής, κομμουνιστής που υπηρέτησε το λαό και την τέχνη του μένοντας πιστός στα ιδανικά του μέχρι τέλους, ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Χονδρουδάκης. To 1914, κατά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στη Χίο ως πρόσφυγες. Έβγαλε μόλις την τρίτη δημοτικού αφού αναγκάστηκε να βγει στο μεροκάματο από μικρός. Δούλεψε ψαράς και τυπογράφος. Στην Κατοχή, με κλονισμένη από τις στερήσεις και κακουχίες υγεία, διέφυγε στην Τουρκία και από κει έφτασε στη Μέση Ανατολή όπου κατατάχθηκε εθελοντικά στα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα.

«Όπου πέρναγε, όπου στεκόταν να πει ένα λόγο, γινόταν αγαπητός, καλοδεχούμενος. Είχε πάντα στα χείλη του τον καλό λόγο, το κατάλληλο για τη στιγμή πάντα έξυπνο ανέκδοτο, και λες πως μοίραζε την ψυχή του, για να λαφρώσει τον γύρω πόνο, που ξεχείλιζε από το κάθε κελί, το κάθε φινιστρίνι, από κάθε πόρτα και ψυχή. Γι’ αυτούς που πήγαιναν να πεθάνουν είχε ένα βαθύ κι απέραντο σεβασμό. Τον θάμπωνε το μεγαλείο τους. Πολλές μέρες μετά από μια εκτέλεση, τον Αγγουλέ τον έβλεπες συνεπαρμένο, σκεφτικό κι αμίλητο. Έπιανε μια γωνιά ή κάνα πεζούλι και προσπαθούσε να μείνει με την εικόνα εκείνου που έφυγε κλεισμένη στην ψυχή, σαν φυλαχτό, σαν αστέρι.»

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ

Τα κυπαρίσσια της φυλακής μάς στοιχειώνουν.
Φυλαχτείτε από τον ίσκιο τους.
Τ’ ακούμε τις νύχτες ν’ ανεμοδέρνουνται και να κλαίνε:
Δέντρα δεν είμαστε πια. Στα κλαδιά μας
σταυρώσανε την Αλήθεια.
Στον ίσκιο μας βασανίσανε την Αγάπη
και κόψαν της Καλοσύνης τα χέρια.
Μια θλίψη πικραίνει τις ρίζες μας.
Σε τούτο τον ουρανό δεν υπάρχουνε άστρα.
Κάτι κίτρινες φλόγες σαν από θειάφι μονάχα,
κάτι ύποπτα βλέμματα σαν πυρωμένα καρφιά,
κι οι ατέλειωτες νύχτες…
Εδώ η ζωή κι η ποινή είναι ένα.
Κάθε μερόνυχτο που ξοφλάς απ’ την καταδίκη σου
το αφαιράς από τη ζωή σου.
Ε κυπαρίσσια, μην κλαίτε.

Όλοι έχουνε από δυο διπλωμένα φτερά
και κανείς δεν γυαλίζει τις χειροπέδες του.
Τα λιμάνια τους είναι σίγουρα.
Κοιτάξετε τους κυματοθραύστες
που τραγουδάνε απάνω τους οι φουρτούνες.
Κυπαρίσσια, μην κλαίτε.

Για την αντιφασιστική δράση του, ο Φώτης Αγγουλές φυλακίστηκε από τον αγγλικό στρατό και την Ελληνική αστική κυβέρνηση του Καΐρου σε φυλακές της Παλαιστίνης και στη συνέχεια κλείστηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην αφρικανική έρημο, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες αντιφασίστες αγωνιστές της Μέσης Ανατολής. Το 1945 επέστρεψε στη Χίο.


Στην περίοδο του εμφυλίου κρυμμένος μαζί με τον Μιχάλη Βατάκη (εκτελέστηκε τον Αύγουστο του 1948) σε μια στέρνα στο χωριό Βροντάδο τύπωναν τον παράνομο Τύπο του ΔΣΕ. Πιάστηκε το 1948 και γλίτωσε την εκτέλεση γιατί ξεσηκώθηκε σε υπεράσπιση του σύσσωμος ο λαός της Χίου. Καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλακή.

«Ο Αγγουλές μέσα από τ’ αδιαπέραστα ντουβάρια της φυλακής, χτισμένα με χιλιάδες τόνους ογκολίθια και σίδερο, αφουγκράζεται το μεγάλο δράμα του κόσμου, το μεγάλο άγχος μπροστά στο φάσμα ενός καινούργιου πολέμου, αδυσώπητου, καταστροφικού. Ξέρει καλά τι περιμένει την ανθρωπότητα, αν δεν παλαίψουν oι λαοί για τη σωτηρία τους, αν μόνοι τους δεν βάλουν φραγμό τα στήθια τους, να μποδίσουν τη μεγάλη μπόρα, τη συμφορά που φτάνει και που τα μαύρα σύννεφά της βάρυναν κιόλας σαν κρεμαστά μολύβια, στον ορίζοντα του κόσμου και της ζωής. Κι έτσι τον καινούργιο χρόνο (1957) — κι αυτόν στη φυλακή — τον υποδέχεται με μια ιαχή Ειρήνης, που αντηχεί σαν φωνή χαράς κι ελπίδας για τον μεγάλο πόθο του κόσμου.»

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1957

Χρόνε καινούργιε, φέρε μας μαζί σου την Ειρήνη.
Φέρε στην Κόλαση ένα φως, στην έρημο μια κρήνη.
Φέρε της γονιμότητας το σπόρο μέσ’ στη μήτρα
της γης, που οι σπόροι καίγουνται χωρίς να βγάλουν φύτρα.

Κοίτα, στον πόλεμο η ζωή κάψαλο μαύρο εγίνη,
κι άλλο από σένα δεν ζητά, παρά μονάχα Ειρήνη.
Ειρήνη σ’ ό,τι ζει κι ανθεί, σ’ ό,τι πονεί και φθίνει,
στο χωρισμό, στον έρωτα, στα πάθη. Ερήνη. Ειρήνη.
Στη μάνα πάνω απ’ τ’ άρρωστο παιδί της που αγρυπνά,
στη μοναξιά του εξόριστου, στου σκλάβου το βραχνά,
στ’ αγνά στηθάκια του παιδιού που νηστικό έχει μείνει,
στα μαύρα τα γεράματα, στ’ άχαρα νιάτα. Ειρήνη.
Στου στρατοκόπου το ραβδί, στου ανήμπορου την κλίνη,
στις νύχτες του κατάδικου, Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη,
για να βρει, χρόνε, κι η χαρά, σαν θα θελήσει να ’ρτει,
να ’ναι ανοιχτό το σπίτι μας κι ο κήπος δίχως φράχτη.

Με κατεστραμμένη υγεία και μετά τη φυλακή ο Φώτης Αγγουλές παρέμεινε ακλόνητα πιστός στα ιδανικά του. Ξεψύχησε πάμφτωχος, στο πλοίο της γραμμής Χίος-Πειραιάς στις 28 Μάρτη του 1964. Κυκλοφόρησαν οι συλλογές  του: «Ο λαός της πατρίδας μου» (λαογραφικά για τον Τσεσμέ – 1931), «Φωνές», «Οπτασίες στην έρημο», Φλόγες του δάσους», «Εντελβάις», «Πορεία μέσα στη νύχτα» (1958), «Φουτσιγιάμα» (1963). Ποιήματα του μεταφράστηκαν σε διάφορες χώρες, όπως στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Σοβιετική Ένωση, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και αλλού.


ΜΗΝ ΚΑΡΤΕΡΑΤΕ

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγά το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ
πάρα πολύ αγαπήσει.


Το ένθετο κείμενο από το βιβλίο του Γιώργη Σιδέρη «Φώτης Αγγουλές», εκδόσεις Κέδρος (1981). Τα ποιήματα του Φώτη Αγγουλέ από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής (2011), που βασίστηκε στην αντίστοιχη του εκδοτικού Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, του 1964, στην πολιτική προσφυγιά. Η φωτογραφία με τον Αγγουλέ πίσω από τα κάγκελα της φυλακής από το Αρχείο Τρ. Μυλωνά. Η φωτογραφία με τον ποιητή να χαμογελά είναι τραβηγμένη από τον φωτογράφο-φωτορεπόρτερ Στέλιο Κασιμάτη.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ναζίμ Χικμέτ: Χιονίζει μες στη νύχτα… NO PASARAN!

«Δεν θα περάσουν!» 
(Αφίσα του ισπανικού εμφυλίου)

Όπως έλεγε ο Μαρξ «σε όλες τις χώρες οι προλετάριοι έχουν τα ίδια συμφέρο­ντα και τον ίδιο εχθρό, έχουν να διεξάγουν τον ίδιο αγώνα». Με τους στίχους και την ίδια τη ζωή του, τη γεμάτη αγώνα, διώξεις και φυλακίσεις, ο Ναζίμ Χικμέτ υπερασπίστηκε κάθε καταπιεσμένο από την καπιταλιστική βαρβαρότητα, πάλεψε δίπλα σε κάθε ταξικό αδέρφι του που επαναστατούσε σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ο Χικμέτ ως κομμουνιστής αντιμάχεται την αστική τάξη της χώρας του και, πιστός στο διεθνιστικό του καθήκον, στέκεται στο πλευρό των αγωνιζόμενων λαών.  Το «Χιονίζει μες στη νύχτα» το έγραψε για τον εμφύλιο της Ισπανίας.

Το «Νο pasaran!» («δε θα περάσουν!» οι φασίστες) ήταν η κατακλείδα μιας αντιφασιστικής ομιλίας (Ισπανία, 1936) της θρυλικής Πασιονάριας. Έγινε σύνθημα στα χείλη κάθε αντιφασίστα κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου και, μέχρι σήμερα, στα χείλη κάθε αγωνιστή, σε πολλές γωνιές του κόσμου, που μάχεται ενάντια στο τέρας του φασισμού.


Χιονίζει μες στη νύχτα

Ούτε ν’ ακούς μια φωνή απ’ τον άλλο κόσμο
Ούτε να βάζεις μες στο υφάδι των στίχων
πράματα αμύθητα
Ούτε ν’ αναζητάς τη ρίμα σάμπως χρυσικός
Ούτε όμορφα λόγια, ούτε μεγάλη πέννα.

Τούτο το βράδυ  ευλογημένος νάναι ο Θεός ―
είμαι πιο πάνου
πολύ πιο πάνου απ’ όλα τούτα.
Τούτο το βράδυ
ένας τραγουδιστής είμαι των δρόμων
είναι γυμνή η φωνή μου δίχως μπιχλιμπίδια
Γυμνή φωνή που τραγουδάει για σένα
ένα τραγούδι που δε θαν τ’ ακούσεις.

Χιονίζει μες στη νύχτα
Κ’ είσαι μπροστά στις πύλες της Μαδρίτης
Έχεις μπροστά σου ολάκερη στρατιά από πολιτείες
Μια στρατιά που σκοτώνει ό,τι πιο ωραίο στον κόσμο ετούτο
Τη νοσταλγία, την ελπίδα, τα παιδιά, τη λευτεριά.

Χιονίζει μες στη νύχτα.
Απόψε μπορεί να ξεπαγιάζουν
τα μουσκεμένα πόδια σου.
Χιονίζει
Κ’ ίσως ενώ σε σκέφτουμαι
την ίδια τούτη τη στιγμή
μπορεί και να σε βρίσκει η σφαίρα
Και τότε πια ούτε χιόνι, ούτε άνεμος.
Χιονίζει.

Εσύ που τώρα μπρός στις πύλες της Μαδρίτης λες «δε θα περάσουν»
Υπήρχες δίχως άλλο κι από πριν.
Ποιος είσουν; πούθε ερχόσουν; ποιά ήταν η δουλειά σου;
Μπορεί και να ’χεις έρθει απ’ τα ορυχεία της Αστούριας
Μπορεί στο μέτωπό σου ένας επίδεσμος ματόβρεχτος
Να κρύβει μια λαβωματιά που πήρες στο Βορρά
Μπορεί και να ’ταν το ντουφέκι σου
πούριξε τη στερνή τη σφαίρα
όταν τα γιούνγκερς καίγαν το Μπιλμπάο.
Ή μπορεί νάσουν κάνας μεροκαματιάρης
στο αγρόχτημα ενός κάποιου κόμητα Φερνάντο Βαλεσιέρο ντε Καρτόμπαν
Ή μπορεί νάχες στην Πουέρτα ντέ Σολ κανένα μικρομάγαζο
και να πουλούσες φρούτα με τα χτυπητά της Ισπανίας χρώματα.
Μπορεί να μην είχες καν επάγγελμα
Μπορεί και νάχες μια ωραία φωνή
Μπορεί και νάσουν σπουδαστής ή της φιλοσοφίας ή του δικαίου
και νάχουν μείνει τα βιβλία σου κάτου απ’ τις ρόδες
των ιταλικών θωρακισμένων.
Μπορεί στον ουρανό να μην πιστεύεις
ή μπορεί νάχεις μες στον κόρφο σου
κανένα σταυρουλάκι περασμένο σ’ ένα σπάγγο.
Ποιός είσαι, πώς σε λένε, πόσο χρόνων είσαι;
Δεν έχω δει, μήτε θα ιδώ το πρόσωπό σου.
Μπορεί  ποιός ξέρει να θυμίζει αχνά τα πρόσωπα
εκείνων που τσακίσαν τον Κολτσάκ στη Σιβηρία.
Μπορεί πάλι να μοιάζει με το πρόσωπο εκεινού
που κείται στο πεδίο της μάχης του Τουμλουμπουνάρ
Ακόμη μπορεί νάσαι ολόιδιος το πορτραίτο
του Ροβεσπιέρου.
Δεν άκουσες ποτέ σου τ’ όνομά μου, κι ούτε θα τ’ ακούσεις.
Ανάμεσό μας είναι θάλασσες, βουνά,
αυτή η καταραμένη μου ανημπόρια
κ’ η Επιτροπή της μη - επεμβάσεως.
Δε μπορώ μήτε νάρθω στο πλευρό σου
μήτε και να σου στείλω ένα κασόνι με φυσίγγια
ή λίγα φρέσκα αυγά
ή ένα ζευγάρι μάλλινα, τσουράπια.
Κι ωστόσο ξέρω πως τα πόδια σου
ριζωμένα στις πύλες της Μαδρίτης
κρυώνουνε σα δυο γυμνά παιδιά
και ξέρω ακόμη
πως ό,τι ωραίο κι ό,τι μεγάλο υπάρχει
ό,τι μεγάλο κι ό,τι ωραίο θα βρει μια μέρα ο άνθρωπος
(ετούτο πούναι η τρομερή λαχτάρα της ψυχής μου)
το ξέρω πως χαμογελάει μέσα στα μάτια του φρουρού μου,
μπρος στις πύλες της Μαδρίτης,
και ξέρω ακόμη πως εχτές, αύριο, κι απόψε βράδυ
αχ, δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο
παρά μονάχα να τον αγαπάω.

1937

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Ναζίμ Χικέτ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ (πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου), Εκδ. (12η) Κέδρος

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Τα λυπημένα Χριστούγεννα του Μίλτου Σαχτούρη…


Τρία ποιήματα, τρεις στιγμές, τα Χριστούγεννα του ποιητή, ο ποιητής μπροστά στα Χριστούγεννα, ο Σαχτούρης απέναντι στα Χριστούγεννα, η λύπη, το γκρίζο της απογοήτευσης, και της στάχτης, το μαύρο του σκότους, το κόκκινο του αίματος, και της ελπίδας, της ζωοδότρας δύναμης που σιγοκαίει στις στάχτες, «κι όλες οι ρόδες κόκκινες όπως πρώτα θα γυρίζουν πάλι», όταν έρθει ο χρόνος…


                                                            ***
Χριστούγεννα 1948

Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου

(Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο)

Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.

(Από τη συλλογή Καταβύθιση)

Ο νεκρός τις γιορτές

Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιει τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει (ο νεκρός)

όταν έρθει ο χρόνος

κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.

(Από τη συλλογή Εκτοπλάσματα)

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ