Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Αδέλφι μου... (Γ. Ρίτσος)

Έργο του Γ. Ρίτσου

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Στον φίλο μου
Κώστα Γκοβόστη

Αδέλφι μου
εδώ βαθειά μου ανθίζει
ένας κήπος για σένα.

Καθώς έπεφτε η βροχή
και δεν ήταν ένα πράσινο φύλλο
για να με μάθει πώς χαμογελούνε
εσύ χτύπησες το τζάμι μου
και μου ’βαλες  κρυφά και σιωπηλά
στην έρημη παλάμη
τους σπόρους της αγάπης.

Είναι δικός σου ο κήπος μου.

Πόσο κρύωνα τότε!

Σα χελιδόνι
μουσκεμένο απ’ τη βροχή
που δεν πρόφτασε να φύγει
κρυμμένο κάτω απ’ τη γαλάζια ομπρέλλα
της Άνοιξης,
δίπλωνα τα φτερά μου
και σώπαινα.

Ω, μήτε το τραγούδι
δε μπορούσε να ντύσει
τη γύμνια μου.

Άναψες τη λάμπα
με το τριανταφυλλί αμπαζούρ
και με τάϊσες τρυφερά
μέσα στη φούχτα σου.

Το φως εμύριζε λουλούδια
και νοτισμένη χλόη αγρού.

Τα φοβισμένα μάτια μου
πίναν τον ουρανό
μέσα στα μάτια σου.

Μ’ έμαθες να χαμογελώ.

Με το χαμόγελό μας
φέραμε πάλι την Άνοιξη
κι απ’ τα χρυσά μαλλιά της
πλέκουμε δαχτυλίδια
για τα λεπτά μας δάχτυλα.

Αθώοι, αθώοι σαν παιδιά
παίζουμε με τα κρόσια του φωτός.

Οδεύουμε
κάτω απ’ το λυκαυγές
των ματιών μας
κρατώντας φιλικά
ο ένας του άλλου την παλάμη.

Ανάμεσα
στα σφιγμένα μας χέρια
ακούμε να κελαϊδάει
ζεστό πουλάκι
ο παλμός όλου του κόσμου.

Οι σταγόνες της βροχής
που μουσκέψαν τα μαλλιά
και τους ώμους μου
ανάβουν μες τη ζέστα της αγάπης
καθώς ανάβουν ένα-ένα τ’ άστρα
στο βραδυνό ουρανό του θέρους.

Ακούω την ακτινοβολία
της φωνής μου
μέσα στο βλέμμα σου.
Γι’ αυτό τραγουδώ.

Η ομορφιά μου που έδυε
άγονη, ερημική, φυλακισμένη
στο ρόδινο ίσκιο του Ναρκίσσου,
κυττάχθηκε μες την καρδιά σου
κ’ έλαμψε φως, τραγούδι κ’ αίμα.

Ντυμένος την αγάπη σου
αγάπησα την πλάση.

Τις νύχτες
πάνω στο σοβαρό σου μέτωπο
κυττάζω να περνούνε
τ’ αστέρια, οι πολιτείες, οι άνθρωποι
κ’ οι θεοί.

Κουρντίζω τότε μαγεμμένος
την κουρασμένη μου άρπα
και τραγουδώ για σένα
και για τα πλήθη που περνούνε
στο σοβαρό σου μέτωπο.

Τα ματωμένα δάχτυλά μου ανθίζουν
στις χόρδες της ακοής σου
σα φωτεινά κυανά λουλούδια
στις ακτίνες του ηλίου.

Μαζύ ακκουμπάμε
στο μικρό ξύλινο τραπέζι
με τ’ ανοιχτά βιβλία
καθώς τα βράδυα οι άρρωστοι ακκουμπούν
επάνω στ’ ανοιχτά παράθυρα
λευκού νοσοκομείου
για να κυττάξουν τον απέραντο ουρανό.

Μαζύ ταξιδεύουμε
με τα σκιώδη πλοία των ποιημάτων
σε χώρες διάφανες
χτισμένες με δακρύων αρώματα
και ρεμβασμούς λουλουδιών.

Ακούμε
ως και στα πιο μικρά κοχύλια
των φιλντισένιων στίχων
τη φωτεινή θρηνωδία
των γαλανών ωκεανών.

Ανεμίζουμε
απ’ τα ύψη των βουνών
τ’ άσπρα μαντήλια μας
χαιρετώντας τους έφιππους ορίζοντες
και την επέλαση του ήλιου
εμείς που ατενίσαμε μια νύχτα
μες απ’ την πυρκαϊά των άστρων
την αυστηρή μορφή της αιωνιότητας.

Αδέλφι μου
πώς να ’μαστε θλιμμένοι
για το θάνατο του κήπου μας
εμείς που ακούσαμε μια νύχτα
το λυγμό της ανθρωπότητος;

Το δάκρυ του κόσμου
σφούγγισε το δικό μας δάκρυ.

Δεν κλαίμε.

Άγρυπνοι ακούμε το καρδιοχτύπι
του σύμπαντος.

Φωνές φιλικές
πλημμυρίζουν τον αγέρα.
Αιώνια, σιωπηλή γνωριμία
στην ποδιά της βραδυάς
καθώς ο μικρούλης Ιησούς
αποκοιμιέται στα γόνατα
της θλιμμένης Παρθένου.

Όμως εμείς
δε θα κοιμηθούμε.

Θα πλάθουμε τραγούδι
το λυγμό μας
και θα ζούμε.

Αδέλφι
πόσο γλυκός και μέγας
είναι ο κόσμος
όταν τον βλέπουνε μαζύ
δυο φίλοι!

Αδέλφι
πόσο λαμπρός κι απέραντος
θα γίνει ο κόσμος
όταν θα τον βλέπουν μαζύ
όλοι οι ανθρώποι!

Άγρυπνοι
σφίγγοντας τις παλάμες μας
αγαπούμε και πιστεύουμε.

Αύριο
ίσως γελάει ο δρόμος
κάτω απ’ τα πάμφωτα πέλματα
της νέας ημέρας.

Γιάννης Ρίτσος

Γράφτηκε στην Αθήνα
τον Μάρτη του 1937

1 σχόλιο:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Θα μας συντροφεύει στα δύσκολα χρόνια της υπομονής...