Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Pablo Neruda - ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΕΣ



Pablo Neruda



IV

LOS LIBERTADORES


AQUÍ viene el árbol, el árbol
de la tormenta, el árbol del pueblo.
De la tierra suben sus héroes
como las hojas por la savia,
y el viento estrella los follajes
de muchedumbre rumorosa,
hasta que cae la semilla
del pan otra vez a la tierra.

Aquí viene el árbol, el árbol
nutrido por muertos desnudos,
muertos azotados y heridos,
muertos de rostros imposibles,
empalados sobre una lanza,
desmenuzados en la hoguera,
decapitados por el hacha,
descuartizados a caballo,
crucificados en la iglesia.

Aquí viene el árbol, el árbol
cuyas raíces están vivas,
sacó salitre del martirio,
sus raíces comieron sangre
y extrajo lágrimas del suelo:
las elevó por sus ramajes,
las repartió en su arquitectura.
Fueron flores invisibles,
a veces, flores enterradas,
otras veces iluminaron
sus pétalos, como planetas.

Y el hombre recogió en las ramas
las caracolas endurecidas,
las entregó de mano en mano
como magnolias o granadas
y de pronto, abrieron la tierra,
crecieron hasta las estrellas.

Éste es el árbol de los libres.
El árbol tierra, el árbol nube,
el árbol pan, el árbol flecha,
el árbol puño, el árbol fuego.
Lo ahoga el agua tormentosa
de nuestra época nocturna,
pero su mástil balancea
el ruedo de su poderío.

Otras veces, de nuevo caen
las ramas rotas por la cólera
y una ceniza amenazante
cubre su antigua majestad:
así pasó desde otros tiempos,
así salió de la agonía
hasta que una mano secreta,
unos brazos innumerables,
el pueblo, guardó los fragmentos,
escondió troncos invariables,
y sus labios eran las hojas
del inmenso árbol repartido,
diseminado en todas partes,
caminando con sus raíces.
Éste es el árbol, el árbol
del pueblo, de todos los pueblos
de la libertad, de la lucha.

Asómate a su cabellera:
toca sus rayos renovados:
hunde la mano en las usinas
donde su fruto palpitante
propaga su luz cada día.
Levanta esta tierra en tus manos,
participa de este esplendor,
toma tu pan y tu manzana,
tu corazón y tu caballo
y monta guardia en la frontera,
en el límite de sus hojas.

Defiende el fin de sus corolas,
comparte las noches hostiles,
vigila el ciclo de la aurora,
respira la altura estrellada,
sosteniendo el árbol, el árbol
que crece en medio de la tierra.



IV


ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΕΣ





Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο

της καταιγίδας, το δέντρο του λαού.

Απ' τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του
όπως τα φύλλα απ΄ το χυμό,
κι ο άνεμος θρίβει τα φυλλώματα
της βουερής ανρωποθάλασσας
ώσπου πέφτει στη γη ξανά.


Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
που τράφηκε με γυμνούς νεκρούς,
νεκρούς μαστιγωμένους και πληγωμένους,
νεκρούς με απίθανη όψη,
παλουκωμένους σε κοντάρια,
κομματιασμένους στην πυρά,
αποκεφαλισμένους με τσεκούρια,
πετσοκομμένους απ΄ τα τέσσερα άλογα,
σταυρωμένους μες στην εκκλησιά.

Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
που ΄ναι οι ρίζες του ζωντανές,
πήρε μαρτυρικό νίτρο,
φύγαν οι ρίζες του αίμα,
ρούφηξε δάκρυα απ΄ το χώμα:
τ΄ ανέβασε με τα κλαδιά του,
τα μοίρασε μες στην αρχιτεκτονική του.
Γίναν αόρατα λουλούδια, άλλοτε λουλούδια θαμμένα
κι άλλοτε τα πέταλά τους
φώτισαν σαν πλανήτες.

Κι ο άνθρωπος μάζεψε απ΄ τους κλώνους
τα δεμένα μπουμπουκάκια,
χέρι χέρι τα παρέδωσε,
σα ρόδια ή μαγνόλιες,
κι εκείνα ευθύς τη γη ανοίξαν,
κι έφτασαν ψηλά ως τα αστέρια.

Αυτό είναι το δέντρο των ελεύτερων.
Το δέντρο γη, το δέντρο σύννεφο,
το δέντρο ψωμί, το δέντρο ακόντιο,
το δέντρο γροθιά, το δέντρο φωτιά.
Το πνίγουν τα φουρτουνιασμένα νερά
του νύχτιου καιρού μας,
μα στο κατάρτι ζυγίζεται
της εξουσίας ο τροχός.

Άλλοτε και πάλι ξαναπέφτουν
τα κλαδιά σπασμένα απ΄ την οργή
και μια στάχτη απειλητική
σκεπάζει το αρχαίο μεγαλείο του:
έτσι πέρασε μες από άλλους καιρούς,
έτσι ξέφυγε το άγχος το θανατερό,
ώσπου ένα χέρι μυστικό,
κάποια μπράτσα αναρίθμητα,
ο λαός, φύλαξε τα κομμάτια,
έκρυψε αναλλοίωτους κορμούς,
και τα χείλη τους ήταν τα φύλλα
του πελώριου μοιρασμένου δέντρου
που διασπάρθηκε σ΄ όλες τις μεριές,
που ταξίδεψε μ΄ όλες του τις ρίζες.
Αυτό είναι το δέντρο, το δέντρο
του λαού, όλων των λαών
της λευτεριάς του αγώνα.

'Ελα ως τη χαίτη του,
άγγιξε τις ξανανιωμένες αχτίδες,
βύθισε το χέρι στα εργαστήρια
όπου ο παλλόμενος καρπός του
το φως του διαδίδει καθημερινά.
Σήκωσε τη γη τούτη στα χέρια σου,
μέθεξε σε τούτη τη λαμπρότητα,
πάρε το ψωμί σου και το μήλο σου,
την καρδιά σου και το άτι σου,
και στήσε φρούριο στο σύνορο,
στη μεθόριο της φυλλωσιάς του.

Υπερασπίσου τα χείλη κάθε στεφανής του,
μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες,
αγρύπνα για το τόξο της αυγής,
ανάσανε τ΄ αστερωμένα ύψη
στηρίζοντας το δέντρο, το δέντρο
που μεστώνει καταμεσίς στη γη.



Το CantoGeneral, (Γενικό Τραγούδι) μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1972 στο Παρίσι. Ο Πάμπλο Νερούδα, που ήταν την εποχή εκείνη Πρέσβης της Χιλής στη Γαλλία, ήταν παρών στις πρώτες πρόβες του έργου που έγιναν σε παρισινό στούντιο. Ένα χρόνο αργότερα, το 1973 το έργο προγραμματίστηκε να παρουσιαστεί στη Χιλή σε μια συναυλία αφιερωμένη στον αγώνα του ελληνικού λαού κατά της Δικτατορίας στην Ελλάδα, παρουσία του Σαλβαδόρ Αλλιέντε και του Πάμπλο Νερούδα. Η συναυλία αυτή δεν έγινε ποτέ, το πραξικόπημα του Πινοσέτ αιματοκύλησε τη Χιλή, ο Νερούδα ‘έφυγε’ και το έργο παρουσιάστηκε με τεράστια επιτυχία σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο, και στην ελεύθερη Ελλάδα το 1975, σε συναυλίες αφιερωμένες στη μνήμη του Αλλιέντε, του Νερούδα και στον αγωνιζόμενο λαό της Χιλής, που πέρασαν στην ιστορία.

  Ακρογωνιαίος λίθος του συνθετικού έργου του Μίκη Θεοδωράκη, το Κάντο Χενεράλ, ορατόριο σε 13 μέρη, γραμμένο για δύο σολίστ τραγουδιστές, μεικτή χορωδία και δεκαπενταμελή ορχήστρα (2 πιάνα, 3 φλάουτα, 3 κιθάρες, ένα κοντραμπάσο και έξι κρουστά), συγχωνεύει με τον πιο δημιουργικό τρόπο στοιχεία της λατινοαμερικάνικης και ισπανικής μουσικής με την ελληνική μουσική παράδοση.















Πάμπλο  Νερούδα.
 Ο ποιητής, διπλωμάτης, κομουνιστής, κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας και αιώνια ερωτευμένος Πάμπλο Νερούδακηδεύτηκε με συνοδεία χιλιάδων πολιτών, που αγνόησαν την απαγόρευση του καθεστώτος Πινοσέτ. Ο Πάμπλο Νερούδα, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ρικάρντο Νεφταλί Ελιέθερ Ρέγιες Μποσοάλτο, γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής. Λίγο μετά τη γέννησή του, πεθαίνει η μητέρα του Ρόσα και ο πατέρας του Χοσέ, εργάτης των σιδηροδρόμων, μετακομίζει στην πόλη Τεμούκο όπου ξαναπαντρεύεται. Το όνομα «Πάμπλο Νερούδα», προς τιμήν του Τσέχου ποιητή Γιαν Νερούντα, αποτελεί το φιλολογικό ψευδώνυμο του από την ηλικία των 20, όνομα το οποίο αργότερα νομιμοποιεί.
  Από τα δέκα του γράφει ποιήματα και στα δεκαπέντε δημοσιεύει μάλιστα στίχους στο τοπικό περιοδικό «La Mañana». Το 1919 αποσπά το τρίτο βραβείο για το ποίημά του «Nocturno ideal». Το 1921 ξεκινάει σπουδές παιδαγωγικής και γαλλικών στο Πανεπιστήμιο της Χιλής, στην πρωτεύουσα Σαντιάγο. Κερδίζει το πρώτο βραβείο για το ποίημά του «La canción de fiesta» που αργότερα δημοσιεύεται. Το 1923 δημοσιεύει το «Crepusculario», έργο που αναγνωρίζεται από λογοτέχνες όπως τον Αλόνε, τον Ραούλ Σίλβα Κάστρο και Πέδρο Πράδο. Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύεται το έργο του «Veinte poemas de amor y una canción desesperada», έργο που χαρακτηρίζεται από τα καλύτερά του. Το νέο φαινόμενο της λατινοαμερικανικής ποίησης γίνεται αμέσως εμφανές στους λογοτεχνικούς κύκλους.
 Μεταξύ 20 και 25 ετών, ο ποιητής ολοκληρώνει έξι ακόμα έργα που αποκαλύπτουν τις υπαρξιακές του ανησυχίες αλλά και την ιδιαίτερη παραγωγικότητά του. Το 1927, σε ηλικία 23 ετών ξεκινάει η διπλωματική του καριέρα. Ως διπλωματικός σύμβουλος ταξιδεύει στη Βιρμανία, το Μπουένος Άιρες, τη Βαρκελώνη, την Κευλάνη, τη Μαδρίτη, την Ιάβα. Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, γνωρίζει την μετέπειτα σύζυγό του Αργεντίνα, Ντέλια ντελ Καρρίλ.
 Οι εμπειρίες του από τα ταξίδια του, τα απολυταρχικά καθεστώτα τα οποία βλέπει και τα μαρτύρια του λαού που στενάζει σε ολόκληρο τον κόσμο, σε συνδυασμό με την δολοφονία του φίλου του και επίσης ποιητή, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  του προκαλούν βαθιά αγανάκτηση και στις αρχές της δεκαετίας του 1940 μπαίνει στο κομουνιστικό κόμμα. Το 1945, ο Πάμπλο Νερούδα λαμβάνει το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Τα έργα του γίνονται ολοένα και πιο πολιτικά, με αποκορύφωμα το «Canto General». Με την απαγόρευση του κομουνισμού στη Χιλή, ο Νερούντα πλέον καταζητείται. Για μήνες κρύβεται στην ίδια του τη χώρα, ώσπου καταφέρνει να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952. Στην εξορία γνώρισε την Ματίλντε Ουρούτιε, τη Χιλιανή τραγουδίστρια που θα αποτελέσει τη «μούσα» του έως το τέλος της ζωής του.
 To 1953 ο Νερούντα παραλαμβάνει το βραβείο Στάλιν. Είναι ακόμα πιστός στο κόμμα, αλλά σύντομα, μετά τις αποκαλύψεις για τα εγκλήματα του καθεστώτος του Στάλιν από τον Χρούστσεφ, η πίστη του δέχεται ισχυρό πλήγμα που αποτυπώνεται στη συλλογή του «Εxtravagario» του 1958. Εγκαθίσταται μόνιμα στην Isla Negra αλλά συνεχίζει τα ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Με την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε ως πρόεδρο της Χιλής, ο Νερούδα διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι (1970-1972). Το 1971, ένα χρόνο μετά την τιμητική διάκριση του Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη , η Σουηδική Ακαδημία απονέμει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Χιλιανό Πάμπλο Νερούντα, που ήδη πάσχει από καρκίνο. Τάσσεται υπέρ του Αλιέντε και στηρίζει την προεκλογική του εκστρατεία.
 Ωστόσο, στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε και των συνεργατών του, ο Νερούδα ξεψυχά στο νοσοκομείο. Το καθεστώς του Αγκούστο Πινοσέτ απαγορεύει να γίνει η κηδεία του ποιητή δημόσιο γεγονός. Ωστόσο, δεκάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στην πρωτεύουσα της χώρας για να συνοδεύσουν τον αγαπημένο ποιητή στην τελευταία του κατοικία και, αναπόφευκτα, η κηδεία του Νερούδα γίνεται η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Τα έργα του παρέμειναν απαγορευμένα στη Χιλή μέχρι και το 1990.
  Ο ίδιος είπε για το έργο του και την ποίηση: «Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».
          

πηγές:Νερούδα, Γενικό Άσμα, μεταφ. Δανάη Στρατηγοπούλου, Αθήνα 2004, Τυπωθήτω
tvxs.gr 
http://camerastyloonline.wordpress.com

1 σχόλιο:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
που ΄ναι οι ρίζες του ζωντανές...


'Αμποτε...