Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Πάβλο Νερούδα: "Ο ΛΑΟΣ" ― Και ένα κείμενο της Δανάης Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη για τον ποιητή



Ο ΛΑΟΣ

Πάβλο Νερούδα

Μεταγλώττιση: Δανάης Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη

Τον θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο, κι ας μην πέρασαν
 παρά μόνο δυο αιώνες που τον είδα.
Δεν πήγαινε με άλογο ούτε με αμάξι:
με τα πόδια
κατάπινε
τις αποστάσεις
και δεν είχε σπαθί ούτε πανοπλία
αλλά δίχτυα στον ώμο,
τσεκούρι, σφυρί ή φτυάρι.
Ποτέ δε χτύπησε όμοιό του:
ο αγώνας του ήταν ενάντια στο νερό και στη γη,
για να 'χει στάρι για ψωμί,
ενάντια στο πελώριο δέντρο για να 'χει ξύλα,
στους τοίχους για ν' ανοίγει πόρτες,
στην άμμο για να χτίσει τοίχους
και στη θάλασσα για να την κάνει να ξεγεννάει.
Τον γνώρισα κι ακόμα δε μου σβήνεται απ' το νου.

*

Οι χρυσές άμαξες γίναν κομμάτια...
ο πόλεμος γκρέμισε πόρτες και τοίχους,
η πολιτεία γίνηκε μια χούφτα στάχτη,
γίνανε σκόνη τα ρούχα,
κι αυτός για μένα υπάρχει ακόμα,
επιβίωσε στην άμμο,
όταν όλα φαίνονταν ακατάλυτα,
εκτός από κείνον.

*

Στο πήγαιν' έλα κάθε φαμελιάς
ήταν άλλοτε πατέρας μου, ή συγγενής μου,
ή μονάχα μπορεί και να 'ταν...
ή και να μην ήταν
αυτός που δε γύρισε στο σπίτι
γιατί τον κατάπιε η γη ή το νερό,
ή γιατί τον σκότωσε μια μηχανή ή ένα δέντρο
ή και να 'ταν εκείνος ο πένθιμος μαραγκός
που πήγαινε πίσω από το φέρετρο, δίχως δάκρυα,
τέλος κάποιος που δεν είχε όνομα,
που τον έλεγαν μέταλλο ή ξύλο
και που όλοι τον έβλεπαν από ψηλά
χωρίς να βλέπουν το μερμήγκι
αλλά τη μερμηγκιά,
που - όταν τα πόδια δε σαλεύουν πια
γιατί ο ταλαίπωρος είχε πεθάνει –
δεν είδαν ποτέ πως δεν τον έβλεπαν:
υπήρχαν κιόλας άλλα πόδια εκεί που πριν
ήταν αυτός.

*

Τα άλλα πόδια ήταν αυτός ο ίδιος,
και τα άλλα χέρια.
Ο άνθρωπος συνεχίζονταν:
όταν φαινόταν φευγάτος, ξεπερασμένος,
βρισκόταν ο ίδιος ξανά, ήταν εκεί
για να σκάβει τη γη,
να κόβει το πανί, εκείνος όμως
δίχως πουκάμισο,
ήταν και δεν ήταν εκεί, όπως και τότε,
είχε φύγει και βρισκόταν ξανά,
κι όπως ποτέ του δεν είχε κοιμητήρι,
ούτε τάφο, κι ούτε τ' όνομά του χαράχτηκε
στην πέτρα που εκείνος ίδρωσε για να τη σπάσει,
ποτέ κανένας δε μάθαινε πως ξαναρχόταν,
ποτέ κανείς δεν έμαθε πότε πέθανε
κι έτσι μόνο όταν ο δύστυχος το μπόρεσε,
αναστήθηκε ξανά απαρατήρητος.

*

Ηταν ο άνθρωπος χωρίς αμφιβολία, χωρίς κληρονομιά
χωρίς αγελάδα, χωρίς σημαία,
και δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους,
τους άλλους που ήσαν αυτός,
από ψηλά ήταν σταχτής σαν γη,
ήτανε φαιός σαν το πετσί,
ήτανε κίτρινος θερίζοντας στάχυα,
ήτανε μαύρος κάτω στα ορυχεία,
ήτανε χρώμα πέτρας στο κάστρο,
στην τράτα είχε χρώμα παλαμίδας
και χρώμα αλογίσιο στο λιβάδι:
και δεν μπορούσε κανείς να τον ξεδιακρίνει,
αφού ήταν αδιαχώριστος, ήταν το στοιχείο,
γη, κάρβουνο ή θάλασσα ντυμένη άνθρωπος.

*

Οπου έζησε,
αβγάταινε ό,τι άγγιζε αυτός:
το εχθρικό λιθάρι,
σπασμένο
από τα χέρια του,
μεταβαλλόταν σε τάξη,
και ένα - ένα σχημάτισαν
την κατακόρυφη λάμψη του κτιρίου
έφτιασε το ψωμί με τα χέρια του,
κίνησε τους σιδηρόδρομους
γεμίσαν οικισμούς οι αποστάσεις,
άλλοι άνθρωποι γεννήθηκαν,
ήρθαν οι μέλισσες,
και επειδή ο άνθρωπος δημιουργεί και
πολλαπλασιάζει
η άνοιξη περπάτησε ως την αγορά
ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

*

Ο πατέρας των άρτων λησμονήθηκε,
αυτός που έκοψε, που πεζοπόρησε, τσακίζοντας
κι ανοίγοντας χαντάκια, κουβαλώντας άμμο,
κι όταν όλα υπήρξαν, αυτός πια δεν υπήρχε,
αυτός έδινε την ύπαρξή του, αυτό ήταν όλο.
Βρήκε αλλού να δουλέψει, κι ύστερα
πήγε να πεθάνει κυλώντας σαν βότσαλο του ποταμού:
τον πήρε σβάρνα ο θάνατος.

*

Εγώ, που τον γνώρισα, τον είδα να σβήνεται
ώσπου να απομείνει μόνο αυτό που άφηνε:
δρόμοι που μόλις και μπόρεσε να γνωρίσει,
σπίτια που ποτέ, ποτέ δε θα κατοικούσε.

*

Και γυρνάω ξανά για να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

*

Τον βλέπω στη νεκρόκασά του και αναστημένο.
Τον διακρίνω ανάμεσα σ' όλους
που είναι οι όμοιοί του
και μου φαίνεται πως δε γίνεται,

*

πως έτσι δε βγαίνουμε πουθενά,
πως γίνοντας έτσι δεν αξίζει τον κόπο.

*

Εγώ πιστεύω ότι στο θρόνο πρέπει να βρίσκεται
αυτός ο άνθρωπος, με καλά παπούτσια και
στέμμα.

*

Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα
πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα.
Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε.

*

Και πρέπει να 'χουν φως εκείνοι του ορυχείου!

*

Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι.
Τέρμα οι χλωμοί εξαφανισθέντες!
Ούτε ένας άνθρωπος που να μη βασιλεύει.

*

Ούτε μια γυναίκα χωρίς την κορόνα της.

*

Για όλα τα χέρια γάντια χρυσά.

*

Οι καρποί του ήλιου για όλους τους σκούρους!

*

Εγώ τον γνώρισα εκείνον τον άνθρωπο κι όταν μπόρεσα,
όταν πια είχα μάτια στο πρόσωπό μου,
όταν πια είχα φωνή στο στόμα μου,
τον αναζήτησα ανάμεσα στους τάφους και του 'πα
σφίγγοντάς του το μπράτσο που δεν ήταν ακόμα:
"Ολοι θα φύγουν, εσύ θα μείνεις ζωντανός.

*

Εσύ έφτιασες αυτό που είναι δικό σου".

*

Γι' αυτό κανείς ας μην ανησυχεί όταν
φαίνεται να 'μαι μόνος μα που δεν είμαι μόνος:
δεν είμαι με κανέναν και μιλάω για όλους.

*

Κάποιος μ' ακούει και δεν το ξέρουν,
όμως εκείνοι, που γι' αυτούς τραγουδάω και που
το ξέρουν
συνεχίζουν να γεννιούνται και να γεμίζουν τον κόσμο.


Η Χιλή και ο μέγας Ποιητής της
Ο Πάμπλο Νερούδα με τον Σαλβαδόρ Αλιέντε
Με αφορμή τα 27 χρόνια από το θάνατο του κορυφαίου ποιητή της Χιλής και όλης της Λ. Αμερικής Πάμπλο Νερούδα (23/9/1973), δημοσιεύουμε κείμενο που έγραψε με την ίδια ευκαιρία η μεταφράστρια των ποιητικών απάντων του Δανάη Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη:

Δεκέμβριος του 1972. Η Χιλή περνάει στιγμές σκληρές και μεγάλες. Ο λαός της έχει έναν πρόεδρο, που κάνει την ασφυκτικά γεμάτη Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών να σηκωθεί ολόρθη και να χειροκροτεί ρυθμικά, λες και χειροκροτεί η ανθρωπότητα όλη, ενώ οι εκπρόσωποι των Εθνών, όσοι δεν είχαν κάθισμα, όρθιοι, πιασμένοι από τις κολόνες - τους είδα, τα είδα όλα αυτά και τα άκουσα - κλαίγοντας - με δορυφόρο, κατ' ευθείαν από την τηλεόραση στο Σαντιάγο - να τρέχουν και να τον τριγυρίζουν, φωνάζοντας σαν σε διαδήλωση της Πλατείας Συντάγματος «Α-γιέν-ντε! Α-γιέν-ντε!»
Ο λαός της Χιλής έχει έναν Ποιητή κι έναν Αρχιστράτηγο - Αντιπρόεδρο. Ο ποιητής της Χιλής έχει αφήσει την πρεσβεία του στο Παρίσι και τρέχει στην πατρίδα να της παρασταθεί τώρα που λείπει ο Πρόεδρός της. Ο λαός δεν ξέρει τι να πρωτονιώσει. Ευλογημένος λαός, μεστός, κατάμεστος από χυμούς: Θλίψη, για τον αργό θάνατο που του ετοιμάζει η «δεξιά» του, υπακούοντας στους αφέντες της, τους γιάνκη; Για τη σκληρή, απελπισμένη αποστολή, που έχει αναλάβει ο Πρόεδρός του; Χαρά, που χαιρετάει τον γίγαντά της, ύστερα μάλιστα από την ύψιστη τιμή του Νόμπελ; Αυτοσυγκέντρωση και ηρεμία, ως να τελειώσει ο λόγος του αντιπροέδρου - στρατηγού Κάρλος Πρατς Γονσάλες - που έχει μείνει στο πόδι του Αγιέντε - του έντιμου και απόλυτου δημοκράτη, που αυτός ο λαός δεν καλοξέρει και προσπαθεί να διαγνώσει κάθε ιδεολογική απόχρωσή του, από τη στάση και τα λόγια του; `Η μήπως, μέσα και πάνω από όλα αυτά, πήγε εκεί - στο στάδιο - να διαδηλώσει την απόφασή του να ζήσει ή να πεθάνει για τη Δημοκρατία του; Ολα τα νιώθει. Ολα. Ολα είναι παραλήρημα. Παραλήρημα, που κορυφώνεται όταν το αυτοκίνητο, με τον Πάβλο Νερούδα και την Ματίλντε Ουρούτια, τη γυναίκα του, ορθούς, κάνει το γύρο μέσα στο τεράστιο εθνικό στάδιο της πρωτεύουσας...
Πριν μιλήσουν οι δυο άντρες, ο Πρατς κι ο Νερούδα, δίνεται μια θεατρική παράσταση - παντομίμα, αναπαράσταση σπουδαίων στιγμών του βίου του ποιητή, από τα φοιτητικά χρόνια του ως σήμερα.
Είναι 6 Δεκεμβρίου του 1972. Η παντομίμα τελειώνει σ' έναν καταιγισμό χαράς: Θα μιλήσει ο μέχρι τώρα συμπαθής, αλλά «άχρους και άοσμος» Χιλιανός στρατιώτης. Μιλάει εμπνευσμένα. Ξέρει καλά τι ακριβώς συμβαίνει παγκόσμια και γιατί. Ξέρει ότι, στα μέσα τούτου του αιώνα, ο άνθρωπος είδε πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά πως μπορούσε να επιταχύνει την ελπιδοφόρα πορεία του και το ξεπέρασμά του. Γιατί εμπιστευόταν το ότι η επιστημονική και τεχνολογική κυριαρχία, που είχε κιόλας κατορθωθεί, θα επέτρεπε την πνευματική χειραφέτηση και την ηθική πρόοδο των ατόμων και των λαών...
Ομως, τέτοιος παραλληλισμός ανάμεσα στην υλική και την ηθική πρόοδο δεν επιτεύχθηκε. Το βαθύτερο σύγχρονο φιλοσοφικό αίνιγμα βρίσκεται στη μεγάλη αποστασιοποίηση που υπάρχει ανάμεσα στην τεχνική και το πνεύμα.
Η τεχνική μεταφράζει τη θέληση για ισχύ του σύγχρονου ανθρώπου. Το πνεύμα. Ο βαθμός - σε παγκόσμια κλίμακα - της αντίστιξης ανάμεσα στην τεχνική και στο πνεύμα έκανε να αμβλυνθεί, στην εξωτερική ζωή των λαών, το αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και, από το άλλο μέρος, στις διεθνείς σχέσεις, πολλαπλασίασε τις μορφές επίθεσης και τις απειλές κατά της ειρήνης.
Ο μέσος άνθρωπος της δεκαετίας του '70, παρά το γεγονός ότι απολαμβάνει υλικές συνθήκες ανώτερες από αυτές των προγενέστερών του, ζει μέσα σε αγωνία και σύγχυση. Είναι ένα ον με έμμονο φόβο για το αύριο.
Το δράμα του ανθρώπινου όντος, του υποδουλωμένου από την κατάθλιψη, έγκειται στο ότι έχει ανάγκη από ένα όραμα της ζωής και της μοίρας του. Χρειάζεται να δει να 'ρχεται φως και όχι να συνεχίζει μέσα στις ομίχλες.
Χρειάζεται ν' ακούσει μια φωνή που αυτός καταλαβαίνει, κι όχι μια απειλή εχθρική ή ακατάληπτη.
Χρειάζεται ένα χέρι που να του απλώνεται σαν κίνηση αλληλέγγυα και όχι σαν γροθιά φοβέρας, όχι σαν βόμβα...
Ο διπολικός κόσμος των δύο προηγούμενων δεκαετιών ανοίγεται σε μια πολυπολική προοπτική για τη δεκαετία που αρχίζει. Διαγράφεται ένας κόσμος πολυπολικός με νόημα πιο πραγματικό, που μέσα του η ιδεολογική διαμάχη αδυνατίζει τις εντάσεις.
Υπάρχει πλέον άνοιγμα πενταγραμμικό - ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, ΕΣΣΔ, Κίνα και Ιαπωνία, για να μιλήσουμε από Δύση σ' Ανατολή - που σημειώνει μία παγκόσμια σκηνή μεγαλύτερης ευκαμψίας των γιγάντων στην εξεύρεση αγορών γοητευτικών και προκλητικών, που θα δώσει περιθώρια σε μία πυρετική αναζήτηση δυνατοτήτων. Αυτά συνέβαιναν στη δεκαετία εκείνη. Τα λοιπά, γνωστά:
2 Σεπτέμβρη 1973

Οι φόβοι οι βαθύτεροι βγήκαν αληθινοί. Οταν πια οι γιάνκηδες δεν κατάφεραν να λυγίσουν τον χιλιανό λαό - που με θυσίες και πίστη στη δημοκρατία του, στον χαλκό του, που ξαναπήρε από τους Αμερικανούς, στην αγροτική του μεταρρύθμιση, που έσωσε το μισό πληθυσμό από τη δουλοπαροικία - τότε, και μετά από την αποτυχία των ΗΠΑ στη σκαρωμένη απεργία των ιδιοκτητών των καμιονιών, του μόνου μέσου μεταφοράς προϊόντων για την επιβίωση του κοσμάκη, τότε, για να τελειώνει μια και καλή με τους Χιλιανούς επειδή ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ (δήθεν) ΒΟΗΘΕΙΕΣ, έστειλαν τα αεροπλάνα και τα κάναν ως συνήθως (Βιετνάμ, Κόλπος, Γιουγκοσλαβία κλπ.) θάλασσα. Οσο για μας... ας προσευχόμαστε φλογερά, παίδες Ελλήνων!

Δανάη Στρατηγοπούλου - Χαλκιαδάκη
Ριζοσπάστης, Κυριακή 8 Οχρώβρη 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια: