Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

1 Ιουνίου – ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: «Η μητέρα μου είπε πως οι κανονιές πέσανε για μένα…»




Σαν σήμερα, την πρώτη μέρα του Ιούνη του 1940 γεννήθηκε η ποιήτρια και ηθοποιός Κατερίνα Γώγου. Η πορεία και το τέλος της ζωής της Γώγου δεν είχαν καμιά σχέση με την εικόνα του χαρούμενου, χαμένου στον κόσμο της ανεμελιάς του κοριτσιού,  που έλιωνε τις σόλες των παπουτσιών του μαζί με τα σαρανταπεντάρια  στο πικάπ, χορεύοντας στις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες. Τον πραγματικό χορό της η Κατερίνα τον χόρεψε με δικά της βήματα.

"Μοιάζει 4 παρά 20, συννεφόκαμα και νύχτα. Λέγεται πως σαν σήμερα, 1 Ιουνίου, Βασιλεύς Παύλος εγέννησεν Βασιλέα Κωνσταντίνον εκ της Φρειδερίκης. Εμένα η μητέρα μου, μου είπε πως οι κανονιές πέσανε για μένα. Όσο για τη Μονρόε, εκτός από την ίδια ημερομηνία γεννήσεως είναι στη μέση και οι ασφυκτικά πυκνές πλερέζες του θανάτου της. Οινόπνευμα με χάπια ή περίστροφο με σιγαστήρα, ο ήχος της υπερβολικής δόσης στέρησης από μοναξιά μου είναι οικείος. Μυστήρια μέρα που είναι η Παρασκευή, ε; Να μην μπορέσω ποτέ να φτιάξω ένα γελαστό βιβλίο... Φρίκη. Ούτε παιδική φωτογραφία δεν έχω γελαστή. Όσους άντρες ερωτεύτηκα επειδή γελάγανε, αν δεν ήταν ηλίθιοι ή υστερικοί, ήταν πιο λυπητεροί από τους λυπητερούς. Δεν έχω κανένανε. Δεν έχω να πάω πουθενά. Πουθενά... Τρέχω... τρέχω αλλόκοτα με σταματημένους κόμπους ιδρώτα στις ρίζες των μαλλιών μου. Είμαι ξανθιά; Είμαι κόκκινη με πανάδες στη μύτη; Ναι... Ίσως... Μπορεί... Γιατί λέω ψέματα αφού ξέρω; Η απόδραση και η τρέλα έχουν κοινή αφετηρία. Είμαι ο Χωκ Φιν. Ο κολλητός μου είναι φίρμα. Τον λένε Τομ Σώγιερ. Έχει μια γκομενίτσα, απ’ αυτές που σου μένουν για πάντα. Με πιάνο και γαλλικά. Τις νύχτες, με ένα τσουβάλι, σαλτάρουμε από τις μάντρες των νεκροταφείων και μαζεύουμε ψόφιες γάτες. Τις σπρώχνουμε Προπύλαια ή Μοναστηράκι, σε χαζοτουρίστες Έλληνες ή ξένους. Τα φράγκα που βγαίνουνε πίνουμε καμιά μπίρα και τσιγάρα. Τι να σας λέω τώρα... Μια μέρα ντύσανε τον δικό μου καινούριο. Βελουδένια τραγιάσκα, τιράντες, βερμούδα, παπούτσια γυαλιστερά στο νούμερό του. Τον βάλανε σε υπερωκεάνιο για Αμερική. Θα σπούδαζε. Θα γινότανε σπουδαίος. Είχα ανέβει στην κορυφή ενός πολύ ψηλού δέντρου και τον χαιρέταγα. Είχε πέσει απάνω του όλο το σκυλολόι και δεν με είδε. Έχουνε περάσει τρία χρόνια και δε μου γραψε. Ρώτησα και μου είπανε πως η Αμερική είναι πέντε χρόνια μακριά. Η απόδραση, η τέχνη και η τρέλα έχουν κοινή αφετηρία και τέρμα. Εγώ τώρα είμαι στη γέφυρα του Μανχάταν. Τρεχάλα πάλι. Φώτα, ποπό φώτα, τεράστια, άλλα αναβοσβήνουν, άλλα σταθερά, στρογγυλά, ανιχνευτικά, παραμορφωτικά, κεντράρουν πάνω μου. Περίεργα την όψη μου φωτίζουν. Είμαι γυναίκα. Ξυπόλητη πάλι, κρατάω στα χέρια μου φιδίσιες ψηλοτάκουνες γόβες, φιδόδερμα το δέρμα μου κι ένα μαύρο σχισμένο καλσόν υφασμένο από ρουμπίνια. Άρκα,φλας. Γύρισμα έχω; Το φεγγάρι ψηλά θέλει να παίξει μαζί μου. Μπλέκεται στα πόδια μου. Όμως εγώ δεν γίνεται. Είναι σοβαρή υπόθεση για μένα. Τ’ αγαπάω.Το σέβομαι. Δεν γίνεται να το κάνω τόπι. Πλάκα κάνουμε; Πώς να το κλοτσήσω; Τώρα;... Τι είναι αυτό πάλι τώρα; Ο... πώς τον λένε; Τα χασα πάλι, ορίστε το κενό... Ο δικός μου, ο Ντένις Χόπερ, δυο δάχτυλα πάνω απ’ το έδαφος, ξεμέθυστος, έρχεται καταπάνω μου με μια μακριά ασημιά καμπαρντίνα, προσπαθεί ν’ ανάψει το τσιγάρο του ανάποδα, απ’ το φίλτρο. Τι  θ’ απογίνω, Θεέ μου; Στην ώρα πιάνει αέρας από τ’ άστρα. Φυσάει πολύ. Χώνονται τ’ άστρα μέσα στο στόμα μου, κρύβονται στα δάχτυλά μου. Είμαι ένα μικρό τετραγωνάκι τρεχαλητό τ’ ουρανού. Στην αγάπη και στον τρόμο μου μπερδεμένη. Όσοι είχανε πηδήξει από τη γέφυρα να φύγουν σταματάνε την κίνηση στη μέση. Κάνουν την κίνηση ανάποδα, σωστή. Γυρνάνε πίσω, στη ζωή και στον αέρα. Είμαι ένα κομματάκι τ’ ουρανού, τετράγωνο, ολομόναχο, φωτισμένο. Ούτε να κλάψω. Οι φίλοι που γύρισαν πίσω είναι με φώτα νέον στεφανωμένοι. Παράξενα ιδεογράμματα που φτιάχνει η μοναξιά. Ο Χόπερ με κοιτάει: «Τι γίνεται, ρεπλίκα; Ν’ ανάψω από τα δάχτυλά σου φωτιά; Ποιος είναι ο δικός σου ο Χρόνος Λήξεως;»... Ναι... Αν δεν είχε γίνει ιδεοληψία ν’ αυτοκτονούν οι μουσικοί που δεν έχουν όργανα και περπατάνε τις νύχτες στις ράγες των τρένων, θα όριζα το χρόνο. Βρέχει. Κάποιο πεφτάστρο μου κάηκε. Να βρω ένα υπόστεγο να μην καώ. Έχω κι ένα τσουβάλι με ψόφιες γάτες να κουβαλάω τη Νύχτα. Νύχτα..."

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ


«ΝΟΣΤΟΣ», Ποίηση, εκδ. Καστανιώτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: