Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γράφει για τον Μαγιακόφσκι


ΣΑΝ ΝΑ ΚΑΛΟΥΣΕ ΦΙΛΟΥΣ σε συμπόσιο, ο Μαγιακόφσκι έθεσε ο ίδιος τους όρους για την εκτίμηση του έργου του: μετριοπαθείς, ήρεμοι, συμβιβαστικοί χαρακτήρες αποκλείονται από τη γιορτή. Έξω κι οι καθηγητές της φιλολογίας, ιδιαίτερα εκείνοι με γενάκι και γυαλάκια – ποδήλατο• έξω οι διαχειριστές κι οι ανθοκόμοι της ποίησης, δουλοπάροικοι των σαλονιών• κι όλοι όσοι δεν παθιάζονται, δε γελάνε και δεν ωρύονται σαν τον Στέντορα με το ποιοτικό απρόοπτο και την υπερβολή.

Είχε ακράδαντη πεποίθηση από μιας αρχής πως η δική του ποίηση ήταν άλλη, κάθε σύνδεση με την κοινώς εννοούμενη ποίηση την έκοψε με το μαχαίρι.

[Ο Μαγιακόφσκι είναι ως το τέλος ποιητικό φαινόμενο]

Δεν είναι αλήθεια ότι ξεκίνησε από την ποιητική ανταρσία για να καταλήξει με την πολιτική επανάσταση. Ο Μαγιακόφσκι είναι ως το τέλος ποιητικό φαινόμενο, μια φωνή σαν τη δική του η ρωσική ποίηση εκείνης της εποχής θα την έβγαζε. Θ’ απορούσαμε, αν δεν ξέραμε την ατμόσφαιρα τότε στη Ρωσία, ατμόσφαιρα ενός γενικού παροξυσμού που εξέθρεψε τα πιο ακραία όνειρα ταυτίζοντας αισιοδοξίες και ουτοπίες. Αυτά στη γενική ιστορία περνάνε και φεύγουνε, αφήνοντας πίσω ό,τι μένει σε ζημιές και κέρδη. Στην τέχνη μένουν και διαιωνίζονται κι αυτή είναι η αθανασία του Μαγιακόφσκι. Πρέπει ν’ αντέξει κανείς την ποιητική του διάνοια με όλες τις υπερβολές της, αλλιώς δεν επικοινωνούμε μ’ αυτόν τον ποιητή και θα συνεχίζουμε σήμερα να τον ανεβάζουμε κι αύριο να τον κατεβάζουμε. Θα μένουμε με την αντίληψη ότι συνόδεψε με το έργο του μια ορισμένη ιστορική περιπέτεια που άλλους κάνει να χαίρονται κι άλλους ενοχλεί και πεισμώνει. Και θ’ αφήνεται να διαφεύγει ότι με τον Μαγιακόφσκι έχουμε σε ασυνήθιστα δυναμική έκφραση μια σκληρή – σκληρότατη ανθρώπινη δοκιμασία και μέσα σ’ αυτήν σπάνια ανθρώπινη έξαρση, διαποτισμένη από καταλυτικό χιούμορ.

Να σημειώσω ακόμα ότι το ποιητικό φαινόμενο Μαγιακόφσκι δεν ολοκληρώθηκε. Έμεινε κραυγή κομμένη στη μέση. Ίσως αν προσεχτούν καλύτερα μερικές λεπτομέρειες από τις τελευταίες μέρες της ζωής του κι από τους τελευταίους του στίχους, μπορεί να συλλάβουμε κάποιους έστω τόνους δημιουργικού αδιέξοδου, αυτό μάλλον συσπείρωσε ένα σωρό περιστατικά που εκείνες τις μέρες του 1930 έρχονταν το ένα πάνω στ’ άλλο και τον έκαναν να λάβει τη μοιραία απόφαση που δεν τη σκέφτηκε για πρώτη φορά.

[Για τον Μαγιακόφσκι σήμερα δεν μιλούν]

Τώρα για τον Μαγιακόφσκι δεν μιλούν και είναι πολύ φυσικό για τις μέρες που ζούμε.

Το τελευταίο που ξέρουμε είναι ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε τη δεκαετία του 1980, «Η ανάσταση του Μαγιακόφσκι». Μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε κατά πόσο ο τίτλος δηλώνει στα ίσια τις επιδιώξεις του συγγραφέα. Το βιβλίο αυτό ενσωματώνεται στην παλαιά παράδοση των ανταγωνιστών του Μαγιακόφσκι, των αντιπάλων του που τη συνοδεύει ένα κοινό γνώρισμα, μια πανομοιότυπη τακτική: επιστρατεύεται η λογική ν’ αντιβγεί στην ποίηση. Ο συγγραφέας Γιούρι Καραμπτσιέφσκι πρέπει να ήξερε καλά το έργο του Μαγιακόφσκι και την ατμόσφαιρα εκείνα τα χρόνια. Με τον Μαγιακόφσκι θα μεγάλωσε κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι της ηλικίας του. Διαβάζεται στο βιβλίο του η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων που μπούχτισαν από τις υπερβολικές εκτιμήσεις και τη δημοτικότητα του Μαγιακόφσκι – πολιτική στην ουσία, για να ‘μαστε δίκαιοι- κι αισθάνονται την ανάγκη ν’ απελευθερωθούν. Με αυτό συνδέονται οι καλές πλευρές του έργου του και μπορούν σε κάτι να σημαίνουν και απελευθέρωση του ίδιου του Μαγιακόσφσκι από εκείνη τη μάστιγα.

Το βιβλίο αρχίζει έτσι:
«Σήμερα τον Μαγιακόφσκι, καλύτερα μην τον αγγίζουμε. Γιατί όλα είναι προσιτά, μα τίποτα δεν κατανοούμε. Ό,τι να πεις για τον Μαγιακόφσκι, ό,τι εκτιμήσεις να κάνεις, τον δοξάζεις, τον αρνιέσαι, τον βάζεις κάπου ανάμεσα, αισθάνεσαι ότι παραβιάζεις ανοιχτές πόρτες και μπαίνοντας μέσα δεν αγκαλιάζεις παρά τον αέρα. Μοιρασμένος χίλια κομμάτια είναι παντού μαζί μας, είτε έτσι τον πάρουμε είτε αλλιώς – πανταχού παρών. Αλλά η κάθε προσπάθεια να μιλήσεις ή ν’ αξιολογήσεις πέφτει στο κενό, πάντα θα μείνουμε με την αίσθηση ότι παραλείψαμε το πιο σπουδαίο.»

Αυτά θα είχαν ακόμα μεγαλύτερη αξία, αν ο συγγραφέας ολοκλήρωνε λέγοντας πως ο Μαγιακόφσκι είναι άπιαστος, αλλά στη λογική, και είτε τον δοξάζεις μ’ αυτήν είτε τον ξεδοξάζεις ο ποιητής κρατεί το προνόμιό του να ζει και να βασιλεύει πέραν της λογικής.


Είναι η κύρια δική μου παρατήρηση στο βιβλίο του Καραμπτσιέφσκι. Και η μοναδική που επισημαίνω εδώ, γιατί το βιβλίο μου με κανένα τρόπο δε σχετίζεται με το δικό του. Εγώ δεν κάνω κριτική. Υπήρξα ένας πολύ παλιός τώρα πια αναγνώστης του Μαγιακόφσκι κι αυτό που θέλω να κάνω είναι να περισώσω το δικό μου διάβασμα των ποιημάτων του και τον τρόπο με τον οποίο βίωσα την παρουσία του στις αντιλήψεις μου για τη λογοτεχνία, όπως αυτά έχουν αποτυπωθεί στις σημειώσεις που κρατούσα για ένα διάστημα, εδώ και παρά πολλά χρόνια. Αυτές προσπαθώ να συγκεντρώσω, να τις επεξεργαστώ με τη σημερινή μου σκέψη και να τις στρώσω σ’ ένα ανάγνωσμα, τι διάβασα εγώ από τον Μαγιακόφσκι και τι αποκόμισα, ο Μαγιακόφσκι όπως τον διάβασα – και κάποτε έκανα και καμιά μετάφραση γιατί καλύτερη ανάγνωση απ’ αυτήν δεν υπάρχει.

[Δύσκολος, κακοτράχαλος, θα λέγαμε ακόμα, ποιητής]

Δύσκολος, κακοτράχαλος, θα λέγαμε ακόμα, ποιητής. Με δικά του αυτοσχέδια υλικά κι εργαλεία έφτιαχνε έναν κόσμο που βρισκόταν σε ασυμβίβαστη αντιπαράθεση με όλη την άλλη ποίηση, όπως άλλωστε και με τις κοινωνίες, τις κοινωνικές συμβάσεις που υπήρξαν πριν από κείνον κι εξακολουθούσαν να υπάρχουν γύρω του, γι’ αυτό και μ’ όλη του την ψυχή τις πολέμησε. Αν δεχτούμε και για την ποίηση πως υπάρχουν εκείνοι που τη διαχειρίζονται κι οι άλλοι που ξεριζώνουν και ξαναφυτεύουν, ο Μαγιακόφσκι, μπορούμε να πούμε, ότι είναι από τις πιο ακέραιες μορφές ριζοσπάστη ποιητή στην τέχνη και στη ζωή. Δεν ήταν μόνο ζήτημα μιας αισθητικής επιδίωξης ή ακόμα και πολιτικής, τέτοια ήταν η φύση του ανθρώπου, ο τρόπος του, ριζωμένος στην αίσθηση της ζωής:

Μπουνταλά Κολόμβε
εγώ στη θέση σου
την Αμερική
θα την κουκούλωνα
κι έπειτα
αφού τις τράβαγα
καλά – καλά ένα καθάρισμα
θα ‘βγαινα
δεύτερη φορά
να την ανακαλύψω.

Κάθε φορά που σκεφτόμαστε τον Μαγιακόφσκι, αυτά σαν για πρώτη φορά τ΄ ανακαλύπτουμε κι εμείς. Και σήμερα κάτι τέτοια φέρνουν ζαλάδες – αυτές είναι και οι δυσκολίες και οι βαθύτεροι λόγοι της σημερινής σιωπής γύρω από τ’ όνομά του και ο έργο του. Ποιος τώρα κάθεται ν’ ακούει, και μάλιστα με ποιητική ευχαρίστηση, όσα έγραφε για το λογοτεχνικό σινάφι από τη δεκαετία του 1910 ακόμα:

Όπως σας βλέπω και με βλέπετε-
εγώ ποτέ δε θα καθήσω στο «Μπριστόλ»
να παίρνω το τσαγάκι μου
και ν’ αραδιάζω στα χαρτιά ψευτιές.
Θα δώσω μια στα φλιτζανάκια σας
κι ολόρθο θα με δείτε πάνω στο τραπέζι.
Ακούστε με,
μακαντάσηδες της λογοτεχνίας!
…Στρείδια
κολλημένα
στους τοίχους
στις ταπετσαρίες
καλοί μου άνθρωποι
εσείς
με τη γλώσσα
τι δουλειά έχετε;
Δεν το ξέρετε;
Αν δεν έκανε ποίηση,
με τις ληστείες
θα καταγινόταν
ο Φρανσουά Βιγιόν.
…Κύριοι ποιητές:
Ακόμα δεν τους βαρεθήκατε
τους ευέλπιδες
τ’ ανάκτορα
τον έρωτα
τις πασχαλιές;
Αν
σαν και εσάς
είναι οι δημιουργοί
να φτύσω μου ‘ρχεται
κάθε τέχνη.
Να πάω καλύτερα ν’ ανοίξω κάνα μαγαζάκι.
Θα μπω και στο χρηματιστήριο.
Τίγκα τα πορτοφόλια να φουσκώνουνε τις τσέπες μου.
Κρασωμένος
θα βγάνω τα σωθικά μου
χλιμιντρίζοντας τα τραγούδια μου
στων καπηλειών τα ιδιαίτερα.


Άλλη χώρα στην υδρόγειο της ποίησης. Άλλος στίχος, οι λέξεις του, σύνταξη, ρίμες, μεταφορές πριν από κείνον αμεταχείριστες κι άγνωστες. Μόνος του τις σφυρηλατούσε με τη βαριά στο αμόνι. Κατασκευαστής καινούργιων ποιητικών λέξεων που με το ποίημα γίνονται κοινό απόχτημα, αυτός θα ήταν ένας δικός του ορισμός της ποίησης.

[Το έργο του ανατρεπτική αντίδραση του απέναντι στην παλιότερη ποίηση]

Το έργο του το έχει όλο αφιερώσει στις ανατρεπτικές αντιδράσεις του απέναντι στην παλιότερη ποίηση και στον παλιό κόσμο, στις απάνθρωπες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνεύσουμε δρόμους που να τον συνδέουν με άλλους, κυρίως δρόμους προς τον Μαγιακόσφκι, μια αίσθηση πως όλα στο δικό του κόσμο μόλις γεννιούνται, τώρα για πρώτη φορά ονομάζονται, συχνά πιάνουμε στιγμές στα ποιήματά του που θυμίζουν τα πρώτα βήματα στη γένεση της ποίησης και μάλιστα της τραγωδίας. Αυτό σκεφτόμαστε κι όταν βλέπουμε αυτόγραφά του. Στις αποδόσεις των ποιημάτων του δεν χρησιμοποιώ κι εγώ παρά τα πλέον απαραίτητα σημεία στίξης, ό,τι είναι αναγκαίο σαν μια υπόδειξη για το πώς διαβάζεται η φράση. Ο ίδιος δεν έβαζε ούτε τελείες ούτε κόμματα, θαυμαστικά, ερωτηματικά. Τα βάζανε οι άλλοι μετά. Μόνο ξεχώριζε την πρόταση μ’ ένα πρώτο κεφαλαίο. Κι όπως τα γράμματά του είναι μεγαλόσωμα κι όρθια με μικρή κλίση, το αυτόγραφό του βλέπεται σαν παλιά μεγαλογράμματη γραφή κι επιγραφές χαραγμένες στην πέτρα.

Πάντα με τραβούσανε στον Μαγιακόφσκι εκείνες ιδιαίτερα οι στιγμές, όπου μόνος του έβρισκε τρόπους ν’ ανατρέπει και τις υπερβολές του – να τις μετριάζει και να τις ανθρωπίζει. Τα εύκολα και τα δύσκολα, το ανεβοκατέβασμα που το μοιράσανε έπειτα σε χωριστούς χρόνους (γι’ αυτό και τον ίδιον άλλοτε τον ανεβάζουν κι άλλοτε τον κατεβάζουν), μπορούσαν να σου δίνονται ταυτόχρονα, ώστε να μη χάνεται το μέτρο. Θα επανέλθουμε σ’ αυτό πιο κάτω. Ό,τι και να λέει ο Μαγιακόφσκι, τον ακούς πασίχαρα. Μα και δεν μπορεί ένας άνθρωπος με λίγη φαντασία και χιούμορ να παίρνει κατά λέξη τις υπερβολές ενός ποιητή που με το πρώτο δηλώνει αυτή την ιδιορρυθμία του:

Σαν την αυγή στο πρόσωπο του παιδιού
…τόσο είναι τρυφερή
η πλέον τερατώδης υπερβολή.


Ξέρω πως θα φανεί παράξενο αν πούμε ότι σε τέτοιες στιγμές νοιώθουμε τον Μαγιακόφσκι να έρχεται κοντά στον Τσέχωφ. Σπουδαίο, αναξιοποίητο ακόμα θέμα. Η σύνδεση βρίσκεται σε μεγάλο βάθος. Υπάρχει όμως κι ας μην απορήσουμε όταν θα τον δούμε πιο κάτω να κάθεται και να γράφει ένα από τα πρώτα νεανικά του άρθρα, όπου αναδείχνει την περίπτωση του Τσέχωφ με πνεύμα που ενισχύει τη δική του φουτουριστική ποιητική. Ένας από τη δυναστεία των «Βασιλέων του Λόγου». Δεν είχε άδικο. Ο Τσέχωφ είναι από τους δυο –τρεις παλιούς συγγραφείς που ο Μαγιακόσφσκι δεν αναθεμάτισε. Κι όταν πάλι έχουμε μια ιδέα πώς λειτουργούν τα πρόσωπα σ’ ένα λογοτεχνικό είδος, δε θα πάμε να βρούμε στον ίδιο το συγγραφέα τα πρόσωπά του, ακόμα κι όταν διαβάζουμε στίχους τόσο χρωματισμένους:

Τώρα
μ’ όλη τη δύναμή μου του ειδωλολάτρη
ορκίζομαι
φέρτε μου
μια όμορφη
μια νέα
απ’ την ψυχή μου δε θα ξοδέψω τίποτα
θα την βιάσω
και στην καρδιά της θα φτύσω καγχάζοντας.


Παρόμοιους στίχους θα βρούμε άφθονους. Διαλέγοντας μπορεί κανείς να βγάλει από τον Μαγιακόφσκι όχι ένα και δύο ανθρωπόμορφα τέρατα.

Σε καθημερινό κι έντονο διάλογο με την εποχή του, έβγαζε έξω τις φωνές του κόσμου, τους έδινε πρόσωπο και λέξεις να μιλήσουν.
Πολλοί υπήρξαμε ενθουσιασμένοι αναγνώστες του και γι’ αυτούς τους λόγους, όπως με τον καιρό τους κατανοούσαμε.

[Γνωριμία πενήντα χρόνων]

Η δική μου γνωριμία με το έργο του μετράει τώρα πενήντα και πλέον χρόνια.
Θυμάμαι ένα τετράστιχο, όπως το αποδώσαμε λέξη προς λέξη με κοινές προσπάθειες. Μας βγήκε περίπου έτσι:

Και νέγρος να ήμουνα
στα εκατό και τόσα
θα μάθαινα τα ρωσικά
στιγμή δε θ’ άφηνα να πάει χαμένη
μου φτάνει
που σ’ αυτή τη γλώσσα
εμίλησε ο Λένιν.


Ο φίλος Τάκης, υπεύθυνος αρχισυντάκτης, πέρασε τη μετάφραση στην εφημερίδα του τοίχου.

Τασκένδη, το βιομηχανικό Τσιρτσίκ, η 14η Πολιτεία πολιτικών προσφύγων. Ταξίδια κι εποχές με τις προδιαγραφές του Μαγιακόφσκι. Είχαμε ακουμπήσει σε κάτι χαμηλοτάβανους θαλάμους – οι διώροφες κλίνες στοιχισμένες σαν στρατιωτάκια- βγάζοντας από μέσα τους Ιάπωνες αιχμαλώτους του πολέμου. Το εργοστάσιο δέκα – είκοσι μέτρα πιο πέρα. Κάθε πρωί πηγαίναμε να το ανακαταλάβουμε. Αυτός ήτανε τότε ο σκοπός. Τα καινούργια καθήκοντα, μας έγραφε κι ο μακαρίτης ο Ζαχαριάδης.
Το εργοστάσιο κι η εκμάθηση της γλώσσας. Για την ώρα αυτά. Ένας δικός μας, πιο παλιός – όλα τα είχε μάθει δυο –τρεις δεκαετίες πριν – μια μέρα ανέβηκε στο βήμα και μας απάγγειλε τους στίχους που είπα πιο πάνω.
Τρελαθήκαμε.
Ακόμα ήμαστε με τα στρατιωτικά μας.
Ο Μαγιακόφσκι θέλει να είσαι θερμός για να τον διαβάζεις και μετά χρειάζεται να ψυχραίνεις και να τον σκέφτεσαι. Στις πρώτες ιδιαίτερα γνωριμίες με ποιητές σαν αυτόν δεν πάνε τα ημίμετρα. Αν αμέσως δεν ενεργοποιηθεί το αίσθημα, τη σχέση μαζί του θα τη μονοπωλήσει η λογική και θα προκύψει Καραμπτσιέφσκι, ένα στενόκαρδο, ψειρίσιο και, όπως συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ευφυέστατο διάβασμα. Έτσι έγινε μ’ όλους τους επικριτές του.
Καλύτερα ν’ αρχίσει κανείς σαν παιδί, να έχει μέσα του όσο μπορεί πολύ Παιδί και να ‘ναι έτοιμος για τ’ απροσδόκητα.

Έτσι κάπως προσπαθώ τώρα να φτιάξω αυτό το βιβλίο.
Όλα είναι στις παλιές σημειώσεις κι ο ενθουσιασμός κι ο κατευνασμός.
Παίρνω ό,τι βρίσκω να έχει ενδιαφέρον, επισκευάζω, ταξινομώ σε τρία στάδια:
Η Μόσχα και η Αρχή- Η Πετρούπολη – Η Μόσχα και το Τέλος.»


ΥΓ: Τα έντυπα που παρατίθενται σχεδίασε ο Μαγιακόφσκι ο οποίος παρακολούθησε μαθήματα ζωγράφικης σε Σχολή Καλών Τεχνών

(Από το βιβλίο του  Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «Ο Μαγιακόφσκι, Τα εύκολα και τα δύσκολα», σε επιμέλεια της κόρης του Όλγας Αλεξανδροπούλου, εκδόσεις Γκοβόστη.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: