Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ...


Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τάκης Φίτσος


Στις 16 Απρίλη του 1949, μετά από «δίκη» είκοσι ημερών στο έκτακτο στρατοδικείο της Χαλκίδας, πέφτει νεκρός από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος ο κομμουνιστής δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Τάκης Φίτσος. (Αφιέρωμα στον Τάκη Φίτσο μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ.)

Ελάχιστα ποιήματα του Κ. Βάρναλη αναφέρονται σε πρόσωπα. Ένα από αυτά είναι αφιερωμένο στον Τάκη Φίτσο.


Τάκης Φίτσος

Με το πικρό χαμόγελο και τα σφιγμένα χείλη
βουβά τον ίσκιο σου έλιωνες στην πολιτεία των τάφων.
Εδώ σε θάβουν ζωντανόν αν θέλεις να ’σαι τίμιος.
Παιδί σε χτίσαν, γέρασες χωρίς σταλιά να ζήσεις.

Μήνες και χρόνια μέτραγες, δεκάχρονα κατόπι,
κι όλο η πηγάδα βάθαινε κι αψήλωνεν ο τοίχος,
παρηγοριά και μάθημα φτωχολαού δεμένου.
Και μιαν αυγή ανοιξιάτικην, που ανάκραζεν αγάπη,

τρυφερά σ’ αγκαλιάσανε οι αδερφομάχοι αγγέλοι
και σε φορτώσανε. Κανείς δεν άκουσε τα βόλια.
Και τώρα, μέσα στο σωρό τα κόκαλα, μην ψάχνεις
να ξεχωρίσεις τα δικά σου: είν’ όλα καθενού!

Όχι συμπόνια, κλάμα, οργή. Ντροπή σου, μάνα Ελλάδα!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

«Μακάρια πληγή» - Η νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Κακουλίδη

«Μακάρια πληγή» αλληλεγγύης

Σκέψεις, εικόνες, αισθήσεις, συναισθήματα, «γεννήματα» της ανάγκης του να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να τα πει με αλληγορική αποφθεγματικότητα και με ποιητικότητα, καθώς είναι φύση ποιητική. «Με το ισπανικό σπαθί μου τρομάζω το άστρο μου να πάψει να γυρνάει σαν πεινασμένο σκυλί να γίνει λυπημένος άντρας που φωνάζει: "Λάμψτε, αγάπες μου, λάμψτε, καείτε, αγάπες μου, καείτε κι αν κανείς δεν σας βλέπει εγώ ο κομήτης θα σας πάρω μαζί μου"».
Ο Γιώργος Κακουλίδης, στη «Μακάρια Πληγή» (εκδ. Γαβριηλίδης), τη νέα ποιητική συλλογή, με ευρηματικότητα δίνει ποιητική υπόσταση στις λέξεις που με τη σειρά τους σπαρταράνε, σφαδάζουν σημαίνοντας το νόημα: «Πούλησα αίμα / στην ακτή της παιδικής ηλικίας / όπου τα μάταια αιώνια κύματα / προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν./ Πούλησα αίμα / στα πουλιά / στις γυναίκες / στον προφήτη / Ζήτησα ακρόαση από το αηδόνι / το μόνο που γνωρίζει πως είμαι άνεμος».
Οι σκέψεις του, με οξεία κρίση και εξονυχιστική παρατηρητικότητα, χωρίς να αγκομαχούν σε δαιδαλώδεις αόριστες ποιητικές συλλήψεις, κερδίζουν χρόνο, κερδίζουν μάχες, κερδίζουν ζωή. «Ας είναι καλά η παραμυθιά / που με μεγάλωσε / ας είναι καλά τα χέρια που ανακατεύουν το γάλα και τα σπλάχνα». Αντιμετωπίζοντας τη φωτιά «καίγεται» πραγματοποιώντας με την ποίηση το ωραίο ταξίδι. Σαν πουθενά αλλού να μη βρίσκει πιο όμορφο λιμάνι παρά εκείνο των λέξεων. Χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν οχυρά που μέσα τους νιώθει ασφαλής: «Ετσι έφτασα στην έξοδο / εγώ ένας μαυριτανός / από τις ανατολικές συνοικίες / με τα λόγια μου να κατεβαίνουν από τους ψηλούς κέδρους / για να σας παρηγορήσουν».
Η ψυχή του παρακολουθεί στενά το κάθε θαύμα: «Αφήνουμε πίσω μας τ' άστρα / και τους πένθιμους γαλαξίες / για να λύσουμε εδώ / κάτι λεπτές διαφορές / που μας εμποδίζουν / να γίνουμε πεταλούδες». Ετσι που όλα τα ποιήματά του γίνονται σκαλοπάτια για μια σπουδαία ανάβαση: «Στον ουρανό», εκεί όπου μετακινούνται οι «στρατιές» των ονείρων για να ξεφύγουν από το σκοτάδι και τη λύπη. «Ολα πετάνε / μόνο εγώ κυνηγώ την ψυχή / και όχι τη μοίρα μου»...
Με τη «Μακάρια Πληγή» ο Γιώργος Κακουλίδης μοιάζει να εξωραΐζει τον φόβο... «Είμαι κοντά, περίμενε και μην παγώνεις / στο κάλεσμα της νύχτας μη σιμώνεις». Στο παιχνίδι αυτό με τις λέξεις αλληλεγγύης, επιστρέφει και αντιμετωπίζει το άχθος των καιρών: «Ηθελα να χαρίσω αίμα / σε λουλούδια που σπάνε μες στη γαλήνη / λουλούδια που τρέμουν μέσα σε δίνη / λουλούδια που δεν γνώρισαν χώμα / και στους εφτά ουρανούς πετάνε ακόμα / ανέμελα με ανοιχτά τα πέταλά τους...».

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Πεθαμένες καλησπέρες...


Με τραγούδια λυπημένα
ανταμώναμε τα βράδια
και με χάδια κουρασμένα
απ’ της μέρας τα σημάδια
Τα τσιγάρα μοιρασμένα
η κιθάρα δανεική
όνειρα μπογιατισμένα
σε μι’ ασπρόμαυρη ζωή
Τώρα πάψαν τα τραγούδια
ξέβαψαν τα χρώματα
δρόμοι και παλιές πλατείες
άλλαξαν ονόματα

Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει

Μού `χες πει πως όλα αλλάζουν,
τρομαγμένα και βουβά
κι ό,τι πιότερο αγαπάμε
μας πληγώνει πιο βαθιά
Μού `χες πει πως όλα αλλάζουν
φτάνει μόνο μια αφορμή
μα τα δυο σου μάτια μοιάζουν
φάροι σ’ άγονη γραμμή

Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει

Μίλτος Πασχαλίδης

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Τι νομίζεις ότι θα συμβεί αν δεν υπάρχουν ποιητές;

Ο ποιητής Παύλος Ρούφας
Μπορεί η ποίηση σε περιόδους βαθειάς καταχνιάς, απόγνωσης ,απόλυτης παράδοσης να ενσταλάξει την απαντοχή; Την ελπίδα;Τη δράση; Να ξανακουρδίσει το χαλασμένο ρολόι της ύπαρξης; Να ξαναμαζέψει τα ατάκτως ειρημένα και στη ματωμένη μνήμη, να ξαναχτίσει η εμπειρία μια «όρθια» ξανά παρουσία, μια ρωμαλέα κραυγή απόφασης, ένα ξέφωτο γαλήνης, μια φωλιά ;Μπορεί η ποίηση να «επανασυνθέσει» ,να «επανασυνδέσει», να «επιστρέψει» ό,τι έκλεψε χιονοστιβάδα στον κατήφορο της η ζωή ;
Μπορεί να ξαναγεμίσει το καρδάρι της υπομονής; Η παλάμη που άδειασε, η μνήμη που σκοντάφτει στη μυρωδιά «νεκροτομείου», στο μονότονο θόρυβο μιας φυλακής, στη παγωνιά ενός γκρεμίσματος, στην άβυσσο μιας εγνωσμένης ενοχής ;
Χαϊδεύει η ποίηση ή τιμωρεί; Κλέβει ή δωρίζει; Γλείφει πληγές ή μεγενθύνει, επιτρέπει το φως ή ελλοχεύει στις χαραμάδες κοροϊδεύοντας το σεργιάνι της χαράς;
Τι είναι η ποίηση ; Μια πείνα ή μια μπουκιά σε αδειανό στομάχι; Κι ο ποιητής;
Πληγιασμένος πεζοπόρος, τραυματισμένος πολεμιστής,λεηλατημένος εξόριστος …
Δυο μάτια γεμάτα φως, κρόταφοι – χάρτες αποτύπωσης της μνήμης των γεννητόρων, χέρια λεπτά, μακρυά, ζεστά με μικρές πληγούλες – φλούδες, που θυμίζουν τις μάχες, την τιμωρία ,την ταπείνωση, το έρεβος, τα χάδια σ’αγαπημένα σώματα, τα αγγίγματα των χειλιών της ευγνωμοσύνης, τα βότσαλα πριν τα πάρει η θάλασσα, το κοσκίνισμα της άμμου που μεταμορφώθηκε σε θέα…Έτσι γνώρισα τον ποιητή σε μια φωτιά, έτσι τον άκουσα σε μια ανάγκη, έτσι τον ένοιωσα σ ένα λυγμό, ετσι τον λάτρεψα σ’ένα σπαραγμό, έτσι τον κράτησα ένρινο γέλιο, λαρυγγική έκταση, χάδι ολόκληρο, μετουσίωση του πόνου σε μουρμουρητό κραυγής….
Είναι μεγάλος όπως οι ταπεινοί, ντροπαλός σαν σκόνη στον ήλιο, ευάλωτος σαν μυρμήγκι στο τοίχο λαμπερός σαν ξόδεμα άλικου αίματος, μια λέξη -«ξόδεμα», μια διακριτική παρουσία ζωης σε ερώτημα, μια τρυφερότητα σε διάρκεια, ένα άγγιγμα διαμαντένιο στ’αμπάρι της αναζήτησης, της απορίας, ένα δάκρυ και μια ζεστασιά αμνιακού υγρού, αυτό! Μια γυναικεία ζέστη κυοφορούσα κοιλιά, σε ανδρικό αγαπημένο σώμα!
Ένας ΜΗ παραδομένος, ένας μοναδικός φυγάς, ένας δραπέτης, ένας εξωγήινος θεός, ένας αγαπημένος χωμάτινος άνθρωπος, ένας ληστής της ζωής του, ένας φυλακισμένος που αγάπησε την φυλακή του έως θανάτου κι όμως κουρσάρος που χωρίς την άδεια του –εθισμένος στις ληστείες της σάρκας-αποφασίσαμε να απαγάγουμε και σιγά –σιγά μην μας τρομάξει, περικυκλωμένος απ την αγάπη μας ονειρευόμαστε μ’επιμονή να φέρουμε το φως μιας μικρής λάμψης… Να μας τον προσέχετε, αγγίξτε με προσοχή, αλλά νοιώστε τη κραυγή του με το βάθος μιας βουλιμίας…
10168989_10203449121610740_1615395964_n
1 . ΡΩΓΜΗ
Ήταν το απόβραδο
Κυριακή αγιασμένη μνήμη
Οσμή φιλιού

Πέφταν οι γαλαξίες στον ορίζοντα
Βροχή φανάρια
Και η σελήνη στοργική
μάννα στοργική
με την κυκλική της καλοσύνη

Κλείνω το παράθυρο
Ανάβω το φως
Κι όπως το σκοτάδι καταρρέει
νέες λέξεις –κάρβουνο
με τη μυρωδιά της πείνας
ορμητική διαδήλωση
σπάει το μπλόκο της γαλήνης

Στους γαλαξίες βάζω χιαστί
με κιμωλία βγαλμένη απ των παιδιών την ωχρότητα

Οσμή βενζίνης παντού
σκιά απειλής
λίγο να χαμηλώσει ο γαλαξίας θα βάλει φωτιά στη πόλη

Το πλήθος υποσιτισμένο υπακούει στο μαστίγιο της πείνας
σκίζει τον πνιγερό αέρα
τσαρλατάνοι και φαρμακοτρίφτες φωνάζουν
μαχαίρια ακονίζουν οι αληταράδες της μεταφυσικής

Ο κόσμος μαζεύεται στο πραιτόριο
κραυγάζει ωσαννά
δάφνες σείει για να περάσει ο Βαραββάς
με έλκη σύφιλης στο σώμα
μια αιματώματα
υποσχέσεις φέρνοντας
καθρεφτάκια και υποσχέσεις

Γύρω οι σταχτόχρωμοι με τη πληγή στο μπράτσο
Νύχτα από κάρβουνο και αίμα
από χρέη και συσσωρευμένα εμπορεύματα
χάος και αταξία
κηλίδες μαυροκόκκινο αίμα σε λευκό πουκάμισο
ώρα του σχοινιού και του μαστιγώματος
ώρα του θρήνου

Χρόνους πολλούς μέσα στην ολοστρόγγυλη ανωνυμία
άσπορες γέννες
χωρίς απαντήσεις ,χωρίς ερωτήσεις
μ’ένα φόβο αγνώριστο αόρατο

Χρόνους πολλούς στο κελί το χτισμένο στο κέντρο της ψυχής
ανώνυμοι κι αόρατοι
στο όργωμα αμείλικτων χρόνων
σπέρναμε ελπίδα θερίζαμε πέτρα
και περιμέναμε ήσυχα τον αφανισμό
μετρώντας τα έχειν μας για να πληρώσουμε με δάυτα στο θάνατο
τα λύτρα της ζωής
να διορθώσουμε τη στέγη, τη στέγη της ασφάλειας που κάθε νύχτα έσταζε
Το άπειρο σαν απειλή
όπως απ’τα ακροδάχτυλα στάζει το αίμα απ την πληγή στο μπράτσο

Είχαμε τους ιδιαίτερους ίσκιους μας
τους μυστικούς μας τρόμους

Κρατούσε η λύπη παράδοξα πολύ
που συνεχίζαμε ν’ακούμε τους τυφλούς να μας μιλούν για διέξοδο
και συνεχίζαμε να γυρνάμε τη πλάτη σ’εκείνους που όπως λέγαν οι παλιοί
θα καούν στο φως

Σκόρπιες ακούγαμε τις φωνές τους
Λέξεις παράξενες
Σχέσεις παράγωγης
Ιδιοποίηση
Υπερσυγκέντρωση
Πόλεμος
Και ήταν τα μάτια τους σιδερένια
σαν κλείστρα γεμάτα σφαίρες

Είχαν μάθει εδώ και χρόνια να είναι λίγοι
Είχαν μάθει πώς να εμφανίζονται ξαφνικά
Πώς να σφίγγουν μέσα τους τη νομοτέλεια
Τα χρόνια που στον θρόνο του βασίλευε το εφήμερο
και παιάνιζε ότι η γη θα σταματήσει
και των υδάτων η ροή
Ότι για χίλια χρόνια ήρθε
και ο φτωχός λαός εκράυγαζε στο αίθριο
«ζήτω» και πάλι «ζήτω»
κι ας μη μάθουμε ποτέ τις συνάφειες με τους ωκεανούς

Γιούχα και πάλι γιούχα
σ’αυτούς που μας ζητάνε των πραιτόρων τις πόρτες
και να βγάλουμε τη μοίρα μας στους δρόμους

Μα ήταν συνήθεια της σιωπής
καθώς πάνω μας έπεσε ένας μεγάλος φόβος
και ήμασταν κουρασμένοι με την δική μας ζωή
και με τη ζωή εκείνων που έφυγαν
και όλων αυτών που έρχονταν πίσω μας

Όμως να που τα πράγματα δυσκόλεψαν ραγδαία
Από παντού μουγκρίζουν μηχανές
λένε πως άνοιξαν οι χάρτες
πως μεταφέρουν κιόλας τα κανόνια

Λένε πάλι πως το λίκνο ταρακουνιέται
και δέκα μονόφθαλμοι προβολείς
με φθοριούχο φως λούζουν την κουρελαρία
που μοιάζει με λάσπη αιώνων να κύλησε στους δρόμους
και κοχλάζει αγωνιζόμενη συνείδηση να αποκτήσει για τον εαυτό της

Και τότε σάλπιγγες εφτά σαν από του σύμπαντος τα φυλλοκάρδια
σάλπισαν το τέλος κάθε βεβαιότητας
και κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει
και κανείς δεν ξέρει που η ζωή
και που ο θάνατος
μόνο η φωνή στο ραδιόφωνο που μαντάτα επαναλαμβάνει
«είναι όλοι τους για πεθαμό»

Ακόμα και ο Θεός μας ξέχασε μέσα στους βάλτους της οχιάς και της ομίχλης
Ολόγυρα φάσματα τρομερά τιτανικών οροσειρών
και μια βροχή σα πίσσα σκεπάζει τον τόπο
Αστραπές κατασπαράζουν την ατμόσφαιρα
φωτίζουν για μια στιγμή τα τρομαγμένα μάτια
και σκάνε υπόκωφες στα σπήλαια των καρδιών

Και λένε αυτοί που ξέρουν
πως του λίκνου οι μέρες μετρήθηκαν πια
πως η έσχατη αντίδραση είναι τα κανόνια
λίγο μετά τη ναζιστική οχλαγωγία σκυλιά που τρώγονται ουρλιάζοντας πάνω απ το πεταμένο κρέας
και βουτάει η φωνή αφρίζοντας
«είναι όλοι τους για πεθαμό»

Και ξαφνικά ξημέρωσε
Η κάτι άλλο συνέβη
Μα μοιαζει μια ριπή να χτύπησε στον κρόταφο το βράδυ
μια πύρινη σφραγίδα
Γιατί να ζήσουμε αφού πια δεν αγαπάμε τίποτα ;
Νομίζεις πως θα δικαιωθεί η σιωπή και η δειλία
Νομίζεις ότι και αύριο την ίδια ώρα θα βγεις από το σπίτι σου ;
Ότι τον ιδιο δρόμο θα κατηφορίσεις μες την ομίχλη και τα ξερά φύλλα
σε αβέβαια πραγματα ελπίζοντας
και πάντα πιστεύοντας ότι ο κόσμος ,είναι ο πολύπλοκος μηχανισμός
του οριστικά αιώνιου

10173427_10203449123970799_590571356_n
2. ΓΑΛΗΜΕΝΗ ΩΡΑ
Η ώρα ετούτη γαλανή
και σιωπηλή
σαν ένα κορίτσι που κοιμάται
και κρεμιούνται οι ανάσες του
κούνιες λουλουδιασμένες
στον κήπο που ησυχάζει
καθώς βαθαίνει το απόγευμα.
Τικ τακ, τικ τακ
οι δείχτες του ρολογιού
κινούνται κατά τη θάλασσα,
για να σημάνουν την όγδοη ώρα και το απόβραδο,
και να γλιστρήσει η σελήνη,
τ’ ακρόπρωρο των ουρανών,
μέσα από το θάμπος των νεφών
σαν φανός θυέλλης
σε γέρου χωρικού τα χωμάτινα χέρια
που σέρνει το βήμα του κατάκοπος
ανάμεσα σε φάσματα βουνών τρομερά
και ποταμούς σκοτεινούς και ταραγμένους
κρινολούλουδο θαμπερό
που σβήνει ολόγυρα διαγράφοντας κύκλους φωτός
που αφήνουν
μικρά ανθάκια στο υγρό χώμα.
είναι ετούτη η ώρα, γαλανή
που χαϊδεύει τις σκεπές
μάγμα μαβή των σύννεφων που ξεπροβάλλουν
σαν τ’ απογεύματος ανάσες τελευταίες
και των άστρων των παγωμένων τρεμούλιασμα
ματιού παιχνίδισμα μ’ ένα δάκρυ
που γεμίζει με θάλασσα ορμητική
όπως το πλοίο απ’ ένα ρήγμα στο πλευρό του
και μπατάρει στη ρέμβη του βυθού
κάτι στα βύθια τα άγρια πλανάται ορφανό
σαν κήτους φάσμα, απειλητικό
των κυμάτων ο ρόχθος
μακριά μακριά
σ’ ανείδωτη ακτή.
10255387_10203449131090977_762414652_n
3.
Τι κι αν φυτεύω τις λέξεις
κι αν τις κάνω φράουλες και κεράσια
που ροδοφαίνονται πάνω στα χείλη.
Που πνέω δειλινά
Τίποτα.
Από ένα τίποτα έστω και πορφυρό
μόνο τίποτα μπορείς να αποστάξεις
ή ένα ποίημα από το τίποτα
που μόλις τελειώσει,
ένα τίποτα θ’ αφήσει
μια αντήχηση
ένα κουδούνισμα χειμωνανθών
και μια μικρή αναστάτωση.
Και ύστερα πάλι το τίποτα
των αδιάφορων βλεμμάτων
των ψεύτικων συγκατανεύσεων
ένα θρυμματισμένο σε λάμψεις κενό
στη θέση της καρδιάς
που πήδησε μέσα από το σώμα
στο τίποτα να σκοτωθεί.
974601_10203449128050901_303830193_n
4. ΚΙ ΟΜΩΣ
Έχεις την ανταμοιβή
όσων προσπάθησαν

να μας πουν για τη θλίψη
αφήνοντας κόκκινα τριαντάφυλλα τα λόγια
ανάμεσα σ’ άδεια ποτήρια
και βλέμματα, κεντηματιές στους καπνούς των τσιγάρων.

Μας είπες για τους χαμένους θεούς
μας είπες ότι μας οδηγούν σε σφαγή
και ήθελες να μας δώσεις καινούργιες κατευθύνσεις
για να προσανατολιστούμε στο φως.

Εδώ που τα λέμε
από το να μιλάς για θάλασσες στους υποσιτισμένους
προτίμησες να καείς στην αιωνιότητα

Τις συνέπειες πληρώνω της ποιήσεως
Υφίσταμαι το ζόφο
αφού καταρτίζομαι με σάρκα
μαθαίνοντας μάλιστα και πώς να πεθαίνω.

1939498_10203463943981290_5409960835556308338_n
5.
Βλαστημώ τη μοίρα μου την αμετάτρεπτη
για τις θάλασσες που άφησα.

Οι μακρινοί μου οι ποιητές μου τάλεγαν
γέροντες σ’ ένα άστρο Φθινόπωρο.

Τι αναζητάς χωρίς ελπίδες αποδείξεων;
Πόσες αδικίες μπορεί να αποκαλύψει μια τεθλασμένη σεληνόφως;
Τι νομίζεις ότι θα συμβεί αν δεν υπάρχουν ποιητές;

1901143_10203463936661107_7610207628109837517_n
6.
Μου έλεγες ψιθυριστά….μη κάνεις ενέσεις
Τα καράβια σου θα μείνουν άδεια στο λιμάνι
Όλα τα Χριστούγεννα θα είναι θλιμμένα
Όλες οι Κυριακές παγωμένες στα πεζοδρόμια
Τη νύχτα δεν θα υπάρχει νερό
Ούτε τσιγάρο να καπνίσεις και να φωτίσεις μια μικρή περίμετρο ελπίδας
Το φεγγάρι θα σέρνεται πάνω σου όπως το πιάτο του κατάδικου στα κάγκελα του κελιού
Οσμή υγρού κτήνους και μαριχουάνας
Το κεφάλι περήφανο παλεύει να βγει από το νερό
Τα μάτια γεμάτα αγωνία
Μέσα σε λάμψεις λευκές και στατικούς συνεχόμενους ήχους θα παρασυρθείς
Θα είσαι ξένος πια μέσα στη βροχή παλιών σιδηροδρομικών σταθμών ακούγοντας την αντήχηση του κόσμου που απομακρύνεται συζητώντας τραβώντας την ανείπωτη σιωπή και το τέλος.

Redflecteur

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Βιβλίο: "Γιώργος Κοτζιούλας - ΠΙΚΡΗ ΖΩΗ και άλλα πεζογραφήματα"


Η λογοτεχνία έχει την ικανότητα να σε ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο.  Μέσα από τις σελίδες ενός καλού λογοτεχνικού βιβλίου μπορείς να «πατήσεις» σε μέρη που δεν είχες άλλον τρόπο να τα επισκεφτείς. Να ζήσεις σε εποχές μακρινές (ή όχι και τόσο μακρινές) να γνωρίσεις ανθρώπους και τις συνήθειές τους, να μάθεις για τα γεγονότα που επηρέασαν ή άλλαξαν τη ζωή τους, να ευχαριστηθείς, να συγκινηθείς, να προβληματιστείς, να σκεφτείς. Ο άνθρωπος που στη ζωή του διάβασε, ταξίδεψε. Και ακόμα και αν ο τελικός προορισμός τις περισσότερες φορές παραμένει απροσπέλαστος, το ταξίδι και το όνειρο είναι αυτά που τον κρατάνε ζωντανό. Τον άνθρωπο και τον προορισμό…

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Δύο ντοκιμαντέρ για τον Τάσο Λειβαδίτη


Ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά

Γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 - 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.

Στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος. Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988 μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».



Το 2ο επεισόδιο της σειράς «ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΟΙ» αποτελεί αφιέρωμα στον ποιητή ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ και το έργο του. Το ντοκιμαντέρ ερευνά τα στάδια της ποιητικής του παραγωγής με έμφαση στην έννοια της εντοπιότητας και την ποιητική βίωση του τόπου της Αθήνας. Ανιχνεύονται επίσης, τα συστατικά στοιχεία, οι ιδεολογικές τοποθετήσεις και οι υπαρξιακές αναζητήσεις στο ποιητικό του έργο, όπως η ανθρωπιά, η μοναξιά, η νοσταλγία και το αίσθημα της ματαίωσης.
Για τον ποιητή μιλούν η καθηγήτρια Πανεπιστημίου ΣΟΝΙΑ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ και οι ποιητές ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ και ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής διαβάζονται αποσπάσματα του έργου του και προβάλλονται πλάνα αρχείου όπου εμφανίζεται να απαγγέλλει ο ίδιος ο Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ.

Από το αρχείο της ΕΡΤ 


Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Θερμοπύλες


Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Απρίλη μου


Απρίλη μου, Απρίλη μου ξανθέ
και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πώς αντέ-
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές

Γιομίζ' η γειτονιά τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ, μα το 'χω μυστικό

Αστέρι μου, αστέρι μου χλωμό
του φεγγαριού αχτίδα στο γαϊτανόφρυδο
Στο γαϊτανο-, στο γαϊτανοφρυδό σου
κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξόβεργο

Γιομίζ' η γειτονιά...

Λουλούδι μου, λουλούδι μυριστό
και ρόδο μυρωδάτο, στη μάνα σου θα 'ρθω
στη μάνα σου, στη μάνα σου θα 'ρθω
να πάρω την ευχή της και το ταίρι που αγαπώ

Γιομίζ' η γειτονιά...

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ


(Εικόνα: πίνακας του Κλωντ Μονέ)

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Ασημάκης Πανσέληνος - ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΝ (Στον καιρό του... «Ιδιώνυμου»)


Ένα ποίημα του αείμνηστου λογοτέχνη και νομικού Ασημάκη Πανσέληνου, που το εμπνεύστηκε στους αγώνες του κατά του «Ιδιώνυμου», και έχει τον τίτλο «Τριμελές Πλημμελειοδικείον».

Ο Ασημάκης Πανσέληνος, ως δικηγόρος της Εργατικής Βοήθειας έτρεχε στη δεκαετία του '30 κάθε μέρα στα δικαστήρια για να υπερασπιστεί απεργούς εργάτες, που «τους πιάνανε κατοσταριές κατοσταριές», όπως έλεγε, και τους καθίζανε στο σκαμνί για παραβίαση του νόμου «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος…» (γνωστού ως «Ιδιώνυμο» που ψήφισε το 1929 η κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου), βάζοντάς τους συνήθως δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία. Μετά τη φυλακή, την εξορία εκτίανε στα ξερονήσια από τα οποία πολλοί δεν γυρίζανε...

(Το ποίημα έστειλε και δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη (7/3/1997) ο Βαγγέλης Σακκάτος και το αναδημοσιεύουμε με αφορμή τη σημερινή επέτειο για το «Ιδιώνυμο».)


ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΝ

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι ανθρωπάκοι
κι ο εισαγγελεύς, με Φαϊρμπανξ μουστάκι!
Ενας εργάτης κάθεται στο μπάγκο,
από ένα σπάγκο, κρέμεται ο Χριστός
κι απ' το Χριστό κρεμιέται, δίχως σπάγκο,
το Καθεστώς!
"Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία";
- "Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή".
"Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία";
- "Βοηθούν όσους μας κλέβουν το ψωμί"!
Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του
κι είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
κοιτάει το νόμο μέσα απ' τα γυαλιά του
και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.
"Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία"!
Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός,
κλαίει μια γριούλα με ήρεμη πικρία,
μειδιά κάτου απ' τη σκόνη του ο Χριστός.
Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.
Τρων και μιλάν για το Αδικο με πάθος,
διδάσκουν τα παιδιά τους ηθική,
βέβαιοι αυτοί πως είναι κατά βάθος
πιο τίμιοι απ' όσους κλειούν στη φυλακή.

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΛΟΣ

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

"Μην καρτεράτε να λυγίσουμε..." - 50 χρόνια από τον θάνατο του κομμουνιστή ποιητή Φώτη Αγγουλέ


Σαν σήμερα, στις 28 Μάρτη του 1964, έφυγε από τη ζωή ο κομμουνιστής ποιητής Φώτης Αγγουλές.
Γεννημένος στη Χίο ο Φ. Αγγουλές έρχεται σε επαφή με το κομμουνιστικό κίνημα από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Με την Κατοχή καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου τον Απρίλη του 1944 συλλαμβάνεται για την ΕΑΜική του δράση από τους Άγγλους και μαζί με άλλους κομμουνιστές κλείνεται σε φυλακή της Παλαιστίνης. Από κει σε διάφορα στρατόπεδα και τέλος στο κολαστήριο του Ντεκαμερέ. Τέλη Νοέμβρη του 1945 απελευθερώνεται και επιστρέφει στη Χίο (χωρίς τη γυναίκα του - δεν το επέτρεψαν οι Άγγλοι), όπου συνεχίζει να αγωνίζεται και να διώκεται.

Στις 10 Γενάρη 1946 ο ταγματάρχης - διοικητής της Χωροφυλακής Χίου, Ντουβλάς Ελευθέριος, ενημερώνει εγγράφως το Γραφείο ΧΙ/Γ του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ότι «ο Φώτης Αγγουλές (...) εδηλητηριάσθη ψυχικώς, διεστράφη πνευματικώς και επίστεψε εις τας ιδέας του κομμουνισμού. Κλεισθείς δε υπό των Συμμαχικών Δυνάμεων εις Ντεκαμερέ, ετελειοποίησε τας αντεθνικάς ιδέας του». Παρακάτω ο διοικητής ενημερώνει το ΓΕΣ ότι «εις τον εν λόγω ασπασθέντα τας κομμουνιστικάς ιδέας, επεδείχθη η συνήθης δήλωσις, συνταχθείσα συμφώνως προς τας σχετικάς διαταγάς». Και το έγγραφο καταλήγει: «Την υπογραφήν της δηλώσεως ηρνήθη επιμόνως. Έκτοτε παρακολουθείται η δράσις του».

Με την ανάπτυξη της πάλης του Δημοκρατικού Στρατού, ο Αγγουλές τυπώνει έντυπα του ΔΣΕ κρυμμένος σε μια στέρνα στο Βατάδο. Εκεί μια μέρα του Μάρτη του 1948 συλλαμβάνεται, δικάζεται από στρατοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο Αγγουλές γλίτωσε την εκτέλεση χάρη στον ξεσηκωμό όλου του νησιού και διεθνείς διαμαρτυρίες. Δεσμώτης επί οκτώ χρόνια στα κολαστήρια Βούρλων, Μακρονήσου, Κεφαλονιάς, Αλικαρνασσού, Ιτζεδίν, του νοσοκομείου «Άγιος Παύλος» και Κέρκυρας, αποφυλακίστηκε βαριά άρρωστος το 1956. Επιστρέφει στη Χίο και «ζει» παρακολουθούμενος...

Συνέρχεται λίγο και γίνεται - επιτέλους - μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κανείς δεν επιτρέπεται να του δώσει δουλειά. Ανέχεια και μοναξιά τον βασανίζουν. Το 1963 καταρρέει - σωματικά και ψυχολογικά - από μολυβδίαση. Δεν τρώει, δεν πίνει, δεν μιλά. Αρχές του 1964, με παρέμβαση του Σωματείου Τυπογράφων, του δίνεται μια ψωροσύνταξη. Στις 27 Μάρτη παίρνει το καράβι «Κολοκοτρώνης», για Πειραιά. Ταξιδεύοντας στην τρίτη θέση ξεψυχά από πνευμονικό οίδημα. Στην τσέπη του βρέθηκαν μόνο 20 δραχμές. Αμέσως μετά το θάνατό του, ο Γιάννης Ρίτσος τον τιμά με ένα ποίημά του και ο Ανδρέας Καραντώνης ραδιοφωνικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Σοβιετική Ένωση, Βουλγαρία, κ.α. (902.gr)


Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

"Καραϊσκάκη μ᾿ ἀρχηγὲ καὶ πρῶτε καπετάνιε ἔβγα στὸ κεφαλάρι μας νὰ μᾶς ἐλευτερώσεις..."


Ἡ Μάχη τῆς Ἀράχωβας


«Ἀπάνω στὴν Ἀράχωβα, ψηλὰ στὸν Ἅη Γιώργη
πολλὰ ντουφέκια πέφτουνε καὶ σαματᾶς μεγάλος.
Μήνε σὲ γάμους πέφτουνε, μήνε σὲ πανηγύρι,
πόλεμος γίνεται ἐκεῖ καὶ σκοτωμὸς μεγάλος.

Ἕλληνες εἶν᾿ ποὺ πολεμᾶν μὲ τὸν Καραϊσκάκη
μὲ Τούρκους πὤχουν ἀρχηγὸ αὐτόνε τὸ Μουστάμπεϊ
πὄχ᾿ Ἀρβανίτες διαλεχτούς, τὸ ὅλο τρεῖς χιλιάδες.

-Ἀφέντη Ἅη Γιώργη πολεμιστὴ καὶ γριβοκαβαλλάρη
ἀρματωμένε μὲ σπαθὶ καὶ μὲ χρυσὸ κοντάρι,
μᾶς ᾖρθε ὁ Μουστάμπεης, ψηλὰ στὸ καφαλάρι.
-Ἔβγα νὰ πολεμήσετε γιὰ νὰ μὴ μείνει ποδάρι.

-Ἔχει πασάδες μπόλικους, ἀσκέρι τρεῖς χιλιάδες.
-Βγᾶτε νὰ τοὺς μποδίσετε γιὰ νὰ μὴν μποῦν στὴν πόλη
ἴσως καὶ αὔριο ταχύ, νὰ πέσει καὶ τὸ χιόνι
καὶ τότε θὰ παγώσουνε, θὰ ξεραθοῦνε ὅλοι.

Καραϊσκάκη μ᾿ ἀρχηγὲ καὶ πρῶτε καπετάνιε
ἔβγα στὸ κεφαλάρι μας νὰ μᾶς ἐλευτερώσεις.

...
-Πάψε Γιῶργο μ᾿ τὸν πόλεμο, μάσε τὰ γιαταγάνια
καὶ μέτρα τοὺς Ἀγαρηνούς, μέτρα τοὺς σκοτωμένους
κι᾿ οἱ ράχες ἐγεμίσανε ῾πὸ Τούρκικα κουφάρια.
Τὸν πάγο ἔχουν σάβανο, τὸ χιόνι μαξιλάρι.
Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς ὁ καπετὰν Μουστάμπεης
σφαγμένος εἶν᾿ κι αὐτός, τοῦ λείπει τὸ κεφάλι.
Μὰ τὰ κουφάρια εἶν᾿ πολλὰ καὶ μετρημὸ δὲν ἔχουν
μαζεύουν ποὔταν εὔκολο ἀράδα τὰ κεφάλια
Καὶ πύργο τότε στήσανε, πέρα εἰς τὰ Πλατάνια
κι᾿ ὁ πύργος ἤτανε τρανός, τρανὸς σὰν κυπαρίσι
καὶ γύρω του χορεύανε ὅλα τὰ παλληκάρια».


uoa.gr

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Ά ρε Σύντροφε

Ά ρε Σύντροφε πόσο μας λείπεις...

Ο καιρός σκουλήκιασε
πυρηνικές δοκιμές, λαϊκά μέτωπα,
μπορντέλα και πολυεθνικές,
δεν μας αφήνουνε ν' αγαπήσουμε.

Ά ρε Σύντροφε πόσο μας λείπεις...

Τα ξέρεις, τι να σου πω.
Και μετά συνεργαστήκανε.
Στην Κίνα, Γενάρης του '77, σφάζουν εργάτες

Ά ρε Σύντροφε γιατί δεν πρόσεχες
γιατί δεν πρόσεχες πιο πολύ;

Εδώ, τα ίδια. Κρύβονται στο καβούκι τους οι άνθρωποι.

Αχ και να 'ξερες ρε Σύντροφε τι βαρύ φορτίο κουβαλάμε...
Έτσι καί λίγο φανείς μπόσικος πέρασες απέναντι.

Ά ρε Σύντροφε γιατί δεν πρόσεχες
γιατί δεν πρόσεχες πιο πολύ;

Ά ρε Σύντροφε που δεν πρόδωσες
ζούμε την βαρβαρότητα.


Στίχοι: Γώγου Κατερίνα
Μουσική: Καλλίτσης Νίκος




Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Χαροκόπου 1942-1953


Ο Άκης Πάνου είναι ένας από τους πιο σπουδαίους τραγουδοποιούς του λαϊκού τραγουδιού. Εκτός από τη μουσική συνήθιζε να γράφει και τους στίχους των τραγουδιών του. «Έφτιαξε» σχετικά λίγα τραγούδια  που όμως αγαπήθηκαν πολύ και θα τραγουδιούνται και στο μέλλον. Το «Χαροκόπου 1942-1953» ή, όπως είναι πιο γνωστό, «Εφτά νομά» πρωτοτραγουδήθηκε το 1982 από τον Γ. Νταλάρα στον δίσκο «Θέλω να τα πω».

Εδώ το ακούμε από τον Λεωνίδα Βελή, έναν σημαντικό τραγουδιστή  με  ξεχωριστή και αξιοπρεπή παρουσία,  που πορεύεται μέχρι σήμερα με σεμνότητα στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Από τον δίσκο «Άκη Πάνου: πρώτη γνωριμία με τον Λεωνίδα Βελή» (1984).


Εφτά νομά σ’ ένα δωμά
πού να ξαπλώ να κλείσεις μα;
Ο ένας πάει σινεμά
ο άλλος πέφτει και κοιμά
ύπνος με βάρδια δηλαδή
στην πόρτα σύρμα για κλειδί.

Εφτά νομά δυστυχισμέ
σ’ ένα δωμά φυλακισμέ
δικαίως αγανακτισμέ
και με τα πάντα αηδιασμέ
πώς τα ’χεις έτσι μοιρασμέ
ντουνιά ψευτοπολιτισμέ;

Οι δυο δουλέ απ’ τους εφτά
από τα χρέ τι να προφτά;
Σαν τα τσουβά , σαν τα σκουπί
εφτά νομά χωρίς ελπί
σ’ ένα δωμά μισογιαπί
ποιος να φωνά και τι να πει;

ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ