Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Γιώργος Κοζίας - Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ



Φωτογραφία: Μπάμπης Καραλής, εδώ.

 Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι αστοί  -πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν-
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ


(Από την τελευταία του συλλογή «41ος Παράλληλος», εκδόσεις Στιγμή, 2012.)


O Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Πρωτοδημοσίευσε ποίηση στα περιοδικά "Το Δέντρο" και "Ευθύνη", το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Ζωολογικός κήπος", 1989, "Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε", 1995, "Πεδίον ρίψεων", 2001, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, "Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες", 2007, με σχέδια της Εύης Τσακνιά και "41ος Παράλληλος", επίσης με σχέδια της Εύης Τσακνιά, όλα από τις εκδόσεις "Στιγμή". Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα γαλλικά και τα ισπανικά. Ποίησή του έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο Μικρούτσικο.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

ΜΠΑΜΠΗΣ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΣ - Ωδή στον Άρη




Ωδή στον Άρη

                          Μνήμη Παντελή Πασχαλίδη, 1953-2001

Διακόσιες τριάντα μέρες
σπάζοντας δόντια απ’ την τσατσάρα μου
κι η πόλη που σε αρνήθηκε χορτάριασε στις πλάτες σου
και στους κρυψώνες των βουνών.

Διακόσιες τριάντα μέρες
κι η πόλη που βράχνιασε να σε φωνάζει
με αναφορές και προσκλητήρια παίρνει δίωρες άδειες
με την καρδιά της να χτυπάει
ανάμεσα πλατείας Λαού και Δημαρχείου.

Άκου καμάρι μου.
Ετούτη η πόλη θα τρομάζει από τον αχό του αλόγου σου.

Μη δίνεις το λοιπόν καπίκι για την πάρτη της.

Οι στρατώνες θα φοβούνται μήπως περάσεις έφοδο
και τα Α2 των βάσεων θα σε έχουν καταχωρημένο
στα σιδερένια τους ντουλάπια.

Βέβαια το ξέρω πως βαρέθηκες από τις δικές μου εξόδους
με τις φτηνοταινίες και τα μπουρδέλα.
Το ξέρω πως παραμονεύω σαν γέρος μπανιστηριτζής
μέσα στο δάσος της γενειάδας σου
πως ο Θανάσης Διάκος έχει πετρώσει με κομμένο το σπαθί
πως στον απάνω μαχαλά τρέχουνε τα παιδιά χωρίς σφεντόνες
πως στο ταχυδρομείο πάνε στα κρυφά
μήπως και δούνε τον Θανάση Κλάρα πίσω απ’ τις θυρίδες.

Αλλά μη νοιάζεσαι την πόλη που σε αρνήθηκε
γιατί οι άνθρωποι έχουνε μνήμη άγρια.
Και κλείνονται στα σπίτια τους
ώσπου να μπουν στα όνειρά τους.

229, 228, 227…
Μετρώ τις μέρες μου
στήνω τα μπλόκα μου στους μήνες
με τα φαρδιά οδοφράγματα των ώμων σου
και τους πολλαπλασιασμούς σου με τα φυσεκλίκια.

                                    ***
Την επομένη, φτάνοντας με το τρένο των εννιάμισι
σου έλεγα πως στα φυλάκια του Γοργοπόταμου
διηγούνται ιστορίες με αντάρτες
πως τα γεφύρια ακούνε κάτω από τα σκέλια τους
τα ουρλιαχτά της πέστροφας.

Η Οίτη κατεβάζοντας ελάφια στο χακί σου το πηλήκιο
κι η ζώνη του ορίζοντα μύριζε μπαρουτόσκονη.

Κι η πόλη που σε αρνήθηκε
γυρίζει ανάστροφα μη λάχει και σε δει μες στα στενά της.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΣ

(Από τη συλλογή «Άσματα Για Τους Ταξιδιώτες Των Τρένων», 1974-76)


Άδεντρες Πλατείες

Ο Μπάμπης Ζαφειράτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Το 1977 παρουσιάζει ποιήματά του στο Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ. Δημοσιεύει στα Νέα και στα περιοδικά Τραμ και Τομές. Μέλος της Θεατρικής Ομάδας Χολαργού (1980-1989), γράφει επιθεωρήσεις και το σπονδυλωτό έργο Είδωλα. Συνσκηνοθετεί, σκηνογραφεί και παίζει. Στίχους του μελοποιεί ο Πάνος Τσαπάρας, για τον δίσκο Homo Socialis και για προσωπικό δίσκο του Δημήτρη Ψαριανού (1986). Συνυπογράφει το σενάριο και διαβάζει κείμενά του στη μικρού μήκους ταινία Κασκαντέρ (1991) του πρόωρα χαμένου συγγραφέα Παντελή Πασχαλίδη, και μαζί μεταφράζουν Μπομπ Ντύλαν για αφιέρωμα της ΝΕΤ. Ιδέες του εικονογραφεί ο Ανδρέας Ζαφειράτος (Φεστιβάλ Κόμικς Βαβέλ, 1997, 1998, 1999). Οικονομικός αναλυτής σε πετρελαϊκή εταιρεία (1977-2009), γράφει και εκδίδει το συνδικαλιστικό (και όχι μόνο) έντυπο Παλμός. Επιμελήθηκε βιβλία των εκδόσεων Δίαυλος και κατασκεύασε τρεις ιστοσελίδες, με δουλειά του και με τα έργα του Α.Ζ. από το 1990 ως το 2004. Οι Άδεντρες Πλατείες καλύπτουν τριάντα τρία χρόνια και αναπτύσσονται σε εννιά (9) ενότητες. Είναι μια διαδρομή από την έρημη εποχή της χούντας, με την έκρηξη της Νομικής και του Πολυτεχνείου (Τα Πουλιά, 1972, Από Τη Ζωή Των Αγαλμάτων, 1973-74) μέχρι τα ρημαγμένα τοπία του καιρού μας (Ο Θάνατος Κοιτάζει Με Τα Μάτια Μας, 2001-05). Από τις άγονες μέρες του στρατού (Άσματα Για Τους Ταξιδιώτες Των Τρένων, 1974-76) ως τις ακατοίκητες νύχτες του μετέπειτα βίου μας (Σε Κοινή Θέα, 1978-80, Οι Λέξεις, 1982). Στις ενδιάμεσες στάσεις (Μικρή Εβδομάδα, 1977, Με Δυο Φεγγάρια, 1983-85, Τυφλός Προσκυνητής, 1985-87), 34 ερωτικά μικρά ποιήματα και χαϊκού φωτίζουν τις "αθέατες ρωγμές μας" και τα "κρυφά της νιότης μας σημάδια" που μας κρατάνε ζωντανούς. Η ποίηση του Ζαφειράτου (ο οποίος ανήκει ουσιαστικά στη γενιά του ''70) λιτή, χαμηλόφωνη και τρυφερή είναι στο σύνολό της βαθιά ερωτική, ακόμα και στα με σαφές πολιτικό περιεχόμενο ποιήματα. Είτε όταν στους πρώτους στίχους της συλλογής αναζητά την "ερμητικά κλεισμένη στη σιωπή" ελευθερία, είτε όταν λίγο μετά κουβεντιάζει με τον καπετάνιο Άρη, είτε όταν "στο τέλος μένει" στη μονότονη καθημερινότητα, με τα "χέρια της / να οσμίζονται / τα δάκρυα του λαγού / πίσω απ'' τους θάμνους". Είτε ακόμα και όταν, τριάντα χρόνια αργότερα, σε μια αθέατη ζωή με το θάνατο θέαμα, βλέπει το φεγγάρι του Ιράκ να χαϊδεύει με παράπονο "το σχήμα της ερήμου". Κι εμείς, σαν την Ξυλόσομπα στο ομότιτλο ποίημα, "Ό,τι γλυτώσει απ'' τη φωτιά / το καίμε μέσα μας / τις χιονισμένες ώρες ενός χρόνου". O Μανόλης Αναγνωστάκης έλεγε: "Δεν μπορεί να είναι κανείς ερωτικός ποιητής ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής". Της κάθε εποχής, θα συμπληρώναμε. Προσθέτοντας ακόμα ότι δεν μπορεί να μην συμβαίνει και το αντίθετο. Και τότε, οι Άδεντρες Πλατείες της ζωής μας, όπως στο λιτό εξώφυλλο με την εικόνα του Ανδρέα Ζαφειράτου, ίσως βλαστήσουν. ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ: ΣΚΙΕΣ. Στα κοιλώματα της νύχτας / κουλουριασμένες σε χαρτόκουτα / -δωμάτια που περίσσεψαν / απ'' τις συσκευασμένες μας ανέσεις. / Στα φανάρια των δρόμων / -πράσινο της απόγνωσης / και της ελπίδας κόκκινο. / Στους προσφυγικούς καταυλισμούς / -πίσω απ'' τη λάμψη ενός βεγγαλικού. / Θρηνούν αδάκρυτες. / Ανοίγουνε ολημερίς / στον ύπνο μας λαγούμια. / Αλήθεια, πόσο γρήγορα γεμίζουμε / τους αφιλόξενους διαδρόμους της Ευρώπης. ΞΥΛΟΣΟΜΠΑ. Γυμνά τοπία / όλως διόλου απρόσιτα / στη χειμωνιάτικη ομίχλη. / Οι επαρχιακοί σταθμοί / αλλάζουν ουρανό / βαθιά χωμένοι μες στη λάσπη. / Ό,τι σωθεί απ'' την πλημμύρα / ξοδεύεται στους τέσσερεις ανέμους. / Ό,τι γλυτώσει απ'' τη φωτιά / το καίμε μέσα μας / τις χιονισμένες ώρες ενός χρόνου.

Θα συναντήσετε τον Μπάμπη Ζαφειράτο  στο ιστολόγιο Μποτίλια Στον Άνεμο

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

«Στον τόπο μου ενώ ζω είμαι τέλεια ξένος…» Φρανσουά Βιγιόν - Μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά

Francisco Goya


Πλάι στην βρύση πεθαίνω διψασμένος
καίω σα φωτιά και τρεμοτουρτουρώ
στον τόπο μου ενώ ζω είμαι τέλεια ξένος
κοντά στη στιά τα δόντια κουρταλώ.
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
κουράγιο παίρνω απ’ την απελπισιά
χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές
θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Στ’ αβέβαιο πάντα βρίσκω τ’ ορισμένως
το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ.
Κερδίζω, και χαμένος θε να βγω
όταν, όταν χαράζει, λέω «Καλή νυχτιά!»
Ξαπλώνω, λέω: «θα φάω καμιά βροντιά!»
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Έγνοιες δεν έχω κι είμαι ιδεασμένος
πλούτια να βρω, μα δεν τα επιθυμώ.
Απ’ όσους με παινάνε προσβαλμένος,
και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό.
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
κελάδημα ειν’ της κάργιας η σκουξιά
για όποιον με βλάφτει λέω πως μ’ αγαπά
το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμιά
γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά,
μα υπακούω στους νόμους. Τι άλλο θες;
Πώς; Τους μιστούς να πάρω, είπες, ξανά;
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Francois Villon

Μουσική-ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ – Το μέγα μήνυμα

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

Ο Ηλίας Σιμόπουλος γεννήθηκε το 1913 στο Καστανοχώρι Αρκαδίας. Από μικρός εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Άμα έβγαλε το γυμνάσιο, σπούδασε νομικά. Από τα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να δημοσιεύει πιιήματα σε περιοδικά με το ψευδώνυμο Παύλος Ροδής. Στα 1933-1935 καταπιάστηκε με τη σκηνοθεσία και ήταν σκηνοθέτης στο «Εργατικό θέατρο» της «Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών Ελλάδος». Το 1946 έβγαλε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο», το 1958 την «Αρκαδική Ραψωδία» και στα 1959 την «Έκτη εντολή». Η ποιητική αυτή συλλογή του μεταφράστηκε στα γαλλικά. (Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από το 1453 ως το 1961, τόμος δεύτερος. Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1983).

Το μέγα μήνυμα

Γνωρίζω τα ματωμένα σου βήματα
στον απάτητο δρόμο.
Ξέρω τις αγρύπνιες σου στις αξημέρωτες νύχτες
της ανέλπιδης αναμονής.
Θυμάμαι
την ομορφιά σου, που δεν τη λέκιασε δάκρυ
τη μορφή σου
γιομάτη θυσία, εγκαρτέρηση και αξιοπρέπεια.
Και σ’ έχω πάντα μέσα μου
και σ’ αναπνέω.
Την ιστορία σου
την πήραν οι άνθρωποι, τα πουλιά και οι άνεμοι,
την έκαναν τραγούδι
και την τραγουδούν
όλα τα στόματα.
Την ιστορία σου
την πήρε η φήμη στ’ άσπρα της φτερά
και την ακούμπησε πα στο κατώφλι της αιωνιότητας.
Εσύ ποτέ δε θα πεθάνεις.
Τον τόπο που σε γέννησε τον λεν
Ε λ λ ά δ α.

ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

«Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο», 1946.

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

"Η ομορφιά δεν έχει έλεος" - Νίκος Καζαντζάκης (Φωτογραφικό αφιέρωμα)


Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige Levi και τον αδελφό της
Doro Levi στη Φλωρεντία. Οκτώβριος 1926.

Όλες οι φωτογραφίες (μαζί με τις λεζάντες τους) σ' αυτήν την δημοσίευση προέρχονται από το εξαιρετικό σάιτ των εκδόσεων Καζαντζάκη που διαθέτει ένα ιδιαίτερα πλούσιο και ενδιαφέρον φωτογραφικό αρχείο. Τους ευχαριστούμε τονίζοντας ότι σπανίζουν στην Ελλάδα τέτοιες γενναιόδωρες πηγές.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Στο φως ανέκδοτη φωτογραφία-ντοκουμέντο του Χοσέ Μαρτί, 118 χρόνια μετά το θάνατό του

Ο Χοσέ Μαρτί 42 ετών

Στις 19 Μαΐου συμπληρώνονται 118 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ποιητή και Εθνικού Ήρωα της Κούβας, Χοσέ Μαρτί. Ο "Απόστολος" της κουβανικής ανεξαρτησίας έχασε τη ζωή του στην αρχή του Δευτέρου Πολέμου Ανεξαρτησίας (1895 - 1898), σε ηλικία μόλις 42 ετών.

Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ένα ανεκτίμητο ντοκουμέντο εθνικής κληρονομιάς στο Δημοτικό Μουσείο της Γουαναμπακόα, στα εγκαίνια της σύγχρονης αίθουσας ψηφιοποίησης από τον Υπουργό Πολιτισμού Ραφαέλ Μπερνάλ. Με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας πρόκειται να μεταφερθούν σε σύγχρονα φορμάτ τα πάνω από 10.000 οπτικά ντοκουμέντα που διαθέτει το πολιτιστικό αυτό ίδρυμα της Αβάνας.

Πρόκειται για μια ανέκδοτη φωτογραφία του Χοσέ Μαρτί, ενός πορτρέτου που τον απεικονίζει όρθιο με το χαρακτηριστικό του μαύρο σακάκι, το οποίο αποτελεί το πρώτο ντοκουμέντο που έχει ψηφιοποιηθεί από τα αρχεία του μουσείου.


Η φωτογραφία, σε καλή κατάσταση παρά την κάποια αλλοίωση λόγω της υγρασίας και της βιολογικής φθοράς, έχει στην πίσω πλευρά της μερικές χειρόγραφες γραμμές και την υπογραφή της Λεονόρ Πέρες με ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου που λένε: "Μαρία Λουίσα, αυτό είναι ένα πορτρέτο του ξαδέλφου σου Πέπε 42 χρόνων, λίγους μήνες πριν χάσει τη ζωή του θύμα του πεπρωμένου του. Πρόσεχε το, φύλαξε το με τη στοργή που αυτός είχε για όλους εσάς. Η θεία σου Λεονόρ, Αβάνα 26 Σεπτεμβρίου".



Αν λάβουμε υπόψη ότι το φωτογραφικό χαρτί έχει τυπωμένο στην πίσω όψη του "Ramón Corral Fotograf, O’Really 66 Altos Habana", μπορούμε να συνάγουμε ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε σ' αυτή την πόλη μεταξύ της 28ης Ιανουαρίου 1895 - ημερομηνία που ο Μαρτί συμπλήρωσε τα 42 του χρόνια - και της 19ης Μαΐου του ίδιου χρόνου, όταν έπεσε στη μάχη του Ντος Ρίος απέναντι στον ισπανικό αποικιακό στρατό. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του "Αποστόλου", και ως εκ τούτου ανυπολόγιστης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας.



Πηγή: Cubadebate

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

«Πού να σε ταξιδέψω, γυαλιά και λαμαρίνες, γεμίσανε τα χρόνια με εκτελεσμένους μήνες…»


Αγάπη

Αγάπη του ψωμιού και της φωτιάς
αγάπη της αρμύρας
ρεκλάμες θα μας πνίξουν κι αδειανά
κονσερβοκούτια μπύρας

Πού να σε ταξιδέψω
γυαλιά και λαμαρίνες
γεμίσανε τα χρόνια
με εκτελεσμένους μήνες

Αγάπη του ψωμιού και της βροχής
αγάπη στα μπαλκόνια
στην άσφαλτο τα αίματα θα δεις
και πλαστικά μπιτόνια

Πού να σε ταξιδέψω
γυαλιά και λαμαρίνες
γεμίσανε τα χρόνια
με εκτελεσμένους μήνες.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ


Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης (Κύκλος τραγουδιών Ραντάρ)
Ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας


Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Ο Μάρκος Αυγέρης για τον Γιώργο Κοτζιούλα

Μ. Αυγέρης, Γ. Κοτζιούλας, Γαλάτεια Καζαντζάκη και Ελλη Αλεξίου
(Αρχ. Ελλης Αλεξίου)  

  Οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην Ελλάδα κι' ο χρόνιος οικονομικός μαρασμός της δεν ευνοούν τις δημιουργικές δραστηριότητες κ' εμποδίζουν την πολιτιστική και πνευματική της ανάπτυξη. Ο λαός στη μεγάλη πλειοψηφία του, φυτοζωεί κι αγωνίζεται για τις στοιχειώδεις ανάγκες του, τα περισσότερα τάλαντα που βγαίνουν από τα σπλάχνα του μαραίνονται μέσα στη βιοπάλη. Απάνω από το μισό του πληθυσμού δεν μπορεί να στείλει τα παιδιά του πέρα από τις τέσσερες πρώτες τάξεις του δημοτικού. Κι' ούτε κι' αυτό. Σαρανταπέντε στους εκατό από τους Έλληνες είναι γι' αυτό ολότελα αγράμματοι. Απ' όλους τους γειτόνους μας μόνο με τους Τούρκους μπορούμε να συγκριθούμε στην αγραμματωσύνη.
    Από τα βάθη μιας τέτιας φτώχειας βγήκε ο Κοτζιούλας, από ένα χωριάτικο σπίτι εκεί στα Τζουμέρκα, όπου πληθυσμοί αφημένοι στο έλεος του Θεού, απάνω σε πετρότοπους, παλαίβουν από γενεές γενεών για ψωμί.
     Η έκφρασή του ήταν τον περισσότερο καιρό συννεφιασμένη, είχε μια ψυχή σφιγμένη και τη σκοτεινή ματιά των ανθρώπων, που ανεμοδέρνονται χρονικίς. Μέσα από δυσκολίες αλογάριαστες κι΄αδιάκοπο μόχτο, ανεβαίνοντας από σκολειό σε σκολειό, κατόρθωσε να φτάσει ως το Πανεπιστήμιο και να πάρει το δίπλωμα του φιλολόγου. Όπως ήταν βαρήκουος δεν μπόρεσε να εξασκήσει το επάγγελμα του δασκάλου. Ήταν δα κι από πολύ νωρίς σημειωμένος για τα κοινωνικά του φρονήματα κι ήταν γι' αυτό από τους καταδικασμένους της πολιτείας.
     Η τύχη του Κοτζιούλα ακολούθησε πιστά τους ίδιους δρόμους με την τύχη του Κρυστάλη, που ήταν από τα ίδια χώματα κ' έζησε κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Από τις στερήσεις κι από τη ζωή μέσα στ' ανθυγιεινά υπόγεια των αθηναϊκών τυπογραφείων, όπου περνούσε πολλές ώρες την ημέρα και τη νύχτα σα διορθωτής, έπαθε γρήγορα φυματίωση σαν τον Κρυστάλη. Από κει πέρα η ζωή του πολεμάει με την αρρώστεια πότε στο χειρότερο και πότε στο καλύτερο.
    Κάποτε άκουσα ένα σπουδαίο καθηγητή της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, να εξαίρει τα μέσα που διαθέτει σήμερα η επιστήμη στον αντιφυματικό αγώνα της. " Με τα σημερινά μέσα της επιστήμης, έλεγε, πεθαίνουν από τη φυματίωση μόνο οι ανόητοι, που δεν ακολουθούν τις θεραπευτικές οδηγίες των γιατρών ". Ο σοφός αυτός άνθρωπος είχε ξεχάσει τους φτωχούς, που και λίγο να μη δουλέψουν μπορούν να πεθάνουν από την πείνα, κι' αυτοί κ' οι οικογένειές τους. Για τους φτωχούς λόγιους η φροντίδα της πολιτείας κ' η κοινωνική πρόνοια είναι και σήμερα η ίδια σχεδόν, όπως και στα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν πάλαιβε με το θάνατο ο Κρυστάλης. Πόσοι σημερινοί και χτεσινοί διαλεχτοί ποιητές δε χάθηκαν στον τόπο μας γρήγορα από την αδυναμία τους ν' αντικρούσουν την αρρώστεια.
      Έχουν πολλά κοινά ψυχικά χαρακτηριστικά κ' οι δυο αυτοί συντοπίτες ποιητές. Μ' όλες τις εχθρικές συνθήκες και τις ταλαιπωρίες της ζωής τους, μείνανε κ' οι δυο τους ως το τέλος αδιάφθοροι κι απλοί, παιδιά του χωριού, απροσάρμοστοι στα τερτίπια της πολιτείας. Έφερναν στην ψυχή τους την αγνή ατμόσφαιρα και την περηφάνεια των βουνών της πατρίδας. Μα οι ομοιότητές τους περιορίζονται ως εδώ. Η ποίηση του Κρυστάλη θρέφεται από τη λαογραφία, ακολουθεί τη μορφή του δημοτικού τραγουδιού κ' επαναλαβαίνει τα μοτίβα του.Μέσα της ακούεται πάντα το πουλί των αγρών, τ' όραμα της ζωής είναι απλό στον Κρυστάλη κ' έχει μια αφέλεια ειδυλλιακή. Αντίθετα η ποίηση του Κοτζιούλα είναι ιδιότυπη, φέρνει την ατομική του σφραγίδα, εκφράζει σύνθετα αισθήματα και νοήματα κ' έχει άλλο βάρος  κι άλλη πυκνότητα. Μ' όλο το αγροτικό ήθος, που ο ποιητής κρατούσε στη ζωή του, δεν είναι αγροτικός στην ποίησή του. Μέσα της ακούονται όλες οι φωνές του σημερινού κόσμου, τα βάσανα κ' οι ελπίδες κ' η ταραχή των ανθρώπων της πολιτείας, όπως κ' οι θύμισες από τη ζωή των αγρών. Η ποίηση αυτή είναι περισσότερο σκυθρωπή, με μια πικρή γέψη της ζωής, με συγκρατημένους δραματικούς τόνους και συχνά , με μια υπόκωφη  οργή για την ευτέλεια και τη φαυλότητα της εποχής. Καθρεφτίζει το ήθος του ποιητή που είναι κλειστό κ' επιφυλαχτικό, δύσπιστο στα χαμόγελα της ζωής και πεισματάρικο μπροστά στους κατατρεγμούς της. Ο Κοτζιούλας ήταν πνεύμα σοβαρό κι' αυστηρό, ήταν φυσικός κι' ατόφιος σα χυμένος στο χαλκό. Κι ο τόνος και το ύφος της ποίησής του καθρεφτίζουν το χαρακτήρα του. Ο λόγος του είναι λιτός και στέρεος, χωρίς επίδειξη, χωρίς στολίδια, ο λυρισμός του συγκρατημένος, η έκφρασή του αποφεύγει το σπάνιο και το πολύτιμο, η φωνή του διαλέγει τους μέσους τόνους, δεν του αρέσουν τα ξεφωνητά κ' οι θεαματικές εκρήξεις. Μ' άνεση κάνει ποίηση την καθημερινή ζωή. Ήταν από τα πιο σταθερά τάλαντα μέσα στους νέους. Κρατούσε τους παλιούς ποιητικούς τρόπους κι ο στίχος του ήταν ανεπιτήδευτος, σα χωριάτης, σφιχτοδεμένος και γερός. Έβλεπε τους νεοτερισμούς και τις εκζητήσεις σαν αισθητικό σνομπισμό. Η ποίηση του Κοτζιούλα είναι από τις πιο ρεαλιστικές, δίνει πάντα την εντύπωση της αλήθειας και της ειλικρίνειας και προβαίνει σα μια δύναμη θετική, ικανή να εκφράσει με πίστη κι' ακρίβεια το κάθετι. Στα πρώτα του τραγούδια δε λείπει και το χαμόγελο, κρατάει το θάρρος του καλά μέσα στην ταπεινωτική του φτώχεια. Κ' ελπίζει, εμπιστεύεται στη δύναμή του και περιμένει πολλά από το μέλλον.

" Τώρα όσο θέλει ας με μουσκεύει η τρύπια σόλα
   κατά τη δόξα μου τραβώ με πείσμα αργό..."

      Κι αλλού περήφανα μιλώντας για τον εαυτό του, λέει με πεποίθηση κ' ελπίδα:

" Θα μολογάνε πως μια μέρα του εικοσιέξη
  για την πρωτεύουσα ξεκίνησα απ' τα γίδια
   και καρτερώντας  πότε η μοίρα θα μού στρέξει
   να παίζω με το στίχο βάλθηκα πιτήδεια.
...........................................................................

  Θα ζήσω πάλι σε μια νέα μακάρια πλάση,
  σαν άστρο του βραδυού πίσω απ' ανάλαφρη άχνα,
  δείχνοντας πού καμιά φορά μπορεί να φτάσει
  παιδί βγαλμένο απ' τα δικά σου, λαέ, τα σπλάχνα".

       Σ' άλλα του ποιήματα ειρωνεύεται την κατάστασή του, το μεθύσι της καρδιάς του, τόσο αταίριαστο με τα τριμμένα ρούχα του. Η ποιότητα της ειρωνείας του, για την αντίθεση της πραγματικότητας με τ' όνειρο, όπως ξεσπάει ξαφνικά σε μια στιγμή που δεν την περιμένει κανείς, θυμίζει την ειρωνεία του Χάινε.

" Ο δρόμος είχε μανταρίνια και μαρούλια
  ο δρόμος ήτανε βρεμένος και στενός.
  Αχ, περπατούσα και στο πλάι μου είχα την πούλια
  την εκαμάρωνεν ο κόσμος κι ο ουρανός.
.................................................................................

  Της λένε πως μοιάζει κάποιας θεάς αρχαίας
  κ΄ εκείνη του χαμογελά αινιγματικά,
  Θε μου από πότε οι συνοδοί μιανής ωραίας
  γυρίζουνε με χαλασμένο το γιακά".

       Η φτώχεια κ' η ζωή των φτωχών είναι από τα κύρια θέματα της ποίησης του Κοτζιούλα. Οι φτωχοί χωριάτες, με τις στερήσεις τους, με τις μικρές χαρές τους και τα παντοτεινά τους βάσανα, με την αιώνια εγκαρτέρηση και την αντοχή τους, γεμίζουν ένα μεγάλο μέρος από τους στίχους του.

" Θέλω να γράψω ένα τραγούδι μ' αντοχή
   και συλλογίζουμαι ολοένα εσάς, φτωχοί,
  σκυφτοί στο γούπατο, για σκόρπιοι στο ριζό,
  με τον καημό σας ανασταίνουμαι και ζω". ( Οι Πρόγονοι)

" Σύρε και μες την πολιτεία πυκνό μελίσσι,
  μα όχι σε σπίτια αρχοντικά, σε χαμοκέλες,
  να ιδείς η φτώχεια τι απιθώνει να δειπνήσει
  και πού πλαγιάζουν οι αχνοπρόσωπες κοπέλλες.
.......................................................................................

  Μπρος σε χιλιάδεςμηχανές ανθρωποφάγες
  μολεύεται απ' τα ίδια χνώτα της η νιότη
  και ρέβουν άθλια οι δύναμές της οι άγιες
  για ξένο λούσο γι' αλλουνού το φαγοπότι...." (Φωνή λαού)

       Μέσα στην ποίηση του Κοτζιούλα, κοντά στην ατομική του ζωή δεμένη πάντα με τη ζωή του λαού, καθρεφτίζονται κ' οι εθνικές περιπέτειες της εποχής του κ' η ιστορική ζωή της χώρας. ΄Εγραψε ορμητικούς στίχους, γεμάτους οργή, για τη διχτατορία και την κατοχή.

" Πίστη ενεργή, ακατάβλητη! Ούτε οι βουρδουλιές,
   ούτε οι βρισιές, των πουλημένων άτιμων τα σάλια,
   δεν ελυγίσαν τις αντρίκες σας βουλές.
   καθώς ούτε κ' η μέγγενα, ούτε κ' η τανάλια". (Τυραννομάχος)

" Της βίας ο νόμος πια τον κόσμο κυβερνά,
   μπότα βαρβάρων πήρε σβάρνα την Ευρώπη
   και σα μερμήγκια λέω, ποδοπατιούνται οι ανθρώποι
   πιο ανυπεράσπιστοι απ' τα ζούδια τ' αχαμνά..." (Τραγούδι του καιρού)

      Ο Κοτζιούλας στην κατοχή πήρε τα βουνά κ' έγραψε ενθουσιαστικά τραγούδια για την εθνική αντίσταση.

" Πώς του Εικοσιένα, λέω, ανάδωσαν οι φύτρες,
  ζωντάνεψε η αρχαία μ' εσάς η κλεφτουριά
  και τώρα που χαθήκατε, α, μοιρολογήτρες
 κ' οι πέτρες θα σας κλαιν, του αντάρτικου κοντριά..." ( Μαυροσκούφηδες)

     Μ' όλο που πάλαιβε σ' όλη του τη ζωή με τη στέρηση και την αρρώστεια, που τις καλύτερες ώρες του τις έχασε στη βιοπάλη και πέθανε τόσο νωρίς, ο Κοτζιούλας κατόρθωσε να δημιουργήσει σεβαστό έργο, έναν τόμο με ποιήματα δημοσιευμένο το 1932 με τον τίτλο " Εφήμερα" σ' ηλικία 23 χρονών, που πολλά απ' αυτά θα τάχει γράψει βέβαια πολύ πρωτήτερα και που όλα δείχνουν μια πρώιμη κ' εξαιρετική μαεστρία, τρεις τόμους το 1938 με τους τίτλους " Σιγανή φωτιά, Δεύτερη ζωή και Γρίφος". Το 1945 δημοσίεψε τραγούδια από την αντίσταση των βουνών. " Ο Άρης " και " Οι πρώτοι του αγώνα", αργότερα δημοσίεψε ένα τόμο διηγήματα και μια συλλογή με ποιήματα, που ο τίτλος της ήταν θαρρώ " Φυγή στη φύση". Τελευταία δημοσίεψε τη συλλογή " Ηπειρώτικα " μ' ανέκδοτα ποιήματα παλιά και νέα. Έχει και κάμποση κριτική εργασία σκόρπια κι' ανέκδοτη, απ' αυτή κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο με τη μελέτη " Πού βαδίζει η ποίηση". Με το έργο του αυτό ο Κοτζιούλας στέκεται στις κορφές της ελληνικής ποίησης, ανθρώπινη νίκη στην κακή μοίρα.
                                                                                              
" Αυγή", 11/9/1956
Μάρκου Αυγέρη, Κριτικά - Αισθητικά, Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 1980
 Ο Μάρκος Αυγέρης πέθανε στις 8 Ιουνίου 1973 
 

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

ΜΑΝ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Στο παιδί μου…

“Κλέφτης Ποδηλάτων” του Βιτόριο Ντε Σίκα


Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


(Από την συλλογή «Ο στόχος», 1970)

Διαβάζει ο ποιητής:

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Το «ταξίδι» του Λόρκα στην ελληνική μουσική - Μια διαδρομή στο μελοποιημένο, από Ελληνες συνθέτες, έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα


Νίκος Γκάτσος - Μάνος Χατζιδάκις, δημιουργοί της
πρώτης ελληνικής μελοποίησης του Λόρκα
«Στο μαύρο το φεγγάρι/ σπιρούνια των ληστών αρχίζουν τραγούδι/ Μαύρο πουλάρι πού πας τον νεκρό σου καβαλάρη; /Σκληρά είναι τα σπιρούνια του ακίνητου ληστή/ κρύο πουλάρι τι άρωμα ανθισμένου μαχαιριού! / Στο μαύρο το φεγγάρι ματώθηκε η πλαγιά της Σιέρα Μορένα/ μαύρο πουλάρι πού πας τον νεκρό σου καβαλάρη;/ Η νύχτα σπιρουνίζει τη μαύρη της κοιλιά κεντώντας αστέρια/ κρύο πουλάρι τι άρωμα ανθισμένου μαχαιριού! /Στο μαύρο το φεγγάρι μαζί με μια κραυγή, φωτιά του θριάμβου/ Μαύρο πουλάρι πού πας τον νεκρό σου καβαλάρη;» («Το τραγούδι του καβαλάρη», Μουσική: Γιάννης Γλέζος, απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος, πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος)

Στην ποίησή του φώλιασε η ψυχή της Ανδαλουσίας. Ανθρωποι, πόθοι, πάθη, έρωτες, αγώνες, παραδόσεις, φύση ήταν ο μαγικός ιστός πάνω στον οποίο ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ύφανε την οικουμενική, αθάνατη ποίησή του. Στα μόλις 38 χρόνια της ζωής του, ο μεγάλος Ισπανός ποιητής πρόλαβε να δημιουργήσει ένα σπουδαίο έργο, που διακρίνεται από βαθιά νοήματα, πανανθρώπινη δυναμική, αμεσότητα, λυρισμό, γλωσσικό πλούτο. Ο Λόρκα πρωτοείδε το φως πριν εκατόν δέκα χρόνια (5 Ιούνη 1898) στο χωριό Φουέντε Βακέρος, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Γρανάδα. Κι εκεί, κοντά στη Γρανάδα, στο χωριό Βιθνάρ, κοντά στην «Πηγή των Δακρύων» βρήκε τραγικό θάνατο πριν από εβδομήντα δύο χρόνια, το πρωινό της 19ης Αυγούστου 1936, δολοφονημένος από τους φαλαγγίτες του δικτάτορα Φράνκο.

Ο ποιητής, που μέσα από την ποίησή του «τραγούδησε» την αγάπη αλλά και το θάνατο, εκείνος που μίσησε το δεσποτισμό και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και όρθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας, αγαπήθηκε ιδιαίτερα στη χώρα μας. Οχι μόνο μέσα από τα μεταφρασμένα έργα του (ποιήματα και θεατρικά) αλλά και μέσα από τα δεκάδες υπέροχα τραγούδια του. Ο Λόρκα είναι ίσως ο πλέον μελοποιημένος ξένος δημιουργός από Ελληνες συνθέτες με αποτέλεσμα η ποίησή του ν' απλωθεί και ν' αγαπηθεί σε ακόμη πλατύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Η δύναμη, το περιεχόμενο της ποίησής του ενέπνευσαν Ελληνες δημιουργούς, που απέδωσαν το λόγο του στην ελληνική γλώσσα και τον μελοποίησαν με τέτοιο τρόπο που τον έκανε «δικό μας». Γέννημα ενός τόπου όπου το ποίημα είναι τραγούδι και το τραγούδι πόνος και αγάπη, ο Λόρκα είχε και ο ίδιος στενή σχέση με τη μουσική. Είναι φανερή, εξάλλου, η επίδραση που άσκησαν τα λαϊκά τραγούδια της Ανδαλουσίας στο σύνολο του καλλιτεχνικού του έργου. Τα περισσότερα ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ ο ποιητής ασχολήθηκε με την κιθάρα, το παραδοσιακό όργανο έκφρασης της ανδαλουσιάνικης ψυχής.

«Ματωμένος Γάμος», η πρώτη συνάντηση

Το ελληνικό μουσικό «ταξίδι» στον ποιητικό κόσμο του Λόρκα ξεκίνησε με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος μελοποίησε τον «Ματωμένο Γάμο». Η γνωριμία του με το έργο έγινε μέσω της μετάφρασης του Νίκου Γκάτσου (1945). Οι στίχοι επηρεάζουν, συναρπάζουν τον νεαρό Ελληνα συνθέτη, που αρχίζει μέσα του να σχηματίζει τη μουσική. Αργότερα έλεγε ότι «όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας». Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε από το «Θέατρο Τέχνης» το 1948, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, με τα τραγούδια «Τώρα νυφούλα μου χρυσή», «Νανούρισμα», «Γύρνα, φτερωτή του μύλου», «Κουβάρι, κουβαράκι», «Ηταν καμάρι της αυγής» να αποτελούν την έκφραση μιας πραγματικής δημιουργικής αφομοίωσης του ελληνικού παραδοσιακού μέλους, προσδίδοντας στο λόγο του ποιητή την απαιτούμενη ένταση που του αρμόζει. Η σχέση του Λόρκα και των τραγουδιών του με τους Ελληνες συνθέτες αρχίζει... Ο «Ματωμένος γάμος» του Μάνου Χατζιδάκι θα κυκλοφορήσει στη δισκογραφία πολλά χρόνια αργότερα, το 1965, με ερμηνευτή τον Λάκη Παππά. Ο μεγάλος Ελληνας συνθέτης θα μελοποιήσει και πάλι Λόρκα, το τραγούδι «Πέρα στο θολό ποτάμι» (απόδοση Νίκος Γκάτσος), που συμπεριέλαβε στον κύκλο «Ο Μεγάλος Ερωτικός», με ερμηνεύτρια τη Φλέρυ Νταντωνάκη.

Ο μεγάλος Ισπανός συνδέεται με την «είσοδο» στη δισκογραφία ενός άλλου αξέχαστου Ελληνα συνθέτη, του Μάνου Λοΐζου. Το 1962 ηχογραφεί στην εταιρεία «Philips», το πρώτο του τραγούδι, που δεν είναι άλλο από το «Τραγούδι του δρόμου», ποίημα του Λόρκα, σε ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου. Τους στίχους ο συνθέτης, τους έχει «ανακαλύψει» δημοσιευμένους στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Το τραγούδησε ο Γιώργος Μούτσιος.

Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά...

Η επόμενη «συνάντηση» του Ισπανού ποιητή με την ελληνική μουσική γίνεται το 1967, χρονιά που ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί το «Romancero Gitano» («Τσιγγάνικες Παραλογές») - είναι η τελευταία σύνθεσή του πριν τη δικτατορία. Το έργο είχε ήδη μεταφράσει ο Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος απέδωσε ελεύθερα επτά από τα ποιήματα για να γίνουν τραγούδια. Τα τραγούδια «Του ανέμου και της παινεμένης», «Η καλόγρια η τσιγγάνα», «Η κυρά παντέρμη», «Ο Αντόνιο Τόρες Χερέδια στο δρόμο της Σεβίλιας», «Ο θάνατος του Αντόνιο Τόρες Χερέδια», «Του πικραμένου», «Χαμός από αγάπη» ερμηνεύει η Αρλέτα. Η επιβολή της δικτατορίας δεν επέτρεψε τη δισκογράφησή τους, που στην Ελλάδα έγινε πολύ αργότερα, το 1975 με την Μαρία Φαραντούρη και το 1978, με την Αρλέτα. Το έργο γνώρισε δύο ακόμη ηχογραφήσεις στο εξωτερικό (1970, Παρίσι και 1971, Λονδίνο) με ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη - η δεύτερη πιο «κλασική», με τον διεθνούς φήμης κιθαριστή Τζον Γουίλιαμς να τη συνοδεύει στην κιθάρα. Αργότερα, το 1986, ο Μ. Θεοδωράκης μελοποιεί το «Σαντιάγκο» σε ποίηση Λόρκα (απόδοση Μιχάλη Μπουρμπούλη), που ηχογραφείται την ίδια χρονιά, με ερμηνευτή τον Ζωρζ Μουστακί, στο δίσκο «Ενας ποιητής στη Νέα Υόρκη».

Μέσα στη σκοτεινιά της δικτατορίας, το 1969, ο Γιάννης Γλέζος καταθέτει την πρώτη του προσέγγιση στην ποίηση του Λόρκα, μελοποιώντας τους στίχους που είχε αποδώσει στα ελληνικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Το αποτέλεσμα ένας εξαιρετικός δίσκος, με τίτλο «12 τραγούδια του Λόρκα», που περιλαμβάνει τραγούδια όπως «Το τραγούδι του καβαλάρη», «Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά», «Κόρντοβα» κ.ά. Βασικός ερμηνευτής ήταν ο Γιάννης Πουλόπουλος (συμμετείχε και η τραγουδίστρια Ελενα Κυρανά), ενώ η εμπνευσμένη ενορχήστρωση και η διεύθυνση ορχήστρας είχαν τη σφραγίδα του Νίκου Μαμαγκάκη. Το 1974, ο Γιάννης Γλέζος μελοποιεί ένα ακόμη έργο του Λόρκα, το «Αντόνιο Τόρες Χερέδια», με ερμηνεύτρια την Μαρία Δημητριάδη («Η μέρα γέρνει αργόπρεπα», «Τα μαχαίρια» κ.ά.).

Θρήνος και έρωτας

Αριστούργημα της παγκόσμιας ποίησης, ελεγεία για το θάνατο στην αρένα του φίλου του, αντιφρανκιστή ποιητή και λαοφιλή ταυρομάχου, Ι. Σ. Μεχίας, αποτελεί το έργο του Λόρκα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας». «Πέντε η ώρα που βραδιάζει./ Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει./ Φέρνει έν' αγόρι το νεκροσέντονο/ (...) Βουβοί σύντροφοι στ' άχαρα σοκάκια/ (...) Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε! Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!/ Αηδόνι στην καρδιά του μέσα!/ Οχι!/ Δε θέλω να το βλέπω!». Μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο, το συγκλονιστικό έργο μελοποιείται από τον Σταύρο Ξαρχάκο (1969). Τότε αποδόθηκε από μικρό συγκρότημα λαϊκών οργάνων, έναν βαρύτονο και έναν αφηγητή, τον Κώστα Πασχάλη και τον Μάνο Κατράκη, αντίστοιχα («Το χτύπημα κι ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα», «Ψυχή φευγάτη»). Ο συνθέτης συνέχισε να εργάζεται πάνω στο έργο, ώσπου αυτό να πάρει την τελική του μορφή, αυτή της λυρικής τραγωδίας σε δύο πράξεις και έξι εικόνες, για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία, μέτζο σοπράνο και αφηγήτρια, που παρουσίασε πριν λίγα χρόνια.

Από τις ευτυχέστερες στιγμές της μελοποίησης του Λόρκα στη χώρα μας αποτελεί ο εξαιρετικός δίσκος «Αχ έρωτα» του Χρήστου Λεοντή, που κυκλοφόρησε το 1974 - κι εδώ η απόδοση των ποιημάτων έγινε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Από τους πιο γνωστούς και διαχρονικούς δίσκους στη μουσική μας Ιστορία, είναι μια «συνάντηση» που αναβλύζει από το λυρισμό, τόσο του Ισπανού ποιητή όσο και του Ελληνα συνθέτη. Τα υπέροχα τραγούδια - ανάμεσά τους τα διαλεχτά «Παραμύθι», «Αβάσταχτο να σ' αγαπώ», «Λούζεται η αγάπη μου», «Μέρα γεμάτη θλίψη», «Αχ έρωτα» κ.ά. - σφραγίστηκαν από τις εκπληκτικές ερμηνείες του Μανώλη Μητσιά και της Τάνιας Τσανακλίδου.

Εξαιρετική υπήρξε και η «συνάντηση» του Νίκου Μαμαγκάκη με τον Λόρκα, μέσα από τον κύκλο «Του έρωτα και του πάθους» (1983), σε μετάφραση Αγαθής Δημητρούκα. Πρώτη ερμηνεύτρια αυτού του δυνατού έργου ήταν η Νένα Βενετσάνου (ανάμεσα στα κομμάτια τα «Γεια σου Σεβίλια», «Οι ρηγάδες της τράπουλας» «Η ταράρα» κ.ά.). Τα τραγούδια «Του έρωτα και του πάθους» κυκλοφόρησαν ξανά από την εταιρεία «Ιδαία 2008» του Ν. Μαμαγκάκη, με τραγουδιστές τον βαρύτονο Τάση Χριστογιαννόπουλο και την Ναταλί Ρασούλη.

Πλήθος μελοποιήσεων

Από την πληθώρα των μελοποιημένων από Ελληνες συνθέτες έργων του Λόρκα σημειώνουμε, επίσης τα: «Ασμα Ασμάτων» της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου (1972). Η Χορωδία Τρικάλων ερμηνεύει το «Τραγούδι του δρόμου». «Η κιθάρα» του Αντώνη Πελεκάνου (1987) με ερμηνεύτρια την Μαρία Αριστοφάνους. «Τραγούδια για φωνή και πιάνο» του Γιώργου Κουρουπού (1988), με ερμηνευτή τον Σπύρο Σακκά (Παραλλαγές», «Πέθανε την αυγή», «Αποχαιρετισμός» κ.ά.). «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα» του Δημήτρη Μαραμή (2004), σε μετάφραση Σωτήρη Τριβιζά, με ερμηνευτή τον Μίνωα Θεοχάρη («Η νύχτα δίψασε για ίσκιους», «Νεράιδα», «Γλυκό παράπονο» κ.ά.). «Νυχτολούλουδο» της Θεοδώρας Κουτσοβαγγέλη (2000). Ερμηνεύουν: Ατλαντίδα, Ορφέας, Θ. Κουτσοβαγγέλη, Κ. Μαλλιοκάπη («Στον αγέρα παν», «Τώρα ντύνουνε τη νύφη» κ.ά.). Ν' αναφέρουμε επίσης, το άλμπουμ - αφιέρωμα στον Λόρκα «Του φεγγαριού τα πάθη» της Μαρίας Φαραντούρη (με τα έργα «Ματωμένος Γάμος» του Μ. Χατζιδάκι, «Romancero Gitano» του Μ. Θεοδωράκη και «Canciones Populares του ίδιου του Λόρκα), που εκδόθηκε με αφορμή τα εξήντα χρόνια από το θάνατο του ποιητή.

Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ  Ριζοσπάστης

(Ανάρτηση αφιερωμένη στην σημερινή επέτειο γέννησης -1898- του ποιητή).

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

«Μη χάνεις το θάρρος σου εμείς πάντα το ξέραμε πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο…»



Κωνσταντινούπολη - Ιούνης 2013

Ερωτικό γράμμα (Μη χάνεις το θάρρος σου)

Μη χάνεις το θάρρος σου
εμείς πάντα το ξέραμε
πως δε χωράει
μέσα στους τέσσερις τοίχους
το μεγάλο μας όνειρο.

Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι
που στα σπλάχνα τους κοιμούνται
τόσοι σκοτωμένοι.

Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου
που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου
φλογερά και μεγάλα
σαν δυο νύχτες έρωτα
μέσα στον άγριο πόλεμο.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης (Από τον κύκλο τραγουδιών «ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ»)
Ερμηνεύει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου:

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ - «Πέντε κείμενα μετά μουσικής» (Γιώργος Κοζίας)


Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το βιβλίο CD του Θάνου Μικρούτσικου με τίτλο «Πέντε κείμενα μετά μουσικής». Το CD περιέχει την εργασία του συνθέτη που βασίζεται στην ποίηση του πατρινού ποιητή Γιώργου Κοζία. Πρόκειται για τα έργα «Η γη τσακισμένο καράβι» για φωνή και πιάνο καθώς και το «Ενας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» για φλάουτο και αφηγητή. Πρόκειται για έργα που κινούνται στο χώρο της λόγιας μουσικής, όπως αναφέρει ο κριτικός και ιστορικός της μουσικής Γιώργος Μονεμβασίτης στο εκτενές κείμενο που συνοδεύει την έκδοση.

«Η γη τσακισμένο καράβι» κατά τον Θάνο Μικρούτσικο είναι ένα απελευθερωμένο έργο έξω από όλων των ειδών τις συμβάσεις. Είναι ένα αντισυμβατικό έργο που κινείται σε πολλούς μουσικούς χώρους ξεφεύγοντας από την τυπική φόρμα του κλασικού τραγουδιού.
Η παρεμβολή στίχων του ιδιοφυούς Ουίλιαμ Μπλέικ βοήθησε στην απελευθέρωση από την τυπικότητα της κλασικής φόρμας. Ρομαντικός και καταραμένος ποιητής ο Μπλέικ, υπερρεαλιστής ο Κοζίας και όμως στο έργο όλα ρέουν ομαλά. Γιατί και οι δυο κυνηγάνε και βρίσκουν την ουσία των πραγμάτων κι έτσι υπάρχει από αυτή την άποψη αδιαμφισβήτητη συγγένεια.

Λέει ο Κοζίας «Στρατιώτης Φρειδερίκος Ιωάννης Φραγκίσκος Βόυτσεκ, τυφεκιοφόρος. Πυροβολεί τον Γαλαξία». Aπαντάει ο Μπλέικ «Αν διώξετε την μαύρη εκκλησία, αν διώξετε του γάμου την κηδεία, αν διώξετε του αίματος τη φάρα θα ΄χετε διώξει την παλιά κατάρα».
Συμμετέχουν η σοπράνο Αγγελική Καθαρίου, η πιανίστα Νέλλη Σεμιτέκολο.

Το άλλο έργο «Ενας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» πάλι σε ποίηση Γιώργου Κοζία, στο φλάουτο η σπουδαία Πολωνέζα Ιβόνα Γκλίνκα και αφηγητής ο Δημήτρης Παπανικολάου.
Το βιβλίο περιέχει πέντε κείμενα του Θάνου Μικρούτσικου. Το βιβλίο CD (68 σελίδες) κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένα δισκοπωλεία (Εκδόσεις «Γαβριηλίδης», Αγ. Ειρήνης 17, τηλ. 210.3228.839).

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ – Στους δεκαπέντε συντρόφους



Κωνσταντινούπολη - Ιούνης 2013

Δε χύνουν δάκρυ
τα μάτια που συνήθισαν να βλέπουνε φωτιές.
Δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ’ αστέρι
με περηφάνεια.
Δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους.
Το τρομερό σας όμως κάλεσμα
μες στην ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θενά χτυπάν
μαζί μας.
Το σιγανό σας βόγγημα
σαν προσκλητήρι
χτυπάει στ’ αυτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.

Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου είναι γραφτός ο δρόμος
της συντριβής.
Και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ’ αδέρφια μας της μάχης.
Και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι’ ας είν’ βαριές μας
οι θυσίες.

Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε
τα κύματά σου.
Και θάρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου.
Ω, ναι θαρθεί
η μέρα που θαρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας
έχουν βαφτεί.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ (εκλογή από το έργο του) », εκδόσεις ΜΟΣΧΟΣ («Ανατύπωση από την Ελληνική έκδοση, που έγινε στις Λαϊκές Δημοκρατίες»)

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

1 Ιουνίου – ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: «Η μητέρα μου είπε πως οι κανονιές πέσανε για μένα…»




Σαν σήμερα, την πρώτη μέρα του Ιούνη του 1940 γεννήθηκε η ποιήτρια και ηθοποιός Κατερίνα Γώγου. Η πορεία και το τέλος της ζωής της Γώγου δεν είχαν καμιά σχέση με την εικόνα του χαρούμενου, χαμένου στον κόσμο της ανεμελιάς του κοριτσιού,  που έλιωνε τις σόλες των παπουτσιών του μαζί με τα σαρανταπεντάρια  στο πικάπ, χορεύοντας στις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες. Τον πραγματικό χορό της η Κατερίνα τον χόρεψε με δικά της βήματα.

"Μοιάζει 4 παρά 20, συννεφόκαμα και νύχτα. Λέγεται πως σαν σήμερα, 1 Ιουνίου, Βασιλεύς Παύλος εγέννησεν Βασιλέα Κωνσταντίνον εκ της Φρειδερίκης. Εμένα η μητέρα μου, μου είπε πως οι κανονιές πέσανε για μένα. Όσο για τη Μονρόε, εκτός από την ίδια ημερομηνία γεννήσεως είναι στη μέση και οι ασφυκτικά πυκνές πλερέζες του θανάτου της. Οινόπνευμα με χάπια ή περίστροφο με σιγαστήρα, ο ήχος της υπερβολικής δόσης στέρησης από μοναξιά μου είναι οικείος. Μυστήρια μέρα που είναι η Παρασκευή, ε; Να μην μπορέσω ποτέ να φτιάξω ένα γελαστό βιβλίο... Φρίκη. Ούτε παιδική φωτογραφία δεν έχω γελαστή. Όσους άντρες ερωτεύτηκα επειδή γελάγανε, αν δεν ήταν ηλίθιοι ή υστερικοί, ήταν πιο λυπητεροί από τους λυπητερούς. Δεν έχω κανένανε. Δεν έχω να πάω πουθενά. Πουθενά... Τρέχω... τρέχω αλλόκοτα με σταματημένους κόμπους ιδρώτα στις ρίζες των μαλλιών μου. Είμαι ξανθιά; Είμαι κόκκινη με πανάδες στη μύτη; Ναι... Ίσως... Μπορεί... Γιατί λέω ψέματα αφού ξέρω; Η απόδραση και η τρέλα έχουν κοινή αφετηρία. Είμαι ο Χωκ Φιν. Ο κολλητός μου είναι φίρμα. Τον λένε Τομ Σώγιερ. Έχει μια γκομενίτσα, απ’ αυτές που σου μένουν για πάντα. Με πιάνο και γαλλικά. Τις νύχτες, με ένα τσουβάλι, σαλτάρουμε από τις μάντρες των νεκροταφείων και μαζεύουμε ψόφιες γάτες. Τις σπρώχνουμε Προπύλαια ή Μοναστηράκι, σε χαζοτουρίστες Έλληνες ή ξένους. Τα φράγκα που βγαίνουνε πίνουμε καμιά μπίρα και τσιγάρα. Τι να σας λέω τώρα... Μια μέρα ντύσανε τον δικό μου καινούριο. Βελουδένια τραγιάσκα, τιράντες, βερμούδα, παπούτσια γυαλιστερά στο νούμερό του. Τον βάλανε σε υπερωκεάνιο για Αμερική. Θα σπούδαζε. Θα γινότανε σπουδαίος. Είχα ανέβει στην κορυφή ενός πολύ ψηλού δέντρου και τον χαιρέταγα. Είχε πέσει απάνω του όλο το σκυλολόι και δεν με είδε. Έχουνε περάσει τρία χρόνια και δε μου γραψε. Ρώτησα και μου είπανε πως η Αμερική είναι πέντε χρόνια μακριά. Η απόδραση, η τέχνη και η τρέλα έχουν κοινή αφετηρία και τέρμα. Εγώ τώρα είμαι στη γέφυρα του Μανχάταν. Τρεχάλα πάλι. Φώτα, ποπό φώτα, τεράστια, άλλα αναβοσβήνουν, άλλα σταθερά, στρογγυλά, ανιχνευτικά, παραμορφωτικά, κεντράρουν πάνω μου. Περίεργα την όψη μου φωτίζουν. Είμαι γυναίκα. Ξυπόλητη πάλι, κρατάω στα χέρια μου φιδίσιες ψηλοτάκουνες γόβες, φιδόδερμα το δέρμα μου κι ένα μαύρο σχισμένο καλσόν υφασμένο από ρουμπίνια. Άρκα,φλας. Γύρισμα έχω; Το φεγγάρι ψηλά θέλει να παίξει μαζί μου. Μπλέκεται στα πόδια μου. Όμως εγώ δεν γίνεται. Είναι σοβαρή υπόθεση για μένα. Τ’ αγαπάω.Το σέβομαι. Δεν γίνεται να το κάνω τόπι. Πλάκα κάνουμε; Πώς να το κλοτσήσω; Τώρα;... Τι είναι αυτό πάλι τώρα; Ο... πώς τον λένε; Τα χασα πάλι, ορίστε το κενό... Ο δικός μου, ο Ντένις Χόπερ, δυο δάχτυλα πάνω απ’ το έδαφος, ξεμέθυστος, έρχεται καταπάνω μου με μια μακριά ασημιά καμπαρντίνα, προσπαθεί ν’ ανάψει το τσιγάρο του ανάποδα, απ’ το φίλτρο. Τι  θ’ απογίνω, Θεέ μου; Στην ώρα πιάνει αέρας από τ’ άστρα. Φυσάει πολύ. Χώνονται τ’ άστρα μέσα στο στόμα μου, κρύβονται στα δάχτυλά μου. Είμαι ένα μικρό τετραγωνάκι τρεχαλητό τ’ ουρανού. Στην αγάπη και στον τρόμο μου μπερδεμένη. Όσοι είχανε πηδήξει από τη γέφυρα να φύγουν σταματάνε την κίνηση στη μέση. Κάνουν την κίνηση ανάποδα, σωστή. Γυρνάνε πίσω, στη ζωή και στον αέρα. Είμαι ένα κομματάκι τ’ ουρανού, τετράγωνο, ολομόναχο, φωτισμένο. Ούτε να κλάψω. Οι φίλοι που γύρισαν πίσω είναι με φώτα νέον στεφανωμένοι. Παράξενα ιδεογράμματα που φτιάχνει η μοναξιά. Ο Χόπερ με κοιτάει: «Τι γίνεται, ρεπλίκα; Ν’ ανάψω από τα δάχτυλά σου φωτιά; Ποιος είναι ο δικός σου ο Χρόνος Λήξεως;»... Ναι... Αν δεν είχε γίνει ιδεοληψία ν’ αυτοκτονούν οι μουσικοί που δεν έχουν όργανα και περπατάνε τις νύχτες στις ράγες των τρένων, θα όριζα το χρόνο. Βρέχει. Κάποιο πεφτάστρο μου κάηκε. Να βρω ένα υπόστεγο να μην καώ. Έχω κι ένα τσουβάλι με ψόφιες γάτες να κουβαλάω τη Νύχτα. Νύχτα..."

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ


«ΝΟΣΤΟΣ», Ποίηση, εκδ. Καστανιώτη.