Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

"«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα», έλεγε ο Βάρναλης…"



Από δεξιά: Τσίρκας, Βάρναλης, Παπαϊωάννου.

Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, έπρεπε να περάσουν τρεις, και, δεκαετίες  για να διαβάσω την τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα. Τρία μυθιστορήματα που, περιδιαβαίνοντας τις σελίδες τους, αισθάνεσαι να ζεις ανάμεσα στους ήρωες, να περιπλανάσαι, βυθισμένος σε μια αγκαλιά, στα πολύβουα σοκάκια της Αλεξάνδρειας, να μαγεύεσαι από το μενεξεδί της ερήμου όταν γέρνει ο ήλιος (της ερήμου που κάποτε διέσχισες με  πορεία μαρτυρική), ή να νιώθεις την υγρασία να σε αγκαλιάζει μαζί με τους αμανέδες των μαουνιέρηδων, πλάι στο μονότονο διάβα του Νείλου. Και γίνονται δικοί σου οι ήχοι και οι μυρουδιές (αλήθεια, πιο «ζωντανά» δεν θα μπορούσαν να περιγραφούν!) ενός μακρινού πολιτισμού που, όμως, τόσα σε συνέδεσαν μαζί του στα βάθη των αιώνων, και σκέφτεσαι πώς θα ήταν η ζωή ζωγραφισμένη με τα χρώματα της ανεμελιάς, του έρωτα και της χαράς, μόνο, χωρίς να αναγκάζεσαι να  υπερασπιστείς την τιμή της πατρίδας σου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από αυτή, χωρίς την αίσθηση της έλλειψης, της απώλειας, της απογοήτευσης, χωρίς την πικρή γεύση της κατάληξης…όμως, και έτσι, ποιος μπορεί να σου εγγυηθεί πως θα’ χε νόημα να ζεις και σκοπό η περιπλάνηση;

"Κοιμηθήκαμε μ’ ανοιχτά παράθυρα. Ο Νείλος ήταν δίπλα και κατέβαζε δροσιά. Προς τα ξημερώματα ξεδιπλώσαμε το διπλόφαρδο πάπλωμα και κουκουλωθήκαμε, τη θέλαμε τη ζεστασιά του. Μας ξαναπήρε ο ύπνος. Αργότερα, γύρισα τ’ ανάσκελα κι ανασηκώθηκα· στήριξα τη ράχη μου στο κεφαλάρι του κρεβατιού που ήταν καπλαντισμένο με σατινέ. Στ’ αραβικά τ’ αηδόνια λέγονται μπόλμπολ! Γιατί το σκέφτηκα έτσι; απ’ έξω, μέσ’ από τον κήπο του πρίγκηπα, έρχονταν μελωδικές και κρυστάλλινες οι τρίλιες ενός πουλιού. Και μαζί, σαν ποταμίσια πάχνη, ανέβαινε πνιχτό, ένα σφύριγμα νυσταγμένης μαούνας. Τράβηξα το πάπλωμα για να σκεπάσω το στήθος μου· έφερα την άκρη του πάνω απ’ τα ρουθούνια: μυρίζαμε λεβάντα και πικραμύγδαλα. Η Νάνσυ κοιμόταν μπρούμυτα χωρίς προσκέφαλο. Άπλωσα και χούφτιασα τα μαλλιά της, μαύρα και γυαλιστερά. «Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα», έλεγε ο Βάρναλης. Να τον έβρισκαν άραγε και τώρα, μέσα στην κόλαση της κατοχής, τέτοιες στιγμές άμεσης αίσθησης;"[1]

Τσίρκας και Βάρναλης είχαν αναπτύξει μια πνευματική επικοινωνία, μέσα από τη σχέση δασκάλου και μαθητή, που άγγιζε τα όρια της φιλίας. Στις Ακυβέρνητες πολιτείες, στο τρίτο βιβλίο (Η ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ), ο Τσίρκας παραθέτει έναν στίχο από το ποίημα Ορέστης, του Κώστα Βάρναλη,  περιγράφοντας με τον εξαιρετικό αυτό τρόπο την ομορφιά μιας γυναίκας. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γράμματα Αλεξάνδρειας το 1914 και συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο του Βάρναλη Ποιητικά.

Ορέστης

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πως σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ


[1] Στρατής Τσίρκας: «ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ 3 – Η ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ, μυθιστόρημα». Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 302.

Από τα -λίγα- βιβλία που, όσο οι σελίδες τους λιγοστεύουν, δεν θέλεις να τελειώσουν, και όταν γυρίσεις και την τελευταία, αναρωτιέσαι..."και τώρα;"...

Δεν υπάρχουν σχόλια: